ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 3542/24
27 Απριλίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.O.A
Αιτήτρια
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
...................
Γεωργία Καρατσιόλη, για Νίκο Α. Λοΐζου & Χρίστο Γ. Χριστούδια, Δικηγόροι για Αιτήτρια
Μελίνα Βασιλείου , Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
Αιτήτρια παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή, αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 31.07.2024, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 14.08.2024, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρίστηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (εφεξής «Δ.Φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, η Αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρίας.
Στις 17.02.2022 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία, προσκομίζοντας το σχετικό έντυπο της Υπηρεσίας Ασύλου, και αυθημερόν εκδόθηκε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας.
Ακολούθως, στις 24.07.2024, πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη της Αιτήτριας ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου. Εν συνεχεία, στις 30.07.2024, ο εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας και την επιστροφή της στη Νιγηρία.
Η εν λόγω εισήγηση έγινε αποδεκτή από τον αρμόδιο Προϊστάμενο στις 31.07.2024, οπότε και εκδόθηκε η απορριπτική απόφαση, με την οποία διατάχθηκε η επιστροφή της Αιτήτριας στη Νιγηρία.
Η εν λόγω απόφαση κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 14.08.2024, ενώ στις 09.09.2024 η Αιτήτρια καταχώρισε την παρούσα προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, με αριθμό 3542/2024.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΜΟΙ
Ακολούθως, δια του συνηγόρου της, η Αιτήτρια παραθέτει στο εισαγωγικό δικόγραφο πλείονες λόγους ακύρωσης, οι οποίοι, εντούτοις, δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ούτε από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Δια της γραπτής αγόρευσης, ο συνήγορος της Αιτήτριας προωθεί, μεταξύ άλλων, τον ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε από αναρμόδιο όργανο, κατά παράβαση των περί Προσφύγων Νόμων [αρ. 6(1) των ετών 2000, 2002 και 2004] καθώς και του Ν. 158(Ι)/1999, αλλά και κατά παράβαση των αρχών του δημοσίου και διοικητικού δικαίου και της σχετικής νομολογίας.
Περαιτέρω, προβάλλεται ότι για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ελλείπει σχετικό πρακτικό του Προϊσταμένου, στο οποίο να αποτυπώνονται οι λόγοι απόρριψης της αίτησης, κατά παράβαση του Ν. 158(Ι)/1999 και της νομολογίας. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι η απόφαση πάσχει, καθότι φέρεται να υπογράφεται από «γραφέα», χωρίς να προκύπτει ότι τέθηκε ενώπιον του Προϊσταμένου η Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, ούτε ότι υφίσταται απόφαση του Προϊσταμένου ή σχετική εξουσιοδότησή του προς τον εν λόγω «γραφέα».
Επιπροσθέτως, προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αναιτιολόγητη και/ή μη δεόντως αιτιολογημένη, κατά παράβαση του νόμου, των αρχών του δημοσίου και διοικητικού δικαίου, καθώς και της νομολογίας.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση, διά της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή εκδόθηκε ορθώς και νομίμως. Ειδικότερα, προβάλλουν ότι η απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ η Αιτήτρια δεν έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της, ούτε κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας, οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από τον κ. Π. Καζαντζή, ο οποίος ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, βάσει σχετικής εξουσιοδότησης που περιλαμβάνεται στον διοικητικό φάκελο. Περαιτέρω, αναφέρουν ότι ο κ. Καζαντζής είναι λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου και όχι «γραφέας», όπως εσφαλμένα υποστηρίζεται, και ότι εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό Εσωτερικών, ως προκύπτει από το ερ. 31 του διοικητικού φακέλου, να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε καθήκοντα του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).
Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, όλοι οι λόγοι προσφυγής που αναφέρονται ως τίτλοι στο πλαίσιο του δικογράφου της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες.
Από τη συνολική ανάλυση της Γραπτής Αγόρευσης των Καθ’ ων η Αίτηση, διαπιστώνεται ότι οι λόγοι ακύρωσης που προβάλλονται από την Αιτήτρια χαρακτηρίζονται από γενικότητα, ασάφεια και έλλειψη παραπομπής σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Η επιχειρηματολογία της δεν συνοδεύεται από εμπεριστατωμένη αιτιολογία, δεν εξειδικεύει τα νομικά ή πραγματικά δεδομένα που υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της και ως εκ τούτου δεν συνιστά επιτρεπτό λόγο ακύρωσης κατά το Διοικητικό Δίκαιο.
Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διοικητικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (βλέπε Κανονισμό 2 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον Αιτητή όχι μόνο με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. (Βλέπε, Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd ν. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598).
Όπως ορθά υποδεικνύεται από τους Καθ’ ων η Αίτηση, το κριτήριο του επιτρεπτού λόγου ακύρωσης απαιτεί πλήρη και επαρκή ανάπτυξη των νομικών ισχυρισμών, συνδυασμένων με ειδική αναφορά στα κρίσιμα πραγματικά δεδομένα. Αντίθετα, η Γραπτή Αγόρευση της Αιτήτριας περιέχει γενικές διατυπώσεις και απλή παράθεση νομικών διατάξεων, χωρίς συναρμογή με τα ουσιώδη πραγματικά δεδομένα του διοικητικού φακέλου (βλ. Α.Α.Κ. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ΑνΑΠ, Υπ. 949/20, 12.03.2021· H. B. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ΑνΑΠ, Υπ. 1003/2018, 11.10.2019).
Η πάγια νομολογία καθιστά σαφές ότι η αναγραφή των λόγων ακύρωσης με ευκρίνεια και πληρότητα είναι αναγκαία προϋπόθεση για να εξετάσει το Δικαστήριο εάν η απόφαση πάσχει κατά τρόπο ουσιώδη... «Οι τελικές αγορεύσεις που υποβάλλονται μετά την επίδοση των φακέλων εξειδικεύονται και συγκεκριμενοποιούνται επί ειδικά θέματα που προσδιορίζονται στην αίτηση που καλείται το δικαστήριο να επιλύσει»
(Δημοκρατία v. Κουκούσκη, 1993, 3 Α.Α.Δ. 598)
Υπό το φως των ανωτέρω, εύλογα καταλήγει κανείς ότι οι προβληθέντες ισχυρισμοί της Αιτήτριας, όπως αυτοί εκτίθενται στη Γραπτή της Αγόρευση, απορρίπτονται στο σύνολό τους ως νομικά αβάσιμοι, ανεπαρκώς αιτιολογημένοι και μη δυνάμενοι να στηρίξουν αίτημα ακύρωσης της διοικητικής απόφασης. Η απουσία συνάρθρωσης νομικών επιχειρημάτων με τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης καθιστά την αίτηση ακύρωσης ατελέσφορη και μη επιδεκτική δικαστικής παρέμβασης. Ως εκ τούτου οι λόγοι που προβλήθηκαν από την Αιτήτρια απορρίπτονται εν συνόλω ως απαράδεκτοι, ασαφείς και ατεκμηρίωτοι.
Προέχει η εξέταση της αρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι το πρακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχεται στο ερ. 58, με τίτλο «Απόφαση Α΄ βαθμού επί αίτησης διεθνούς προστασίας». Από τα ερ. 48–58 προκύπτει ότι η εισήγηση για απόρριψη της αίτησης εγκρίθηκε και η απόφαση υπογράφεται από τον αρμόδιο λειτουργό που την έλαβε.
Ως προς τη δέουσα εξουσιοδότηση, σημειώνεται ότι στο ερ. 31 περιλαμβάνεται εξουσιοδότηση ημερ. 09.06.2022, δυνάμει της οποίας ο Υπουργός Εσωτερικών εξουσιοδοτεί τον εν λόγω λειτουργό να ασκεί τις εξουσίες του Προϊσταμένου, περιλαμβανομένης, μεταξύ άλλων, της έκδοσης αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας. Η εξουσιοδότηση φέρει την υπογραφή του τότε Υπουργού Εσωτερικών.
Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, «αρμόδιος λειτουργός» σημαίνει λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου με ειδική εκπαίδευση σε θέματα ασύλου, ενώ «Προϊστάμενος» περιλαμβάνει και οποιονδήποτε αρμόδιο λειτουργό που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή τα καθήκοντα του Προϊσταμένου.
Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβανομένης υπόψη της ρητής πρόνοιας του νόμου για δυνατότητα εξουσιοδότησης, σε συνδυασμό με το άρθρο 3(2) του περί Εκχωρήσεως της Ενασκήσεως των Εξουσιών Νόμου του 1962 (23/1962) και το άρθρο 17(4) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου του 1999 (158(Ι)/1999), καταλήγω ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση είναι σύννομη και, ως εκ τούτου, έγκυρη.
Ως προς τον ισχυρισμό περί παντελούς έλλειψης πρακτικού, σχετική είναι η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Λάρνακας κ.ά. ν. Mobil Oil (Cyprus) Ltd (1996) 3 Α.Α.Δ. 294, κρίθηκε ότι η απλή συμφωνία του αρμόδιου οργάνου με την εισήγηση λειτουργού δεν συνεπάγεται μη άσκηση της αποφασιστικής του αρμοδιότητας. Ομοίως, στην υπόθεση Χειμώνας ν. Δημοκρατίας (αρ. 6447/2013, ημερ. 30.09.2015), τονίστηκε ότι η υιοθέτηση της εισήγησης ενσωματώνει την αιτιολογία της, χωρίς να υποδηλώνει απεμπόληση αρμοδιότητας.
Συναφώς, το άρθρο 17(8) του Ν. 158(Ι)/1999 προβλέπει ότι δεν συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας η υιοθέτηση εισήγησης υφιστάμενου οργάνου, εφόσον από το σύνολο της διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική του αρμοδιότητα.
Εν προκειμένω, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθετώντας στο σύνολό της την επίδικη Έκθεση-Εισήγηση, άσκησε δεόντως την αρμοδιότητά του, όπως αυτή απορρέει από τον νόμο και τη σχετική εξουσιοδότηση. Κατά συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίπτεται.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο του φακέλου ότι το αρμόδιο όργανο δεν άσκησε την αποφασιστική του αρμοδιότητα, ενώ, ενόψει του τεκμηρίου κανονικότητας των διοικητικών πράξεων, το βάρος ανατροπής του δεν έχει αποσείσει η Αιτήτρια.
Τέλος, η αναγραφή κωδικού αναφοράς αντί του πλήρους ονόματος του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη και συνέταξε την Έκθεση δεν επηρεάζει την εγκυρότητα της διαδικασίας, καθόσον, ελλείψει αντίθετης μαρτυρίας, το τεκμήριο κανονικότητας ως προς την αρμόδια ενέργεια του λειτουργού (CAS61) παραμένει ακλόνητο (βλ. Κόκκινου ν. Δημοκρατίας (1999) 4 ΑΑΔ 263 και Kousoulides κ.ά. ν. Δημοκρατίας (1967) 3 C.L.R. 438).
Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβανομένων υπόψη των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, της εφαρμοστέας νομοθεσίας και της σχετικής νομολογίας, κρίνεται ότι ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί αναρμοδιότητας του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και περί πλημμελούς τήρησης της διαδικασίας, είναι αβάσιμος και απορρίπτεται. Δεν προκύπτει οποιαδήποτε παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας ή των αρχών του διοικητικού δικαίου που να επηρεάζει τη νομιμότητα της επίδικης απόφασης.
Προχωρώντας, θα εξετάσω των γενικό ισχυρισμό που προβάλλει η συνήγορος της Αιτήτρια περί έλλειψης δέουσας έρευνας λαμβανομένης της δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο στις περιπτώσεις που απαριθμούνται υπό του άρθρου 11 του Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος του 2018 (Ν. 73(I)/2018) ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ υπαρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία. Ως εκ τούτου δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως, δυνάμενη να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του φακέλου και αποφαίνεται αιτιολογημένως επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας του εκάστοτε προσφεύγοντος (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 26/2020 Δημοκρατία ν. Singh, απόφαση ημερ. 10.9.2024).
Κατόπιν των ανωτέρω και λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Αιτήτρια, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της EUAA και προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων – στοιχεία τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν – διαπιστώνεται ότι, κατά την υποβολή της αίτησής της, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της με σκοπό να σπουδάσει και να εργαστεί.
Πρόσθεσε ότι γνώρισε, μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (Facebook), ένα πρόσωπο το οποίο διέμενε στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και το οποίο της πρότεινε να μεταβεί εκεί, προβάλλοντας την προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος. Ωστόσο, κατά την άφιξή της, το εν λόγω πρόσωπο προέβη σε σεξουαλική εκμετάλλευσή της (βλ. ερ. 3-1 Δ.Φ.).
Κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας και ότι γεννήθηκε στην περιοχή Lagos της Πολιτείας Lagos, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της πριν από την αναχώρησή της από τη χώρα.
Ως προς το θρήσκευμά της, ανέφερε ότι είναι Χριστιανή και ότι ανήκει στη φυλή Yoruba. Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι άγαμη και μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, ηλικίας 13 και 15 ετών, τα οποία διαμένουν με τη μητέρα της στη Νιγηρία.
Αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι η μητέρα της διαμένει στη Νιγηρία, ενώ ο πατέρας της απεβίωσε το έτος 2017 συνεπεία ασθένειας. Επιπλέον, ανέφερε ότι έχει πέντε αδέλφια, τα οποία επίσης διαμένουν στη Νιγηρία, στην περιοχή Lagos.
Σε σχέση με το μορφωτικό της επίπεδο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αποφοίτησε από το Rufus Giwa Polytechnic, όπου σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων, και ότι ομιλεί την αγγλική και τη γλώσσα Yoruba.
Τέλος, ως προς την επαγγελματική της δραστηριότητα στη χώρα καταγωγής της, ανέφερε ότι διατηρούσε δική της επιχείρηση πώλησης υφασμάτων και παιδικών ενδυμάτων.
Κληθείσα να εξηγήσει τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αναχώρησε κατόπιν προτροπής φίλου της, ο οποίος της πρότεινε να μεταβεί στην Κύπρο προς εξεύρεση εργασίας και συνέχιση των σπουδών της, με σκοπό την εξασφάλιση οικονομικών πόρων και την επανεκκίνηση της επιχείρησής της.
Η Αιτήτρια ανέφερε ότι, μετά την άφιξή της, ο εν λόγω άνδρας άρχισε να την εκμεταλλεύεται, περιορίζοντάς την σε δωμάτιο και φέρνοντας διαφορετικούς άνδρες. Δήλωσε ότι δεν έλαβε οποιαδήποτε βοήθεια, ότι της αφαιρέθηκαν το τηλέφωνο και το διαβατήριό της και ότι ο εν λόγω άνδρας της ανέφερε πως την είχε μεταφέρει με σκοπό να την εξαναγκάσει σε πορνεία, προκειμένου να του επιστρέψει χρηματικό ποσό. Περαιτέρω, ανέφερε ότι την κτύπησε όταν εκείνη αρνήθηκε να συμμορφωθεί.
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν αποδέχθηκε την κατάσταση αυτή και διαμαρτυρήθηκε, επισημαίνοντας ότι ο σκοπός της άφιξής της ήταν διαφορετικός. Ανέφερε ότι ο εν λόγω άνδρας μετέφερε άνδρες στην οικία, οι οποίοι συνευρίσκονταν μαζί της παρά τη θέλησή της, παρά τις εκκλήσεις της να τερματιστεί η εν λόγω συμπεριφορά και τις δηλώσεις της ότι μπορούσε να εξεύρει νόμιμη εργασία.
Σε απάντηση διευκρινιστικών ερωτήσεων του αρμόδιου λειτουργού, η Αιτήτρια δήλωσε ότι διέμενε μαζί του σε διαμέρισμα δύο υπνοδωματίων στην Κερύνεια και ότι δεν της επιτρεπόταν να εξέρχεται από την οικία ή να αναπτύσσει κοινωνικές επαφές. Ανέφερε ότι η κατάσταση αυτή διήρκεσε περίπου τρεις εβδομάδες και ότι, πριν από την περίοδο των Χριστουγέννων, ο εν λόγω άνδρας μετέφερε άνδρες στην οικία πέντε έως έξι φορές.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι, κατά την περίοδο των γενεθλίων της, της επετράπη να εξέλθει από την οικία, οπότε ήλθε σε επαφή με γείτονα, ο οποίος της ανέφερε ότι αντιλαμβανόταν την κατάστασή της και μπορούσε να τη βοηθήσει. Κατά τους ισχυρισμούς της, ο εν λόγω γείτονας την ενημέρωσε για την ύπαρξη καταυλισμού προσφύγων και προσφέρθηκε να τη συνδράμει στη μετάβασή της εκεί.
Η Αιτήτρια δήλωσε ότι την 1η Ιανουαρίου, εκμεταλλευόμενη την απουσία του εν λόγω άνδρα, εγκατέλειψε την οικία, μετέβη στον γείτονα, επέστρεψε για να παραλάβει το διαβατήριό της και ορισμένα προσωπικά αντικείμενα και, στη συνέχεια, με τη συνδρομή του, μετέβη με ταξί στον καταυλισμό.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι η τελευταία επικοινωνία της με τον εν λόγω άνδρα έλαβε χώρα κατά την ημέρα διαφυγής της και ότι έκτοτε αγνοεί την τοποθεσία και την κατάσταση αυτού.
Σε ερώτηση αναφορικά με το πώς εμπιστεύθηκε άγνωστο πρόσωπο που γνώρισε μέσω του Facebook, δήλωσε ότι, υπό συνθήκες απώλειας και οικονομικής δυσχέρειας, δεν ήταν σε θέση να αξιολογήσει ορθά την κατάσταση.
Ερωτηθείσα κατά πόσο υπέστη σωματική ή άλλη βλάβη λόγω των ανωτέρω, απάντησε αρνητικά.
Τέλος, σε σχέση με ενδεχόμενη επιστροφή της στη Νιγηρία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει, επικαλούμενη την ανάγκη να εργαστεί για περισσότερα έτη, ενώ επιβεβαίωσε ότι οι αρχές της χώρας της δεν θα παρεμπόδιζαν την επιστροφή της.
Κατά την αποτίμηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Ο πρώτος αφορά την ιθαγένεια και τον τόπο συνήθους διαμονής της, ήτοι ότι είναι υπήκοος Νιγηρία και ότι διέμενε στην περιοχή Lagos της Πολιτείας Lagos μέχρι την αναχώρησή της, στοιχεία τα οποία έγιναν αποδεκτά.
Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά τον σκοπό αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της, ήτοι την αναζήτηση εργασίας και τη συνέχιση των σπουδών της, ο οποίος επίσης έγινε αποδεκτός.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας – ήτοι ότι πρόκειται για υγιή νεαρή γυναίκα, άγαμη, με σπουδές στη Διοίκηση Επιχειρήσεων, ικανή προς εργασία και οικονομικά ενεργή πριν από την αναχώρησή της, χωρίς ιστορικό δίωξης, σύλληψης ή προβλημάτων με τις αρχές – καθώς και την κατάσταση ασφαλείας στην Πολιτεία Lagos, κατέληξε ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της.
Περαιτέρω, ο λειτουργός κατέγραψε ως επιπρόσθετο στοιχείο το γεγονός ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης κατά τη διαμονή της στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Το εν λόγω περιστατικό εξετάστηκε υπό το πρίσμα πιθανών λόγων που θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη δυνατότητα επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της. Ωστόσο, σημειώθηκε ότι η Αιτήτρια δεν επικαλέστηκε το γεγονός αυτό ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας της ούτε ως λόγο μη επιστροφής.
Κατά τη συνέντευξη, η Αιτήτρια περιέγραψε τα περιστατικά εκμετάλλευσης, αναφέροντας ότι οι διευθετήσεις για τη μετάβασή της στην Κύπρο έγιναν από πρόσωπο το οποίο γνώρισε μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης τον Φεβρουάριο 2021, και το οποίο οργάνωσε το ταξίδι της προς τις μη ελεγχόμενες περιοχές.
Εντούτοις, στο πλαίσιο εξέτασης ενδεχόμενης εμπορίας προσώπων, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα της με τη συνδρομή οργανωμένου δικτύου εμπορίας ή ότι οι λόγοι αναχώρησής της συνδέονται με εμπορία προσώπων. Επιπλέον, η Αιτήτρια εξετάστηκε από το αρμόδιο Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας Κύπρου, από το οποίο δεν προέκυψε σχετική πληροφόρηση (ερ. 17–18 Δ.Φ.).
Καταληκτικά, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, η Αιτήτρια θα υποστεί δίωξη ή θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση, κρίθηκε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε προκύπτει πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.
Ειδικότερα, σε σχέση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(α) και (β), κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Περαιτέρω, ως προς το άρθρο 19(2)(γ), διαπιστώθηκε ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, καθόσον στην Πολιτεία Lagos δεν παρατηρούνται τέτοιες συνθήκες.
Αξιολογώντας τα όσα έχουν ανωτέρω εκτεθεί, υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων, και κατόπιν επισταμένης μελέτης τόσο της Έκθεσης–Εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και του συνόλου των ισχυρισμών της Αιτήτριας, όπως αυτοί προβλήθηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία και επαναλήφθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα:
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τον τόπο καταγωγής και το γενικό προφίλ της Αιτήτριας, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτός είναι αξιόπιστος και γίνεται αποδεκτός. Ειδικότερα, γίνεται δεκτό ότι η Αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρία, με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής την περιοχή Lagos της Πολιτείας Lagos.
Η ως άνω κατάληξη ερείδεται τόσο στη σαφήνεια και συνοχή των σχετικών δηλώσεων της Αιτήτριας όσο και στην απουσία οποιουδήποτε στοιχείου στον διοικητικό φάκελο που να τις αντικρούει, ενώ συνάδει και με την εκτίμηση του αρμόδιου λειτουργού, η οποία υιοθετείται ως ορθή.
Πριν προχωρήσω στην εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτός δέον να διαμορφωθεί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω σκόπιμο να επισημάνω ότι, από το σύνολο των δηλώσεων της Αιτήτριας, προκύπτει ότι η Διοίκηση δεν προέβη στον ενδεδειγμένο διαχωρισμό των πραγματικών βάσεων της αίτησής της.
Ειδικότερα, ενώ ο αρμόδιος λειτουργός προσδιόρισε ως δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό τους λόγους αναχώρησης της Αιτήτριας από τη χώρα καταγωγής της, ήτοι σκοπούς εργασίας και σπουδών, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου αναδύεται σαφώς και ένας έτερος, αυτοτελής ισχυρισμός, ο οποίος αφορά τα περιστατικά σεξουαλικής εκμετάλλευσης που φέρεται να υπέστη η Αιτήτρια μετά την άφιξή της στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.
Οι ισχυρισμοί αυτοί ερείδονται σε διακριτή πραγματική βάση και δεν ταυτίζονται με τον αρχικώς διαμορφωθέντα ισχυρισμό περί σκοπών αναχώρησης, καθότι αφορούν γεγονότα μεταγενέστερα της εξόδου της Αιτήτριας από τη χώρα καταγωγής της και ενδέχεται να συνδέονται με διαφορετικής φύσεως κίνδυνο ή βλάβη.
Η ανωτέρω διάκριση δεν αποτελεί απλώς ζήτημα ορθής παρουσίασης των ισχυρισμών, αλλά συνιστά ουσιώδη μεθοδολογική απαίτηση της διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της EUAA[1], κάθε ουσιώδες γεγονός οφείλει να προσδιορίζεται και να αξιολογείται αυτοτελώς, στη βάση σαφώς καθορισμένων πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να διασφαλίζεται η ορθή και εξατομικευμένη εκτίμηση της αίτησης. Η παράλειψη διαχωρισμού διακριτών πραγματικών βάσεων ενέχει τον κίνδυνο συλλήβδην αποδοχής ή απόρριψης ετερογενών ισχυρισμών ως ενιαίου συνόλου, με αποτέλεσμα να υπονομεύεται η αξιοπιστία της αξιολόγησης και να παραγνωρίζονται ενδεχομένως κρίσιμα στοιχεία της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, η ορθή μεθοδολογική προσέγγιση επιβάλλει την αναγνώριση και αυτοτελή εξέταση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού, πριν από την τελική στάθμιση της αίτησης.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μη αυτοτελής αξιολόγηση του ισχυρισμού περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης από τη Διοίκηση συνιστά πλημμελή έρευνα, καθότι δεν εξετάστηκε κατά πόσον τα εν λόγω περιστατικά δύνανται, αυτοτελώς, να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Συναφώς, έχει κριθεί ότι ακόμη και η πιθανολόγηση εσφαλμένου πραγματικού βάθρου ή η ύπαρξη ενδεχομένου πλάνης αρκεί για τη θεμελίωση λόγου ακύρωσης λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας (βλ. Abdi Abdi ν. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 51/2022), ενώ η Διοίκηση οφείλει να εξετάζει τα συγκεκριμένα περιστατικά εκάστης υπόθεσης και όχι να περιορίζεται σε γενικές διαπιστώσεις (βλ. Raafat Alfy Nouh Khalil ν. Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 153/2023).
Πλην όμως, λαμβανομένης υπόψη της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου να προβαίνει σε πλήρη έλεγχο ουσίας και να επαναξιολογεί τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, το Δικαστήριο προχωρεί στην αυτοτελή εξέταση και αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού.
Η πρακτική του Δικαστηρίου να προβαίνει σε αυτοτελή εξέταση ισχυρισμών που παραλείφθηκαν από τη Διοίκηση συνάδει με τη διαπλαστική του ικανότητα[2] και τον ανακριτικό του ρόλο[3]. Όπως προκύπτει από την υπόθεση Aristote Bonsange Mambulu (155/2023), η δικαστική κρίση ουσίας υποκαθιστά τη διοικητική, θεραπεύοντας πλημμέλειες στην έρευνα μέσω της ex nunc αξιολόγησης του συνόλου των στοιχείων του φακέλου[4].
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης της Αιτήτριας πρέπει να εξεταστεί αυτοτελώς ως διακριτός δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, διαχωριζόμενος από τον ισχυρισμό περί οικονομικών σκοπών αναχώρησης, ο οποίος συνιστά τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι των περιστατικών που αφορούν την επικαλούμενη σεξουαλική εκμετάλλευση της Αιτήτριας.
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του εν λόγω ισχυρισμού, προσεγγίζει την αξιολόγηση με τη δέουσα επιείκεια και ευαισθησία, όπως επιτάσσουν οι σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της EUAA[5] αναφορικά με την αξιολόγηση ισχυρισμών που άπτονται σεξουαλικής βίας. Όπως επισημαίνεται στη Δικαστική Ανάλυση της EUAA (2023, σελ. 107 και 245), οι αρχές οφείλουν να επιδεικνύουν ιδιαίτερη ευαισθησία στην αξιολόγηση ισχυρισμών σεξουαλικής βίας, αναγνωρίζοντας ότι το μετατραυματικό στρες και το κοινωνικό στίγμα δύνανται να προκαλέσουν ασυνέπειες ή κενά στην αφήγηση (βλ. επίσης EUAA, Practical Guide (2024), σελ. 75-88). Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της UNHCR (Beyond Proof, 2013), είναι συχνά μη ρεαλιστικό να αναμένεται από τους αιτούντες η προσκόμιση εγγράφων ή ιατρικών γνωματεύσεων για περιστατικά σεξουαλικής βίας λόγω του πολιτισμικού στίγματος και του δισταγμού αναφοράς στις αρχές, καθιστώντας την προσωπική μαρτυρία τη συχνά μοναδική διαθέσιμη απόδειξη.
Ειδικότερα, σε σχέση με πρόσωπα που ενδέχεται να είναι θύματα εμπορίας ανθρώπων, η Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τους Πρόσφυγες (UNHCR, Κατευθυντήρια Οδηγία αρ. 7, παρ. 48-50) επισημαίνει την ανάγκη υιοθέτησης μιας ολιστικά ευαίσθητης προσέγγισης, υπογραμμίζοντας ότι οι συνεντεύξεις θα πρέπει να διεξάγονται σε ασφαλές και εμπιστευτικό περιβάλλον, κατά προτίμηση από λειτουργούς και διερμηνείς του ιδίου φύλου με τον/την αιτούντα/ούσα, ενώ παράλληλα οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να συνεκτιμούν ότι το τραύμα και ο φόβος αντιποίνων δύνανται να επηρεάσουν την πληρότητα και αμεσότητα των αποκαλύψεων· επιπλέον, τονίζεται ότι η αναγνώριση διεθνούς προστασίας δεν πρέπει να εξαρτάται από την προθυμία ή ικανότητα του θύματος να συνεργαστεί σε ποινικές διαδικασίες κατά των διακινητών του.
Ωστόσο, η εν λόγω προσέγγιση δεν αίρει την υποχρέωση του αιτητή να παράσχει, στον βαθμό του δυνατού, μία συνεκτική και επαρκώς συγκεκριμένη αφήγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών. Βάσει του Άρθρου 4(1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Κατά τη μεθοδολογία της EUAA (Practical Guide, 2024, σελ. 73), ο Αιτητής οφείλει να παρουσιάσει τα κρίσιμα γεγονότα υπό το πρίσμα της "υποκειμενικής κάμερας", εισφέροντας εκείνα τα στοιχεία προσωπικής εμπειρίας που καθιστούν τον ισχυρισμό του, κατά συνολική εκτίμηση, πιθανοφανή και πειστικό. Η παροχή της ωφέλειας της αμφιβολίας (benefit of the doubt) προϋποθέτει, σύμφωνα με το UNHCR Handbook (παρ. 203-204), ότι ο Αιτητής έχει καταβάλει γνήσια προσπάθεια να στοιχειοθετήσει την ιστορία του και ότι η αφήγησή του παραμένει, σε γενικές γραμμές, συνεκτική και συμβατή με τα παγκοίνως γνωστά γεγονότα. (βλ. επίσης Asif v Secretary of State for the Home Department Scot CS 283)
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τα περιστατικά που αφορούν την επικαλούμενη σεξουαλική εκμετάλλευση της Αιτήτριας, το Δικαστήριο, κατόπιν ενδελεχούς αξιολόγησης των δηλώσεών της κατά την προσωπική συνέντευξη, σε συνδυασμό με τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, καταλήγει ότι η αφήγησή της δεν πληροί το απαιτούμενο επίπεδο εσωτερικής συνοχής και αξιοπιστίας.
Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ανωτέρω αρχές και δεν αποδίδει, αφ’ εαυτών, τις διαπιστωθείσες ασάφειες ή ελλείψεις της αφήγησης της Αιτήτριας σε πρόθεση παραπλάνησης. Ωστόσο, ακόμη και υπό το πρίσμα της ως άνω ευαίσθητης προσέγγισης, η αφήγησή της δεν πληροί το ελάχιστο απαιτούμενο επίπεδο συνοχής, σαφήνειας και συγκεκριμενοποίησης ως προς τα ουσιώδη περιστατικά. Οι δηλώσεις της παραμένουν γενικές και ελλιπώς προσδιορισμένες ως προς κρίσιμες πτυχές του ισχυρισμού, χωρίς να παρέχουν εκείνα τα στοιχεία προσωπικής εμπειρίας που θα καθιστούσαν την αφήγησή της συνολικά πειστική.
Καταρχάς, παρότι η Αιτήτρια προβάλλει σοβαρούς ισχυρισμούς περί εξαναγκασμού σε πορνεία και περιορισμού της ελευθερίας της, η περιγραφή της ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να έλαβαν χώρα τα εν λόγω περιστατικά παραμένει γενική και ελλιπώς συγκεκριμενοποιημένη. Ειδικότερα, δεν παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες ως προς ουσιώδη στοιχεία του ισχυρισμού της, όπως η ακριβής χρονική αλληλουχία των γεγονότων, οι συνθήκες υπό τις οποίες ξεκίνησε η εκμετάλλευση, καθώς και η συχνότητα και ο τρόπος δράσης των φερόμενων δραστών, πέραν γενικών αναφορών.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια εμφανίζεται ασαφής ως προς βασικά χαρακτηριστικά του προσώπου που φέρεται να διαδραμάτισε κεντρικό ρόλο στα επικαλούμενα περιστατικά. Ενώ δηλώνει ότι το εν λόγω πρόσωπο χρηματοδότησε το ταξίδι της, διευθέτησε την άφιξή της και συγκατοίκησε μαζί της, εντούτοις αδυνατεί να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες ως προς την ταυτότητά του ή άλλα αναγνωριστικά στοιχεία, πέραν της γνωριμίας μέσω μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Η εν λόγω έλλειψη πληροφόρησης, σε συνδυασμό με τη βαρύτητα του ρόλου που αποδίδεται στο πρόσωπο αυτό, δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες ως προς την αξιοπιστία της αφήγησης.
Επιπλέον, παρατηρείται ασάφεια και ως προς την περιγραφή της διαφυγής της. Συγκεκριμένα, ενώ η Αιτήτρια αναφέρει ότι τελούσε υπό συνεχή περιορισμό και δεν της επιτρεπόταν να εξέρχεται ή να αναπτύσσει κοινωνικές επαφές, εντούτοις δηλώνει ότι της επετράπη να εξέλθει από την οικία, να έλθει σε επαφή με γείτονα, να οργανώσει τη διαφυγή της και να επιστρέψει στην οικία για να παραλάβει προσωπικά αντικείμενα, χωρίς να παρέχει επαρκή και συνεκτική εξήγηση ως προς το πώς κατέστη δυνατή η εν λόγω αλληλουχία ενεργειών υπό τις συνθήκες που η ίδια περιγράφει.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι, παρά τη σοβαρότητα των ισχυριζόμενων περιστατικών, η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν υπέστη οποιαδήποτε βλάβη από την εν λόγω κατάσταση. Η δήλωση αυτή δεν συνάδει με τη φύση των επικαλούμενων πράξεων και πλήττει την εσωτερική συνοχή του ισχυρισμού.
Επιπλέον, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια εξετάστηκε από το αρμόδιο Τμήμα Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας Κύπρου, χωρίς να προκύψει οποιαδήποτε επιβεβαιωτική πληροφορία ή ένδειξη ότι αυτή υπήρξε θύμα εμπορίας προσώπων ή οργανωμένης εκμετάλλευσης. Το στοιχείο αυτό, αν και δεν είναι αυτοτελώς καθοριστικό, εντούτοις συνεκτιμάται στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης.
Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι τα πρόσωπα που φέρονται να εμπλέκονται στα επικαλούμενα περιστατικά συνιστούν ιδιώτες (μη κρατικούς δρώντες), χωρίς να προκύπτει ότι αποτελούν μέρος οργανωμένου δικτύου ή ότι ενεργούν υπό καθεστώς ανοχής ή αδυναμίας ελέγχου εκ μέρους των αρχών. Η Αιτήτρια δεν ισχυρίστηκε ούτε απέδειξε ότι προέβη σε οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης προστασίας από τις αρμόδιες αρχές, ούτε ότι αυτές αδυνατούσαν ή δεν επιθυμούσαν να της παράσχουν προστασία.
Τέλος, σημειώνεται ότι η Αιτήτρια δεν προέβαλε τα εν λόγω περιστατικά ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, αλλά αντιθέτως προσδιόρισε ως κύριο λόγο αναχώρησης οικονομικούς σκοπούς, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω τη συνάφεια του ισχυρισμού με την ανάγκη διεθνούς προστασίας.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι διαπιστωθείσες ασάφειες, ελλείψεις και αντιφάσεις πλήττουν τον πυρήνα του ισχυρισμού και δεν επιτρέπουν την αποδοχή του ως αξιόπιστου.
Για λόγους πληρότητας και στο πλαίσιο της υποχρέωσης αυτεπάγγελτης διερεύνησης, το Δικαστήριο προέβη σε αναζήτηση και εξέταση αντικειμενικών πληροφοριών αναφορικά με τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, προκειμένου να αξιολογήσει κατά πόσον οι ισχυρισμοί της συνάδουν με τα γενικώς διαπιστωμένα δεδομένα που επικρατούν σε αυτήν.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, δυνάμει του άρθρου 10(4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση), το Δικαστήριο οφείλει να λαμβάνει υπόψη ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με τη γενική κατάσταση στις χώρες καταγωγής, τις οποίες συνεκτιμά κατά την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Οι πληροφορίες αυτές (Country of Origin Information – COI) αξιολογούνται συμπληρωματικά προς τους ατομικούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας, με σκοπό τη διακρίβωση της εξωτερικής αξιοπιστίας τους, ήτοι κατά πόσον το περιεχόμενό τους είναι εύλογο και συμβατό με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής.
Αναφορικά με τα θύματα εμπορίας ανθρώπων, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο EUAA[6] για την Νιγηρία, με έτος δημοσίευσης το 2025, προκύπτουν τα ακόλουθα. Η εμπορία ανθρώπων παραμένει ένα επίμονο και σοβαρό ανθρωπιστικό ζήτημα στη Νιγηρία.[7] Η χώρα αποτελεί σημαντική πηγή, σημείο διέλευσης και προορισμό για διακινούμενα άτομα.[8] Ειδικότερα, η εμπορία ανθρώπων λαμβάνει χώρα τόσο εντός της Νιγηρίας όσο και διακρατικά, με άτομα να μεταφέρονται από τη Νιγηρία σε αφρικανικές και ευρωπαϊκές χώρες.[9] Σε εγχώριο επίπεδο, οι διακινητές στρατολογούν κυρίως θύματα – συχνά παιδιά και γυναίκες – από αγροτικές περιοχές των νότιων περιφερειών για σκοπούς σεξουαλικής εκμετάλλευσης, καταναγκαστικής εργασίας στις πόλεις και για τον σκοπό των λεγόμενων «εργοστασίων μωρών». Ωστόσο, τα θύματα μπορούν επίσης να προέρχονται και από άλλες περιοχές.[10]
Στην περιοχή του Βορειοανατολικού τμήματος, εξτρεμιστικές ομάδες όπως η Boko Haram στρατολογούν δια της βίας, απαγάγουν και εκμεταλλεύονται παιδιά και γυναίκες ως εργάτες, στρατιώτες ή σκλάβους του σεξ.[11] Οργανωμένα δίκτυα διακίνησης, τόσο διεθνείς όσο και εγχώριοι διακινητές, μεταφέρουν Νιγηριανές γυναίκες και κορίτσια σε άλλα μέρη της Αφρικής καθώς και στην Ευρώπη, κυρίως για σεξουαλική εκμετάλλευση και οικιακή δουλεία, συχνά χρησιμοποιώντας εξαπάτηση και εξαναγκασμό, συμπεριλαμβανομένων τελετουργικών όρκων.[12]
Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα διαθέσιμα δεδομένα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ανέφερε ότι οι Νιγηριανοί κατατάσσονται πρώτοι μεταξύ των πέντε κυριότερων εθνικοτήτων θυμάτων εμπορίας που έχουν εντοπιστεί εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τα περισσότερα από τα θύματα είναι γυναίκες που διακινούνται κυρίως για τον σκοπό της σεξουαλικής εκμετάλλευσης. [13]
Αναφορικά με τους διακινητές, την στρατολόγηση και τον τρόπο δράσης, πολλοί δρώντες εμπλέκονται στην εμπορία ανθρώπων, συμπεριλαμβανομένων μελών της οικογένειας και της κοινότητας ή ατόμων σε θρησκευτικά περιβάλλοντα.[14] Οργανωμένες εγκληματικές ομάδες συγκαταλέγονται μεταξύ των κύριων δρώντων που εμπλέκονται στην εμπορία ανθρώπων στη Νιγηρία.[15] Στο πλαίσιο των μεταναστευτικών διαδρομών, δρώντες που εμπλέκονται στη λαθραία διακίνηση μεταναστών ενδέχεται επίσης να εμπλέκονται στην εμπορία ανθρώπων, είτε μέσω συνεργασίας με δίκτυα διακίνησης είτε μέσω άμεσης εκμετάλλευσης των ίδιων των μεταναστών.[16]
Δίκτυα διακίνησης εκμεταλλεύονται Νιγηριανά θύματα στην Ευρώπη και στη Μέση Ανατολή (συμπεριλαμβανομένων των χωρών του Κόλπου), κυρίως για σεξουαλική εκμετάλλευση και οικιακή δουλεία. Εγκληματικές ομάδες, ορισμένες συνδεδεμένες με ομάδες λατρείας ή αδελφότητες, είναι ιδιαίτερα δομημένες και διαδραματίζουν επίσης κεντρικό ρόλο στη διεθνή διακίνηση.[17]
Νιγηριανές αδελφότητες που εμπλέκονται στη σεξουαλική εκμετάλλευση, όπως οι Black Axe, Supreme Viking Confraternity, Arobaga Vikings, οι Maphite και Eiye, καθίστανται ολοένα και πιο οργανωμένες, βίαιες και εξελιγμένες. Οι ομάδες αυτές έχουν επεκτείνει τα δίκτυά τους, συνεργαζόμενες με ευρωπαϊκές μαφίες και άλλες οργανωμένες εγκληματικές ομάδες, και μετατοπίζουν την εστίασή τους προς ένα ευρύτερο φάσμα εγκληματικών δραστηριοτήτων, με την εμπορία ανθρώπων να καθίσταται λιγότερο κεντρική στις δραστηριότητές τους.[18]
Η εμπορία ανθρώπων συχνά διευκολύνεται μέσω προσωπικών και κοινοτικών δικτύων και, σε ορισμένα πλαίσια, δεν θεωρείται ως εκμετάλλευση αλλά ως μια εθελοντική και βιώσιμη οδός προς οικονομική και κοινωνική ανέλιξη.[19] Οι διακινητές συχνά δεν εκλαμβάνονται ως εγκληματίες, αλλά ως επιχειρηματικοί συνεργάτες ή διαμεσολαβητές μετανάστευσης, συγκρίσιμοι με στρατολόγους επαγγελματιών όπως γιατροί και νοσηλευτές.[20] Όπως εξήγησε ο Roland Nwoha, διευθυντής στο IRARA Nigeria, οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναγνωρίζουν τον εγκληματικό χαρακτήρα της εμπορίας: «ορισμένα θύματα μάλιστα βλέπουν τους διακινητές ως σωτήρες, ως ανθρώπους που ήρθαν να τα διασώσουν από σκληρές οικονομικές συνθήκες».[21]
Η διαφθορά και η συνενοχή αξιωματούχων στην εμπορία ανθρώπων έχουν παραμείνει εκτεταμένες στη Νιγηρία, υπονομεύοντας την επιβολή του νόμου και επιτρέποντας την ατιμωρησία. Διεφθαρμένοι αξιωματούχοι, στελέχη ασφαλείας και εργαζόμενοι σε ανθρωπιστικές οργανώσεις αναφέρεται ότι έχουν διαπράξει εγκλήματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εμπορίας ανθρώπων, ιδίως σε καταυλισμούς εσωτερικά εκτοπισμένων προσώπων.[22]
Εντός των δικτύων διακίνησης, πολλαπλοί δρώντες διαδραματίζουν διακριτούς και κρίσιμους ρόλους καθ’ όλη τη διαδικασία εκμετάλλευσης.[23] Η διαδικασία συχνά αρχίζει με ένα άτομο που παρουσιάζει μια φαινομενικά ελπιδοφόρα ευκαιρία σε ευάλωτα πρόσωπα. Τα άτομα αυτά στη συνέχεια συνδέονται με μια κεντρική φιγούρα γνωστή ως «Connection Man» ή «Border», ο οποίος συντονίζει τα λογιστικά της επιχείρησης διακίνησης.[24] Ο «Connection Man» οργανώνει το ταξίδι των θυμάτων και τα συνδέει με υπερπόντιους «Buyers», οι οποίοι παρέχουν την οικονομική υποστήριξη για το ταξίδι των θυμάτων. Οι «Buyers», που συνήθως αναφέρονται ως «Madams» ή «Masters», καλύπτουν τα έξοδα ταξιδιού ώστε να μειωθεί το ποσό που οφείλεται στον «Connection Man» κατά την άφιξη των θυμάτων. Αφού τα θύματα περιέλθουν στα χέρια των «Buyers», ενδέχεται να μεταπωληθούν ή να «εκμισθωθούν» σε «Users» για διάφορες μορφές εκμετάλλευσης.[25]
Τα δίκτυα σεξουαλικής εκμετάλλευσης λειτουργούν μέσω αποκεντρωμένων, εξειδικευμένων εγκληματικών ομάδων που περιλαμβάνουν διάφορους δρώντες σε όλα τα στάδια του κύκλου διακίνησης, από τη στρατολόγηση έως την εκμετάλλευση. Οι στρατολόγοι, συμπεριλαμβανομένων γυναικών και διαδικτυακών διαμεσολαβητών, δελεάζουν τα θύματα με ψευδείς υποσχέσεις για εργασία ή εκπαίδευση. Παραδοσιακές θρησκευτικές μορφές, όπως ιερείς juju, πραγματοποιούν τελετές όρκων για τον έλεγχο των θυμάτων, ενώ κοινοτικοί ηγέτες ενδέχεται να προβαίνουν σε απειλές. Μέλη της οικογένειας μπορεί επίσης να εμπλέκονται, είτε μέσω εξαπάτησης είτε για οικονομικό όφελος.
Απατηλοί μεσάζοντες και διαμεσολαβητές τόσο σε αγροτικές όσο και σε αστικές περιοχές στρατολογούν θύματα υπό το πρόσχημα νόμιμων ευκαιριών. Κατά τη μεταφορά, «διευκολυντές μετακίνησης» χρησιμοποιούν δωροδοκία για να παρακάμψουν την επιβολή του νόμου, ενώ «συνοδοί διακινητές» (γνωστοί και ως «Trolleys» ή «Coyotes») διατηρούν φυσικό έλεγχο επί των θυμάτων.
«Υπεύθυνοι υλικοτεχνικής υποστήριξης» οργανώνουν το ταξίδι, ενώ «διακινητές μεταναστών» (ορισμένοι εκ των οποίων εκμεταλλεύονται ή πωλούν τα θύματα) υποστηρίζουν τη μετακίνηση πέρα από τα σύνορα. Διεφθαρμένοι αξιωματούχοι ενδέχεται επίσης να διευκολύνουν τη διέλευση με αντάλλαγμα δωροδοκίες ή σεξουαλικές πράξεις.
Οι μέθοδοι στρατολόγησης συνεχίζουν να εκμεταλλεύονται τις ελπίδες των θυμάτων για μια καλύτερη ζωή, προσφέροντας απατηλές ευκαιρίες. Αυτές συχνά περιλαμβάνουν ψευδείς υποσχέσεις για καλοπληρωμένες θέσεις εργασίας στο εξωτερικό, καθώς και ψευδή προγράμματα σπουδών και ψεύτικες προσφορές μετανάστευσης προς την Ευρώπη, χώρες της Βόρειας Αφρικής και της Μέσης Ανατολής ή την Αμερική. Παραπλανητικές τακτικές, όπως ψεύτικες προτάσεις γάμου, εξαπατούν τα θύματα ώστε να αποδεχθούν οικειοθελώς αυτές τις διευθετήσεις ή εξαναγκάζουν μετανάστριες γυναίκες σε πορνεία υπό το πρόσχημα αποπληρωμής κατασκευασμένων χρεών.[26]
Ειδικά ως προς τις γυναίκες, γυναίκες και κορίτσια διακινούνται για σεξουαλική εκμετάλλευση σε όλες τις χώρες της Ευρώπης, συμπεριλαμβανομένων της Αυστρίας, της Ελλάδας, της Ιρλανδίας, της Λετονίας, της Ιταλίας, της Πορτογαλίας, της Σουηδίας, της Μάλτας και της Δανίας.[27] Η Black Axe έχει εμπλακεί στην εμπορία Νιγηριανών γυναικών για σεξουαλική εκμετάλλευση στην Ιταλία και τη Γαλλία.[28] Δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος μεταφέρουν επίσης Νιγηριανές γυναίκες και κορίτσια σε περιοχές εξόρυξης στη Σενεγάλη, το Μάλι, την Μπουρκίνα Φάσο και την Ακτή Ελεφαντοστού για σεξουαλική εκμετάλλευση.[29] Γενικά, οι νεαρές γυναίκες θύματα εμπορίας στη Νιγηρία - όπως και σε άλλες αφρικανικές χώρες - στρατολογούνται για σεξουαλική εργασία μέσω αναγκαστικής απαγωγής, με πίεση από τους γονείς τους και μέσω παραπλανητικών συμφωνιών μεταξύ των γονέων τους και των διακινητών, συμπεριλαμβανομένων «μη αναγνωρισμένων» εκπροσώπων εγκληματικών ομάδων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι Νιγηριανές γυναίκες θύματα εμπορίας συχνά δεν βλέπουν τον εαυτό τους ως θύματα. Κάποιες αναζητούν ενεργά διακινητές ή εισάγονται από συγγενείς ή φίλους αναζητώντας οικονομικές ευκαιρίες. Η φτώχεια, οι συγκρούσεις, η κακή εκπαίδευση, η κοινωνική πίεση και οι πολιτισμικοί κανόνες είναι βασικοί παράγοντες που καθιστούν τις γυναίκες ευάλωτες στους εμπόρους.[30]
Λαμβάνοντας υπόψη τις ως άνω πηγές και αναφορικά με το φαινόμενο της εμπορίας ανθρώπων στη Νιγηρία, από την εξέταση πρόσφατων και αξιόπιστων πηγών, και ιδίως της έκθεσης του EUAA (2025), προκύπτει ότι η εμπορία ανθρώπων συνιστά διαχρονικό και εκτεταμένο φαινόμενο στη χώρα, η οποία λειτουργεί ως χώρα προέλευσης, διέλευσης και προορισμού διακινούμενων προσώπων.
Ειδικότερα, επιβεβαιώνεται ότι γυναίκες και κορίτσια από τη Νιγηρία αποτελούν κύρια θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, τόσο εντός της χώρας όσο και διακρατικά, συμπεριλαμβανομένων χωρών της Ευρώπης. Οι διακινητές χρησιμοποιούν συχνά μεθόδους εξαπάτησης, εκμεταλλευόμενοι την ευαλωτότητα των θυμάτων, με ψευδείς υποσχέσεις για εργασία ή σπουδές στο εξωτερικό, ενώ η στρατολόγηση μπορεί να πραγματοποιείται μέσω προσωπικών, οικογενειακών ή διαδικτυακών επαφών.
Περαιτέρω, από τις ίδιες πηγές προκύπτει ότι η εμπορία ανθρώπων στη Νιγηρία λαμβάνει χώρα, κατά κανόνα, στο πλαίσιο οργανωμένων και δομημένων δικτύων, στα οποία εμπλέκονται πολλαπλοί δρώντες με διακριτούς ρόλους, όπως στρατολόγοι, διαμεσολαβητές, «connection men» και «madams», οι οποίοι συντονίζουν τη μεταφορά και την εκμετάλλευση των θυμάτων. Τα εν λόγω δίκτυα χαρακτηρίζονται από συγκεκριμένη μεθοδολογία δράσης, που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, οικονομική εξάρτηση των θυμάτων, έλεγχο μέσω χρέους, καθώς και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ψυχολογικούς μηχανισμούς καταναγκασμού.
Ωστόσο, παρά τη διαπίστωση ότι το φαινόμενο της εμπορίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης είναι υπαρκτό και εκτεταμένο, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι γενικές αυτές πληροφορίες δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για να επιβεβαιώσουν την ατομική αξιοπιστία του ισχυρισμού της Αιτήτριας.
Ειδικότερα, τα χαρακτηριστικά που προκύπτουν από τις αντικειμενικές πηγές ως προς τον τρόπο λειτουργίας των δικτύων εμπορίας δεν συνάδουν, σε ουσιώδη σημεία, με την περιγραφή της Αιτήτριας. Συγκεκριμένα, από τα στοιχεία του φακέλου δεν προκύπτει η εμπλοκή οργανωμένου δικτύου ή η ύπαρξη δομημένης εκμεταλλευτικής σχέσης με χαρακτηριστικά όπως αυτά που αναδεικνύονται στις ανωτέρω πηγές, αλλά αντιθέτως η αφήγηση της Αιτήτριας περιορίζεται σε μεμονωμένη δράση ιδιώτη, χωρίς σαφή ένταξη σε ευρύτερο πλαίσιο εμπορίας προσώπων.
Περαιτέρω, ενώ οι πηγές καταδεικνύουν την ύπαρξη συστηματικών μηχανισμών ελέγχου και εξάρτησης των θυμάτων (όπως οικονομικός καταναγκασμός, δίκτυα διαμεσολάβησης και πολυεπίπεδη οργάνωση), τα στοιχεία αυτά δεν αναδεικνύονται με σαφήνεια ή επάρκεια στην περίπτωση της Αιτήτριας, γεγονός που αποδυναμώνει τη συμβατότητα του ισχυρισμού της με τα γενικά διαπιστωμένα δεδομένα.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι οι αντικειμενικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν την ύπαρξη του φαινομένου της εμπορίας ανθρώπων στη Νιγηρία και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών, δεν προκύπτει ότι οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί της Αιτήτριας εντάσσονται κατά τρόπο πειστικό και συμβατό στο ως άνω πλαίσιο.
Ως εκ τούτου, η εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν επιβεβαιώνεται.
Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και παρά τις ανωτέρω πληροφορίες αναφορικά με τη γενική κατάσταση στη Νιγηρία και το φαινόμενο της εμπορίας ανθρώπων, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης δεν πληροί το απαιτούμενο ελάχιστο επίπεδο αξιοπιστίας.
Ειδικότερα, όπως ήδη αναλύθηκε ανωτέρω, εντοπίζονται ουσιώδεις ασάφειες, ελλείψεις και αντιφάσεις στις δηλώσεις της Αιτήτριας, οι οποίες πλήττουν την εσωτερική συνοχή και λογική συνέπεια του ισχυρισμού της, κατά παράβαση των κριτηρίων αξιολόγησης του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Οι εν λόγω αδυναμίες δεν αποκαταστάθηκαν κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, παρά τις σχετικές διευκρινιστικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Αντιθέτως, η Αιτήτρια παρέμεινε ασαφής ως προς κρίσιμες πτυχές του ισχυρισμού της, περιλαμβανομένων των συνθηκών υπό τις οποίες φέρεται να έλαβε χώρα η εκμετάλλευση, της ταυτότητας και του ρόλου του προσώπου που φέρεται να την εκμεταλλεύτηκε, καθώς και του τρόπου με τον οποίο κατέστη εφικτή η διαφυγή της.
Περαιτέρω, η αφήγησή της χαρακτηρίζεται από έλλειψη συγκεκριμένων και συνεκτικών πληροφοριών ως προς τις συνθήκες διαμονής της, τη διάρκεια και τη φύση της επικαλούμενης εκμετάλλευσης, καθώς και την αλληλουχία των γεγονότων που οδήγησαν στην απομάκρυνσή της από το περιβάλλον αυτό. Η αδυναμία παροχής βασικών λεπτομερειών, οι οποίες ευλόγως θα αναμένονταν από πρόσωπο που επικαλείται τέτοιας βαρύτητας εμπειρίες, υπονομεύει ουσιωδώς την αξιοπιστία του ισχυρισμού.
Υπό το πρίσμα αυτό, και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αντικειμενικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν μεν την ύπαρξη του φαινομένου της εμπορίας ανθρώπων, πλην όμως δεν τεκμηριώνουν τη συγκεκριμένη ατομική εκδοχή της Αιτήτριας, το Δικαστήριο κρίνει ότι η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν δύναται να θεραπεύσει τις διαπιστωθείσες αδυναμίες της εσωτερικής του συνοχής.
Η απλή επίκληση ενός γενικευμένου φαινομένου δεν επαρκεί για τη θεμελίωση εξατομικευμένου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, όπως έχει παγίως κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. υποθέσεις C-71/11 και C-99/11, Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Z).
Συναφώς, παγίως έχει κριθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ότι η ύπαρξη γενικευμένης κατάστασης βίας ή κινδύνου στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την ενεργοποίηση της προστασίας του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις. Ειδικότερα, στην υπόθεση A.A. κατά Ελβετίας (αρ. προσφ. 58802/12), το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, πέραν τέτοιων ακραίων περιπτώσεων, ο αιτών οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη ειδικών, εξατομικευμένων χαρακτηριστικών («special distinguishing features») που καθιστούν τον επικαλούμενο κίνδυνο προσωπικό και συγκεκριμένο.
Περαιτέρω, τα επικαλούμενα περιστατικά αποδίδονται σε ιδιώτη (μη κρατικό δρώντα), χωρίς να προκύπτει ότι αυτός εντάσσεται σε οργανωμένο δίκτυο ή ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής αδυνατούν ή δεν επιθυμούν να παράσχουν προστασία. Η Αιτήτρια δεν προέβαλε ούτε τεκμηρίωσε οποιαδήποτε προσπάθεια αναζήτησης προστασίας από τις αρμόδιες αρχές, ούτε ότι αυτές θα ήταν αναποτελεσματικές.
Επιπλέον, δεν προκύπτει αιτιώδης σύνδεση των επικαλούμενων περιστατικών με κάποιον από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης, ούτε τεκμηριώνεται η ύπαρξη μελλοντικού, εξατομικευμένου κινδύνου επαναθυματοποίησης σε περίπτωση επιστροφής.
Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν πληροί τις απαιτήσεις εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας και, κατά συνέπεια, ορθώς δεν έγινε αποδεκτός.
Συνοψίζοντας, λαμβανομένων υπόψη τόσο της έλλειψης εσωτερικής συνοχής των δηλώσεων της Αιτήτριας όσο και της αδυναμίας επιβεβαίωσης των ισχυρισμών της μέσω αντικειμενικών πηγών κατά τρόπο που να αίρει τις διαπιστωθείσες αδυναμίες, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης απορρίπτεται ως αναξιόπιστος και μη ικανός να θεμελιώσει δικαίωμα διεθνούς προστασίας.
Περαιτέρω, παρά την εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου για πλήρη και εξ υπαρχής (ex nunc) έλεγχο της ουσίας της υπόθεσης, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία ή στοιχεία ικανά να ανατρέψουν ή να κλονίσουν τα ευρήματα της Διοίκησης. Οι προβληθέντες ισχυρισμοί παρέμειναν στο επίπεδο της αοριστίας και της γενικότητας, χωρίς την αναγκαία συγκεκριμενοποίηση και τεκμηρίωση, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να μην αποσείσει το βάρος απόδειξης που πρωτίστως φέρει, αφήνοντας τα διοικητικά ευρήματα νομικά και πραγματικά ακλόνητα.
Η υποχρέωση του αιτούντος να στοιχειοθετήσει το αίτημά του εδράζεται ρητά στο άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000). Όπως έχει παγίως κριθεί, το βάρος απόδειξης του αιτήματος διεθνούς προστασίας φέρει, κατά βάση, ο ίδιος ο αιτών, ο οποίος οφείλει να προβάλλει συγκεκριμένους, συνεκτικούς και επαρκώς τεκμηριωμένους ισχυρισμούς (βλ. ενδεικτικά RAAFAT ALFY NOUH KHALIL (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 153/2023), BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON (Έφεση αρ. 95/2023), SHARMAAKE MOHAMED (Έφεση αρ. 36/2021)).
Σημειώνεται συναφώς ότι, μολονότι η ιδιότητα θύματος εμπορίας ανθρώπων δύναται, υπό προϋποθέσεις, να συνδέεται με την ένταξη σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του άρθρου 10(1)(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η σχετική υπαγωγή δεν είναι αυτοματοποιημένη, αλλά προϋποθέτει τη σωρευτική συνδρομή συγκεκριμένων κριτηρίων, όπως αυτά έχουν ερμηνευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Ειδικότερα, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ (βλ. ενδεικτικά υποθέσεις C-621/21, W.S. και C-217/23, A.N.), για τη συγκρότηση ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας απαιτείται, αφενός, τα μέλη της να μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό εγγενές στην ταυτότητά τους ή ένα κοινό ιστορικό παρελθόν που δεν δύναται να μεταβληθεί και, αφετέρου, η ομάδα να διαθέτει ιδιαίτερη ταυτότητα στη χώρα καταγωγής, καθότι γίνεται αντιληπτή ως διακριτή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.
Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο δέχεται ότι η ιδιότητα του θύματος εμπορίας ανθρώπων δύναται να συνιστά «κοινό ιστορικό παρελθόν» κατά την έννοια της Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για εμπειρία που δεν μπορεί να αναιρεθεί εκ των υστέρων.
Ωστόσο, ως προς τη δεύτερη και καθοριστική προϋπόθεση της «ιδιαίτερης ταυτότητας», η πρόσφατη νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση C-217/23, A.N. (Μάρτιος 2025), διευκρινίζει ότι το κριτήριο αυτό ταυτίζεται ουσιαστικά με την έννοια της κοινωνικής αντίληψης, ήτοι ότι η ομάδα πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική από την κοινωνία στο σύνολό της ή από σημαντικό μέρος αυτής. Δεν αρκεί η αντίληψη αυτή να περιορίζεται στους ίδιους τους δράστες της δίωξης, ούτε η υποκειμενική αυτοαντίληψη των μελών της ομάδας.
Περαιτέρω, η ύπαρξη τέτοιας κοινωνικής διαφοροποίησης πρέπει να αποδεικνύεται βάσει αντικειμενικών ενδείξεων, όπως ο κοινωνικός στιγματισμός, οι δυσμενείς διακρίσεις ή πρακτικές αποκλεισμού που οδηγούν στην περιθωριοποίηση των μελών της ομάδας, στο πλαίσιο των κοινωνικών και πολιτισμικών δεδομένων της χώρας καταγωγής.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, μολονότι σε ορισμένα πραγματικά και γεωγραφικά πλαίσια (όπως συγκεκριμένες περιοχές της Νιγηρία) τα θύματα εμπορίας, ιδίως σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ενδέχεται να υφίστανται κοινωνικό στιγματισμό και να συγκροτούν ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, η σχετική εκτίμηση δεν δύναται να γίνει in abstracto, αλλά απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων του αιτούντος.
Εν προκειμένω, δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί η βασιμότητα των ισχυρισμών της, θα αντιμετωπίσει, λόγω της ιδιότητάς της ως φερόμενου θύματος σεξουαλικής εκμετάλλευσης, κοινωνικό στιγματισμό, στοχοποίηση ή περιθωριοποίηση τέτοιας έντασης που να την καθιστά μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας κατά την έννοια της Οδηγίας.
Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη συγκεκριμένου κινδύνου επαναθυματοποίησης (re-trafficking), καθόσον δεν προκύπτουν παράγοντες αυξημένης ευαλωτότητας, όπως απουσία οικογενειακού υποστηρικτικού δικτύου ή άλλες προσωπικές περιστάσεις που να την καθιστούν ιδιαιτέρως εκτεθειμένη σε εκ νέου εκμετάλλευση.
Συναφώς, μολονότι η εμπορία ανθρώπων αναγνωρίζεται τόσο στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως μορφή σοβαρής βλάβης, ικανή να εμπίπτει στο πεδίο προστασίας των άρθρων 3 και 4 της ΕΣΔΑ (βλ. κατ’ αναλογία ΔΕΕ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-608/22 και C-609/22, AH και FN, καθώς και ΕΔΔΑ, F.G. κατά Σουηδίας, αρ. προσφ. 43611/11, Rantsev κατά Κύπρου και Ρωσίας, (Application no. 25965/04) . και Λοιποί κατά Αυστρίας, (Application no. 58216/12)), η διαπίστωση αυτή δεν απαλλάσσει τον αιτούντα από την υποχρέωση απόδειξης εξατομικευμένου και πραγματικού κινδύνου.
Επιπλέον, το γεγονός ότι τα θύματα εμπορίας ανθρώπων συγκαταλέγονται μεταξύ των ευάλωτων προσώπων κατά το άρθρο 20(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (βλ. συναφώς και προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα στις υποθέσεις C-608/22 και C-609/22, AH και FN, C-163/17 σκ 135) δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για τη θεμελίωση δικαιώματος διεθνούς προστασίας, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν την ύπαρξη πραγματικού και προσωπικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην παρούσα υπόθεση, δεν στοιχειοθετείται ένταξη της Αιτήτριας σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, ούτε τεκμηριώνεται συναφής κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης, βάσει της επικαλούμενης ιδιότητας.
Το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αίτημα διεθνούς προστασίας φέρει, κατά βάση, η ίδια η Αιτήτρια, η οποία οφείλει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών της ότι υπήρξε θύμα δίωξης ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στη χώρα καταγωγής της, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγας ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υποχρέωση αυτή δεν εκπληρώθηκε (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1875/08, ημερ. 1.3.2010· Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1119/2009, ημερ. 31.1.2012· Εγχειρίδιο Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες).
Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών σε αίτηση διεθνούς προστασίας, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτούντος. Ο όρος «αξιοπιστία», αν και δεν ορίζεται ρητώς στο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου, απαντά στο άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ως αναφορά στη γενική αξιοπιστία του αιτούντος, ιδίως σε περιπτώσεις όπου απουσιάζει επιβεβαίωση ουσιωδών πτυχών των δηλώσεών του. Η αξιολόγηση αυτή συνίσταται στον έλεγχο του κατά πόσον οι δηλώσεις και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως αληθοφανή, ώστε να διαπιστωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας.
Η εν λόγω αξιολόγηση προϋποθέτει τη συνεκτίμηση της συνοχής, της λογικής και εσωτερικής συνέπειας των δηλώσεων, του βαθμού λεπτομέρειας που αυτές παρουσιάζουν, καθώς και της συμφωνίας τους με τα λοιπά στοιχεία του φακέλου και τις πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής. Δεν απαιτείται απόλυτη βεβαιότητα· απαιτείται, όμως, η δημιουργία εύλογης πεποίθησης ως προς την ειλικρίνεια και την αληθοφάνεια των ισχυρισμών. Όπως έχει επισημανθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο αιτών κρίνεται αξιόπιστος όταν οι ισχυρισμοί του είναι συνεκτικοί, εύλογοι και μη αντιφατικοί προς τα κοινώς γνωστά γεγονότα (βλ. J.K. and Others v. Sweden, αρ. προσφ. 59166/12, παρ. 53).
Περαιτέρω, σύμφωνα με την καθοδήγηση της EUAA, απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη αξιολόγηση του κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντανακλά προσωπικά βιωμένη εμπειρία, ενώ είναι εύλογο να αναμένεται η παροχή επαρκώς συγκεκριμένων πληροφοριών, ιδίως ως προς τα ουσιώδη περιστατικά. Η έλλειψη τέτοιων στοιχείων δύναται να συνιστά έλλειψη λυσιτελών αποδεικτικών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 4(5)(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας διενεργείται σε δύο διακριτά στάδια: αφενός, τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την αίτηση και, αφετέρου, τη νομική εκτίμηση του κατά πόσον τα περιστατικά αυτά εμπίπτουν στις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 ή 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (βλ. ΔΕΕ, υπόθεση C-277/11, M.). Η ορθή και πλήρης εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών είναι καθοριστικής σημασίας, καθότι επηρεάζει τόσο την εκτίμηση παρελθούσας δίωξης όσο και την πρόγνωση μελλοντικού κινδύνου.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές, προέβη σε αυτοτελή και ενδελεχή αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, και ιδίως του ισχυρισμού περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ο οποίος, όπως ήδη επισημάνθηκε, δεν εξετάστηκε κατά τρόπο διακριτό από τη Διοίκηση.
Από την εξέταση των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά την προσωπική της συνέντευξη, προκύπτει ότι η αφήγησή της, μολονότι παρουσιάζει έναν βασικό πυρήνα γεγονότων, εντούτοις δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη συνοχή, πληρότητα και εσωτερική συνέπεια. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει επαρκώς συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες ως προς κρίσιμα στοιχεία του ισχυρισμού της, περιλαμβανομένων των συνθηκών υπό τις οποίες φέρεται να έλαβε χώρα η εκμετάλλευση, της ταυτότητας και του ρόλου του προσώπου που φέρεται να την εκμεταλλεύτηκε, καθώς και της ακριβούς αλληλουχίας των γεγονότων που οδήγησαν στη διαφυγή της.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις της εμφανίζουν ουσιώδεις ασάφειες ως προς τις συνθήκες περιορισμού της και τον τρόπο με τον οποίο κατέστη δυνατή η έξοδός της από το περιβάλλον αυτό, ενώ η αδυναμία της να παράσχει βασικές λεπτομέρειες, οι οποίες ευλόγως θα αναμένονταν από πρόσωπο που επικαλείται τέτοιας βαρύτητας εμπειρίες, αποδυναμώνει την αληθοφάνεια του ισχυρισμού της.
Επιπλέον, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η ίδια η Αιτήτρια δεν προσδιόρισε τα εν λόγω περιστατικά ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, αλλά αντιθέτως επικαλέστηκε οικονομικούς λόγους, στοιχείο που αποδυναμώνει τη συνάφεια του ισχυρισμού με την ανάγκη διεθνούς προστασίας.
Τα ανωτέρω ευρήματα ενισχύονται από το γεγονός ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν επιβεβαιώνονται από αντικειμενικά ή διασταυρώσιμα στοιχεία του φακέλου, ενώ, όπως ήδη αναλύθηκε, δεν προκύπτει επαρκής αντιστοιχία μεταξύ της προσωπικής της αφήγησης και των γενικών χαρακτηριστικών του φαινομένου της εμπορίας ανθρώπων, όπως αυτά καταγράφονται σε αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να δημιουργήσει την απαιτούμενη εύλογη πεποίθηση ως προς την αξιοπιστία των ισχυρισμών της, ώστε να στοιχειοθετηθεί η ύπαρξη παρελθούσας δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ύπαρξη γενικών κινδύνων στη χώρα καταγωγής δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση δικαιώματος διεθνούς προστασίας, ελλείψει αξιόπιστης προσωπικής αφήγησης που να συνδέει τον εν λόγω κίνδυνο με το πρόσωπο του αιτούντος. Σύμφωνα με την ανάλυση της EUAA, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο για την αναγνώριση διεθνούς προστασίας. Η ύπαρξη γενικού κινδύνου στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί αφ’ εαυτής να θεμελιώσει δικαίωμα προστασίας, ελλείψει αξιόπιστης προσωπικής αφήγησης» (βλ. EUAA, Qualification for International Protection – Judicial Analysis, 2η έκδ., 2023, ιδίως σε συνδυασμό με τη νομολογία CJEU Elgafaji, C-465/07 R.H. v. SWEDEN application num. 4601/14 σκ.60 ).
Κατ’ επέκταση των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αιτήτρια, υπό το πρίσμα της συνολικής αποδεικτικής εικόνας και κατόπιν της αυτοτελούς αξιολόγησης στην οποία προέβη, δεν καθίσταται αξιόπιστη ως προς τον κρίσιμο ισχυρισμό περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Οι διαπιστωθείσες ουσιώδεις ασάφειες, ελλείψεις και αντιφάσεις ως προς τον πυρήνα της αφήγησής της αποδυναμώνουν την αληθοφάνεια των ισχυρισμών της σε βαθμό που δεν δύνανται να θεμελιώσουν δικαίωμα διεθνούς προστασίας.
Ως εκ τούτου, παρά τη διαπιστωθείσα μεθοδολογική πλημμέλεια της Διοίκησης ως προς τη μη αυτοτελή εξέταση του εν λόγω ισχυρισμού, η οποία όμως θεραπεύθηκε στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο καταλήγει ότι το αποτέλεσμα της απόρριψης παρίσταται ορθό, καθόσον οι επίμαχοι ισχυρισμοί δεν πληρούν τις απαιτήσεις αξιοπιστίας που θέτει το ενωσιακό και εθνικό δίκαιο.
Εξάλλου, η έλλειψη αληθοφάνειας και η κλονισμένη αξιοπιστία της Αιτήτριας συνιστούν, κατά πάγια νομολογία, ουσιώδες κώλυμα για την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας (βλ. Edward Eskandaz ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., Υπόθ. Αρ. 1673/2010, ημερ. 4.7.2013). Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει, ούτε κατά το διοικητικό στάδιο ούτε ενώπιον του Δικαστηρίου, οποιονδήποτε ειδικό και εξατομικευμένο ισχυρισμό περί δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας,. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».
Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.
Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή
Συνάμα, επισημαίνεται ότι δεν δύναται να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια το «ευεργέτημα της αμφιβολίας»[31], όπως αυτό αποτυπώνεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. Το εν λόγω ευεργέτημα παρέχεται μόνο σε περιπτώσεις όπου ο αιτών έχει καταβάλει ειλικρινή και πλήρη προσπάθεια να υποστηρίξει την αίτησή του, έχει προσκομίσει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία, και οι δηλώσεις του έχουν κριθεί, κατά βάση, ως γενικώς αξιόπιστες.
Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών ελλείψεων αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν στους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας, καθώς και της αδυναμίας της να παράσχει συνεκτική, σαφή και επαρκώς τεκμηριωμένη αφήγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω αρχής.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος αφορά τους λόγους αναχώρησης της Αιτήτριας από τη χώρα καταγωγής της για σκοπούς εργασίας και σπουδών, το Δικαστήριο προβαίνει στην ακόλουθη αξιολόγηση.
Καταρχάς, υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου δίωξης για συγκεκριμένους λόγους (φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων), αδυνατεί ή δεν επιθυμεί να απολαύσει την προστασία της χώρας καταγωγής του.
Συναφώς, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (παρ. 62–64), πρόσωπο το οποίο εγκαταλείπει τη χώρα του αποκλειστικά για οικονομικούς λόγους ή για τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής του, κατατάσσεται κατ’ αρχήν στην κατηγορία του οικονομικού μετανάστη και όχι του πρόσφυγα. Μόνον κατ’ εξαίρεση, όταν τα οικονομικά μέτρα συνδέονται με διακριτική μεταχείριση ή στοχοποίηση συγκεκριμένης ομάδας για λόγους που εμπίπτουν στο πεδίο της Σύμβασης της Γενεύης, δύναται να στοιχειοθετηθεί διεθνής προστασία.
Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε, τόσο κατά την υποβολή της αίτησής της όσο και κατά τη συνέντευξή της, ότι εγκατέλειψε τη Νιγηρία με σκοπό να σπουδάσει και να εργαστεί, προκειμένου να εξασφαλίσει καλύτερες οικονομικές συνθήκες διαβίωσης και να ενισχύσει την επαγγελματική της προοπτική.
Οι λόγοι αυτοί εντάσσονται σαφώς στη σφαίρα των προσωπικών και οικονομικών κινήτρων και δεν συνδέονται με οποιονδήποτε από τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δίωξης του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια υπέστη ή διατρέχει κίνδυνο να υποστεί διακριτική μεταχείριση, στοχοποίηση ή άλλου είδους δίωξη λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η οικονομική της κατάσταση στη χώρα καταγωγής της οφείλεται σε μέτρα ή πρακτικές που στοχεύουν ειδικώς την ίδια ή ομάδα στην οποία ανήκει, αλλά αντιθέτως εντάσσεται στο γενικό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της χώρας, το οποίο επηρεάζει ευρύτερα τμήματα του πληθυσμού.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν εμπίπτει στο προστατευτικό πεδίο του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ή δικαίωμα διεθνούς προστασίας.
Στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο εξετάζει τον ενδεχόμενο μελλοντικό κίνδυνο που δύναται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, στη βάση αποκλειστικά των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έχουν γίνει αποδεκτά.
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια είναι ενήλικη γυναίκα, μορφωμένη και ικανή προς εργασία, η οποία διέμενε και δραστηριοποιείτο στη χώρα καταγωγής της πριν την αναχώρησή της χωρίς να έχει αντιμετωπίσει οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Η ίδια δεν ισχυρίστηκε ότι υπήρξε αντικείμενο στοχοποίησης από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες, ούτε ότι αντιμετώπισε προβλήματα με τις αρχές της χώρας της.
Περαιτέρω, όπως έχει ήδη γίνει αποδεκτό, ο λόγος εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της συνδέεται με την επιδίωξή της να μεταβεί στο εξωτερικό για σκοπούς εργασίας και σπουδών, με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσής της. Ο λόγος αυτός, ως εκ της φύσεώς του, δεν σχετίζεται με φόβο δίωξης ή με την ύπαρξη απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας.
Σε ό,τι αφορά τη γενική κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα στην πολιτεία Lagos, δεν προκύπτει από τα διαθέσιμα αντικειμενικά στοιχεία ότι υφίσταται τέτοιο επίπεδο γενικευμένης βίας ώστε να τεκμαίρεται, για τον μέσο πολίτη και μόνο λόγω της παρουσίας του στην περιοχή, πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης. Τα καταγεγραμμένα περιστατικά ασφαλείας δεν καταδεικνύουν κατάσταση ακραίας και αδιάκριτης βίας, αλλά παραμένουν σε επίπεδο που δεν διαφοροποιεί ουσιωδώς τη θέση της Αιτήτριας από εκείνη του γενικού πληθυσμού.
Επισημαίνεται ότι ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης/εμπορίας ανθρώπων έχει απορριφθεί ως μη αξιόπιστος και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση του μελλοντικού κινδύνου. Συνεπώς, δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο που να θεμελιώνει κίνδυνο στοχοποίησης ή επαναθυματοποίησης της Αιτήτριας.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι να γίνει δεκτό ότι η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο που να διαφοροποιείται από εκείνον που αντιμετωπίζει ο γενικός πληθυσμός.
Στο πλαίσιο της ανωτέρω αξιολόγησης, επισημαίνεται ότι το στοιχείο του «βάσιμου φόβου» κατά την έννοια του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης συνιστά κατ’ ουσίαν ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης, το οποίο προϋποθέτει μελλοντοστραφή και εξατομικευμένη αποτίμηση του κινδύνου, υπό το φως τόσο της προσωπικής κατάστασης της Αιτήτριας όσο και των γενικών συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής της.
Συναφώς, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τις αρχές που απορρέουν από το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία η απαγόρευση απομάκρυνσης προσώπου σε χώρα όπου υφίσταται πραγματικός κίνδυνος υποβολής του σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση είναι απόλυτη (βλ. Saadi v. Italy, αρ. προσφ. 37201/06, 2008· Chahal v. United Kingdom, αρ. προσφ. 22414/93, 1996). Η εκτίμηση του εν λόγω κινδύνου πρέπει να είναι εξατομικευμένη, να αφορά προβλέψιμη μελλοντική κατάσταση και να στηρίζεται σε επαρκώς τεκμηριωμένα και αξιόπιστα στοιχεία (βλ. F.G. v. Sweden, αρ. προσφ. 43611/11, 2016· Paposhvili v. Belgium, αρ. προσφ. 41738/10, 2016).
Ωστόσο, κατά την ίδια πάγια νομολογία, η ύπαρξη γενικής αστάθειας, αυξημένης εγκληματικότητας ή δυσμενών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στη χώρα καταγωγής δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για την ενεργοποίηση της προστασίας, ελλείψει πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου που να αφορά το συγκεκριμένο πρόσωπο (βλ. Salah Sheekh v. the Netherlands, αρ. προσφ. 1948/04, §136· Vilvarajah and Others v. United Kingdom, §§107-108· N. v. United Kingdom, αρ. προσφ. 26565/05· Savran v. Denmark, αρ. προσφ. 57467/15, καθώς και ΔΕΕ, υπόθεση C-255/19, Secretary of State for the Home Department v. OA, σκ. 49-50).
Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια, λόγω των προσωπικών της χαρακτηριστικών ή των ατομικών της περιστάσεων, θα εκτεθεί σε κίνδυνο που να υπερβαίνει εκείνον τον οποίο αντιμετωπίζει ο γενικός πληθυσμός της χώρας καταγωγής της. Αντιθέτως, από τα αποδεκτά πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η ίδια διέμενε και δραστηριοποιείτο στη χώρα της χωρίς να έχει υποστεί οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ενώ η αναχώρησή της συνδέεται με λόγους οικονομικής φύσεως και προσωπικής εξέλιξης.
Κατά συνέπεια, δεν στοιχειοθετείται, στη βάση των διαθέσιμων δεδομένων, η ύπαρξη βάσιμου και εξατομικευμένου φόβου ή πραγματικού κινδύνου που να δικαιολογεί διαφορετική μεταχείριση της Αιτήτριας σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό της χώρας καταγωγής της.
Ακολούθως, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση της ενδεχόμενης υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά το άρθρο 19(2)(α), σοβαρή βλάβη συνιστά η επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, τις δηλώσεις της Αιτήτριας, καθώς και τις διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη Νιγηρία, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια έχει καταδικαστεί ή ότι εκκρεμεί εις βάρος της οποιαδήποτε ποινική διαδικασία που να δύναται να οδηγήσει στην επιβολή θανατικής ποινής. Ούτε προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι, λόγω των προσωπικών της χαρακτηριστικών ή περιστάσεων, διατρέχει τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο άρθρο 19(2)(α) του Νόμου.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19(2)(β), ως σοβαρή βλάβη νοούνται τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του. Η σχετική εκτίμηση προϋποθέτει την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου, ο οποίος να ερείδεται σε αξιόπιστα και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία.
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο μοναδικός ισχυρισμός της Αιτήτριας που θα μπορούσε να θεμελιώσει τέτοιο κίνδυνο, ήτοι ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης/εμπορίας ανθρώπων, έχει ήδη απορριφθεί ως μη αξιόπιστος και, συνεπώς, δεν δύναται να ληφθεί υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης κινδύνου.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τα στοιχεία της υπόθεσης ότι η Αιτήτρια ανήκει σε κατηγορία προσώπων που εκτίθενται σε αυξημένο και εξατομικευμένο κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, ούτε ότι φέρει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που να την καθιστούν ευάλωτη σε τέτοια μεταχείριση. Αντιθέτως, πρόκειται για ενήλικο άτομο, με μορφωτικό επίπεδο, επαγγελματική εμπειρία και οικογενειακό περιβάλλον στη χώρα καταγωγής της, στο οποίο δύναται να επιστρέψει και να επανενταχθεί.
Αν και αναγνωρίζεται ότι στη Lagos, όπως και σε άλλα μέρη της χώρας, καταγράφονται κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες και περιστατικά εγκληματικότητας, η ύπαρξη γενικών δυσμενών συνθηκών δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β), ελλείψει συγκεκριμένης και εξατομικευμένης σύνδεσης με το πρόσωπο της Αιτήτριας.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν τεκμηριώνεται ύπαρξη πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN[32], το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας.
Αναφορικά με την Πολιτεία Lagos, η πιο πρόσφατη έρευνα που εξέδωσε για τη Νιγηρία η EUAA τον Νοέμβριο του 2025[33] αναφέρει ότι τον Μάιο του 2025, η Punch περιέγραψε την πολιτεία Lagos ως επίκεντρο αιρέσεων και εγκληματικότητας, περιλαμβανομένων ένοπλων ληστειών, εγκλημάτων που σχετίζονται με ναρκωτικά, κλοπών αυτοκινήτων και απαγωγών. Σύμφωνα με κυβερνητικά δεδομένα, οι περιοχές Ikeja, Lagos Island και Lekki ήταν οι «τρεις κορυφαίες τοποθεσίες εγκλήματος» της πολιτείας κατά την περίοδο αναφοράς Ιανουαρίου 2024 - Μαΐου 2025. Η Nation επεσήμανε αύξηση των εγκληματικών δραστηριοτήτων, όπως απαγωγές, ληστείες, βίαιες συγκρούσεις και δολοφονίες, ιδίως στις περιοχές Lagos Island, Lekki και Okota. Ωστόσο, η βάση δεδομένων ACLED καταγράφει μόνο την Ikeja ως μία από τις τοπικές αυτοδιοικήσεις με τον υψηλότερο αριθμό καταγεγραμμένων περιστατικών ασφαλείας.[34]
Όσον αφορά τη βία που σχετίζεται με τις ομάδες λατρείας, έκθεση του Ιουλίου 2025 από την SBM περιέγραψε το Lagos ως το επίκεντρο πολεμικών συγκρούσεων συμμοριών και για τις ομάδες Black Axe και Eiye.[35] Άλλες ομάδες που δραστηριοποιούνταν στην πολιτεία, περιλάμβαναν τους Buccaneers, καθώς και «συμμορίες του δρόμου», όπως οι Kesari και Idi-Araba Boys και οι Awawa Boys. Πολλές πηγές ανέφεραν ότι παιδιά και ανήλικοι στρατολογούνταν σε συμμορίες. Διάφορες εθνικές πηγές ανέφεραν περιστατικά κακομεταχείρισης από αξιωματικούς κρατικών υπηρεσιών ασφαλείας.[36]
Σε έτερη έκθεση της EUAA, καταγράφεται ότι: «[Ομάδες λατρειών (cults)] ήταν παρούσες και δραστήριες στα Νοτιοδυτικά, ιδιαίτερα στο Lagos και το Ogun. [Εγκληματικές ομάδες ληστών (bandits)] αναφέρθηκαν επίσης ότι δραστηριοποιούνταν στα Νοτιοδυτικά [.] και κτηνοτρόφοι Fulani συμμετείχαν επίσης σε επιθέσεις, απαγωγές και δολοφονίες στην περιοχή. [..] Οι πολιτείες Lagos και Ogun ήταν δύο από τις τρεις - η τρίτη ήταν η Rivers στο Νότο - που το 2023 επηρεάστηκαν κυρίως από συγκρούσεις μεταξύ ομάδων λατρειών και που ανέφεραν σταθερά τον υψηλότερο αριθμό θανάτων σε συγκρούσεις μεταξύ αντίπαλων ομάδων λατρείας.».[37]
Επιπλέον, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 21.04.2026) καταγράφηκαν 170 περιστατικά ασφαλείας (που περιλαμβάνουν περιστατικά demonstrations, repression, terrorist activity) τα οποία είχαν ως συνέπεια 100 απώλειες.[38] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Lagos ανέρχεται στα 13.491.800 (βάσει επίσημης εκτίμησης για το 2022[39]).
φαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, και κατόπιν αξιολόγησης των διαθέσιμων αντικειμενικών πληροφοριών για τη Νιγηρία και ειδικότερα για την πολιτεία Lagos, το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα.
Από τις προσκομισθείσες πηγές προκύπτει ότι στην πολιτεία Lagos καταγράφονται περιστατικά εγκληματικότητας, περιλαμβανομένων ένοπλων ληστειών, απαγωγών, βίαιων συγκρούσεων μεταξύ συμμοριών και δραστηριότητας ομάδων λατρείας (cults), καθώς και μεμονωμένα περιστατικά βίας από κρατικούς δρώντες. Επιπλέον, καταγράφεται παρουσία οργανωμένων εγκληματικών ομάδων και συγκρούσεων μεταξύ αυτών, καθώς και περιστατικά στρατολόγησης ανηλίκων σε συμμορίες.
Ωστόσο, από την ποσοτική και ποιοτική αποτίμηση των ανωτέρω στοιχείων δεν προκύπτει ότι οι εν λόγω καταστάσεις συνιστούν ένοπλη σύρραξη, διεθνή ή εσωτερική, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε ότι το επίπεδο της ασκούμενης βίας έχει φθάσει σε τέτοιο βαθμό έντασης ώστε να χαρακτηρίζεται ως αδιάκριτη βία με την έννοια που αποδίδεται από τη νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji.
Ειδικότερα, τα καταγεγραμμένα περιστατικά ασφαλείας, αν και υπαρκτά, εμφανίζονται αποσπασματικά και εντοπισμένα, χωρίς να καταδεικνύουν γενικευμένη και αδιάκριτη βία τέτοιας έντασης ώστε κάθε άμαχος, και μόνο λόγω της παρουσίας του στην περιοχή, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Το γεγονός ότι, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, καταγράφηκαν 170 περιστατικά ασφαλείας με περίπου 100 απώλειες σε πληθυσμό που υπερβαίνει τα 13 εκατομμύρια κατοίκους, δεν στοιχειοθετεί επίπεδο βίας που να πληροί το κατώφλι του άρθρου 19(2)(γ), όπως αυτό ερμηνεύεται από τη σχετική νομολογία.
Περαιτέρω, η φύση των περιστατικών αυτών συνδέεται κυρίως με εγκληματική δραστηριότητα και συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών δρώντων, και όχι με καταστάσεις ένοπλης σύρραξης που χαρακτηρίζονται από εκτεταμένη, συστηματική και αδιάκριτη βία κατά του άμαχου πληθυσμού.
Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, όπως διατυπώθηκε στην υπόθεση Elgafaji, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η Αιτήτρια δεν έχει αποδείξει ότι διαθέτει ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά ή περιστάσεις που να την εκθέτουν ειδικώς σε αυξημένο κίνδυνο. Αντιθέτως, πρόκειται για άτομο το οποίο δεν έχει στοχοποιηθεί στο παρελθόν, δεν ανήκει σε ευάλωτη ομάδα και δεν προκύπτει να φέρει χαρακτηριστικά που να την διαφοροποιούν από τον γενικό πληθυσμό.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στην πολιτεία Lagos της Νιγηρίας, θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας.
Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, ασκώντας τις εξουσίες του άρθρου 12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, με την Κ.Δ.Π. 145/2025 (30.05.2025), καθόρισε τη Νιγηρία ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, κατόπιν διαπίστωσης ότι, βάσει της νομικής τάξης, της εφαρμογής του δικαίου σε δημοκρατικό πλαίσιο και των γενικών πολιτικών συνθηκών, δεν υφίστανται γενικώς και μόνιμα πράξεις δίωξης, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή που προκύπτει από αδιάκριτη βία σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατά την έννοια του άρθρου 3Γ του Νόμου.
Για όλους τους ανωτέρω λόγους, και κατόπιν συνολικής και αυτεπάγγελτης αξιολόγησης των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά τη διαπιστωθείσα μεθοδολογική πλημμέλεια ως προς τη μη αυτοτελή εξέταση του ισχυρισμού περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης/εμπορίας ανθρώπων, η οποία θεραπεύθηκε στο παρόν στάδιο, παρίσταται εν τέλει ορθή ως προς το αποτέλεσμα.
Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει, κατά το απαιτούμενο αποδεικτικό μέτρο, την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής της είτε ως πρόσφυγα είτε ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται.
Ωστόσο, λαμβανομένου υπόψη ότι η Διοίκηση υπέπεσε σε πλημμέλεια ως προς τη δέουσα έρευνα, καθότι δεν προέβη στον ενδεδειγμένο διαχωρισμό και στην αυτοτελή αξιολόγηση του ουσιώδους ισχυρισμού περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης, γεγονός που κατέστησε αναγκαία την πλήρη και εξ υπαρχής επανεξέτασή του από το παρόν Δικαστήριο, κρίνεται ότι δεν συντρέχει λόγος επιδίκασης εξόδων.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ , Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ Πρακτικός Οδηγός της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Κινδύνου (2024) ορίζει στην ενότητα 1.2.3 ότι κάθε ουσιώδες γεγονός (material fact) πρέπει να διατυπώνεται γύρω από σαφώς καθορισμένα γεγονότα, συμβάντα ή καταστάσεις
[2] B.A v Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025)
[3] GURDHIAN SINGH, v ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ Δ/ΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 26/20)
[4] ARISTOTE BONSANGE MAMBULU v ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.155/2023)
[5] Βλ. EUAA, Judicial Analysis: Evidence and Credibility Assessment in the context of the Common European Asylum System, 2η έκδ., 2023, ιδίως σ. 107 (ενότητα 4.3.7.3), όπου επισημαίνεται ότι τραυματικές εμπειρίες, όπως η σεξουαλική βία, δύνανται να επηρεάσουν τη συνοχή των δηλώσεων, σ. 254 (ενότητα 6.2) αναφορικά με τον αντίκτυπο του τραύματος στη μνήμη και την αποκάλυψη πληροφοριών, σ. 256 (υποσημ. 848) με παραπομπές σε σχετικές επιστημονικές μελέτες, καθώς και σ. 263 (ενότητα 6.5) ως προς την υποχρέωση συνεκτίμησης παραγόντων φύλου· βλ. επίσης EUAA, Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, 2024, σ. 12 (ενότητα «Special procedural guarantees») ως προς την ανάγκη ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων σε περιπτώσεις σεξουαλικής βίας, σ. 28 (ενότητα 4) όπου επισημαίνεται ότι σε υποθέσεις έμφυλης βίας η προσωπική μαρτυρία αποτελεί συχνά το κύριο αποδεικτικό μέσο, σ. 41 (ενότητα 1.1.2.i) αναφορικά με την εμπιστευτικότητα, καθώς και σσ. 75–88 (ενότητα 2.3.1) ως προς τους παράγοντες που επηρεάζουν την αφήγηση, περιλαμβανομένου του στίγματος και της ντροπής.
[6] EUAA, COI Country Focus: Nigeria, 2025, διαθέσιμο στο: https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_11_EUAA_COI_Country_Focus_Nigeria.pdf (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[7] Ukhami, E. I. et al., The Role of the National Agency for the Prohibition of Trafficking in Persons (NAPTIP), in Combating Human Trafficking in Nigeria, June 2024, https://jopd.com.ng/index.php/jopdz/article/view/166, pp. 174, 181; Punch, Harrowing tales of survivors trapped in the web of trafficking, 14 July 2024, Harrowing tales of survivors trapped in the web of trafficking (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[8] IOM, Final Evaluation Workshops Shed Light on Increased Support for Survivors of Trafficking in West Africa, 24 September 2024, Final Evaluation Workshops Shed Light on Increased Support for | IOM Nigeria
[9] Lawal S. A. and Yekini, A., The Legal and Institutional Frameworks Aimed at Curbing Human Trafficking in Nigeria, 18 February 2025, https://www.turflawjournal.org/index.php/tlj/article/view/43, p. 2; IOM, Profile of Nigerian Victims of Human Trafficking since 2017, 31 March 2024, vot-profil-q1-2024-v2.pdf, p. 3 114 USDOS, Trafficking in Persons Report 2024 – Nigeria, (covering April 2023 to March 2024), 24 June 2024, Nigeria - United States Department of State (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[10] IOM, Profile of Nigerian Victims of Human Trafficking since 2017, 31 March 2024vot-profil-q1-2024-v2.pdf, p. 6; USDOS, Trafficking in Persons Report 2024 – Nigeria, (covering April 2023 to March 2024), 24 June 2024, Nigeria - United States Department of State (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[11] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, 26 February 2025, url; HRW, World Report 2025 (Events of 2024), Nigeria, 16 January 2025, World Report 2025: Nigeria | Human Rights Watch (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[12] USDOS, Trafficking in Persons Report 2024 – Nigeria, (covering April 2023 to March 2024), 24 June 2024, Nigeria - United States Department of State; CTDC, Country Profile: Victims originating in Nigeria, n.d., Victims originating in Nigeria | CTDC (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[13] EC, Report from the commission to the European Parliament, the Council, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions on the progress made in the European Union in combating trafficking in human beings (Fifth Report), 20 January 2025, IMMC.COM%282025%298%20final.ENG.xhtml.1_EN_ACT_part1_v7.docx (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[14] Nwoha R., online interview with EUAA, 18 July 2025; Punch, Harrowing tales of survivors trapped in the web of trafficking, 14 July 2024, Harrowing tales of survivors trapped in the web of trafficking
[15] Freedom House, Freedom in the World 2025 – Nigeria, 26 February 2025, url; USDOS, Trafficking in Persons Report 2024 – Nigeria, (covering April 2023 to March 2024), 24 June 2024, Nigeria - United States Department of State (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[16] UNODC, Chapter 2 – Trafficking in persons in and from Africa; a global responsibility, 2024, unodc.org/documents/data-and-analysis/glotip/2024/GLOTIP2024_Chapter_2.pdf, p. 72
[17] USDOS, Trafficking in Persons Report 2024 – Nigeria, (covering April 2023 to March 2024), 24 June 2024, Nigeria - United States Department of State (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[18] INTERPOL, Sex trafficking in women in West and North Africa and towards Europe, June 2025, https://www.google.com/search?q=INTERPOL%2C+Sex+trafficking+in+women+in+West+and+North+Africa+and+towards+Europe%2C+June+2025%2C&rlz=1C1GCEA_enGR1158CY1162&oq=INTERPOL%2C+Sex+trafficking+in+women+in+West+and+North+Africa+and+towards+Europe%2C+June+2025%2C&gs_lcrp=EgZjaHJvbWUyBggAEEUYOdIBBzQwNGowajeoAgCwAgA&sourceid=chrome&ie=UTF-8, p. 16, (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[19] BBC News, Nigeria’s Miracle Baby Scammers – BBC Africa Eye Documentary [Online video], 25 November 2024, Nigeria's Miracle Baby Scammers - BBC Africa Eye Documentary; Okorie, M. M., and Okeja, U., Prosecuting human traffickers in Nigeria: victim-witnessing and community oriented challenges, 8 October 2024, s12117-024-09548-y.pdf, p. 9 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[20] UN Women, Assessment of national responses and strategies to combat and eliminate trafficking in persons and forced migration in Africa, January 2024, policy_brief-_assessment_of_national_responses_and_strategies_to_combat_and_eliminate_trafficking_in_persons_tip_and_forced_migration_in_africa.pdf, pp. 14-15 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[21] IRARA Nigeria is an NGO with headquarters in Benin city (Edo State) that supports returnees by providing temporary accommodation and reintegration assistance. IRARA Nigeria is also an implementing partner of the Frontex Reintegration Programme. See IRARA, Reintegration, n.d., Reintegration – IRARA; IRARA Nigeria, Joint Reintegration Services, n.d., Page not found – IRARA; Nwoha R., online interview with EUAA, 18 July 2025 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[22] INTERPOL, Sex trafficking in women in West and North Africa and towards Europe, June 2025, https://www.google.com/search?q=INTERPOL%2C+Sex+trafficking+in+women+in+West+and+North+Africa+and+towards+Europe%2C+June+2025%2C&rlz=1C1GCEA_enGR1158CY1162&oq=INTERPOL%2C+Sex+trafficking+in+women+in+West+and+North+Africa+and+towards+Europe%2C+June+2025%2C&gs_lcrp=EgZjaHJvbWUyBggAEEUYOdIBBzQwNGowajeoAgCwAgA&sourceid=chrome&ie=UTF-8, pp. 13, 14; USDOS, Trafficking in Persons Report 2024 – Nigeria, (covering April 2023 to March 2024), 24 June 2024, Nigeria - United States Department of State (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[23] Punch, Harrowing tales of survivors trapped in the web of trafficking, 14 July 2024, Harrowing tales of survivors trapped in the web of trafficking (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[24] Ο.π.
[25] Ο.π.
[26] INTERPOL, Sex trafficking in women in West and North Africa and towards Europe, June 2025, https://www.google.com/search?q=INTERPOL%2C+Sex+trafficking+in+women+in+West+and+North+Africa+and+towards+Europe%2C+June+2025&rlz=1C1GCEA_enGR1158CY1162&oq=INTERPOL%2C+Sex+trafficking+in+women+in+West+and+North+Africa+and+towards+Europe%2C+June+2025&gs_lcrp=EgZjaHJvbWUqBggAEEUYOzIGCAAQRRg7MggIARBFGCcYO9IBCDE0MzZqMGo3qAIAsAIA&sourceid=chrome&ie=UTF-8, pp. 6, 13 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[27] EC, Report from the Commission to the European Parliament, the Council, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions on the progress made in the European Union in combating trafficking in human beings (Fifth Report), 20 January 2025, διαθέσιμο στο: https://eur-lex.europa.eu/legal-content/EN/TXT/?uri=COM%3A2025%3A8%3AFIN#footnote48; CoE, Fourth Evaluation Rounder Measures to prevent and detect vulnerabilities to human trafficking – Evaluation Report Austria, 11 March 2025, διαθέσιμο στο: https://rm.coe.int/greta-evaluation-report-on-the-implementation-of-the-council-of-europe/1680b4b26a, p. 5 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[28] Africa Center for Strategic Studies, Black Axe—Nigeria’s Most Notorious Transnational Criminal Organization, 29 October 2024, διαθέσιμο στο: https://africacenter.org/spotlight/black-axe-nigeria-transnational-organized-crime (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[29] USDOS, Trafficking in Persons Report 2024 – Nigeria, (covering April 2023 to March 2024), 24 June 2024, διαθέσιμο στο: https://www.state.gov/reports/2024-trafficking-in-persons-report/nigeria; CTDC, Country Profile: Victims originating in Nigeria, n.d., διαθέσιμο στο: https://www.ctdatacollaborative.org/story/victims-originating-nigeria#no-back (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[30] UN Women, Assessment of national responses and strategies to combat and eliminate trafficking in persons and forced migration in Africa, January 2024, διαθέσιμο στο: https://africa.unwomen.org/sites/default/files/2024-01/policy_brief-_assessment_of_national_responses_and_strategies_to_combat_and_eliminate_trafficking_in_persons_tip_and_forced_migration_in_africa.pdf, pp. 5, 8 (ημ/νία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026).
[31] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[32] ΔΕΕ, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, απόφαση της 10.6.2021, σκέψεις 43–47.
[33] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria- Security Situation, November 2025, https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, p. 178 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026)
[34] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Nigeria- Security Situation, November 2025, https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, p. 178 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21/04/2026)
[35] Ο.π.
[36] Ο.π.
[37] EUAA, Country of Origin Information Report - Nigeria: Country Focus (reference period: 1 January 2023 - 31 March 2024), July 2024, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-07/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf, σελ. 51-52, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.04.2026)
[38] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Events / Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.04.2026)
[39] CITY POPULATION, Africa - Nigeria: States & Agglomerations - States: Lagos (Federal State) [Table], available at: https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ 21.04.2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο