Α. Ν. T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.457/24, 27/4/2026
print
Τίτλος:
Α. Ν. T. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.457/24, 27/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.457/24

 

27 Απριλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Α. Ν. T.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Μ. Μπαγιαζίδου, Δικηγόρος για Αιτητή

Κα Β. Θωμά, Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.22/01/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος  (Αιτητικό Α) και «έκδοση νέας απόφασης […] επί της ουσίας του αιτήματος […] προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων, στις 28/03/22 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 06/05/22 (ερ.1-3, 11-13, 38).

Στις 20/11/23 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.25-38). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 12/12/23 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.51-62).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία δόθηκε διά χειρός στις 22/01/24 και του μεταφράστηκε στη μητρική του γλώσσα (ερ.63, 12).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής εξαιτίας του «πολιτικού προβλήματος του Καμερούν», καθώς αναζητήθηκε «από τους αποσχιστές και από τον στρατό λόγω πυροβολισμών στο [μπαρ] που [διατηρούσε] […] και [φοβάται] για τη ζωή [του], καθώς έκαψαν ολοσχερώς το μέρος».

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης που διενεργήθηκε ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε στο Konsamba, στην περιφέρεια Littoral, από το 2006 μέχρι το 2008 βρισκόταν στη Douala, επέστρεψε για ένα χρόνο στο χωριό του και από το 2009 μέχρι που εγκατέλειψε την χώρα διαβιούσε στην Kumba, στη νοτιοδυτική περιφέρεια. Ο αιτητής ομιλεί γαλλικά και αγγλικά,  φοίτησε 10 χρόνια σε σχολείο, διατηρούσε μπαρ και κατάστημα πώλησης παπουτσιών, έχει δύο θυγατέρες, που βρίσκονται μαζί με την μητέρα τους στην Kumba, με τις οποίες δεν διατηρεί επικοινωνία. Δεν έχει ποτέ γνωρίσει τον πατέρα του, η μητέρα του βρίσκεται στο χωριό Konsamba, διατηρεί μαζί της επικοινωνία, και δεν έχει αδέρφια.

Αναφορικά με τους λόγους που έφυγε από τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής δήλωσε ότι το 2021 δημιουργήθηκε πρόβλημα με τους αυτονομιστές, αφού άνοιξαν πυρ στο μπαρ και τότε ξεκίνησαν τα προβλήματα αφού από την μια οι αυτονομιστές τον κατηγορούσαν για συνεργασία με την κυβέρνηση και από την άλλη η κυβέρνηση τον κατηγορούσε ότι συνεργαζόταν με τους αυτονομιστές. Αυτό τον ανάγκασε να εξοριστεί και κατέφυγε στο Εkunu Titi και με τη βοήθεια διασυνδέσεων που διατηρούσε η μητέρα του, κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ερωτηθείς σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι αν επιστρέψει όλα είναι πιθανά, ακόμα και να σκοτωθεί, είτε από τους αυτονομιστές, είτε από την κυβέρνηση.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι το περιστατικό στο μαγαζί του συνέβη τον Νοέμβριο 2021, ωστόσο - ως ανέφερε - δεν γνωρίζει λεπτομέρειες καθότι δεν βρισκόταν εκεί την ώρα του συμβάντος. Ο λόγος που οι αυτονομιστές κατηγορούσαν τον αιτητή ότι συνεργάζεται με την κυβέρνηση είναι γιατί στο μπαρ του σύχναζαν μέλη του στρατού και μέλη αυτονομιστών, χωρίς να γνωρίζει οτιδήποτε για το πως ξεκίνησαν οι πυροβολισμοί.

Κληθείς να αναφέρει σε τί ενέργειες προέβη όταν άκουσε τους πυροβολισμούς, ο αιτητής δήλωσε ότι όλοι έτρεχαν. Δύο μέρες αργότερα όταν επισκέφθηκε το μαγαζί, πρόσεξε πως σε κάποιο σημείο βρισκόταν ένας νεκρός. Ακολούθως πραγματοποιήθηκαν έρευνες  από το αστυνομικό τμήμα της Kumba και τότε ο αιτητής κατηγορήθηκε ότι συνεργαζόταν με τους αυτονομιστές, καθώς – ως ανέφερε - μετά αντιλήφθηκαν ότι το νεκρό σώμα ανήκε σε αυτονομιστή. Μετά το περιστατικό εγκατέλειψε την περιοχή και κρυβόταν για δύο μέρες και όταν, μετά που επέστρεψε, αντιλήφθηκε ότι υπήρχε νεκρός, πανικοβλήθηκε και έτσι αποφάσισε να διαφύγει και πάλι, γιατί – ως ανέφερε - φοβήθηκε για την ζωή του. Κληθείς να αναφέρει πως γνώριζε για την αστυνομική έρευνα, δήλωσε ότι πρόσωπα της περιοχής («people around») τον ενημέρωσαν. Ζητηθείς να περιγράψει τι ακριβώς αντίκρυσε όταν μπήκε στο μαγαζί ο αιτητής δήλωσε ότι είδε το πτώμα, παντού υπήρχαν σπασμένα γυαλιά και υπήρχε στο χώρο αταξία. Ο αιτητής επανέλαβε ότι φοβάται και τους αυτονομιστές, οι οποίοι τον κατηγορούν ότι συνεργάζεται με την κυβέρνηση, αλλά και την αστυνομία, που τον κατηγορεί ότι συνεργάζεται με τους αυτονομιστές. Κληθείς να αναφέρει πως γνωρίζει τα ανωτέρω, και ανέφερε ότι την πληροφορία για την κατηγορία από την αστυνομία (για συνεργασία του με τους αυτονομιστές) την έλαβε από κάποιο φίλο του, ενώ από τους αυτονομιστές λάμβανε απειλητικά μηνύματα στο τηλέφωνο, προκειμένου να παραδοθεί, αλλιώς θα έκαναν κακό σε μέλη της οικογένειας του.

Ερωτώμενος αν η μητέρα του ή οι θυγατέρες του αντιμετώπισαν κάποιο πρόβλημα από τους αυτονομιστές ο αιτητής απάντησε ότι οι αυτονομιστές απείλησαν την μητέρα του, την κτύπησαν και της αφαίρεσαν το μάτι, σημειώνοντας ότι αυτό συνέβη δύο μήνες προτού ο ίδιος εγκαταλείψει τη χώρα. Ερωτηθείς ο αιτητής πως γνωρίζει ότι καταζητείται από την κυβέρνηση, ανέφερε ότι ο γείτονάς του τον πληροφόρησε ότι κυβερνητικές δυνάμεις τον αναζητούσαν συνεχώς και γνωρίζει από πληροφόρηση που έλαβε από γείτονες του, ότι εκκρεμεί εναντίον του ένταλμα έρευνας, εκδοθέν από τον αστυνομικό σταθμό της Kumba, το οποίο είχε εκδοθεί όταν ακόμα βρισκόταν στο Καμερούν, και τον προειδοποίησαν να μην επιστρέψει στην πόλη. Ερωτηθείς πως, ενώ εκκρεμούσε το ένταλμα εναντίον του, κατόρθωσε να ταξιδέψει νόμιμα από την χώρα, ο αιτητής ανέφερε ότι είχε κάποιο γνωστό η μητέρα του ο οποίος ήταν αυτός που τον βοήθησε, αναφέροντας ότι τα εμπόδια που αντιμετώπιζε τα ξεπέρασε με την οικονομική βοήθεια από τον γνωστό της μητέρας του, χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει πως αυτός ο άνδρας το πέτυχε.

Ερωτώμενος γιατί μετά τις απειλές από τους αυτονομιστές δεν ζήτησε βοήθεια από τις αστυνομικές αρχές, αφού – σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του – δεν ήταν μέλος των αυτονομιστών, ανέφερε ότι είχε την πληροφορία από τους γείτονές του ότι και οι αρχές τον αναζητούσαν. Ερωτηθείς αν θα μπορούσε να είναι ασφαλής αν επιστρέψει σε κάποια άλλη περιοχή, όπως τη Yaounde, ο αιτητής ανέφερε ότι δεν θα ένιωθε ασφαλής γιατί οι αυτονομιστές και η κυβέρνηση θα τον εντοπίσουν.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής κατηγορήθηκε από τους αποσχιστές ότι συνεργάζεται με την κυβέρνηση και, αφετέρου, ότι η κυβέρνηση θεωρώ ότι είναι συνεργάτης των αποσχιστών

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο ουσιώδη ισχυρισμό απέρριψαν όμως τον 2ο  ισχυρισμό, καθώς κρίθηκε ότι στερείται συνοχής και αξιοπιστίας.

Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του υπήρξαν αόριστες και χωρίς λεπτομέρειες, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς τα γεγονότα που ανέφερε και να παραθέσει βιωματικά στοιχεία όσων ανέφερε. Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με την κατηγορία εκ μέρους των αυτονομιστών και τη συνεργασία του με την κυβέρνηση, όπως επίσης δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες για το συμβάν με τους πυροβολισμούς στο μπαρ που διατηρούσε, καθότι - ως δήλωσε - δεν βρισκόταν στο σημείο και δεν γνώριζε τον λόγο που ξεκίνησαν οι πυροβολισμοί, τα οποία κρίθηκαν μη ευλογοφανή υπό τις περιστάσεις. Ερωτώμενος αναφορικά με το τι αντίκρυσε όταν επέστρεψε στο μπαρ μετά από δύο μέρες, παρά το ότι δήλωσε ότι βρήκε το πτώμα, σπασμένα γυαλιά και αταξία στον χώρο, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει περαιτέρω λεπτομέρειες. Όταν δε ρωτήθηκε αν προσπάθησε να επικοινωνήσει με την κοπέλα που δούλευε στο μπαρ, είπε ότι το τηλέφωνό της δεν λειτουργούσε, ενώ θα αναμενόταν από τον αιτητή να προβεί σε προσπάθειες εντοπισμού της μετά το συμβάν. Αναφορικά με το αν υπήρχε ένταλμα σύλληψης εναντίον του ο αιτητής με αόριστο τρόπο ανέφερε ότι η γειτόνισσα και η μητέρα των θυγατέρων του, του είπαν ότι υπάρχει ένταλμα σύλληψης εναντίον του, ωστόσο δεν γνώριζε πότε ακριβώς εκδόθηκε. Αρνητικά αξιολογήθηκε και το ότι, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πως πέτυχε να ταξιδέψει νόμιμα από τη χώρα, παρά το ότι καταζητούνταν από την κυβέρνηση, αποκρίθηκε με γενικότητα ότι κάποιος γνωστός της μητέρας του τον βοήθησε να φύγει, χωρίς όμως να γνωρίζει λεπτομέρειες.

Ως προς τα απειλητικά μηνύματα που κατ’ ισχυρισμό δεχόταν από τους αυτονομιστές ο αιτητής, ως κρίθηκε, δεν ήταν σε θέση να δώσει συνεκτική απάντηση, αναφέροντας ότι δεχόταν απειλητικά μηνύματα τηλεφωνικώς, χωρίς να είναι σε θέση να δώσει περαιτέρω πληροφορίες για το περιεχόμενο τους και όταν ρωτήθηκε αν έχει αυτά τα μηνύματα ο αιτητής δήλωσε ότι έχασε το τηλέφωνό του και με αοριστία ως προς το περιεχόμενο τους ανέφερε ότι οι αυτονομιστές του έλεγαν ότι επέλεξε ποιο μέρος υποστήριζε, εξαιτίας της συμπλοκής στο μπαρ του. Περαιτέρω εντοπίστηκαν αντιφάσεις, καθότι, όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ανέφερε τις απειλές των αυτονομιστών στην αστυνομία, απάντησε ότι δεν ένιωθε ασφαλής να προβεί σε καταγγελία αφού γνώριζε από τον γείτονά του ότι και η αστυνομία των ψάχνει, χωρίς επιπλέον να είναι σε θέση να δώσει επαρκή εξήγηση γιατί δεν πήγε να λύσει αυτή την παρεξήγηση, αναφέροντας ότι κατηγορούνταν από την κυβέρνηση και δεν ήξερε πώς θα μπορούσε να πάει εκεί.

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία εντοπίστηκαν πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (ΠΧΚ) που επιβεβαιώνουν την κατάσταση ασφαλείας και αυθαιρεσίες των κυβερνητικών δυνάμεων και τη γενικότερη κατάσταση μετά το ξέσπασμα της λεγόμενης αγγλόφωνης κρίσης.  

Συνεπεία της μη στοιχειοθέτησης εσωτερικής και εξωτερικής συνοχής των όσων ο αιτητής ανέφερε, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου και επί τη βάσει του ισχυρισμού που έχει γίνει αποδεκτός, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του (Kumba), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι, δεδομένου του προφίλ του αιτητή, δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα αυτός να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα καταγωγής και συνεπώς η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Στα πλαίσια της αγόρευσης η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, παραθέτοντας πλήθος  παραπομπών στην οικεία νομοθεσία, βιβλιογραφία και νομολογία, αναφέρει ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα των ισχυρισμών του, με συνέπεια τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της αξιοπιστίας των λεγομένων του να είναι λανθασμένα, αφού – ως εισηγείται, κάνοντας πλούσιες αναφορές στα λεγόμενα του ως καταγράφηκαν στο επίδικο πρακτικό – ο αιτητής υπήρξε αρκούντως σαφής και λεπτομερής επί του συνόλου του αφηγήματος του, τα όσα δε ανέφερε, ως εξηγεί με παραπομπές σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), συνάδουν με ΠΧΚ που κάνουν λόγω για έκρυθμη κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές με πολλές και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων από τις αντιμαχόμενες πλευρές, ήτοι του στρατού και των δυνάμεων των αποσχιστών, η δε γενικότερη κατάσταση ασφαλείας συνηγορεί υπέρ της απόδοσης – κατ’ ελάχιστο – συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον, ως αναφέρει, δεν υπάρχει δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης του αιτητή. Τέλος αναφέρει ότι η επίδικη απόφαση δεν αιτιολογείται επαρκώς.

Σημειώνω ότι κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητώς όλους τους ισχυρισμούς που άπτονται της αρμοδιότητας του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση.

Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι τα ευρήματα τους – τόσο επί της αξιοπιστίας όσο και επί της μη ύπαρξης κινδύνου διώξεως ή και σοβαρής βλάβης είναι εύλογα, ορθά και απολύτως αιτιολογημένα, υπό το φως των ενώπιον τους στοιχείων και σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ). Συνεπώς - ως αναφέρουν - ουδέν μεμπτό εντοπίζεται στην επίδικη διαδικασία, η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη αλλά και ορθή επί της ουσίας.

Δεδομένου ότι άπαντες οι προωθούμενοι εκ του αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται με την επί της ουσίας ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ λοιπόν με επί της ουσίας εξέταση της παρούσης, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. Έφεση κατά απόφασης Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών, έχοντας διέλθει με προσοχή του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου, των λεγομένων του αιτητή κατά τη συνέντευξη καθώς και των εκατέρωθεν αγορεύσεων των μερών, είναι κατάληξη μου ότι συμφωνώ πλήρως και σε όλη τους την έκταση με τα ευρήματα και κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά λεπτομερώς και ενδελεχώς αναφέρονται στα ερ.56-58, ως και ανωτέρω στα πλαίσια της παρούσης καταγράφονται.

Τούτο γιατί θεωρώ ότι το αφήγημα του αιτητή βρίθει κενών, ασαφειών και ελλείψεων και σε κανένα σημείο των λεγομένων του σε σχέση με το περιστατικό πυροβολισμών στο μπαρ που διατηρούσε, το τι ακολούθησε του συμβάντος αυτού, γιατί κατέληξε ο ίδιος να καταζητείται τόσο από τους αυτονομιστές όσο και από τις κυβερνητικές δυνάμεις, πως ο ίδιος πληροφορήθηκε για τις εξελίξεις αυτές, πως έλαβε γνώση του εκκρεμούντος, ως ισχυρίστηκε, εντάλματος σύλληψης και πως κατάφερε, δεδομένου τούτου, να διαφύγει νομίμως από τη χώρα, μέσω αεροδρομίου, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο. Επί όλων των ως άνω πτυχών του αφηγήματος του αιτητή οι ισχυρισμοί που παρέθεσε στερούνταν καταφανώς μιας πλήρους, συνεκτικής, ευλογοφανούς παράθεσης σημείων και λεπτομερειών, που θα ήταν απίθανο να προσέξει ή και να είναι σε θέση να ανακαλέσει άτομο το οποίο δεν είχε βιώσει την εμπειρία που ο αιτητής παραθέτει, εκ του οποίου και διαβρώνεται σημαντικά η εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή, σε σημείο που οιαδήποτε άλλη προσέγγιση των λεγομένων του θα συνιστούσε θεωρώ αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κάθε ψήγματος ευλογοφάνειας, λεπτομερειών. Επί των επιμέρους τρωτών σημείων των ισχυρισμών του αιτητή αρκεί η παραπομπή στα όσα επ’ αυτού καταγράφουν οι καθ’ ων η αίτηση στην επίδικη έκθεση, ως και ανωτέρω, στα πλαίσια της παρούσης παρατίθενται, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω.

Σχετικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του αιτητή, παρότι – δεδομένης της παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής που παρατηρείται στα λεγόμενα του αιτητή -ενδεχομένως καθίσταται αχρείαστη η αναζήτηση πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής του αιτητή (ΠΧΚ), για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω τα εξής, πέραν των όσων οι καθ’ ων η αίτηση παραθέτουν στην επίδικη έκθεση.

Η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch (HRW) κάνουν λόγο για μη τήρηση και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εκτεταμένο βαθμό στα πλαίσια της κρίσης στις Αγγλόφωνες επαρχίες.[1]

Αναφορά της οργάνωσης Human Rights Watch εκδοθείσα το 2018, ήτοι το χρόνο που κατ’ ισχυρισμό έλαβαν χώρα τα περιστατικά, αναφέρει την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι οι άμαχοι οι οποίοι εκλαμβάνονται ως συνεργαζόμενοι με την κυβέρνηση στοχοποιούνται από τους αποσχιστές για εκβιασμούς, βασανισμούς και δολοφονίες.[2] Βάσει αναφοράς του ανεξάρτητου ιδρύματος Bertelsmann Stiftung[3], οι αποσχιστές στοχοποιούν αμάχους μεταξύ άλλων ως αντίποινα για αποδιδόμενη συνεργασία με την κυβέρνηση.[4] Άρθρο της εφημερίδας The African Observer αναφέρει ότι οι ένοπλες ομάδες συχνά κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές ή και τραυματισμούς αμάχων, τους οποίους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Καμερούν.[5]

Εκ των ως άνω δεν θα πρέπει να αμφισβητείται ότι – ως ήταν και εύρημα των καθ’ ων η αίτηση - διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) δεικνύουν μια έκρυθμη κατάσταση, με συχνές ένοπλες συγκρούσεις, στα πλαίσια των οποίων καταγράφονται υψηλές απώλειες αμάχων και διώξεις αγγλόφωνων χωρίς κάποια νόμιμη αιτία, αυθαίρετες συλλήψεις, κρατήσεις, δολοφονίες, καθώς και πλήθος παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από αμφότερες τις αντιμαχόμενες πλευρές.

Παρά τα ως άνω δεν μπορεί όμως εν προκειμένω να παραγνωρισθεί η παντελής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, ως ανωτέρω εξηγώ, η οποία είναι τέτοια που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των στοιχείων που απαρτίζουν την υπόθεση, δεν μπορεί παρά να αποβεί μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του, καθώς η συμφωνία των ισχυρισμών του με διαθέσιμες ΠΧΚ, ως γενικές πληροφορίες που αναφέρουν ότι τέτοια φαινόμενα, ως αυτά που περιγράφει ο αιτητής, υφίστανται στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί άνευ ετέρου, τη στιγμή που αυτοί στερούνται συνοχής, ενόψει και της συνολικής θεώρησης των δεικτών αξιοπιστίας. Στα πλαίσια συνολικής θεώρησης και αποτίμησης ενός αφηγήματος, οι ισχυρισμοί ενός αιτητή και η εσωτερική συνοχή τους, δεν μπορεί παρά να παραμένει το πρωταρχικό σημείο αναφοράς. Άλλωστε, ως στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.»

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου απομένει μια επικαιροποιημένη επισκόπηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Kumba).

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην Νοτιοδυτική Επαρχία, όπου βρίσκεται τόσο η Kumba, όπου ο αιτητής διέμενε προτού φύγει από το Καμερούν, καταγράφηκαν 450 περιστατικά πολιτικής βίας (περιλαμβάνει βία κατά αμάχων, απομακρυσμένη βία εκρήξεις, μάχες, εξεγέρσεις, διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 327 θάνατοι. [6] Στην Kumba, σημειώθηκαν 11 περιστατικά πολιτικής βίας, χωρίς ανθρώπινη απώλεια. Ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί το 1 ½ εκατομμύριο κατοίκων[7], της δε πόλης Kumba περί τις 150.000. [8]   

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[9] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN). Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι στην ευρύτερη νοτιοδυτική περιφέρεια φαίνεται εκ των ως άνω δεδομένων να λαμβάνει χώρα αδιάκριτη βία, όμως δεν φαίνεται να συμβαίνει το ίδιο στην Kumba, όπου διέμενε ο αιτητής. Συνυπολογίζω σχετικώς το ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας, περί των 37 ετών σήμερα, ομιλεί τη γαλλική και την αγγλική, έχει προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, επαρκή μόρφωση και διαθέτει στην περιοχή οικογενειακό δίκτυο.

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων.

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)

[2] HRW, ‘These Killings can be Stopped’ (2018),21-22 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/02/2024)

[3] Bertelsmann Foundation, ‘Bertelsmann Stiftung’ (χωρίς ημερομηνία), διαθέσιμο σε https://www.bfna.org/bertelsmann-stiftung/

[4] BTI, ‘Cameroon Country Report 2022’ (2022), διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/CMR (ημ. πρόσβασης 12/02/24)

[5] The African Observer, ‘30 Women Freed After Abduction by Separatists in Cameroon’s Anglophone Region’ (2023), διαθέσιμο σε  https://theafricanobserver.com/30-women-freed-after-abduction-by-separatists-in-cameroons-anglophone-region/ (ημ. πρόσβασης 12/02/24)

[6] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Southwest (Sud-Ouest) Region, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/12/2025).

[7] City Population, Cameroon, Sud-Ouest Region, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/  [ημ. πρόσβασης 14/05/25]

[9] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο