ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 4636/23
6 Απριλίου, 2026
[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R. T. K.
Αιτήτριας
και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
.........
Μ. Αμπελώμος (κ.), Δικηγόρος για την Αιτήτρια
Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η Αιτήτρια με την παρούσα προσφυγή αιτείται την έκδοση απόφασης από το παρόν Δικαστήριο με την οποία να κηρύσσεται άκυρη, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νομικού αποτελέσματος η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 4.11.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία, καθώς κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2023 (στο εξής: ο περί Προσφύγων Νόμος).
Γεγονότα
1. Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (στο εξής: ΛΔΚ). Η Αιτήτρια εισήλθε παράνομα στη Δημοκρατία και περί τις 10.11.2021 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στην αίτησή της συμπεριέλαβε και το ανήλικο τέκνο της στις 11.5.2022. Στις 11.9.2023, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό, ο οποίος υπέβαλε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: Προϊστάμενος) για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας και του ανήλικου τέκνου της. Η Εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 4.11.2023. Η εν λόγω απορριπτική απόφαση, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 24.11.2023, αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής. Ωστόσο επισημαίνεται, ότι το ανήλικο τέκνο της δεν περιλαμβάνεται στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας ως αιτητής στην παρούσα διαδικασία.
Γεγονότα
2. Η Αιτήτρια, δια των συνηγόρων της, κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, προβάλλει ως λόγους προσφυγής την έλλειψη δέουσας έρευνας και την πλημμελή αξιολόγηση τόσο των δηλώσεών της όσο και των προσωπικών της περιστάσεων, σε συνάρτηση με τη δυνατότητα υπαγωγής της σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, στη συμπληρωματική γραπτή της αγόρευση επισημαίνει ότι, λόγω ουσιώδους μεταβολής των προσωπικών της συνθηκών, καθότι πλέον είναι μονογονέας δύο ανήλικων τέκνων και κυοφορούσα, δεν δύναται να επιστρέψει στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και να διάγει βίο σύμφωνο με τις απαιτήσεις του βέλτιστου συμφέροντος των τέκνων της. Προς υποστήριξη των ισχυρισμών της, η Αιτήτρια προσκόμισε πιστοποιητικά γεννήσεως των δύο τέκνων της, τα οποία γεννήθηκαν στη Δημοκρατία, με ημερομηνίες γεννήσεως την 11.5.2022 και την 20.1.2024, αντιστοίχως, καθώς και ιατρική βεβαίωση κυήσεως, στην οποία αναγράφεται ως αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού η 14.6.2026.
3. Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση, υπεραμύνονται της νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης καταδεικνύοντας ότι δεν προκύπτει μελλοντικός κίνδυνος σε περίπτωση επιστροφής των Αιτητών στη χώρα καταγωγής τους, παραπέμποντας στα ευρήματά τους κατά τη διοικητική εξέταση της αίτησής τους. Επεσήμαναν ότι η Αιτήτρια διαθέτει στη χώρα της το απαραίτητο υποστηρικτικό περιβάλλον, καθότι ως η ίδια δήλωσε, έλαβε βοήθεια από την ιατρό η οποία είναι και συγγενικό της πρόσωπο, ενώ η ίδια ουδέποτε προσπάθησε να αποταθεί στις αρχές της χώρας της για να ζητήσει προστασία για το κατ' ισχυρισμό περιστατικό που την οδήγησε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ως σημείωσαν, το γεγονός ότι άφησε πίσω δύο από τα παιδιά της με συγγενικά της πρόσωπα, καταδεικνύει ότι δεν θεώρησε ότι θα αντιμετωπίσουν οποιοδήποτε κίνδυνο αν παραμείνουν στη χώρα καταγωγής τους και επομένως δεν προκύπτει ούτε για την ίδια κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Το νομικό πλαίσιο
4. Η Σύμβαση περί του καθεστώτος των προσφύγων, η οποία υπογράφηκε στη Γενεύη στις 28 Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ στις 22 Απριλίου 1954 [Recueil des traités des Nations unies, τόμος 189, σ. 150, αριθ. 2545 (1954)], όπως συμπληρώθηκε με το Πρωτόκολλο περί του καθεστώτος των προσφύγων, το οποίο συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 31 Ιανουαρίου 1967 και τέθηκε σε ισχύ στις 4 Οκτωβρίου 1967 (στο εξής: Σύμβαση της Γενεύης), ορίζει, στο άρθρο 1, τμήμα Α, σημείο 2, πρώτο εδάφιο, ότι ο όρος «πρόσφυγας» εφαρμόζεται επί παντός προσώπου το οποίο, «συνεπεία δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια και δεν δύναται ή, λόγω του φόβου τούτου, δεν επιθυμεί να απολαύη της προστασίας της χώρας ταύτης».
5. Ο Κανονισμός 2 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, ως έχουν τροποποιηθεί, έχει ως ακολούθως:
«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ’ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».
6. Το άρθρο 11 των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (στο εξής: o περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμος) καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
7. Το άρθρο 3 των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2025 (στο εξής: ο Περί Προσφύγων Νόμος) καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.
8. Το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής:
«Υποχρεώσεις Αιτητή κατά την εξέταση της αίτησης και συναφής υποχρέωση αρμόδιων αρχών
16.-(1) Κατά την εξέταση της αίτησής του, ο Αιτητής οφείλει να συνεργάζεται με την Υπηρεσία Ασύλου με σκοπό την εξακρίβωση της ταυτότητάς του και των υπόλοιπων στοιχείων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) του εδαφίου (2).
(2) Ιδίως, ο Αιτητής οφείλει-
(α) να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης, τα οποία στοιχεία συνίστανται σε δηλώσεις του Αιτητή και σε όλα τα έγγραφα που έχει ο Αιτητής στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία∙ [...]».
9. Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει τις προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Κατάληξη
10. Επισημαίνεται εκ προοιμίου ότι το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, δικάζει την ενώπιόν του προσφυγή αξιολογώντας εξ υπαρχής την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, τόσο κατά το νόμο όσο και κατ’ ουσίαν. Δεν περιορίζεται, συνεπώς, μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά εξετάζει την ουσιαστική ορθότητά της de novo και ex nunc. (Βλ. Aπόφαση του ΔΕΕ της 3ης Απριλίου 2025, C 283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, ECLI:EU:C:2025:236, απόφαση του ΔΕΕ ημερομηνίας 29 Ιουλίου 2019, Torubarov, C-556/17, EU:C:2019:626, σκέψεις 50 έως 53 (σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο πραγματοποιεί «πλήρη και ex nunc εξέταση τόσο των πραγματικών όσο και των νομικών ζητημάτων, ιδίως, κατά περίπτωση, εξέταση των αναγκών διεθνούς προστασίας) Έφεση κατά Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Aρ. 107/2023, Δημοκρατία ν. Q.B.T., απόφαση ημερ. 11.2.2025, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 21.9.2021· Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 35/2023 Lubangamu ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 5.12.2024). Ο Αιτητής αναμένεται να προβάλει, στο πλαίσιο της διοικητικής ή και της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας.
11. Συναφές εν προκειμένω είναι και το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου και ειδικότερα τα εδάφια (2) και (3) αυτού. Από τις εν λόγω διατάξεις απορρέει καταρχάς η υποχρέωση του Αιτητή να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια προς τεκμηρίωση της αίτησης ασύλου του. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Βλ. ενδεικτικώς, Υπόθ. Αρ. 1721/2011, Ηοοman &; Mahiab Khanbabaie v. Aναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 30.6.2016, ECLI:CY:AD:2016:D320) αποτελεί υποχρέωση του αιτούντος άσυλο να επικαλεστεί έστω και χωρίς να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που του προκαλούν κατά τρόπο αντικειμενικώς αιτιολογημένο, φόβο δίωξης στη χώρα του για κάποιον από τους λόγους που αναφέρει το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου (Βλ. επίσης νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας, αποφάσεις αρ. 1093/2008, 817/2009 και 459/2010). Εν συνεχεία ωστόσο, λόγω ακριβώς της δυσχέρειας του αιτούντος να τεκμηριώσει με συγκεκριμένα στοιχεία την αίτησή του, γεννάται υποχρέωση της διοίκησης να συνδράμει τον Αιτητή σε αυτήν την προσπάθεια προβολής και τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του (Βλ. Εγχειρίδιο για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών παρ. 195 επ., Βλ. επίσης αναφορικά με την ενεργό συνεργασία Απόφαση του ΔΕΕ της 22ας Νοεμβρίου 2012, Υπόθεση C-277/11, M. M., ECLI: EU:C:2012:744, σκέψεις 63 έως 68).
12. Προχωρώντας στην κατ' ουσίαν εξέταση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, παρατηρείται ότι, κατά την καταγραφή της αίτησής της, αυτή δήλωσε ότι εγκατάλειψε τη χώρα καταγωγής της για να ξεφύγει από την ενδοοικογενειακή βία στην οποία την υπέβαλλε συστηματικά ο σύζυγός της. Προσέθεσε, ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε όταν γέννησε το δεύτερό του παιδί και κατηγορήθηκε από τον σύζυγό της για απιστία, λόγω του ότι το παιδί δεν του έμοιαζε (ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 32 του δ. φ.).
13. Στις 17.11.2021, διενεργήθηκε αξιολόγηση ευαλωτότητας της Αιτήτριας, βάσει της οποίας κρίθηκε «υψηλού ρίσκου». Η Αιτήτρια δήλωσε ότι βρίσκεται στον τρίτο μήνα κύησης (του νεότερου τέκνου της, το οποίο βρίσκεται στη Δημοκρατία και το οποίο αποτελεί το τρίτο κατά σειρά τέκνο της Αιτήτριας) και ότι έχει δύο ανήλικα τέκνα στη ΛΔΚ. Στο πεδίο αναφορικά με τον λόγο που την ώθησε να εγκαταλείψει τη χώρα της, η Αιτήτρια προέβαλε ότι μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της, ο σύζυγός της άρχισε να την κατηγορεί για απιστία, εξευτελίζοντάς την παντού. Προσέθεσε ότι απαιτείται καταβολή χρηματικού ποσού για καταγγελία στην αστυνομία της χώρας της και ότι ακόμη και εκεί υπέστη εξευτελισμό. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι κατάφερε να αναχωρήσει με τη συνδρομή της θείας της, η οποία την λυπήθηκε (ερυθρά 29-27 του δ. φ).
14. Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε το 1995 στην Kinshasa (Commune de Masina) όπου παρέμεινε έως την αναχώρησή της. Δήλωσε Χριστιανή ως προς το θρήσκευμα (Bima) και ότι ανήκει στις εθνοτικές ομάδες Musakata και Muyanzi. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, δήλωσε ότι είναι ανύπαντρη και ότι έχει τρία ανήλικα τέκνα, εκ των οποίων τα δύο (ηλικιών οκτώ και έξι ετών κατά τη χρονική στιγμή της συνέντευξης) βρίσκονται στη ΛΔΚ και το τρίτο γεννήθηκε στη Δημοκρατία το 2022, ενώ κυοφορεί το τέταρτο τέκνο της. Διευκρίνισε ότι πατέρας των τριών τέκνων της είναι ο πρώην σύντροφός της και του τέκνου που κυοφορεί πατέρας είναι ομοεθνής της που γνώρισε στη Δημοκρατία (το δεύτερο τέκνο της Αιτήτριας που βρίσκεται στη Δημοκρατία και το οποίο αποτελεί το τέταρτο κατά σειρά τέκνο της Αιτήτριας), αλλά δεν διατηρούν πλέον επικοινωνία. Αναφορικά με την πατρική της οικογένεια, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της ο οποίος ήταν στρατιωτικός απεβίωσε, ότι μεγάλωσε με τη μητέρα της και ότι έχει δύο αδερφές. Αναφορικά με το μορφωτικό της υπόβαθρο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι φοίτησε μέχρι την 4η βαθμίδα της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ως προς την επαγγελματική της πείρα, ανέφερε ότι ουδέποτε εργάστηκε στη χώρα της. Δήλωσε ότι αναχώρησε από τη χώρα της με τη βοήθεια κάποιας ιατρού, η οποία τυγχάνει να είναι και συγγενικό της πρόσωπο.
15. Αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια αναφέρθηκε σε περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας και απειλών κατά της ζωής της από τον σύντροφό της, με τον οποίο διατηρούσε σχέση από το 2014 χωρίς να έχουν τελέσει επίσημα γάμο.
16. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η συμπεριφορά του συντρόφου της ήταν αρχικά φυσιολογική, ωστόσο μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού τους μεταβλήθηκε ριζικά. Ο ίδιος άρχισε να αμφισβητεί την πατρότητα των παιδιών, λόγω του ότι με την πρώην σύντροφό του δεν είχε αποκτήσει παιδιά επί σειρά ετών, ενώ με την ίδια δύο. Στο πλαίσιο αυτό, την κατηγορούσε για απιστία και της ασκούσε συστηματική σωματική και ψυχολογική βία, περιλαμβανομένων ξυλοδαρμών σε τακτική βάση, προσβολών και απειλών ότι θα την σκοτώσει.
17. Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι η κατάσταση επιδεινώθηκε κατά την τρίτη της εγκυμοσύνη. Ο σύντροφός της φέρεται να την τραυμάτισε σοβαρά με αιχμηρό αντικείμενο στην περιοχή του θώρακα, ενώ παράλληλα απαιτούσε να διακόψει την κύηση, απειλώντας ότι διαφορετικά θα τη σκοτώσει. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, ισχυρίστηκε ότι την κρατούσε περιορισμένη εντός της οικίας, κλειδώνοντάς την όταν αποχωρούσε, γεγονός που, ως ισχυρίστηκε, την εμπόδιζε να ζητήσει βοήθεια ή να προσφύγει στις αρχές. Καθοριστικό ρόλο στην απομάκρυνσή της από την επικίνδυνη αυτή κατάσταση διαδραμάτισε, ως υποστήριξε, μία οικογενειακή ιατρός, συγγενής της από την πλευρά της μητέρας της, η οποία ενημερώθηκε για την κατάστασή της. Μετά από επικοινωνία με τον σύντροφό της σχετικά με την απαίτηση για άμβλωση, η ιατρός επισκέφθηκε την Αιτήτρια στην οικία της μητέρας της, διαπίστωσε τον τραυματισμό της και της παρείχε ιατρική φροντίδα επιτόπου. Στη συνέχεια ενημέρωσε την οικογένεια της Αιτήτριας, η οποία αποφάσισε ότι η ζωή της βρισκόταν σε κίνδυνο και ότι έπρεπε να απομακρυνθεί άμεσα.
18. Με τη βοήθεια της ιατρού και της οικογένειας, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι κατάφερε να εγκαταλείψει την οικία μαζί με τα παιδιά της και να μεταφερθεί στο σπίτι της γιαγιάς της. Ωστόσο, ο σύντροφός της, όταν αντιλήφθηκε την απουσία της, φέρεται να απέστειλε ομάδα ατόμων με μαχαίρια με σκοπό να την εντοπίσουν και να την επιστρέψουν με τη βία. Η παρουσία των εν λόγω ατόμων προκάλεσε σοκ στη γιαγιά της Αιτήτριας, η οποία σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της κατέρρευσε και απεβίωσε. Μετά από τα πιο πάνω περιστατικά, ισχυρίστηκε ότι η οικογενειακή ιατρός ανέλαβε να καλύψει τα έξοδα αναχώρησής της από τη χώρα.
19. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι τα δύο ανήλικά της τέκνα παρέμειναν στη ΛΔΚ υπό την προστασία της μητέρας της και της μεγαλύτερης αδερφής της, μετακινούμενα συνεχώς για λόγους ασφάλειας, καθώς ο πατέρας τους φέρεται να τα αναζητεί. Δήλωσε ότι η τελευταία επικοινωνία μαζί τους πραγματοποιήθηκε στα μέσα του 2022 και έκτοτε δεν κατάφερε να έρθει σε επαφή μαζί τους λόγω απώλειας των στοιχείων επικοινωνίας και οικονομικών δυσχερειών.
20. Η ίδια υποστήριξε ότι δεν απευθύνθηκε στις αρχές της χώρας καταγωγής της, καθώς ήταν πρακτικά αδύνατο λόγω του περιορισμού της εντός της οικίας και του φόβου για τη ζωή της, ενώ δεν γνωρίζει κατά πόσο η οικογένειά της προέβη σε καταγγελία μετά την αναχώρησή της. Τέλος, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι σε περίπτωση επιστροφής στη ΛΔΚ φοβάται για τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, καθώς ο πρώην σύντροφός της έχει ήδη επιδείξει βίαιη και απειλητική συμπεριφορά, ενώ δεν επιθυμεί να μετεγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας της.
21. Αξιολογώντας τις ανωτέρω δηλώσεις της Αιτήτριας, οι Καθ' ων η αίτηση σχημάτισαν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, ο δεύτερος αναφορικά με τον ισχυρισμό της ότι μετά τη γέννηση του δεύτερου παιδιού της, ο σύντροφός της άρχισε να την κατηγορεί για απιστία, να ασκεί βία και να την απειλεί και ο τρίτος σχετικά με τον ισχυρισμό περί επιδείνωσης της βίαιης συμπεριφοράς του συντρόφου της κατά την τρίτη εγκυμοσύνη της και εξαναγκασμού της να προβεί σε άμβλωση, τα οποία οδήγησαν στη διαφυγή της.
22. Ο πρώτος ισχυρισμός της Αιτήτριας έγινε αποδεκτός, καθώς κρίθηκε ότι η Αιτήτρια απάντησε σε όλα τα ερωτήματα που της τέθηκαν με ακρίβεια και κατέβαλε πραγματική προσπάθεια να παράσχει όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες, ενώ επίσης οι πληροφορίες που παρείχε επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και από το προσκομισθέν από αυτήν διαβατήριο.
23. Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας σε κρίσιμα ερωτήματα παρέμειναν ασαφείς, μη συγκεκριμένες και στερούμενες προσωπικής λεπτομέρειας.
24. Συγκεκριμένα οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι ενώ η Αιτήτρια ανέφερε επαρκώς μόνο τα βασικά στοιχεία της οικογενειακής της κατάστασης, δηλαδή ότι διατηρούσε σχέση με έναν άνδρα, ότι απέκτησαν δύο παιδιά και ότι ακολούθησε τρίτη εγκυμοσύνη, ως προς τον κεντρικό ισχυρισμό περί ενδοοικογενειακής βίας περιορίστηκε σε γενικές, αόριστες και επαναλαμβανόμενες αναφορές, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά, σαφές χρονικό πλαίσιο, ιδιαίτερες συνθήκες ή προσωπικά βιωματικά στοιχεία που να καθιστούν την αφήγησή της εξατομικευμένη και συνεκτική. Ειδικότερα σημείωσαν ότι παρότι της δόθηκαν ευκαιρίες να εξηγήσει λεπτομερώς τις περιστάσεις της βίας, των απειλών και του εξαναγκασμού της να παραμένει συνεχώς εντός της οικίας, εκείνη δεν αξιοποίησε τις ευκαιρίες αυτές για να εμπλουτίσει την αφήγησή της με ουσιώδεις πληροφορίες, αλλά αντιθέτως επανέλαβε τους ίδιους ισχυρισμούς που είχε ήδη διατυπώσει στην ελεύθερη αφήγησή της, χωρίς να προσθέσει νέα στοιχεία. Ως κατέγραψαν, η Αιτήτρια αρκέστηκε σε φράσεις όπως ότι ο σύντροφός της «ήταν απλώς κακός άνθρωπος», ενώ όταν της ζητήθηκε να εξηγήσει περαιτέρω, ουσιαστικά αρνήθηκε να συνεργαστεί δηλώνοντας ότι «αυτές είναι οι απαντήσεις μου». Περαιτέρω, κληθείσα να διευκρινίσει τι ακριβώς προκάλεσε τη βίαιη συμπεριφορά του συντρόφου της στη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, δεν μπόρεσε να αποδώσει έναν σαφή λόγο, αλλά περιορίστηκε να αναφέρει ότι εκείνος «έλεγε διάφορα για τις εγκυμοσύνες» και ότι της φερόταν πολύ άσχημα, χωρίς να εξηγεί τι ακριβώς ειπώθηκε, ποιο ήταν το περιεχόμενο των κατηγοριών, πώς εξελίχθηκε η μεταξύ τους αλληλεπίδραση ή γιατί η κατάσταση κλιμακώθηκε τότε. Ακόμη και σε επανάληψη του ερωτήματος, η Αιτήτρια δεν προχώρησε σε ουσιαστική αποσαφήνιση, αλλά απλώς επανέλαβε ότι δεχόταν ξυλοδαρμό, προσθέτοντας μόνο ότι αυτό συνέβαινε τρεις φορές την εβδομάδα, χωρίς όμως να συνοδεύσει τη δήλωση αυτή με περιγραφή της μορφής της βίας, της έντασής της, των συνεπειών της ή κάποιου χαρακτηριστικού περιστατικού. Τέλος, κρίθηκε προβληματικό το γεγονός ότι δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με επάρκεια γιατί ο σύντροφός της την κατηγόρησε αιφνιδίως για απιστία μετά από αρκετά χρόνια σχέσης, αφού ούτε το δικό της βίωμα, ούτε η δική της αντίληψη για αυτήν τη μεταβολή στη συμπεριφορά του αποτυπώθηκαν με σαφήνεια, λογική συνοχή και επαρκές επίπεδο λεπτομέρειας, με αποτέλεσμα η συνολική της αφήγηση, ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του πυρήνα του αιτήματός της, να εμφανίζεται αόριστη και χωρίς την αναμενόμενη εσωτερική συνοχή.
25. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα, τα ευρήματα της οποίας ως επεσήμαναν, καταδεικνύουν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας περί ενδοοικογενειακής βίας στη ΛΔΚ είναι συμβατές με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, οι οποίες επιβεβαιώνουν τόσο την ευρεία διάδοση του φαινομένου όσο και την απουσία αποτελεσματικής κρατικής προστασίας, δεδομένου ότι η νομοθεσία δεν προβλέπει ειδικές κυρώσεις για την ενδοοικογενειακή βία, η αστυνομία σπανίως παρεμβαίνει και οι δικαστικές αρχές δεν φαίνεται να προβαίνουν σε ουσιαστικές ενέργειες σε τέτοιες υποθέσεις. Ωστόσο, οι δηλώσεις της Αιτήτριας κρίθηκαν ανεπαρκείς, αόριστες και μη συνεκτικές, χωρίς ικανοποιητικές προσωπικές λεπτομέρειες, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται δυνατή η συνολική αποδοχή του ισχυρισμού της.
26. Ούτε ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση, καθότι έκριναν ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από γενικότητα, ασάφεια και έλλειψη συγκεκριμένων λεπτομερειών.
27. Συγκεκριμένα, οι αναφορές της σχετικά με τις κατηγορίες απιστίας από τον σύντροφό της και τον επακόλουθο εξαναγκασμό της σε άμβλωση παρέμειναν αόριστες, χωρίς σαφή χρονική αλληλουχία ή περιγραφή συγκεκριμένων περιστατικών, καθώς περιορίστηκε σε γενικές διατυπώσεις όπως ότι «δεν ήταν καλά μεταξύ 2017-2020» και ότι «ήταν κακός άνθρωπος», χωρίς να εξηγεί πώς και για ποιο λόγο επιδεινώθηκε η βίαιη συμπεριφορά του. Περαιτέρω, ως επεσήμαναν οι Καθ’ ων η αίτηση, οι συνθήκες της διαφυγής της Αιτήτριας εμφανίζουν σοβαρές ασάφειες και αντιφάσεις, ιδίως ως προς τον τρόπο με τον οποίο η ιατρός απέκτησε πρόσβαση στην οικία, ενώ αυτή φερόταν να είναι κλειδωμένη, καθώς αρχικά ανέφερε ότι η ιατρός περίμενε να φύγει ο σύντροφός της για την εργασία του για να εισέλθει, ενώ στη συνέχεια δήλωσε ότι ο σύντροφος περίμενε την άφιξη της ιατρού και έφυγε αργότερα, χωρίς να παρέχει πειστική εξήγηση για την αντίφαση αυτή. Επιπλέον, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις, δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με σαφήνεια βασικά στοιχεία της αφήγησής της, όπως τον τρόπο διαφυγής της από κλειδωμένο χώρο ή τα πρόσωπα που την βοήθησαν να διαφύγει απαντώντας με σύντομες, γενικές και επαναλαμβανόμενες φράσεις. Αντίστοιχα, οι περιστάσεις του θανάτου της γιαγιάς της αποδόθηκαν με περιορισμένες και μη συνεκτικές πληροφορίες, καθώς αρχικά συνέδεσε τον θάνατο με απειλές του συντρόφου της, ενώ στη συνέχεια δήλωσε άγνοια ως προς τα ακριβή αίτια. Τέλος, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί μελλοντικού της κινδύνου κρίθηκε ότι στερούνται συνοχής, καθώς, ενώ υποστήριξε ότι ο σύντροφός της θα τη σκοτώσει σε περίπτωση επιστροφής της, ταυτόχρονα ανέφερε ότι εκείνος δεν μπορεί να προσεγγίσει την οικία της γιαγιάς της ή την περιοχή λόγω κινδύνου σύλληψης, χωρίς να παρέχει συγκεκριμένη ή τεκμηριωμένη εξήγηση για τον ισχυρισμό αυτό.
28. Εξετάζοντας οι Καθ’ ων η αίτηση την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας κατέληξαν ότι παρότι οι δηλώσεις της ευθυγραμμίζονται εν μέρει με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη ΛΔΚ, καθόσον οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι η βία κατά των γυναικών, συμπεριλαμβανομένης της ενδοοικογενειακής βίας, αποτελεί εκτεταμένο φαινόμενο, με υψηλά ποσοστά εμφάνισης και έντονα πατριαρχικά κοινωνικά πρότυπα που ενισχύουν την ανοχή προς τη βία και οδηγούν σε πρακτική ατιμωρησία, δεδομένης της ανεπαρκούς νομικής προστασίας και της περιορισμένης παρέμβασης των αρχών, ωστόσο, δεν ανευρέθηκαν αναφορές για πρακτικές εξαναγκαστικής άμβλωσης από κρατικές αρχές. Ελλείψει εσωτερικής αξιοπιστίας στην αφήγηση της Αιτήτριας, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε.
29. Με βάση τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι το προσωπικό της προφίλ και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, αλλά και το γεγονός ότι δεν είχε υποστεί στη χώρα καταγωγής της οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρή βλάβη, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη. Προς τούτο, λήφθηκαν υπόψη εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί τόσο στη χώρα γενικότερα, όσο στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι την Kinshasa. Ειδικότερα ως προς το προφίλ της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι είναι έγκυος και ότι με βάση τους ισχυρισμούς της δεν διατηρεί επαφή με τον πατέρα του παιδιού. Επεσήμαναν περαιτέρω ότι πρόκειται για ανύπανδρη μητέρα ανήλικου παιδιού, που γεννήθηκε στις 11.5.2022, νεαρή, ικανή προς εργασία, χωρίς διαπιστωμένα ιατρικά προβλήματα και με οικογενειακό δίκτυο στην Kinshasa και επομένως δεν προκύπτουν ενδείξεις που να δείχνουν ότι ενδέχεται να αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της.
30. Στο πλαίσιο της νομικής ανάλυσης, κατέληξαν ότι δεν προκύπτει δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης αυτού δυνάμει του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικά σχετικά με ενδεχόμενη υπαγωγή της στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, παρατέθηκαν πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας από τις οποίες δεν προκύπτει η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης στην Kinshasa.
31. Κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, το Δικαστήριο έθεσε στην Αιτήτρια ερωτήματα επί κρίσιμων παραμέτρων του αφηγήματός της. Η Αιτήτρια προέβαλε ισχυρισμούς που αφορούν τόσο την οικογενειακή της κατάσταση, όσο και τις συνθήκες διαβίωσης και τους φόβους της σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι είναι μητέρα τεσσάρων παιδιών, εκ των οποίων δύο βρίσκονται στη ΛΔΚ, δύο στη Δημοκρατία, ενώ κυοφορεί ακόμη ένα (με αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού τον Ιούνιο του 2026), με τα παιδιά να έχουν διαφορετικούς πατέρες, ενώ διευκρίνισε ότι τα δύο παιδιά στη ΛΔΚ προέρχονται από τον ίδιο άνδρα, τον οποίο κατονόμασε ως κακοποιητικό. Ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη συζυγική οικία περί το 2020, αναφέροντας ότι ο σύζυγός της ήταν μεθυσμένος και ασκούσε βία τόσο στην ίδια, όσο και στα παιδιά, γεγονός που την ώθησε να μετακινηθεί στην οικία της μητέρας της και εν συνεχεία να εγκαταλείψει τη χώρα με τη βοήθεια του θείου της, αδελφού της μητέρας της. Υποστήριξε ότι έκτοτε δεν είχε καμία επικοινωνία με τον εν λόγω άνδρα και ότι δεν γνωρίζει την τύχη του. Παράλληλα, ανέφερε ότι τα δύο της παιδιά που παρέμειναν στη ΛΔΚ, αρχικά διέμεναν με τη μητέρα της και, μετά τον θάνατο της τελευταίας το 2025, μεταφέρθηκαν σε φίλη της ονόματι Vanesa και εν συνεχεία σε θείο της, χωρίς ωστόσο να παρέχει σαφείς πληροφορίες, επισημαίνοντας ότι τα παιδιά δεν φοιτούν στο σχολείο λόγω οικονομικών δυσκολιών. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι δεν διαθέτει πλέον ουσιαστικό οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, καθώς τα περισσότερα συγγενικά της πρόσωπα έχουν αποβιώσει, και ότι δεν έχει κατοικία ή μέσα βιοπορισμού εκεί. Αναφορικά με τις συνθήκες διαβίωσής της στη Δημοκρατία, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι δεν εργάζεται, ότι διαμένει σε κατοικία που της παραχωρήθηκε από τις κοινωνικές υπηρεσίες μαζί με τα δύο παιδιά της, και ότι ο πατέρας του ενός παιδιού παρέχει περιορισμένη οικονομική στήριξη (κυρίως τρόφιμα) με αραιή επικοινωνία, ενώ ο πατέρας του κυοφορούμενου παιδιού είναι νυν σύντροφός της, επίσης αιτητής ασύλου, με τον οποίο διατηρεί σχέση εξ αποστάσεως χωρίς συγκατοίκηση λόγω οικονομικών και στεγαστικών περιορισμών. Τέλος, σε σχέση με τον φόβο επιστροφής, η Αιτήτρια επικαλέστηκε κυρίως την έλλειψη στέγης και υποστηρικτικού δικτύου.
32. Προχωρώντας το Δικαστήριο σε de novo και ex nunc εξέταση των ενώπιόν του δεδομένων, όπως υπαγορεύουν τα εδάφια (3) και (4) του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τη διάκριση των επιμέρους ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας. Το παρόν Δικαστήριο αξιολογεί τους προβληθέντες ισχυρισμούς στην βάση των κοινώς αποδεκτών δεικτών αξιοπιστίας.[1]
33. Αρχικά το Δικαστήριο συντάσσεται με το εύρημα των Καθ' ων η αίτηση περί αξιοπιστίας του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια υπήρξε σαφής ως προς τα προσωπικά της στοιχεία. Η αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού εδραιώνεται περαιτέρω και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, οι οποίες συγκεντρώνονται στο διοικητικό φάκελο και από το διαβατήριό της.
34. Περαιτέρω, κρίνεται ότι τόσο ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός, όσο και ο τρίτος ορθώς δεν έγιναν αποδεκτοί από τους Καθ’ ων η αίτηση. Από την αξιολόγηση του συνόλου των δηλώσεων της Αιτήτριας προκύπτουν ουσιώδη σημεία αναξιοπιστίας, τα οποία εντοπίζονται στον πυρήνα των προβαλλόμενων ισχυρισμών της και πλήττουν τη συνολική αξιοπιστία της αφήγησής της.
35. Ένεκα της συνάφειας των δύο προαναφερθέντων ουσιωδών ισχυρισμών, οι οποίοι απορρέουν από τη φερόμενη κακοποιητική συμπεριφορά του πρώην συντρόφου της Αιτήτριας, το Δικαστήριο θα προβεί σε ενιαία αξιολόγησή τους.
36. Ειδικότερα, ως προς τα βασικά πραγματικά περιστατικά που συνδέονται με την προβαλλόμενη κακοποίηση από τον σύντροφό της, τις απειλές, την εξαναγκαστική άμβλωση, τη διαφυγή της από τη χώρα και τον κίνδυνο επιστροφής, οι δηλώσεις της Αιτήτριας χαρακτηρίζονται από επαναλαμβανόμενη γενικότητα, έλλειψη συγκεκριμένων προσωπικών λεπτομερειών, περιορισμένη περιγραφή κρίσιμων γεγονότων και αδυναμία παροχής σαφούς χρονολογικής αλληλουχίας. Στη συνέντευξη, ενώ της δόθηκαν επανειλημμένες ευκαιρίες να εξηγήσει ουσιώδη στοιχεία των ισχυρισμών της, η Αιτήτρια συχνά επανερχόταν στις ίδιες γενικές διατυπώσεις, χωρίς να προσθέτει εξατομικευμένα στοιχεία, ενώ σε ορισμένα σημεία οι απαντήσεις της υπήρξαν ασαφείς ή και αντιφατικές, ιδίως ως προς τον τρόπο με τον οποίο η ιατρός και συγγενής της απέκτησε πρόσβαση στην οικία, τις ακριβείς συνθήκες της διαφυγής της, τον ρόλο των συγγενών της, τις περιστάσεις του θανάτου της γιαγιάς της, καθώς και τη φύση του μελλοντικού κινδύνου που επικαλείται.
37. Κατόπιν συνολικής εκτίμησης των δηλώσεων της Αιτήτριας, προκύπτει ότι η αξιοπιστία της ως προς τον πυρήνα των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών δεν θεμελιώνεται, καθότι εντοπίζονται ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις που πλήττουν την εσωτερική συνοχή της αφήγησής της. Συγκεκριμένα, διαπιστώνεται σαφής διαφοροποίηση ως προς την αιτία της φερόμενης βίαιης συμπεριφοράς του συντρόφου της, δεδομένου ότι, ενώ στην αίτησή της και στο πλαίσιο της αξιολόγησης ευαλωτότητας απέδωσε την κακοποίηση στο γεγονός ότι το δεύτερο παιδί δεν έμοιαζε στον σύντροφό της, κατά το στάδιο της συνέντευξής της, απέδωσε τη συμπεριφορά του στο γεγονός ότι η ίδια τεκνοποίησε επανειλημμένα, ενώ ο σύντροφός της δεν είχε αποκτήσει παιδιά από προηγούμενη μακροχρόνια σχέση δώδεκα ετών. Μολονότι και στις δύο εκδοχές προβάλλεται η κατηγορία απιστίας, οι λόγοι που τη θεμελιώνουν είναι διαφορετικοί και δεν εξηγείται η μεταβολή αυτή, γεγονός που υπονομεύει την αξιοπιστία του ισχυρισμού. Περαιτέρω, η Αιτήτρια παρέμεινε σταθερά αόριστη ως προς την περιγραφή της κακοποιητικής συμπεριφοράς του πρώην συντρόφου της, χωρίς να παραθέτει συγκεκριμένα περιστατικά, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές, ενώ δεν παρείχε βασικά στοιχεία για τον επί σειρά ετών σύντροφό της και πατέρα των παιδιών της, όπως ουσιώδεις πληροφορίες για την ταυτότητα, τη συμπεριφορά ή τη μεταξύ τους σχέση. Επιπλέον, δεν κατέστη σε θέση να τοποθετήσει χρονικά κρίσιμα γεγονότα, όπως πότε ακριβώς ξεκίνησε η κακοποιητική συμπεριφορά ή πώς εξελίχθηκε αυτή, παρουσιάζοντας μια αποσπασματική και μη συνεκτική χρονολογική αφήγηση. Οι απαντήσεις της σε καίρια ερωτήματα υπήρξαν συχνά μονολεκτικές ή εξαιρετικά περιορισμένες, χωρίς διάθεση ουσιαστικής συνεργασίας ή παροχής διευκρινίσεων, ενώ χαρακτηριστικά, όταν της ζητήθηκε να επεκταθεί, απάντησε ότι «those are my answers» - σε ελεύθερη μετάφραση «αυτές είναι οι απαντήσεις μου». Η απουσία εξατομικευμένων λεπτομερειών, η επαναληπτικότητα των γενικών ισχυρισμών, η αδυναμία παροχής σαφών απαντήσεων σε επανειλημμένες ερωτήσεις εγείρουν ερωτηματικά ως προς το αληθές των ισχυρισμών της.
38. Πέραν των ευρημάτων περί εξωτερικής αξιοπιστίας τα οποία παρατέθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση, το Δικαστήριο διεξήγαγε περαιτέρω έρευνα σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία στη ΛΔΚ κατά την οποία ανευρέθηκαν τα ακόλουθα:
39. Η Επιτροπή των Ηνωμένων Εθνών για την Εξάλειψη των Διακρίσεων κατά των Γυναικών διαπιστώνει ότι στον νόμο αριθ. 87-010 της 1ης Αυγούστου 1987, ήτοι στον Οικογενειακό Κώδικα, εξακολουθεί να υφίσταται σημαντικός αριθμός διατάξεων που εισάγουν διακρίσεις σε βάρος των γυναικών, κατά παράβαση των επιταγών της Σύμβασης για την Εξάλειψη κάθε Μορφής Διάκρισης κατά των Γυναικών. Ειδικότερα, η Επιτροπή εντοπίζει ως προβληματικές τις διατάξεις των άρθρων 330, 148.1, 165, 215, 444 έως 448, 490.2, 497.2, 515, 524, 531, 361, 367, 382, 388, 426, 543 και 579, επισημαίνοντας ότι οι εν λόγω ρυθμίσεις αντίκεινται στην αρχή της ισότητας των φύλων, καθιστώντας αναγκαία κατά την ίδια την άμεση αναθεώρηση του σχετικού νομοθετικού πλαισίου.[2]
40. Σε δημοσίευση της Παγκόσμιας Τράπεζας του Φεβρουαρίου 2021 σημειώνεται ότι οι παραδοσιακές αντιλήψεις, σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες θεωρούνται υποδεέστερες από τους άνδρες ή ότι έχουν στερεοτυπικούς ρόλους, διαιωνίζουν διαδεδομένες πρακτικές που περιλαμβάνουν βία ή εξαναγκασμό, όπως είναι η ενδοοικογενειακή βία και η κακοποίηση, ο αναγκαστικός γάμος, ο θάνατος με αφορμή την προίκα, οι επιθέσεις με οξέα και η γυναικεία περιτομή. Τέτοιου είδους προκαταλήψεις και πρακτικές μπορεί να δικαιολογήσουν τη βία που βασίζεται στο φύλο ως μορφή προστασίας ή ελέγχου των γυναικών. Ενώ η φύση και η συχνότητα των πρακτικών ποικίλλουν ανάλογα με την περιοχή και τον πολιτισμό, οι πιο διαδεδομένες και τεκμηριωμένες πρακτικές είναι ο ακρωτηριασμός των γυναικείων γεννητικών οργάνων, ο παιδικός ή/και αναγκαστικός γάμος, η πολυγαμία, τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα της λεγόμενης τιμής και σχετική με την προίκα βία.[3]
41. Σύμφωνα δε με δημοσίευση του iMMAP - Information Management and Mine Action Programs τον Μάρτιο του 2021, το 2020 αναφέρθηκαν σε τακτική βάση πολλά περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας, σεξουαλικής βίας, αναγκαστικών γάμων, παιδικής εργασίας ή ακόμη και κακοποίησης από τις δυνάμεις ασφαλείας ή τις ένοπλες ομάδες.[4]
42. Σύμφωνα με απάντηση της EUAA σχετικά με την ενδοοικογενειακή βία στη ΛΔΚ του 2019, η ενδοοικογενειακή βία είναι διαδεδομένη σε όλη τη χώρα και κυμαίνεται από λεκτική, συναισθηματική, οικονομική και σωματική. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η αστυνομία σπάνια παρεμβαίνει, καθώς οι ενδοοικογενειακές διαφορές θεωρούνται παραδοσιακά ιδιωτικές οικογενειακές υποθέσεις και υπάρχει γενική κοινωνική αποδοχή της συζυγικής κακοποίησης. Υπάρχει έλλειψη ασφαλών χώρων/καταφυγίων, συμβουλευτικών υπηρεσιών και υπηρεσιών αποκατάστασης για θύματα ενδοοικογενειακής βίας.[5]
43. Μολονότι ορισμένες πτυχές του γενικού αφηγήματος της Αιτήτριας ενδέχεται να συνάδουν με τις συνθήκες στη χώρα καταγωγής, η εξωτερική αυτή συμβατότητα δεν επαρκεί για να αντισταθμίσει τις σοβαρές αδυναμίες της εσωτερικής της αξιοπιστίας. Ως εκ τούτου, οι σχετικοί ισχυρισμοί απορρίπτονται ως μη αξιόπιστοι.
44. Το Δικαστήριο διαπιστώνει πως οι Καθ’ ων η αίτηση, έχοντας αποδεχθεί το προφίλ της Αιτήτριας ως ίσχυε τότε, ως ανύπαντρης μητέρας ενός ανήλικου τέκνου και κυοφορούσας ενός δευτέρου, κατά το στάδιο αξιολόγησης κινδύνου παρέλειψαν να διερευνήσουν το βέλτιστο συμφέρον των ανήλικων τέκνων της. Επισημαίνεται ότι παρόλο που εντός του διοικητικού φακέλου εντοπίζεται το πιστοποιητικό γέννησης του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας με ημερομηνία γεννήσεως την 11η Μαΐου 2022 (ερυθρό 47 του δ. φ.), καθώς και βεβαίωση υποβολής αίτησης αυτού, συνοδευτικής της δικής της (ερυθρό 48 του δ. φ.), ωστόσο ουδεμία έρευνα διεξήχθη για το βέλτιστο συμφέρον του ανήλικου τέκνου της και του τέκνου που κυοφορούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επισημαίνεται συναφώς ότι οι αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψιν σε όλες τις αποφάσεις, οι οποίες αφορούν παιδιά αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38), ήτοι ακόμα και κατά την εξέταση της απόφασης επιστροφής του γονέα τους.
45. Τούτων λεχθέντων, ενόψει της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να προβαίνει σε έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν επισημαίνονται συναφώς τα ακόλουθα.
46. Κατόπιν συνολικής εκτίμησης των δηλώσεων της Αιτήτριας, τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η αξιοπιστία της ως προς τον πυρήνα των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών δεν θεμελιώνεται, καθότι εντοπίζονται πολλαπλές και ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις που πλήττουν καίρια την εσωτερική συνοχή και τη γενική πειστικότητα της αφήγησής της. Ειδικότερα, ενώ στη συνέντευξή της η Αιτήτρια προσδιόρισε την αναχώρησή της από τη συζυγική οικία χρονικά στον Σεπτέμβριο του 2021, ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τον σύντροφό της ήδη από το 2020 λόγω περιστατικών μέθης και βίας κατά της ίδιας και των παιδιών τους, εισάγοντας νέα πραγματική βάση του ισχυρισμού της που δεν είχε προηγουμένως αναφέρει. Επιπλέον, ενώ κατά τη διοικητική διαδικασία απέδωσε την αναχώρησή της από τη χώρα σε βοήθεια που έλαβε από συγγενικό πρόσωπο (θεία) και από ιατρό, ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι το ταξιδιωτικό της εισιτήριο καλύφθηκε από θείο της, αδελφό της μητέρας της, πρόσωπο στο οποίο ουδέποτε είχε προηγουμένως αναφερθεί, γεγονός που συνιστά ουσιώδη αντίφαση ως προς κρίσιμο στοιχείο της διαφυγής της. Αντίστοιχα, παρατηρείται αντίφαση ως προς τη σύνθεση της οικογένειάς της, καθότι στη συνέντευξή της ανέφερε ότι έχει δύο αδελφές και ότι τα παιδιά της διέμεναν κατά τη χρονική στιγμή της συνέντευξης με τη μεγαλύτερη εξ αυτών (“the last I heard of them, they were living with my elder sister”, ερυθρό 64 του δ. φ.), ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου δήλωσε ότι είναι μοναχοπαίδι και ότι δεν γνωρίζει άλλα συγγενικά πρόσωπα, γεγονός που πλήττει την αξιοπιστία των ισχυρισμών της περί έλλειψης υποστηρικτικού δικτύου. Ιδιαίτερης σημασίας είναι επίσης το γεγονός ότι ενώ κατά τη συνέντευξη προέβαλε ως κεντρικό ισχυρισμό τον εξαναγκασμό της σε άμβλωση και τον καθοριστικό ρόλο της ιατρού τόσο στη διάσωσή της, όσο και στην οργάνωση της διαφυγής της, ενώπιον του Δικαστηρίου ουδεμία σχετική αναφορά έγινε στα στοιχεία αυτά, τα οποία θα αναμένονταν να αποτελούν κρίσιμα και κεντρικά σημεία της αφήγησής της. Η συσσώρευση των ανωτέρω αντιφάσεων, η έλλειψη συγκεκριμένων και εξατομικευμένων λεπτομερειών, η αδυναμία παροχής σαφών και συνεκτικών απαντήσεων και η διαφοροποίηση βασικών στοιχείων των ισχυρισμών της οδηγούν στο συμπέρασμα ότι οι ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν μπορούν να κριθούν ως αξιόπιστοι.
47. Συνεπώς, η συνολική αποτίμηση οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη ως προς τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς που συγκροτούν τον αρχικό πυρήνα του αφηγήματός της περί κακοποίησής της και εξαναγκασμού της σε άμβλωση από τον πρώην σύντροφό της, διότι οι δηλώσεις της στερούνται της απαιτούμενης σαφήνειας, συνοχής και του άμεσου και συνεχιζόμενου κινδύνου.
48. Ενώπιον του Δικαστηρίου ωστόσο προκύπτει μια πιο σύνθετη εικόνα ως προς το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, η βάση του αιτήματος της οποίας δεν εδράζει τόσο στους αρχικούς της ισχυρισμούς περί κακοποίησής της από τον πρώην σύντροφό της, αλλά κυρίως στις παρούσες οικογενειακές της συνθήκες, οι οποίες ως ισχυρίζονται την καθιστούν ευάλωτη. Η Αιτήτρια προβάλλει την ιδιότητά της ως μονογονέα με δύο ανήλικα τέκνα στη Δημοκρατία και ακόμη ένα το οποίο κυοφορεί από διαφορετικούς πατέρες, την απουσία σταθερού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής, την οικονομική και στεγαστική της ευαλωτότητα, καθώς και το βέλτιστο συμφέρον των ανήλικων τέκνων της.
49. Προχωρώντας στην αξιολόγηση του κινδύνου, βάσει του μοναδικού αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι της χώρας καταγωγής και του τόπου συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, καθώς και του προφίλ της όπως έχει διαμορφωθεί, το Δικαστήριο προβαίνει σε περαιτέρω εξέταση της κατάστασης που επικρατεί στη ΛΔΚ, ιδίως ως προς τις γυναίκες που τελούν υπό παρόμοιες ατομικές περιστάσεις με την Αιτήτρια, ήτοι ανύπαντρες γυναίκες με ανήλικα τέκνα, οι οποίες στερούνται ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου.
50. Έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών του Ηνωμένου Βασιλείου αναφέρει ότι η κοινωνία στη ΛΔΚ είναι πατριαρχική, γεγονός το οποίο έχει εδραιώσει την ανισότητα ανάμεσα στα φύλα, τις διακρίσεις κατά των γυναικών, καθώς και την αποδοχή της σεξουαλικής βίας ως φυσιολογικής. Αναφέρεται επίσης πως οι μονήρεις γυναίκες ή γυναίκες επικεφαλής των νοικοκυριών στη χώρα πιθανόν να βρίσκονται σε μεγαλύτερο ρίσκο διακρίσεων. Οι ανύπανδρες γυναίκες χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο θεωρούνται ιδιαίτερα ευάλωτες. Η προστασία που παρέχεται στις γυναίκες δεν είναι επαρκής ούτε αποτελεσματική, καθότι αντιμετωπίζουν δυσκολίες πρόσβασης σε νομικές υπηρεσίες, ενώ οι αστυνομικές αρχές χαρακτηρίζονται από διαφθορά και προκαταλήψεις λόγω των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων.[6]
51. Προχωρώντας στη διερεύνηση των συνθηκών που αντιμετωπίζουν οι μονογονεϊκές οικογένειες στη ΛΔΚ, άρθρο του Διεθνούς Περιοδικού Περιβαλλοντικής Έρευνας και Δημόσιας Υγείας του 2021 αναφορικά με τη ΛΔΚ, αναφέρει ότι υπάρχει ένας βαθμός στιγματισμού τόσο για τις έφηβες, όσο και για τις ανύπανδρες ενήλικες μητέρες στη ΛΔΚ. Οι εν λόγω μητέρες συχνά αγωνίζονται να είναι ο κύριος προμηθευτής εισοδήματος και πόρων του νοικοκυριού, εκτός από το να έχουν τον ίδιο βαθμό προσοχής στην παρακολούθηση και την επίβλεψη των παιδιών τους. Οι ανύπανδρες μητέρες ήταν πιο πιθανό να είναι άνεργες ή να απασχολούνται σε θέσεις χαμηλού εισοδήματος, στη χειρωνακτική εργασία ή/και στη γεωργία. Η φτώχεια είναι μια συνήθης συνθήκη και πολλές μητέρες αντιμετωπίζουν προβλήματα που σχετίζονται με την ανατροφή παιδιών σε φτωχές συνθήκες, συμπεριλαμβανομένης της κάλυψης των καθημερινών δαπανών ενώ έχουν χαμηλό επίπεδο προσωπικών πόρων. Ενώ η φτώχεια είναι ευρέως διαδεδομένη στη ΛΔΚ, οι οικονομικές προκλήσεις συχνά επιδεινώνονται για τις ανύπανδρες μητέρες.[7]
52. Αναφορικά με τη δυνατότητα πρόσβασης σε στέγη, σε συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023, αναφέρεται ότι σύμφωνα με εκπρόσωπο της Afia Mama, μιας ΜΚΟ με έδρα τη ΛΔΚ, οι γυναίκες στερούνται πόρων για να έχουν πρόσβαση σε στέγαση και, ιδίως, οι γυναίκες χωρίς ακαδημαϊκό πτυχίο.[8] Σύμφωνα με την ίδια πηγή, για τις γυναίκες αυτές οι επιλογές στέγασης περιορίζονται στο να ζουν σε οικογενειακά σπίτια, να μοιράζονται το ίδιο δωμάτιο με πολλά άτομα, ή σε προσωρινά καταφύγια ή παράγκες, και ότι ορισμένες ανύπανδρες γυναίκες μπορεί να πέσουν θύματα εμπορίας προσώπων, σεξουαλικής εκμετάλλευσης και πορνείας εάν δεν μπορούν να βρουν στέγη. Παλαιότερη πηγή στην οποία παραπέμπει η ανωτέρω συλλογή πληροφοριών είχε αναφέρει ότι «η κοινωνική στέγαση δεν είναι διαθέσιμη για τις γυναίκες που ζουν μόνες τους, αλλά προορίζεται για άτομα με πολιτική ή κοινωνική υποστήριξη».[9]
53. Σύμφωνα με ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2024, το Radio France Internationale (RFI) ανέφερε ότι στη ΛΔΚ, μια οικογένεια στις τρεις είναι μονογονεϊκή οικογένεια. Η ίδια πηγή ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία των αρχών της ΛΔΚ, περίπου το 36% των γυναικών, συμπεριλαμβανομένων των διαζευγμένων γυναικών και των χηρών, μεγαλώνουν μόνες τα παιδιά τους. Το ίδιο άρθρο αναφέρει ότι στην Kinshasa, μια μονογονεϊκή οικογένεια συχνά σημαίνει ακραία επισφάλεια, ιδιαίτερα για τις γυναίκες σε άτυπες θέσεις εργασίας.[10]
54. Στην ετήσια έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) για τις πρακτικές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που καλύπτει το 2023, αναφέρθηκε ότι οι γυναίκες αντιμετώπιζαν οικονομικές διακρίσεις στη ΛΔΚ. Ο νόμος επιτρέπει στις γυναίκες να συμμετέχουν σε οικονομικούς τομείς χωρίς την έγκριση ανδρών συγγενών τους, προβλέπει φροντίδα για τη μητρότητα, απαγορεύει τις ανισότητες που συνδέονται με την καταβολή προίκας και καθορίζει πρόστιμα και άλλες κυρώσεις για όσους ασκούν διακριτική μεταχείριση ή ασκούν βία λόγω φύλου. Η κυβέρνηση ωστόσο δεν εφάρμοσε αποτελεσματικά τον νόμο. Οι γυναίκες βίωσαν οικονομικές διακρίσεις και υπήρχαν νομικοί περιορισμοί για τις γυναίκες στην απασχόληση.[11]
55. Ως προς την πρόσβαση γυναικών μόνων χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο σε υπηρεσίες υγείας, η συλλογή πληροφοριών της EUAA ως απάντηση σε COI query που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2023 αναφέρει ότι οι γυναίκες χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη, συμπεριλαμβανομένης της αναπαραγωγικής υγείας και της θεραπείας για τον HIV, λόγω στιγματισμού.[12]
56. Έκθεση της Αυστριακής ACCORD του Νοεμβρίου του 2020 αναφέρει ότι στη ΛΔΚ, μια από τις χώρες με τη χαμηλότερη κατάταξη στον δείκτη ανθρώπινης ανάπτυξης, οι γυναίκες είναι σαφώς αντικείμενο διακρίσεων. Ήδη ευάλωτη ως γυναίκα, μια μόνη γυναίκα χωρίς οικογένεια ή κοινωνικό δίκτυο είναι ακόμη πιο ευάλωτη εάν δεν έχει οικονομικά μέσα.[13]
57. Σε συνέντευξη μέσω zoom με τον José Bazonzi, από το University of Kinshasa, UNIKIN με την Υπηρεσία Μετανάστευσης της Δανίας σημειώνεται σε έκθεση του Οκτωβρίου του 2022 ως προς την κατάσταση για τους ανθρώπους στην Kinshasa χωρίς κοινωνικό δίκτυο, ότι «ένα άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα έχει σοβαρές δυσκολίες προσαρμογής και ενσωμάτωσης, γιατί χωρίς την οικογένεια και χωρίς διασυνδέσεις με την Εκκλησία, το άτομο θα νιώθει εγκαταλελειμμένο επειδή στη ΛΔΚ η κοινωνική βοήθεια που παρέχεται από το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. Υπάρχει σχεδόν ένα κενό εδώ, και αυτό ισχύει και για τους ανθρώπους που έρχονται από μακριά για να εγκατασταθούν στην πρωτεύουσα, καθώς και για τους ανθρώπους εκεί. Οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας υπάρχουν αλλά δεν είναι στο ύψος των καθηκόντων τους. Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα τα προβλήματα της στέγασης, πρόσβασης σε εργασία και μετά (σ.σ. αντιμετωπίζει) το πρόβλημα των πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει προβλήματα με την διασφάλιση των απαραίτητων ως προς το ζην και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔΚ, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή πρακτικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλισης. Ίσως πρέπει επίσης να αναφέρουμε εδώ τις ρίζες της ανεργίας των νέων και της αστικής ληστείας (συμμοριών) και του εγκλήματος, γνωστές στην Kinshasa ως "Kuluna": πολλοί νέοι, χωρίς δουλειά, συχνά υπό την επήρεια ναρκωτικών, επιδίδονται σε κατακριτέες πράξεις... Έτσι, ο κίνδυνος είναι πολύ υψηλός για ένα άτομο χωρίς υποστήριξη, να τολμήσει να εγκατασταθεί στην Kinshasa, εξαιτίας της αστικής ληστείας και της οικονομικής ανέχειας».[14]
58. Αναφορικά με την πρόσβαση στην εργασία η συλλογή πληροφοριών του Συμβουλίου για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες του Καναδά παραπέμπει σε πηγές οι οποίες αναφέρουν ότι οι γυναίκες στην Kinshasa στρέφονται προς το άτυπο εμπόριο για να διασφαλίσουν την επιβίωσή τους. Ένα άρθρο στη L' Avenir,[15] μιας καθημερινής εφημερίδας της Kinshasa, σχετικά με τις ανάγκες των ανύπαντρων γυναικών στο νοικοκυριό, αναφέρει: [μετάφραση] «Αυτές οι γυναίκες χρησιμοποιούν διάφορες τακτικές για να επιβιώσουν. Μερικές ασχολούνται με μικρές επιχειρήσεις, όπως η πώληση ψωμιού, το πλέξιμο των μαλλιών, το ράψιμο και ακόμη και η πορνεία» και «αδράχνουν κάθε ευκαιρία που προκύπτει στο δρόμο τους, δηλαδή ως ‘nounou’ (υπηρέτρια ή οικονόμος) προκειμένου να φροντίσουν το σπίτι τους».[16] Πολλές γυναίκες από τη ΛΔΚ ανέλαβαν το ρόλο του κύριου παρόχου για τις οικογένειές τους. Εργάζονται συχνά σε χαμηλά αμειβόμενες και σωματικά απαιτητικές θέσεις εργασίας και πλήττονται δυσανάλογα από τη φτώχεια. Σύμφωνα με το UNDP (2017), η συμμετοχή των γυναικών στην αγορά εργασίας είναι 61.2% σε σύγκριση με 69.1% για τους άνδρες.[17]
59. Ως προς την πρόσβαση σε στέγαση, αυτή δεν είναι διαθέσιμη σε γυναίκες που ζουν μόνες τους, αλλά προορίζεται για άτομα με πολιτική ή κοινωνική υποστήριξη.[18] Σύμφωνα με διεθνή ανθρωπιστική οργάνωση στη ΛΔΚ, είναι σχεδόν αδύνατο να αποκτήσει πρόσβαση σε στέγαση ή να αποκτήσει πρόσβαση σε καταφύγιο κάποια γυναίκα χωρίς δίκτυο στην Kinshasa. Κατά συνέπεια, πολλές ανύπαντρες γυναίκες χωρίς δίκτυο υποστήριξης ανδρών στην Kinshasa πρέπει να καταφύγουν σε συναλλακτικό σεξ προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση στο καταφύγιο με οποιονδήποτε τρόπο. Αυτή την άποψη συμμεριζόταν και η Afia Mama, η οποία πρόσθεσε ότι οι επιλογές στέγασης για γυναίκες χωρίς ανδρική υποστήριξη που μετακομίζουν στην Kinshasa από τις ανατολικές επαρχίες της ΛΔΚ είναι σε σπίτια δύο υπνοδωματίων που συνήθως φιλοξενούν 15 άτομα. Όσοι δεν έχουν μέλη της οικογένειας στην Kinshasa θα βρουν συνήθως καταφύγια ή παράγκες κατασκευασμένες με ξύλο ή χαρτοκιβώτια. Οι ανύπανδρες γυναίκες που έχουν υποστεί σεξουαλική εμπορία ή εκμετάλλευση θα είναι επιρρεπείς στην πορνεία, όταν προσπαθούν να βρουν στέγη στην Kinshasa ή αν απλά δεν μπορούν να αντέξουν οικονομικά το ενοίκιο.[19] Άλλες εκθέσεις επιβεβαιώνουν ότι υπήρξαν διάφορα σκάνδαλα σχετικά με τη σεξουαλική εκμετάλλευση, τα οποία περιλάμβαναν εξέχοντες πολιτικούς και εργαζόμενους στον τομέα της υγείας που συμμετείχαν στην αντιμετώπιση του Έμπολα. H δήλωση αυτή υποστηρίζεται από τους McLean και Modi, οι οποίοι ανέλυσαν περαιτέρω ότι οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς [υποστηρικτικό] δίκτυο στην Kinshasa συχνά καταφεύγουν στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή ως μέσο πρόσβασης στη στέγαση καθώς και για την απόκτηση εισοδήματος. Η συμμετοχή στη σεξουαλική εργασία ή στη συναλλακτική σεξουαλική επαφή συχνά στιγματίζει περαιτέρω τις γυναίκες.[20], [21]
60. Βάσει των ανωτέρω πληροφοριών προκύπτει μεν ότι οι γυναίκες που στερούνται υποστηρικτικού δικτύου, καθώς και οι γυναίκες που αποτελούν κεφαλή μονογονεϊκών οικογενειών στη ΛΔΚ αντιμετωπίζουν πλήθος δυσχερειών, οι οποίες δύνανται να επηρεάσουν τόσο τις ίδιες, όσο και τα ανήλικα τέκνα τους.
61. Από τις ανωτέρω πληροφορίες προκύπτει πως οι γυναίκες στη ΛΔΚ αφενός υφίστανται διακριτική μεταχείριση και βρίσκονται σε υποδεέστερη θέση σε σχέση με τους άντρες, αφετέρου είναι ευάλωτες σε επιθέσεις σωματικής και σεξουαλικής βίας ένεκα των βαθιά εδραιωμένων πατριαρχικών αντιλήψεων και παραδοσιακών κανόνων που επικρατούν σε όλες τις πτυχές της ζωής στη χώρα, κατά τους οποίους η ταυτότητα μιας γυναίκας ορίζεται από την ύπαρξη οικογένειας και ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου. Ειδικότερα, οι ανύπανδρες γυναίκες επικεφαλής νοικοκυριού όπως η Αιτήτρια, χωρίς οικογένεια, χωρίς περιουσία και χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο στη ΛΔΚ αντιμετωπίζουν σημαντικούς περιορισμούς στην πρόσβαση στην εργασία, στη στέγαση, στη δικαιοσύνη και στην κατοχή περιουσίας, ενώ συχνά προσφεύγουν στην πορνεία προκειμένου να εξεύρουν στέγαση ή να αποκτήσουν εισόδημα για τις οικογένειές τους.
62. Κατόπιν εξειδικευμένης έρευνας στην οποία προέβη το Δικαστήριο σχετικά με τη στήριξη που μπορούν να παρέχουν οι εκκλησίες στη ΛΔΚ διαπιστώθηκαν τα ακόλουθα. Έκθεση του Bertelsmann Stiftung (2024) για τη ΛΔΚ αναφέρει ότι οι χριστιανικές εκκλησίες και ιδιαίτερα η Καθολική Εκκλησία, η οποία παραμένει η μεγαλύτερη σε μέλη, ασκούν σημαντική κοινωνική επιρροή μέσω της παροχής εκπαιδευτικών και υγειονομικών υπηρεσιών.[22] Στην ίδια έκθεση, στο κομμάτι για την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη, καταγράφεται ότι η ΛΔΚ συνεχίζει να υποφέρει από κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες, κυρίως λόγω της ανικανότητας των δομών διακυβέρνησης, μιας βαθιά ριζωμένης κουλτούρας διαφθοράς και της έλλειψης κατάλληλων μέτρων οικονομικής μεταρρύθμισης. Συναφώς επισημαίνεται ότι για πολλούς Κονγκολέζους, η επιβίωση εξασφαλίζεται μέσω της γεωργίας αυτοκατανάλωσης και του άτυπου μικρεμπορίου, ενώ επίσης καταγράφεται ότι οι εκκλησίες και τα μέλη της οικογένειας παρέχουν συχνά κοινωνική βοήθεια.[23]
63. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, σύμφωνα με τον καθηγητή κοινωνιολογίας του πανεπιστημίου της Kinshasa (UNIKIN) José M. Bazonzi, ο οποίος παρείχε πληροφορίες στη Δανέζικη Μεταναστευτική Υπηρεσία τον Αύγουστο του 2022, «πέρα από την οικογένεια, ένα ακόμα κοινωνικό δίκτυο, που διαδραματίζει πολύ σημαντικό ρόλο στην ένταξη ενός ατόμου είναι η εκκλησία». Ο ίδιος καθηγητής σε άλλο σημείο της συνέντευξης του επισημαίνει ότι «(έ)να άτομο χωρίς κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa θα αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες στην προσαρμογή και ένταξή του, διότι χωρίς την οικογένεια και χωρίς δεσμούς με την Εκκλησία, το άτομο θα είναι λίγο σαν να έχει εγκαταλειφθεί, καθώς στη ΛΔK η κοινωνική βοήθεια που παρέχει το κράτος δεν λειτουργεί σωστά. (.) Ένα τέτοιο άτομο αντιμετωπίζει πρώτα προβλήματα στέγασης, στη συνέχεια προβλήματα εργασίας και ακολούθως το πρόβλημα της εξεύρεσης πόρων. Επιπλέον, το άτομο θα έχει δυσκολίες όσον αφορά την τροφή και την πρόσβαση σε υγειονομική περίθαλψη σε περίπτωση ασθένειας. Στη ΛΔK, η οικογένεια και η εκκλησία αποτελούν ή ουσιαστικά παίζουν τον ρόλο της άτυπης κοινωνικής ασφάλειας».[24]
64. Οι εκκλησίες αποτελούν μια άλλη μορφή κοινότητας και συχνά συγκεντρώνουν χρήματα για τα φτωχότερα μέλη της κοινότητας, καθώς και για τα θύματα καταστροφών. Σύμφωνα με τον καθηγητή Bazonzi, οι εκκλησίες μπορούν να παρέχουν βοήθεια υπό μορφή τροφίμων και ενδυμάτων και, σε σπάνιες περιπτώσεις, στέγαση σε εκκλησίες ή σχολεία.[25]
65. Σε COI Query της EUAA (2023) αναφορικά με την κατάσταση των γυναικών χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο στη Kinshasa, καταγράφεται ότι σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Εργασίας (ILO- International Labour Organisation) οι ΜΚΟ και οι εκκλησίες ανήκουν στους φορείς που παρέχουν κοινωνική βοήθεια σε ευάλωτα άτομα. [26]
66. Περαιτέρω εντοπίστηκαν πληροφορίες για εκκλησίες και οργανώσεις που μπορούν και παρέχουν υποστήριξη σε ευάλωτες γυναίκες, συμπεριλαμβανομένων των ανύπαντρων μητέρων. Τέτοιες είναι το “Mama Hekima”, η “Caritas Kinshasa” και η “Eglise du salut en Jésus Christ (ESJC).[27] Όπως διαπιστώνεται από τις ιστοσελίδες των οργανώσεων αυτών, οι γυναίκες υποστηρίζονται στην απόκτηση οικονομικής ανεξαρτησίας, λαμβάνουν εκπαίδευση σχετικά με τα δικαιώματά τους, τη διαχείριση των οικονομικών του νοικοκυριού, τον προγραμματισμό έργων και την ενασχόληση με δραστηριότητες που αποφέρουν εισόδημα.
67. Σύμφωνα με πρόσφατο COI Query της EUAA (2024), οι πληροφορίες για διαθέσιμες υποστηρικτικές δομές για γυναίκες με παιδιά εκτός γάμου στη ΛΔΚ είναι περιορισμένες, γεγονός που δεν επιτρέπει να συναχθεί ότι υπάρχει σταθερό, προσβάσιμο και αποτελεσματικό δίκτυο στήριξης κατά την επιστροφή τους. Οι γυναίκες αυτές αντιμετωπίζουν κοινωνικό στίγμα, οικονομική περιθωριοποίηση και σοβαρά εμπόδια στην πρόσβαση σε εργασία, υγειονομική περίθαλψη και βασικές υπηρεσίες, ενώ δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη επαρκών κρατικών ή ιδιωτικών μηχανισμών προστασίας που να μπορούν να καλύψουν ουσιαστικά τις ανάγκες τους.[28]
68. Από τις ανωτέρω πληροφορίες επιβεβαιώνεται ότι οι ανύπανδρες μητέρες, χωρίς ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο, αντιμετωπίζουν πολλαπλές προκλήσεις ιδίως σε θέματα επιβίωσης και ασφάλειας.
69. Παρά την αναμφισβήτητη ευαλωτότητα της Αιτήτριας, ως ανύπανδρης μητέρας δεν προκύπτει από το ιστορικό της ότι στερείται παντελώς υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της, και ειδικότερα στην πόλη - Kinshasa. Ειδικότερα, λαμβάνεται υπόψη ότι στην εν λόγω πόλη λειτουργούν κοινωνικές και θρησκευτικές δομές, όπως η εκκλησία, μέσω των οποίων δύναται να αντλήσει στοιχειώδη υποστήριξη. Περαιτέρω, οι δηλώσεις της Αιτήτριας παρουσιάζουν αντιφάσεις ως προς την ύπαρξη οικογενειακού και κοινωνικού δικτύου. Συγκεκριμένα, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι είναι μοναχοπαίδι και στερείται υποστηρικτικού περιβάλλοντος, κατά τη συνέντευξή της ανέφερε ότι τα δύο ανήλικα τέκνα της, τα οποία παρέμειναν στη χώρα καταγωγής της, διέμεναν με τη μεγαλύτερη αδερφή της κατά την τελευταία μεταξύ τους επικοινωνία. Σε σχέση με τα ανήλικα τέκνα της, ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτά διαμένουν με φίλη της Αιτήτριας και βρίσκονται σε ασφαλές περιβάλλον. Επιπλέον, από τα όσα προέβαλε στη συνέντευξή της, προκύπτει ότι συγγενικό της πρόσωπο, και δη ιατρός, διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στην αναχώρησή της από τη χώρα, γεγονός που καταδεικνύει την ύπαρξη σχέσεων εμπιστοσύνης και υποστήριξης. Οι αναφορές της Αιτήτριας τόσο σε συγγενικά, όσο και σε φιλικά πρόσωπα στη χώρα της, δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ευρύτερου υποστηρικτικού δικτύου. Τέλος, το γεγονός ότι η Αιτήτρια άφησε στη χώρα καταγωγής της δύο εκ των ανήλικων τέκνων της, τα οποία, κατά τα λεγόμενά της, διαμένουν σε ασφαλές περιβάλλον, χωρίς η ίδια να θεωρεί ότι διατρέχουν οποιονδήποτε κίνδυνο λόγω της παραμονής τους εκεί, αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης πραγματικού κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της ιδίας.
70. Ως εκ τούτου, συνάγεται ότι υφίστανται πρόσωπα εμπιστοσύνης στο περιβάλλον της Αιτήτριας, τα οποία ήδη μεριμνούν για τα τέκνα της και δύνανται να της παράσχουν υποστήριξη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
71. Ως προς το θρησκευτικό της προφίλ, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ακολουθεί τη θρησκεία “Bima”, αναφέροντας σε διευκρινιστικό ερώτημα ότι αποτελεί Χριστιανική θρησκεία. Ως εκ τούτου, το “Bima” δεν εκλαμβάνεται ως αυτοτελές θρήσκευμα, αλλά ως αναφορά σε συγκεκριμένη χριστιανική κοινότητα. Πέραν της απουσίας εκπεφρασμένου φόβου ένεκα αυτής της παραμέτρου ή άλλων συναφών προσωπικών περιστάσεων, σύμφωνα με εξωτερικές πηγές, το σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τις θρησκευτικές διακρίσεις και προβλέπει την ελευθερία της θρησκείας και το δικαίωμα λατρείας, με την επιφύλαξη της «συμμόρφωσης με τον νόμο, τη δημόσια τάξη, την δημόσια ηθική και τα δικαιώματα των άλλων». Ορίζει δε ότι το δικαίωμα στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να καταργηθεί ακόμη και όταν η κυβέρνηση κηρύξει κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκία. Σύμφωνα με έκθεση του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α του 2023, σχετικά με τη θρησκευτική ελευθερία στη ΛΔΚ, οι χριστιανοί αποτελούν το 95,1% του πληθυσμού και 48,1% των χριστιανών είναι προτεστάντες (δόγμα στο οποίο ισχυρίστηκε ότι ανήκει και η οικογένειά της). Αν και καταγράφηκαν κάποιες επιθέσεις από το ISIS-DRC/ADF, αυτές αφορούσαν αδιακρίτως βία κατά πολιτών.[29] Ως εκ τούτου, ούτε ένεκα του θρησκευτικού της προφίλ ευλόγως αναμένεται η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα.
72. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με τη κατάσταση που επικρατεί στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, την Kinshasa.
73. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα RULAC (Rule of Law in Armed Conflict) της Ακαδημίας της Γενεύης, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις εντός των εδαφών της εναντίον ορισμένων μη κρατικών ένοπλων ομάδων, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative pour le développement du Congo) και M23.[30] Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ[31], και το Συμβούλιο Ασφαλείας, με το ψήφισμά του υπ' αρ. 2765 (2024), αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2025[32]. Οι περιοχές Kivu, Kasai και Ituri είναι αυτές οι οποίες πλήττονται σε μεγαλύτερο βαθμό από τις ένοπλες συγκρούσεις, αν και η βία είναι εκτεταμένη και επηρεάζει ολόκληρη τη χώρα.[33] Ειδικά στην Kinshasa, οι προαναφερόμενες οργανώσεις, δεν παρουσιάζονται ως δρώσες.[34]
74. Με βάση το τελευταίο COI Query της EUAA (2025)[35] για την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa και ειδικότερα το COI Focus του Φεβρουαρίου 2025 του CEDOCA (CGRS, Βέλγιο), αναφέρεται ότι στην Kinshasa καταγράφηκαν κατά το 2024 περιορισμένα και σποραδικά περιστατικά ασφάλειας, όπως διαδηλώσεις, απόπειρα πραξικοπήματος, απόδραση από τη φυλακή Makala και ορισμένα επεισόδια στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Μαλακού, τα οποία συνδέονταν με τη σύγκρουση στη γειτονική επαρχία Μάι-Ντομπέ[36]. Στο ίδιο σημείωμα, η ίδια πηγή, με παραπομπή στο Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών, επισημαίνει ότι η επαρχία της Kinshasa θεωρείται ανεπηρέαστη από ένοπλη σύγκρουση και ότι, μετά την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά της χώρας το 2025, δεν αναφέρθηκαν σοβαρά περιστατικά, πέραν διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών.[37]
75. Όσον αφορά στις εξελίξεις στις αρχές του 2025, το ίδιο COI Query της EUAA (2025) καταγράφει ότι τον Ιανουάριο διαδηλωτές στην Kinshasa επιτέθηκαν σε πρεσβείες και προκάλεσαν πυρκαγιές, στο πλαίσιο διαμαρτυριών κατά της επίθεσης των ανταρτών του M23 στην ανατολική ΛΔΚ.[38]
76. Ως προς τον αριθμό των περιστατικών ασφαλείας στην Kinshasa, ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται ο τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, βάσει στοιχείων από το ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με τελευταία ενημέρωση στις 6.3.2026) καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[39] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 18,552,800 (2026) κατοίκους.[40]
77. Συνοψίζοντας τις προσωπικές της περιστάσεις, η Αιτήτρια πρόκειται για γυναίκα υγιή, η οποία έχει λάβει βασική εκπαίδευση, είναι ικανή προς εργασία, εξοικειωμένη με το κοινωνικό και αστικό περιβάλλον της πρωτεύουσας Kinshasa και διαθέτουσα οικογενειακό και φιλικό υποστηρικτικό δίκτυο. Συνεπώς, καθώς δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο ευαλωτότητας πέραν των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, ούτε αποδεδειγμένο περιστατικό παρελθούσας δίωξης, κρίνεται ότι, σε συνδυασμό με τις παρατεθείσες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές σχετικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής της, δεν πιθανολογείται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της εκεί, θα εκτεθεί ευλόγως σε κίνδυνο. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη η μακρά παραμονή της στην Kinshasa, η εξοικείωσή της με το περιβάλλον και τους τυχόν κινδύνους.
78. Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, κρίνεται ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν προβλήθηκε ισχυρισμός και κατ΄ επέκταση δεν τεκμηριώθηκε η συνδρομή βάσιμου φόβου δίωξης για κάποιον από τους λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
79. Ούτε επίσης τεκμηριώνεται υπαγωγή της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας (άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου), καθώς η Αιτήτρια δεν επικαλείται κατά βάσιμο τρόπο, αλλά και από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.
80. Ειδικότερα, στην προκειμένη περίπτωση από το προαναφερόμενο ιστορικό της Αιτήτριας δεν προκύπτει, ότι ενόψει των προσωπικών της περιστάσεων, πιθανολογείται να εκτεθεί σε κίνδυνο βλάβης συγκεκριμένης μορφής [βλ. απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94, Elgafaji, σκέψη 32)], ότι αυτή διατρέχει κίνδυνο σοβαρής βλάβης, λόγω θανατικής καταδίκης ή εκτέλεσης, βασανιστηρίων, απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της [βλ. άρθρο 19(2)(α) και (β)].
81. Ούτε εξάλλου, προκύπτει ότι συντρέχει αδιακρίτως ασκούμενη βία στον τελευταίο τόπο διαμονής της Αιτήτριας, ο βαθμός της οποίας να είναι τόσο υψηλός, ώστε να υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμηθεί ότι η Αιτήτρια ακόμα κι αν ήθελε υποτεθεί ότι θα επιστρέψει στη συγκεκριμένη γεωγραφική περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας της και μόνον στο έδαφος αυτής της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί στην εν λόγω απειλή (βλ. άρθρο 19(2)(γ) απόφαση της 17.2.2009, C-465/07, ECLI:EU:C:2009:94 Elgafaji, σκέψη 43).
82. Σημειώνεται συναφώς ότι «το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, αναγνωρίζεται σε οποιοδήποτε αιτητή, ο οποίος δεν αναγνωρίζεται ως πρόσφυγας ή σε οποιοδήποτε αιτητή του οποίου η αίτηση σαφώς δε βασίζεται σε οποιουσδήποτε από τους λόγους του εδαφίου (1) του άρθρου 3, αλλά σε σχέση με τον οποίο υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη και δεν είναι σε θέση ή, λόγω του κινδύνου αυτού, δεν είναι πρόθυμος, να θέσει τον εαυτό του υπό την προστασία της χώρας αυτής». Ως «σοβαρή» ή «σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη» ορίζεται δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) ως «σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης».
83. Ως προς τον όρο διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη, το ΔΕΕ διευκρίνισε ότι η σημασία και το περιεχόμενο των όρων αυτών πρέπει να καθορίζονται, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, σύμφωνα με το σύνηθες νόημά τους στην καθημερινή γλώσσα, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου εντός του οποίου αυτοί χρησιμοποιούνται και των σκοπών που επιδιώκει η ρύθμιση στην οποία εντάσσονται (αποφάσεις της 22ας Δεκεμβρίου 2008, C‑549/07, Wallentin-Hermann, Συλλογή 2008, σ. I‑11061, σκέψη 17, και της 22ας Νοεμβρίου 2012, C‑119/12, Probst, σκέψη 20). Υπό το σύνηθες νόημά της στην καθημερινή γλώσσα, η έννοια της εσωτερικής ένοπλης συρράξεως αφορά κατάσταση στην οποία οι τακτικές δυνάμεις ενός κράτους συγκρούονται με μία ή περισσότερες ένοπλες ομάδες ή στην οποία δύο ή περισσότερες ένοπλες ομάδες συγκρούονται μεταξύ τους. (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψεις 27 και 28). Με βάση την ανωτέρω ανάλυση, δεν λαμβάνει χώρα ένοπλη σύρραξη στην Kinshasa, τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας.
84. Ακολούθως ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν κατά την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε ότι λαμβάνονται υπόψη «[...]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (Βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C-285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (Βλ. C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
85. Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
86. Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας.» (απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας.».
87. Ενόψει των ανωτέρω ποιοτικών και ποσοτικών χαρακτηριστικών, δεν είναι δυνατό η επικρατούσα κατάσταση στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, να χαρακτηριστεί ως κατάσταση αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε η Αιτήτρια μόνο λόγω της παρουσίας της εκεί να έρχεται αντιμέτωπη με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Ενόψει της έλλειψης της ουσιώδους αυτής προϋπόθεσης εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο αντίστοιχο καθεστώς.
88. Επιπροσθέτως, όπως έχει επισημάνει το παρόν Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεών του, οι αξιολογήσεις σχετικά με το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού οφείλουν να λαμβάνονται υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που αφορούν παιδιά, αμέσως ή εμμέσως (ΔΕΕ, απόφαση ημερ. 11.3.2021, M. A., C-112/20, σκέψεις 36 έως 38), ήτοι ακόμη και κατά την αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας, καθώς και κατά την εξέταση απόφασης επιστροφής του γονέα. (Βλ. ενδεικτικώς απόφαση του ΔΔΔΠ στην υπόθεση αρ. 86/24, L.J.M.K v. Δημοκρατίας, ημερ. 5.9.2025, παρ. 77 έως 86).
89. Ως προς τις συνθήκες επιστροφής των ανήλικων τέκνων της Αιτήτριας, το παρόν Δικαστήριο παραπέμπει, αφενός, στην απόφασή του στην Υπόθεση αρ. 256/25, G.M.N. και W.F. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 20.1.2025 (βλ. παρ. 36), καθώς και, αφετέρου, στην απόφασή του στην υπόθεση αρ. 86/24, L.J.M.K v. Δημοκρατίας, ημερ. 5.9.2025 (παρ. 77 έως 86), από τις οποίες, κατόπιν συνεκτίμησης των σχετικών πηγών, προκύπτει ότι δεν τεκμηριώνεται ότι τα ανήλικα τέκνα της Αιτήτριας θα στερηθούν ουσιωδώς βασικών συνθηκών διαβίωσης ή πρόσβασης σε θεμελιώδεις υπηρεσίες. Ειδικότερα, παρά τις διαπιστωμένες πρακτικές δυσχέρειες, υφίσταται δυνατότητα πρόσβασης στην πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ενώ το σύστημα υγείας, έστω και με περιορισμούς, παρέχει βασικές υπηρεσίες περίθαλψης. Ως προς δε τις συνθήκες ασφάλειας, δεν προκύπτει ύπαρξη γενικευμένου κινδύνου ικανού να επηρεάσει δυσμενώς την καθημερινή διαβίωση των ανηλίκων. Ως εκ τούτου δεν διαπιστώνεται εν προκειμένω παράβαση της αρχής της μη επαναπροώθησης των ανηλίκων.
90. Ωστόσο, ως προς την απόφαση επιστροφής της Αιτήτριας και κατ’ επέκταση των ανήλικων τέκνων της (Βλ. απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 2024, υπόθεση C 156/23 [Ararat] K, L, M, N κατά Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ECLI:EU:C:2024:892, ιδίως σκέψεις 50 έως 51, Συνεκδικασθείσες υποθέσεις του ΔΕΕ C‑7/25 [Ramodi] και C‑8/25 [Karkik] κατά Minister van Asiel en Migratie, Προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέα Capeta, ECLI:EU:C:2026:228, ημερ. 16.3.2025, σκέψεις 64-73, αναφορικά με τον αυτεπάγγελτο έλεγχο της αρχής της μη επαναπροώθησης), επισημαίνονται τα εξής. Το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη επικαιροποιημένα στοιχεία που αφορούν τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, στο πλαίσιο του ex nunc ελέγχου που διενεργεί.
91. Εν προκειμένω, προκύπτει ότι η Αιτήτρια είναι μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, τα οποία γεννήθηκαν στη Δημοκρατία, καθώς και ότι τελεί σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, με αναμενόμενη ημερομηνία τοκετού την 14.6.2026, όπως τούτο επιβεβαιώνεται από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Υπό τις συνθήκες αυτές, η άμεση εκτέλεση της απόφασης επιστροφής δεν δύναται να θεωρηθεί συμβατή με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 5 της Οδηγία 2008/115/ΕΚ και το αντίστοιχο άμεσα εφαρμοστέο άρθρο 18ΟΖ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεων Νόμου, Κεφ. 105, κατά το οποίο τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την εφαρμογή των διατάξεων περί επιστροφής, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, την αρχή της μη επαναπροώθησης, την κατάσταση υγείας του ενδιαφερομένου και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού.
92. Η εκτέλεση της απόφασης επιστροφής σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η Αιτήτρια τελεί σε κατάσταση εγκυμοσύνης και πρόκειται να υποβληθεί σε τοκετό, με δεδομένες τις εγγενείς δυσκολίες επιστροφής στη χώρα της με δύο ανήλικα τέκνα ενδέχεται να την εκθέσει, καθώς και τα τέκνα της, σε συνθήκες που δεν διασφαλίζουν επαρκώς την υγεία και την αξιοπρεπή διαβίωσή τους, κατά τρόπο που να εγείρει ζητήματα συμβατότητας τόσο με την αρχή της μη επαναπροώθησης αλλά και με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.
93. Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η άσκηση αποτελεσματικής προσφυγής κατά απόφασης επιστροφής προϋποθέτει τη δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσής της, ιδίως όταν προβάλλονται λόγοι σχετιζόμενοι με την αρχή της μη επαναπροώθησης ή με σοβαρό κίνδυνο για την υγεία του ενδιαφερομένου (βλ. ενδεικτικώς απόφαση του ΔΕΕ της 18ης Δεκεμβρίου 2014, C‑562/13, Abdida, ECLI:EU:C:2014:2453).
94. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι η επίδικη απόφαση δεν πάσχει καταρχήν ως προς τη νομιμότητά της, η εκτέλεσή της, υπό τις παρούσες συνθήκες, πρέπει να ανασταλεί, προκειμένου να διασφαλιστεί η συμμόρφωση προς τις απορρέουσες από το εθνικό, ενωσιακό και διεθνές δίκαιο υποχρεώσεις και δη την αρχή της μη επαναπροώθησης. Από τα ενώπιόν μου στοιχεία, λαμβανομένης υπόψη της κατάστασης της Αιτήτριας, και δη του γεγονότος ότι τελεί σε κατάσταση εγκυμοσύνης και πλησίον του χρόνου τοκετού, στοιχείο που την καθιστά πρόσωπο αυξημένης ευαλωτότητας, ανακύπτει ζήτημα ως προς την αναστολή εκτέλεσης της επιστροφής της στη χώρα της. Ειδικότερα, η ιδιαίτερη κατάστασή της, σε συνδυασμό με την ανάγκη διασφάλισης κατάλληλων συνθηκών διαβίωσης και πρόσβασης σε ιατρική φροντίδα, επιβάλλει την προσωρινή αναστολή της απόφασης επιστροφής της, μέχρις ότου διασφαλιστεί ότι δεν θα εκτεθεί σε συνθήκες που δύνανται να είναι επιβλαβείς για την υγεία της.
95. Είναι γεγονός ότι δεν υπάρχει ρητή δικονομική διάταξη στην ημεδαπή έννομη τάξη με την οποία να προβλέπεται η δυνατότητα αναστολής της απόφασης επιστροφής σε περίπτωση που συντρέχει προσωρινό κώλυμα ένεκα της προσωρινής κατάστασης της υγείας της Αιτήτριας λόγω κύησης.
96. Επισημαίνεται συναφώς, ότι δυνάμει της αρχής της υπεροχής του ενωσιακού δικαίου, του δικαιώματος αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 47 του Χάρτη, της αρχής της μη επαναπροώθησης και της ανωτέρω νομολογίας του ΔΕΕ, (ιδίως στην απόφαση C‑562/13, Abdida) όπου προβλέπεται ρητώς η εξουσία του Δικαστηρίου για αναστολή της απόφασης επιστροφής, ακόμη και ελλείψει ρητής εθνικής δικονομικής διάταξης που να επιτρέπει στο παρόν Δικαστήριο την αναστολή της απόφασης επιστροφής της Αιτήτριας (βλ. mutadis mutandis ως προς την αρχή της αποτελεσματικότητας και Απόφαση του Δικαστηρίου της 29η Ιουλίου 2019 στην υπόθεση C-556/17, Torubarov, ECLI:EU:C:2019:626, σκέψη 73 και επίσης απόφαση της 14ης Μαΐου 2020, στην υπόθεση C‑924/19 PPU και C‑925/19 PPU, FMS κ.α., ECLI:EU:C:2020:367, σκέψεις 139 έως 147 επίσης για την υπεροχή του ενωσιακού δικαίου και την άντληση εξουσίας απευθείας από το ενωσιακό δίκαιο. Συνεπώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω αρχών και της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ, το Δικαστήριο δύναται, ακόμη και ελλείψει ρητής εθνικής δικονομικής διάταξης, να αναστείλει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής για τον σκοπό αυτό.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται κατά το μέρος που στρέφεται κατά της απορριπτικής απόφασης επί της παροχής καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ενώ η επίδικη απόφαση τροποποιείται ως ανωτέρω, χωρίς καμία διαταγή ως προς τα έξοδα, ενόψει των διαπιστωθεισών πλημμελειών της Διοίκησης. Κατά το μέρος που αφορά την απόφαση επιστροφής, η εκτέλεση αυτής αναστέλλεται μέχρι τον τοκετό της Αιτήτριας και έξι μήνες μετά από αυτόν, προκειμένου να διασφαλιστεί η υγεία της ίδιας και του νεογνού τέκνου της, καθώς και το βέλτιστο συμφέρον των τέκνων της. Η Διοίκηση υποχρεούται, προς τούτο, να επανεξετάσει την εκτελεστότητα της απόφασης επιστροφής βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων, μετά την πάροδο του ανωτέρω χρονικού διαστήματος.
Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Ως προς τους δείκτες αξιοπιστίας (λεπτομέρεια, συνοχή, ευλογοφάνεια) Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System Judicial analysis Second edition, EUAA https://euaa.europa.eu/publications/judicial-analysis-evidence-and-credibility-context-common-european-asylum-system, σ. 120-134 και επίσης UNHCR Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status
[2] Coalition for the Convention on the Elimination of All Kinds of Discrimination Against Women (Author), published by CEDAW – UN Committee on the Elimination of Discrimination Against Women: Alternative report on the implementation of the Convention on the Elimination of All kinds of Discrimination against Women, March 2013, σ. 17-18
https://www.ecoi.net/en/file/local/1099724/1930_1375096570_ccedef-drc55-forthesession-en.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[3] World Bank: Compendium of International and National Legal Frameworks on Female Genital Mutilation, Φεβρουάριος 2021
https://www.ecoi.net/en/file/local/2046590/Compendium-of-International-and-National-Legal-Frameworks-on-Female-Genital-Mutilation-Fifth-Edition.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[4] iMMAP - Information Management and Mine Action Programs (Author), published by ReliefWeb: RDC : iMMAP/DFS COVID-19 Situation Analysis (mars 2021), March 2021 https://reliefweb.int/sites/reliefweb.int/files/resources/2904_21%20RDC_COVID-19%20%20Situation%20Analysis%20Report%20-%20MARCH%202021.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[5] EASO – European Asylum Support Office: 1. Sexual and gender-based violence (SGBV), including: Conflict related sexual violence, sexual and domestic violence, trafficking, traditional harmful practices 2. Legal framework (national legislation and international instruments) and implementation 3. State actors of protection 4. Social perception and non-state actors of protection [Q12], 10 July 2019, σ. 6 https://www.ecoi.net/en/file/local/2012709/2019_06_DRC_COI_Query_SGBV_Q12.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[6] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Democratic Republic of Congo (DRC): Gender Based Violence, V.2, September 2018, σ. 8-11
https://www.refworld.org/reference/countryrep/ukho/2018/en/39582, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[7] International Journal of Environmental Research and Public Health, "I Don't Know where I Have to Knock for Support": A Mixed-Methods Study on Perceptions and Experiences of Single Mothers Raising Children in the Democratic Republic of Congo, October 2021
https://www.mdpi.com/1660-4601/18/19/10399, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[8] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Situation of women without a support network in Kinshasa [Q28-2023], 25 August 2023
https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q28_DRC_Situation_of_women_without_network.pdf , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[9] Canada, IRB, Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019), 3 September 2019 https://irb.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458089&pls=1, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[10] RFI, En RDC, la précarité des familles monoparentales, 11 August 2024
https://www.rfi.fr/fr/podcasts/regards-crois%C3%A9s-sur-la-parentalit%C3%A9/20240811-rdc-pr%C3%A9carit%C3%A9-des-familles-monoparentales , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[11] USDOS, 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 23 April 2024, σ. 42
https://www.state.gov/wp-content/uploads/2024/02/528267_CONGO-DEM-REP-2023-HUMAN-RIGHTS-REPORT.pdf , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[12] Denmark, DIS, Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, 7 October 2022, σ. 45, 48
https://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[13] ACCORD - Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation: Anfragebeantwortung zu DR Kongo: Situation alleinstehender Frauen mit Kindern, insbesondere im Hinblick auf Arbeitsmarkt, Wohnversorgung und Sozialhilfe [a-11424], 25 November 2020
https://www.ecoi.net/en/document/2043986.html, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[14] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), σ. 48
https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[15] L’ Avenir, Suzy Kibira Omari “Se muer en association partagée pour pallier aux besoins du ménage : une solution pour les femmes sans époux.”, 23 March 2017
[16] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019
https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[17] FIDH (2019), ‘Five priorities for a State that respects human rights’, σ. 13, διαθέσιμο στο: fidh_drc_five_priorities_for_a_state_that_respects_human_rights_march2019.pdf; UNDP, ‘Human Development Indices and Indicators: 2021 Statistical Update, Briefing note for countries on the 2021 Statistical Update, Congo (Democratic Republic of the)΄, διαθέσιμο στο Gender Inequality Index | Human Development Reports (undp.org) , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[18] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada (Author): Democratic Republic of Congo: Ability to resettle in Kinshasa, particularly for women without male support, including access to housing, jobs and public services (2016-August 2019) [COD106311.FE], 3 September 2019
https://www.ecoi.net/en/document/2028574.html, , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[19] DIS, 'Democratic Republic of the Congo- Socioeconomic Conditions in Kinshasa' (2022), σ. 17 https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[20] McLean Hilker, L., Modi, A. T., ‘’Empowerment’ of adolescent girls and young women in Kinshasa: research about girls, by girls’, Gender and Development, vol. 24, no. 3, 2016, https://core.ac.uk/download/pdf/77599772.pdf,σελ. 478 , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[21] The World Bank, Democratic Republic of Congo Systematic Country Diagnostic, Policy Priorities for Poverty Reduction and Shared Prosperity in a Post-Conflict Country and Fragile State, March 2018, σ. 1 https://openknowledge.worldbank.org/bitstream/handle/10986/30057/DRC-SCD-FINAL-ENGLISH-06132018.pdf?sequence=1&isAllowed=y , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[22] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σ. 8
https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[23] Bertelsmann Stiftung, BTI 2024 Country Report: Congo, DR, 19 March 2024, σ. 16
https://bti-project.org/fileadmin/api/content/en/downloads/reports/country_report_2024_COD.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[24] DIS - Danish Immigration Service: Democratic Republic of the Congo; Socioeconomic conditions in Kinshasa, October 2022, σ. 47-48
https://www.ecoi.net/en/file/local/2079915/notat-drc-kinshasa.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[25] Ό.π., σ. 14
chrome-extension://efaidnbmnnnibpcajpcglclefindmkaj/https://us.dk/media/ofggkep0/notat-drc-kinshasa.pdf
[26] EUAA COI Query Response - DRC - Situation of women without a support network in Kinshasa,
25/08/2023, σ. 6
https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q28_DRC_Situation_of_women_without_network.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[27] https://www.vaticannews.va/fr/eglise/news/2022-09/projet-sisters-14-religieuse-congolaise-rdc.html
https://caritasdev-kin.org/en/Nous-d%C3%A9couvrir/ ;
https://acp.cd/genre/kinshasa-les-femmes-dune-eglise-sensibilisees-a-etre-des-bonnes-gestionnaires-des-foyers/, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[28]EUAA COI Query Response - DRC Situation of women who have children out of wedlock, including legal framework, treatment by society, and access to support services, January 2022 to 9 February 2024, 12 February 2024
https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_02_EUAA_COI_Query_Response_Q15_Democratic_Republic_of_Congo_Women_with_children_out_of_wedlock.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[29] USDOS - US Department of State, 'DEMOCRATIC REPUBLIC OF THE CONGO 2023 INTERNATIONAL RELIGIOUS FREEDOM REPORT' (26 June 2024) σ. 3
https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/ , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[30] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[31] Ό. π.
[32] UNSC, S/RES/2765 (2024)
https://digitallibrary.un.org/record/4069994?v=pdf , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[33] RULAC (Rule of Law in Armed Conflict), Ακαδημία Γενεύης, 'Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo'
https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[34] Βλ. σχετικά Global Protection Cluster, https://www.globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-02/points_saillants-situation_de_protection_decembre_2023_vf.pdf, Παρουσία των ανωτέρω ομάδων στην Kinshasa δε μαρτυρείται ούτε κατά την πρόσφατη επιστολή ομάδας ειδικών στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Ασφαλείας UNSC, 'Letter dated 15 December 2023 from the Group of Experts on the Democratic Republic of the Congo addressed to the President of the Security Council' (2023)
https://www.ecoi.net/en/file/local/2103043/N2336437.pdf , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[35] EUAA, COI Query, DRC, Security Situation in Kinshasa, (2025)
https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_07_EUAA_COI_Query_Response_Q13_DRC_Security_Situation_Kinshasa.pdf , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[36] Belgium, CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation securitaire [Democratic Republic of
the Congo: Security Situation], 25 February 2025, σ. 2
https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[37] Ό. π.
[38] Reuters, Congo protesters storm Kinshasa embassies over conflict in east, 28 January 2025
https://www.reuters.com/world/africa/congo-protesters-attack-kinshasa-embassies-over-conflict-east-2025-01-28/ ; Euro News, Protesters attack foreign embassies in DR Congo over M23 rebel advance, 28 January 2025, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
[39] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic Congo-Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 24.3.2026)
[40] World Population Review,
https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο