ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Νομική Αρωγή Αρ. 42/25
03 Απριλίου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ ΑΡ.1 ΤΟΥ 2003, ΩΣ ΕΧΕΙ ΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΕΙ ΚΑΙ ΤΟΥΣ
ΠΕΡΙ ΝΟΜΙΚΗΣ ΑΡΩΓΗΣ ΝΟΜΟΥΣ ΤΟΥ 2002 ΜΕΧΡΙ 2019
ΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ:
Α. Α.
Αιτητής
......................
Ο Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά.
Αι. Κίτσιου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(Μυροφόρα Σταυρινού (κα), για μετάφραση από Αγγλικά στα Ελληνικά και αντίστροφα
Seynap Mohamed (κος), για μετάφραση από Somali στα Αγγλικά και αντίστροφα)
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής, με την αίτησή του ημερομηνίας 28/02/2025, αιτείται την παροχή δωρεάν νομικής αρωγής για τον χειρισμό της προσφυγής που έχει ήδη καταχωρίσει, δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος, κατά της απόφασης του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 31/01/2025, η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 24/02/2025 και με την οποία απορρίπτεται η αίτησή της για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως προκύπτουν από το γραπτό σημείωμα που καταχώρισε η ευπαίδευτη συνήγορος, η οποία εμφανίζεται για τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και από τα τεκμήρια που επισυνάπτονται σε αυτό, έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Σομαλίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 12/04/2022, κατόπιν παράτυπης εισόδου του στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 13/10/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 15/01/2025, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή.
Ακολούθως, στις 31/01/2025, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Στη συνέχεια, στις 24/02/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή αναφορικά με το αίτημά του, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή κατά την ίδια ημερομηνία.
Στις 28/02/2025, ο Αιτητής καταχώρισε την προσφυγή υπ’ αριθ. 473/2025 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Κατά την ίδια ημερομηνία καταχωρίστηκε και η παρούσα υπό εξέταση αίτηση για παροχή νομικής αρωγής, υπ’ αριθ. 42/2025.
Νομικό Πλαίσιο
Η παρούσα αίτηση στηρίζεται στους περί Νομικής Αρωγής Διαδικαστικούς Κανονισμούς (Αρ.1) του 2003 και στον περί Νομικής Αρωγής Νόμο του 2002, Ν. 165(Ι)/2002 και συγκεκριμένα στις διατάξεις του άρθρου 6Β(2)(α) και 6Β(2)(ββ) του σχετικού Νόμου, το οποίο ορίζει τα ακόλουθα:
«6Β.(2) Παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή διεθνούς προστασίας, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος - (α) Κατά δυσμενούς απόφασης του Προϊσταμένου επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του εν λόγω αιτητή, την οποία απόφαση ο Προϊστάμενος έλαβε δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 5, 12Βδις, 12Βτετράκις, 12Δ ή 13 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, ή υπό τις ακόλουθες προϋποθέσεις:
(αα) Η δωρεάν νομική αρωγή αφορά μόνο την πρωτοβάθμια εκδίκαση της προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του Άρθρου 146 του Συντάγματος, και όχι την εκδίκαση έφεσης ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου κατά της δικαστικής απόφασης η οποία εκδίδεται στα πλαίσια της εν λόγω πρωτοβάθμιας εκδίκασης, ούτε άλλο ένδικο μέσο και
(ββ) κατά την κρίση του Διοικητικού Δικαστηρίου, η προσφυγή έχει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας:
Νοείται ότι οι διατάξεις της παραγράφου (ββ) εφαρμόζονται χωρίς να περιορίζουν αυθαίρετα την παροχή της δωρεάν νομικής αρωγής και χωρίς να εμποδίζεται η ουσιαστική πρόσβαση της Αιτήτριας διεθνούς προστασίας στη δικαιοσύνη.»
Σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το δικαίωμα του Αιτητή για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Πλην όμως, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει την αίτηση με βάση το ενώπιόν του υλικό, χωρίς να παρέχεται νομική αρωγή ανεξέλεγκτα σε υποθέσεις που δεν παρουσιάζουν πιθανότητες επιτυχίας.
Κατά την εξέταση των εκατέρωθεν ισχυρισμών, το Δικαστήριο προβαίνει σε εκ πρώτης όψεως αξιολόγηση της υπόθεσης, χωρίς βεβαίως να προδικάζεται η τύχη της προσφυγής που καταχώρισε ο Αιτητής. Το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας δεν επηρεάζει κατ’ ουδένα τρόπο την τελική έκβαση της προσφυγής του (βλ. μεταξύ άλλων, Durgo Man ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 278/09, ημερ. 15/07/2009, καθώς και Baghour και Roud Gad ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 7/11 και 8/11, ημερ. 28/03/2011).
Ιδιαίτερα σχετικό με την φύση της παρούσας διαδικασίας είναι το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση επί της Αιτήσεως από KAUR, Αίτηση Νομικής Αρωγής Αρ. 17/2019, ημ.27/02/19, όπου ο τότε Δικαστής Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Ναθαναήλ ανέφερε ότι «Η περί Νομικής Αρωγής νομοθεσία θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως τόσο της φιλοσοφίας αυτής, όσο και υπό το φως των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου και τη νομοθεσία περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης.». Λαμβάνεται υπόψη δε ότι το Δικαστήριο τούτο έχει εξουσία να εξετάσει τυχόν προσφυγή κατά απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και επί της ουσίας και από τούδε και στο εξής (ex nunc) και όχι μόνο επί της νομιμότητας. Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρ. 11 (5) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, το παρόν Δικαστήριο «[...] λαμβάνει υπόψη και σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς του προσφεύγοντος που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, είτε αυτά είναι προγενέστερα είτε είναι μεταγενέστερα αυτής.»
Στην απόφαση επί της αιτήσεως Νομικής Αρωγής αρ.31/2013, SΙNGH KHUSHWANT του Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Λιάτσου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
« Κατ' ακολουθία του άρθρου 6Β(2) του Νόμου, παρέχεται δωρεάν νομική αρωγή σε αιτητή ασύλου, ο οποίος ασκεί προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, μεταξύ άλλων, κατά δυσμενούς απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων επί διοικητικής προσφυγής, την οποία η Αιτήτρια ασύλου άσκησε ενώπιον της, και η οποία προσφυγή αφορούσε δυσμενή απόφαση.
Πρέπει να συνυπάρχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το πιο πάνω άρθρο του Νόμου, προκειμένου να γίνει αποδεκτό αίτημα για παροχή δωρεάν νομικής αρωγής, μεταξύ των οποίων, η πιθανότητα να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας εκδίκασης της προσφυγής. Όπως νομολογιακά έχει αποφασιστεί, ο Νόμος δίνει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να αποφασίσει, κατά πόσον «είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση». Είναι, επίσης, πάγια γραμμή της Νομολογίας, ότι η Αιτήτρια δεν πρέπει να στερείται, χωρίς επαρκή λόγο, του δικαιώματος του να ακουστεί η προσφυγή του από το Ανώτατο Δικαστήριο, έχοντας τη βοήθεια συνηγόρου. Από την άλλη, όμως, δεν είναι επιτρεπτή η παροχή νομικής αρωγής ανεξέλεγκτα, με συνακόλουθο την σπατάλη δημοσίου χρήματος με την καταχώρηση προσφυγών, οι οποίες δεν έχουν πιθανότητα επιτυχίας.
Το όλο ζήτημα, στην προσπάθεια του Δικαστηρίου να καταλήξει στη βασιμότητα αιτήματος παροχής νομικής αρωγής, εξετάζεται στη βάση του υλικού που τίθεται ενώπιον του. Στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον, βεβαίως, δεν έχει καταχωρηθεί ακόμη προσφυγή, θα πρέπει να εξεταστεί στη βάση της ίδιας της απόφασης της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερομηνίας 31/10/2013, η οποία βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου και, έχοντας πάντα κατά νου τις νομικές αρχές που καλύπτουν το ζήτημα και τις τοποθετήσεις των δύο πλευρών. Παρεμβάλλω ότι είναι βασική αρχή πως το Δικαστήριο, εξετάζοντας αιτήσεις αυτής της μορφής και ασκώντας την ευρεία διακριτική του εξουσία, δεν προβαίνει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς το αποτέλεσμα της ίδιας της προσφυγής, αλλά παραμένει στην πιθανολόγηση έκδοσης θετικής απόφασης. Η λέξη «πιθανό» που χρησιμοποιείται στην υποπαράγραφο (ββ) του άρθρου 6Β του Νόμου, αντικρίζεται σε αποκλειστική συνάρτηση προς τα διαλαμβανόμενα στο διοικητικό δίκαιο και υπό το φως του αντικειμένου μιας προσφυγής, η εξέταση της οποίας δεν οδηγεί σε απόφαση επί της ουσίας, αλλά αναθεωρείται μόνο η διοικητική πράξη, σύμφωνα με τις αρχές του διοικητικού δικαίου, χωρίς να εκτείνεται στην υποκατάσταση της διοικητικής απόφασης. Όπως έχει τονιστεί στην Υπόθεση Αρ. Αίτησης Νομικής Αρωγής 12/2010, Mohammad Ismail ημερομηνίας 13/5/2010: «με άλλα λόγια, για να είναι πιθανό να εκδοθεί θετική δικαστική απόφαση' θα πρέπει από μια πρώτη θεώρηση της προσφυγής, με αναφορά στα γεγονότα και το νομικό υπόβαθρό της, να διαφαίνεται η ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων εκ των λόγων για τους οποίους το Αναθεωρητικό Δικαστήριο δικαιούται να ακυρώσει διοικητική πράξη.» Τελικό, λοιπόν, κριτήριο είναι η πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης και, κατά την εξέταση μιας τέτοιας πιθανότητας, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει για την οριστική τύχη της προσφυγής, αλλά, όπως είναι καθήκον του, σταθμίζει τα ενώπιον του στοιχεία, προκειμένου να κρίνει κατά πόσον οι απαραίτητες προϋποθέσεις του Νόμου ικανοποιούνται, για να συνεκτιμήσει την πιθανότητα έκδοσης θετικής δικαστικής απόφασης στην αναμενόμενη να καταχωρηθεί προσφυγή»
Στον Αιτητή επιδόθηκε το σημείωμα του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, του παρασχέθηκε δε η ευκαιρία να προβεί σε οποιεσδήποτε παρατηρήσεις, ενώ του επεξηγήθηκαν οι προϋποθέσεις που θέτει η οικεία νομοθεσία επί αιτήσεων όπως η παρούσα.
Κατά την υποβολή της αίτησής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του για οικονομικούς λόγους, προσθέτοντας ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, μετέβη προς διαμονή στην οικία του θείου του, όπου υφίστατο κακομεταχείριση.
Κατά τη συνέντευξή του ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω σοβαρής ενδοοικογενειακής κακοποίησης από τη σύζυγο του θείου του, η οποία του προκάλεσε, μεταξύ άλλων, κάταγμα στο χέρι, καθώς και λόγω μεταγενέστερης απαγωγής του ιδίου και των δύο αδελφών του από αγνώστους.
Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε ότι, ενώ διέμενε στην οικία του θείου του από την πατρική γραμμή, παρά τις γενικώς επαρκείς συνθήκες διαβίωσης, υφίστατο συστηματική σωματική και ψυχολογική κακοποίηση από τη σύζυγο του τελευταίου. Το 2021, η εν λόγω τον κτύπησε με ξύλινο αντικείμενο, προκαλώντας του κάταγμα στο χέρι. Κατόπιν του περιστατικού και της ενημέρωσης της μητέρας του, μετέβη προς διαμονή με αυτήν τον Φεβρουάριο του 2021, όπου παρέμεινε για περίοδο δύο μηνών.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι τον Απρίλιο του 2021 απήχθη, μαζί με τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του, από ένοπλους άνδρες με καλυμμένα πρόσωπα, τους οποίους αναγνώρισε ως μέλη της οργάνωσης Al-Shabaab. Σύμφωνα με τα λεγόμενά του, κρατήθηκαν για περίοδο περίπου έξι μηνών σε οικία μαζί με άλλα ανήλικα πρόσωπα, όπου υφίσταντο σωματική κακοποίηση, υποχρεωτική θρησκευτική διδασκαλία και καταναγκαστική εργασία. Πριν την απελευθέρωσή τους, φωτογραφήθηκαν και προειδοποιήθηκαν να επιστρέψουν εντός μηνός, άλλως θα εντοπίζονταν και θα θανατώνονταν.
Μετά την απελευθέρωσή τους, η οικογένεια του Αιτητή εγκατέλειψε την περιοχή, φοβούμενη για την ασφάλειά τους, παρά το ότι δεν αναφέρθηκαν μεταγενέστερες άμεσες απειλές.
Τέλος, ο Αιτητής ανέφερε ότι, κατά την εκτίμησή του, οι αρχές της χώρας καταγωγής του δεν είναι σε θέση να του παράσχουν αποτελεσματική προστασία, καθότι η έρευνα για την εξαφάνισή του δεν παρουσίασε οποιαδήποτε εξέλιξη.
Ο αρμόδιος λειτουργός, στην Εισηγητική Έκθεση, διέκρινε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς: (α) ως προς τα στοιχεία ταυτότητας, το γενικό προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, (β) ως προς τη φερόμενη δυσμενή μεταχείρισή του από τη θεία του και (γ) ως προς τον ισχυριζόμενο φόβο για τη ζωή του από μέλη της οργάνωσης Al-Shabaab, τα οποία φέρεται να τον απήγαγαν και να επιχείρησαν να τον στρατολογήσουν.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε δεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος. Αντιθέτως, ο δεύτερος και ο τρίτος ισχυρισμός απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι.
Ως προς τον δεύτερο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες επί ζητημάτων που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του. Ειδικότερα, ενώ ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, διέμενε με τον θείο του και ότι η σύζυγος του τελευταίου ασκούσε εις βάρος του σωματική βία, ανέφερε ότι το 2021, επιστρέφοντας από το σχολείο, τον κτύπησε με ξύλινο αντικείμενο στο χέρι, προκαλώντας του κάταγμα.
Ωστόσο, οι δηλώσεις του παρουσιάζουν ουσιώδεις αντιφάσεις. Συγκεκριμένα, ενώ τοποθέτησε το εν λόγω περιστατικό στο 2021 και το συνέδεσε με την επιστροφή του από το σχολείο, σε προηγούμενη δήλωσή του είχε αναφέρει ότι είχε διακόψει τη φοίτησή του ήδη από το 2020. Επιπλέον, μολονότι αρχικά υποστήριξε ότι υφίστατο συστηματική κακοποίηση από τη θεία του, κατά την περιγραφή του επίμαχου περιστατικού ανέφερε ότι επρόκειτο για την πρώτη φορά.
Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ότι, μετά το εν λόγω περιστατικό, μετέβη να διαμείνει με τη μητέρα του, αντιφάσκει με προηγούμενες δηλώσεις του, σύμφωνα με τις οποίες διέμενε συνεχώς με τον θείο του στο Mogadishu από την ηλικία των τριών ετών έως την αναχώρησή του από τη χώρα, χωρίς να έχει οποιαδήποτε επαφή με τη μητέρα του κατά το διάστημα αυτό. Κληθείς να εξηγήσει την εν λόγω αντίφαση, περιορίστηκε να δηλώσει ότι δεν γνώριζε ότι όφειλε να το αναφέρει, χωρίς να παράσχει περαιτέρω διευκρινίσεις.
Ο Αιτητής, ερωτηθείς αναφορικά με άλλα περιστατικά κακοποίησης από τη θεία του, περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές ότι εκείνη συνήθιζε να τον χτυπά και να τον απειλεί, είτε παρουσία είτε απουσία του θείου του, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά ή επιμέρους στοιχεία συναφή με το ερώτημα. Η έλλειψη συγκεκριμένης, εξατομικευμένης και βιωματικά τεκμηριωμένης περιγραφής άλλων περιστατικών κακοποίησης δημιουργεί εύλογες αμφιβολίες ως προς τη συχνότητα και τη σοβαρότητα των προβαλλόμενων ισχυρισμών.
Περαιτέρω, η αναφορά του Αιτητή ότι ο θείος του τον επέπληττε λόγω μη συμμόρφωσής του προς τις υποδείξεις της θείας του αποδυναμώνει τον ισχυρισμό ότι η τελευταία ενεργούσε κακοποιητικά κατά τρόπο ανεξέλεγκτο. Επιπλέον, προκύπτει ασυνέπεια μεταξύ των ισχυρισμών περί κακοποίησης και της περιγραφής της καθημερινότητάς του, καθότι ο ίδιος ανέφερε ότι ο θείος του τον ανέθρεψε, κάλυπτε τις ανάγκες διαβίωσης και εκπαίδευσής του και συνέβαλε οικονομικά στην αναχώρησή του από τη Σομαλία, ενώ η μεταξύ τους σχέση ήταν καλή.
Ταυτόχρονα, ο Αιτητής περιέγραψε μια ομαλή καθημερινότητα, με επαρκή σίτιση, οικονομική στήριξη για τη φοίτησή του και ελεύθερο χρόνο με φίλους, χωρίς να εντάσσει σε αυτήν στοιχεία της προβαλλόμενης κακοποίησης, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, συνιστά τον πυρήνα του αιτήματός του.
Εν γένει, οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί κακοποίησης από τη θεία του διατυπώνονται κατά τρόπο επιφανειακό και γενικόλογο, χωρίς την παράθεση συγκεκριμένων, εξατομικευμένων ή βιωματικών στοιχείων (όπως σκέψεις, συναισθήματα ή λεπτομέρειες), τα οποία θα προσέδιδαν αυθεντικότητα στην αφήγησή του. Ο Αιτητής περιορίστηκε σε πληροφορίες γενικού χαρακτήρα, οι οποίες θα μπορούσαν να διατυπωθούν από οποιοδήποτε πρόσωπο, χωρίς να τεκμηριώνεται προσωπική εμπειρία σοβαρού περιστατικού κακοποίησης.
Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού κρίνεται μη ικανοποιητική.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε σχετική έρευνα και, βάσει διαθέσιμων εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, διαπίστωσε ότι στη Σιέρα Λεόνε έχει ενισχυθεί το νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο προστασίας των παιδιών, μέσω της θέσπισης νόμων κατά της κακοποίησης, της σωματικής τιμωρίας και των διακρίσεων στην εκπαίδευση, καθώς και μέσω της λειτουργίας Μονάδων Οικογενειακής Υποστήριξης και «Κέντρων Μιας Στάσης», με τη στήριξη διεθνών οργανισμών, όπως η UNICEF και το UNFPA.
Περαιτέρω, ο λειτουργός έκρινε ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή αφορούν γεγονότα ιδιωτικής φύσεως, μη επιδεκτικά εξωτερικής επιβεβαίωσης, και συνιστούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο. Λαμβανομένων υπόψη των διαπιστωθέντων ζητημάτων αξιοπιστίας, το αφήγημά του κρίθηκε συνολικά αναξιόπιστο. Παρά την ανηλικότητά του κατά τον κρίσιμο χρόνο (16 ετών), δεν εντοπίστηκαν στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας που να δικαιολογούν την εφαρμογή του ευεργετήματος της αμφιβολίας. Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Ως προς τον τρίτο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η γενεσιουργός αιτία του προβαλλόμενου φόβου του Αιτητή για τη ζωή του από μέλη της οργάνωσης Al-Shabaab, ήτοι η φερόμενη απαγωγή και απόπειρα στρατολόγησής του, συναρτάται άμεσα με το απορριφθέν πραγματικό περιστατικό της επικαλούμενης κακοποίησης, το οποίο φέρεται ότι τον οδήγησε να μεταβεί προς διαμονή με τη μητέρα του στην πόλη Dinsor. Δεδομένης της απόρριψης του εν λόγω περιστατικού, ο συναφής ισχυρισμός περί φόβου αποδυναμώνεται ουσιωδώς και δεν δύναται να τεκμηριωθεί.
Ακολούθως, ο λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεδειγμένων ουσιωδών στοιχείων, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και του προσωπικού προφίλ του Αιτητή. Κατόπιν εξειδικευμένης εξέτασης του αιτήματός του και ανατρέχοντας σε επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφάλειας στη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στον τόπο συνήθους διαμονής του, ήτοι το Mogadishu, διαπιστώθηκε ότι, παρά το ότι ο Αιτητής δεν είχε υποστεί κατά το παρελθόν δίωξη ή σοβαρή βλάβη, υφίστανται βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Σομαλία, ενδέχεται να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Ως προς τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, και συγκεκριμένα ότι πρόκειται για νεαρής ηλικίας ενήλικο άνδρα, με στοιχειώδη εκπαίδευση, ικανό προς εργασία (καθότι εργάζεται τόσο στην Κυπριακή Δημοκρατία όσο και προηγουμένως στη χώρα καταγωγής του), καθώς και ότι διαθέτει οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο, αποτελούμενο από τη μητέρα του και την οικογένειά της, καθώς και τον θείο του.
Επομένως, ο αρμόδιος λειτουργός συνεκτίμησε τόσο τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή όσο και τις διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του. Επιπροσθέτως, έλαβε υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, δεδομένου ότι, κατά τον χρόνο αναχώρησής του από τη χώρα καταγωγής του, καθώς και κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής ήταν ανήλικος (ηλικίας περίπου 16 ετών).
Ειδικότερα, εξέτασε ζητήματα που άπτονται της ασφάλειας και προστασίας του Αιτητή, καθώς και της ευημερίας του στη χώρα καταγωγής του, περιλαμβανομένης της πρόσβασής του στην εκπαίδευση και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ αξιολόγησε και τις προοπτικές οικονομικής του επιβίωσης (ερυθρά 174–176 Δ.Φ.). Κατόπιν των ανωτέρω, κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετούνται επαρκή στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη εύλογων και βάσιμων λόγων ότι ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ενώ κρίθηκε ότι δύναται να διασφαλίσει ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης, ιδίως λαμβανομένης υπόψη της ύπαρξης στενού οικογενειακού υποστηρικτικού δικτύου.
Υπό το φως των ανωτέρω, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι, βάσει των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν αποδεκτά, δεν προκύπτουν βάσιμοι λόγοι φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, ούτε εντοπίζεται φορέας δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, ήτοι το Mogadishu της περιοχής Banadir στη Σομαλία.
Κατά τη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους εθνικότητας, φυλής, θρησκείας, συμμετοχής σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, του άρθρου 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Όσον αφορά τη δυνατότητα χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης αποκλειστικά και μόνο λόγω της παρουσίας του στο Mogadishu της περιοχής Banadir. Ειδικότερα, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών και σε συνδυασμό με τις προσωπικές του περιστάσεις, διαπιστώθηκε ότι δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης σύγκρουσης υπό την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, οι οποίες να δικαιολογούν τη χορήγηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι η ευπαίδευτη εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας εισηγήθηκε, μέσω του γραπτού της σημειώματος, ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει ο περί Νομικής Αρωγής Νόμος για την παραχώρηση του ευεργετήματος της νομικής αρωγής στον Αιτητή.
Το εν λόγω σημείωμα μεταφράστηκε στον Αιτητή. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιοδήποτε νέο στοιχείο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του και, παρά το ότι προέβη σε επισημάνσεις επί ορισμένων σημείων του σημειώματος, αυτές δεν τεκμηριώθηκαν και δεν επηρεάζουν την εξέταση της παρούσας αίτησης.
Έχοντας εξετάσει το σύνολο του ενώπιόν μου υλικού, περιλαμβανομένου του Γραπτού Σημειώματος του Γενικού Εισαγγελέα, της εισηγητικής έκθεσης του αρμόδιου λειτουργού, της συνέντευξης του Αιτητή και του συνόλου των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, κρίνω ότι, παρά το δικαίωμα του Αιτητή για πρόσβαση στη δικαιοσύνη, η παρούσα αίτηση δεν ικανοποιεί το απαιτούμενο κριτήριο περί ύπαρξης εύλογων πιθανοτήτων επιτυχίας της προσφυγής.
Ειδικότερα, από τα ενώπιόν μου στοιχεία προκύπτει ότι η αρμόδια αρχή προέβη σε ενδελεχή και εξατομικευμένη εξέταση των ισχυρισμών του Αιτητή, διαχωρίζοντας αυτούς σε ουσιώδεις πυλώνες και αξιολογώντας την αξιοπιστία τους τόσο εσωτερικά όσο και εξωτερικά, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την εξέταση αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του Αιτητή, πέραν εκείνων που αφορούν την ταυτότητα και το γενικό προφίλ του, απορρίφθηκαν αιτιολογημένα ως αναξιόπιστοι, καθότι η Διοίκηση εντόπισε ουσιώδεις αντιφάσεις μεταξύ των δηλώσεών του, έλλειψη συγκεκριμένων και βιωματικών λεπτομερειών σε ζητήματα που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του, καθώς και γενικόλογες και αόριστες αναφορές σε περιστατικά κακοποίησης και απειλής. Η εκτίμηση αυτή της Διοίκησης ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του Αιτητή δεν εμφανίζεται, εκ πρώτης όψεως, πλημμελής, αλλά εντάσσεται στο πλαίσιο της διακριτικής ευχέρειας της αρμόδιας αρχής, η οποία είναι κατ’ αρχήν αρμόδια για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών.
Ο ισχυρισμός του Αιτητή περί κινδύνου από μέλη της Al-Shabaab εξετάστηκε σε συνάρτηση με τα πραγματικά περιστατικά που τον θεμελιώνουν και απορρίφθηκε αιτιολογημένα, με τη Διοίκηση να κρίνει ότι δεν τεκμηριώνεται, ιδίως ενόψει της αναξιοπιστίας των γεγονότων στα οποία αυτός ερείδεται. Το γεγονός ότι η αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού συνδέθηκε με προηγουμένως απορριφθέντα στοιχεία του αφηγήματος δεν συνιστά, εκ πρώτης όψεως, νομικό σφάλμα, αλλά θεμιτή και εύλογη συνολική εκτίμηση της αξιοπιστίας του.
Περαιτέρω, αναφορικά με την αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι η Διοίκηση έλαβε υπόψη επικαιροποιημένες και αξιόπιστες πληροφορίες αναφορικά με τη γενική κατάσταση ασφάλειας στη Σομαλία, εξέτασε ειδικά την περιοχή Mogadishu της περιφέρειας Banadir, από την οποία κατάγεται και όπου διέμενε ο Αιτητής, και προέβη σε εξατομικευμένη αξιολόγηση του προσωπικού του προφίλ. Παρότι αναγνωρίζεται ότι στην εν λόγω περιοχή επικρατεί αυξημένος βαθμός αδιάκριτης βίας, η Διοίκηση ορθώς επισήμανε ότι το επίπεδο αυτό δεν είναι τέτοιο που να συνεπάγεται αυτομάτως ότι κάθε άμαχος πολίτης, λόγω και μόνον της παρουσίας του, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στο πλαίσιο αυτό, και σε συνδυασμό με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι την νεαρή του ηλικία, την καλή κατάσταση της υγείας του, την ικανότητά του προς εργασία, καθώς και την ύπαρξη οικογενειακού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής του, η Διοίκηση κατέληξε ότι δεν πληρούται το κατώφλι του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου. Η κρίση αυτή, η οποία στηρίζεται σε συνδυαστική αξιολόγηση τόσο της γενικής κατάστασης ασφάλειας όσο και των εξατομικευμένων στοιχείων του Αιτητή, δεν κλονίζεται εκ πρώτης όψεως.
Συναφώς, η Διοίκηση έλαβε υπόψη ότι ο Αιτητής είναι νεαρής ηλικίας, υγιής και ικανός προς εργασία, καθώς και ότι διαθέτει οικογενειακή υποστήριξη στη χώρα καταγωγής του, και κατέληξε ότι δύναται να διασφαλίσει ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης σε περίπτωση επιστροφής του. Η εκτίμηση αυτή δεν παρουσιάζει πρόδηλη πλημμέλεια.
Όσον αφορά το ζήτημα της ανηλικότητας του Αιτητή κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, προκύπτει ότι αυτό εξετάστηκε ρητά από τη Διοίκηση. Το γεγονός ότι δεν εφαρμόστηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας δεν συνιστά, αφ’ εαυτού, πλημμέλεια, δεδομένου ότι η συνολική αξιοπιστία του αιτήματος κρίθηκε αρνητικά και ο Αιτητής δεν προσκόμισε επαρκή στοιχεία προς τεκμηρίωση των ουσιωδών ισχυρισμών του.
Συναφώς, τυχόν αναφορές σε πληροφορίες που δεν συνδέονται άμεσα με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή ή δευτερεύουσες αστοχίες στη διατύπωση της εισηγητικής έκθεσης δεν προκύπτει ότι επηρέασαν ουσιωδώς το τελικό συμπέρασμα της Διοίκησης, το οποίο εδράζεται πρωτίστως στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή και στην εξατομικευμένη εκτίμηση του κινδύνου.
Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της εισηγητικής έκθεσης προκύπτει ότι η Διοίκηση έλαβε υπόψη το γεγονός ότι ο Αιτητής ήταν ανήλικος κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησής του και κατά το στάδιο της συνέντευξης, ενώ κατά τον χρόνο σύνταξης της εισηγητικής έκθεσης είχε ήδη ενηλικιωθεί. Υπό το πρίσμα αυτό, το αίτημα εξετάστηκε με γνώμονα τις αρχές που διέπουν την προστασία των ανηλίκων, λαμβανομένου υπόψη του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, στο μέτρο που αυτό ήταν εφαρμοστέο.
Ειδικότερα, συνεκτιμήθηκαν παράγοντες που άπτονται της ασφάλειας και προστασίας του, της πρόσβασής του σε εκπαίδευση και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, καθώς και της δυνατότητας κοινωνικής και οικονομικής του επανένταξης στη χώρα καταγωγής του, περιλαμβανομένης της ύπαρξης οικογενειακού υποστηρικτικού δικτύου. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως ότι η Διοίκηση παρέλειψε να εξετάσει το αίτημα κατά τρόπο συμβατό με τις αρχές της παιδοκεντρικής προσέγγισης, ούτε ότι η σχετική αξιολόγηση πάσχει από πρόδηλη πλημμέλεια.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι, κατά πάγια νομολογιακή αρχή[1], η εξέταση αιτήματος διεθνούς προστασίας οφείλει να είναι εξατομικευμένη και να λαμβάνει υπόψη τις πραγματικές περιστάσεις που υφίστανται κατά τον κρίσιμο χρόνο εξέτασης της υπόθεσης, περιλαμβανομένης και της μεταβολής της προσωπικής κατάστασης του αιτητή, όπως η ενηλικίωσή του. Οι ειδικές διαδικαστικές εγγυήσεις που παρέχονται σε ανηλίκους αποσκοπούν στην εξισορρόπηση της θέσης τους κατά τη διαδικασία εξέτασης και δεν συνιστούν αυτοτελές και διαρκές δικαίωμα, ανεξάρτητο από την ιδιότητα της ανηλικότητας.
Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει ότι η Διοίκηση έλαβε υπόψη την ανηλικότητα του Αιτητή κατά τον ουσιώδη χρόνο, ενώ η μεταγενέστερη ενηλικίωσή του συνεκτιμήθηκε στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης του αιτήματός του. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν διαπιστώνεται εκ πρώτης όψεως παράλειψη συνεκτίμησης ουσιώδους στοιχείου ούτε πλημμέλεια ως προς την εξατομικευμένη εξέταση της υπόθεσης.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται ότι η προσφυγή παρουσιάζει εύλογες πιθανότητες επιτυχίας.
Από τα δεδομένα που έχω ενώπιόν μου, διαπιστώνω ότι, εκ πρώτης όψεως, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του και, συνακόλουθα, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου κρίνεται ως ορθή. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι συντρέχουν στο πρόσωπό του τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία δικαιολογημένου φόβου δίωξης, γεγονός που υπήρξε καθοριστικό για την έκβαση του αιτήματός του (βλ. Jafar Kalash v Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κ.α., Υποθ. αρ. 626/2010, ημερ. 08/10/2013).
Οι ισχυρισμοί του Αιτητή, όπως προκύπτει από την έκθεση-εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, έτυχαν ενδελεχούς εξέτασης από την Υπηρεσία Ασύλου, τόσο ως προς την εσωτερική τους αξιοπιστία και συνοχή όσο και ως προς την εξωτερική τους αξιοπιστία. Εντούτοις, κρίθηκαν αναξιόπιστοι, καθότι δεν παρουσίαζαν τις εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες, τη σαφήνεια και τη συνοχή που θα δικαιολογούσαν την εφαρμογή του ευεργετήματος της αμφιβολίας.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του Αιτητή ορθώς διακρίθηκαν και αξιολογήθηκαν εκ πρώτης όψεως από τον αρμόδιο λειτουργό, με βάση τους καθιερωμένους δείκτες αξιοπιστίας, ενώ, ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, λήφθηκαν υπόψη σχετικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης. Ταυτόχρονα, από το πρακτικό της συνέντευξης διαφαίνεται ότι τέθηκαν στον Αιτητή επαρκείς ερωτήσεις, τόσο ανοικτού όσο και κλειστού τύπου, παρέχοντάς του ουσιαστική ευκαιρία να εκθέσει και να αναπτύξει τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Δεν προκύπτει, εξάλλου, από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι ασκήθηκε οποιαδήποτε μορφή πίεσης επί του Αιτητή κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ενώ μετά το πέρας αυτής, τα πρακτικά υπογράφηκαν δεόντως από τον αρμόδιο λειτουργό, τον μεταφραστή και τον ίδιο τον Αιτητή, στοιχείο που ενισχύει την αξιοπιστία της διαδικασίας που ακολουθήθηκε.
Στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της Αναθεωρητικής Έφεσης Mohammad Amiri v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 Α.Α.Δ. 358, λέχθηκε ότι: «[α]πό τη στιγμή που ο εφεσείων κρίθηκε ως αναξιόπιστος δεν είχε νόημα η εφαρμογή της παραγράφου 196 του Εγχειριδίου για τους αιτητές πολιτικού ασύλου. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας παρέχεται στον αιτούντα όταν δεν είναι σε θέση να τεκμηριώσει τους κατά τα άλλα βάσιμους και αξιόπιστα προβαλλόμενους ισχυρισμούς με έγγραφα ή άλλα αποδεικτικά μέσα. Στην προκείμενη περίπτωση ο εφεσείων κρίθηκε γενικά ως αναξιόπιστος. Η άρνηση των εφεσιβλήτων να χορηγήσουν στον εφεσείοντα πολιτικό άσυλο δεν στηρίχθηκε σε αμφιβολίες αναφορικά με το βάσιμο ή μη των ισχυρισμών του αλλά στην εύλογη διαπίστωση περί αναξιοπιστίας του ίδιου και των στοιχείων που παρουσίασε.»
Υπό το φως της πιο πάνω νομολογιακής καθοδήγησης, δεν διακρίνω πλημμέλειες στην προσέγγιση της Διοίκησης ως προς τη μη εφαρμογή του ευεργετήματος της αμφιβολίας στην παρούσα υπόθεση, εφόσον ο Αιτητής κρίθηκε, εκ πρώτης όψεως, αναξιόπιστος ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του.
Περαιτέρω, δεν διακρίνω πλημμέλειες στην ανάλυση του μελλοντικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Αντιθέτως, διαπιστώνω ότι ο αρμόδιος λειτουργός, κατά το στάδιο της αξιολόγησης του μελλοντικού κινδύνου, εξέτασε επαρκώς τα ουσιώδη και αποδεκτά στοιχεία του προσωπικού προφίλ του Αιτητή, τα οποία θα μπορούσαν ενδεχομένως να τον εκθέσουν σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, και ορθώς κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τέτοιος κίνδυνος δεν στοιχειοθετείται.
Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε λεπτομερώς τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, αποδίδοντας τη δέουσα βαρύτητα στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, λαμβάνοντας υπόψη την ανηλικότητά του κατά τον χρόνο αναχώρησής του από τη Σομαλία και κατά την υποβολή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ενώ προς τεκμηρίωση των συμπερασμάτων του αναφέρθηκε σε αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Ως εκ τούτου, η κατάληξη ότι δεν συντρέχει λόγος χορήγησης διεθνούς προστασίας, ελλείψει πραγματικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης, δεν εμφανίζεται εκ πρώτης όψεως πλημμελής.
Ομοίως, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε, εκ πρώτης όψεως ορθώς, και ως προς τη μη υπαγωγή του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναλύοντας επαρκώς, και σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, το ενδεχόμενο υπαγωγής του στις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ο Αιτητής φέρει το βάρος να καταδείξει ότι η προσφυγή του παρουσιάζει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας, χωρίς βεβαίως να προδικάζεται το τελικό αποτέλεσμά της (βλ. Tamaga Durja Man v. Δημοκρατίας, Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 1/2009, ημερ. 15/07/2009, καθώς και Nacira Baghour και Maged Ahmad Odeh, Αίτηση Νομικής Αρωγής αρ. 10/2012, ημερ. 28/03/2012).
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν προκύπτουν, εκ πρώτης όψεως, πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής του Αιτητή. Ειδικότερα, δεν αναδεικνύονται διαδικαστικές πλημμέλειες ή παραλείψεις εκ μέρους της Διοίκησης ως προς τη διερεύνηση ουσιωδών ζητημάτων, ενώ ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε επαρκώς και μεθοδικά τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, τόσο κατά τη διεξαγωγή της συνέντευξης όσο και κατά το στάδιο σύνταξης της εισηγητικής έκθεσης.
Εξετάζοντας τη συνέντευξη του Αιτητή, την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, τις απαντήσεις που ο ίδιος έδωσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και το σύνολο του διοικητικού φακέλου, καταλήγω ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε επαρκή και ουσιαστική έρευνα όλων των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης.
Τυχόν επιμέρους αδυναμία που εντοπίζεται αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, όπως έχει ήδη επισημανθεί, δεν είναι τέτοιας φύσεως ή έκτασης ώστε να επηρεάζει ουσιωδώς το τελικό συμπέρασμα της Διοίκησης ούτε να αυξάνει τις πιθανότητες επιτυχίας της προσφυγής.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, όπως αυτά έχουν αναλυθεί ανωτέρω, καταλήγω ότι, στον βαθμό που απαιτείται στο παρόν στάδιο, το οποίο δεν προϋποθέτει εις βάθος εξέταση της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας, το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς και διερευνήθηκε δεόντως από την Υπηρεσία Ασύλου.
Για τους λόγους που έχουν εκτεθεί, και λαμβανομένων υπόψη των προνοιών της σχετικής νομοθεσίας, καθώς και του συνόλου των ενώπιόν μου στοιχείων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η προσφυγή κατά της επίδικης απόφασης παρουσιάζει πραγματικές πιθανότητες επιτυχίας.
Ο Αιτητής διατηρεί, βεβαίως, το δικαίωμα να προωθήσει την ήδη καταχωρισθείσα προσφυγή του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας με δικά του έξοδα, ανεξαρτήτως της απόρριψης της παρούσας αίτησης. Σε κάθε περίπτωση, το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας ουδόλως προδικάζει την έκβαση της εν λόγω προσφυγής.
Ενόψει των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται.
Τα έξοδα των μεταφραστών, καθ’ όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία.
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] SHARMAAKE MOHAMED v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2021, 16/9/2025
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο