J. N. T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 366/25, 27/4/2026
print
Τίτλος:
J. N. T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 366/25, 27/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ


Υπόθεση Αρ.: 366/25

 

 27 Απριλίου, 2026

 

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

J. N. T.

                                                                                                                         Αιτητού

           

  και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

 .........

 

Ο Αιτητής είναι παρών

 

Α. Πλιάκα (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

 

Α. Γεωργιάδης (κ.), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

Ρ. Ευαγγέλου (κ.) για πιστή διερμηνεία από την ελληνική στη γαλλική και αντίστροφα

M. L. Upelele (κα) για πιστή διερμηνεία από λινγκάλα στην αγγλική και αντίστροφα 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 22.1.2025 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τoυ για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.

 Γεγονότα

1.             Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (στο εξής: ΛΔΚ) και περί τις 21.7.2022, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 9.1.2025, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 22.1.2025, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 4.2.2025, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

Νομικοί Ισχυρισμοί

2.             Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προωθεί ως μοναδικό λόγο προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας. Ειδικότερα, προβάλλει ότι δεν διερευνήθηκαν οι ισχυρισμοί του περί απειλών εναντίον του και ότι θα έπρεπε να του χορηγηθεί διεθνής προστασία.

3.             Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνονται την ορθότητα της επίδικης απόφασης. Υποστηρίζουν ότι αυτή είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ότι ορθώς κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία. Προβάλλουν ειδικότερα ότι από το σύνολο των ισχυρισμών του Αιτητή προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις και αοριστίες και ότι ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθούν αληθείς, δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής των σχετικών διατάξεων για την παροχή διεθνούς προστασίας.

Το νομικό πλαίσιο

4.             Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations Unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».

 

5.             Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

 

6.             Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.

 

7.             Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο Περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

8.             Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:

«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών

16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).

(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-

(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».

 

9.             Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

Κατάληξη

10.          Ως προς τον εγειρόμενο λόγο προσφυγής, επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc  (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, TorubarovC-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025 Δημοκρατία ν. Β.Α., ημερ. 18.12.2025). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, ο Αιτητής εκπροσωπούμενος και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].

11.          Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman &; Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος άσυλο να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτούντος να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C-277/11, MM., ECLIEU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).

12.          Προχωρώντας στην κατ' ουσίαν εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή, παρατηρείται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω φόβου για τη ζωή του από απειλές που έλαβε από την οικογένεια του πατέρα του. Πρόσθεσε ότι βασανίστηκε σωματικά και πνευματικά, ότι κακοποιήθηκε και τον υπέβαλαν σε υποσιτισμό (βλ. ερ. 1 και μετάφραση αυτού ερ. 12 του δ. φ.).

13.           Κατά το στάδιο της συνέντευξής, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1999 στην Kinshasa της ΛΔΚ, η οποία αποτελεί και τον τελευταίο τόπο διαμονής του μέχρι την αναχώρησή του. Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός ως προς το θρήσκευμα και ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Lumba. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε ότι είναι άγαμος. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ότι κατέχει δίπλωμα στις εμπορικές σπουδές και ότι φοίτησε για ένα χρόνο σε πανεπιστήμιο. Επίσης δήλωσε ότι ομιλεί την γαλλική γλώσσα και λινγκάλα. Αναφορικά με την εργασιακή του πείρα δήλωσε ότι εργάστηκε ως ξυλουργός από την ηλικία των οκτώ ετών. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2020 και ότι η μητέρα του και οι δύο μικρότερες αδερφές του διαμένουν στην Kinshasa.

14.          Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του το 2022, ο Αιτητής δήλωσε ότι προέκυψαν προβλήματα μετά τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος απεβίωσε στις 2.7.2020. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, ο πατέρας του πέθανε από προβλήματα υγείας από τα οποία υπέφερε επί περίπου έξι έτη. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του άφησε ως περιουσία δύο συγκροτήματα (“compounds”) και ένα κατάστημα. Το ένα ακίνητο βρισκόταν στην περιοχή Kimbanseke, όπου διέμενε η οικογένεια, και το άλλο στη Nsele[1]. Το κατάστημα, κατά τον ίδιο, βρισκόταν δίπλα από το δημαρχείο της Kimbanseke και εκεί πωλούνταν είδη πρώτης ανάγκης, όπως μπισκότα, ρύζι και τρόφιμα.

15.          Ο Αιτητής υποστήριξε ότι είναι ο πρωτότοκος γιος της οικογένειάς του και ότι, σύμφωνα με την παράδοση των Lumba, σε περίπτωση θανάτου του πατέρα, ο πρωτότοκος γιος είναι εκείνος που δηλώνει και αναλαμβάνει τα περιουσιακά του στοιχεία. Ανέφερε ότι ο ίδιος κατείχε τα σχετικά έγγραφα της περιουσίας και διευκρίνισε ότι ο πατέρας του, ενόσω ζούσε, του είχε αναφέρει πως, σε περίπτωση θανάτου του, το σύνολο της περιουσίας θα περιερχόταν στον ίδιο, χωρίς να δικαιούται οποιοσδήποτε να τον απειλήσει προκειμένου να του την αφαιρέσει.

16.          Κατά τους ισχυρισμούς του, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ένας αδελφός του πατέρα του ήρθε στην Kinshasa το 2021 μαζί με τη σύζυγο και τα παιδιά του για να διαμείνει μαζί τους. Ο Αιτητής ανέφερε ότι αρχικά η συμβίωση και οι σχέσεις τους ήταν καλές, αλλά στη συνέχεια αντιλήφθηκε ότι ο θείος του είχε σχέδιο να οικειοποιηθεί την περιουσία που είχε αφήσει ο πατέρας του, γιατί κατά την άποψη του θείου του, έτσι λειτουργούν πολλές οικογένειες στην Αφρική. Ως υποστήριξε ο Αιτητής, ο θείος του άρχισε να φέρνει άτομα για να δουν το ακίνητο, με σκοπό να το αγοράσουν, ενώ ο ίδιος, όταν διέκοψε τις σπουδές του, άρχισε να ασχολείται περισσότερο με τα έγγραφα και αντιλήφθηκε ότι γίνονταν κινήσεις γύρω από την περιουσία. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, εξαιτίας αυτής της κατάστασης, άρχισε να δέχεται απειλές. Ανέφερε ότι ο θείος του ήθελε να τον σκοτώσει, ώστε να πάρει όλα τα περιουσιακά στοιχεία, δεδομένου ότι ο ίδιος ήταν το άτομο που είχε τα έγγραφα. Δήλωσε ότι ο θείος του τον απείλησε προσωπικά μία φορά, ενώ παράλληλα έστελνε και άλλα πρόσωπα να τον απειλούν. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι έξι φορές συνάντησε ομάδες ανθρώπων που του έλεγαν ότι, αν δεν εγκατέλειπε το ακίνητο, θα τον σκότωναν. Υποστήριξε ότι γνώριζε πως πίσω από αυτά τα άτομα βρισκόταν ο θείος του, επειδή μόνο με αυτόν είχε διαφορά σχετικά με την περιουσία.

17.          Ως προς το περιστατικό επίθεσης από τον θείο του, ο Αιτητής περιέγραψε ότι ένα βράδυ, ενώ ζούσαν ακόμη μαζί, ο θείος του πήγε τη νύχτα με ένα μαξιλάρι και προσπάθησε να τον πνίξει στον ύπνο του. Δήλωσε ότι αυτό ήταν το μόνο περιστατικό άμεσης σωματικής επίθεσης από τον ίδιο τον θείο, ενώ οι υπόλοιπες απειλές προέρχονταν από πρόσωπα που, κατά την άποψή του, είχε στείλει εκείνος.

18.          Σύμφωνα με τον Αιτητή, εξαιτίας των απειλών αυτών, ο ίδιος και η μητέρα του αναγκάστηκαν να φύγουν από την περιοχή Kimbanseke και να μετακινηθούν στη Nsele το 2021, όπου παρέμειναν για περίπου έξι μήνες. Υποστήριξε ότι ακόμη και μετά τη μετακίνησή τους οι απειλές συνεχίστηκαν. Ισχυρίστηκε επίσης ότι αποτάθηκαν στην αστυνομία, χωρίς ωστόσο να αναφέρει πώς εξελίχθηκε η υπόθεση.

19.          Αναφορικά με την περιουσία, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του αποφάσισε τελικώς να πωλήσει το ένα εκ των δύο ακινήτων έναντι του ποσού των 3.500 δολαρίων, προκειμένου να εξασφαλιστούν τα αναγκαία χρήματα για τη διαδικασία αναχώρησής του από τη χώρα. Ανέφερε ότι επί του παρόντος έχει απομείνει ένα μόνο ακίνητο, ενώ ως προς το κατάστημα υποστήριξε ότι ο θείος του το οικειοποιήθηκε διά της βίας. Ερωτηθείς να διευκρινίσει τον τρόπο με τον οποίο έλαβε χώρα η εν λόγω οικειοποίηση, ανέφερε ότι ο θείος του ισχυρίστηκε πως δικαιούται να λάβει οτιδήποτε ανήκε στον αδελφό του και άρχισε να μεταβαίνει στο κατάστημα, να ερωτά για τα έσοδά του και, κατ’ ουσίαν, να ασκεί έλεγχο επ’ αυτού, χωρίς ο ίδιος και η μητέρα του να έχουν τη δυνατότητα αντίδρασης.

20.          Σε διευκρινιστικά ερωτήματα που του τέθηκαν αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς, ιδίως αναφορικά με το ακίνητο στην Kimbanseke, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του, πριν εγκατασταθεί στην Kinshasa, είχε στείλει χρήματα μέσω του αδελφού του για να αγοραστεί το εν λόγω ακίνητο από φίλο του. Κατά τη διαδικασία εγγραφής, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο αδελφός του πατέρα του φέρεται να έδωσε το δικό του όνομα για να καταχωριστεί το ακίνητο και όταν ο πατέρας του αργότερα πήγε στην Kinshasa και έλαβε τα έγγραφα, πρόσθεσε και τα ονόματα των παιδιών του και ξεκίνησε διαδικασία αφαίρεσης του ονόματος του αδελφού του, η οποία ωστόσο δεν είχε ολοκληρωθεί πριν από τον θάνατό του. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι η ίδια αυτή διαδικασία συνεχίστηκε και ολοκληρώθηκε μόλις πρόσφατα, το 2024, με αποτέλεσμα το ακίνητο να είναι πλέον στο δικό του όνομα.

21.          Ερωτηθείς για ποιο λόγο δεν παραχώρησε την περιουσία στον θείο του, ώστε να προστατεύσει τη ζωή του, ο Αιτητής απάντησε ότι, εάν το έπραττε, η μητέρα του και οι αδελφές του δεν θα είχαν πού να ζήσουν και θα χανόταν και η κληρονομιά του πατέρα του. Ως προς το για ποιο λόγο δεν εγκαταστάθηκε σε άλλη περιοχή της χώρας του, ο Αιτητής δήλωσε ότι θεωρητικά θα μπορούσε να ζήσει, όμως δεν γνωρίζει πώς θα μπορούσε να επιβιώσει, ενώ θα αισθανόταν ότι δεχόταν απειλές.

22.          Σε σχέση με τον φόβο επιστροφής, ο Αιτητής δήλωσε ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα του, φοβάται ότι ο θείος του θα αναζητήσει τρόπο να τον εξοντώσει, ώστε να αναγκάσει τη μητέρα του να του παραδώσει τα έγγραφα του ακινήτου. Πρόσθεσε ότι διαμένοντας στη Δημοκρατία έχει τη δυνατότητα να εργαστεί και να στηρίξει την οικογένειά του.

23.          Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με την καταγωγή του Αιτητή, τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του και το προφίλ του, ο δεύτερος αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία που ισχυρίστηκε ο Αιτητής ότι κληρονόμησε από τον πατέρα του και ο τρίτος σχετικά με τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι έλαβε ο Αιτητής από τον θείο του, λόγω περιουσιακών διαφορών.

24.          Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός στον οποίο εντάσσονται, η ταυτότητα, η χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία του προφίλ του Αιτητή έγινε αποδεκτός. Κρίθηκε ότι οι συναφείς δηλώσεις του Αιτητή υπήρξαν συνεκτικές, αποδεικνύονται από τα έγγραφα ταυτοποίησης που προσκόμισε καθώς και από έτερες εξωτερικές πηγές, στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ' ων η αίτηση.

25.           Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό αυτός έτυχε απόρριψης, καθώς κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις, ασάφειες και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Συγκεκριμένα, ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επάρκεια τα ίδια τα περιουσιακά στοιχεία που επικαλέστηκε, παρότι αποτελούν τον πυρήνα του αιτήματός του και παρότι ισχυρίστηκε ότι διέμενε σε ένα από αυτά και είχε στην κατοχή του τα σχετικά έγγραφα. Περιορίστηκε σε γενικές αναφορές ότι επρόκειτο για δύο συγκροτήματα (“compounds”) και ένα κατάστημα, ότι στο ένα υπήρχε οικία όπου διέμενε η οικογένειά του και ότι στο κατάστημα πωλούνταν τρόφιμα, χωρίς να μπορεί να δώσει πιο συγκεκριμένη περιγραφή ούτε των ίδιων των ακινήτων ούτε του περιβάλλοντος χώρου τους. Παράλληλα, ως σημείωσαν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής δεν παρείχε ικανοποιητικές πληροφορίες ούτε ως προς τον χρόνο απόκτησης των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων από τον πατέρα του ούτε ως προς την αξία τους, δίνοντας αόριστες και γενικόλογες απαντήσεις. Αντίστοιχα, όταν ρωτήθηκε για τη χρήση της περιουσίας, δεν αναφέρθηκε στην πραγματική της αξιοποίηση, αλλά στην πρόθεση του πατέρα του να κτίσει κατοικίες προς ενοικίαση, χωρίς να εξηγεί με σαφήνεια πώς χρησιμοποιούνταν στην πράξη τα ακίνητα και το κατάστημα. Επιπλέον, παρόλο που επικαλέστηκε ως βάση του ισχυρισμού του την παράδοση της φυλής του, σύμφωνα με την οποία ο μοναδικός γιος κληρονομεί την πατρική περιουσία, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς το περιεχόμενο, τον τρόπο λειτουργίας ή τη διαδικασία εφαρμογής της εν λόγω παράδοσης, περιοριζόμενος μόνο να αναφέρει ότι ο πατέρας του τού έλεγε πως όλα θα ανήκαν σε αυτόν. Τέλος, υπέπεσε σε αντίφαση ως προς τον τρόπο με τον οποίο ο πατέρας του απέκτησε το ακίνητο στην περιοχή Kimbanseke, αφού αρχικά δήλωσε ότι ο πατέρας του το αγόρασε ο ίδιος, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι η αγορά έγινε μέσω τρίτων, κατόπιν αποστολής χρημάτων από τον πατέρα του.

26.          Ως προς την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι τα υπάρχοντα των αντρών της φυλής Luba (στην οποία ανήκει ο Αιτητής), κληρονομούνται από τα άρρενα αδέρφια τους και τους υιούς του αποθανόντος, με τον μεγαλύτερο σε ηλικία να έχει προτεραιότητα.
Επιπρόσθετα, ως κατέγραψαν, ζητήθηκε από τον Αιτητή να προσκομίσει έγγραφα σχετικά με την περιουσία που κληρονόμησε από τον πατέρα του, ενέργεια στην οποία ωστόσο δεν προέβη. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στις δηλώσεις του Αιτητή, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.

27.          Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τις απειλές που ισχυρίστηκε ο Αιτητής ότι έλαβε από τον θείο του λόγω περιουσιακών διαφορών, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι οι σχετικές δηλώσεις του παρουσιάζουν αντιφάσεις, αοριστία και έλλειψη συνοχής. Αρχικά, ως κατέγραψαν, ο Αιτητής υπέπεσε σε αντίφαση ως προς τα αδέρφια του πατέρα του, αφού αρχικά ανέφερε ότι ο πατέρας του είχε έναν αδερφό ο οποίος είχε αποβιώσει, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ο αδερφός του πατέρα του, το πρόσωπο που τον απειλούσε, βρισκόταν εν ζωή και διέμενε μάλιστα σε μέρος της επίμαχης περιουσίας. Παράλληλα, παρουσίασε ασυνέπεια και ως προς τα πρόσωπα από τα οποία προερχόταν ο κίνδυνος, δεδομένου ότι στην αίτησή του έκανε λόγο γενικά για τα αδέρφια του πατέρα του, ενώ στη συνέντευξη αναφέρθηκε συγκεκριμένα μόνο σε έναν θείο του. Επιπλέον, εντοπίστηκε ασυνέπεια αναφορικά με τη φύση των προβλημάτων που αντιμετώπισε, αφού στην αίτησή του είχε αναφέρει ότι τον χτύπησαν και του στερούσαν τροφή, ενώ στη συνέντευξή του δεν επανέλαβε τα στοιχεία αυτά και περιορίστηκε στον ισχυρισμό ότι ο θείος του επιχείρησε μία φορά να τον πνίξει με μαξιλάρι και ότι έξι φορές έστειλε άλλα άτομα να τον απειλήσουν. Αντιφατικές κρίθηκαν και οι δηλώσεις του ως προς το κατά πόσο ο θείος του συζήτησε μαζί του για την περιουσία, καθώς αρχικά υποστήριξε ότι ο θείος του δεν του μίλησε καθόλου επειδή ήξερε ότι δεν θα του παραχωρούσε την περιουσία, ενώ αργότερα ανέφερε ότι ο θείος του, τούς έλεγε πως είχε δικαίωμα να πάρει ό,τι ανήκε στον αδερφό του. Περαιτέρω, ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες για τον ίδιο τον θείο του, παρότι τον παρουσίασε ως φορέα δίωξής του, και περιορίστηκε σε ελάχιστα και γενικά στοιχεία, χωρίς να μπορεί να δώσει πιο συγκεκριμένες πληροφορίες για την ταυτότητα, την προσωπική και οικογενειακή του κατάσταση ή άλλα βασικά χαρακτηριστικά του. Επιπρόσθετα, οι δηλώσεις του ως προς τον βαθμό κινδύνου που αντιμετώπισε ο Αιτητής δεν υπήρξαν συνεπείς, αφού από τη μία υποστήριξε ότι αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα επειδή ο θείος του ήθελε να τον σκοτώσει και η ζωή του κινδύνευε, ενώ από την άλλη ανέφερε ότι ο θείος του δεν μπορούσε να τον σκοτώσει. Τέλος, επισημάνθηκε έλλειψη συνοχής και στον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ο θείος του οικειοποιήθηκε δια της βίας το κατάστημα, καθώς από την περιγραφή του δεν προέκυψε οποιαδήποτε σαφής μορφή βίας, αλλά μόνο ότι ο θείος του πήγαινε στο κατάστημα και ρωτούσε για τα έσοδα.

28.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ανωτέρω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπουν σε πηγή πληροφόρησης βάσει της οποίας τον Αύγουστο 2023, εννέα πολίτες και τρία στελέχη ασφαλείας έχασαν τη ζωή τους μετά από βίαιες συγκρούσεις, ανάμεσα σε δύο γειτονικές κοινότητες, στην ανατολική ΛΔΚ, εξαιτίας διαφορών για τη γη. Η ίδια πηγή αναφέρει ότι παρατηρούνται συχνά διαφορές για τη γη, ανάμεσα στους βοσκούς της εθνοτικής ομάδας Hema και τους αγρότες των Lendu. Παρά την ύπαρξη τέτοιων φαινομένων στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση σημείωσαν ότι οι δηλώσεις του Αιτητή δεν παρουσιάζουν την απαιτούμενη σαφήνεια και συνέπεια ώστε να γίνουν αποδεκτές ως αξιόπιστες, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι η υποτιθέμενη αιτία της διαφοράς, δηλαδή η κληρονομηθείσα από τον πατέρα του περιουσία, δεν έγινε αποδεκτή και ως εκ τούτου απέρριψαν και τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό.

29.           Στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι η ταυτότητα και η χώρα καταγωγής του Αιτητή και λαμβανομένων υπόψιν τόσο του προσωπικού προφίλ, όσο και των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, και ειδικότερα πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση η συνδρομή φόβου δίωξης ή βλάβης του Αιτητή.

30.          Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Στο πλαίσιο εξέτασης της υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό προφίλ του Αιτητή σε συνάρτηση με επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Kinshasa, κρίθηκε ότι αυτός δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας καθώς η Kinshasa δεν εμπλέκεται σε οποιαδήποτε διεθνή ή εσωτερική ένοπλη διαμάχη.

31.          Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής προώθησε τον ίδιο βασικό ισχυρισμό, χωρίς ωστόσο να προσκομίσει οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία ούτε και σχολιάζεται ειδικώς οποιοδήποτε εκ των ευρημάτων των Καθ' ων η αίτηση.

32.           Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[2]

33.          Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριο του Αιτητή.

34.          Ως προς τους δεύτερο και τρίτο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι συνδέονται άρρηκτα μεταξύ τους, συντάσσομαι επίσης με τα ευρήματα των Καθ' ων η αίτηση. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς, συγκεκριμένες και συνεκτικές πληροφορίες για την περιουσία που φέρεται να κληρονόμησε, την αξία, τη χρήση, τον χρόνο και τον τρόπο απόκτησής της, ούτε για την επικαλούμενη φυλετική παράδοση βάσει της οποίας ισχυρίστηκε ότι περιήλθε σε αυτόν η περιουσία. Περαιτέρω, υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον τρόπο απόκτησης της ιδιοκτησίας στην Kimbanseke, τα αδέλφια του πατέρα του και το πρόσωπο ή τα πρόσωπα από τα οποία φέρεται να κινδύνευε. Ως προς τις απειλές, οι ισχυρισμοί του παρέμειναν γενικοί και ανεπαρκώς τεκμηριωμένοι, ενώ δεν παρείχε ουσιώδη στοιχεία για τον ίδιο τον θείο του, τον οποίο παρουσίασε ως φορέα δίωξης. Επιπλέον, εντοπίζεται ασυνέπεια μεταξύ της αίτησης διεθνούς προστασίας, όπου έκανε λόγο για σωματική και πνευματική κακοποίηση και στέρηση και της συνέντευξής του, όπου περιορίστηκε κυρίως σε μία απόπειρα πνιγμού και σε αόριστες απειλές μέσω τρίτων. Σε κάθε περίπτωση, ο Αιτητής δεν αναφέρθηκε σε περιστατικά τέτοιας βαρύτητας ή συστηματικότητας εναντίον του, πέραν ενός μεμονωμένου περιστατικού, τα οποία να καταδεικνύουν ότι υφίσταται πραγματικός και προσωπικός κίνδυνος για τη ζωή του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής. Ορθώς, συνεπώς, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί στερούνται εσωτερικής συνοχής, συνέπειας και επαρκούς εξειδίκευσης και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτοί.

35.          Λόγω της κατ' εξοχήν προσωπικής φύσεως των περιστάσεων που συνθέτουν τα εν λόγω γεγονότα, αυτά δεν δύνανται, ως τέτοια, να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο/ τίτλο ιδιοκτησίας για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του, παρά το γεγονός ότι του δόθηκε η ευκαιρία τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία, όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου. Σε κάθε περίπτωση, ως προς τα περιφερειακά ζητήματα, τα οποία συνδέονται με το ευρύτερο πλαίσιο των ισχυρισμών του Αιτητή, δύναται να γίνει αναφορά σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, στο μέτρο που αυτές παρέχουν γενική εικόνα των συνθηκών στη χώρα καταγωγής. Σε έρευνα του Δικαστηρίου, έκθεση του IRB περιγράφει τους Luba (φυλή/εθνοτική ομάδα στην οποία ανήκει ο Αιτητής) ως πατρογραμμική κοινωνία, όπου η καταγωγή και η κληρονομία περιουσιακών δικαιωμάτων καθορίζονται μέσω της πατρικής γραμμής.[3] Ωστόσο, η γενική αυτή πληροφορία δεν επιβεβαιώνει ειδικώς τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι, αυτομάτως και αποκλειστικώς ως μοναδικός υιός, κληρονόμησε το σύνολο της πατρικής περιουσίας κατά τον τρόπο που ο ίδιος περιέγραψε, ιδίως εφόσον δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες για την επικαλούμενη παράδοση, τη διαδικασία μεταβίβασης, τα σχετικά έγγραφα και τα ίδια τα περιουσιακά στοιχεία.

36.          Πέραν των ως άνω αναφερθέντων σημείων αναξιοπιστίας τα οποία κρίνω ότι πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή, επισημαίνω ότι σε κάθε περίπτωση, οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί κινδύνου λόγω περιουσιακής διαφοράς από τον θείο του, αφενός μεν δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι, αφετέρου δε, στοιχειοθετούν την έννοια της ιδιωτικής διαφοράς. Οι δε ιδιωτικές διαφορές καταρχήν δεν σχετίζονται προς τους λόγους που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 (δίωξη λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων) και δεν αποτελούν βάση για την αναγνώριση ενός προσώπου ως πρόσφυγα.

37.          Περαιτέρω, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι υφίστατο περιουσιακή διαμάχη μεταξύ του Αιτητή και του θείου του, από διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης προκύπτει ότι τέτοιου είδους διαφορές στη ΛΔΚ δύνανται να τεθούν ενώπιον αρμόδιων αρχών. Ειδικότερα, τα “Tribunaux de paix” έχουν αρμοδιότητα να επιλαμβάνονται διαφορών οικογενειακού δικαίου, κληρονομιάς, δωρεών και διαφορών σχετικών με γαιοκτησία, ενώ παράλληλα το εθιμικό δίκαιο λειτουργεί μέσω αναγνωρισμένων τοπικών/οικογενειακών θεσμών, όπως οικογενειακά και φυλετικά συμβούλια και παραδοσιακές αρχές.[4]

38.          Με βάση τις ως άνω πηγές πληροφόρησης ο Αιτητής θα μπορούσε εκτός από τις αστυνομικές αρχές να απευθυνθεί και στην τοπική αυτοδιοίκηση για να παρέμβει ως διαμεσολαβητής κάτι το οποίο και πάλι δεν έπραξε. Γενικότερα φρονώ από τα ενώπιον μου στοιχεία και τις αναφορές του Αιτητή ότι δεν στοιχειοθετήθηκε έλλειψη αποτελεσματικού μηχανισμού προσφυγής ή επίλυσης της κατ’ ισχυρισμό περιουσιακής διαφοράς. Το βάρος παραμένει στον Αιτητή να αποδείξει γιατί το κράτος δεν είναι πρόθυμο και ικανό να  του παρέχει αποτελεσματική προστασία, στοιχείο το οποίο δεν προκύπτει από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, καθότι ο Αιτητής προέβη σε γενική αναφορά ότι αποτάθηκαν στην αστυνομία, χωρίς ωστόσο να περιγράψει τι συνέβη, ούτε αναφέρθηκε στην εξέλιξη της υπόθεσης. Δεν παραβλέπεται συναφώς ότι η μητέρα του Αιτητή και τα λοιπά μέλη της οικογένειάς του εξακολουθούν να διαμένουν στην ίδια περιοχή, χωρίς ο Αιτητής να αναφερθεί σε οποιοδήποτε εις βάρος τους εξέλιξη.

39.          Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού του, επισημαίνεται ότι ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του, ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανός, πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[5] Ως εκ τούτου, δεν αναμένεται ευλόγως ένεκα του θρησκευτικού του προφίλ ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.

40.          Ούτε, επίσης, τεκμηριώνεται τέτοιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος λόγω της εθνοτικής του καταγωγής, καθώς δεν προκύπτει ότι τα πρόσωπα που ανήκουν στην εθνοτική ομάδα Luba αντιμετωπίζουν συστηματική δίωξη ή γενικευμένη στοχοποίηση στη ΛΔΚ. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πηγές καταγράφουν κατά περίπτωση προβλήματα συγκεκριμένων μειονοτικών ή αυτόχθονων ομάδων, χωρίς ο Αιτητής να έχει προβάλει εξατομικευμένα στοιχεία που να συνδέουν τον φόβο του με την εθνοτική του καταγωγή ως Luba.[6]

41.          Ακολούθως, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.

42.          Σύμφωνα με το portalWar Watch” της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[7] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[8], και το Συμβούλιο Ασφαλείας,  με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[9]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[10] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[11]

43.          Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[12] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Κινσάσα καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[13]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Κινσάσα θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[14]

44.          Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Κινσάσα επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[15]

45.          Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 17.4.2026) καταγράφηκαν 52 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[16] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[17]  Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.

46.          Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι νεαρός, υγιής, χωρίς εξαρτώμενα, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, ικανός προς εργασία, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα του όπου διαμένουν η μητέρα και οι αδερφές του, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε κίνδυνο.

47.          Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

48.          Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

49.          Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό του Αιτητή δεν προκύπτει, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)], ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)]. 

50.          Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94  Elgafaji, σκέψη 43).

51.          Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως  «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».

52.          Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ.  απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή. Ως εκ τούτου, παρέλκει η οποιαδήποτε άλλη εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.

53.          Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο του προφίλ το οποίο θα επέτεινε τυχόν κίνδυνο. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο αντίστοιχο καθεστώς.

54.          Ως προς την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).

55.          Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.                                           

                                                           

                                                                                                Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Η Kimbanseke και η Nsele είναι δήμοι της Kinshasa.

https://www.citypopulation.de/en/drcongo/kinshasa/admin/

 

[2] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA  https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status

[3] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada, Democratic Republic of the Congo: Marriage practices among the Luba, including frequency of forced marriage for adult women, as well as the possibility for a person to marry someone of a different ethnicity or from a different region; recourse available to Luba women in cases of forced marriage, including levirate marriage (2010-April 2014) [COD104852.E], 1 May 2014

https://www.ecoi.net/en/document/1151391.html

chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://www.justice.gov/sites/default/files/eoir/legacy/2014/08/04/COD104852.E.pdf

[4] ICLG, Democratic Republic of the Congo MBM–Conseil Vieira de Almeida, σ. 3-4

https://www.vda.pt/xms/files/v1/Artigo_OCB_-DRC.pdf ;

NYU LAW, Overview of the Legal System of the Democratic Republic of the Congo (DRC) and Research

By Dunia P. Zongwe, François Butedi and Phebe Mavungu Clément

https://www.nyulawglobal.org/globalex/democratic_republic_congo1.html

 

[5] USDOS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σ. 3

https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/  

[6] Minority Rights Group – Democratic Republic of the Congo

https://minorityrights.org/country/democratic-republic-of-the-congo/

 

[7] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[8] Ό. π.

[10] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'

https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/

[11] Βλσχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf,  Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)

https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf 

[13] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of

the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2

https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf

[14] Ό. π.

[15]  Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025

https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ 

[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24.4.2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο