ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. ΔΚ 4/2026
16 Απριλίου, 2026
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α.A.,
Από Πακιστάν
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας-
Υφυπουργείο Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας,
Μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Δικηγόρος για Αιτητή: Στ. Π. Σταύρου (κα)
Δικηγόρος για Καθ’ ων η αίτηση: Π. Βρυωνίδου (κα) για Βρυωνίδου, Ανασταδιάδη & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής επιζητά από το παρόν Δικαστήριο τις ακόλουθες θεραπείες:
««(Α) Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου ότι η Απόφαση ημερομηνίας 25/02/2026 της Διευθύντριας του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας – Τμήμα Μετανάστευσης, για την έκδοση διατάγματος κράτησης με βάση το άρθρο 9ΣΤ(2) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή στις 25/02/2026, είναι άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και να διατάζει την άμεση απελευθέρωση του Αιτητή.
(Β) Διαζευκτικά της παραγράφου «Α», Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου με την οποία να ακυρώνεται ή/και να τροποποιείται το Διάταγμα Κράτησης ημερομηνίας 25/02/2026, που εκδόθηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) εναντίον του Αιτητή και με την οποία να διατάσσονται εναλλακτικά της κράτησης του Αιτητή μέτρα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου.
(Γ) Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Σεβαστό Δικαστήριο κρίνει δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
(Δ) Έξοδα»
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Επιβεβλημένη κρίνεται, καταρχάς, μία αναδρομή στο ιστορικό της υπόθεσης, προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, ως αυτό προκύπτει από το εναρκτήριο δικόγραφο της προσφυγής του Αιτητή, την ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο των διοικητικών φακέλων που κατατέθηκαν στα πλαίσια της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, ήτοι του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας, ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.1») και της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 2 (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.2»)
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Πακιστάν και σύμφωνα με τα στοιχεία των διοικητικών φακέλων, αφίχθηκε στη Δημοκρατία από τις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και ακολούθως πέρασε στις ελεύθερες περιοχές από άγνωστο σημείο και σε άγνωστο χρόνο. Εναντίον του καταχωρίστηκε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ποινική υπόθεση αναφορικά με τα αδικήματα της εργασίας χωρίς γραπτή έγκριση από τον Διευθυντή του Τμήματος Μετανάστευσης, της εισόδου στη Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμένα και του απαγορευμένου μετανάστη. Η υπόθεση εκδικάστηκε στις 29.09.2025 και στον Αιτητή επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης επτά μηνών, αρχόμενη από τις 15.09.2025.
Ενώ ο Αιτητής βρισκόταν υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές, υπέβαλε στις 01.12.2025 αίτηση διεθνούς προστασίας και ακολούθως, στις 10.12.2025 εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του Κεφ. 105, το οποίο ωστόσο ανεστάλη λόγω καταχώρισης αιτήματος ασύλου. Ο Αιτητής αποφυλακίστηκε στις 23.12.2025 και μεταφέρθηκε στο ΧΩΚΑΜ Μεννόγειας όπου και έκτοτε κρατείται μέχρι και σήμερα. Ακολούθως, στις 25.02.2026, εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα κράτησης του Αιτητή, δυνάμει του άρθρου 9Στ(2)(δ).
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης της ευπαιδεύτου συνηγόρου, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής ισχυρίζεται κατά πρώτον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης εξατομικευμένης αξιολόγησης, αντικειμενικών κριτηρίων και δέουσας έρευνας. Κατά δεύτερον, προβάλλει ότι δεν εξετάστηκαν λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, κατά παράβαση της αρχής της αναλογικότητας και της αναγκαιότητας. Κατά τρίτον, ισχυρίζεται ότι η απόφαση είναι ελλιπώς ή/και αναιτιολόγητη, καθότι η Διοίκηση αρκέστηκε σε τυποποιημένες διατυπώσεις, χωρίς επαρκή εξειδίκευση των πραγματικών λόγων που δικαιολογούσαν την κράτηση του ιδίου. Τέλος, προβάλλει ότι η κράτησή του δεν συνάδει με την αρχή της καλής πίστης και έχει λάβει χαρακτήρα τιμωρητικό.
Οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι το εκδοθέν διάταγμα είναι νόμιμο και ορθό, ότι η περίπτωση του Αιτητή υπάγεται σαφώς στο άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, ότι υφίστανται αντικειμενικά κριτήρια από τα οποία τεκμηριώνεται ότι η αίτησή του για διεθνή προστασία υποβλήθηκε για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την επιστροφή του, και ότι, κατόπιν ατομικής αξιολόγησης, κρίθηκε πως δεν ήταν εφικτή η εφαρμογή άλλων λιγότερο περιοριστικών μέτρων. Ειδικότερη αναφορά στην επιχειρηματολογία των Καθ’ ων η αίτηση θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ενόψει των ισχυρισμών που έχουν προβληθεί, κρίνεται ασφαλώς απαραίτητη η εξέταση του κατά πόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης του επίδικου διατάγματος, το οποίο εκδόθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση στην βάση του εδαφίου (δ) του άρθρου 9ΣΤ(2). Κρίνω σκόπιμη την παράθεση αυτούσιου του περιεχομένου του επίδικου διατάγματος, προς κατανόηση των λόγων έκδοσης του (η ορθογραφία και η σύνταξη παραμένει αυτούσια):
«ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΙ (2000-2020)
ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ
Επειδή ο Α.A. υπήκοος ΠΑΚΙΣΤΑΝ είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι
Ο Α.A. κρατείται
(α) Στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του, και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο Α.A. είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου πριν τη σύλληψη του, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του.
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο Α.A. να παραμείνει υπό κράτηση βάσει του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:
1. ΕΠΕΙΔΗ είχε καταδίκη που καταγράφεται σε μητρώο της Δημοκρατίας ή άλλου κράτους και είναι τέτοια που δημιουργεί εικασία ότι ο υπήκοος τρίτης χώρας μπορεί να διαφύγει. Ο αλλοδαπός καταδικάστηκε για τα αδικήματα της παράνομης απασχόλησης, της εισόδου στη Δημοκρατία από μη εγκεκριμένο λιμάνι και του απαγορευμένου μετανάστη και του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης με μεγαλύτερη αυτή των 7 μηνών .
2. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση. Ο αλλοδαπός εργαζόταν παράνομα χωρίς έγκριση από τη Διευθύντρια του Τμήματος Μετανάστευσης.
3. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ) του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (1952-2025), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης, ημερ. 10/12/2025.
4. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η αίτηση του για Διεθνή Προστασία, υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.
ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΌ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνει στον Υπουργό Εξωτερικών το Άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2020), και το Άρθρο 188(3)(γ) του Συντάγματος και οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Αν. Διευθύντρια, με το παρόν διατάσσω όπως ο Α.Α. παραμείνει υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης, που αναφέρονται πιο πάνω.
(...)».
Το άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου, δυνάμει του οποίου εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα, καθορίζει ότι μπορεί αιτητής ασύλου να κρατηθεί όταν αφενός, κρατείται ήδη στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του Κεφ. 105, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης και αφετέρου, να υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία τεκμηριώνουν βάσιμους λόγους ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, για να καθυστερήσει ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής.
Καμία άλλη προϋπόθεση δεν τίθεται στην παράγραφο (δ). Αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος διαπιστώνεται ότι έτσι ενήργησε τίθεται, χωρίς άλλο, υπό κράτηση. Η παράγραφος (δ) εντάσσεται στο πλαίσιο του εδαφίου (2) το οποίο διαλαμβάνει ότι:
«Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης».
Περαιτέρω, το εδάφιο (3) προνοεί ότι:
«Ο Υπουργός δύναται, αντί να θέσει τον αιτητή υπό κράτηση, να του επιβάλει εναλλακτικά, για όσο χρονικό διάστημα κρίνει σκόπιμο υπό τις περιστάσεις, ορισμένες υποχρεώσεις που στοχεύουν στην αποφυγή του κινδύνου διαφυγής».
Επομένως, όταν αιτητής ασύλου κρατείται δυνάμει της παραγράφου (δ) του άρθρου 9ΣΤ(2), η κράτηση του στοχεύει στο να παρεμποδίσει τη διαφυγή του, ώστε, στην περίπτωση που η αίτηση του για διεθνή προστασία απορριφθεί και αρθεί η αναστολή του διατάγματος απέλασης του, να μπορεί να απελαθεί.
Σε συνέχεια των πιο πάνω επισημάνσεων, θα προχωρήσω στην εξέταση του κατά πόσον η περίπτωση του Αιτητή, με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία, μπορεί να υπαχθεί στην περίπτωση του 9ΣΤ(2)(δ).
Ως προς την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ)
Εν προκειμένω, δεν χωρεί ουσιαστική αμφισβήτηση ότι κατά τον χρόνο έκδοσης του προσβαλλόμενου διατάγματος, στις 25.02.2026, ο Αιτητής βρισκόταν στο πλαίσιο διαδικασίας επιστροφής. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι μεταγενέστερα, και συγκεκριμένα στις 10.12.2025, είχαν εκδοθεί εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης, ενώ μετά την αποφυλάκισή του μεταφέρθηκε στο ΧΩΚΑΜ Μεννόγειας, όπου τελούσε υπό διοικητική κράτηση δυνάμει των εκδοθέντων διαταγμάτων. Συνεπώς, η πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ), ήτοι η ύπαρξη διαδικασίας επιστροφής, πληρούται.
Ως προς τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου
Το κρίσιμο ζήτημα λοιπόν ανακύπτει σε σχέση με τη δεύτερη προϋπόθεση, δηλαδή κατά πόσον η αίτηση ασύλου καταχωρίστηκε με σκοπό παρελκυστικό. Συγκεκριμένα, για την εφαρμογή του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ), θα πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσον υπάρχουν αντικειμενικά κριτήρια, τα οποία τεκμηριώνουν βάσιμους λόγους ότι ο αιτητής υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, για να καθυστερήσει ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής. Εξέταση της προϋπόθεσης αυτής επιβάλλει την μελέτη του ιστορικού που περιβάλλει την υπόθεση του Αιτητή, αφού ασφαλώς η κάθε του ενέργεια και το μεταναστευτικό του προφίλ του κρίνονται σχετικά και αξιολογούνται προκειμένου να κριθεί ποιες ήταν οι πραγματικές του προθέσεις κατά την καταχώριση της αίτησης ασύλου.
Η προσβαλλόμενη απόφαση και το συνοδευτικό υπηρεσιακό σημείωμα της Λειτουργού Μετανάστευσης Α.Σ. (βλ. ερ. 42- 41 του δ.φ.1) στηρίζονται, κατ’ ουσίαν -σύμφωνα με τα όσα καταγραφόνται - στα ακόλουθα: ότι ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας ενώ τελούσε υπό κράτηση στις Κεντρικές Φυλακές, ότι είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου πριν από τη σύλληψή του, ότι καταδικάστηκε για αδικήματα παράνομης απασχόλησης, εισόδου από μη εγκεκριμένο λιμένα και ιδιότητας απαγορευμένου μετανάστη, ότι εργαζόταν παράνομα χωρίς γραπτή έγκριση, και ότι υπήρξε προηγούμενη «εξαφάνιση». Η Διοίκηση, στη βάση των στοιχείων αυτών, κατέληξε ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα ή και να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του.
Δεν θεωρώ ότι τα πιο πάνω επαρκούν για να πληρωθεί η εν λόγω προϋπόθεση.
Και εξηγώ.
Καταρχάς, έχει ιδιαίτερη σημασία, και οφείλει να καταγραφεί ρητά, ότι ο Αιτητής υπέβαλε την αίτησή του για διεθνή προστασία στις 01.12.2025, ενώ βρισκόταν ακόμη υπό κράτηση στο πλαίσιο της ποινικής υπόθεσης και πριν από την έκδοση των διοικητικών διαταγμάτων κράτησης και απέλασης δυνάμει του Κεφ. 105, τα οποία εκδόθηκαν μεταγενέστερα, στις 10.12.2025. Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο, διότι αποδυναμώνει ουσιωδώς τον πυρήνα της διοικητικής αιτιολογίας ότι η αίτηση ασύλου υποβλήθηκε για να καθυστερήσει ή να παρεμποδίσει την εκτέλεση ήδη υφιστάμενης απόφασης επιστροφής. Κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης ασύλου δεν είχε ακόμη εκδοθεί διοικητικό διάταγμα απέλασης ή κράτησης στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής. Επομένως, δεν μπορεί, χωρίς περαιτέρω ειδική τεκμηρίωση, να αποδίδεται στην αίτηση, ως αυτονόητο συμπέρασμα, παρελκυστικός σκοπός σε σχέση με διοικητική διαδικασία η οποία δεν είχε ακόμη επισήμως κινηθεί υπό τη μορφή έκδοσης διατάγματος απέλασης και κράτησης δυνάμει του Κεφαλαίου 105.
Το χρονικό αυτό δεδομένο δεν είναι απλώς τυπικό αλλά ουσιαστικό. Το άρθρο 9ΣΤ(2)(δ) απαιτεί τεκμηρίωση, βάσει αντικειμενικών και εξατομικευμένων κριτηρίων, ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε προκειμένου να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής. Όταν, όμως, η αίτηση προηγείται της ίδιας της απόφασης επιστροφής και των συναφών διοικητικών διαταγμάτων, το βάρος της Διοίκησης καθίσταται αυξημένο. Σε τέτοια περίπτωση, όφειλε να καταδείξει, με ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία, ότι ο Αιτητής, παρά την απουσία εκδοθείσας απόφασης επιστροφής, γνώριζε ή ευλόγως ανέμενε την επικείμενη διοικητική απομάκρυνσή του και χρησιμοποίησε την αίτηση ασύλου αποκλειστικά ως μέσο ανακοπής της. Τέτοια ειδική τεκμηρίωση δεν προκύπτει ούτε από το επίδικο διάταγμα ούτε από το συνοδευτικό υπηρεσιακό σημείωμα.
Περαιτέρω, το γεγονός και μόνο ότι μία αίτηση διεθνούς προστασίας υποβάλλεται ενώ ο αλλοδαπός τελεί υπό κράτηση ή σε χρονική εγγύτητα προς διαδικασία απομάκρυνσης δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για να θεμελιώσει καταχρηστικότητα. Η σχετική νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση Arslan, C-534/11, καθιστά σαφές ότι δεν μπορεί να τεκμαίρεται, χωρίς κατά περίπτωση εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ότι ο αιτητής υπέβαλε την αίτησή του με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιώσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής. Απαιτείται ειδική, εξατομικευμένη και αντικειμενική τεκμηρίωση, η οποία να υπερβαίνει την απλή χρονική αλληλουχία των γεγονότων.
Στο πλαίσιο αυτό, δεν μπορεί να αγνοηθεί το μεταναστευτικό προφίλ του Αιτητή, το οποίο πράγματι αποτελεί στοιχείο σχετικό με τη συνολική αξιολόγηση της υπόθεσης. Από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο Αιτητής εισήλθε στις 04.06.2025 στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας από μη εγκεκριμένο σημείο, εργάστηκε παράνομα χωρίς να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας και παρέμεινε εντός της επικράτειας για περίπου τρεις μήνες, μέχρι τη σύλληψή του στις 10.09.2025. Τα δεδομένα αυτά δύνανται να δημιουργούν εύλογες υπόνοιες ως προς τα κίνητρα της καθυστερημένης υποβολής της αίτησης και ασφαλώς μπορούν να συνεκτιμηθούν. Δεν αρκούν, όμως, ούτε μεμονωμένα ούτε σωρευτικά, για να μετατραπούν σε αντικειμενικά κριτήρια που να αποδεικνύουν ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε αποκλειστικά για σκοπούς καθυστέρησης ή παρεμπόδισης της επιστροφής. Το μεταναστευτικό προφίλ δύναται να καταδεικνύει παραβατική συμπεριφορά ή πρόθεση παραμονής για εργασία, δεν αποδεικνύει όμως κατ’ ανάγκην ότι η μεταγενέστερη προσφυγή στη διαδικασία ασύλου είναι προσχηματική. Η διάταξη του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) δεν αποσκοπεί στην τιμωρία της παραβίασης της μεταναστευτικής νομοθεσίας, αλλά στη διαπίστωση συγκεκριμένου καταχρηστικού σκοπού σε σχέση με την ίδια την αίτηση ασύλου.
Συναφώς, δεν προκύπτει από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι ο Αιτητής προέβη σε ενέργειες που να καταδεικνύουν συνειδητή και στοχευμένη χρήση της διαδικασίας ασύλου ως εργαλείου αποτροπής της απομάκρυνσής του, πέραν της χρονικής συγκυρίας της υποβολής της αίτησης. Η χρονική καθυστέρηση, η παράνομη εργασία και γενικότερα το μεταναστευτικό του ιστορικό αποτελούν ενδείξεις που μπορούν να γεννήσουν υποψίες· δεν συνιστούν όμως, χωρίς περισσότερα, απόδειξη του απαιτούμενου ειδικού και αποκλειστικού σκοπού που απαιτεί η διάταξη.
Εξίσου αδύναμη παραμένει και η αναφορά σε προηγούμενη «εξαφάνιση» ή «διαφυγή». Από τα έγγραφα του φακέλου δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια σε τι ακριβώς συνίστατο η εν λόγω συμπεριφορά, πότε φέρεται να έλαβε χώρα, υπό ποιες περιστάσεις ή πώς συνδέεται με συγκεκριμένη αποφυγή των αρχών. Αντιθέτως, από το διοικητικό φάκελο φαίνεται ότι η σχετική αναφορά συνδέεται με το ότι ο Αιτητής εργαζόταν χωρίς άδεια. Η παράνομη εργασία, όμως, δεν ταυτίζεται αφ’ εαυτής με προηγούμενη διαφυγή ή εξαφάνιση. Χωρίς σαφή πραγματική εξειδίκευση, η σχετική επίκληση παραμένει γενική, αόριστη και αδύναμη και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως ουσιαστικό αντικειμενικό κριτήριο υπέρ της καταχρηστικότητας της αίτησης.
Επιπλέον, από το περιεχόμενο του επίδικου διατάγματος και του συνοδευτικού σημειώματος δεν προκύπτει οποιαδήποτε ουσιαστική ενασχόληση της Διοίκησης με το περιεχόμενο της αίτησης διεθνούς προστασίας. Δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά στους λόγους που ο Αιτητής επικαλέστηκε προς στήριξη της αίτησής του, ούτε οποιαδήποτε στοιχειώδης προκαταρκτική στάθμιση της φύσης και του περιεχομένου των ισχυρισμών του. Το στοιχείο αυτό είναι κρίσιμο, διότι η κρίση περί καταχρηστικότητας δεν μπορεί να αποσυνδέεται πλήρως από το ίδιο το αίτημα διεθνούς προστασίας. Παρότι το παρόν Δικαστήριο δεν υποκαθιστά την Υπηρεσία Ασύλου στην ουσιαστική αξιολόγηση της αίτησης, η παντελής απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο περιεχόμενό της αποδυναμώνει σοβαρά τη δυνατότητα της Διοίκησης να τεκμηριώσει ότι αυτή υποβλήθηκε αποκλειστικά για παρελκυστικό σκοπό.
Ενόψει του κενού αυτού, το Δικαστήριο ζήτησε και έλαβε τον διοικητικό φάκελο της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή (βλ. δ.φ. 2), η οποία απορρίφθηκε σε πρώτο βαθμό, ενώ κατά της απορριπτικής απόφασης εκκρεμεί σχετική προσφυγή. Επισημαίνεται ότι η παρούσα διαδικασία δεν αφορά ασφαλώς την ουσιαστική αξιολόγηση της αίτησης ασύλου, ούτε το Δικαστήριο καλείται να υποκαταστήσει την αρμόδια αρχή ως προς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ή της βασιμότητας των προβληθέντων ισχυρισμών. Ωστόσο, από το περιεχόμενο της αίτησης, όπως καταγράφεται στον φάκελο, προκύπτει ότι ο Αιτητής προέβαλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς που άπτονται της θρησκευτικής του ταυτότητας και περιστατικών βίας και απειλών στη χώρα καταγωγής του. Ανεξαρτήτως της τελικής αξιολόγησης των ισχυρισμών αυτών από την αρμόδια αρχή, δεν πρόκειται για αίτηση προδήλως προσχηματική ή στερούμενη οποιουδήποτε πραγματικού υποβάθρου.
Η μεταγενέστερη απόρριψη της αίτησης, ιδίως ενόψει της εκκρεμούς προσφυγής, δεν μπορεί να αναχθεί σε στοιχείο που να τεκμαίρει καταχρηστικότητα κατά τον χρόνο υποβολής της. Η έννοια της καταχρηστικότητας αφορά τον σκοπό υποβολής της αίτησης και δεν ταυτίζεται με την έκβαση της διαδικασίας ασύλου. Συνεπώς, το γεγονός ότι η αίτηση απορρίφθηκε πρωτοβάθμια δεν θεραπεύει την έλλειψη αντικειμενικών και εξατομικευμένων δεδομένων που να στοιχειοθετούν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, καταχρηστική πρόθεση.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η προσβαλλόμενη πράξη στηρίζεται, στην ουσία, σε ένα λογικό άλμα: ότι η χρονική στιγμή υποβολής της αίτησης, σε συνδυασμό με το μεταναστευτικό και ποινικό ιστορικό του Αιτητή, αρκούν για να στοιχειοθετήσουν καταχρηστικό σκοπό. Το συμπέρασμα αυτό ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στο αυστηρό κατώφλι που θέτει το άρθρο 9ΣΤ(2)(δ).
Ακόμη και αν θεωρηθεί ότι, ενόψει της ποινικής καταδίκης και του μεταναστευτικού καθεστώτος του Αιτητή, η διοικητική απομάκρυνσή του ήταν σε κάποιο βαθμό προβλέψιμη, τούτο δεν αρκεί αφ’ εαυτού για να αποδειχθεί ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε με τον ειδικό και αποκλειστικό σκοπό της παρεμπόδισης της επιστροφής, καθότι η προβλεψιμότητα ενδεχόμενης απομάκρυνσης δεν ταυτίζεται με την απόδειξη καταχρηστικής επίκλησης της διαδικασίας ασύλου. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας το σύνολο των ενώπιόν του στοιχείων επί της ουσίας, δεν διαπιστώνει την ύπαρξη συγκεκριμένων και εξατομικευμένων δεδομένων που να θεμελιώνουν τέτοιο συμπέρασμα, ιδίως δε ενόψει του ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας της 01.12.2025 προηγήθηκε των διαταγμάτων κράτησης και απέλασης της 10.12.2025, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω τη θέση ότι αυτή υποβλήθηκε προς παρεμπόδιση της εκτέλεσης ήδη ληφθείσας απόφασης επιστροφής.
Κρίνω, συνεπώς, ότι δεν αποδεικνύεται, βάσει αντικειμενικών και εξατομικευμένων κριτηρίων, ότι ο Αιτητής υπέβαλε την αίτηση διεθνούς προστασίας προκειμένου να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση της διαδικασίας επιστροφής. Η απαιτούμενη ειδική και εξατομικευμένη τεκμηρίωση, ιδίως ως προς το κρίσιμο στοιχείο ότι ο Αιτητής είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, δεν προκύπτει. Ως εκ τούτου, η δεύτερη σωρευτική προϋπόθεση εφαρμογής του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) δεν πληρούται.
Παραπέμπω προς τούτου στις αρχές που καθορίστηκαν από το ΔΕΕ στην υπόθεση Arslan[1], C-534/11 (-έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«61. Επιπλέον, το άρθρο 23, παράγραφος 4, στοιχείο ι΄, της οδηγίας 2005/85 προβλέπει ρητώς ότι η περίσταση ότι ο αιτών υποβάλλει αίτηση μόνο για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση προγενέστερης ή επικείμενης απόφασης που θα οδηγούσε στην απομάκρυνσή του μπορεί να ληφθεί υπόψη στο πλαίσιο της διαδικασίας εξετάσεως της εν λόγω αιτήσεως, καθόσον η περίσταση αυτή μπορεί να δικαιολογήσει την επιτάχυνση ή τη θέση σε προτεραιότητα της εξετάσεως αυτής. Η οδηγία 2008/115 μεριμνά συνεπώς ώστε τα κράτη μέλη να έχουν τα αναγκαία εργαλεία στη διάθεσή τους για να μπορούν να διασφαλίζουν την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας επιστροφής, αποφεύγοντας την αναστολή της εν λόγω διαδικασίας πέραν αυτού που είναι αναγκαίο για την ορθή επεξεργασία της αιτήσεως.
62. Πρέπει ωστόσο να διευκρινιστεί ότι από το γεγονός και μόνον ότι ένας αιτών άσυλο, κατά την υποβολή της αιτήσεώς του, αποτελεί αντικείμενο αποφάσεως περί επιστροφής και έχει τεθεί υπό κράτηση βάσει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115 δεν μπορεί να τεκμαίρεται, χωρίς κατά περίπτωση εκτίμηση του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ότι αυτός υπέβαλε την αίτηση αυτή με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιώσει την εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής και ότι είναι αντικειμενικώς αναγκαία και αναλογική η διατήρηση του μέτρου της κρατήσεως.
63. Από το σύνολο των προεκτεθέντων προκύπτει ότι στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι οι οδηγίες 2003/9 και 2005/85 δεν απαγορεύουν τη διατήρηση της κρατήσεως υπηκόου τρίτης χώρας ο οποίος υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας κατά την έννοια της οδηγίας 2008/115 αφού τέθηκε υπό κράτηση δυνάμει του άρθρου 15 της οδηγίας 2008/115, βάσει διατάξεως του εθνικού δικαίου, αν προκύπτει, κατόπιν κατά περίπτωση εκτιμήσεως του συνόλου των κρίσιμων περιστάσεων, ότι η αίτηση υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει ή να ματαιωθεί η εκτέλεση της αποφάσεως περί επιστροφής και ότι είναι αντικειμενικώς αναγκαία η διατήρηση του μέτρου της κρατήσεως για να αποτραπεί το ενδεχόμενο να αποφύγει οριστικά ο ενδιαφερόμενος την επιστροφή του».
Η νομολογία λοιπόν απαιτεί, όπως η καταχώριση της αίτησής ασύλου να υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση ή ματαίωση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής. Τέτοια κρίση ωστόσο, ως έχει ήδη επισημανθεί, δε δύναται να εξαχθεί στην υπό εξέταση περίπτωση.
Επαναλαμβάνω ότι αυτό που εξετάζεται εν προκειμένω είναι το διάταγμα κράτησης εναντίον ενός αιτητή ασύλου. Ξεκινώντας με δεδομένο ότι η στέρηση της ελευθερίας, εκτός όπου επιβάλλεται μετά από ποινική καταδίκη, μπορεί να επιβληθεί μόνο ως έσχατη λύση, το διεθνές δίκαιο και τα διεθνή πρότυπα προβλέπουν ότι για τον έλεγχο της μετανάστευσης, η κράτηση θα πρέπει να αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα, μετά από μεμονωμένη αξιολόγηση κάθε περίπτωσης, εάν δεν μπορούν να εφαρμοστούν αποτελεσματικά αλλά, λιγότερο περιοριστικά, εναλλακτικά μέτρα. Η στέρηση της ελευθερίας πρέπει να είναι σύμφωνη με το νόμο, αναγκαία και αναλογική. Επίσης η κράτηση οποιουδήποτε δεν πρέπει να είναι αυθαίρετη, πρέπει να γίνεται με καλή πίστη και να στηρίζεται σε νομική βάση.
Στην 15η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ, καταγράφεται ρητώς ότι (-έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«(15) Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν θα πρέπει να κρατείται απλώς και μόνον επειδή επιζητεί διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης.
Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο αιτών θα πρέπει να έχει αποτελεσματική πρόσβαση στις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον εθνικής δικαστικής αρχής.»
Από το πλέγμα των προαναφερθέντων γεγονότων και υπό το φως των δεδομένων της συγκεκριμένης υπόθεσης, κρίνω ότι δεν υπάρχουν εν προκειμένω τα αντικειμενικά αυτά δεδομένα από τα οποία να προκύπτει ότι ο Αιτητής υπέβαλε την αίτηση ασύλου προς αποφυγή ή/και παρεμπόδιση της επικείμενης απέλασής του.
΄
Το παρόν Δικαστήριο, ασκώντας πλήρη δικαιοδοσία, δεν περιορίζεται στον έλεγχο της επάρκειας της διοικητικής αιτιολογίας, αλλά εξετάζει αυτοτελώς, επί της ουσίας και στη βάση του συνόλου των ενώπιόν του στοιχείων, κατά πόσον πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ). Κατόπιν τέτοιας αυτοτελούς εξέτασης, κρίνω ότι τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, ακόμη και συνεκτιμώμενα στο σύνολό τους, δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν, βάσει αντικειμενικών και εξατομικευμένων κριτηρίων, ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας υποβλήθηκε αποκλειστικά για να καθυστερήσει ή να εμποδίσει την εκτέλεση της διαδικασίας επιστροφής
Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης καταλήγω ότι το επίδικο διάταγμα δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ) και παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου προσφυγής.
Παρόλο που το παρόν Δικαστήριο δύναται να προβεί σε έλεγχο ορθότητας της έκδοσης του επίδικου διατάγματος, εξετάζοντας πλήρως τα γεγονότα της υπόθεσης και υποκαθιστώντας την κρίση της διοίκησης, με δεδομένο ότι από τον φάκελο ελλείπουν σημαντικά στοιχεία και/ή επιπρόσθετη μαρτυρία που θα δικαιολογούσε την κράτηση του Αιτητή στη βάση του εδαφίου (2) (δ) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, δεν κρίνω ότι μπορεί να επικυρωθεί το επίδικο διάταγμα κράτησης.
Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να εξετάσει την επιβολή εναλλακτικών της κράτησης μέτρων αφού στη βάση του σκεπτικού της απόφασης του ΔΕΕ C-924/19 και C- 925/19, FMS, FNZ, SA, SA junior, ημερ. 14 Μαΐου 2020 (από τούδε και στο εξής «FMS»), θα πρέπει ο λόγος για τον οποίο κρατήθηκε ο αιτητής να παραμένει σε ισχύ. Στην προαναφερόμενη απόφαση του ΔΕΕ, FMS, λέχθηκαν τα εξής (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«292. Δεύτερον, τονίζεται ότι το άρθρο 15, παράγραφος 2, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2008/115 και το άρθρο 9, παράγραφος 3, τελευταίο εδάφιο, της οδηγίας 2013/33 ορίζουν ρητώς ότι, όταν η κράτηση κρίνεται παράνομη, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να απολύεται αμέσως.
293. Επομένως, σε μια τέτοια περίπτωση, το εθνικό δικαστήριο πρέπει να είναι σε θέση να υποκαταστήσει με τη δική του απόφαση την απόφαση της διοικητικής αρχής με την οποία διατάχθηκε η θέση υπό κράτηση και να διατάξει είτε τη λήψη εναλλακτικού μέτρου αντί της κράτησης είτε την απόλυση του ενδιαφερόμενου (πρβλ. απόφαση της 5ης Ιουνίου 2014, Mahdi, C 146/14 PPU, EU:C:2014:1320, σκέψη 62). Εντούτοις, η λήψη εναλλακτικού μέτρου αντί της κράτησης είναι δυνατή μόνον αν ο λόγος που δικαιολόγησε την κράτηση του ενδιαφερομένου ήταν και παραμένει σε ισχύ, πλην όμως η κράτηση αυτή δεν παρίσταται ή δεν παρίσταται πλέον αναγκαία ή αναλογική υπό το πρίσμα του λόγου αυτού.»
Συνάγεται από το απόσπασμα της πιο πάνω απόφασης, ότι θα πρέπει ο λόγος που δικαιολόγησε την έκδοση του διατάγματος κράτησης να παραμένει σε ισχύ, ώστε να μπορέσει, κατά περίπτωση, να διαταχθεί η λήψη εναλλακτικών μέτρων. Στην παρούσα προσφυγή, δεν διακρίνω από τα στοιχεία του φακέλου να υφίστανται τα αντικειμενικά στοιχεία και κριτήρια, τα οποία θα δικαιολογούσαν την κράτηση του Αιτητή, σύμφωνα με την αιτιολογική βάση της παραγράφου (δ) του άρθρου 9ΣΤ(2), ώστε να προχωρήσω με την εξέταση της σκοπιμότητας και δυνατότητας να επιβληθούν εναλλακτικά της κράτησης μέτρα.
Καταλήγω συνεπώς ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί προϊόν δέουσας έρευνας, πραγματικής ατομικής αξιολόγησης και επαρκούς τεκμηρίωσης των προϋποθέσεων του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ), ενώ ούτε και από την ουσιαστική εξέταση των ενώπιόν μου δεδομένων προκύπτει η συνδρομή των εν λόγω προϋποθέσεων.
Για τους ανωτέρω αναφερόμενους λόγους, η προσφυγή επιτυγχάνει ως προς το αιτητικό (Α) της προσφυγής του Αιτητή και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται. Διατάζεται δε η άμεση απελευθέρωση του Αιτητή δυνάμει του αιτητικού (Α) της προσφυγής του. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] C-534/11, Mehmet Arslan κατά Policie ČR, Krajské ředitelství policie Ústeckého kraje, odbor cizinecké policie, 30.05.2013, ECLI:EU:C:2013:343
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο