ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.37/25
28 Απριλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G. K. M.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Α. Πλιάκα, δικηγόρος για τον αιτητή
Κος Χ. Καστάνας, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.12/12/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 01/02/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 09/03/22 (ερ.1-3, 12-13, 67).
Στις 15/10/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.54-67). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 28/11/24 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.102-113).
Ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 12/12/24 και του μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.115, 2).
Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του καθώς, ως αναφέρει, κατόπιν διαμάχης με τον προϊστάμενο του, αυτός τον ενέπλεξε σε υπόθεση που δεν τον αφορούσε. Ως εξηγεί ο αιτητής, ο διευθυντής της εταιρίας όπου εργαζόταν ο αιτητής ενεπλάκη σε υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων, συνελήφθη και τότε αυτός άρχισε να κατηγορεί ψευδώς τον αιτητή ότι ήταν αναμεμειγμένος μαζί του στην υπεξαίρεση ως συνεργός του, η σχέσεις του αιτητή με το αφεντικό του, ο οποίος «έχει εξαιρετική επιρροή και είναι ικανός να βλάψει τη ζωή» του αιτητή, χειροτέρεψαν και άρχισε να τον απειλεί και να τον παρενοχλεί.
Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, οι γονείς του έχουν αποβιώσει, έχει 2 αδελφούς, 4 αδελφές, θείο και θεία, γυναίκα και δύο παιδιά, όλοι διαμένουν στην Κινσάσα, με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία, ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, σπούδασε για να γίνει δάσκαλος και εργαζόταν το 2017-2021 σε βενζινάδικο.
Στην ελεύθερη αφήγηση ο αιτητής ανέφερε ότι το αφεντικό του στο βενζινάδικο στην αρχή ήταν πολύ καλός μαζί του, τον εκτιμούσε και του πρότεινε να συνευρεθούν ερωτικά για να του δώσει «τον έλεγχο όλων των σταθμών σ’ όλη την πόλη». Ο αιτητής αποδέχθηκε την πρόταση όμως το αφεντικό του ζητούσε συνεχώς περισσότερα και έτσι ο αιτητής – όντως άνθρωπος της εκκλησίας και του χριστιανισμού, ως ανέφερε – είχε απογοητευτεί, τότε το αφεντικό του άρχισε να τον πιέζει, άρχισε να τον φταίει για απώλειες καυσίμων και τελικά τον απείλησε ότι αν δεν το πράξει θα χάσει τη δουλειά του. Ο αιτητής ανέφερε ότι οι περισσότεροι υπάλληλοι στο βενζινάδικο είχαν υποχρέωση να συνευρίσκονται με το αφεντικό τους, ο οποίος – ως ανέφερε ο αιτητής – είναι πολύ γνωστό άτομο και δεν είχε την ευκαιρία να τον καταγγείλει στις αρχές. Ανέφερε ότι μια νύχτα που πήγε σε ένα πάρτυ το αφεντικό του έστειλε άτομα στο σπίτι του και το έκαψαν ολοσχερώς και τον κάλεσε και του είπε ότι είναι σαν μυρμήγκι στα μάτια του και ότι μπορεί να τον εξαφανίσει αν αυτός δεν υποκύψει στις προτάσεις του. Μετά, ως ανέφερε ο αιτητής, το αφεντικό του έκοψε τον μισθό του και τον έθεσε σε διαθεσιμότητα και αναζητούσε τον αιτητή προκειμένου να τον έχει κοντά του. Ερωτώμενος γιατί δεν είχε καταγράψει τίποτε επί του ισχυρισμού αυτού στην επίδικη αίτηση ο αιτητής ανέφερε ότι δεν ένιωθε ότι υπήρχε εμπιστευτικότητα γιατί ήταν πολλοί (σ.σ. όταν συμπλήρωνε την αίτηση του) και σε ερωτήσεις που ακολούθησαν ανέφερε ότι δεν ένιωθε ασφαλής να το αναφέρει.
Καλούμενος να παραθέσει λεπτομέρειες σχετικά με τα ως άνω ο αιτητής ανέφερε ότι το αφεντικό του τον προσέγγιζε τα σαββατοκύριακα, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει το που, πως, πόσες φορές και πότε συνευρισκόταν με το αφεντικό του και να παραθέσει άλλα στοιχεία για την καθημερινότητα του, την εργασία του και την ανέλιξη που είχε λόγω της σχέσης που είχε με το αφεντικό του, αναφέροντας ότι δεν θυμάται καλά γιατί τον τραυμάτισαν ψυχικά, λέγοντας μάλιστα ότι μετά απ’ αυτά δεν είχε στύσεις με τη γυναίκα του. Καλούμενος να εξηγήσει πως, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, έκανε δύο παιδιά μετά από τα συμβάντα με το αφεντικό του, ο αιτητής ανέφερε ότι δεν μπορούσε να κρατήσει τις στύσεις του για πολύ χρόνο. Ερωτώμενος πως γνωρίζει ότι το αφεντικό του τον αναζητούσε σ’ όλη την Κινσάσα και τις απειλές που λάμβανε στο κινητό τηλέφωνο, ως είχε αναφέρει, ανέφερε όλως γενικώς το συμβάν με το κατ’ ισχυρισμό κάψιμο του σπιτιού του, χωρίς να είναι και πάλι σε θέση να αναφέρει κάποια περαιτέρω λεπτομέρεια ή στοιχείο σχετικώς. Καλούμενος να εξηγήσει γιατί – ως ο ίδιος είχε αναφέρει – παρά τα όσα ανέφερε για το αφεντικό του, αυτός δούλευε εκεί μέχρι την τελευταία ημέρα που έφυγε από τη ΛΔΚ ο αιτητής ανέφερε ότι προετοίμαζε τη φυγή του σιγά σιγά και, όταν οι απειλές εντάθηκαν πολύ, αποφάσισε να φύγει αμέσως. Ερωτώμενος τι θα συμβεί αν επιστρέψει στη ΛΔΚ ανέφερε ότι θα πεθάνει, καθώς το αφεντικό του έχασε την ευκαιρία να το πιάσει τότε και είναι πολύ ισχυρός.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Ισχυριζόμενες απειλές του αιτητή από τον εργοδότη του, λόγω της μη συνέχισης της σεξουαλικής συνουσίας μαζί του (sic)
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ως αναξιόπιστο.
Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού εντοπίστηκε κατ’ αρχή ότι τα λεγόμενα του αιτητή κατά τη συνέντευξη έρχονταν σε αντίφαση με τα όσα είχε καταγράψει στην επίδικη αίτηση, όπου είχε αναφέρει σε κατηγορίες κατά του από τον προϊστάμενο του για εμπλοκή του σε υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων από την εταιρία όπου εργαζόταν, η δε εξηγήσεις που έδωσε ο αιτητής ότι δεν ένιωθε άνετα τότε να αναφέρει τα περί συνευρέσεων του με το αφεντικό του και του ότι του είχαν ζητήσει να αναφέρει περιληπτικά τους ισχυρισμούς του κρίθηκαν αντιφατικά μεταξύ τους και μη ικανοποιητικά. Επί του αφηγήματος του κρίθηκε ότι αυτό στερούνταν σε πολλά σημεία λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, αφού, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά πότε έγιναν οι συνευρέσεις με το αφεντικό του, πόσο καιρό γίνονταν, πόσες φορές, τι ακριβώς διαμείφθηκε μεταξύ τους, γιατί ανέφερε ότι το αφεντικό του ήταν πολύ ισχυρό άτομο και δεν εξήγησε επαρκώς γιατί αυτός συνέχισε να εργάζεται σ’ αυτόν αφού δεν ήθελε να υποκύπτει στις ορέξεις του και ούτε εξήγησε γιατί θεωρούσε ότι τον ψάχνει το αφεντικό του και πως το γνωρίζει. Επί της εξωτερικής συνοχής κρίθηκε ότι, ενόψει της προσωπικής φύσεως των ισχυρισμών του αιτητή δεν ήταν σκόπιμη η αναζήτηση διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά και ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, στερούμενος εσωτερικής συνοχής.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του αιτητή, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Κινσάσα), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.
Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Στην αγόρευση του ο αιτητής ισχυρίζεται ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν ανεπαρκούς έρευνας, εκ της οποίας οι καθ’ ων η αίτηση πλανήθηκαν τόσο ως προς τον νόμο όσο και ως προς τα πράγματα, και δεν αιτιολογείται.
Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και εξέτασης, επαρκώς αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη έχει παρεισφρήσει κατά τη λήψη αυτής. Σχετικά με τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή, ανατρέχοντας στη συνέντευξη, υπεραμύνονται του εύλογου και της ορθότητας τους και λέγουν ότι ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται στην επίδικη αίτηση και διαδικασία εξέτασης της και ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή και απολύτως αιτιολογημένη.
Δεδομένου ότι οι ως άνω μόνοι προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).
Προχωρώ λοιπόν με αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και ισχυρισμών.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρονται σχετικώς τα εξής:
«Εάν ένας αιτών ισχυριστεί ότι συνελήφθη σε διαδήλωση για πρώτη φορά στη ζωή του, θα προξενούσε έκπληξη η αδυναμία του να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το πότε, πού και με ποιον τρόπο έλαβε χώρα η σύλληψή του, παρότι στην περίπτωση αυτή τίθεται το ζήτημα του βαθμού λεπτομέρειας που μπορεί εύλογα να αναμένεται. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».
Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι:
«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […]
Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Επιστρέφοντας στα ενώπιον μου στοιχεία, διερχόμενος του πρακτικού της συνέντευξης, θα συμφωνήσω με τα επιμέρους ευρήματα και τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτά καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.107-109), σημειώνοντας επιγραμματικά τα εξής. Εν προκειμένω ο αιτητής ερωτήθηκε δεόντως και επισταμένα επί όλων των όσων ανέφερε σχετικά με τις κατ’ ισχυρισμό συνευρέσεις του με το αφεντικό του, χωρίς να είναι τελικά σε θέση να αναφέρει την παραμικρή εύλογα αναμενόμενη λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο για όλα όσα παρέθεσε. Το αφήγημα του έρχεται δε σε πλήρη αντίθεση με τα όσα κατέγραψε στην επίδικη αίτηση. Επί τούτου θα πρέπει να σημειωθεί ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί εύλογη εξήγηση τα όσα ανέφερε περί του ότι δεν ένιωθε άνετα τότε, αν είχε γράψει τότε κάτι απλό ή γενικό, όμως το γεγονός ότι στην επίδικη αίτηση καταγράφεται με λεπτομέρεια ένα ιστορικό περί εμπλοκής του σε υπόθεση υπεξαίρεσης χρημάτων, το οποίο ουδεμία σχέση έχει με τα όσα ανέφερε στη συνέντευξη, επιδρά καταλυτικά και μοιραία, ενόψει της παντελούς έλλειψης λεπτομερειών και συγκεκριμένων στοιχείων στη συνέντευξη, στην εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή. Επιπροσθέτως ο αιτητής ουδέν συγκεκριμένο συμβάν, ουδεμία ανάμνηση, έστω φωτογραφικά από όσα περιγράφει, ουδεμία συζήτηση και ουδέν περί της κατ’ ισχυρισμό ανέλιξης του στην εργασία του, σύμφωνα με όσα ο ίδιος ισχυρίστηκε, κατάφερε τελικά να παραθέσει. Σε κανένα απολύτως σημείο των λεγομένων του δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το παραμικρό ψήγμα ευλογοφανούς, συνεκτικής, αρκούντως συγκεκριμένης αφήγησης και να τοποθετήσει χρονικά τα όσα ανέφερε, εκ των οποίων ελλείπουν δε καταφανώς βιωματικά στοιχεία. Καθίσταται θεωρώ σαφές από ανάγνωση του επίδικου πρακτικού της συνέντευξης ότι άπαντες οι ισχυρισμοί του αιτητή αποτελούν επινοήματα του ιδίου προκειμένου να στηρίξει, εδώ ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση.
Σημειώνω εδώ ότι οι καθ’ ων η αίτηση, ως και ανωτέρω αναφέρω, δεν έκαναν έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά (ΠΧΚ), το οποίο – δεδομένης της προσωπικής φύσης και των καταφανών ελλείψεων των ισχυρισμών του αιτητή – δεν απαιτούνταν και ορθώς δεν έγινε. Οιαδήποτε άλλη κατάληξη επί των λεγομένων του αιτητή θα συνιστούσε θεωρώ αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ενός αφηγήματος στερούμενου παντελώς και σε όλη του την έκταση του παραμικρού ψήγματος συνοχής, ευλογοφάνειας, αλλά και χρονικής συνέπειας.
Ενόψει της ως άνω κατάληξης μου απομένει εδώ μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Κινσάσα), σε επικαιροποιημένη βάση.
Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[1]
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[2]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [3]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω [4] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Προς τα ως άνω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας, 36 ετών σήμερα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διατηρεί ισχυρό οικογενειακό δίκτυο (αδέλφια, σύντροφο, παιδιά, θείο) στην Κινσάσα, εκ των οποίων αναμένεται να μπορέσει να λάβει εξ αυτών στήριξη, μέχρι να βιοποριστεί και εξασφαλίσει τα προς το ζην, παρά τις όποιες αντιξοότητες αντιμετωπίσει.
Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» αλλά και ότι δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να δεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής είναι αντίθετη με την εκ του αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.
Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).
[3] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο