J. M. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4027/23, 24/4/2026
print
Τίτλος:
J. M. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.4027/23, 24/4/2026

 ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.4027/23

 

                                                              24 Απρίλιου 2026           

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

J. M. M.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Κα Χρ. Δημητρίου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση                          

Κος Ρ. Ευαγγέλου – μεταφραστής για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Γαλλικά και αντίστροφα            

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται επανεξέταση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία του κοινοποιήθηκε στις 18/10/23 με επιστολή ίδιας ημερομηνίας, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας.

Ως εκτίθεται στην Ένσταση και προκύπτει από τον Διοικητικό Φάκελο (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 06/10/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 27/10/21 (ερ.1-4, 12-14, 58).

Στις 15/09/23 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.33-58). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε Έκθεση και στις 29/09/23 η επίδικη εδώ αίτηση απορρίφθηκε (ερ.83-96). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε διά χειρός και του μεταφράστηκε στα γαλλικά, τα οποία κατανοεί, στις 18/10/23 (ερ.97).

Η αίτηση αποτελείται από χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ.1 επί του οποίου δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και χωρίς έκθεση γεγονότων. Αυτό που αναφέρει ο αιτητής συνιστά επανάληψη του αφηγήματος του, ως ειπώθηκε στην επίδικη αίτηση περί δίωξης του λόγω του ότι απειλήθηκε από τον Υπουργό Παιδείας της ΛΔΚ μετά από έλεγχο στο υπουργείο εκ του οποίου προέκυψαν στοιχεία για διαφθορά εναντίον του Υπουργού.

Ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού στην παρούσα αίτηση, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της. Με βάση λοιπόν τα διαλαμβανόμενα στο αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος και αρ.11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018) προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» (βλ. Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι εργαζόταν ως λειτουργός δεδομένων στο γραφείο του τότε υπουργού παιδείας, τον οποίο κατονομάζει, που υπεξαίρεσε χρήματα, αφότου είπε στον αιτητή να τροποποιήσει κάποια ποσά, και όταν ο υπουργός κλήθηκε στη δικαιοσύνη ο αιτητής έλαβε απειλές από αγνώστους, η ζωή του ήταν σε κίνδυνο και τότε είπε την ιστορία του σε ένα φίλο, ο οποίος τον καθοδήγησε στο να βγει από τη ΛΔΚ και να ζητήσει προστασία για τη ζωή του.         

Στην επίδικη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε στην Κινσάσα, πλην ενός διαστήματος περί των τριών μηνών, λίγο προτού φύγει από τη ΛΔΚ, όταν διέμενε στο Matadi, ο πατέρας του δηλητηριάστηκε το 2018 και απεβίωσε, η μητέρα, 2 αδελφές και 2 αδελφοί του διαμένουν στην Κινσάσα, ωστόσο ο ίδιος – ως ανέφερε – δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί τους. Ο αιτητής είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και είχε εργαστεί στο υπουργείο παιδείας της ΛΔΚ ως λειτουργός πληροφορικής (ΙΤ).

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι προσλήφθηκε στο Υπουργείο Παιδείας τον Μάρτιο 2019 και τον Φεβρουάριο 2020, ο Υπουργός του ζήτησε να μεταφέρει από ένα δισκάκι στον υπολογιστή του τα ονόματα 250 δασκάλων, να δημιουργήσει μια λίστα και από ένα άλλο αρχείο, όπου υπήρχαν αποδείξεις, να τροποποιήσει τα ποσά και στοιχεία και ακολούθως να τοποθετήσει συγκεκριμένα ποσά δίπλα από κάθε όνομα και του είπε να μην το αποκαλύψει και να παραμείνει μεταξύ τους καθότι πρόκειται για ζήτημα ζωής και θανάτου. Στις 20/02/20 ο Υπουργός έκανε δώρο αυτοκίνητο στον αιτητή για την καλή δουλειά που του έκανε. Τον Απρίλιο 2020, έγινε οικονομικός έλεγχος από επιθεωρητές σε όλα τα γραφεία του Υπουργείου και στις 18/11/20 δημοσιεύτηκε σχετική έκθεση για το Υπουργείο, στην οποία καταγράφηκε ότι υπήρχε ασυμφωνία στα πόσα και δεν βρεθήκαν τα χρήματα που έπρεπε να υπάρχουν στο Υπουργείο. Τον Νοέμβριο-Δεκέμβριο 2020, σε περίοδο διακοπών, ο αιτητής έλαβε ένα τηλεφώνημα από κατονομαζόμενη συνάδελφο του, στο οποίο του λέχθηκε ότι τους πρόδωσε και τον απείλησε, τηλεφώνημα που έλαβαν και δυο συνάδελφοι - βοηθοί του αιτητή. Όταν επέστρεψαν στην εργασία τους στις 14/01/21, ο Υπουργός, ο αιτήτης και οι δυο του βοηθοί τέθηκαν σε διαθεσιμότητα και τότε ο ίδιος και οι δυο του βοηθοί άρχισαν να λαμβάνουν απειλητικές κλήσεις και μηνύματα από άγνωστα άτομα (με απόκρυψη αριθμού) και αποφάσισαν να προβούν σε καταγγελία στην αστυνομία της Κινσάσα. Μετά τη καταγγελία δήλωσε ότι οι κλήσεις αυξήθηκαν και τους έλεγαν ότι γνωρίζουν τις κινήσεις τους. Προχώρησαν σε δεύτερη καταγγελία στην αστυνομία και ο αξιωματούχος της αστυνομίας, που ονομάζει, τους ανέφερε ότι είναι δύσκολο να αναγνωρίσουν ποιοι τους καλούν και εισηγήθηκε να φύγουν από τη Κινσάσα.

Ένας εκ των βοηθών του είχε συγγενείς στη πόλη Matadi και στις 31/06/21 μετέβησαν εκεί. Ο ένας βοηθός του αιτητή βρέθηκε νεκρός στην αγορά και άκουσε ότι τον σκότωσαν, μετά δε τον θάνατο του βοηθού του, ο αιτητής αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα και με τη βοήθεια ενός τρίτου συναδέλφου ετοίμασε τα έγγραφα του και τον Αύγουστο 2021 τον μετέφερε στην Κινσάσα, όπου διέμενε στην οικία του συναδέλφου του, και τον Σεπτέμβριο αποχώρησε από τη ΛΔΚ.

Ερωτηθείς σχετικά ανέφερε ότι σε περίπτωση επιστροφής του φοβάται τους ανθρώπους που τον απειλούσαν, τους οποίους δεν γνωρίζει και επειδή δεν τους γνωρίζει φοβάται για την ελευθερία κινήσεων του. Αναφορικά με την εργασία του στο Υπουργείο ανέφερε ότι ήταν υπάλληλος πληροφορικής, υπέβαλε βιογραφικό για τη θέση, ακολούθως προέβη σε εξέταση και προσελήφθη, προέβαινε σε αρχειοθέτηση φακέλων, λάμβανε οδηγίες από τον Υπουργό και ήταν προϊστάμενος δυο συναδέλφων του, τους οποίους κατονόμασε.

 

Ερωτώμενος περαιτέρω επί του ζητήματος της εντολής που κατ’ ισχυρισμό έλαβε από τον Υπουργό Παιδείας ο αιτητής ανέφερε ότι του ζητήθηκε να γράψει το ποσό των 62 δισεκατομμυρίων στην αρχική απόδειξη, το οποίο είχε σχέση με τις πληρωμές δασκάλων, τα οποία κανονικά έπρεπε να μεταφερθούν στην υπηρεσία αλλά ο Υπουργός ήθελε να δημιουργηθεί μια δική του λίστα, για να επισυναφθεί η απόδειξη και τα χρήματα που θα αποσυρθούν να του δοθούν απευθείας.  Ερωτηθείς για ποιο λόγο αποδέχθηκε να κάνει ότι του ζήτησε ο Υπουργός ο αιτητής δήλωσε ότι ήταν ένας υπάλληλος και η αρμοδιότητα του ήταν να πράττει ότι ζητούσε ο Υπουργός. Σε επόμενη ερώτηση ο αιτητής ανέφερε ότι αντιλήφθηκε ότι η εργασία αυτή ήταν ύποπτη και δήλωσε ότι ενημέρωσε σχετικά τους δυο συναδέλφους του, οι οποίοι απλά τον άκουγαν, χωρίς να αντιδράσουν, ως ανέφερε.

Αναφορικά με την επιθεώρηση που έγινε τον Απρίλιο 2020 ο αιτητής ανέφερε ότι είχε συνάντηση με τους επιθεωρητές, του ζητήθηκε να περιγράψει τα καθήκοντα του, έψαξαν τον υπολογιστή του, του υπέβαλλαν ερωτήσεις για το έγγραφο και ο ίδιος εξήγησε ότι ο Υπουργός του το παρέδωσε, ο ίδιος έκανε τη δουλειά του και επέστρεψαν στον Υπουργό το έγγραφο. Οι επιθεωρητές του δήλωσαν ότι ανήκαν στην κρατική υπηρεσία και ήταν ανώτεροι του Υπουργού και τότε αυτός τους εξήγησε τα πάντα. Ανέφερε ότι ο έλεγχος είχε οργανωθεί από τον πρόεδρο και στην έκθεση που δημοσιεύτηκε καταγραφόταν ότι λείπουν κονδύλια από το Υπουργείο Παιδείας 62.000 φράγκα.

Αναφορικά με την τηλεφωνική κλήση που έλαβε από τη συνάδελφο του ο αιτητής είπε ότι του ανέφερε ότι τους πρόδωσε και ότι «θα [δουν] τι θα [πάθουν]». Ήταν υπεύθυνη για την επικοινωνιακή λειτουργία του Υπουργείου και δεν γνωρίζει τον λόγο που τον κάλεσε. Για τη διαθεσιμότητα του δήλωσε ότι όταν επέστρεψαν από τις διακοπές των Χριστουγέννων, τον Ιανουάριο, το γραφείο του ήταν κλειδωμένο και ενημερώθηκαν ότι τα γραφεία θα είναι κλειστά μέχρι να λάβουν σχετική άδεια. Ερωτώμενος σχετικά δήλωσε ότι δεν κλήθηκε να εμφανιστεί σε Δικαστήριο και ότι ο Υπουργός κατηγορήθηκε ότι έλαβε δημόσια κονδύλια, συνελήφθη στις 20/04/21, στην προσπάθεια του να φύγει από τη ΛΔΚ, και καταδικάστηκε σε ποινή φυλάκισης και σε χρηματικό ποσό, ο ίδιος γνωρίζει ότι έχει αποφυλακιστεί αλλά δεν γνωρίζει τον λόγο. Αναφορικά με τις απειλητικές κλήσεις ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι η πρώτη ήταν από τη συνάδελφο του και ακολούθως ελάμβανε μηνύματα και κλήσεις από άγνωστους άνδρες, απειλώντας τον ότι θα τους σκοτώσουν. Δήλωσε ότι από τότε που τέθηκαν σε διαθεσιμότητα μέχρι τον Σεπτέμβριο, όταν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ελάμβανε απειλητικές κλήσεις. Δήλωσε ότι ελάμβανε πάνω από 10 κλήσεις την ημέρα και έφτασε σε σημείο να φοβάται να κυκλοφορήσει και φοβόταν για τη ζωή του, ότι θα του επιτεθούν. Για τα μηνύματα δήλωσε ότι του έστειλαν ότι θα πεθάνει σύντομα, κατά ή περί τον Ιούνιο, μήνυμα το οποίο έλαβαν και οι συνάδελφοι του.

Ως περαιτέρω ανέφερε, μαζί με τους δυο βοηθούς του, προσήλθαν στον αστυνομικό σταθμό στην περιοχή Gombe, στην Κινσάσα, καταχώρησαν καταγγελία και ανέφεραν την συνάδελφο τους και τον τρόπο που τους απείλησε τον Απρίλιο 2021. Πρόσθεσε ότι όταν κλήσεις αυξηθήκαν μετά την 1η τους καταγγελία, προχώρησαν σε 2η καταγγελία, τον Μάιο 2021, και τότε ο αξιωματούχος τους δήλωσε ότι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τα άτομα που τους καλούν και εισηγήθηκε να φύγουν από την Κινσάσα. Αναφορικά με τον θάνατο του ενός συναδέλφου/βοηθού του ισχυρίστηκε ότι στις 10/07/21 πήγε στην αγορά και ο άλλος συνάδελφος του άκουσε στην περιοχή από πολίτες που μιλούσαν ότι ένας άνδρας σκοτώθηκε, ο συνάδελφος του πήγε στην αγορά και η αστυνομία μετέφερε το σώμα του στο νοσοκομείο. Ως ανέφερε, η αστυνομία στην πόλη Matadi προχώρησε σε έρευνα για τον θάνατο του συναδέλφου του αλλά δεν γνωρίζει το αποτέλεσμα.

Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής προσκόμισε κάρτα εργασίας με φερόμενη ημερομηνία έκδοσης τις 29/06/19, υπογεγραμμένη από τον τότε υπουργό παιδείας, με σφραγίδα, η οποία – ως εξήγησε – ήταν κάρτα πρόσβασης στο γραφείο του υπουργείου και μπορούσε να τη χρησιμοποιεί στις δημόσιες συγκοινωνίες. Προσκόμισε επίσης δυο φωτογραφίες, όπου – ως ανέφερε - απεικονίζεται ο αποβιώσας συνάδελφος του και ο λόγος που τις προσκόμισε είναι για να παρουσιάσει τα γεγονότα που τον οδήγησαν να εγκαταλείψει τη χώρα του. Η μια φωτογραφία που απεικονίζει τον συνάδελφο του στο έδαφος και, ως ο  αιτητής ανέφερε, την έλαβε λίγο μετά τον θάνατο του και είχε τραβηχτεί από τον άλλο συνάδελφο του, όταν πήγε να δει το πτώμα στην αγορά. Η δεύτερη ήταν κατά τη διάρκεια της κηδείας, την οποία έλαβε μετά που εγκατέλειψε τη χώρα του, και στάλθηκε από την οικογένεια του αποθανόντα συναδέλφου του. Προσκόμισε και φερόμενο πιστοποιητικό θανάτου του συναδέλφου του, εκδοθέν από το επαρχιακό γενικό νοσοκομείο της πόλης Matadi, στο οποίο αναγράφονται τα στοιχεία του αποθανόντος και ότι βρέθηκε νεκρός στην αγορά, υπογεγραμμένο από ιατρό στις 16/07/21 στη Κινσάσα. Ερωτηθείς τον λόγο που το προσκόμισε, απάντησε για να υποστηρίξει την αίτηση και το έλαβε όταν κλήθηκε για συνέντευξη στην Υπηρεσία. Κληθείς να σχολιάσει γιατί αναγράφονται δυο περιοχές στο έγγραφο, ήτοι η Matadi και η Κινσάσα, ο αιτητής δήλωσε ότι ο γιατρός ήταν στην Κινσάσα και κλήθηκε να μεταβεί στη πόλη Matadi για να εξετάσει το σώμα και επέστρεψε στη Κινσάσα. Ερωτηθείς εάν μπορεί να εγκατασταθεί σε πόλη Bandundu ή στην επαρχία Kwilu, απάντησε πως δεν μπορεί διότι, ως ανέφερε, τα άτομα που τον απειλούν τον γνωρίζουν αλλά ο ίδιος δεν τους γνωρίζει.

Κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης οι καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν και αξιολόγησαν τους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής απειλήθηκε από τον Νοέμβριο 2020 μέχρι που έφυγε από τη ΛΔΚ, μετά από επιθεώρηση στον χώρο εργασίας του, εκ της οποίας αποκαλύφθηκε ότι το αφεντικό του καταχράστηκε χρήματα

Ο 1ος εκ των ως άνω ισχυρισμών έγινε αποδεκτός, ο 2ος απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Σε σχέση με τον ως άνω 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με τους ισχυρισμούς του περί του ότι το αφεντικό του (υπουργός παιδείας) του ζήτησε να τροποποιήσει πόσα σε κάποιους καταλόγους και το τί ακολούθησε. Συγκεκριμένα, παρότι ο αιτητής προσδιόρισε την ημερομηνία κατά την οποία έγινε επιθεώρηση στο γραφείο του, ωστόσο, οι δηλώσεις ως προς τι συνέβη όταν οι επιθεωρητές εισήλθαν στο γραφείο του ήταν γενικόλογες και όχι συγκεκριμένες. Ομοίως, παρότι ερωτήθηκε σχετικά, δήλωσε πως δεν γνώριζε τα συγκεκριμένα αποτελέσματα της επιθεώρησης, αναφέροντας γενικά, χωρίς να είναι σε θέση να παραθέσει περαιτέρω λεπτομέρειες, ότι έλειπαν 62 δισεκατομμύρια φράγκα από το υπουργείο Παιδείας και βρέθηκαν πλαστές αποδείξεις και στη συνέχεια ο υπουργός κλήθηκε στο δικαστήριο ενώ άλλοι υπάλληλοι, περιλαμβανομένου του ιδίου, τέθηκαν σε διαθεσιμότητα. Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο που δεν ενημερώθηκαν επίσημα για την διαθεσιμότητα, ο αιτητής επανέλαβε - χωρίς συνοχή - ότι μια μέρα βρήκαν το γραφείο κλειστό. Περαιτέρω αξιολογήθηκε αρνητικά το ότι, παρότι ο αιτητής ήταν συγκεκριμένος για την ημερομηνία που έλαβε κλήση από τη συνάδελφο του, στα πλαίσια της οποίας δέχθηκε απειλές, ωστόσο, δεν παρείχε λεπτομέρειες για την κλήση, τι ακριβώς ειπώθηκε την αντίδραση του και τις σκέψεις του. Αναφορικές με τις υπόλοιπες τηλεφωνικές απειλές που κατ’ ισχυρισμό λάμβανε από άγνωστους αριθμούς και τα μηνύματα οι δηλώσεις του κρίθηκαν ελλιπείς και γενικές και κληθείς να περιγράψει την πιο αξιοσημείωτη κλήση και μήνυμα ανέφερε χωρίς συγκεκριμένο τρόπο ότι η ζωή του τελειώνει, χωρίς και πάλι να είναι σε θέση να αναφέρει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες για το περιεχόμενο τους. 

Αναφορικά με τις επισκέψεις στην αστυνομία, για την πρώτη επίσκεψη προσδιόρισε την ημερομηνία και το μέρος που επισκέφτηκε για να ζητήσει βοήθεια, προσθέτοντας γενικά ότι υπέβαλε καταγγελία, όπου ανέφερε ότι η κατονομαζόμενη απ’ αυτόν συνάδελφός του τον απείλησε. Ενώ αναφορικά με την αδυναμία της αστυνομίας να αναγνωρίσει τα άτομα που τους καλούσαν και τους εισηγήθηκαν να μετεγκατασταθούν, ο αιτητής δήλωσε ότι αυτό τους είπαν και πρότειναν να μετακομίσουν σε άλλη πόλη καθότι δεν μπορούν να αναγνωρίσουν τα άτομα που τους απειλούν. Αναφορικά με το περιστατικό θανάτου του συναδέλφου του στη πόλη Matadi, ο αιτητής ήταν συγκεκριμένος για την ημερομηνία, αλλά η λοιπή αφήγηση του για το περιστατικό δεν ήταν λεπτομερής.

Επί της εξωτερικής συνοχής του 2ου ισχυρισμού εντοπίστηκαν διαθέσιμες πληροφορίες που επιβεβαιώνουν ότι ο Υπουργός Παιδείας κατηγορήθηκε για υπεξαίρεση κονδυλίων κατόπιν έρευνας που έγινε και συνελήφθη στην προσπάθεια του να διαφύγει από τη ΛΔΚ στο εξωτερικό. Σε σχέση με το φερόμενο πιστοποιητικό θανάτου του συναδέλφου του αιτητή (ερ.32) σημειώθηκε ότι, παρότι το περιεχόμενο του φαίνεται να συνάδει με όσα επί τούτου εντοπίστηκαν σε διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά, εντούτοις, δεν μπορεί εξ αυτού να εξαχθεί συμπέρασμα κατά πόσο ο αιτητής σχετίζεται καθ’ οιονδήποτε τρόπο με το εκεί αναφερόμενο πρόσωπο. Για τις φωτογραφίες που κατ’ ισχυρισμό παρουσιάζουν τον νεκρό και την κηδεία του (ερ.29-30) κρίθηκε – ομοίως – ότι δεν μπορεί να εξαχθεί κανένα συμπέρασμα για το κατά πόσο σχετίζεται ο αιτητής με το εμφανιζόμενο στο ερ.29 άτομο ή το κατά πόσο η κηδεία που απεικονίζεται στο ερ.30 σχετίζεται με το άτομο για το οποίο έκανε λόγο ο αιτητής.

Συνεπεία των ως άνω ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου στη βάση των ως άνω αποδεκτών ισχυρισμών οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα), σε συνάρτηση με το προφίλ του, ότι δεν υφίσταται κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης και συνεπώς η αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.

Στα πλαίσια της γραπτής του αγόρευσης όσο και προφορικά στις διευκρινήσεις, ουδέν πρόσθεσε επί των ισχυρισμών του ο αιτητής, επαναλαμβάνοντας κατ’ ουσία τα όσα είχε αναφέρει κατά την επίδικη αίτηση και αναφέροντας ότι επιθυμεί να του «δοθεί προστασία από το Δικαστήριο».

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, ορθή επί της ουσίας αυτής, ελήφθη στα πλαίσια ορθής και επιμελούς διαδικασίας, και, με αναφορές στα ευρήματα αξιοπιστίας του αιτητή και στην τελική τους κατάληξη, αναφέρουν ότι είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και τα επιμέρους ευρήματα τους είναι ορθά.

Προχωρώ κατ’ αρχή σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Εν προκειμένω, διερχόμενος με προσοχή το πρακτικό της συνέντευξης αλλά και την επίδικη έκθεση των καθ’ ων η αίτηση,  αποδέχομαι – ως ήταν και η κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση - ότι οι ελλείψεις εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών επί του συνόλου του αφηγήματος του, τα κενά, η παντελής απουσία βιωματικών στοιχείων και η γενικότητα των ισχυρισμών του αιτητή καθιστούσε αυτούς στερούμενους εσωτερικής συνοχής και συνεπώς ορθά απορρίφθηκε εδώ ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός ως αναξιόπιστος.  

Σημειώνω ότι, πέραν των όσων λεπτομερών καταγράφονται από τους καθ’ ων η αίτηση στα ερ.101-105, τα οποία υιοθετώ, ως αυτά καταγράφονται και πιο πάνω στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω εδώ, ο αιτητής – παρότι αναφέρει ένα πλούσιο σε ισχυρισμούς αφήγημα – εντούτοις απέτυχε να παραθέσει, σε πολλά και καίρια σημεία, εύλογα αναμενόμενες λεπτομερείς και βιωματικά στοιχεία. Ενδεικτικά επί τούτου σημειώνω ότι δεν θεωρώ εύλογο να μην είναι σε θέση να αναφέρει ο αιτητής την ακριβή διαδικασία που τέθηκε σε διαθεσιμότητα, πως ενημερώθηκε για τούτου (επί του οποίου θεωρώ μη ευλογοφανές ότι πήγε μια μέρα στην εργασία του και το γραφείο του ήταν κλειστό), πως ακριβώς έγινε η τροποποίηση των καταγραφών από τον ίδιο, μετά από εντολή του υπουργού, και με ποιο τρόπο συνέβαλε αυτό στην υπεξαίρεση κονδυλίων αλλά και τι ακολούθησε του συμβάντος, επί του οποίου θεωρώ ότι τα λεγόμενα του αιτητή περί κατ’ ισχυρισμό κλήσεων που λάμβανε από άγνωστους αριθμούς στερούνται συνοχή και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών, αφού θεωρώ ότι θα ήταν εύλογο να θυμάται και να είναι σε θέση να αναφέρει με περισσότερη ακρίβεια το περιεχόμενο αυτών αλλά και τα όσα βίωσε κατά τη φυγή του από την Κινσάσα και, αργότερα, από τη ΛΔΚ. Επί τούτων ο αιτητής πολύ λίγα αναφέρει. Τοποθετεί συγκεκριμένα τα συμβάντα που αναφέρει αλλά επί της ουσίας αυτών οι περιγραφές που παραθέτει παραμένουν φτωχές και στερούνται παντελώς βιωματικών στοιχείων. Ομοίως μη ευλογοφανές θεωρώ και το ότι ο αιτητής, αν και ρωτήθηκε σχετικώς, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τι απέγινε ο υπουργός παιδείας και τους λόγους για τους οποίους απελευθερώθηκε. Δεδομένου του ότι το ζήτημα αφορά και τον ίδιο τον αιτητή, αφού ήταν και η αιτία της κατ’ ισχυρισμό δίωξης του, αναμενόταν να ήταν ενημερωμένος σε βάθος επί του ζητήματος. Σημειώνω ότι σύμφωνα με σχετικές πληροφορίες, ο υπουργός απελευθερώθηκε μετά από 7 μήνες (Νοέμβριο 2021)[1], λίγες μέρες μετά που ο αιτητής έφυγε από τη χώρα.

Επί της εξωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή σημειώνω τα εξής.

Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Ανατρέχοντας στα έγγραφα που προσκόμισε παρατηρώ ότι, πέραν των όσων επί τούτου αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, τα οποία καταγράφονται πιο πάνω και τα οποία δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω, τα ερ.29-30 απεικονίζουν το μεν πρώτο ένα άτομο στο έδαφος, χωρίς κανένα ίχνος πληγής ή άλλου τραυματισμού, το δε δεύτερο πρόκειται για μια μακρινή φωτογραφία ενός φέρετρου, φρουρούμενο από άνδρες που φαίνεται να ανήκουν σε σώματα ασφαλείας. Συνεπώς – πέραν του ότι, ως ορθώς επί τούτου παρατηρούν και οι καθ’ ων η αίτηση – ουδεμία σύνδεση γίνεται με τα λεγόμενα του αιτητή, θεωρώ αφενός ότι το ερ.29 δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδεικνύει κατ’ ουδένα τρόπο ότι το άτομο αυτό είναι νεκρό και αφετέρου ουδόλως λογική θεωρώ ότι είναι η παρουσία ανδρών σωμάτων ασφαλείας σε κηδεία δημόσιου υπάλληλου, ο οποίος ήταν κατά τον χρόνο εκείνο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του αιτητή, σε διαθεσιμότητα και ο οποίος δεχόταν απειλές από αγνώστους που – ως ο αιτητής ανέφερε – σχετίζονται με ανώτερο αξιωματούχο της κυβέρνησης. Αναφορικά με το ερ.31 σημειώνω ότι εξ αυτού, πέραν του ότι πρόκειται για αντίγραφο και όχι πρωτότυπο της κάρτας που κατ’ ισχυρισμό απεικονίζει, δεν θα μπορούσαν να ισχυροποιηθούν τα λεγόμενα του αιτητή, δεδομένου του ότι – ως και στις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές αναφέρεται – η αξιοπιστία των προσκομιζόμενων εγγράφων συναρτάται πάντοτε με την εσωτερική συνοχή αλλά και το σύνολο των στοιχείων και λεγομένων του αιτητή. Εν προκειμένω, δεδομένης του ότι η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή είναι φτωχή, δεν θα μπορούσε το έγγραφο αυτό από μόνο του να ανατρέψει τα ευρήματα περί ελλείψεως εσωτερικής συνοχής του αφηγήματος του αιτητή, ενόψει της συνολικής θεώρησης των στοιχείων. Τα ίδια ισχύουν και για το ερ.32 (μετάφραση ερ.60), επί του οποίου θα πρέπει να σημειωθεί ότι, ο αιτητής, ερωτώμενος, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πως ακριβώς και από ποιόν το έλαβε και, όταν του υποβλήθηκε ότι αυτό φαίνεται να συντάχθηκε στην Κινσάσα και όχι στο Matadi (παρότι στην επικεφαλίδα του εγγράφου αναγράφεται ότι αυτό προέρχεται από το γενικό νοσοκομείο της πόλης Matadi), όπου κατ’ ισχυρισμό σκοτώθηκε ο συνάδελφος του τον οποίο αφορά το εν λόγω έγγραφο, ανέφερε, πράγμα το οποίο θεωρώ μη ευλογοφανές, ότι ο γιατρός που το συνέταξε ταξίδεψε στην πόλη αυτή και ακολούθως επέστρεψε στην Κινσάσα, όπου συνέταξε το έγγραφο εκ μέρους του γενικού νοσοκομείου άλλης πόλης.

Συνεπεία των ως άνω ουδέν εκ των προσκομισθέντων από τον αιτητή εγγράφων δύναται να ανατρέψει το εύρημα περί τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή.

Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι, ως και πιο πάνω σημειώνεται, όντως επιβεβαιώνεται από σχετικές πληροφορίες (ΠΧΚ) ότι έλαβε χώρα στη ΛΔΚ σκάνδαλο με κατάχρηση δημοσίων κονδυλίων από τον τότε Υπουργό Παιδείας [2], ο οποίος και καταδικάστηκε σχετικά. Όμως η έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών της, καθώς η συμφωνία των ισχυρισμών του με διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής δεν αρκεί, τη στιγμή που στερείται εσωτερικής συνοχής, ενόψει και της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας. Ως άλλωστε και στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»

Είναι εκ των ως άνω κατάληξη μου ότι ουδείς εκ των ισχυρισμών του αιτητή μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθώς οι πολλές και σε καίρια σημεία ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους.

Απομένει λοιπόν μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα).

Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[3]

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι[4]. Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [5]

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση τους στην Κινσάσα, όπου εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι σε τέτοιο υψηλό επίπεδο ώστε να προκύπτει «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας» [αρ.19 (2) (γ) τον Νόμου] του αιτητή εκ μόνης της παρουσίας του εκεί (βλ. και C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ).

Συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι ηλικίας περί των 33 ετών σήμερα, υγιής, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με επαρκή μόρφωση και εργασιακή εμπειρία και έχει ζήσει όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, όπου διατηρεί ισχυρό οικογενειακό δίκτυο (μητέρα, αδέλφια).

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του Νόμου. Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου δεν θεωρώ ότι επιστροφή του αιτητή συνιστά επαναπροώθηση του, κατά παράβαση των αρ.2 και 3 της ΕΣΔΑ.

Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €800 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[3] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[4] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (πρόσβαση 17/12/2025).

[5] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο