ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 3522/23
08 Απριλίου 2026
[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.A.
Αιτητής
ΚΑΙ
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
........
Τζόναθαν Μπετίτο (κος) για Πιερίδης & Πιερίδης, Δικηγόρος για τον Αιτητή.
Ιωάννης Αλέξανδρος Γεωργίου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π. : Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 01/09/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 01.09.2023, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρίστηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, ο Αιτητής είναι υπήκοος Γκάνας.
Στις 06.01.2021, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, προσκομίζοντας το σχετικό έντυπο της Υπηρεσίας Ασύλου, ενώ στις 01.03.2021 εκδόθηκε η Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας.
Ακολούθως, στις 09.06.2023, πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της EUAA. Εν συνεχεία, στις 23.06.2023, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στο Καμερούν.
Η εν λόγω εισήγηση έγινε αποδεκτή από τον αρμόδιο Προϊστάμενο στις 01.09.2023, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε και η απορριπτική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επιστροφή του Αιτητή. Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον Αιτητή αυθημερόν.
Τέλος, στις 30.10.2023, ο Αιτητής καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με αριθμό 3522/2023.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ
Ακολούθως, διά του συνηγόρου του, ο Αιτητής παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας πλείονες λόγους ακύρωσης, οι οποίοι, εντούτοις, δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ούτε από παραπομπές σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Διά της γραπτής του αγόρευσης, ο συνήγορος του Αιτητή προωθεί ισχυρισμούς ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν άσκησαν ουσιαστικά και/ή κατά τον ορθό τρόπο τη διοικητική και/ή αποφασιστική τους αρμοδιότητα, ούτε τη διακριτική τους ευχέρεια, και ότι δεν προέβησαν σε πραγματική και/ή επαρκή αξιολόγηση και/ή έρευνα, απορρίπτοντας αυθαίρετα και/ή εσφαλμένα την αίτηση του Αιτητή για παραχώρηση διεθνούς προστασίας βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου και/ή για αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
Περαιτέρω, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της ορθής και/ή νόμιμης διαδικασίας, από αναρμόδιο πρόσωπο, κατόπιν νόσφισης εξουσίας, καθότι η Έκθεση-Εισήγηση εγκρίθηκε από Λειτουργό Πολεοδομίας, ήτοι τον Κ. Αλκείδη (βλ. ερ. 65), ενώ η σχετική εξουσιοδότηση (βλ. ερ. 98) φέρεται να παρασχέθηκε προς τον εν λόγω λειτουργό κατά τρόπο παράτυπο και καταχρηστικό. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι ο Νόμος παρέχει την εξουσία στον Υπουργό να εξουσιοδοτεί λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και όχι λειτουργό άλλης υπηρεσίας. Τέλος, προβάλλεται ότι η επίδικη απόφαση στερείται επαρκούς έρευνας, εκδόθηκε υπό πλάνη περί τα πράγματα και κατά παράβαση της ορθής και νόμιμης διαδικασίας.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, διά της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνονται της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση εκδόθηκε ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και της κείμενης νομοθεσίας, κατόπιν δέουσας και επαρκούς έρευνας και ορθής άσκησης των εκ του Νόμου παρεχόμενων εξουσιών, αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, καθώς και ότι εκδόθηκε από αρμόδιο όργανο.
Με την απαντητική του γραπτή αγόρευση, ο συνήγορος του Αιτητή εμμένει και επαναλαμβάνει τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που προβάλλονται στην αίτηση και στη γραπτή του αγόρευση.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ:
Εκ προοιμίου, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λόγοι προσφυγής οι οποίοι, μολονότι περιλαμβάνονται στο εισαγωγικό δικόγραφο, δεν αναπτύσσονται περαιτέρω στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή, λογίζονται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία προβάλλονται λόγοι ακύρωσης χωρίς να συνοδεύονται από οποιαδήποτε συγκεκριμένη επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπ. Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407· Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd ν. Δημοκρατίας, 24.1.2000, (2000) 3 ΑΑΔ 21· Υπ. Αρ. 1073/2004, Γεώργια Αντωνίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου ΦΠΑ, 6.2.2007).
Υπό το φως της ανωτέρω νομολογιακής αρχής, όλοι οι λόγοι προσφυγής οι οποίοι παρατίθενται απλώς ως τίτλοι ή ως γενικές αιτιάσεις στο δικόγραφο, χωρίς να προωθούνται και να εξειδικεύονται διά της γραπτής αγόρευσης, δεν δύνανται να τύχουν δικαστικής εξέτασης και θεωρούνται εγκαταλειφθέντες. Ομοίως, ισχυρισμοί οι οποίοι διατυπώνονται κατά τρόπο γενικό, αόριστο και άνευ επαρκούς νομικής ή πραγματικής θεμελίωσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Συναφώς, η ανάγκη σαφούς, ειδικής και λεπτομερούς έγερσης των λόγων προσφυγής είναι κεφαλαιώδους σημασίας, καθότι το Δικαστήριο δεν νομιμοποιείται να εξετάζει αυτεπαγγέλτως λόγους που δεν έχουν δεόντως δικογραφηθεί, ούτε να αναπληρώνει ελλείψεις του δικογράφου μέσω της αγόρευσης, ακόμη και όταν οι λόγοι αυτοί επιχειρείται να προβληθούν σε μεταγενέστερο στάδιο. Η γραπτή αγόρευση αποτελεί μέσο ανάπτυξης της επιχειρηματολογίας υπέρ των ήδη εγειρόμενων λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. [Βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598· Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 ΑΑΔ 598· Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 ΑΑΔ 533· Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (Αρ. 2) (2009) 3 ΑΑΔ 655· Α.Ε. Αρ. 3729, Μαραγκός ν. Δημοκρατίας, 3.11.2006, (2006) 3 ΑΑΔ 671· Α.Ε. 1883, Μαρία Ευθυμίου ν. ΕΔΥ, 14.7.1997, (1997) 3 ΑΑΔ 281].
Εν προκειμένω, οι προωθούμενοι εκ μέρους του Αιτητή ισχυρισμοί αναπτύσσονται, κατά το πλείστον, κατά τρόπο γενικόλογο και αόριστο, χωρίς την αναγκαία εξειδίκευση ως προς τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, χωρίς σαφή σύνδεση με συγκεκριμένα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και χωρίς ουσιαστική τεκμηρίωση του τρόπου με τον οποίο οι προβαλλόμενες πλημμέλειες επηρεάζουν τη νομιμότητα ή την ουσιαστική ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης. Ως εκ τούτου, καθ’ ο μέρος οι σχετικοί ισχυρισμοί περιορίζονται σε γενικές αναφορές περί παραβίασης γενικών αρχών του Διοικητικού Δικαίου, χωρίς ειδική και συγκεκριμένη ανάπτυξη, δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτοί.
Περαιτέρω, ακόμη και αν το παρόν Δικαστήριο, εξαντλώντας τα όρια της επιείκειας, προχωρήσει στην εξέταση των προωθούμενων λόγων ακύρωσης, κρίσιμη παραμένει η φύση και η έκταση της δικαιοδοσίας του στις υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 11 του Ν. 73(Ι)/2018 περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, το Δικαστήριο ενεργεί ως δικαστήριο ουσίας, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης εξ υπαρχής, τόσο κατά τον νόμο όσο και κατά την ουσία. Στο πλαίσιο αυτό, δεν περιορίζεται στον στενό έλεγχο της τυπικής νομιμότητας της διοικητικής διαδικασίας, αλλά προβαίνει σε ίδια αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και αποφαίνεται αιτιολογημένα επί της ουσιαστικής βασιμότητας της αίτησης διεθνούς προστασίας, εντός πάντοτε των ορίων που θέτουν οι δεόντως προβαλλόμενοι δικονομικοί ισχυρισμοί.
Συνεπώς, η απλή επίκληση πλημμελειών της διοικητικής διαδικασίας ή γενικών παραβιάσεων αρχών του Διοικητικού Δικαίου δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την ανατροπή της επίδικης απόφασης. Ο Αιτητής φέρει το βάρος να εξειδικεύσει τη βλάβη που φέρεται ότι υπέστη, καθώς και να προβάλλει ειδικούς, σαφείς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, ικανούς να δικαιολογήσουν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας ή συμπληρωματικής προστασίας. Η έλλειψη τέτοιας εξειδίκευσης καθιστά τους σχετικούς ισχυρισμούς ανεπαρκείς και, συνακόλουθα, απορριπτέους. (Βλ. συναφώς ΣτΕ 3067/2013, 521/2010, 2650/2009).
Προτού εξεταστεί η βασιμότητα του προβαλλόμενου λόγου ακύρωσης περί αναρμοδιότητας, ο οποίος, ως άπτεται ζητημάτων δημόσιας τάξης, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως και κατά προτεραιότητα[1], κρίνεται σκόπιμο να αποτυπωθούν συνοπτικά οι σχετικοί ισχυρισμοί του συνηγόρου του Αιτητή, όπως αυτοί αναπτύσσονται στη γραπτή του αγόρευση.
Ειδικότερα, ο συνήγορος του Αιτητή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση της ορθής και νόμιμης διαδικασίας από αναρμόδιο πρόσωπο, κατόπιν νόσφισης και/ή κατάχρησης εξουσίας. Προς θεμελίωση του ισχυρισμού αυτού, προβάλλεται ότι η σχετική Έκθεση-Εισήγηση εγκρίθηκε από λειτουργό Πολεοδομίας, ήτοι τον Κωνσταντίνο Αλκείδη, ο οποίος δεν ανήκει στην Υπηρεσία Ασύλου, ενώ η παρεχόμενη προς αυτόν εξουσιοδότηση φέρεται να δόθηκε κατά τρόπο παράτυπο και αντίθετο προς τις διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, υποστηρίζεται ότι, δυνάμει του ορισμού του «Προϊσταμένου» στον Νόμο, η εξουσία εκχώρησης αρμοδιοτήτων περιορίζεται σε λειτουργούς της Υπηρεσίας Ασύλου και δεν δύναται να επεκταθεί σε λειτουργούς άλλων υπηρεσιών. Συναφώς, προβάλλεται ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση δεν καταλαμβάνει περιπτώσεις όπου η εισήγηση προέρχεται από λειτουργό της EUAA, καθώς και ότι το πρόσωπο που ενήργησε δεν κατείχε τα απαιτούμενα προσόντα ή την αναγκαία εμπειρία στον τομέα του ασύλου, ώστε να ασκεί τις σχετικές αρμοδιότητες.
Ενόψει των ανωτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ακυρότητας λόγω αναρμοδιότητας του εκδόντος οργάνου.
Εξετάζοντας τον πιο πάνω ισχυρισμό υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας, διαπιστώνεται ότι το ζήτημα αυτό έχει ήδη απαντηθεί τόσο σε πρώτο βαθμό όσο και κατ’ έφεση, με σαφή και δεσμευτική ερμηνευτική προσέγγιση.
Ειδικότερα, στην υπόθεση αρ. 1427/23, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας απέρριψε τον πανομοιότυπο ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας, κρίνοντας ότι λειτουργός ο οποίος τελεί σε νόμιμη απόσπαση στην Υπηρεσία Ασύλου θεωρείται, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ότι «υπηρετεί» στην εν λόγω Υπηρεσία, ανεξαρτήτως του ότι διατηρεί την οργανική του θέση σε άλλη υπηρεσία. Το Δικαστήριο, ερμηνεύοντας συνδυαστικά το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου και το άρθρο 47 του περί Δημόσιας Υπηρεσίας Νόμου, κατέληξε ότι ο αποσπασθείς υπάλληλος υπάγεται πλήρως στην υπηρεσία στην οποία αποσπάται και ενεργεί στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της, υπό τον ιεραρχικό έλεγχο αυτής.
Η πιο πάνω προσέγγιση επικυρώθηκε ρητώς από το Διοικητικό Εφετείο στην Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 61/2024, όπου κρίθηκε ότι δεν υφίσταται οποιοδήποτε ζήτημα αναρμοδιότητας σε περιπτώσεις αποσπασμένων λειτουργών που ενεργούν εντός του πλαισίου των καθηκόντων τους στην Υπηρεσία Ασύλου. Το Εφετείο υιοθέτησε τη γραμματική και τελολογική ερμηνεία ότι ο όρος «υπηρετεί» καλύπτει και τον αποσπασθέντα λειτουργό, καθότι ο σκοπός της απόσπασης είναι ακριβώς η ενσωμάτωσή του στη λειτουργία της υπηρεσίας υποδοχής.
Περαιτέρω, απορρίφθηκε ρητώς ο ισχυρισμός ότι η διατήρηση της οργανικής θέσης στην υπηρεσία προέλευσης αναιρεί την ιδιότητα του λειτουργού ως υπηρετούντος στην Υπηρεσία Ασύλου, διευκρινίζοντας ότι η σχετική πρόνοια του άρθρου 47(3) του Ν. 1/1990 αφορά αποκλειστικά ζητήματα υπηρεσιακής εξέλιξης και υπολογισμού χρόνου υπηρεσίας και δεν επηρεάζει την άσκηση καθηκόντων κατά τη διάρκεια της απόσπασης.
Υπό το φως των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας ερείδεται επί εσφαλμένης ερμηνείας των σχετικών νομοθετικών διατάξεων και αντίκειται στη διαμορφωθείσα νομολογία. Η αποδοχή της θέσης του Αιτητή θα οδηγούσε, άλλωστε, σε άτοπα και αντινομικά αποτελέσματα, καθότι θα συνεπαγόταν ότι κάθε αποσπασθείς λειτουργός στερείται αρμοδιότητας να ασκεί καθήκοντα στην υπηρεσία στην οποία αποσπάται.
Κατά συνέπεια, και ενόψει της δεσμευτικής καθοδήγησης της ανωτέρω νομολογίας, ο υπό εξέταση λόγος προσφυγής περί αναρμοδιότητας απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, καθ’ ο μέρος ο Αιτητής προβάλλει ότι το πρόσωπο που εξέδωσε την επίδικη απόφαση στερείται των απαιτούμενων γνώσεων ή προσόντων για την άσκηση καθηκόντων στον τομέα της διεθνούς προστασίας, ο ισχυρισμός αυτός δεν δύναται να ευδοκιμήσει.
Καταρχάς, η σχετική νομοθετική πρόνοια (άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου) απαιτεί όπως ο αρμόδιος λειτουργός «έχει τύχει ειδικής εκπαίδευσης» σε θέματα ασύλου και όχι την πλήρωση οποιωνδήποτε πρόσθετων ή ειδικότερων προσόντων, ως εσφαλμένα υπονοείται εκ μέρους του Αιτητή.
Περαιτέρω, ο Αιτητής, επί του οποίου φέρει το βάρος απόδειξης, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ή τεκμηριωμένη αναφορά προς απόδειξη ότι ο εν λόγω λειτουργός δεν έτυχε της απαιτούμενης εκπαίδευσης. Οι σχετικοί ισχυρισμοί περιορίζονται σε γενικές και αόριστες αναφορές, οι οποίες δεν είναι ικανές να ανατρέψουν το τεκμήριο κανονικότητας που διέπει τη δράση της διοίκησης. βλ. Βασιώτης Κονστράξιονς Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1989) 3 Α.Α.Δ. 3193).
Ενόψει των ανωτέρω, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται ως αβάσιμος.
Προχωρώ, συνεπώς, στην εξέταση της ουσίας της υπόθεσης και δη των ισχυρισμών του Αιτητή, σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους περί ελλιπούς έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προς τον σκοπό αυτό, αξιολόγησα το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, καθώς και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (Δ.Φ.) της Υπηρεσίας Ασύλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη δεδομένα και πραγματικά περιστατικά τα οποία είχαν στη διάθεσή τους οι Καθ’ ων η Αίτηση κατά τον χρόνο λήψης της επίδικης απόφασης.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρέχει ο Αιτητής, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο, και τα οποία δεν αμφισβητούνται ως προς την ακριβή καταγραφή τους, ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω πιέσεων που δεχόταν από την οικογένειά του να αναλάβει θέση αρχηγού (chief) στο χωριό καταγωγής του.
Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι κατάγεται από οικογένεια με παραδοσιακό ρόλο στην τοπική ηγεσία και ότι ενημερώθηκε πως είχε έρθει η σειρά του να αναλάβει τη θέση του αρχηγού. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, σύμφωνα με παραδόσεις που επικρατούν σε ορισμένες περιοχές της Δυτικής Αφρικής, η διαδικασία διαδοχής στην αρχηγία συνδέεται με τελετουργικές πρακτικές που περιλαμβάνουν θυσίες, οι οποίες, κατά τον ίδιο, δύνανται να περιλαμβάνουν ακόμη και ανθρώπινα μέλη σώματος, ανεξαρτήτως της βούλησης του εκάστοτε αρχηγού.
Ο Αιτητής υποστήριξε ότι, παρά το γεγονός ότι μεγάλωσε στην πόλη και δεν είχε άμεση εμπλοκή με τις εν λόγω πρακτικές, αρνείται να αποδεχθεί τη θέση, φοβούμενος ότι θα εξαναγκαστεί να συμμετάσχει σε τέτοιες ενέργειες. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι η άρνησή του αυτή είχε ως συνέπεια την άσκηση πιέσεων εκ μέρους της οικογένειάς του, και δη του πατέρα του, ο οποίος διέκοψε τη χρηματοδότηση των σπουδών του στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, με σκοπό να τον εξαναγκάσει να μεταβάλει στάση.
Κατά τους ισχυρισμούς του, ο πατέρας του συντάσσεται με τους γεροντότερους της κοινότητας, δίνοντας προτεραιότητα στα κοινωνικά και οικονομικά οφέλη που απορρέουν από τον τίτλο του αρχηγού. Ως εκ τούτου, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η καθημερινότητά του κατέστη ιδιαιτέρως δυσχερής και ότι εξαναγκάστηκε να μεταβεί στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, όπου υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας, εκφράζοντας φόβο ότι η οικογένειά του θα συνεχίσει να ασκεί πιέσεις εις βάρος του μέχρις ότου υποκύψει και επιστρέψει, τουλάχιστον μέχρι τον διορισμό άλλου προσώπου στη θέση του αρχηγού (βλ. ερ. 3-1 Δ.Φ.).
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Γκάνας και ότι γεννήθηκε στην περιοχή Kumasi, όπου διέμεινε κατά τα πρώτα έτη της ζωής του. Ακολούθως, μετοίκησε με την οικογένειά του στην περιοχή Takoradi, την οποία προσδιόρισε ως τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του πριν την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.
Ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ανέφερε ότι είναι Χριστιανός και ανήκει στη φυλή Fante, ενώ δήλωσε ότι είναι άγαμος και άτεκνος. Σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι οι γονείς του διαμένουν στην Takoradi, όπως επίσης και τα αδέλφια του, ήτοι δύο αδελφοί και μία αδελφή.
Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ ανέφερε ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα καθώς και τη γλώσσα twi. Ως προς την επαγγελματική του δραστηριότητα στη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι εργαζόταν ως πωλητής άρτου.
Κληθείς να εξηγήσει τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του (βλ. ερ. 36 Δ.Φ.), ο Αιτητής ανέφερε ότι, κατά τον χρόνο που φοιτούσε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, έλαβε τηλεφώνημα από την οικογένειά του στη Γκάνα, μέσω του οποίου ενημερώθηκε ότι επρόκειτο να οριστεί ως αρχηγός (chief) στο χωριό τους.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι απέρριψε την πρόταση αυτή, καθότι, σύμφωνα με τις παραδόσεις της κοινότητάς του, η ανάληψη του εν λόγω ρόλου συνεπάγεται τη διενέργεια τελετουργικών θυσιών, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, δύνανται να περιλαμβάνουν και ανθρώπινα μέρη, γεγονός που, όπως υποστήριξε, έρχεται σε αντίθεση με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις ως Χριστιανού.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι η άρνησή του αυτή δεν έγινε αποδεκτή από τον πατέρα του, ο οποίος, σε αντίδραση, διέκοψε την οικονομική του υποστήριξη, με αποτέλεσμα ο Αιτητής να αδυνατεί να συνεχίσει τις σπουδές του. Ως εκ τούτου, αποφάσισε να μεταβεί στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές.
Σε σχετική ερώτηση του αρμόδιου λειτουργού κατά πόσον είχε αναφέρει όλους τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής διευκρίνισε ότι ο αρχικός σκοπός της αναχώρησής του από τη Γκάνα ήταν η μετάβασή του στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές για σκοπούς σπουδών. Ωστόσο, κατόπιν των προαναφερθέντων γεγονότων, αποφάσισε να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας, δηλώνοντας ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθότι φοβάται ότι θα εξαναγκαστεί να αναλάβει ρόλο τον οποίο δεν επιθυμεί.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Γκάνα, θεωρεί ότι θα υποστεί πιέσεις προς ανάληψη της θέσης του αρχηγού, κυρίως από τον πατέρα του, τον πρωτότοκο συγγενή του, καθώς και από μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του.
Σε συνέχεια διευκρινιστικών ερωτήσεων που του υποβλήθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό, ο Αιτητής αναφέρθηκε στο χωριό Benso, το οποίο περιέγραψε ως μικρό χωριό στην περιοχή Wasa, της Περιφέρειας Western της Γκάνας. Εκτίμησε ότι ο πληθυσμός του ανέρχεται περίπου σε 2.000 κατοίκους, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια τον αριθμό αυτό. Ως τελευταίο αρχηγό του χωριού ανέφερε τον Nana Kweku Koduah, ενώ δήλωσε άγνοια ως προς τον πρώτο αρχηγό.
Ο Αιτητής εξήγησε περαιτέρω ότι το εν λόγω χωριό ανήκει στην οικογένεια της μητέρας του και ότι το σύστημα διαδοχής της αρχηγίας είναι μητρογραμμικό, ήτοι η διαδοχή μεταβιβάζεται, μετά τον θάνατο του εκάστοτε αρχηγού, σε πρόσωπο που προέρχεται από τη μητρική γραμμή. Όπως ανέφερε, στο πλαίσιο αυτού του συστήματος, έχει περιέλθει και η δική του σειρά για ανάληψη της αρχηγίας.
Τέλος, δήλωσε ότι ο αρχηγός του χωριού διαθέτει εξουσίες που περιλαμβάνουν τη θέσπιση κανόνων για την κοινότητα, καθώς και την επίλυση διαφορών και προβλημάτων που ανακύπτουν, σε συνεργασία με τους πρεσβύτερους της κοινότητας.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι, κατά τις επισκέψεις του στο χωριό κατά τη διάρκεια διακοπών, αντιλήφθηκε ότι ένα από τα βασικά καθήκοντα του αρχηγού ήταν η διαχείριση της γης, καθότι οποιοδήποτε πρόσωπο επιθυμούσε πρόσβαση ή χρήση γης όφειλε να απευθυνθεί σε αυτόν.
Ανέφερε ότι, κατά τον χρόνο των εν λόγω επισκέψεών του, καθήκοντα αρχηγού ασκούσε ο Nana Odiniho, ο οποίος ήταν αδελφός της μητέρας του. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι, παρά τη συγγενική τους σχέση, δεν διατηρούσε στενή προσωπική επαφή μαζί του, δεδομένου ότι δεν διέμενε μόνιμα στο χωριό.
Περιγράφοντας τη διαδικασία επίλυσης διαφορών εντός της κοινότητας, ο Αιτητής ανέφερε ότι τα ζητήματα παραπέμπονται στο παλάτι, όπου ο αρχηγός ορίζει ημερομηνία συνάντησης και, στη συνέχεια, μαζί με τους πρεσβύτερους, καλεί τα εμπλεκόμενα μέρη με σκοπό την ειρηνική διευθέτηση της διαφοράς.
Ερωτηθείς αναφορικά με τις περιορισμένες γνώσεις του ως προς τον θεσμό της αρχηγίας, ο Αιτητής απέδωσε το γεγονός αυτό στο ότι δεν μεγάλωσε στο εν λόγω χωριό και δεν είχε επιδιώξει να ενημερωθεί περαιτέρω επί των σχετικών πρακτικών και διαδικασιών.
Σε σχέση με τη διαδικασία ανάδειξης αρχηγού, δήλωσε ότι το πρόσωπο που επιλέγεται πρέπει να ανήκει στην οικογένεια του χωριού και να μεταβεί εκεί, όπου οι πρεσβύτεροι το καθοδηγούν στην εκτέλεση συγκεκριμένων πνευματικών τελετουργιών. Μετά την ολοκλήρωση αυτών, ορίζεται ημερομηνία για την επίσημη τελετή ανάληψης της αρχηγίας. Πρόσθεσε δε ότι είχε παρευρεθεί σε ανάλογη τελετή κατά την παιδική του ηλικία.
Τέλος, ο Αιτητής επανέλαβε ότι η επιλογή του ως επόμενου αρχηγού του χωριού ερείδεται στο μητρογραμμικό σύστημα διαδοχής που εφαρμόζεται στην κοινότητα, σύμφωνα με το οποίο η αρχηγία μεταβιβάζεται εντός της ίδιας ευρύτερης οικογένειας, μέσω της μητρικής γραμμής. Όπως ανέφερε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχε περιέλθει η σειρά της οικογένειας της μητέρας του, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, τον καθιστά υποψήφιο για την ανάληψη της εν λόγω θέσης.
Εξηγώντας περαιτέρω το σύστημα διαδοχής, ο Αιτητής ανέφερε ότι η γιαγιά του είχε περισσότερες από μία κόρες και ότι η αρχηγία δεν περιορίζεται σε μία μόνο οικογενειακή γραμμή, αλλά κατανέμεται μεταξύ των επιμέρους κλάδων της ίδιας ευρύτερης οικογένειας. Όπως δήλωσε, αρχικά η σειρά διαδοχής ανήκε στη μεγαλύτερη αδελφή της μητέρας του και, στη συνέχεια, μεταβιβάστηκε στη μητέρα του.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο ίδιος επιλέχθηκε ως υποψήφιος για την ανάληψη της αρχηγίας, καθότι, σύμφωνα με την παράδοση, προτιμάται ο πρωτότοκος γιος, ενώ σε περίπτωση που αυτός δεν είναι διαθέσιμος, η επιλογή μεταβαίνει στον επόμενο κατά σειρά. Διευκρίνισε ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του έχει αποβιώσει, γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς του, οδήγησε στην επιλογή του ιδίου.
Αναφορικά με τις συνέπειες ενδεχόμενης άρνησης ανάληψης της θέσης, ο Αιτητής δήλωσε ότι ενδέχεται να υποστεί «πνευματικές επιθέσεις». Ερωτηθείς ως προς τον λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι θα εξαναγκαστεί να αναλάβει τον εν λόγω ρόλο, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για θέση επιθυμητή από περισσότερα πρόσωπα, ανέφερε ότι αυτό συνδέεται με τα προνόμια και την πρόσβαση σε πόρους που συνεπάγεται η θέση, καθώς και με τις πιέσεις που δέχεται από την οικογένειά του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι θεωρεί πως το πρόσωπο που κυρίως θα επιχειρήσει να τον εξαναγκάσει να αναλάβει την αρχηγία είναι ο πατέρας του, τον οποίο περιέγραψε ως ιδιαίτερα επίμονο λόγω των ωφελημάτων που απορρέουν από τη θέση. Ανέφερε επίσης ότι εκτιμά πως και ορισμένοι θείοι του θα επιθυμούσαν να τον δουν στη θέση αυτή, βασιζόμενος σε πληροφορίες που έλαβε από τη μητέρα του.
Σε ερωτήσεις αναφορικά με τις τελετουργικές πρακτικές που συνδέονται με την αρχηγία, ο Αιτητής δήλωσε ότι η γνώση του προέρχεται από συζητήσεις με μέλη της οικογένειάς του. Ανέφερε ότι, κατά την παιδική του ηλικία, γίνονταν αναφορές σε θυσίες, ενώ σημείωσε ότι η μητέρα του δεν συμφωνούσε με ορισμένες από τις εν λόγω πρακτικές.
Επιπλέον, ο Αιτητής δήλωσε ότι, δεδομένου ότι έχει περιέλθει η σειρά της μητέρας του στο πλαίσιο του συστήματος διαδοχής, θεωρεί ότι η επιλογή του για ανάληψη της αρχηγίας δεν μπορεί να αποφευχθεί. Ανέφερε ότι, σε περίπτωση άρνησής του, ενδέχεται να επιχειρηθεί η αντικατάστασή του από τον μικρότερο αδελφό του, πλην όμως, κατά τους ισχυρισμούς του, τούτο δεν είναι εφικτό όσο ο ίδιος βρίσκεται εν ζωή.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν υφίσταται εν ενεργεία αρχηγός στο χωριό, και ότι τη διαχείριση των υποθέσεων της κοινότητας έχουν αναλάβει οι πρεσβύτεροι, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και θείος του.
Ερωτηθείς αναφορικά με το ενδεχόμενο αναζήτησης προστασίας από τις αρμόδιες αρχές της Γκάνας, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν θεωρεί κάτι τέτοιο εφικτό, καθότι, όπως ισχυρίστηκε, οι απειλές που αντιμετωπίζει δεν είναι κατ’ ανάγκην σωματικής φύσεως, αλλά «πνευματικές». Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν θεωρεί δυνατή την ασφαλή μετεγκατάστασή του σε άλλη περιοχή της χώρας του, όπως στην Άκρα, καθότι, ακόμη και σε περίπτωση εσωτερικής μετακίνησης, εκτιμά ότι θα εξακολουθήσει να επηρεάζεται από τις εν λόγω «πνευματικές ενέργειες».
Κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε διαχωρισμό των ουσιωδών στοιχείων της αίτησής του σε δύο βασικούς ισχυρισμούς.
Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά τον πυρήνα της αίτησής του, ήτοι τον ισχυρισμό ότι η οικογένειά του τον πιέζει να αναλάβει τη θέση αρχηγού/βασιλιά του χωριού Benso. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε αποδεκτός, καθότι ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε έλλειψη λεπτομέρειας, συνέπειας και εσωτερικής συνοχής στις δηλώσεις του Αιτητή.
Ειδικότερα, κρίθηκε ότι, αναφορικά με τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ανήκει στη βασιλική οικογένεια του χωριού Benso, αυτός δεν κατέστη δυνατό να στοιχειοθετηθεί επαρκώς. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομερείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες η οικογένειά του κατέχει τον εν λόγω ρόλο. Περιορίστηκε σε γενική αναφορά ότι η προ-προγιαγιά του ήταν το πρώτο πρόσωπο που κατοίκησε την περιοχή, χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια και συνοχή πώς από το σημείο αυτό εξελίχθηκε η κοινότητα σε οργανωμένο χωριό με καθιερωμένο σύστημα αρχηγίας.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει επαρκώς την περιορισμένη γνώση του ως προς την ιστορία και τη δομή της κοινότητας. Η επίκληση του γεγονότος ότι δεν διέμενε μόνιμα στο χωριό κρίθηκε ανεπαρκής, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, το επισκεπτόταν τακτικά κατά την παιδική του ηλικία μέχρι την ηλικία των 15 ετών. Ενδεικτικά, δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει ούτε τον πρώτο αρχηγό του χωριού.
Αντίστοιχα, ως προς τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του αρχηγού, ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές, αναφέροντας ότι ο αρχηγός θέτει κανόνες και υποχρεώσεις για τους κατοίκους και επιλύει διαφορές με τη συνδρομή των πρεσβυτέρων, χωρίς να είναι σε θέση να εξειδικεύσει περαιτέρω τις διαδικασίες ή τις πρακτικές που ακολουθούνται.
Επιπλέον, όταν κλήθηκε να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά κατά τα οποία ο ίδιος υπήρξε μάρτυρας άσκησης καθηκόντων του αρχηγού, δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτική και λεπτομερή αφήγηση. Ειδικότερα, περιορίστηκε σε γενική αναφορά σε περιστατικό διαφοράς για γη μεταξύ δύο προσώπων, το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, επιλύθηκε από τον αρχηγό, χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να περιγράψει τη διαδικασία επίλυσης ή τα επιμέρους στάδια αυτής, παρά τις σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις.
Ομοίως, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένο παράδειγμα άσκησης κανονιστικής εξουσίας από τον αρχηγό ούτε να περιγράψει με επάρκεια τις διαδικασίες που ακολουθούνται για τη λήψη αποφάσεων ή την επίλυση διαφορών εντός της κοινότητας. Περαιτέρω, οι αναφορές του σε τελετουργικές πρακτικές και θυσίες παρέμειναν γενικές και αόριστες, χωρίς συγκεκριμένη περιγραφή των συνθηκών υπό τις οποίες αυτές λαμβάνουν χώρα.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή στερούνται της απαιτούμενης λεπτομέρειας, εσωτερικής συνοχής και πειστικότητας, στοιχεία τα οποία αναμένονται ευλόγως από πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι ανήκει σε οικογένεια με κεντρικό ρόλο στη διαδοχή της αρχηγίας του χωριού.
Όσον αφορά τη διαδικασία ανάδειξης αρχηγού του χωριού, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να την περιγράψει με την απαιτούμενη λεπτομέρεια και σαφήνεια. Ειδικότερα, δεν κατόρθωσε να αναπτύξει συγκεκριμένα τις αναφερόμενες «πνευματικές» τελετουργίες ούτε να περιγράψει την ακριβή διαδικασία που ακολουθείται για την ανάληψη της αρχηγίας. Ομοίως, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει πότε και υπό ποιες συνθήκες ενημερώθηκε για την εν λόγω διαδικασία.
Περαιτέρω, δεν κατόρθωσε να παράσχει συγκεκριμένη και πειστική περιγραφή περιστατικού κατά το οποίο ισχυρίζεται ότι παρευρέθηκε σε σχετική τελετή, ενώ δεν δικαιολόγησε επαρκώς την περιορισμένη γνώση του επί του θέματος, παρά το γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, αποτελεί μέλος της βασιλικής οικογένειας, επισκεπτόταν το χωριό κατά το παρελθόν και είχε έκθεση σε σχετικές συζητήσεις εντός της οικογένειάς του.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκή εξήγηση αναφορικά με την απουσία του από το χωριό για χρονικό διάστημα δεκατριών ετών, ούτε αιτιολόγησε κατά τρόπο συγκεκριμένο τους λόγους για τους οποίους το επισκέφθηκε εκ νέου μετά από τόσο μεγάλο διάστημα, λίγο πριν την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.
Σε σχέση με την κοινωνική του θέση στο χωριό, ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενική αναφορά ότι οι κάτοικοι του επέδειξαν σεβασμό λόγω της ιδιότητάς του ως μέλους της βασιλικής οικογένειας, χωρίς, ωστόσο, να είναι σε θέση να περιγράψει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό που να τεκμηριώνει τον ισχυρισμό αυτό.
Ομοίως, αναφορικά με το τηλεφώνημα που έλαβε από τον πατέρα του, μέσω του οποίου ενημερώθηκε ότι επρόκειτο να επιλεγεί ως αρχηγός, δεν κατόρθωσε να παράσχει συγκεκριμένη και λεπτομερή περιγραφή του περιεχομένου ή των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτό έλαβε χώρα.
Περαιτέρω, ως προς τον λόγο επιλογής του ως υποψήφιου αρχηγού, ο Αιτητής δήλωσε ότι, σύμφωνα με την παράδοση, προτιμάται ο πρωτότοκος υιός και, σε περίπτωση μη διαθεσιμότητάς του, ο επόμενος κατά σειρά. Ωστόσο, όταν ερωτήθηκε σχετικά, προέβη σε δήλωση η οποία κρίθηκε ασυνεπής με προηγούμενες αναφορές του, ισχυριζόμενος ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του έχει αποβιώσει, παρά το γεγονός ότι προηγουμένως είχε αναφέρει ότι όλα τα αδέλφια του διαμένουν στην Takoradi.
Τέλος, κληθείς να αναπτύξει τις συνθήκες του θανάτου του αδελφού του, ο Αιτητής περιορίστηκε σε γενική αναφορά ότι αυτός απεβίωσε στη Νότια Αφρική λόγω ασθένειας, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες ή συγκεκριμένα στοιχεία.
Υπό το φως των ανωτέρω, οι δηλώσεις του Αιτητή κρίθηκαν ως ελλιπείς, αόριστες και εν μέρει αντιφατικές, γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία του ως προς τον πυρήνα του προβαλλόμενου ισχυρισμού.
Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι πληροφορίες από αξιόπιστες εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν τις δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με την ύπαρξη του θεσμού της αρχηγίας στη Γκάνα.
Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση του πρώτου ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, καθώς και της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας στη Γκάνα, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εκ μόνου του λόγου της παρουσίας του στην περιοχή Sekondi–Takoradi, της Περιφέρειας Western της Γκάνας.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
Ειδικότερα, ως προς τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Περαιτέρω, ως προς την προϋπόθεση του άρθρου 19(2)(γ) του ίδιου Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, καθότι η κατάσταση ασφαλείας στη Γκάνα, και ειδικότερα στην περιοχή Sekondi–Takoradi, δεν χαρακτηρίζεται από συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Κατά συνέπεια, το ενδεχόμενο υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας απορρίφθηκε.
Αξιολογώντας, λοιπόν, τα όσα ανωτέρω έχουν αναφερθεί, υπό το φως των εκάστοτε νομοθετικών προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, όσο και τα όσα προέβαλε ο συνήγορος του Αιτητή κατά την ενώπιόν μου διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:
Προεχόντως, ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι την ταυτότητα, την ιθαγένεια και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, διαπιστώνω ότι ορθώς αυτός έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό.
Ειδικότερα, ο εν λόγω ισχυρισμός προκύπτει με σαφήνεια και συνέπεια από τις δηλώσεις του Αιτητή τόσο κατά την υποβολή της αίτησής του όσο και κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, χωρίς να εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις ή ανακολουθίες. Οι σχετικές αναφορές του ως προς τη χώρα καταγωγής του (Γκάνα), τον τόπο γέννησης και διαμονής του (Kumasi και εν συνεχεία Takoradi), καθώς και τα λοιπά προσωπικά και οικογενειακά του στοιχεία, παρουσιάζουν εσωτερική συνοχή και δεν αμφισβητούνται από οποιοδήποτε στοιχείο του διοικητικού φακέλου.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει οποιοσδήποτε λόγος που να δικαιολογεί αμφισβήτηση των δηλωθέντων στοιχείων, ενώ αυτά ευθυγραμμίζονται και με τα αντικειμενικά δεδομένα που αφορούν τη χώρα καταγωγής του. Υπό το πρίσμα αυτό, κρίνεται ότι ο αρμόδιος λειτουργός ορθώς προέβη στην αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού, καθώς πληρούνται τα απαιτούμενα κριτήρια εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας.
Συνεπώς, ο πρώτος ισχυρισμός του Αιτητή γίνεται αποδεκτός και από το παρόν Δικαστήριο.
Ως προς τον δεύτερο και κεντρικό ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι η οικογένειά του τον πιέζει να αναλάβει τη θέση αρχηγού (chief) στο χωριό Benso και ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα εξαναγκαστεί προς τούτο, κρίνω ότι ορθώς δεν έγινε αποδεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό.
Ειδικότερα, από το σύνολο των δηλώσεων του Αιτητή, όπως αυτές καταγράφονται στο διοικητικό φάκελο και ιδίως κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός στερείται της απαιτούμενης εσωτερικής συνοχής, επάρκειας και πειστικότητας.
Καταρχάς, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παραθέσει σαφή, συνεκτική και λεπτομερή περιγραφή των ουσιωδών στοιχείων του ισχυριζόμενου συστήματος διαδοχής. Οι αναφορές του περί μητρογραμμικής διαδοχής παρέμειναν γενικές και αποσπασματικές, ενώ δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τον τρόπο λειτουργίας του συστήματος ή τα συγκεκριμένα κριτήρια επιλογής του ιδίου, πέραν γενικών αναφορών περί επιλογής του πρωτότοκου υιού.
Περαιτέρω, διαπιστώνονται ουσιώδεις ασυνέπειες στις δηλώσεις του αναφορικά με τον λόγο επιλογής του ως υποψήφιου αρχηγού. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι τα αδέλφια του διαμένουν στην Takoradi, μεταγενέστερα ισχυρίστηκε ότι ο μεγαλύτερος αδελφός του έχει αποβιώσει, χωρίς να παρέχει σαφή και συνεπή εξήγηση για την αντίφαση αυτή. Επιπλέον, οι αναφορές του ως προς τις συνθήκες θανάτου του αδελφού του παρέμειναν αόριστες και βασίζονται σε πληροφορίες τρίτων (hearsay), γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του.
Επιπρόσθετα, οι δηλώσεις του αναφορικά με τις συνέπειες άρνησης ανάληψης της αρχηγίας περιορίστηκαν σε αόριστες αναφορές περί «πνευματικών επιθέσεων», χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση ή τεκμηρίωση. Ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με τρόπο συγκεκριμένο και πειστικό τη φύση, την ένταση ή την πραγματική εκδήλωση των εν λόγω απειλών, ενώ οι σχετικοί ισχυρισμοί παραμένουν σε επίπεδο υποθέσεων και προσωπικών πεποιθήσεων.
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του περί εξαναγκασμού εκ μέρους της οικογένειάς του δεν τεκμηριώνονται επαρκώς. Από τις δηλώσεις του προκύπτει ότι η πίεση που δέχθηκε συνίστατο κυρίως στη διακοπή της οικονομικής στήριξης από τον πατέρα του, γεγονός που παραπέμπει σε οικογενειακή ή ιδιωτική διαφορά και όχι σε πράξη δίωξης κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου. Εξάλλου, οι αναφορές του περί εμπλοκής τρίτων προσώπων (θείων) βασίζονται σε πληροφορίες που έλαβε από τη μητέρα του και όχι σε προσωπική αντίληψη.
Ιδιαίτερης σημασίας κρίνεται και το γεγονός ότι, όπως προκύπτει από τις ίδιες του τις δηλώσεις, ο αρχικός σκοπός της αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του δεν συνδεόταν με τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης, αλλά με τη μετάβασή του για σπουδές. Η μεταγενέστερη επίκληση του εν λόγω ισχυρισμού στο πλαίσιο της αίτησης διεθνούς προστασίας υπονομεύει την αξιοπιστία του ως προς την ύπαρξη πραγματικού και άμεσου φόβου.
Τέλος, ο ισχυρισμός του ότι δεν δύναται να αναζητήσει προστασία από τις αρχές της χώρας του, λόγω του ότι οι απειλές είναι «πνευματικής» φύσεως, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθότι δεν προκύπτει αντικειμενικά ότι οι κρατικές αρχές αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να του παράσχουν προστασία.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή δεν πληροί τα κριτήρια αξιοπιστίας και απορρίπτεται.
Πέραν των ανωτέρω, από την επισκόπηση του περιεχομένου της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή προκύπτουν και πρόσθετες ουσιώδεις αντιφάσεις και ελλείψεις, οι οποίες ενισχύουν περαιτέρω το συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας του κεντρικού του ισχυρισμού.
Ειδικότερα, διαπιστώνεται ασυμβατότητα μεταξύ της ιδιότητας που ο ίδιος αποδίδει στον εαυτό του, ως μέλους «βασιλικής οικογένειας» και υποψήφιου διαδόχου της αρχηγίας, και του επιπέδου γνώσεων που επέδειξε. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει βασικές πληροφορίες αναφορικά με την ιστορία του χωριού, όπως τον πρώτο αρχηγό, τον χρόνο ίδρυσής του ή τον τρόπο εξέλιξης της κοινότητας, γεγονός που δεν συνάδει με τον ισχυριζόμενο κεντρικό ρόλο της οικογένειάς του στη δομή της αρχηγίας.
Περαιτέρω, ενώ ο Αιτητής δήλωσε ότι είχε παρευρεθεί σε τελετές ανάδειξης αρχηγού και ότι μεγάλωσε ακούγοντας σχετικά με τη διαδικασία αυτή, εντούτοις δεν κατόρθωσε να περιγράψει με σαφήνεια και λεπτομέρεια τα επιμέρους στάδια της διαδικασίας, ούτε να ανακαλέσει συγκεκριμένα περιστατικά, πρόσωπα ή χρονικά σημεία. Η εν λόγω αντίφαση μεταξύ ισχυριζόμενης εμπειρίας και πραγματικής γνώσης αποδυναμώνει ουσιωδώς την αξιοπιστία του.
Επιπλέον, διαπιστώνονται ασυνέπειες ως προς τη σχέση του με το χωριό και τον βαθμό εμπλοκής του στη ζωή της κοινότητας. Παρά το γεγονός ότι ισχυρίζεται ότι αποτελεί άμεσο υποψήφιο για την αρχηγία, δήλωσε ότι δεν επισκέφθηκε το χωριό για χρονικό διάστημα περίπου δεκατριών ετών, χωρίς να παρέχει επαρκή και πειστική εξήγηση. Η εν λόγω αποστασιοποίηση δεν συνάδει με τον ισχυριζόμενο άμεσο και ενεργό ρόλο του στο σύστημα διαδοχής.
Αντιφάσεις εντοπίζονται και στις δηλώσεις του αναφορικά με τον εκάστοτε αρχηγό του χωριού, καθώς σε διαφορετικά σημεία της συνέντευξης είτε κατονομάζει συγκεκριμένο πρόσωπο είτε δηλώνει άγνοια ως προς το ποιος κατείχε τη θέση κατά τον χρόνο των επισκέψεών του.
Περαιτέρω, οι αναφορές του περί σεβασμού που απολάμβανε από τους χωρικούς λόγω της ιδιότητάς του παρέμειναν γενικές και αόριστες, χωρίς να συνοδεύονται από οποιαδήποτε συγκεκριμένα περιστατικά, γεγονός που αποδυναμώνει την αποδεικτική τους αξία.
Επιπλέον, προκύπτει αντίφαση ως προς τη φύση του προβαλλόμενου κινδύνου. Ενώ ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θα εξαναγκαστεί να αναλάβει τη θέση του αρχηγού, ταυτόχρονα αναφέρει ότι πρόκειται για θέση με σημαντικά προνόμια και επιθυμητή από άλλα πρόσωπα, χωρίς να εξηγεί επαρκώς γιατί, σε περίπτωση άρνησής του, δεν θα μπορούσε να αντικατασταθεί από άλλο μέλος της οικογένειας. Αντιθέτως, σε άλλα σημεία των δηλώσεών του αναγνωρίζει τη δυνατότητα επιλογής άλλου προσώπου, γεγονός που καθιστά τους ισχυρισμούς του αντιφατικούς.
Ως προς δε τις προβαλλόμενες συνέπειες άρνησης, αυτές περιορίζονται σε αόριστες αναφορές περί «πνευματικών επιθέσεων», χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση ή αντικειμενική τεκμηρίωση, ενώ δεν παρατίθεται κανένα σχετικό περιστατικό που να επιβεβαιώνει την ύπαρξη τέτοιου κινδύνου.
Τέλος, ιδιαίτερης σημασίας είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις ίδιες του τις δηλώσεις, ο αρχικός λόγος αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του ήταν η μετάβασή του για σπουδές και όχι η ύπαρξη φόβου δίωξης, γεγονός που υποδηλώνει ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί κινδύνου αναδύθηκε μεταγενέστερα, στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω, οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονται από σωρευτική έλλειψη συνέπειας, σαφήνειας και πειστικότητας, στοιχεία τα οποία πλήττουν καθοριστικά την αξιοπιστία του ως προς τον πυρήνα του προβαλλόμενου ισχυρισμού.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του προβαλλόμενου ισχυρισμού, διαπιστώνεται ότι ο αρμόδιος λειτουργός, στηριζόμενος σε πληροφορίες από έγκυρες και αντικειμενικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής, προέβη σε σχετική διερεύνηση του θεσμικού και κοινωνικού πλαισίου που διέπει την αρχηγία (chieftaincy) στη Γκάνα. Από τα εν λόγω στοιχεία επιβεβαιώνεται η ύπαρξη και λειτουργία του θεσμού της αρχηγίας, καθώς και το γεγονός ότι οι διαδικασίες διαδοχής ενδέχεται να συνδέονται με κοινωνικές εντάσεις ή και συγκρούσεις. Υπό την έννοια αυτή, ο λειτουργός αποδέχθηκε ότι το γενικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται ο ισχυρισμός του Αιτητή ευρίσκει έρεισμα σε αντικειμενικές πηγές και δεν αντίκειται αφ’ εαυτού σε γνωστά δεδομένα για τη χώρα καταγωγής του.
Ωστόσο, η ως άνω διαπίστωση περιορίζεται αποκλειστικά στο επίπεδο της γενικής plausibility του ισχυρισμού και δεν αρκεί, άνευ ετέρου, για την αποδοχή του ως αληθούς σε ατομικό επίπεδο, καθόσον η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας απαιτεί τη σωρευτική συνδρομή τόσο εξωτερικής όσο και εσωτερικής αξιοπιστίας.
Συναφώς, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ex nunc εξέτασης της υπόθεσης, προέβη και σε αυτεπάγγελτη έρευνα αναφορικά με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, προς αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του. Η υποχρέωση αυτή απορρέει από τα άρθρα 10(4) και 46(3) της αναδιατυπωμένης Οδηγίας για τις Διαδικασίες Ασύλου, τα οποία επιβάλλουν όπως το Δικαστήριο έχει πρόσβαση και λαμβάνει υπόψη επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (COI), προβαίνοντας σε πλήρη και εξ υπαρχής εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων. Όπως δε επιβεβαιώθηκε και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Alheto (C-585/16), το Δικαστήριο δύναται και οφείλει να συνεκτιμά και στοιχεία τα οποία προέκυψαν μετά την έκδοση της διοικητικής απόφασης. Στο πλαίσιο αυτό, η εξωτερική αξιοπιστία συναρτάται με τη συμβατότητα των ισχυρισμών του Αιτητή προς τις αντικειμενικές πληροφορίες που προκύπτουν από αξιόπιστες πηγές για τη χώρα καταγωγής του.
Ο θεσμός της αρχηγίας (chieftaincy) στη Γκάνα αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο θεσμό, ο οποίος προστατεύεται ρητά από το Σύνταγμα του 1992.[2] Ειδικότερα, το Σύνταγμα εγγυάται την ύπαρξη του θεσμού, καθώς και των παραδοσιακών συμβουλίων που λειτουργούν βάσει εθιμικού δικαίου, ενώ προβλέπει ότι ζητήματα που αφορούν την επιλογή, εγκατάσταση ή παύση αρχηγού ρυθμίζονται σύμφωνα με το ισχύον customary law και εξετάζονται από τα αρμόδια παραδοσιακά όργανα και όχι από τα κοινά δικαστήρια.[3]
Περαιτέρω, ο νόμος περί αρχηγίας (Chieftaincy Act, 2008 – Act 759) ορίζει ότι αρχηγός είναι πρόσωπο που ανήκει στη σχετική οικογενειακή γραμμή και έχει επιλεγεί και εγκατασταθεί σύμφωνα με το εθιμικό δίκαιο, ενώ καθορίζει και τη δομή του θεσμού, καθώς και τη δικαιοδοσία των παραδοσιακών συμβουλίων επί διαφορών σχετικών με την αρχηγία.[4]
Σύμφωνα με έρευνα του Clingendael Institute, η οποία επικαλείται δεδομένα του West Africa Centre for Counter-Extremism (WACCE), έχουν καταγραφεί εκατοντάδες διαφορές αρχηγίας (chieftaincy disputes) στη Γκάνα, εκ των οποίων σημαντικός αριθμός έχει οδηγήσει σε βίαιες συγκρούσεις.[5] Οι εν λόγω διαφορές συνδέονται κυρίως με ζητήματα διαδοχής, ανταγωνισμού μεταξύ οικογενειακών γραμμών και ελέγχου γης και πόρων, και δύνανται να προκαλέσουν σοβαρή κοινωνική ένταση και κινητοποίηση υποστηρικτών.[6]
Από την επισκόπηση των ανωτέρω αντικειμενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι ο θεσμός της αρχηγίας στη Γκάνα αποτελεί πράγματι καθιερωμένο και θεσμικά κατοχυρωμένο σύστημα εξουσίας, το οποίο διέπεται από κανόνες εθιμικού δικαίου και οργανώνεται στη βάση συγκεκριμένων οικογενειακών γραμμών και διαδικασιών διαδοχής. Περαιτέρω, επιβεβαιώνεται ότι διαφορές σχετικές με την αρχηγία δύνανται, υπό προϋποθέσεις, να προκαλέσουν κοινωνικές εντάσεις ή ακόμη και συγκρούσεις, ιδίως όταν συνδέονται με ζητήματα διαδοχής και ελέγχου πόρων.
Ωστόσο, η γενική αυτή διαπίστωση δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να καταστήσει τους επιμέρους ισχυρισμούς του Αιτητή αξιόπιστους, καθότι η αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει τη συγκεκριμένη αντιπαραβολή των δηλώσεών του με τα αντικειμενικά δεδομένα.
Εν προκειμένω, ενώ ο Αιτητής προβάλλει ότι ανήκει σε «βασιλική οικογένεια» και ότι επρόκειτο να αναλάβει τη θέση του αρχηγού κατόπιν εφαρμογής του συστήματος διαδοχής, εντούτοις, από τις δηλώσεις του δεν προκύπτει γνώση των βασικών και ουσιωδών στοιχείων που, σύμφωνα με τις αντικειμενικές πηγές, διέπουν τον θεσμό. Συγκεκριμένα, δεν κατόρθωσε να περιγράψει με σαφήνεια τη διαδικασία επιλογής και εγκατάστασης αρχηγού, ούτε να εξηγήσει με συγκεκριμένο και συνεκτικό τρόπο τη λειτουργία της οικογενειακής γραμμής διαδοχής στην οποία ισχυρίζεται ότι ανήκει, παρά το γεγονός ότι, κατά τα αντικειμενικά δεδομένα, πρόκειται για διαδικασία δομημένη και γνωστή στα μέλη των σχετικών οικογενειών.
Περαιτέρω, ενώ από τις πηγές προκύπτει ότι οι διαφορές αρχηγίας αφορούν κυρίως ανταγωνισμούς μεταξύ οικογενειακών γραμμών και συνοδεύονται από κινητοποίηση ευρύτερων ομάδων, ο Αιτητής περιορίζει τον προβαλλόμενο κίνδυνο σε πιέσεις εκ μέρους στενών οικογενειακών προσώπων, χωρίς να τεκμηριώνει την ύπαρξη ευρύτερης διαφοράς ή σύγκρουσης που να συνδέεται με τη διαδοχή, ούτε να παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν ότι η περίπτωσή του εντάσσεται σε τέτοιο πλαίσιο.
Επιπλέον, οι αναφορές του σε «πνευματικές επιθέσεις» ως κύρια συνέπεια άρνησης ανάληψης της αρχηγίας δεν επιβεβαιώνονται από τις αντικειμενικές πηγές, οι οποίες εστιάζουν σε κοινωνικές και ενίοτε βίαιες συγκρούσεις και όχι σε αφηρημένες ή μη επαληθεύσιμες μορφές απειλής.
Συνεπώς, παρά το γεγονός ότι το γενικό πλαίσιο ύπαρξης του θεσμού της αρχηγίας στη Γκάνα επιβεβαιώνεται, οι επιμέρους ισχυρισμοί του Αιτητή δεν παρουσιάζουν την απαιτούμενη συμβατότητα με τις αντικειμενικές πληροφορίες, ώστε να καθίστανται εξωτερικώς αξιόπιστοι.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι ορθώς ο αρμόδιος λειτουργός, και εν συνεχεία οι Καθ’ ων η Αίτηση, απέρριψαν τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή ως αναξιόπιστο, και ότι η εν λόγω κρίση ερείδεται σε πλήρη, επαρκή και αιτιολογημένη αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών και των διαθέσιμων στοιχείων.
Γενικά, είναι εύλογο να αναμένεται ότι μια αίτηση διεθνούς προστασίας θα παρουσιάζεται ουσιαστικά τεκμηριωμένη και με επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον ως προς τα πλέον σημαντικά και καθοριστικά γεγονότα στα οποία αυτή στηρίζεται.
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία αναφορικά με το άρθρο 4, παράγραφος 1, της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (και προηγουμένως της Οδηγίας 2004/83/ΕΚ), εναπόκειται, κατ’ αρχήν, στον αιτούντα να προσκομίσει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αίτησής του. Επομένως, η ανεπάρκεια λεπτομερειών συνιστά εκείνο που το άρθρο 4, παράγραφος 5, στοιχείο β΄ της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ χαρακτηρίζει ως έλλειψη σχετικών στοιχείων.
Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά δεδομένα του Αιτητή, ήτοι την ηλικία του, το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, καθώς και το γεγονός ότι δεν προέκυψαν ενδείξεις οποιασδήποτε ευαλωτότητας ή άλλης ειδικής δυσχέρειας (βλ. C-148/13 έως C-150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57), το Δικαστήριο φρονεί ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να στηρίξει την αίτησή του, προβάλλοντας μια γνήσια, προσωπική και βιωματική εμπειρία.
Ωστόσο, οι δηλώσεις και επεξηγήσεις του Αιτητή δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς του την απαραίτητη βιωματική χροιά ούτε το επίπεδο συνέπειας και λεπτομέρειας που θα ενίσχυε την αξιοπιστία τους.
Επομένως, η γενικότητα των απαντήσεών του, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και, σε αρκετά σημεία, η αντιφατικότητα των δηλώσεών του, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης που να απορρέει από τον επίδικο ισχυρισμό του.
Το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας εναποτίθεται πρωτίστως στον ίδιο τον Αιτητή, (βλ. Άρθρο 16 (2)(α) και (18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(1)/2000), ο οποίος οφείλει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια να θεμελιώσει τους ισχυρισμούς του περί δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ώστε να αποδεικνύεται ότι πληροί, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, τις προϋποθέσεις για αναγνώριση ως πρόσφυγας ή για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Αιτητής απέτυχε να το πράξει, ελλείψει σαφών, συγκεκριμένων και αξιόπιστων στοιχείων. (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 1875/08, ημερ. 1.3.2010· Εγχειρίδιο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, καθώς και Υπόθεση αρ. 1119/2009, ημερ. 31.1.2012, Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας).
Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έλαβαν υπόψη όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά. Τα περιστατικά αυτά, παρότι καταγράφηκαν, δεν έγιναν αποδεκτά λόγω των διαπιστωμένων ελλείψεων αξιοπιστίας, και στη βάση αυτής της αξιολόγησης ορθώς κατέληξαν ότι δεν υπήρχε πιθανότητα ο Αιτητής να υποβαλλόταν, σε περίπτωση επιστροφής του, σε μεταχείριση που να συνιστούσε δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την έννοια της σχετικής νομοθεσίας.
Ο βασικός λόγος για τον οποίο απορρίφθηκε το αίτημά του συνίσταται στη μη απόδειξη της αληθοφάνειας των ισχυρισμών του και στον κλονισμό της αξιοπιστίας του, συνεπεία ουσιωδών ελλείψεων, αδυναμιών και μη ευλογοφανών απαντήσεων κατά τη συνέντευξή του.
Το στοιχείο αυτό αναγνωρίζεται ρητά ως νόμιμο κώλυμα για την έγκριση αιτήματος ασύλου, σύμφωνα με τις πρόνοιές του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή, καθώς και την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Edward Eskandaz ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφυγών κ.ά., Υπόθεση αρ. 1673/2010, ημερ. 4.7.2013, όπου επιβεβαιώνεται ότι η αναξιοπιστία του αιτητή συνιστά θεμελιώδες εμπόδιο στην παροχή διεθνούς προστασίας.
Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αξιοπιστία του αιτούντος άσυλο, η οποία αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε διαδικασίας αξιολόγησης αίτησης διεθνούς προστασίας. Παρότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται ρητώς από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου, το άρθρο 4, παράγραφος 5, στοιχείο (ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ καθιστά σαφές ότι η γενική αξιοπιστία του αιτούντος συνδέεται με το κατά πόσο οι δηλώσεις του είναι συνεπείς, εύλογες και επαρκώς λεπτομερείς, σε σχέση με τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και τις γνωστές πηγές πληροφόρησης.
Όπως επεσήμανε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση C-277/11, M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας πραγματοποιείται σε δύο στάδια: πρώτον, τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών και, δεύτερον, τη νομική εκτίμηση των διαπιστωθέντων στοιχείων. Η ακρίβεια και η σαφήνεια της αφήγησης του αιτούντος αποτελούν το ουσιώδες υπόβαθρο της διαδικασίας αυτής.
Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε πλήρη και ορθή αξιολόγηση του συνόλου των δηλώσεων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν τους, εφαρμόζοντας τις προαναφερθείσες αρχές. Απέδωσαν στον Αιτητή το βάρος της συνεργασίας και της παροχής επαρκών και ακριβών πληροφοριών για τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτησή του — βάρος που ο ίδιος δεν σήκωσε επιτυχώς.
Ο Αιτητής δεν προσκόμισε συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία ούτε παρείχε συνεπή και λεπτομερή αφήγηση ως προς τα κρίσιμα περιστατικά της υπόθεσής του. Η συνέντευξή του χαρακτηρίστηκε από γενικόλογες, αντιφατικές και μη επαληθεύσιμες δηλώσεις, γεγονός που ορθά οδήγησε τους Καθ’ ων να αμφισβητήσουν την αξιοπιστία του.
Περαιτέρω, η αδυναμία του να απαντήσει με σαφήνεια σε καίριες ερωτήσεις για τις υποτιθέμενες απειλές και τη φύση της δίωξης που επικαλείται, καθώς και η απουσία οποιασδήποτε τεκμηρίωσης, καταδεικνύουν ότι δεν επέδειξε τη δέουσα συνεργασία με τις αρχές, όπως απαιτείται βάσει του άρθρου 4, παράγραφος 1 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και των σχετικών κατευθυντήριων γραμμών του EASO (2018).
Επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με τις αρχές που διατυπώθηκαν από την Ύπατη Αρμοστεία του Ο.Η.Ε., αιτών θεωρείται αξιόπιστος όταν οι ισχυρισμοί του παρουσιάζουν συνοχή, λογική ακολουθία και συμβατότητα με τα κοινώς γνωστά γεγονότα, δημιουργώντας πεποίθηση στον αποφασίζοντα για την ύπαρξη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης (βλ. JK και άλλοι κατά Σουηδίας, αριθ. 59166/12, ΕΔΔΑ, παρ. 53).
Εν προκειμένω, η αφήγηση του Αιτητή δεν ανταποκρίνεται σε αυτά τα κριτήρια, καθώς στερείται εσωτερικής συνοχής και πειστικότητας. Οι Καθ’ ων, επομένως, ορθά απεξένησαν το βάρος της συνεργασίας από την πλευρά τους και έκριναν ότι ο Αιτητής δεν εκπλήρωσε την υποχρέωση συνδρομής στην εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών.
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[7], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου, για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο Αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του/ης, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος/η[8]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας δικαστικής διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή/τρία είναι επιτρεπτή (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε πλήρη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έθεσε επαρκείς και στοχευμένες ερωτήσεις, προκειμένου να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους κρίσιμα ζητήματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιδεικνύοντας συνεργασία και επιμέλεια κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως, όπως επιβάλλεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-277/11, M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, σκέψη 65).
Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αναλυτική εξέταση καθενός από τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή, προκειμένου να αξιολογήσει τον ενδεχόμενο κίνδυνο που θα διέτρεχε σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Παράλληλα, διενήργησε έρευνα και αντιστοίχιση των ισχυρισμών με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, σύμφωνα με το άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τόσο τις δηλώσεις όσο και τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής, συνεκτιμώντας την ατομική του κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις, όπως προβλέπεται στο άρθρο 13Α(9) του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000. Από τα στοιχεία της υπόθεσης εύλογα προέκυψαν ασυνέπειες και ανακολουθίες, που άπτονται ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές συμπέρασμα αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή.
Εξάλλου, ούτε από άλλα έγγραφα του διοικητικού φακέλου, ούτε από τα όσα εξέθεσε ο Αιτητής, είτε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου είτε ενώπιον του Δικαστηρίου δια του συνηγόρου του, προκύπτουν κρίσιμα στοιχεία ή περιστατικά που να θεμελιώνουν σοβαρούς λόγους ικανούς να δημιουργήσουν την πεποίθηση ότι ο Αιτητής ευλόγως φοβάται δίωξη στη χώρα καταγωγής του.
Όπως επισημαίνεται στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-199/12 έως C-201/12, Y και Z, απόφ. 7.11.2013, παρ. 76), προκειμένου να στοιχειοθετηθεί δίωξη κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, απαιτείται η ύπαρξη πράξεων οι οποίες, είτε λόγω της φύσεώς τους είτε λόγω της επανάληψής τους, συνιστούν σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων ή, κατ’ ελάχιστον, συσσώρευση μέτρων επαρκώς σοβαρών ώστε να επηρεάζουν ουσιωδώς την προσωπική κατάσταση του αιτητή.
Εν προκειμένω, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι ο προβαλλόμενος ισχυρισμός του Αιτητή περί πίεσης προς ανάληψη της θέσης αρχηγού ευσταθεί, τα περιστατικά που επικαλείται δεν ανέρχονται στο απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας ώστε να στοιχειοθετήσουν δίωξη κατά την έννοια του νόμου. Οι αναφορές του περιορίζονται σε πιέσεις εκ μέρους μελών της οικογένειάς του και σε αόριστες και μη επαληθεύσιμες αιτιάσεις περί «πνευματικών επιθέσεων», χωρίς να προκύπτει οποιαδήποτε πράξη βίας, απειλής ή άλλης μορφής μεταχείρισης που να συνιστά σοβαρή παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων.
Περαιτέρω, από τις αντικειμενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, παρότι επιβεβαιώνεται η ύπαρξη του θεσμού της αρχηγίας και η πιθανότητα εμφάνισης διαφορών σχετικών με τη διαδοχή, δεν προκύπτει ότι η άρνηση ανάληψης της θέσης συνεπάγεται αυτομάτως κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ούτε ότι οι προβαλλόμενες «πνευματικές» απειλές συνιστούν αναγνωρίσιμη μορφή κινδύνου κατά το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο.
Επιπλέον, ο Αιτητής δεν προσκόμισε συγκεκριμένα, εξατομικευμένα και αξιόπιστα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι ο ίδιος αποτελεί στόχο τέτοιας μεταχείρισης ή ότι αδυνατεί να αποφύγει την επικαλούμενη πίεση, ενώ οι ισχυρισμοί του, όπως ήδη αναλύθηκε, πάσχουν από έλλειψη εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω ανακολουθίες και αντιφάσεις παραμένουν, και η κρίση της Διοίκησης θεωρείται ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη από το Δικαστήριο (βλ. F.E.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. 2407/22, ημερ. 21.02.2023).
Υπό τα δεδομένα αυτά, ορθώς η Διοίκηση κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε προκύπτει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά το άρθρο 19 αυτού, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής δίωξη, επισημαίνεται ότι το στοιχείο του «βάσιμου» στον ορισμό του πρόσφυγα συνιστά κατεξοχήν ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης κινδύνου, στο πλαίσιο της οποίας λαμβάνονται υπόψη τόσο η ατομική κατάσταση του αιτητή όσο και οι αντικειμενικές πληροφορίες σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του. Η αξιολόγηση αυτή επικεντρώνεται πρωτίστως στο κατά πόσον ο επικαλούμενος φόβος είναι βάσιμος κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, ήτοι εάν πρόκειται για φόβο τρέχοντα και υπαρκτό, ενώ δευτερευόντως περιλαμβάνει και προοπτική εκτίμηση μελλοντικού κινδύνου, σύμφωνα με το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ.
Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, της έλλειψης αξιοπιστίας του κεντρικού του ισχυρισμού, καθώς και των αντικειμενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής του, δεν προκύπτει ότι υφίσταται πραγματικός, τρέχων και επαρκώς τεκμηριωμένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του. Οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν θεμελιώνουν συγκεκριμένο και εξατομικευμένο κίνδυνο, αλλά περιορίζονται σε υποθετικές και αόριστες εκτιμήσεις, οι οποίες δεν πληρούν το απαιτούμενο αποδεικτικό επίπεδο.
Ως προς τον ισχυρισμό του Αιτητή περί παράβασης των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου, αναφορικά με την υποχρέωση εντοπισμού και παραπομπής σε ιατρική ή/και ψυχολογική εξέταση, αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 15 του Νόμου, η υποχρέωση παραπομπής για ιατρική ή ψυχολογική εξέταση ενεργοποιείται μόνον εφόσον προκύπτουν συγκεκριμένες ενδείξεις ότι ο αιτητής έχει υποστεί στο παρελθόν σοβαρή βλάβη, βασανιστήρια ή άλλες σοβαρές πράξεις σωματικής ή ψυχολογικής βίας. Αντίστοιχα, το άρθρο 9 του Νόμου προνοεί για τον εντοπισμό προσώπων με ειδικές ανάγκες υποδοχής, υπό την προϋπόθεση ότι τέτοιες ανάγκες προκύπτουν από τα στοιχεία της υπόθεσης.
Εν προκειμένω, από την εξέταση του διοικητικού φακέλου και των δηλώσεων του Αιτητή, δεν προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη ότι ο ίδιος υπήρξε θύμα βασανιστηρίων, σωματικής ή ψυχολογικής βίας ή άλλης μορφής σοβαρής βλάβης, ώστε να καθίσταται αναγκαία η ενεργοποίηση των σχετικών διαδικασιών. Οι ισχυρισμοί του περιορίζονται σε αναφορές περί οικογενειακών πιέσεων και «πνευματικών επιθέσεων», οι οποίες, πέραν της έλλειψης αξιοπιστίας τους, δεν συνιστούν, κατά το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, ενδείξεις που να ενεργοποιούν την υποχρέωση παραπομπής για ιατρική ή ψυχολογική αξιολόγηση.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής προέβαλε, σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ανάγκη για ιατρική ή ψυχολογική υποστήριξη, ούτε ότι παρουσίαζε εμφανή συμπτώματα ή χαρακτηριστικά που να καταδεικνύουν ευαλωτότητα, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους της Διοίκησης ως προς τον εντοπισμό ή τη διαχείριση ειδικών αναγκών.
Σημειώνεται, περαιτέρω, ότι σύμφωνα με πάγια νομολογία, οι αγορεύσεις (γραπτές ή προφορικές) και τα περιγράμματα αγορεύσεων των συνηγόρων δεν αποτελούν μαρτυρία και δεν συνιστούν αποδεικτικό μέσο (βλ. απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου ημερ. 1.2.2022 στην Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 33/2015, Χατζηγεωργίου ν. Δήμου Πόλεως Χρυσοχούς, Βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384]).
Κατά συνέπεια, η μη παραπομπή του Αιτητή σε ιατρική ή ψυχολογική εξέταση δεν συνιστά παράβαση της νόμιμης διαδικασίας, καθότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Νόμου για την ενεργοποίηση της σχετικής υποχρέωσης.
Περαιτέρω, προχωρώ στην αξιολόγηση του κινδύνου (risk assessment) στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του Αιτητή, ήτοι της ταυτότητας, της ιθαγένειας και του τόπου τελευταίας συνήθους διαμονής του στη Γκάνα.
Ειδικότερα, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών χαρακτηριστικών του Αιτητή, καθώς και των αντικειμενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής του, δεν προκύπτει ότι ο ίδιος, λόγω των εν λόγω στοιχείων, αντιμετωπίζει εύλογη πιθανότητα δίωξης ή άλλης μορφής σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη Γκάνα. Δεν διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής ανήκει σε οποιαδήποτε κατηγορία προσώπων που, εκ της φύσεώς της, εκτίθεται σε αυξημένο κίνδυνο δίωξης, ούτε ότι τα προσωπικά του χαρακτηριστικά τον καθιστούν στόχο αρνητικής μεταχείρισης από κρατικούς ή μη κρατικούς φορείς.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο Αιτητής έχει υποστεί στο παρελθόν πράξεις δίωξης ή ότι υπάρχει βάσιμος λόγος να θεωρηθεί ότι θα υποστεί τέτοιες πράξεις στο μέλλον, λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι, ακόμη και στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών, δεν στοιχειοθετείται η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης, ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στον ορισμό του πρόσφυγα.
Ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, ήτοι σε περίπτωση ύπαρξης πραγματικού κινδύνου επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, διαπιστώνω ότι τέτοιος κίνδυνος δεν τεκμηριώνεται εν προκειμένω.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως στην υπόθεση Elgafaji (C-465/07), η έννοια της «σοβαρής βλάβης» απαιτεί την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου, ο οποίος πρέπει να εδράζεται σε συγκεκριμένα στοιχεία που αφορούν τον αιτητή προσωπικά. Ομοίως, στην υπόθεση M’Bodj (C-542/13), διευκρινίστηκε ότι η συμπληρωματική προστασία δεν καλύπτει καταστάσεις γενικής δυσχέρειας ή υποθετικού κινδύνου, αλλά απαιτείται σαφής σύνδεση μεταξύ της ατομικής κατάστασης του αιτητή και της επικαλούμενης σοβαρής βλάβης.
Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει οποιονδήποτε τέτοιο κίνδυνο. Οι ισχυρισμοί του, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη, δεν καταδεικνύουν ύπαρξη απειλής που να εμπίπτει στις ανωτέρω διατάξεις, ενώ η κατάσταση στη χώρα καταγωγής του δεν καταδεικνύει ότι πρόσωπα στη θέση του εκτίθενται σε τέτοιου είδους μεταχείριση.
Περαιτέρω, σε σχέση με την επιστροφή του Αιτητή και την ενδεχόμενη παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπενθυμίζεται ότι η εν λόγω διάταξη απαγορεύει απολύτως την απομάκρυνση προσώπου σε χώρα όπου υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όπως αυτή κωδικοποιήθηκε πρόσφατα στην απόφαση της Μείζονος Συνθέσεως J.K. και Λοιποί κατά Σουηδίας Προσφυγή υπ' αριθ. 59166/12 (2016, §§ 79-102) και επιβεβαιώθηκε στην F.G. κατά Σουηδίας υπ' αριθ. 43611/11 (2016, §§ 111-115), η ύπαρξη πραγματικού κινδύνου πρέπει να αποδεικνύεται με συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία. Η αξιολόγηση πρέπει να είναι αυστηρή και να καταδεικνύει ουσιώδεις λόγους πίστης περί του κινδύνου, ο οποίος οφείλει να υπερβαίνει το επίπεδο της απλής πιθανότητας ή της αόριστης εικασίας (βλ. επίσης Vilvarajah και Λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου, Προσφυγή υπ' αριθ. 13163/87 § 111).
Εν προκειμένω, δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα τον εκθέσει σε πραγματικό και άμεσο κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Οι ισχυρισμοί του περί «πνευματικών επιθέσεων» δεν συνιστούν, κατά το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο, αναγνωρίσιμη μορφή σοβαρής βλάβης, ούτε τεκμηριώνονται με τρόπο που να πληροί το απαιτούμενο αποδεικτικό επίπεδο.
Συνεπώς, δεν διαπιστώνεται οποιοδήποτε κώλυμα επιστροφής του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Περαιτέρω, κατά την εκτίμηση του ενδεχόμενου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής, λαμβάνονται υπόψη και τα προσωπικά χαρακτηριστικά και οι ατομικές περιστάσεις του Αιτητή. Ειδικότερα, προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, άγαμος και άτεκνος, χωρίς να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας ή άλλη κατάσταση που να τον καθιστά ευάλωτο. Παράλληλα, διαθέτει βασικό μορφωτικό επίπεδο, ενώ έχει αποκτήσει επαγγελματική εμπειρία ως πωλητής άρτου και είναι σε θέση να επικοινωνεί στην αγγλική γλώσσα, στοιχείο που διευκολύνει την επανένταξή του.
Επιπλέον, διατηρεί οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του, καθότι οι γονείς και τα αδέλφια του διαμένουν στην περιοχή Takoradi, γεγονός που ενισχύει περαιτέρω τη δυνατότητα στήριξης και επανεγκατάστασής του. Δεν προκύπτει, επομένως, ότι στερείται οικογενειακού ή κοινωνικού πλαισίου που θα μπορούσε να συμβάλει στην ομαλή επάνοδό του.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν διαπιστώνεται ότι οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή είναι τέτοιες που να δημιουργούν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή να καθιστούν την επιστροφή του δυσανάλογα επαχθή.
Αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19,ημερομηνίας 10/06/2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. C-465/07, Elgafaji, ημερ. 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, σύμφωνα με το «War Watch»- World Assessment and Tracking of Civilian Harm (πρώην «RULAC»- Rule of Law in Armed Conflict), μιας πρωτοβουλίας της Ακαδημίας της Γενεύης για την καταγραφή των απωλειών αμάχων εν μέσω ενόπλων συγκρούσεων σε παγκόσμιο επίπεδο, στη Γκάνα δεν λαμβάνει χώρα οποιαδήποτε διεθνής ή μη διεθνής ένοπλη σύρραξη.[9]
Σύμφωνα με την πιο πρόσφατη έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για την Γκάνα[10], τα κυριότερα θέματα που μαστίζουν την χώρα αφορούν στον περιορισμό του δικαιώματος της ειρηνικής συγκέντρωσης, στην απειλή των δικαιωμάτων των γυναικών και των κοριτσιών, ενώ ψηφίστηκε ένας νόμος θετικής δράσης για την προώθηση της ισότητας των φύλων. Ένας νόμος κατά των ΛΟΑΤΚΙ πέρασε από το κοινοβούλιο, αλλά αντιμετώπισε νομικές προκλήσεις που καθυστέρησαν την εφαρμογή του. Σημαντική πρόοδος σημειώθηκε στην καταπολέμηση της ελονοσίας ενώ η παράνομη εξόρυξη είχε αρνητικό αντίκτυπο στο περιβάλλον και στα μέσα διαβίωσης των κακαοπαραγωγών. Το σύνταγμα εξακολουθούσε να επιτρέπει την ποινή του θανάτου για εσχάτη προδοσία.
Έτερη πηγή αναφέρεται στην σύρραξη στη γειτονική Μπουρκίνα Φάσο, δηλώνοντας ότι ενώ οι αντάρτες δεν έχουν επιτεθεί στη Γκάνα, η βία ακριβώς στα σύνορά της τροφοδοτεί την αστάθεια μέσω της εκτόπισης κοινοτήτων, του κλεισίματος αγορών και της διάδοσης ελαφρών όπλων.[11] Παράλληλα, τα Ηνωμένα Έθνη αναφέρουν τον πιθανό αντίκτυπο ομάδων που σχετίζονται με τους Da' esh και δραστηριοποιούνται στην Μπουρκίνα Φάσο, Μάλι και Νίγηρα, στην Γκάνα.[12]
Περαιτέρω, σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης 31/03/2026) στην δυτική περιφέρεια της Γκάνα, στην οποία ανήκει η περιοχή Takoradi, καταγράφηκαν 26 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν δύο ανθρώπινες απώλειες.[13] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με τελευταίες εκτιμήσεις, ο πληθυσμός της νότιας περιφέρειας της Γκάνα το 2021 εκτιμάται ότι ανερχόταν στους 2.060.585 κατοίκους.[14]
Υπό το φως της ανωτέρω νομολογίας και των αντικειμενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, δεν προκύπτει ότι στην περίπτωση της Γκάνας, και ειδικότερα στην περιοχή Sekondi–Takoradi της Περιφέρειας Western, επικρατούν συνθήκες διεθνούς ή μη διεθνούς ένοπλης σύρραξης, ούτε ότι υφίσταται επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιο, ώστε να πληρούται το κατώφλι του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, από τα διαθέσιμα στοιχεία προκύπτει ότι η χώρα δεν χαρακτηρίζεται από γενικευμένη βία ή ένοπλες συγκρούσεις, ενώ τα καταγεγραμμένα περιστατικά ασφαλείας στην περιοχή ενδιαφέροντος είναι περιορισμένα και δεν καταδεικνύουν ύπαρξη εκτεταμένης ή συστηματικής βίας κατά αμάχων. Ο αριθμός των περιστατικών και των ανθρώπινων απωλειών, σε συνάρτηση με το μέγεθος του πληθυσμού της περιοχής, δεν υποδηλώνει ένταση βίας ικανή να δημιουργήσει πραγματικό και γενικευμένο κίνδυνο για τον άμαχο πληθυσμό.
Περαιτέρω, παρότι επισημαίνεται η ύπαρξη αστάθειας σε γειτονικές χώρες, όπως η Μπουρκίνα Φάσο, καθώς και η πιθανότητα διάχυσης επιμέρους επιπτώσεων, δεν προκύπτει ότι η εν λόγω κατάσταση έχει μεταφερθεί σε βαθμό τέτοιο στη Γκάνα ώστε να δημιουργεί συνθήκες αδιάκριτης βίας κατά την έννοια της σχετικής νομολογίας. Αντιθέτως, τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η χώρα διατηρεί συνολικά σταθερό επίπεδο ασφάλειας.
Ενόψει των ανωτέρω, και λαμβανομένου υπόψη ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι διαθέτει οποιαδήποτε ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν ειδικώς εκτεθειμένο σε αυξημένο κίνδυνο, δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι, λόγω της παρουσίας του και μόνον στην εν λόγω περιοχή, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.
Συνεπώς, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση περίπτωσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις για την αναγνώριση στον Αιτητή του καθεστώτος του πρόσφυγα, όπως προβλέπεται στα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου 6(Ι)/2000, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου.
Ομοίως, ορθά απορρίφθηκε και η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κατά το άρθρο 19 του Νόμου, αφού ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή ή αδικαιολόγητη βλάβη, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 19(2).
Η διενεργηθείσα έρευνα από την Υπηρεσία Ασύλου κρίνεται επαρκής και σύννομη, εφόσον εκτάθηκε στη διερεύνηση όλων των ουσιωδών γεγονότων που σχετίζονταν με το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Το κριτήριο της πληρότητας της έρευνας, όπως έχει νομολογιακά παγιοποιηθεί, συνίσταται στη συλλογή και αξιολόγηση όλων των ουσιωδών και κρίσιμων στοιχείων που επιτρέπουν ασφαλές και τεκμηριωμένο συμπέρασμα (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518/1.11.96· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97· Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας, απόφ. 25.6.99).
Είναι, συνεπώς, εμφανές ότι η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα και εμπεριστατωμένη έρευνα επί όλων των ζητημάτων που τέθηκαν ενώπιόν της, ενώ οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε πλήρη συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των στοιχείων πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] (βλ. Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2002) 3 Α.Α.Δ. 314).
[2] Constitution of the Republic of Ghana, 1992, Article 270 & 271–273, https://lawsghana.com/constitution/Republic/Ghana/1#google_vignette, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[3] Ο.π.
[4] Chieftaincy Act, 2008 (Act 759), άρθρα 57–58 και 29, https://lawsghana.com/post-1992-legislation/table-of-content/Acts%20of%20Parliament/CHIEFTAINCY%20ACT,%202008%20(ACT%20759)/169, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[5] Clingendael, A beacon of democracy?, July 2024, https://www.clingendael.org/pub/2024/a-beacon-of-democracy/1-chiefs-and-politics/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[6] Ο.π.
[7] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[8] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου
[9] War Watch, διαθέσιμο σε: https://warwatch.ch/explore/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[10] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Ghana 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124719.html, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[11] The New Humanitarian, 'How stolen cattle links Ghana to the jihadist conflict in the Sahel ', 16 July 2025, https://www.thenewhumanitarian.org/analysis/2025/07/16/stolen-cattle-ghana-burkina-faso-jihadist-jnim-conflict-sahel, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[12] United Nations Security Council, 'Twentieth report of the Secretary-General on the threat posed by ISIL (Da'esh) to international peace and security and the range of United Nations efforts in support of Member States in countering the threat - S/2025/72', 31 January 2025, https://www.ecoi.net/en/file/local/2122719/S_2025_72-EN.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[13] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 31/03/2026)
[14] City Population, Sierra Leone, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/sierraleone/cities/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο