Y.S.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4438/2024, 27/4/2026
print
Τίτλος:
Y.S.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 4438/2024, 27/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 4438/2024

 

27 Απριλίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

 

Y.S.M.

                                                                                                                                   Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                                              Καθ' ων η αίτηση

 

.............................................................

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Μαρία Μπαγιαζίδου και Ειρήνη Χρίστου, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Μαρίνα Φιλίππου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 24/09/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 02/05/2023, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.  Ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας στις 04/05/2023.

 

Στις 09/09/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 13/09/2024 ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα του αιτητή στις 24/09/2024.  Στις 10/10/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική του αιτήματος του αιτητή επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή αυθημερόν.  Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, με τη γραπτή της αγόρευση, προβάλλει τους ακόλουθους νομικούς ισχυρισμούς:  Με τον πρώτο νομικό ισχυρισμό, η συνήγορος του αιτητή υποστηρίζει ότι εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου προκύπτει έλλειψη δέουσας έρευνας και πλάνη περί τα πράγματα, καθότι δεν λήφθηκαν υπόψη όλα τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι η κατάληξη περί αναξιοπιστίας του δεύτερου ισχυρισμού του αιτητή είναι εσφαλμένη, καθώς και ότι υπήρξε πλημμελής και/ή λανθασμένη αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, όπως επίσης και της δυνατότητας επιστροφής και/ή εσωτερικής μετεγκατάστασής του. Με τον δεύτερο νομικό ισχυρισμό, η συνήγορος του αιτητή υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας και/ή ότι η παρασχεθείσα αιτιολογία από το αρμόδιο όργανο είναι εσφαλμένη και ανεπαρκής.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εξουσιών που παρέχει ο νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημα του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.   

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.  Στα πλαίσια αυτά θα εξετάσω βεβαίως και τους ισχυρισμούς περί του ότι η κατάληξη για την αναξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού είναι εσφαλμένη, καθώς και περί του ότι υπήρξε λανθασμένη αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής στη χώρα καταγωγής του και της δυνατότητας επιστροφής και μετεγκατάστασής του.

 

Ο αιτητής, στην αίτησή του για διεθνή προστασία, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, καθότι είχε απωλέσει τα πάντα. Ειδικότερα, δήλωσε ότι ο πατέρας του, ο οποίος ήταν αρχηγός του χωριού, του είχε εκφράσει την επιθυμία του να μην εμπλακεί με την αρχηγία, λόγω του ότι τρίτα πρόσωπα ζήλευαν και επιχειρούσαν να σκοτώσουν τον αρχηγό. Μετά τον θάνατο του πατέρα του, η αρχηγία περιήλθε στον αιτητή, ο οποίος, ωστόσο, δεν επιθυμούσε να την αναλάβει, επικαλούμενος τη χριστιανική του πίστη.  Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο θείος του τον παρενοχλούσε, καθότι επιθυμούσε να νυμφευθεί τη μητέρα του και να αναλάβει ο ίδιος την αρχηγία του χωριού. Υπό τις περιστάσεις αυτές, ο αιτητής και η μητέρα του εγκατέλειψαν τη χώρα καταγωγής τους, με τον αιτητή να κατευθύνεται προς την Κύπρο και τη μητέρα του προς τη Γερμανία (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από το Καμερούν, ότι γεννήθηκε στην πόλη Douala της Littoral Region, ότι για 5 χρόνια ζούσε στην πόλη Mbalmayo της Centre Region και περαιτέρω, ότι η Douala αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του στη χώρα (ερυθρό 32, 2χ του διοικητικού φακέλου).  Είναι χριστιανός καθολικός, απόφοιτος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί γαλλικά και τη διάλεκτο Bakoko (ερυθρά 34, 31, 1χ του διοικητικού φακέλου).  Σε σχέση με την οικογένειά του, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2005, η μητέρα του ζει στη Yaoundé και έχει μια αδελφή στη Γερμανία.  Δήλωσε ότι είχε 4 ακόμη αδέλφια που απεβίωσαν και συγκεκριμένα ανέφερε πως οι αδελφές του απεβίωσαν μετά από δυστύχημα με λεωφορείο, ο ένας του αδελφός πνίγηκε σε ποτάμι και ο άλλος προσβλήθηκε από HIV (ερυθρό 32, 3χ του διοικητικού φακέλου).  Για την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι υπηρέτησε στο στρατό για 3 μήνες και αφού πέρασε κάποια εξέταση, άρχισε να εργάζεται ως αστυνομικός (ερυθρό 31, 2χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι δεχόταν πίεση από τη μητέρα του, η οποία δεν επιθυμούσε να αναλάβει τη θέση του πατέρα του. Εξήγησε ότι, σύμφωνα με τα έθιμα και τις παραδόσεις, προκειμένου κάποιος να καταστεί αρχηγός της οικογένειας, θα έπρεπε να διαθέτει ιδιαίτερες δυνάμεις, ήτοι «τις δυνάμεις της ζούγκλας» και τη «δύναμη του νερού» (γνωστή ως Ngondo). Περαιτέρω, ανέφερε ότι, κατά τις ίδιες παραδόσεις, ο νεότερος αδελφός του πατέρα του θα έπρεπε να συνευρεθεί με τη μητέρα του. Υπό το βάρος των πιο πάνω περιστάσεων, και κατόπιν παρότρυνσης της αδελφής του, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα και, μετά από δυσκολίες, κατόρθωσε να ταξιδέψει με προορισμό την Κύπρο (ερυθρό 30, 1χ του διοικητικού φακέλου).  Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει τι θα συνέβαινε σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, απάντησε ότι μέλη της οικογένειάς του θα τον εξανάγκαζαν να αναλάβει την αρχηγία του χωριού, ενώ, ακόμη και αν επιχειρούσε να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή, θα τον εντόπιζαν. Δήλωσε περαιτέρω ότι ο φόβος του συνδέεται με την ένταξή του σε αίρεση, καθότι, σε περίπτωση επιστροφής, θα υποχρεωνόταν να προβεί σε θυσίες για την απόκτηση των απαιτούμενων δυνάμεων, κάτι που ο ίδιος απορρίπτει λόγω της χριστιανικής του πίστης και της μη αποδοχής ανθρωπίνων θυσιών (ερυθρό 30, 2χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ο αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του ήταν αρχηγός του χωριού και της αίρεσης και ότι, μετά τον θάνατό του το 2005, η αρχηγία περιήλθε στον αιτητή. Λόγω όμως της νεαρής του ηλικίας, η μητέρα του τον έστειλε σε μοναστήρι. Με την επιστροφή του από το μοναστήρι, ισχυρίστηκε ότι, λόγω της επίδρασης των «μαγικών δυνάμεων» που ασκούνταν στα αδέλφια του, αυτά άρχισαν να αποβιώνουν.  Όταν του ζητήθηκε να αναφερθεί στο πρόσωπο που διαδέχθηκε τον πατέρα του, απάντησε ότι επρόκειτο για τον θείο του, ο οποίος τον πίεζε να αναλάβει την αρχηγία. Σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση ως προς τον λόγο της πίεσης αυτής, ανέφερε ότι από τα πρώτα χρόνια της ζωής του είχε αποφασιστεί ότι ο θείος του θα αναλάμβανε την αρχηγία (ερυθρό 30, 2χ-3χ του διοικητικού φακέλου).  Ο αιτητής δήλωσε ότι μετέβη στο μοναστήρι το 2007 και ερωτηθείς περαιτέρω ως προς το πότε επέστρεψε στο χωριό, αρχικά απάντησε ότι επέστρεψε το 2012, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι η ορθή ημερομηνία ήταν το 2014.  Όταν του επισημάνθηκε ότι προηγουμένως είχε αναφέρει ότι διέμενε στη Mbalmayo, όπου βρισκόταν το μοναστήρι, για πέντε έτη, δήλωσε ότι δεν ήταν βέβαιος ως προς το έτος, πλην όμως θυμόταν ότι η επιστροφή του έλαβε χώρα το 2014. Με την επιστροφή του, ανέφερε ότι παρουσίασε πόνο στο στομάχι και κατόπιν τρίμηνης νοσηλείας, ανάρρωσε (ερυθρό 29, 1χ-2χ του διοικητικού φακέλου).

 

Περαιτέρω, ο αιτητής ανέφερε ότι δεν του ασκήθηκε πίεση για να αναλάβει την αρχηγία, προσθέτοντας ότι εάν υπήρχε τέτοια πρόθεση, θα τον είχαν ήδη μεταφέρει. Δήλωσε επίσης ότι δεν συμφωνούσε με τις πρακτικές που σχετίζονται με ανθρώπινες θυσίες, διευκρινίζοντας ότι αναφερόταν σε πρακτικές που, κατά τον ίδιο, θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν τη συνεύρεση της μητέρας του με τον θείο του, καθώς και πιθανή τέλεση ανθρωπίνων θυσιών. Ερωτηθείς αν πίστευε στη μαγεία, απάντησε καταφατικά, σημειώνοντας ότι στη χώρα του αυτό ήταν ευρέως αποδεκτό και θεωρείτο φυσιολογικό. Ερωτηθείς περαιτέρω αν θεωρούσε ότι υπέφερε λόγω κακών πνευμάτων απάντησε καταφατικά, αναφέροντας ότι αισθανόταν καλύτερα μέσω των προσευχών (ερυθρά 29, 2χ-3χ, 28, 1χ του διοικητικού φακέλου).  Τέλος, ερωτηθείς για τον λόγο για τον οποίο τα εν λόγω πρόσωπα δεν άσκησαν τις δυνάμεις τους επί μακρό χρονικό διάστημα, απάντησε ότι επρόκειτο για πολυπληθή πόλη και ότι, ακόμη και αν γνώριζαν την τοποθεσία του, δεν θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν και να τον συλλάβουν μπροστά σε τόσο κόσμο (ερυθρό 28, 2χ του διοικητικού φακέλου).

 

Όταν του επισημάνθηκε ότι στην αίτηση ασύλου είχε καταγράψει πως υπήρχαν πρόσωπα που ζήλευαν τον αρχηγό και επιχειρούσαν να τον σκοτώσουν, στοιχείο το οποίο δεν ανέφερε κατά τη συνέντευξη, απάντησε ότι ο θείος του χρησιμοποίησε μαγεία και προκάλεσε τον θάνατο του πατέρα του, προσθέτοντας ότι είχε ήδη καταγράψει ότι ο θείος του βρισκόταν πίσω από τον θάνατο του πατέρα του.  Επισημανθείς, περαιτέρω, σε σχέση με άλλη καταγραφή του, σύμφωνα με την οποία η μητέρα του είχε διαφύγει στη Γερμανία, και κληθείς να διευκρινίσει, δεδομένου ότι τούτο δεν συνάδει με τα λεγόμενά του κατά τη συνέντευξη, ανέφερε ότι η μητέρα του μετέβη στη Γερμανία, πλην όμως, μετά τον θάνατο του πατέρα της, επέστρεψε στο Καμερούν (ερυθρό 28, 3χ του διοικητικού φακέλου).

 

Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή. Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά το γεγονός ότι ο αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν, με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής την πόλη Douala. Ο δεύτερος ισχυρισμός ερείδεται στις, κατά τον ισχυρισμό του, πιέσεις που δέχθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα του το 2005, προκειμένου να αναλάβει τη θέση που εκείνος κατείχε ως αρχηγός του χωριού.

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία, λαμβανομένου υπόψη και του διαβατηρίου του αιτητή.  Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής.  Σχετικά με το δεύτερο ισχυρισμό, δηλαδή τις πιέσεις που δέχτηκε για να αναλάβει την αρχηγία μετά το θάνατο του πατέρα του, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε ότι τα όσα δήλωσε ο αιτητής δεν ήταν λεπτομερή και συνεκτικά και περαιτέρω, υπήρχαν πολλά κενά και αντιφάσεις στο αφήγημά του και έχει πληγεί η αξιοπιστία του σε διάφορα σημεία της ιστορίας του.

 

Συγκεκριμένα κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι ο αιτητής αρχικά ανέφερε ότι από το 2007 και για 5 χρόνια ζούσε στη Mbalmayo και αυτό για να μπορεί να φοιτά σε ένα μοναστήρι.  Ωστόσο, μετέπειτα δήλωσε ότι επέστεψε στο χωριό το 2014 και κληθείς να διευκρινίσει τις ασυνέπειες στις δηλώσεις του, αφού μεταξύ 2007-2014 μεσολαβούσαν 7 και όχι 5 χρόνια, εκείνος επανέλαβε ότι επέστρεψε το 2014.  Περαιτέρω, ο αιτητής δεν εξήγησε με επάρκεια τους λόγους που ο θείος του, του ασκούσε πίεση για να αναλάβει τη θέση του πατέρα του, αφού αναφέρθηκε μόνο στο παραδοσιακό υπόβαθρο της διαδοχής.  Όταν του ζητήθηκε να αναφερθεί στα προβλήματα που αντιμετώπισε μετά την επιστροφή του στο χωριό από το μοναστήρι, ο αιτητής δεν παρείχε ένα συνεκτικό και λεπτομερές αφήγημα, αφού αρχικά αναφέρθηκε σε ένα πρόβλημα υγείας το οποίο αντιμετώπισε με την επιστροφή του και στην πορεία δήλωσε πως γενικώς δεν αντιμετώπισε προβλήματα, δήλωση η οποία και συγκρουόταν με το συνολικό αφήγημά του. 

 

Ακόμη, ο αιτητής ανέφερε ότι πίστευε στη μαγεία, ότι τα αδέλφια του έχασαν τη ζωή τους λόγω κακών πνευμάτων και ότι και ο ίδιος ήταν θύμα αυτών των πνευμάτων, χωρίς ωστόσο να αναφέρει την όποια άλλη πληροφορία.  Όταν του ζητήθηκε να αναφερθεί στο λόγο που δεν άσκησαν προηγουμένως την επιρροή τους τα συγκεκριμένα άτομα για να τον βρουν, αφού ως ανέφερε, τα εν λόγω άτομα είχαν ισχυρές διασυνδέσεις, απάντησε χωρίς καμία συνοχή ότι ακόμη κι αν ήξεραν που βρισκόταν, δεν θα τον πλησίαζαν επειδή οι τεχνική τους ήταν να τον παραλάβουν όταν θα τον έβρισκαν μόνο και αβοήθητο.  Σε σχεση με τις αντιφάσεις που ανέφερε ο αιτητής κατα τη συνέντευξή του αλλά και στην αίτησή του, μη μπορώντας να παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις, δήλωσε ότι ο θείος του σκότωσε τον πατέρα του με τη χρήση μαγείας και ότι η μητέρα του πήγε στη Γερμανία, αλλά επέστρεψε όταν έχασε τον πατέρα της.

 

Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούσαν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.  Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και απορρίφθηκε στο σύνολό του.  Στα πλαίσια της αξιολόγησης κινδύνου και εξετάζοντας τον μελλοντικό κίνδυνο με βάση τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό, τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε στο σύνολό του τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση του αποδεκτού ισχυρισμού του αιτητή, o αρμόδιος λειτουργός, έκρινε ότι δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμούσε να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης για έναν από τους λόγους του άρθρου 3 (1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. 

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι βάσει των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών δεν προέκυπτε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α), του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000, ούτε πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000.  Ο αρμόδιος λειτουργός εξετάζοντας σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 και κατά πόσον υπήρχαν ουσιώδεις λόγοι να θεωρείτο ότι ο αιτητής κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής του θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς του λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης,  σημείωσε πως, βάσει πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση που επικρατούσε στην πόλη Douala, της Littoral Region, στην εν λόγω περιοχή, δεν υπήρχε πραγματικός κίνδυνος ο αιτητής να επηρεαζόταν προσωπικά ως άμαχος κατά την έννοια του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.  Κατόπιν των πιο πάνω, δεν μπορούσε να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης και συνεπώς, δεν δικαιολογείτο η υπαγωγή του στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.  Την έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, εξέτασε ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου και αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, επισημαίνεται ότι, από το σύνολο του αφηγήματος του αιτητή, δεν προκύπτει ότι ήταν σε θέση να τον προβάλει με την απαιτούμενη συνέπεια, σαφήνεια και πληρότητα.  Ειδικότερα, δεν παρουσίασε κατά τρόπο συνεκτικό και επαρκώς λεπτομερή τα πραγματικά περιστατικά που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του, ώστε να καταδείξει ότι το αφήγημά του είναι βιωματικό και ευλόγως πειστικό.

 

Περαιτέρω, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι όταν ο αιτητής κλήθηκε να παράσχει διευκρινίσεις και περισσότερες πληροφορίες αναφορικά με τις πιέσεις που, κατά τους ισχυρισμούς του, δέχθηκε μετά τον θάνατο του πατέρα του προκειμένου να αναλάβει τη θέση του ως αρχηγού του χωριού, εντούτοις δεν κατόρθωσε να προσκομίσει επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Σημειώνεται ότι ο αρμόδιος λειτουργός, κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, παρείχε στον αιτητή την ευκαιρία να εκθέσει πλήρως τα πραγματικά περιστατικά που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του και να αναπτύξει την επιχειρηματολογία του ως προς τον επικαλούμενο κίνδυνο.

 

Ωστόσο, ο αιτητής περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές, χωρίς να παραθέσει συνεκτικές, συγκεκριμένες και επαρκώς τεκμηριωμένες πληροφορίες αναφορικά με τον προβαλλόμενο κίνδυνο. Το αφήγημά του εμφανίζει ουσιώδεις ελλείψεις ως προς τη συνοχή και τη λογική αλληλουχία των γεγονότων, καθώς και κενά σε κρίσιμες λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να ενισχύσουν και να θεμελιώσουν τους ισχυρισμούς του. Περαιτέρω, παρατηρούνται ουσιώδεις αντιφάσεις και ασυνέπειες μεταξύ των δηλώσεων του αιτητή κατά τα διάφορα στάδια της διαδικασίας, οι οποίες πλήττουν καίρια τη συνολική αξιοπιστία του. Ειδικότερα, καταγράφονται διαφοροποιήσεις ως προς κρίσιμα στοιχεία του αφηγήματός του, περιλαμβανομένων των συνθηκών θανάτου του πατέρα του, της χρονικής ακολουθίας των γεγονότων, καθώς και της συμπεριφοράς και των προθέσεων των μελών της οικογένειάς του. Επιπλέον, οι ισχυρισμοί του χαρακτηρίζονται από έλλειψη λεπτομέρειας σε ουσιώδη ζητήματα, ενώ, σε ορισμένα σημεία, οι εξηγήσεις που παρείχε κρίνονται ασαφείς ή και μη πειστικές.

 

Σημειώνεται δε ότι, παρά την παροχή εύλογων ευκαιριών προς αποσαφήνιση των ανωτέρω ζητημάτων, ο αιτητής δεν κατόρθωσε να άρει τις εν λόγω αντιφάσεις ούτε να ενισχύσει επαρκώς τους ισχυρισμούς του με συγκεκριμένα και συνεκτικά στοιχεία. Ως εκ τούτου, οι ανακολουθίες αυτές δεν δύνανται να αποδοθούν σε απλή αβλεψία ή παρερμηνεία, αλλά επηρεάζουν ουσιωδώς την αξιολόγηση της αξιοπιστίας του.  Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή δεν τεκμηριώνεται.

 

Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν ανευρέθηκαν πληροφορίες που να συνδέουν στο σήμερα, το θεσμό της αρχηγίας με τυχόν πνεύματα ή κακές δυνάμεις.  Ανευρέθηκε ωστόσο σχετικό άρθρο για την αρχηγία και την αποκέντρωση στο Καμερούν (δημοσιεύθηκε το 2020).  Η αρχηγία ή αλλιώς η παραδοσιακή εξουσία, αποτελεί κατάλοιπο των πολλαπλών κοινωνικοπολιτικών οργανώσεων που χαρακτήριζαν τα προ-αποικιακά αφρικανικά κράτη πριν από την έλευση της αποικιοκρατίας.[1]  Οι παραδοσιακοί αρχηγοί πρόκειται για μονάρχες και αριστοκράτες με προ-αποικιακές ρίζες, των οποίων οι τίτλοι στις αφρικανικές γλώσσες μεταφράζονται συχνά στα αγγλικά ως αρχηγοί, παραδοσιακοί ηγέτες, παραδοσιακοί κυβερνήτες, βασιλιάδες και φυσικοί κυβερνήτες.[2]

 

Ως αναφέρουν πηγές που συμβουλεύτηκε η Επιτροπή Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά (Immigration and Refugee Board of Canada - IRB), ο παραδοσιακός αρχηγός ιεραρχικά υφίσταται του εκπροσώπου του κράτους στην εκλογική του περιοχή.  Ο τρόπος διορισμού, οι αρμοδιότητες, η οικονομική κατάσταση και η πειθαρχική προσέγγιση του τον καθιστούν εκπρόσωπο της περιοχής.  Η εξουσία της διοίκησης να διορίζει έναν τέτοιο αρχηγό αντισταθμίζεται από μια προκαταρκτική διαδικασία η οποία διασφαλίζει τη συμμετοχή της τοπικής κοινότητας στην επιλογή του δικού της αρχηγού.[3]

 

Για τη διαδικασία διορισμού ενός παραδοσιακού αρχηγού, το διάταγμα του 1977 ορίζει ότι επιλέγεται από οικογένεια που κατά παράδοση καλείται να αναλάβει τον παραδοσιακό ρόλο.  Την οικογένεια την ορίζει ως μια ομάδα ατόμων που μοιράζονται την ίδια γενεαλογία και καταγωγή, από τον ίδιο πατέρα και μητέρα ή μόνο από τον πατέρα. Περαιτέρω, ο υποψήφιος πρέπει να διαθέτει ελάχιστη νοητική ικανότητα, αν είναι δυνατόν, να μπορεί να διαβάζει και να γράφει και πλέον,             να προσκομίσει πιστοποιητικό από δημόσιο γιατρό που να επιβεβαιώνει ότι βρίσκεται σε καλή υγεία.  Η αρμόδια διοικητική αρχή επιλέγει τον νέο αρχηγό από τους υποψηφίους οι οποίοι και πληρούν τα εν λόγω κριτήρια.[4] 

 

Άρθρο της εφημερίδας Cameroon Tribune για τους παραδοσιακούς αρχηγούς (δημοσιεύθηκε το 2024), αναφέρει ότι ο παραδοσιακός αρχηγός, ως βοηθητικός φορέας της διοίκησης, έχει την ευθύνη να διαβιβάζει οδηγίες από τις αρχές στον πληθυσμό του και να διασφαλίζει την εκτέλεσή τους.  Επιπλέον, πρέπει να συμβάλλει στη διατήρηση της έννομης τάξης και στην οικονομική, κοινωνική και πολιτιστική ανάπτυξη των διοικητικών του μονάδων.  Γενικώς, υποχρεούται να εκτελεί οποιαδήποτε αποστολή του ανατέθηκε από την διοικητική αρχή που είναι υπεύθυνη για το διορισμό του και έχει συμμετάσχει στη διαδικασία ενθρόνισής του.[5]   

 

Σύμφωνα με τα πιο πάνω, οι ισχυρισμοί του αιτητή, βρίσκουν, εν μέρει έρεισμα στις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του αιτητή, αφού διασταυρώνονται μόνο τα στοιχεία που αφορούν την ύπαρξη του θεσμού της αρχηγίας στο Καμερούν και την επιλογή των αρχηγών που γίνεται από οικογένειες που κατά παράδοση καλούνται να αναλάβουν τον παραδοσιακό ρόλο.  Ωστόσο, οι δηλώσεις του ότι τον επέλεξαν λόγω του τρόπου με τον οποίον εξήλθε από το σώμα της μητέρας του, και ότι πιθανόν να έπρεπε να προβεί σε ανθρώπινες θυσίες αν αναλάμβανε ως αρχηγός, έρχονται σε αντίθεση με τις παρατεθείσες πληροφορίες, εφόσον η επιλογή των αρχηγών γίνεται βάσει άλλων κριτηρίων και περαιτέρω, πρόκειται για βοηθητικούς φορείς της διοίκησης οι οποίοι και δεν σχετίζονται και ούτε μπορούν να συνδεθούν με θυσίες.  Ως εκ τούτου, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. 

 

Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, με το ορθό δικονομικό διάβημα, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός του, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.  Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς.  Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου και λαμβάνοντας υπόψη το αφήγημα του αιτητή το οποίο προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου δεν εντόπισα λανθασμένη αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής στην χώρα καταγωγής του αιτητή και της δυνατότητας επιστροφής και μετεγκατάστασής του.  Ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ουσιώδη ισχυρισμό του ως αυτός περιγράφεται πιο πάνω και δεν έχει προσκομίσει στοιχεία στην ενώπιον μου διαδικασία από τα οποία να προκύπτουν πως θα υποστεί την  όποια δίωξη ή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του.  Υπενθυμίζω μάλιστα πως ο αιτητής αναχώρησε από τη χώρα του χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα.

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.  Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στο χώρα καταγωγής του αιτητή, επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, τον Σεπτέμβριο του 2024, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) ανέφερε ότι «το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική και προστατευτική κρίση που προκαλείται από συγκρούσεις, διακοινοτική βία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής».[6] Άλλες πηγές ανέφεραν ότι το Καμερούν συνέχιζε να επηρεάζεται από δύο κύριες συγκρούσεις: τη σύγκρουση στη Λίμνη Τσαντ στον Βορρά Άπω (Far North) και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Northwest και Southwest (NWSW).[7] Η Human Rights Watch (HRW) έκανε αναφορές σε αυξανόμενη τάση περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης στο Καμερούν, η οποία αναδύεται ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2025.[8] Ομοίως, μετά από επίσκεψη στο Καμερούν τον Αύγουστο του 2024, το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OHCHR) εξέφρασε «σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και του συνεταιρίζεσθαι, καθώς και στο δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης».[9] Στις περιοχές Northwest και Southwest, ευρέως γνωστές ως οι Αγγλόφωνες περιοχές, οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος.[10]

 

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή προηγούμενης συνήθους διαμονής του αιτητή, στη Douala της επαρχίας Littoral, εξωτερική πηγή πληροφόρησης αναφέρει ότι κατά το πρώτο τετράμηνο του 2025 σημειώθηκε ένα περιστατικό ασφαλείας στην επαρχία Littoral, το οποίο δεν οδήγησε σε ανθρώπινες απώλειες.[11] Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED, για σκοπούς πληρότητας της έρευνας κατά το προηγούμενο έτος (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης: 26/04/2026), καταγράφηκαν τριάντα περιστατικά ασφάλειας στην επαρχία Littoral, τα οποία οδήγησαν σε τριάντα τρεις ανθρώπινες απώλειες, ενώ στην πόλη Douala καταγράφηκαν δεκαοκτώ περιστατικά, τα οποία οδήγησαν σε τριάντα ανθρώπινες απώλειες.[12] Να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός της επαρχίας Littoral το 2025 ανερχόταν σε 4,498,900 κατοίκους,[13] ενώ ο πληθυσμός της πόλης Douala υπολογίζεται ότι πλέον, το 2026, ανέρχεται σε 4,493,090.[14]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή.  Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, ενήλικας, υγιής, με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα του (την μητέρα του) χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, απόφοιτος πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης, πλήρως ικανός προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Από τους ισχυρισμούς που προωθήθηκαν δεν προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο υπέπεσε σε οποιαδήποτε πλάνη περί τα πράγματα ή πλάνη σε σχέση με τη νομοθεσία.  Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και πλάνης, των στοιχείων που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Η συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευσης, προβάλλει πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας.  Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αντιτείνει ότι όλες οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος.  Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με τον Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία(1997) 4 ΑΑΔ 1414). 

 

Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).  Η αιτιολογία της απόφασης του διοικητικού οργάνου συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Σε σχέση με τον ισχυρισμό της συνηγόρου του αιτητή περί πλάνης περί τα πράγματα θα πρέπει να αναφερθεί πως τέτοια πλάνη στοιχειοθετείται όταν αποδεικνύεται η αντικειμενική ανυπαρξία γεγονότων που έλαβε υπόψη του το αρμόδιο όργανο για να εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση (βλ. Σύγγραμμα του Επαμεινώνδα Π. Σπηλιωτόπουλου, «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου» (Τόμος 2, 14η έκδοση, 2011, σελίδες 136, 137, παράγραφοι 510 και 511). Ο αιτητής δεν παραπέμπει σε γεγονότα τα οποία οι καθ’ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη με αποτέλεσμα να αποφασίσουν κατά πλάνη περί τα πράγματα.  Στη βάση των ανωτέρω, είναι προφανές πως δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός του αιτητή περί πραγματικής πλάνης ή/και οποιασδήποτε άλλης ουσιώδους πλάνης και ως εκ τούτου απορρίπτεται.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή του είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] Kaze Tindo N & Mejuju Mefre B, “Chieftaincy and Decentralization in Cameroon: Opportunities and Challenges in a Rural Context”, 2020, p. 9, in Afro Asian Journal of Social Sciences, XI, διαθέσιμο στο: https://www.onlineresearchjournals.com/aajoss/art/345.pdf

[2] Kaze Tindo N & Mejuju Mefre B, “Chieftaincy and Decentralization in Cameroon: Opportunities and Challenges in a Rural Context”, 2020, p. 10, in Afro Asian Journal of Social Sciences, XI, διαθέσιμο στο: https://www.onlineresearchjournals.com/aajoss/art/345.pdf

[3] Immigration and Refugee Board of Canada, “Response on Chieftaincy” 02/06/2005, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/1047113.html

[4] Immigration and Refugee Board of Canada, “Response on Chieftaincy” 02/06/2005, διαθέσιμο στο: https://www.ecoi.net/en/document/1047113.html

[5] Cameroon Tribune, “Traditional Rulers: Know, Respect Your Limits”, διαθέσιμο στο: https://www.cameroon-tribune.cm/article.html/66316/fr.html/traditional-rulers-know-respect-your

[6] UNHCR, Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; July 2024, Σεπτέμβριος 2024, σελ. 1, διαθέσιμο σε: https://data.unhcr.org/en/documents/download/111089

[7] European Commission, Cameroon, διαθέσιμο σε: https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en; UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, Απρίλιος 2024, p. 9, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdf

[8] HRW, Another Troubling Decision For Free Speech in Cameroon, Οκτώβριος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.hrw.org/news/2024/10/11/another-troubling-decision-free-speech-cameroon

[9] OHCHR, UN High Commissioner for Human Rights Volker Türk concludes official visit to Cameroon, Αύγουστος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/en/statements/2024/08/un-high-commissioner-human-rights-volker-turk-concludes-official-visit-cameroon

[10] GCR2P, Cameroon – Population at risk, Νοέμβριος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/; ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, Σεπτέμβριος 2024, σελ. 10, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf

[11] ACCORD (Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation), Cameroon, first quarter 2025: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), Αύγουστος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2129153/2025q1Cameroon_en.pdf

[12] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer

[13] City Population, Cameroon, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/

[14] World Population Review, Douala, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο