ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 3946/24
28 Απριλίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
T. N. Y.
Αιτητού
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
.........
Ο Αιτητής είναι παρών
X. Παφίτη για Γ. Βασιλόπουλο (κ.), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Α. Αναστασιάδη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η αίτηση
M. L. Upelele (κα) για πιστή διερμηνεία από λινγκάλα στην αγγλική και αντίστροφα και Ρ. Ευαγγέλου (κ.) για πιστή διερμηνεία από την ελληνική στην αγγλική και αντίστροφα
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 31.8.2024 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά τoυ για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023.
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (στο εξής: ΛΔΚ) και περί τις 21.10.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 28.8.2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: λειτουργός), ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 31.8.2024, ο οποίος εξέδωσε παράλληλα και απόφαση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 16.9.2024, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
Νομικοί Ισχυρισμοί
2. Ο Αιτητής, δια της συνηγόρου του, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προωθεί ως λόγους προσφυγής την αναρμοδιότητα του οργάνου που έλαβε την επίδικη απόφαση και την έλλειψη δέουσας έρευνας. Ειδικότερα, προβάλλει ότι η κα Χ. η οποία εξέδωσε την απόφαση επιστροφής, είχε παύσει (βλ. Παράρτημα Α της Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή) και έκτοτε δεν έχει δημοσιευθεί διορισμός νέου προσώπου ως Προϊσταμένου στην Υπηρεσία Ασύλου, υποστηρίζοντας ότι κατά την κανονική διαδικασία εξέτασης αιτήσεων ασύλου, μόνο η εν λόγω λειτουργός είχε αρμοδιότητα έκδοσης απόφασης επιστροφής. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, ο Αιτητής επικαλείται έλλειψη δέουσας έρευνας και ότι λανθασμένως ο Αιτητής κρίθηκε αναξιόπιστος ως προς τον πυρήνα της αίτησής του, οδηγώντας έτσι στην απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία.
3. Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνονται την ορθότητα της επίδικης απόφασης. Υποστηρίζουν ότι αυτή είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και ότι ορθώς κρίθηκε ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Ως προς τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητα που προέβαλε ο συνήγορος του Αιτητή, αντιτείνει ότι ο κ. Αγρότης, ο λειτουργός ο οποίος κατά τον ουσιώδη χρόνο εξέδωσε την επίδικη πράξη ασκούσε καθήκοντα Προϊσταμένου, το έπραξε δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης. Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, οι Καθ’ ων η αίτηση παραπέμποντας στα επιμέρους ευρήματά τους κατά τη διοικητική διαδικασία, υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής έχει κριθεί αναξιόπιστος και ότι ακόμη κι αν ήθελε θεωρηθεί αξιόπιστος, δεν θα μπορούσε να υπαχθεί στα άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι ο Αιτητής όφειλε να αποταθεί στις αρχές της χώρας του για προστασία έναντι της φερόμενης εσφαλμένης κατηγορίας εναντίον του.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2023 έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο Περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
8. Στο ερμηνευτικό άρθρο 2 του περί Προσφύγων νόμου, ο όρος «Προϊστάμενος» ορίζεται ως ακολούθως (η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου):
«Προϊστάμενος» σημαίνει αρμόδιο λειτουργό ο οποίος προΐσταται της Υπηρεσίας Ασύλου και περιλαμβάνει οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο λειτουργό της εν λόγω Υπηρεσίας που εξουσιοδοτείται από τον Υπουργό, για να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου·».
9. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
10. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
11. Επισημαίνεται εν πρώτοις ότι το ζήτημα που εγείρεται αναφορικά με την κατ΄ ισχυρισμό αναρμοδιότητα του διοικητικού οργάνου να εγκρίνει την απόφαση, ως θέμα δημοσίας τάξεως, δύναται να εξεταστεί και αυτεπαγγέλτως από το παρόν Δικαστήριο (βλ. A. Έ. Aρ. 2728 Σύνδεσμος Ασφαλιστικών Εταιρειών Κύπρου ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 314). Εν προκειμένω, θα προχωρήσω στην εξέταση αυτού του εγειρόμενου λόγου, καθώς έχω ενώπιόν μου όλα τα ουσιώδη στοιχεία. Η επίδικη απόφαση ημερομηνίας 31.8.2024 λήφθηκε από τον κ. Α. Αγρότη στη βάση ισχύουσας κατά τον ουσιώδη χρόνο εξουσιοδότησης ημερομηνίας 9.6.2022, η οποία εντοπίζεται ως ερυθρό 30 του διοικητικού φακέλου. Με βάση αυτήν δόθηκε εξουσιοδότηση από τον τέως Υπουργό Εσωτερικών προς τον κ. Αγρότη όπως εκτελεί τα καθήκοντα Προϊσταμένου, στο πλαίσιο έκδοσης αποφάσεων επί αιτημάτων διεθνούς προστασίας, συμπεριλαμβανομένων και αποφάσεων επιστροφής δυνάμει των άρθρων 12Δ, 13 και 18 του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του άρθρου 2 του περί Προσφύγων Νόμου. Υπάρχει δηλαδή, ρητή διάταξη Νόμου που επιτρέπει την μεταβίβαση της εξουσίας λήψης τέτοιων αποφάσεων σε οποιοδήποτε άλλο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου εκτός από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας αυτής. Δεδομένου του ότι η απόφαση η οποία λήφθηκε από εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, λαμβάνοντας υπόψη ότι επιτρέπεται η εκχώρηση αυτών των εξουσιών δυνάμει της ανωτέρω διάταξης λαμβάνοντας υπόψη ότι η εν λόγω εξουσιοδότηση (που περιέχει ρητά τις εν λόγω αρμοδιότητες) δεν είχε ανακληθεί κατά τον ουσιώδη χρόνο από το όργανο που τη μεταβίβασε - μέχρι την ανάκλησή της και/ή μέχρι την σύνταξη τυχόν νέας εξουσιοδότησης η μεταβίβαση αρμοδιότητας εξακολουθεί να ισχύει.
12. Ούτε το ζήτημα που αφορά στη λήξη της απόσπασης της κας Μ. Χρυσομηλά-Κουρσουμπά, για εκτέλεση καθηκόντων προς ικανοποίηση υπηρεσιακών αναγκών στην Υπηρεσία Ασύλου στις 08/12/2022 (όπως προκύπτει από δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας Α’, ημερομηνίας 16/04/2020), συνιστά λόγο ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης.
13. Ειδικότερα, ως «Προϊστάμενος» κατά την έννοια του νόμου και ως φορέας του οργάνου που εξέδωσε την επίδικη πράξη νοείται ο κ. Α. Αγρότης και όχι η κα Χρυσομηλά-Κουρσουμπά. Το γεγονός ότι στην επιστολή κοινοποίησης της επίδικης πράξης φέρεται να υπογράφει άλλος λειτουργός «για τον Προϊστάμενο» της Υπηρεσίας Ασύλου, ακόμη και αν υποτεθεί ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο η θέση του Προϊσταμένου ήταν κενή — στοιχείο το οποίο δεν προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα — ουδόλως επηρεάζει τη νομιμότητα της επίδικης πράξης. Και τούτο διότι, όπως έχει ήδη αναλυθεί ανωτέρω, η επίδικη απόφαση εκδόθηκε από τον καθ’ ύλην αρμόδιο φορέα, ήτοι τον κ. Α. Αγρότη, ο οποίος, κατά την έννοια του άρθρου 2 του Νόμου, συνιστούσε τον «Προϊστάμενο», ως πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο να ασκεί τις σχετικές αρμοδιότητες.
14. Περαιτέρω, από την αξιολόγηση των θέσεων του συνηγόρου του Αιτητή δεν καθίσταται αντιληπτό με ποιον τρόπο η λήξη της απόσπασης της κας Χρυσομηλά-Κουρσουμπά δύναται να επηρεάσει την εγκυρότητα της εξουσιοδότησης που χορηγήθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών, ημερομηνίας 09/06/2022, προς τον κ. Α. Αγρότη, προκειμένου να ενεργεί και/ή να ασκεί συγκεκριμένες εξουσίες και καθήκοντα του «Προϊσταμένου» της Υπηρεσίας Ασύλου. Τέλος, οι σκοποί της εξουσιοδότησης ημερομηνίας 10/11/2020, η οποία παραχωρήθηκε στην κα Χρυσομηλά-Κουρσουμπά από τον Υπουργό Εσωτερικών (βλ. ερυθρό 29 του διοικητικού φακέλου), καθώς και η τυχόν ύπαρξη εξουσιοδοτήσεων άλλων λειτουργών της Υπηρεσίας Ασύλου, δεν ασκούν επιρροή στην παρούσα κρίση, καθότι δεν συνδέονται με την έκδοση της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του Αιτητή περί αναρμοδιότητας απορρίπτεται ως αβάσιμος.
1. Ως προς τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του εκάστοτε αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C‑283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο εκάστοτε αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η πιο πάνω ανάλυση λόγω της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου καθιστά αλυσιτελή την προβολή υποπεριπτώσεων λόγων προσφυγής π.χ. έλλειψη δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, πλάνη, ορισμένες διαδικαστικές πλημμέλειες κατά την έκδοση της επίδικης πράξης. Εν προκειμένω, η Αιτήτρια εκπροσωπούμενη και δια συνηγόρου, έχει την ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να λάβει όλα τα δέοντα δικονομικά μέσα προς τεκμηρίωσή τους [Βλ. «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π. Σπηλιωτόπουλος, 14ης Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου, Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 247 και Π.Δ. Δαγτόγλου, (Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο), σελ. 552]. Ως αλυσιτελής χαρακτηρίζεται ο λόγος προσφυγής, ο οποίος ακόμα και αν γίνει δεκτός δεν πρόκειται να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης [Βλ. Η προβολή ισχυρισμών στις διοικητικές διαφορές ουσίας, Α. Αθ. Αρχοντάκη, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 100].
2. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτών. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman & Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του Αιτητή ασύλου να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του Αιτητή ασύλου να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C‑277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
15. Προχωρώντας στην κατ' ουσίαν εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή, παρατηρείται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή έλαβε απειλές από ένα πρόσωπο με επιρροή στη χώρα, το οποίο τον παγίδευσε στην οικία του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι ελαιοχρωματιστής (“painter”) και ότι το εν λόγω πρόσωπο του είπε πως, μετά την ολοκλήρωση της εργασίας του στην οικία του, η οποία διήρκεσε πέντε ημέρες, είχε διαπιστώσει ότι είχε χαθεί ο χαρτοφύλακάς του, ο οποίος περιείχε σημαντικά έγγραφα (βλ. ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 13 του δ. φ.).
16. Κατά το στάδιο της συνέντευξης, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1990 στην Kinshasa της ΛΔΚ, η οποία αποτελεί και τον συνήθη τόπο διαμονής του. Δήλωσε ότι είναι Χριστιανός ως προς το θρήσκευμα και ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Mukongo. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση δήλωσε ότι είναι μη νυμφευμένος. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής δήλωσε απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και κάτοχος πτυχίου καλών τεχνών. Επίσης δήλωσε ότι ομιλεί την γαλλική γλώσσα, Lingala και μερικώς την αγγλική. Αναφορικά με την εργασιακή του εμπειρία δήλωσε ότι διατηρούσε κατάστημα, στο οποίο πωλούσε μπλουζάκια, ηλεκτρονικά είδη και γυναικεία υποδήματα από το 2011 έως το 2020.
17. Ως προς την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του, ο οποίος απεβίωσε τον Οκτώβριο του 2017, είχε πολλές συζύγους και ότι η μητέρα του ήταν η δεύτερη, ενώ στην οικογένειά του υπάρχουν 11 παιδιά. Δήλωσε ότι πλέον ζουν η μητέρα του, μία μητριά του και 9 από τα αδέλφια του. Ανέφερε επιπλέον ότι η οικογένειά του διαμένει στην Kinshasa, ότι διατηρεί επικοινωνία μαζί τους και ότι διαθέτει ευρύτερη οικογένεια στη ΛΔΚ, συγκεκριμένα έναν θείο από την πλευρά της μητέρας του, θείες από την πλευρά του πατέρα του, καθώς και ξαδέλφια.
18. Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του, ο Αιτητής αναφέρθηκε σε απειλές που έλαβε μετά την κατηγορία ότι είχε κλέψει χαρτοφύλακα/τσάντα με σημαντικό περιεχόμενο από την οικία προσώπου για το οποίο είχε εργαστεί. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι τον Ιούνιο του 2020 δέχθηκε τηλεφώνημα από πρόσωπο ονόματι Mike Kalambayi, το οποίο του ζήτησε να αναλάβει εργασίες ανακαίνισης στην οικία του, στην κοινότητα Ngaliema της Kinshasa. Ο Αιτητής σε διευκρινιστικά ερωτήματα ανέφερε ότι ο ίδιος διατηρούσε κατάστημα, αλλά παράλληλα αναλάμβανε και εργασίες βαψίματος κατοικιών, καθώς πελάτες του καταστήματός του τον καλούσαν για τέτοιου είδους εργασίες. Πρόσθεσε ότι στο κατάστημά του υπήρχε σημείωμα για τις εργασίες που αναλάμβανε και στο οποίο αναγραφόταν ο αριθμός τηλεφώνου του.
19. Ο Αιτητής ανέφερε ότι μετέβη στην οικία του εν λόγω προσώπου μαζί με ακόμη έξι άτομα, τα οποία είχε πάρει μαζί του για να τον βοηθήσουν στην εργασία, η οποία διήρκησε πέντε ημέρες και περιλάμβανε επισκευές στην οικία, βάψιμο, καθώς και βάψιμο θυρών, πύλης και άλλων σημείων. Κατά τη διάρκεια αυτών των πέντε ημερών, όπως δήλωσε, δεν συνέβη κάτι ιδιαίτερο, ενώ στην οικία βρίσκονταν επίσης ο οικονόμος και ο φρουρός του εργοδότη/πελάτη του.
20. Ο Αιτητής περιέγραψε τον M.K. ως πάστορα, πρόσωπο ευρείας αναγνωρισιμότητας και άτομο που διατηρούσε στενές σχέσεις με τον Πρόεδρο της χώρας. Ερωτηθείς ως προς τη φύση της σχέσης αυτής, ανέφερε αρχικώς ότι προέρχονταν από το ίδιο χωριό, ενώ στη συνέχεια διαφοροποίησε την εκδοχή του, ισχυριζόμενος ότι ο εν λόγω πάστορας είχε αναπτύξει προεκλογική δραστηριότητα υπέρ του Προέδρου και ότι, κατόπιν της εκλογής του τελευταίου, ανέπτυξαν στενές σχέσεις.
21. Ωστόσο, όταν του επισημάνθηκε ότι από διαθέσιμες διαδικτυακές πηγές προέκυπτε ότι το εν λόγω πρόσωπο είναι γνωστός τραγουδοποιός και τραγουδιστής, χωρίς να επιβεβαιώνεται η ιδιότητά του ως πάστορα ή η εμπλοκή του σε προεκλογική εκστρατεία, ο Αιτητής τροποποίησε εκ νέου τους ισχυρισμούς του, αναφέροντας ότι το πρόσωπο αυτό υπήρξε στο παρελθόν τραγουδιστής, ενώ σήμερα δραστηριοποιείται ως πάστορας.
22. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δύο ημέρες μετά την ολοκλήρωση των εργασιών επέστρεψε στην οικία του πελάτη/εργοδότη του, προκειμένου να πληρωθεί. Εκεί, όπως ανέφερε, ο πελάτης του τον κατηγόρησε ότι είχε κλέψει την τσάντα/χαρτοφύλακά του, ο οποίος περιείχε σημαντικά αντικείμενα. Ως περιέγραψε, ο Αιτητής αρνήθηκε την κατηγορία και του είπε ότι εργαζόταν μαζί με άλλα έξι πρόσωπα, τα οποία εμπιστευόταν. Εντούτοις, ο εργοδότης του φέρεται να επέμεινε ότι ο Αιτητής είχε κλέψει την τσάντα και τον απείλησε ότι αν δεν την επέστρεφε, δεν θα έφευγε από την οικία και θα του συνέβαινε κάτι κακό. Ο Αιτητής τοποθέτησε το εν λόγω περιστατικό περί τις 5 ή 6 Ιουνίου 2020.
23. Περαιτέρω, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πελάτης του μίλησε στο τηλέφωνο, είπε «εντάξει» και στη συνέχεια έδωσε εντολή στον φρουρό να κλειδώσει την πύλη. Ο Αιτητής δήλωσε ότι αισθάνθηκε πως βρισκόταν σε κίνδυνο, καθώς θεώρησε ότι τα άτομα που βρίσκονταν εκεί ήθελαν να τον βλάψουν. Ισχυρίστηκε ότι ο φρουρός κατευθύνθηκε προς την πύλη με σκοπό να την κλειδώσει και ότι ο ίδιος τον ακολούθησε, τον έσπρωξε και κατάφερε να διαφύγει. Προσέθεσε ότι ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο καθόταν δίπλα στον εργοδότη/πελάτη, προσπάθησε να τον συγκρατήσει τραβώντας την τσάντα του, αλλά εκείνος συνέχισε να τρέχει, καταφέρνοντας εν τέλει να διαφύγει.
24. Μετά τη διαφυγή του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι μετέβη στην οικία του, όπου συναντήθηκε με δικηγόρο, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, ήταν πελάτης του και τον συμβούλεψε να εγκαταλείψει τη χώρα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, κατά την ίδια περίοδο και συγκεκριμένα στις 6 Ιουνίου 2020, μετέβη στην επαρχία Kongo Central, όπου παρέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου ενός έτους, χωρίς να του συμβεί οποιοδήποτε περιστατικό εις βάρος του. Ωστόσο, υποστήριξε ότι κατά το διάστημα αυτό έλαβε τηλεφώνημα, με το οποίο ενημερώθηκε ότι η οικία του στην Kinshasa είχε καταστραφεί.
25. Ερωτηθείς περαιτέρω αναφορικά με τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε, ο Αιτητής ανέφερε ότι η πρώτη απειλή συνίστατο στο περιστατικό στην οικία του εργοδότη του, όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, επιχείρησαν να τον κλειδώσουν εντός της οικίας και τον απείλησαν ότι θα του προκαλούσαν βλάβη ή θα τον συλλάμβαναν, εάν δεν επέστρεφε την τσάντα/χαρτοφύλακα. Ως δεύτερο περιστατικό επικαλέστηκε το προαναφερθέν τηλεφώνημα περί καταστροφής της οικίας του. Σε ερώτηση ως προς τον λόγο για τον οποίο φέρεται να στοχοποιήθηκε προσωπικά, ενώ στην οικία εργάζονταν και άλλα έξι άτομα, απάντησε ότι ο ίδιος ήταν υπεύθυνος για τα πρόσωπα αυτά και ότι θεωρούσε πως το πρόβλημα αφορούσε τον ίδιο και όχι τους λοιπούς.
26. Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι, μετά το περιστατικό της 6ης Ιουνίου 2020 και μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα, ήτοι περίπου ένα έτος αργότερα, δεν σημειώθηκε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό προσωπικά εις βάρος του. Προσέθεσε, ωστόσο, ότι τον Νοέμβριο του 2020 προβλήθηκε στην τηλεόραση η φωτογραφία του, με αναφορά ότι είχε κλέψει κάτι σημαντικό και ότι αναζητείτο από τις αρχές. Ερωτηθείς για ποιο λόγο, ενώ φερόταν ως καταζητούμενος και η φωτογραφία του προβλήθηκε δημόσια, δεν εντοπίστηκε, απάντησε ότι στην επαρχία όπου διέμενε δεν υπήρχε ηλεκτρικό ρεύμα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι μία ημέρα πριν την αναχώρησή του διέμεινε σε ξενοδοχείο.
27. Αναφορικά με την αναχώρησή του από τη χώρα, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ τον Σεπτέμβριο του 2021. Ερωτηθείς πώς κατόρθωσε να αναχωρήσει νομίμως, παρά το ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, καταζητείτο, ανέφερε ότι πρόσωπο που τον βοήθησε του υπέδειξε τις ενέργειες στις οποίες έπρεπε να προβεί ώστε να μην εντοπιστεί. Επανέλαβε, δε, ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην επαρχία Kongo Central δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε περαιτέρω πρόβλημα.
28. Ως προς τον φόβο επιστροφής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, φοβάται ότι θα συλληφθεί ή και θα θανατωθεί. Επιπλέον, υποστήριξε ότι δεν θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας, καθότι, κατά την αντίληψή του, θα εξακολουθούσε να διατρέχει κίνδυνο θανάτου.
29. Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ' ων η αίτηση διέκριναν δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή, ο δεύτερος αναφορικά με τα ισχυριζόμενα προβλήματα από πελάτη του Αιτητή, ο οποίος τον κατηγόρησε για κλοπή.
30. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός. Κρίθηκε ότι οι συναφείς δηλώσεις του Αιτητή υπήρξαν συνεκτικές, αποδεικνύονται από τα έγγραφα ταυτοποίησης που προσκόμισε καθώς και από έτερες εξωτερικές πηγές, στις οποίες παραπέμπουν οι Καθ' ων η αίτηση.
31. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό αυτός έτυχε απόρριψης, καθώς κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις, ασάφειες και έλλειψη επαρκών πληροφοριών. Συγκεκριμένα, ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει επαρκείς πληροφορίες για τον φερόμενο πελάτη και διώκτη του, Μ.Κ. . Ανέφερε ότι ήταν πάστορας και ότι είχε στενή σχέση με τον πρόεδρο της χώρας, χωρίς ωστόσο να μπορεί να εξηγήσει επαρκώς τη σχέση αυτή. Οι απαντήσεις του περιορίστηκαν στο ότι προέρχονταν από το ίδιο χωριό και ότι ο Μ.Κ. είχε διεξάγει προεκλογική εκστρατεία υπέρ του προέδρου, ενώ δεν μπόρεσε να τεκμηριώσει πώς το γνώριζε, πέραν γενικής αναφοράς στα μέσα ενημέρωσης. Επιπλέον, όταν του επισημάνθηκε ότι από διαδικτυακή αναζήτηση δεν επιβεβαιωνόταν ο ισχυρισμός του, αλλά προέκυπτε μόνο τραγουδιστής με παρόμοιο όνομα, ο Αιτητής δεν έδωσε πειστική εξήγηση. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του για την οικία όπου εργάστηκε και τις εργασίες ανακαίνισης ήταν ελλιπείς. Παρότι ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε εκεί επί πέντε ημέρες, περιέγραψε τον χώρο απλώς ως «ήσυχο μέρος» και ανέφερε γενικά ότι επισκεύασαν και έβαψαν το σπίτι, χωρίς συγκεκριμένες ή βιωματικές λεπτομέρειες που θα αναμένονταν από κάποιον που είχε πράγματι εργαστεί εκεί για τόσες ημέρες. Ως προς το περιστατικό της κατηγορίας περί κλοπής και της απόπειρας εγκλωβισμού του, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η αφήγησή του Αιτητή παρέμεινε γενική και ανεπαρκής. Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πελάτης τον κατηγόρησε για την εξαφάνιση της τσάντας, τον απείλησε και έστειλε τον φρουρό να κλειδώσει την πύλη, ενώ ο ίδιος διέφυγε σπρώχνοντας τον φρουρό. Ωστόσο, δεν μπόρεσε να περιγράψει με λεπτομέρεια πώς εξελίχθηκε το περιστατικό, για ποιο λόγο στοχοποιήθηκε αποκλειστικά ο ίδιος ενώ εργάζονταν και άλλα έξι άτομα, ούτε για ποιο λόγο θα επιχειρούσαν να τον εγκλωβίσουν εάν σκοπός τους ήταν η επιστροφή της τσάντας. Επιπλέον, ως σημείωσαν, οι απειλές που επικαλέστηκε ο Αιτητής περιορίστηκαν ουσιαστικά στο ίδιο μεμονωμένο περιστατικό της 06/06/2020. Ο ίδιος επιβεβαίωσε ότι, μετά από αυτό και μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα, δεν του συνέβη άλλο προσωπικό περιστατικό, γεγονός που κρίθηκε ότι αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί συνεχιζόμενου κινδύνου.
32. Τέλος, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν μη πειστικό τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι τον Νοέμβριο του 2020 προβλήθηκε η φωτογραφία του στις ειδήσεις και ότι τον αναζητούσαν. Ο Αιτητής δεν μπόρεσε να εξηγήσει για ποιο λόγο το θέμα προβλήθηκε πέντε μήνες μετά το περιστατικό, ποιο ακριβώς ήταν το περιεχόμενο της είδησης ή πώς τον αναζητούσαν. Επίσης, δεν έδωσε ευλογοφανή εξήγηση για το πώς παρέμεινε επί έναν χρόνο στην επαρχία Kongo Central χωρίς να εντοπιστεί, ούτε πώς κατάφερε να αναχωρήσει νόμιμα από τη χώρα μέσω αεροδρομίου, παρότι ισχυριζόταν ότι καταζητείτο.
33. Ως προς την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι τα όσα προέβαλε ο Αιτητής, αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ελλείψει συνοχής και επαρκών λεπτομερειών στο αφήγημα του Αιτητή, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
34. Στη βάση του μοναδικού ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι η ταυτότητα και η χώρα καταγωγής του Αιτητή και λαμβανομένων υπόψιν τόσο του προσωπικού προφίλ, όσο και των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, και ειδικότερα πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, καθότι ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση εκεί διέμεινε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του, δεν διαπιστώθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση η συνδρομή φόβου δίωξης ή βλάβης του Αιτητή.
35. Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, διαπιστώθηκε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού, δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου. Στο πλαίσιο εξέτασης της υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό προφίλ του Αιτητή σε συνάρτηση με επικαιροποιημένες πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, κρίθηκε ότι αυτός δεν διατρέχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας ως άμαχος, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας καθώς η Kinshasa δεν εμπλέκεται σε οποιαδήποτε διεθνή ή εσωτερική ένοπλη διαμάχη.
36. Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής μέσω του συνηγόρου του προώθησε τον ίδιο βασικό ισχυρισμό, χωρίς ωστόσο να προσκομίσει οποιαδήποτε περαιτέρω μαρτυρία ούτε και σχολιάζεται ειδικώς οποιοδήποτε εκ των ευρημάτων των Καθ' ων η αίτηση.
37. Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
38. Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά του στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριο του Αιτητή.
39. Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό συντάσσομαι επίσης με τα ευρήματα αναξιοπιστίας των Καθ' ων η αίτηση. Ειδικότερα, κρίνεται ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει κατά τρόπο αξιόπιστο τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ήτοι τον ισχυρισμό ότι στοχοποιήθηκε, απειλήθηκε και καταζητείτο στη χώρα καταγωγής του λόγω της φερόμενης κατηγορίας περί κλοπής τσάντας/χαρτοφύλακα από τον πελάτη του, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι είναι άτομο με επιρροή. Οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από αοριστία, έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και ελλιπή βιωματικότητα ως προς ουσιώδη στοιχεία της αφήγησής του, όπως η ταυτότητα και το προφίλ του φερόμενου διώκτη, η σχέση αυτού με τον πρόεδρο της χώρας, οι συνθήκες υπό τις οποίες εργάστηκε στην οικία του, η εξέλιξη του περιστατικού της φερόμενης παγίδευσής του, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο κατόρθωσε να διαφύγει. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν παρείχε πειστικές εξηγήσεις ως προς τον λόγο για τον οποίο στοχοποιήθηκε αποκλειστικά ο ίδιος, μολονότι στην οικία εργάζονταν και άλλα πρόσωπα, ούτε ως προς τη λογική συνοχή της φερόμενης απόπειρας εγκλωβισμού του, εφόσον ο σκοπός του φερόμενου διώκτη ήταν, κατά τα λεγόμενά του, η επιστροφή της τσάντας/χαρτοφύλακα. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί του περί δημόσιας αναζήτησής του μέσω τηλεοπτικής προβολής της φωτογραφίας του, τον οποίο προέβαλε σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης, καθώς και περί νόμιμης αναχώρησής του από τη χώρα παρά το ότι φερόταν να καταζητείται, παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και μη ευλογοφανείς. Ο Αιτητής δεν προσκόμισε δε οποιοδήποτε στοιχείο της εν λόγω δημοσίευσης. Συνεπώς, λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω ελλείψεων, αντιφάσεων και μη ικανοποιητικών εξηγήσεων, η αφήγηση του Αιτητή δεν εμφανίζεται συνεκτική, συγκεκριμένη και βιωματική, και ως εκ τούτου δεν πληροί το απαιτούμενο επίπεδο αξιοπιστίας για την αποδοχή του ουσιώδους πυρήνα του αιτήματός του. Ορθώς, συνεπώς, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί στερούνται εσωτερικής συνοχής, συνέπειας και επαρκούς εξειδίκευσης και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να γίνουν αποδεκτοί.
40. Λόγω της κατ' εξοχήν προσωπικής φύσεως των περιστάσεων που συνθέτουν τα εν λόγω γεγονότα, αυτά δεν δύνανται, ως τέτοια, να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Το Δικαστήριο προέβη ωστόσο σε έρευνα για τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη του Αιτητή, Mike Kalambayi, από την οποία προέκυψε ότι το εν λόγω άτομο είναι τραγουδοποιός και τραγουδιστής μουσικής gospel (μουσική θρησκευτικού περιεχομένου).[2] Παρά το γεγονός ότι ορισμένα επιμέρους στοιχεία της αφήγησης του Αιτητή φαίνεται να συνάδουν με διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθότι εντοπίζεται μία πηγή στην οποία αναφέρεται και η ιδιότητά του ως πάστορας[3], αυτό δεν επαρκεί από μόνο του για να τεκμηριώσει την ουσία του ισχυρισμού περί προσωπικής στοχοποίησης ή δίωξης του Αιτητή από το εν λόγω πρόσωπο. Τα στοιχεία αυτά αφορούν πληροφορίες δημοσίου χαρακτήρα, οι οποίες θα μπορούσαν ευχερώς να είναι γνωστές ή προσβάσιμες, ανεξαρτήτως οποιασδήποτε προσωπικής σχέσης ή πραγματικής εμπλοκής με το συγκεκριμένο άτομο. Ως εκ τούτου, η μερική συμβατότητα της αφήγησης με γενικώς διαθέσιμες πληροφορίες δεν δύναται να θεωρηθεί, αφ’ εαυτής, ως επιβεβαίωση ότι έλαβε χώρα το επικαλούμενο περιστατικό, ούτε ότι ο Αιτητής υπέστη ή κινδυνεύει να υποστεί δίωξη εξαιτίας του εν λόγω προσώπου. Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε έγγραφο για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς του, όπως επί παραδείγματι η φερόμενη δημοσίευση του προσώπου του, παρά το γεγονός ότι του δόθηκε η ευκαιρία τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία, όσο και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία.
41. Πέραν των ως άνω αναφερθέντων σημείων αναξιοπιστίας τα οποία κρίνω ότι πλήττουν την εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή, επισημαίνεται ότι σε κάθε περίπτωση, οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί κινδύνου για τη ζωή του από τον εργοδότη/πελάτη του, ο οποίος τον κατηγόρησε για κλοπή, αφενός μεν δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι, αφετέρου δεν αποτελούν έναν εκ των λόγων δίωξης που εξαντλητικώς αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου ως προαπαιτούμενο υπαγωγής το καθεστώς του πρόσφυγα.
42. Όλως επικουρικώς, ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί αξιόπιστο το αφήγημα του Αιτητή, έκθεση του IRB αναφέρει ότι στη ΛΔΚ υφίσταται θεσμική δυνατότητα υποβολής ποινικής καταγγελίας ενώπιον των αστυνομικών ή εισαγγελικών αρχών. Ειδικότερα, η έκθεση παραπέμπει σε πληροφορίες από δικηγόρους που δραστηριοποιούνται στην Kinshasa, βάσει των οποίων, η καταγγελία δύναται να υποβληθεί στην αστυνομία αυτοπροσώπως, μέσω εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου ή γραπτώς, ενώ το θύμα αδικήματος μπορεί να απευθυνθεί είτε σε αξιωματικό δικαστικής αστυνομίας είτε σε εισαγγελέα.[4] Ως εκ τούτου, σε περίπτωση που ο Αιτητής θεωρούσε ότι είχε κατηγορηθεί ψευδώς για κλοπή ή ότι απειλείτο παρανόμως από ιδιώτη, θα μπορούσε να απευθυνθεί στις αρμόδιες αστυνομικές ή εισαγγελικές αρχές της Kinshasa για την υποβολή σχετικής καταγγελίας, ενέργεια στην οποία ωστόσο δεν προέβη.
43. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου που διατρέχει ο Αιτητής, στη βάση του μόνου αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού του, επισημαίνεται ότι ως προς τις προσωπικές περιστάσεις του, ειδικώς ως προς το θρησκευτικό του προφίλ ως χριστιανός, πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α. του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες. Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[5] Ως εκ τούτου, δεν αναμένεται ευλόγως ένεκα του θρησκευτικού του προφίλ ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.
44. Ως προς την φυλετική του καταγωγή ως μέλος της φυλής Mukongo , σημειώνεται ότι δεν εντοπίστηκαν οποιεσδήποτε πληροφορίες που να παραπέμπουν σε εμπλοκή της εθνοτικής φυλής του Αιτητή, σε εσωτερικές διενέξεις, ή διακρίσεις εναντίον ατόμων που ανήκουν στην εν λόγω φυλή. Σημειώνεται, ότι ούτε ο Αιτητής προέβαλε οποιοδήποτε υποκειμενικό φόβο προς αυτή την κατεύθυνση. Πηγές πληροφόρησης αναφέρονται σε εθνοτικές εντάσεις, μεταξύ άλλων, Rwandophones/Banyamulenge, ιδίως στο πλαίσιο των εντάσεων με Rwanda/M23, καθώς και στη διακοινοτική βία μεταξύ Teke και Yaka στη δυτική ΛΔΚ.[6]
45. Ακολούθως, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.
46. Σύμφωνα με το portal “War Watch” της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[7] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[8], και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[9]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[10] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[11]
47. Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[12] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Κινσάσα καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[13]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Κινσάσα θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[14]
48. Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Κινσάσα επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[15]
49. Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος καταγωγής και τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 17.4.2026) καταγράφηκαν 52 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[16] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[17] Τα ανωτέρω ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι στον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, καίτοι παρουσιάζονται περιστατικά ασφαλείας, η ένταση και η συχνότητά τους κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα.
50. Ως εκ τούτου, στην προκειμένη περίπτωση λαμβάνοντας υπόψη και το προσωπικό προφίλ του Αιτητή, ως αυτό έγινε αποδεκτό και ειδικότερα ότι ο Αιτητής είναι ενήλικας, υγιής, χωρίς εξαρτώμενα, υψηλού μορφωτικού επιπέδου, ικανός προς εργασία, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα του όπου διαμένουν η μητέρα του, αδέρφια, θείοι και ξαδέρφια, χωρίς οποιαδήποτε ένδειξη ευαλωτότητας ή αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται πως σε συνάρτηση με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν πιθανολογείται ότι σε περίπτωση επιστροφής του εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε κίνδυνο.
51. Υπό το φως της ανωτέρω ανάλυσης κινδύνου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
52. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται, η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
53. Ειδικότερα, στην προκείμενη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό του Αιτητή δεν προκύπτει, ότι ενόψει των προσωπικών του περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)], ότι αυτός διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)].
54. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι ο προσφεύγων, ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
55. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
56. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ, διευκρίνισε ότι της έννοιας της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως, η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην Kinshasa, τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή. Ως εκ τούτου, παρέλκει η οποιαδήποτε άλλη εξέταση των συστατικών στοιχείων της υπό εξέταση διάταξης.
57. Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε ο Αιτητής μόνο λόγω της παρουσίας του εκεί να έρχεται αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε στοιχείο του προφίλ το οποίο θα επέτεινε τυχόν κίνδυνο. Υπό το φως των ανωτέρω, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο αντίστοιχο καθεστώς.
58. Ως προς την απόφαση επιστροφής του, από τα ενώπιόν μου στοιχεία, δεν προκύπτει οποιοδήποτε άλλο ζήτημα συναφές με την αρχή της μη επαναπροώθησης και των προϋποθέσεων έκδοσης της απόφασης επιστροφής, πέραν των όσων ήδη εξετάστηκαν και αναλύθηκαν ανωτέρω (Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C- 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51).
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση. Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[3] BBC, Nine die in DR Congo gospel concert chaos, 28 July 2024
https://www.bbc.com/news/articles/c06km73rzzyo
[4] IRB, Immigration and Refugee Board of Canada, Democratic Republic of the Congo: Requirements and procedures for filing a criminal complaint, including documents received by the complainant; whether the complaint file is accessible to the complainant, including the procedure to obtain a copy of the file in the country and from abroad; whether the DRC has a standard complaint form (2015-July 2017) [COD105816.FE], 5 July 2017
https://www.ecoi.net/en/document/1407917.html
[5] USDοS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σ. 3
[6] USDoS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024
Human Rights Watch, DR Congo: Rampant Intercommunal Violence in West Customary Land Tax Dispute in 2022 Sparks Hundreds of Killings, 30 March 2023
https://www.hrw.org/news/2023/03/30/dr-congo-rampant-intercommunal-violence-west
[7] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
[8] Ό. π.
[9] UNSC, S/RES/2765 (2024)
[10] WARWATCH, Ακαδημία Γενεύης, ‘Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
[11] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)
[12] EUAA, COI Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, (2025)
[13] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of
the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2
[14] Ό. π.
[15] Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025
https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27.4.2026)
[17] World Population Review,
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο