ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 4548/24
23 Απριλίου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
R.B.N.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω του Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας,
Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
..........................................
Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Ρενέ Μάρκου, για Κλεοπάτρα Νικολάου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Αφροδίτη Αναστασιάδη, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
[Παρούσα η κυρία Μυροφόρα Σταυρινίδου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα].
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 12/09/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας την 01/03/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας στις 02/03/2022.
Στις 06/09/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος στις 12/09/2024 ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα του αιτητή αυθημερόν.
Στις 18/10/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική του αιτήματος του αιτητή επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή αυθημερόν. Στη συνέχεια, ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της προαναφερόμενης απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς που προωθούσε μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης και δήλωσε πως προωθεί το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας και δέουσας αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής της Αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Επιπλέον, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των λόγων ακυρώσεως και των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου έτσι ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής, στο πλαίσιο της αίτησής του για διεθνή προστασία, ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω κινδύνου κατά της ζωής του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι ο φόβος αυτός προέκυψε αφότου πληροφορήθηκε ότι ο πατριός του ήταν ομοφυλόφιλος και, εξαιτίας του γεγονότος αυτού, ο τελευταίος τον απειλούσε ότι σε περίπτωση αποκάλυψης της αλήθειας προς τη μητέρα του αιτητή, θα προέβαινε στη θανάτωσή του. Υπό το φως των εν λόγω ισχυρισμών, ο αιτητής μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό την αναζήτηση διεθνούς προστασίας (ερυθρά 1 και 24 του διοικητικού φακέλου).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από τη ΛΔΚ, ότι γεννήθηκε και μεγάλωσε στην κοινότητα Matete της πρωτεύουσας της ΛΔΚ της πόλης Kinshasa και από το 2007 μέχρι και τις 09/12/2021 που εγκατέλειψε τη χώρα, δήλωσε ότι ζούσε στην κοινότητα Lemba της Kinshasa (ερυθρό 34, 3χ-5χ του διοικητικού φακέλου). Είναι χριστιανός, κάτοχος πτυχίου στα χρηματοοικονομικά και τη λογιστική και ομιλεί γαλλικά και Lingal (ερυθρά 39, 2χ, 36, 1χ, 4χ του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με την οικογένειά του, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 1998, ότι η μητέρα του ζει στη Lemba με τον πατριό του, με τους οποίους και διατηρεί καθημερινή επικοινωνία και πως δεν έχει αδέλφια. Επιπλέον, ανέφερε πως έχει πολλούς θείους και ξαδέλφια και όλοι ζουν στη Matete (ερυθρά 36, 5χ-7χ, 35, 1χ-4χ του διοικητικού φακέλου). Για την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι από τον Ιανουάριο του 2021, εργαζόταν στο εργαστήριο όπου εργαζόταν και ο πατριός του (ερυθρό 35, 7χ του διοικητικού φακέλου).
Ως προς τους λόγους που φέρεται να ώθησαν τον αιτητή να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, αυτός δήλωσε, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ότι απειλείτο από τον πατριό του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στις 12/11/2021 μετέβη στο γραφείο του πατριού του, ο οποίος κατείχε τη θέση διευθυντή του τμήματος ανθρώπινου δυναμικού σε εργαστήριο, προκειμένου να ζητήσει άδεια αποχώρησης από την εργασία του. Κατά τα λεγόμενά του, αφού χτύπησε την πόρτα χωρίς να λάβει απάντηση, εισήλθε στο γραφείο και τον είδε να συνευρίσκεται σεξουαλικά με άλλον άνδρα. Ακολούθως, αποχώρησε, πλην όμως, περίπου δέκα λεπτά αργότερα, κλήθηκε εκ νέου στο γραφείο.
Κατά την επιστροφή του, ισχυρίστηκε ότι ο πατριός του τον επέπληξε και τον προειδοποίησε να μην αποκαλύψει σε οποιοδήποτε πρόσωπο ζητήματα που αφορούν τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, απειλώντας τον ότι, σε περίπτωση που ενημέρωνε τη μητέρα του, θα τον «εξαφάνιζε». Περαιτέρω, ανέφερε ότι την επόμενη ημέρα δεν παρουσιάστηκε στην εργασία του και όταν ερωτήθηκε σχετικά, επικαλέστηκε αδιαθεσία, εκφράζοντας ταυτόχρονα την επιθυμία του να αποχωρήσει από την εργασία, αίτημα το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, δεν έγινε αποδεκτό. Αντιθέτως, ο πατριός του φέρεται να τον απείλησε εκ νέου ότι θα παρακολουθεί τις κινήσεις του και ότι, σε περίπτωση οποιουδήποτε «λάθους», θα προέβαινε στη θανάτωσή του. Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και επικαλούμενος συνεχιζόμενες λεκτικές απειλές και φόβο για τη ζωή του, ο αιτητής ανέφερε ότι αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 33, 9χ του διοικητικού φακέλου).
Ερωτηθείς ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν μετέβη να διαμείνει σε άλλη οικία, παρά το γεγονός ότι ήταν ενήλικος, με εργασιακή εμπειρία και μορφωτικό επίπεδο που θα του επέτρεπαν να ζήσει αυτοτελώς, ο αιτητής απάντησε ότι, ως μοναχοπαίδι, η μητέρα του τού υπεδείκνυε να αποχωρήσει από την οικογενειακή εστία μόνο κατόπιν γάμου. Περαιτέρω, κληθείς να περιγράψει την αντίδραση της μητέρας του όταν της γνωστοποίησε την πρόθεσή του να εγκαταλείψει τη χώρα, ανέφερε ότι της δήλωσε πως θα μετέβαινε στην Κυπριακή Δημοκρατία για σπουδές, γεγονός το οποίο εκείνη αποδέχθηκε (ερυθρό 32, 2χ-3χ του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω, ο αιτητής ανέφερε ότι, καθ’ όλο το διάστημα παραμονής του στη χώρα καταγωγής του, δεν υπέστη οποιαδήποτε μορφή βλάβης, διευκρινίζοντας ότι οι απειλές εκ μέρους του πατριού του περιορίζονταν σε λεκτικό επίπεδο. Πρόσθεσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, δεδομένου ότι ο πατριός του εξακολουθεί να διαμένει με τη μητέρα του, δεν θα ήταν σκόπιμο να συγκατοικήσει μαζί τους, επισημαίνοντας ταυτόχρονα ότι οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν την επιστροφή. Τέλος, ερωτηθείς εάν επιθυμεί να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω, ανέφερε ότι επιθυμεί να αποκαλύψει την αλήθεια στη μητέρα του και να επανενωθεί μαζί της (ερυθρά 32, 4χ-6χ, 31, 4χ του διοικητικού φακέλου).
Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή. O πρώτος ισχυρισμός αφορά το ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, με τόπο καταγωγής την κοινότητα Matete και τελευταίο τόπο διαμονής την κοινότητα Lemba, οι οποίες ανήκουν και οι δυο στην πρωτεύουσα της ΛΔΚ, την Kinshasa. Ο δεύτερος ισχυρισμός στηρίζεται στο ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ, λόγω των απειλών που δεχόταν από τον πατριό του. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του, λαμβανομένου υπόψη και του διαβατηρίου του αιτητή.
Αξιολογώντας τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό και συγκεκριμένα τις δηλώσεις του ότι εγκατέλειψε τη χώρα του επειδή δεχόταν απειλές από τον πατριό του, αυτές θεωρήθηκαν ως επαρκείς, συνεκτικές και συνεπείς. Όσον αφορά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούσαν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Κατά συνέπεια, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, επίσης έγινε αποδεκτός.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου και εξετάζοντας τον μελλοντικό κίνδυνο με βάση τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία έγιναν αποδεκτά, τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, σχετικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του αιτητή και το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό σε σχέση με τις απειλές που δεχόταν από τον πατριό του για τις οποίες εγκατέλειψε τη χώρα του, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε στο σύνολό του τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του.
Για τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, σύμφωνα με τις οποίες, οι ένοπλες συγκρούσεις περιορίζονταν στα ανατολικά της χώρας και συγκεκριμένα στις επαρχίες Nord Kivu, Sud Kivu, Ituri, Kasai Oriental, Tanganyika και MainNdombe. Για τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε ότι οι απειλές που δέχτηκε από τον πατριό του ήταν λεκτικές και δεν συνοδεύτηκαν από φυσική βία ή άλλες πράξεις συνιστώσες άμεσο κίνδυνο για τη σωματική ακεραιότητα του ή τη ζωή του. Ακόμη, δεν υπήρχαν ενδείξεις ότι ο πατριός του είχε τη δυνατότητα ή την πρόθεση να προχωρήσει σε ενέργειες πραγματικής δίωξης. Ο αρμόδιος λειτουργός, αφού αναφέρθηκε στις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, κατέληξε στο ότι δεν συνέτρεχαν εύλογοι λόγοι ώστε να γινόταν δεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa, ο αιτητής θα υφίστατο δίωξη ή σοβαρή βλάβη.
Κατά την νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο ότι οι ισχυρισμοί τoυ αιτητή δεν μπορεί να αποτελούσαν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη υπό το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι στην Kinshasa δεν παρατηρείτο ένοπλη σύρραξη. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι ο αιτητής δεν δύνατο να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς, το αίτημά του δεν έγινε αποδεκτό στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών, λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.
Όσον αφορά τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω απειλών εκ μέρους του πατριού του, ο οποίος έγινε κατ’ αρχήν αποδεκτός, κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι συντάσσομαι με την εκτίμηση των καθ’ ων η αίτηση ως προς την αξιολόγηση της φύσης και της έντασης των εν λόγω απειλών. Συγκεκριμένα, οι απειλές που φέρεται να δέχθηκε ο αιτητής δεν προκύπτει ότι ήταν τέτοιας σοβαρότητας ή αμεσότητας ώστε να συνιστούν πραγματικό και άμεσο κίνδυνο για τη σωματική του ακεραιότητα ή τη ζωή του. Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη ότι ο αιτητής ήταν ενήλικος, με εργασιακή εμπειρία και τη δυνατότητα αυτόνομης διαβίωσης, χωρίς να προκύπτει ότι εξέτασε σοβαρά το ενδεχόμενο εσωτερικής μετεγκατάστασης, δηλαδή της μετακίνησης σε άλλη περιοχή της χώρας του, προκειμένου να αποφύγει την επικαλούμενη απειλή. Το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωσε πως οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν την επιστροφή του, καθώς και ότι η αναχώρησή του έλαβε χώρα υπό το πρόσχημα σπουδών και με τη συναίνεση της μητέρας του, αποδυναμώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό περί άμεσου και επικείμενου κινδύνου. Συνακόλουθα, ο προβαλλόμενος φόβος δεν δύναται να χαρακτηριστεί ως βάσιμος και δικαιολογημένος, καθόσον ο αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει ότι η συνέχιση της παραμονής του στη χώρα καταγωγής του είχε καταστεί ή θα καθίστατο αφόρητη για λόγους που εμπίπτουν στο πεδίο παροχής διεθνούς προστασίας, ούτε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετώπιζε κίνδυνο αντίστοιχης φύσεως και έντασης.
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό ο αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να του δοθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619.
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτητή, επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η σύγκρουση στις ανατολικές επαρχίες, ιδίως με τη συμμετοχή της αντάρτικης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τις αρχές της Rwanda, συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του έτους [2024]. [.] Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM) ανέφερε ότι έως το τέλος Μαΐου, 1,77 εκατομμύρια άνθρωποι στο North Kivu είχαν εκτοπιστεί λόγω επιθέσεων της M23, ενώ σημείωσε αύξηση της σεξουαλικής βίας και της εκμετάλλευσης που στοχεύει γυναίκες και κορίτσια.[1] Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από άλλες διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης στις οποίες αναφέρεται ότι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες. Κυβερνητικές δυνάμεις προχώρησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων.[2]
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[3] Επιπροσθέτως, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[4]
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 23/04/2026), όσον αφορά την πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, έχουν καταγραφεί 51 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 47 θάνατοι.[5] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το έτος 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 18,552,800 κατοίκους.[6]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, πλήρως ικανός προς εργασία, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Η συνήγορος του αιτητή στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευσης, προβάλλει πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται αιτιολογίας. Η συνήγορος των καθ' ων η αίτηση αντιτείνει ότι όλες οι ενέργειες των καθ' ων η αίτηση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένες κατά τρόπο που καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος. Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414). Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).
Η αιτιολογία της απόφασης του διοικητικού οργάνου συμπληρώνεται από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφαση είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Freedom House, Democratic Republic of the Congo, 2025, διαθέσιμο στο: https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2025
[2]Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[3]CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ.2, διαθέσιμο στο: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf
[4]Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο στο: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: DRC, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στο: https://acleddata.com/platform/explorer
[6] World Population Review, Kinshasa DR Congo, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο