D. C. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4270/2024, 8/4/2026
print
Τίτλος:
D. C. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 4270/2024, 8/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 4270/2024

8 Απριλίου 2026

[Β. ΚΟΥΡΟΥΖΙΔΟΥ - ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

                                            D. C.

Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

 

 

Ζ. Ττοφαλή  (κα) για Χρ. Θεοδούλου (κος), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Χρ. Δημητρίου(κα) για  Κ. Χρυσοστόμου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η Αιτήτρια αιτείται δήλωσης ή/και απόφασης του Δικαστηρίου ότι η πράξη και/ή απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 10/09/2024, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 27/09/2024 και με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για παροχή διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου Ν. 6(Ι)/2000, είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος. Περαιτέρω, αιτείται την έκδοση νέας απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας του αιτήματός της για διεθνή προστασία προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Η Αιτήτρια είναι υπήκοος της Δημοκρατίας της Γουινέας (εφεξής «Γουινέα»). Εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής της στις 26/02/2020 και εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, όπου υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 03/03/2020. Αυθημερόν, η Αιτήτρια παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας από την Υπηρεσία Ασύλου. Ακολούθως, στις 09/09/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου και στις 10/09/2024 η λειτουργός ετοίμασε Έκθεση – Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη της Αιτήτριας, εισηγούμενη την απόρριψη του αιτήματός της. Αυθημερόν, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας. Εν συνεχεία, στις 27/09/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία αυθημερόν παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια κατόπιν διερμηνείας του περιεχομένου της σε γλώσσα πλήρως κατανοητή από την ίδια (Γαλλικά).

Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 10/09/2024, η Αιτήτρια, στις 29/10/2024, καταχώρισε εμπρόθεσμα προσφυγή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (Δ.Δ.Δ.Π.). 

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Δια της αίτησης ακυρώσεώς της, η Αιτήτρια, μέσω του συνηγόρου της, προβάλλει πλείονες λόγους ακυρώσεως. Κατά την γραπτή του αγόρευση, ο συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει λόγους που αφορούν στην έλλειψη επαρκούς και δέουσας έρευνας και στην πλημμελή άσκηση της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η Αίτηση, υποστηρίζοντας ότι οι Καθ΄ ων δεν έλαβαν υπόψιν όλα τα στοιχεία και περιστατικά της υπόθεσης και τον μελλοντοστραφή κίνδυνο στον οποίο θα βρεθεί η Αιτήτρια, δεν κατέγραψαν με ακρίβεια το ιστορικό της Αιτήτριας και δεν προέβησαν σε ουσιαστικές ερωτήσεις επί της υπόθεσής της. Καταγράφει περαιτέρω ότι σημειώθηκε παραβίαση της οικείας διοικητικής νομοθεσίας και του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ καθώς και της αρχής της αιτιολογίας των διοικητικών πράξεων αφού η αιτιολόγηση που δόθηκε ήταν λανθασμένη και πεπλανημένη και ότι παρήλθε αδικαιολόγητα υπέρμετρο χρονικό διάστημα από την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έως την λήψη της επίδικης απόφασης. Καταληκτικά, υποστηρίζει πως θα πρέπει να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια προσφυγικό καθεστώς και/ή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Στα πλαίσια της απαντητικής αγόρευσης, ο συνήγορος της Αιτήτριας προβάλλει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβαλαν γενική και ατεκμηρίωτη επιχειρηματολογία μέσω της γραπτής αγόρευσής τους, δεν απήντησαν επί της ουσίας της υπόθεσης και της γραπτής επιχειρηματολογίας της Αιτήτριας μήτε εξέτασαν το κατά πόσο εκείνη μπορεί να ενταχθεί σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα λόγω του προηγούμενου εξαναγκαστικού γάμου στον οποίο υπεβλήθη και σε ποιο βαθμό είναι εφικτή η εσωτερική μετεγκατάστασή της δεδομένων των προσωπικών της περιστάσεων ενώ παράλληλα έθεσαν ένα βάρος απόδειξης πέραν του εφαρμοστέου.

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η Αίτηση υιοθετούν την ένστασή τους και αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθόλα νόμιμη και ορθή και ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε στους ώμους της. Υποστηρίζουν περαιτέρω ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί σύμφωνα με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους ίδιους, δίχως να έχει συντελεστεί κατάχρηση εξουσίας, και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Προβάλλουν επίσης ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ότι δεν παραβιάσθηκε η αρχή της μη επαναπροώθησης. Τέλος, υποβάλλουν ότι παρότι σημειώθηκε κάποια υπέρβαση του χρόνου, αυτή δεν ήταν υπέρμετρη μήτε φαίνεται να επίδρασε ουσιαστικά τις προϋποθέσεις έκδοσης της απόφασης και εν πάση περιπτώσει, ούτε η ίδια η Αιτήτρια προέβη σε κάποια ενέργεια ώστε να ενημερωθεί για την πορεία της υπόθεσής της.

Κατά το στάδιο των Διευκρινήσεων, στην δικάσιμο της 12/12/2025, τα εκάστοτε μέρη υιοθέτησαν τις θέσεις τους.

 

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Καταρχάς, παρατηρείται ότι οι λόγοι ακύρωσης που εγείρονται στην παρούσα αίτηση, παρατίθενται με γενικότητα και αοριστία. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Κανονισμού 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.

Η αναφορά, για παράδειγμα, ότι «η απόφαση πάσχει γιατί λήφθηκε χωρίς την δέουσα έρευνα» (το ίδιο αοριστολόγοι είναι και οι υπόλοιποι λόγοι ακύρωσης), δεν εξηγεί καθόλου, ούτε παραπέμπει σε συγκεκριμένα κατ' ισχυρισμόν δεδομένα που οδήγησαν σε μη έρευνα, ή σε πλάνη κλπ.. Η προσφυγή θα μπορούσε να απορριφθεί για τους πιο πάνω διαδικαστικούς λόγους οι οποίοι αντανακλούν βεβαίως και επί της ουσίας. Αυστηρώς ομιλούντες, τα όσα αναφέρονται στην αγόρευση της δικηγόρου της Αιτήτριας δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, εφόσον παγίως αναγνωρίζεται ότι οι αγορεύσεις δεν αποτελούν μέσο για τη θεμελίωση γεγονότων (δέστε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384) (δέστε Υπόθεση Αρ. 1119/2009 ημερ. 31 Ιανουαρίου 2012 FARHAN KHALIL και Κυπριακής Δημοκρατίας).

Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης.».

Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3AAΔ.598).

Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την πρόσφατη απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636: «Παρατηρούμε ότι στο κείμενο της προσφυγής δεν εγείρεται τέτοιος λόγος ακύρωσης, αν και σχετική επιχειρηματολογία πράγματι προβάλλεται στη γραπτή αγόρευση της εφεσείουσας. Έχει επανειλημμένα λεχθεί πως λόγος ακύρωσης που δεν εγείρεται στην προσφυγή δεν μπορεί να εξεταστεί σε μεταγενέστερο στάδιο, αφού οι γραπτές αγορεύσεις αποτελούν απλώς επιχειρηματολογία».

Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671: «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία. Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56».

Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται, τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση του Δικαστηρίου.

Στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).

Όπως εξηγήθηκε στην υπόθεση Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 606/91, ημερομηνίας 22.9.92, στις σελ. 2-3: «Το τι αποτελεί επαρκή έρευνα, εξαρτάται από τα γεγονότα και περιστατικά της κάθε υπόθεσης (KNAI ν. The Republic (1987) 3 CLR 1534). Η έκταση της έρευνας που ένα διοικητικό όργανο διεξάγει για τη λήψη απόφασης εξαρτάται από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης» (Δημοκρατίας ν. Γιαλλουρίδη και Άλλων, Αναθεωρητικές Εφέσεις 868, 868, ημερομηνίας 13.12.90).».

Έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κυρίως των όσων η Αιτήτρια δήλωσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής της, όσο και όσα προβάλλει με την παρούσα προσφυγή.

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής της, η Αιτήτρια προέβαλε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής της διότι την υπέβαλαν σε εξαναγκαστικό γάμο (ερ.1 και 9 – σε μετάφραση – Δ.Φ.).

Κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο ιατρικό πρόβλημα (ερ. 36 Δ.Φ.). Ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι τόπος γέννησης και προηγούμενης συνήθους διαμονής της είναι το Conakry, όπου από το 2015 – 2016, αφότου απεβίωσαν οι γονείς της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα το 2015, έως ότου διέφυγε, διέμενε με την θεία της (αδελφή του πατέρα της) και τα τέκνα αυτής (ερ. 34, 33, 32 Δ.Φ.). Έχει μία αδελφή η οποία διαμένει στην Γαλλία με την οικογένειά της και με την οποία βρίσκεται σε επικοινωνία (ερ. 34 Δ.Φ.). Αναφορικά με το μορφωτικό της επίπεδο, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αποφοίτησε από ίδρυμα δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ομιλεί άπταιστα γαλλικά και Sousou – Malinke που είναι η μητρική της γλώσσα και ενόσω βρισκόταν στη χώρα της δεν εργαζόταν (ερ. 35, 34, 33 Δ.Φ.). Η Αιτήτρια δεν έχει στην κατοχή της επίσημα ταυτοποιητικά έγγραφα καθώς το άτομο που την βοήθησε να διαφύγει, αφαίρεσε, μεταξύ άλλων εγγράφων, το διαβατήριό της (ερ. 35 Δ.Φ.).

Αναφορικά με τους κατ' ιδίαν λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι έφυγε διότι αφότου μετοίκησε με την θεία της μετά τον θάνατο του πατέρα της το 2015, εκείνη της πρότεινε, καθότι δεν επιθυμούσε να διαμένει πλέον μαζί της, να νυμφευθεί έναν άντρα ηλικίας 70 ετών ο οποίος την κτυπούσε και βίαζε. Ο άντρας αυτός, ο οποίος κατείχε δύναμη, είχε ήδη τρεις συζύγους, μία εκ των οποίων κατείχε επίσης επιρροή και ζήλευε την Αιτήτρια. Όταν η Αιτήτρια δραπέτευσε από την οικία του, η γυναίκα αυτή απέστειλε κάποιον να την εντοπίσει και σκοτώσει. Η Αιτήτρια απευθύνθηκε σε έναν άντρα ο οποίος, αφού του εξήγησε την κατάστασή της, αποφάσισε να την βοηθήσει να βρει προστασία. Καταληκτικά, η Αιτήτρια δήλωσε πως έως και σήμερα [κατά τον επίδικο χρόνο] αισθάνεται πόνο κατά τη διάρκεια της έμμηνης ρύσης διότι ο άντρας αυτός τη διακόρευσε και για αυτόν τον λόγο υπεβλήθη σε ιατρικές εξετάσεις στην Δημοκρατία (ερ. 31 Δ.Φ.).

Η Αιτήτρια δήλωσε πως τελευταία φορά που αποτάθηκε σε ιατρό ήταν το 2022 και πως κατέχει ιατρικά έγγραφα, ωστόσο, δεν τα έφερε επ’ αυτής την ημέρα της συνέντευξης (ερ. 30 Δ.Φ.). Ανέφερε ότι η πρόταση της θείας της έλαβε χώρα το 2016 όταν απεβίωσαν οι γονείς της και ερωτηθείσα εάν ο άντρας επιθυμούσε να την νυμφευθεί απάντησε αποφατικά και συμπλήρωσε πως ήθελε μόνο να την κακοποιήσει (ερ. 30, 29 Δ.Φ.). Η Αιτήτρια δήλωσε πως αρνήθηκε την πρόταση της θείας της οπότε εκείνη της πρότεινε να μείνει με τον άντρα αυτόν δίχως να τον νυμφευθεί και της δήλωσε πως αυτός θα την «παρακολουθούσε» («that man will observe me»)· τότε εκείνος ξεκίνησε να την βιάζει (ερ. 29 Δ.Φ.). Σε σχετική ερώτηση αναφορικά με τον χρόνο θανάτου του πατέρα της, η Αιτήτρια διευκρίνισε πως εκείνος απεβίωσε το 2015 και πως το 2016 μετοίκησε με την θεία της (ερ. 29 Δ.Φ.). Η Αιτήτρια δήλωσε πως η ζωή της κινδυνεύει από τον άντρα αυτόν διότι αρνήθηκε να τον νυμφευθεί και πως αυτός την αναζητά (ερ. 28 Δ.Φ.). Ερωτηθείσα πως γνωρίζει την πληροφορία αυτή, απάντησε πως ο φίλος της που την βοήθησε να διαφύγει την ενημέρωσε επί τούτου (ερ. 28 Δ.Φ.).

Ερωτηθείσα για τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής, απάντησε πως θα την σκοτώσουν (ερ. 28 Δ.Φ.). Σε παρότρυνση της αρμόδιας λειτουργού Ασύλου να σχολιάσει το γεγονός πως στην αίτηση διεθνούς προστασίας είχε δηλώσει πως έφυγε επειδή ήθελαν να την εξαναγκάσουν σε γάμο ενώ στην συνέντευξη ασύλου δήλωσε πως δεν εξαναγκάστηκε σε γάμο αφού αρνήθηκε την πρόταση της θείας της και ούτε ο εν λόγω άντρας επιθυμούσε να την νυμφευθεί ενώ παρέμεινε με την θεία της έως ότου εγκατέλειψε τη χώρα δίχως να αντιμετωπίσει κάτι περαιτέρω, έκτοτε δε δεν έχει έρθει αντιμέτωπη με κάποιο περιστατικό ενώ έχουν παρέλθει πολλά έτη και περαιτέρω δεν ήταν σε θέση να παράσχει λεπτομέρειες επί των ισχυρισμών της μήτε αναφέρθηκε κατά την υποβολή της αίτησής της στο ότι κρυβόταν ή ότι την αναζητούν έτερα άτομα, η Αιτήτρια απάντησε πως ήθελαν να την εξαναγκάσουν σε γάμο το οποίο εκείνη αρνήθηκε και πως κατά την υποβολή της αίτησής της αναφέρθηκε εν συντομία στο γεγονός το οποίο επεξήγησε λεπτομερώς κατά την συνέντευξή της (ερ. 27 Δ.Φ.).

 

Υπό το φως των ως άνω πληροφοριών, ως αυτές προκύπτουν από το πρακτικό της συνέντευξης της Αιτήτριας και τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου σχημάτισε την Έκθεση – Εισήγησή της επί τη βάσει των εξής τεσσάρων (4) ουσιωδών ισχυρισμών: (1) Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, (2) Λόγω του εξαναγκασμού της να παντρευτεί, (3) Ισχυριζόμενο περιστατικό βιασμού της Αιτήτριας, και (4) Λόγω ισχυριζόμενου φόβου για τη ζωή της.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε δεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο οποίος έτυχε απόρριψης, αναφέρεται ότι η λειτουργός αξιολόγησε τις δηλώσεις της ως αντιφατικές και ανεπαρκείς. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει την δήλωσή της ότι η θεία της την εξανάγκασε σε γάμο ως είχε αναφέρει κατά την υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας αφού κατά την διάρκεια της συνέντευξής της ανέφερε ότι η θεία της πρότεινε να νυμφευθεί έναν άντρα και δεν την εξανάγκασε, πρόταση την οποία εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια αρνήθηκε. Η Αιτήτρια δήλωσε πως ούτε ο άντρας αυτός επιθυμούσε να την νυμφευθεί ενώ συνέχισε να διαμένει στην οικία της θείας της έως ότου εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, ήτοι από το 2016 έως το 2020, δίχως να έχει υποχρεωθεί σε γάμο παρά τον ισχυρισμό της ότι η θεία της την είχε προστάξει να υπακούει σε όλες τις επιταγές της. Περαιτέρω, ανακρίβεια σημειώθηκε αναφορικά με την ταυτότητα των ατόμων που ήθελαν να την εξαναγκάσουν σε γάμο, ήτοι εάν επρόκειτο για την θεία της είτε και για κάποιο άλλο άτομο, καθότι οι δηλώσεις της παρουσίασαν διακυμάνσεις ενώ οι δηλώσεις της σχετικά με την πρακτική του εξαναγκαστικού γάμου η οποία είναι διαδεδομένη στη χώρα καταγωγής δεν συνάδουν με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης οι οποίες αναφέρονται σε συγκεκριμένες πρακτικές (γάμος χηρεύσαντος προσώπου με συγγενικό πρόσωπο του αποβιώσαντος προσώπου) οι οποίες λαμβάνουν κυρίως χώρα σε αγροτικές περιοχές. Δεν ήταν σε θέση να παραθέσει λεπτομέρειες αναφορικά με τις συνθήκες της πρότασης της θείας της και τον λόγο που ήθελε αυτή να νυμφευθεί η Αιτήτρια το συγκεκριμένο άτομο ενώ παράλληλα δεν επεξήγησε τον ισχυρισμό της ότι η θεία της δεν επιθυμούσε να συνεχίσει να διαμένει η Αιτήτρια στην οικία της και για αυτόν τον λόγο της πρότεινε τον γάμο εφόσον η Αιτήτρια συνέχισε να το πράττει κατόπιν άρνησης στην πρόταση γάμου. Περαιτέρω, δεν στοιχειοθέτησε τον ισχυριζόμενο εξαναγκασμό της σε γάμο αφού δεν αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε μέσο εξαναγκασμού εκ μέρους της θείας της. Καταληκτικά καταγράφηκε ότι η Αιτήτρια δεν μπόρεσε σε κανένα στάδιο να υποστηρίξει τα λεγόμενά της παρά τις επανειλημμένες προσπάθειες και προτροπές της λειτουργού.

Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου επιβεβαίωσε κατόπιν έρευνας σε έγκυρες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης την ύπαρξη του φαινομένου του εξαναγκαστικού γάμου ιδιαίτερα μεταξύ ενός χηρεύσαντος προσώπου με συγγενικό πρόσωπο του αποβιώσαντος προσώπου καθώς και των εξαναγκαστικών γάμων παιδιών και κατέγραψε ότι αφενός οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν συνάδουν με τις ανευρεθείσες πληροφορίες και αφετέρου δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, καταλήγοντας σε συνολική απόρριψη αυτού.

Αναφορικά με τον τρίτο ισχυρισμό, ο οποίος έτυχε επίσης απόρριψης, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου κατέγραψε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με το περαστικό της σεξουαλικής κακοποίησής της και τα ενδεχόμενα μέτρα αυτοπροστασίας που έλαβε μήτε περιέγραψε την ψυχολογική της κατάσταση σε σχέση με το περιστατικό αυτό ενώ όταν η λειτουργός της επέστησε την προσοχή επί αυτού, δεν ήταν σε θέση να παράσχει κάποια εξήγηση. Δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τον άντρα που κατ’ ισχυρισμόν της προτάθηκε να νυμφευθεί μήτε να επεξηγήσει την δήλωσή της ότι αυτός ήταν ισχυρός και εν γένει να περιγράψει το προφίλ του, ως θα αναμενόταν από εκείνη και όταν της έγινε σχετική επισήμανση, δεν ήταν σε θέση να σχολιάσει επί τούτου. Τέλος, ενώ ισχυρίστηκε ότι έχει στην κατοχή της ιατρικά έγγραφα αναφορικά με το πρόβλημα που αντιμετωπίζει στην έμμηνο ρύση, δεν τα προσκόμισε κατά την διάρκεια της συνέντευξης προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού ενώ όταν ερωτήθηκε κατά την εκκίνηση της συνέντευξης εάν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα υγείας, απάντησε αποφατικά. Ως κατέγραψε η λειτουργός θα αναμενόταν από εκείνη να υποστηρίξει τον ισχυρισμό της ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει είναι απόρροια του βιασμού που υπέστη. Καταληκτικά, η λειτουργός επισήμανε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να στοιχειοθετηθεί εφόσον δεν στοιχειοθετήθηκε ο ισχυρισμός περί εξαναγκαστικού γάμου της Αιτήτριας.

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου  έκρινε πως τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στην συνέντευξη της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αίτηματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι και αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν την διασταύρωση των δηλώσεων της με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής της και κατέγραψε πως η Αιτήτρια δεν προσκόμισε κάποιο έγγραφο προς επίρρωση των ισχυρισμών της, καταλήγοντας στην απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού.

Ομοίως, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας επίσης έτυχε απόρριψης από την αρμόδια λειτουργό Ασύλου λόγω ανεπαρκών πληροφοριών και σημειωθέντων αντιφάσεων. Ως επισήμανε η λειτουργός, ενώ αρχικά η Αιτήτρια ισχυρίστηκε πως μία εκ των συζύγων του άντρα που κατ’ ισχυρισμόν έπρεπε να νυμφευθεί επιθυμούσε να την βλάψει, εντούτοις, δεν αναφέρθηκε σε κάποιο περιστατικό κατά της σωματικής της ακεραιότητας μήτε σε ενδεχόμενες απειλές και όταν της επισημάνθηκε η εν λόγω αντίφαση, δεν ήταν σε θέση να την επεξηγήσει. Επιπλέον, μονάχα αρχικά αναφέρθηκε στο ισχυριζόμενο περιστατικό ενώ όταν της δόθηκε η ευκαιρία στη συνέχεια να αναφερθεί σε περαιτέρω περιστατικά, απάντησε πως δεν αντιμετώπισε κάτι περαιτέρω πλην το περιστατικό του βιασμού. Δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει επαρκώς την δήλωσή της ότι η ζωή της κινδυνεύει από τον άντρα αυτόν από τη στιγμή που η ίδια δήλωσε πως ούτε αυτός ο άντρας ήθελε να την νυμφευθεί και πως συνέχισε να διαμένει με την θεία της κατόπιν της άρνησής της στην πρόταση αυτή δίχως κάποιο πρόβλημα ενώ παράλληλα δεν ήταν δυνατό να επεξηγήσει πως ο άντρας που την βοήθησε να διαφύγει και μοιράστηκε μαζί της ότι την αναζητούν, γνωρίζει το εν λόγω καθώς και την σχέση της με το πρόσωπο αυτό. Τέλος, δεν τεκμηρίωσε τον φόβο της ότι σε περίπτωση επιστροφής θα την σκοτώσουν εφόσον δεν αντιμετώπισε κάτι περαιτέρω από τότε που διέφυγε από τη χώρα αλλά ούτε και ενόσω βρισκόταν εκεί. Η λειτουργός σημείωσε ότι εφόσον δεν έγινε αποδεκτός ο ισχυρισμός της Αιτήτριας περί εξαναγκαστικού γάμου, δεν δύναται να τύχει αποδοχής ούτε ο υπό εξέταση ισχυρισμός.

Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω, η λειτουργός παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που ανέφεραν ότι δεν ήταν δυνατό να ανευρεθούν πληροφορίες σχετικά με την δυνατότητα άρνησης εξαναγκαστικού γάμου στη χώρα καταγωγής και τις συνέπειες μίας τέτοιας άρνησης. Η λειτουργός σημείωσε περαιτέρω ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στην συνέντευξη της αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αίτηματός της και δεν υπάρχουν εύλογοι και αντικειμενικοί λόγοι που να δικαιολογούν την διασταύρωση των δηλώσεων της με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης από την χώρα καταγωγής της και πως η Αιτήτρια δεν προσκόμισε κάποιο έγγραφο προς επίρρωση των ισχυρισμών της. Ως εκ τούτου, η λειτουργός κατέληξε στην απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού.

Ακολούθως, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου προχώρησε σε αξιολόγηση του κινδύνου με ανάλυση του βάσιμου φόβου δίωξης και κινδύνου σοβαρής βλάβης της Αιτήτριας, στον οποίο ενδέχεται να εκτεθεί σε περίπτωση επιστροφής της στην Γουινέα κατά το οποίο εξετάζεται ο μελλοντικός κίνδυνος με βάση τα αποδεδειγμένα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία έχουν γίνει αποδεκτά στην ανωτέρω ανάλυση. Επί τούτου, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Conakry της δυτικής Γουινέας και λαμβάνοντας υπόψιν τις προσωπικές καταστάσεις της Αιτήτριας, επισήμανε πως δεν υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα στην πόλη Conakry της δυτικής Γουινέας, θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Εν συνεχεία, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου προχώρησε σε νομική αξιολόγηση στην οποία ανέφερε ότι από τους πιο πάνω προβαλλόμενους ισχυρισμούς της Αιτήτριας διαφαίνεται ότι στο πρόσωπο της δεν συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για ένα από τους λόγους που αναφέρονται στο εδάφιο (1) του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, με βάση τις δηλώσεις της Αιτήτριας, το προσωπικό προφίλ και την εκτίμηση κινδύνου, συνάγεται ότι κανένας φόβος για δίωξη δεν καθορίστηκε με βάση την εθνικότητα, τη φυλή, τη θρησκεία, την ιδιότητα του μέλους σε μια συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα ή την πολιτική γνώμη, όπως περιγράφεται στο άρθρο 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, το άρθρο 10 της Οδηγίας Αναγνώρισης 2011/95/ΕΕ και το άρθρο 3Δ, του Περί Προσφύγων Νόμου. Ως εκ τούτου, η  αρμόδια λειτουργός Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν δικαιούται το καθεστώς του πρόσφυγα. Ακολούθως, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου προέβη σε εξέταση του κατά πόσο η Αιτήτρια δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Συγκεκριμένα, η αρμόδια λειτουργός Ασύλου έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στην Γουινέα δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, ως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία ως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας της λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί καθώς η πόλη Conakry στη δυτική Γουινέα δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

Ενόψει και της δικαιοδοσίας που έχει το παρόν Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(I)/2018, ως έχει τροποποιηθεί), και συγκεκριμένα την υποχρέωση να προβαίνει και σε έλεγχο της ορθότητας της επίδικης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και επί της ουσίας τα γεγονότα αυτής, έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:

Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η Αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά στην ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας.

Ως προς τον δεύτερο  και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, παρατηρείται συγκεκριμένα πως οι εν λόγω ισχυρισμοί περί του ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα εξαναγκασμού σε γάμο όσο και θύμα βιασμού, ορθά δεν έγιναν αποδεκτοί από τον λειτουργό στη βάση ότι δεν εντοπίστηκαν στοιχεία που να παραπέμπουν σε  ικανοποίηση των κριτηρίων αξιοπιστίας . Σε  τούτο το συμπέρασμα καταλήγει και το Δικαστήριο καθότι εντόπισε στις δηλώσεις της Αιτήτριας αντιφάσεις κενά και ασυνέπειες  στα λεγόμενά της.

Ειδικότερα, παρατηρούνται αποκλίσεις, αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας στις αναφορές της Αιτήτριας σχετικά με το ιστορικό και τα περιστατικά του (φερόμενου) βιασμού της όσο και του εξαναγκασμού της να προχωρήσει στο γάμο με τον ενλόγω άντρα .

Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση, σύμφωνα και με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε αιτητή/αιτήτρια να τεκμηριώσει την αίτησή του/της για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, η Αιτήτρια δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος της, ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής της συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.

Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και κωλύματος αποδοχής αιτήματος για λόγους αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α., 2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου, ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του[1]. Όταν ο αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08, Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).

Ως εκ των ανωτέρω και κατόπιν επαναξιολόγησης των ως άνω δεδομένων και γεγονότων από το Δικαστήριο, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του, λόγω αρκετών σημείων αναξιοπιστίας που εντοπίζονται στις δηλώσεις και σχετικές αναφορές της Αιτήτριας, ως αναλύθηκαν πιο πάνω. Ούτε θα μπορούσε (εξάλλου) να παραχωρηθεί το ευεργέτημα της αμφιβολίας στην Αιτήτρια (όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Η.Ε. για τους Πρόσφυγες).

Σε κάθε περίπτωση, εν προκειμένω και υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, διαφαίνεται ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην έκθεση-εισήγηση, κατέληξε με βάση τα ευρήματά του, στο συμπέρασμα πως δεν υφίσταται βάσιμος και δικαιολογημένος λόγος ότι η Αιτήτρια θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την επιστροφή της στη χώρα καταγωγής. Ούτε με την ανωτέρω κρίση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι διαφοροποιείται ή επηρεάζεται η εν λόγω κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση .

Περαιτέρω, προβαίνοντας σε (εκ νέου) αξιολόγηση του κινδύνου κατά την επιστροφή της Αιτήτριας στη χώρα καταγωγής της, δεν προκύπτουν παράγοντες στην περίπτωσή της και με βάση τα όσα έγιναν αποδεκτά ως προς τις προσωπικές της περιστάσεις, που να καταδεικνύουν ότι θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ειδικότερα, διακρίνεται πως η Αιτήτρια ουδόλως τεκμηρίωσε οιαδήποτε παρελθούσα δίωξη ή βλάβη στη χώρα καταγωγής της, αλλά και (σύμφωνα με τα όσα ανέφερε) ούτε αντιμετώπισε η ίδια οποιαδήποτε δυσχέρεια, δυσμενή μεταχείριση ή διάκριση στη χώρα καταγωγής της, λόγω και μόνο της ταυτότητάς της / του προσωπικού της προφίλ, αλλά ούτε και η οικογένειά της .

Επικουρικώς αναφέρεται ότι, από πληροφορίες σε εξωτερικές πηγές,  ως αναφέρει η 2024 έκθεση του Freedom House, που καλύπτει τα γεγονότα του 2023, ο ποινικός κώδικας του 2016 όρισε το νόμιμο όριο ηλικίας για γάμο στα 18 έτη, αλλά οι πρόωροι και εξαναγκαστικοί γάμοι παρέμειναν συχνοί.[2] Αυτό επιβεβαιώνεται και από την 2023 έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών, δημοσιευθείσα τον Απρίλιο του 2024.[3] Σύμφωνα με την οργάνωση Girls not Brides, 47% των κοριτσιών στην Γουινέα νυμφεύονται πριν την ηλικία των 18 ετών ενώ ένα 17% νυμφεύεται πριν την ηλικία των 15 ετών.[4]

Σε κοινή έκθεση, χρονολογηθείσα τον Νοέμβριο του 2023, του Γαλλικού Γραφείου για την Προστασία των Προσφύγων και των Ανιθαγενών (OFPRA) και της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Προσφύγων της Γερμανίας (BAMF), επισημάνθηκε ότι οι ανδραδελφικοί γάμοι (γάμος χήρας με τον αδελφό του αποθανόντος συζύγου της) ή οι γάμοι σοροράτου (γάμος χήρου με την αδελφή της αποθανούσας συζύγου του), ως μορφές εξαναγκαστικού γάμου, εξακολουθούσαν να «ασκούνται στη Γουινέα», ιδίως στις αγροτικές περιοχές.[5] Σύμφωνα με την ίδια έκθεση, οι πρακτικές αυτές αποσκοπούν στην προστασία της οικογένειας του αποβιώσαντος από τη στέρηση και στη διατήρηση της περιουσίας και των παιδιών εντός της οικογένειας.[6] Ωστόσο, εάν μια γυναίκα επιλέξει να αρνηθεί έναν ανδραδελφικό γάμο ή γάμο σοροράτου, ενδέχεται όχι μόνο να αποκηρυχθεί και να περιθωριοποιηθεί από τη δική της οικογένεια, αλλά και να της αφαιρεθούν τα παιδιά της.[7] Παρότι η Γουινέα έχει προχωρήσει σε μεταρρυθμίσεις για την κατάργηση διατάξεων που εισάγουν διακριτική μεταχείρισης των γυναικών, οι εξαναγκαστικοί γάμοι και άλλες επιβλαβείς παραδοσιακές πρακτικές εξακολουθούν να υφίστανται.[8] Οι ανδραδελφικοί γάμοι καθώς και οι γάμοι σοροράτου, μεταξύ άλλων γαμήλιων πρακτικών που θεωρούνται διακριτικές, υποστηρίζονται από την πλειονότητα του πληθυσμού, σύμφωνα με τον οργανισμό UNICEF και το Υπουργείο Οικονομικών της Γουινέας.[9]

Ως προς την μεταχείριση των μόνων γυναικών στην πόλη Conakry, COI Query της EUAA αναφορικά με την πρόσβαση των χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο γυναικών σε υπηρεσίες στην Γουινέα του Δεκεμβρίου 2021, επικαλούμενη τις κατωτέρω πηγές πληροφόρησης αναφέρει ότι «[τ]ο 2015, το Συμβούλιο Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά (IRB) πραγματοποίησε συνέντευξη με τη Διεθνή Ομοσπονδία για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (FIDH), η οποία ανέφερε ότι «οι άγαμες γυναίκες στο Conakry δεν αντιμετωπίζουν ιδιαίτερα προβλήματα, πέρα από την κοινωνική πίεση να παντρευτούν και την ελάχιστη κοινωνική αναγνώριση ως γυναίκες που ζουν μόνες τους».[10] Η πηγή σημείωσε επίσης ότι μια νέα άγαμη γυναίκα που ζει μόνη της θα μπορούσε να χάσει «τις πιθανότητές που έχει να παντρευτεί, καθώς μπορεί να θεωρηθεί κακή επιλογή: είτε επειδή προέρχεται από κακή οικογένεια είτε επειδή είναι υπερβολικά απελευθερωμένη» και πρόσθεσε ότι «είναι ευκολότερο για μια άγαμη γυναίκα να βρει στέγαση εάν έχει επαρκείς οικονομικούς πόρους», αν και «η υποστήριξη ενός άνδρα μπορεί να διευκολύνει την απόκτηση στέγης, καθώς ορισμένοι ιδιοκτήτες είναι διστακτικοί στο να νοικιάσουν σε αυτές λόγω του κοινωνικού τους καθεστώτος και της αντίληψης ότι δεν μπορούν να συντηρηθούν μόνες τους».[11] Η ίδια πηγή ανέφερε ότι «[γ]ια λόγους ασφάλειας […], οι ιδιοκτήτες μπορεί να αρνηθούν να νοικιάσουν σε μια γυναίκα που ζει μόνη, προκειμένου να αποφύγουν προβλήματα για τον εαυτό τους ή για τη γυναίκα».[12]

Σε κάθε περίπτωση, με βάση τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, διαπιστώνεται ότι πρόκειται για νεαρή γυναίκα, χωρίς εξαρτώμενα, δίχως   προβλήματα υγείας, με μόρφωση και ικανότητα να εργαστεί, καθώς και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στην περιοχή όπου διέμενε στη χώρα καταγωγής της.

Ως εκ των ανωτέρω, ορθή κρίνεται η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι στην παρούσα περίπτωση της Αιτήτριας, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα, καθώς η Αιτήτρια δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που (εξαντλητικά) αναφέρονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και στο Άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

Συνακόλουθα, ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στις πρόνοιες του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία τέτοιου βαθμού προσωπικής απειλής στην περίπτωσή της, εκ των οποίων να μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, η ίδια κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) του πιο πάνω Νόμου, ή βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του ιδίου Νόμου.

Αναφορικά δε, με τις προϋποθέσεις παροχής συμπληρωματικής προστασίας υπό την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου (αντίστοιχο Άρθρο 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:

Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ‘ουσιώδεις λόγους’ να πιστεύεται ότι ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει ‘πραγματικό κίνδυνο’ να υποστεί «σοβαρή και προσωπική απειλή» κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, «λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης». Υπάρχει δε, ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakit? v. Commissaire g?n?ral aux r?fugi?s et aux apatrides, 30/01/2014 και C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014) και Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011), στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης», και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Ειδικότερα, στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie, στην παρ. 35 το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας», ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.». Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση (παρ. 39) αποφάσισε ότι: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Περαιτέρω, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της EUAA σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, «ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας», καθώς επίσης, «όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής».

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της Αιτήτριας στη χώρα της, ήτοι στο Conakry , το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες όσον αφορά την κατάσταση ασφαλείας.

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 02/01/2026), στo Conakry, τόπος προηγούμενης συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καταγράφηκαν 24 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 8 θάνατοι.[13] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για το Conakry σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2026 ανέρχεται σε 2,329,710 κατοίκους.[14]

Ως εκ των ανωτέρω στοιχείων και δεδομένων, συμπεραίνεται ότι στην περιοχή όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια δεν υφίστανται περιστατικά σε τέτοιο βαθμό ώστε να προκύπτει ότι στοχοποιούνται αδιακρίτως άμαχοι πολίτες λόγω και μόνο της παρουσίας τους στην εν λόγω περιοχή. Τα εν λόγω στοιχεία δε, καταδεικνύουν ότι δεν υπάρχουν συνθήκες αδιάκριτης βίας και γενικά δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος για έναν άμαχο πολίτη να επηρεαστεί προσωπικά από την παρουσία του και μόνο στην εν λόγω περιοχή και επαρχία, υπό την έννοια του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Δεδομένων των πιο πάνω, συνάγεται ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να εκτεθεί σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω αδιάκριτης βίας εάν επιστρέψει στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής. Ούτε από τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, οι οποίες δεν παρουσιάζουν δείκτες ιδιαίτερης/περαιτέρω ευαλωτότητας, προκύπτουν παράγοντες που (ενδεχομένως) να επιτείνουν τον κίνδυνο στην περίπτωσή της.

Συνεπώς, στη βάση των παραπάνω, δεν προκύπτει ότι με την επιστροφή της η Αιτήτρια θα έλθει αντιμέτωπη με σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης βάσει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Επομένως, λαμβάνοντας υπόψη επίσης και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της Αιτήτριας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής και στον τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της εκεί.

Βάσει λοιπόν, και της ως άνω επικαιροποιημένης έρευνας του Δικαστηρίου, κρίνεται ότι στην παρούσα περίπτωση της Αιτήτριας, ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Επί τη βάσει όλων όσων παρατέθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ορθή  την επίδικη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία λήφθηκε εντός των πλαισίων που προνοούν οι σχετικές διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου.

Ενόψει και της πιο πάνω κατάληξης, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση οιουδήποτε εκ των λόγων ακύρωσης που προβάλλει ο συνήγορος της Αιτήτριας στα πλαίσια της παρούσας προσφυγής και απορρίπτονται ως αλυσιτελείς .

Υπό το φως των πιο πάνω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1500 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.

 

 

 

 

 

Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[2] Freedom House, Freedom in the World 2024 – Guinea, https://freedomhouse.org/country/guinea/freedom-world/2024 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[3] United States Department of State (USDOS), 2023 Country Report on Human Rights Practices: Guinea, 23 Απριλίου 2024, σελ. 30, https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267-GUINEA-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[4] Girls not Brides, Guinea, https://www.girlsnotbrides.org/learning-resources/child-marriage-atlas/regions-and-countries/guinea/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[5] France, OFPRA, Germany, BAMF, Guinea: Sororate and levirate marriage, 2 Νοεμβρίου 2023, σελ. 2, https://www.ofpra.gouv.fr/libraries/pdf.js/web/viewer.html?file=/sites/default/files/ofpra_flora/231110__gin_ofpra_bamf_sororate_and_levirate_marriage_161093_web.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[6] France, OFPRA, Germany, BAMF, Guinea: Sororate and levirate marriage, 2 Νοεμβρίου 2023, σελ. 2, https://www.ofpra.gouv.fr/libraries/pdf.js/web/viewer.html?file=/sites/default/files/ofpra_flora/231110__gin_ofpra_bamf_sororate_and_levirate_marriage_161093_web.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[7] France, OFPRA, Germany, BAMF, Guinea: Sororate and levirate marriage, 2 Νοεμβρίου 2023, σελ. 2, https://www.ofpra.gouv.fr/libraries/pdf.js/web/viewer.html?file=/sites/default/files/ofpra_flora/231110__gin_ofpra_bamf_sororate_and_levirate_marriage_161093_web.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[8] France, OFPRA, Germany, BAMF, Guinea: Sororate and levirate marriage, 2 Νοεμβρίου 2023, σελ. 2, https://www.ofpra.gouv.fr/libraries/pdf.js/web/viewer.html?file=/sites/default/files/ofpra_flora/231110__gin_ofpra_bamf_sororate_and_levirate_marriage_161093_web.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[9] UNICEF, R?publique de Guin?e – Analyse des risques et de l’impact des al?as sur les enfants, Ιούλιος 2022, σελ. 16, https://www.unicef.org/guinea/media/8726/file/Analyse%20des%20risques%20et%20de%20l%E2%80%99impact%20des%20al%C3%A9as%20sur%20les%20enfants%20(CRIA).pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[10] Πρωτότυπη πηγή, Canada, IRB, Guinea: Single women without family support; their ability to live on their own and find housing and employment without requiring a man’s approval (2013-March 2015), 24 Απριλίου 2015, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=456173&pls=1 όπως παρατίθεται στην EUAA, COI QUERY GUINEA, Access to services for (single) women Question(s) 1. Access to basic services for single women without a support network in Conakry city (2019-2021) 2. Treatment of single women by society in Conakry city, 10 Δεκεμβρίου 2021, σελ. 4, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_12_Q49_EASO_COI_Query_Respone_GUINEA_Single_Women.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[11] Πρωτότυπη πηγή, Canada, IRB, Guinea: Single women without family support; their ability to live on their own and find housing and employment without requiring a man’s approval (2013-March 2015), 24 Απριλίου 2015, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=456173&pls=1 όπως παρατίθεται στην EUAA, COI QUERY GUINEA, Access to services for (single) women Question(s) 1. Access to basic services for single women without a support network in Conakry city (2019-2021) 2. Treatment of single women by society in Conakry city, 10 Δεκεμβρίου 2021, σελ. 4, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_12_Q49_EASO_COI_Query_Respone_GUINEA_Single_Women.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[12] Πρωτότυπη πηγή, Canada, IRB, Guinea: Single women without family support; their ability to live on their own and find housing and employment without requiring a man’s approval (2013-March 2015), 24 Απριλίου 2015, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=456173&pls=1 όπως παρατίθεται στην EUAA, COI QUERY GUINEA, Access to services for (single) women Question(s) 1. Access to basic services for single women without a support network in Conakry city (2019-2021) 2. Treatment of single women by society in Conakry city, 10 Δεκεμβρίου 2021, σελ. 4, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2021_12_Q49_EASO_COI_Query_Respone_GUINEA_Single_Women.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/01/2026)

[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Guinea, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/01/2026)

[14] World Population Review, Guinea – Conakry, https://worldpopulationreview.com/cities/guinea/conakry (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14/01/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο