ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: ΔΚ5/2026
28 Απριλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Α.Α., από την Συρία και τώρα κρατούμενος στα Αστυνομικά Κρατητήρια Λεμεσού
Αιτητής
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθύντριας του Τμήματος Μετανάστευσης
Καθ΄ ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Ε. Χαραλάμπους (κα) για Λάζου-Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή.
Κ. Μιχαηλίδου (κα) για Μιχαηλίδη & Χαραλάμπους ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τους Καθ' ων η Αίτηση.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής αιτείται την ακύρωση του διατάγματος κράτησης ημερομηνίας 19/03/26 το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του Άρθρου 9 ΣΤ (2) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν. 6 (Ι)/2000). Σύμφωνα με το Αιτητικό Α της αίτησης ζητείται η ακύρωση του διατάγματος κράτησης και/ή απελευθέρωση του Αιτητή ή διαζευκτικά με το Αιτητικό Β ζητείται θεραπεία εναλλακτικών της κράτησης μέτρων ή με το Αιτητικό Γ οποιαδήποτε άλλη θεραπεία κρίνεται ορθή και δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής, υπήκοος Συρίας, υπέβαλε αίτημα ασύλου το 2006 το οποίο απορρίφθηκε το 2007 λόγω σιωπηρής απόσυρσης. Στις 06/02/26 ο Αιτητής συνελήφθη στην Λάρνακα για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία (κατά την σύλληψη του δεν ανέφερε την ύπαρξη οικογένειας). Κατά την 07/02/26 εκδόθηκαν εναντίον του Διάταγμα Κράτησης και Απέλασης δυνάμει προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105). Στις 26/02/26 υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ασύλου η οποία έγινε παραδεκτή στις 27/02/26 και στις 17/03/26 η αίτηση ασύλου απορρίφθηκε. Στις 19/03/26 το Διάταγμα Κράτησης δυνάμει προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) ακυρώθηκε και εκδόθηκε νέο Διάταγμα Κράτησης στη βάση του Άρθρου 9 ΣΤ(2) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν. 6 (Ι)/2000), απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, ισχυρίζεται ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση δεν έχουν τηρήσει τις προϋποθέσεις νομοθεσίας, νομολογίας και σχετικής Οδηγίας 2013/33/ΕΕ[1] και της διασφάλιση της αρχής της αναγκαιότητας και αναλογικότητας κατά την έκδοση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης. Η κράτηση, όπως αναφέρει, αποτελεί έσχατο μέτρο και επιτρέπεται σαφώς σε καθορισμένες, εξαιρετικές περιπτώσεις (ως οι αποφάσεις παρόντος Δικαστηρίου στις Δ.Κ.21/21, Δ.Κ.34/20) και/ή θα πρέπει να εφαρμόζεται λαμβανομένου υπόψη του σκοπού που το μέτρο αυτό επιδιώκει να πετύχει δηλαδή της απομάκρυνσης του Αιτητή. Η δε διοικητική αρχή δεν προβαίνει σε κράτηση αιτούντα άσυλο σε περίπτωση που μπορούν να εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα αντί αυτό της κράτησης (ως οι αποφάσεις παρόντος Δικαστηρίου στις Δ.Κ.28/24, Δ.Κ.06/25) και/ή είναι οι Καθ΄ ων η αίτηση που φέρουν το βάρος απόδειξης αναφορικά με τη νομιμότητα της κράτησης και ότι ελλείπει το στοιχείο της έρευνας, εξατομικευμένης αξιολόγησης της περίπτωσης του και αιτιολογίας προτού αποφασιστεί η κράτηση του. Προβάλλεται ότι δεν ισχύει η αιτιολογία των Καθ΄ ων για προηγούμενη εξαφάνιση του Αιτητή ως προκύπτει από το ιστορικό του, δεν υπάρχει ενδεχόμενο διαφυγής, δεν υπάρχει προοπτική απέλασης λόγω ύπαρξης οικογένειας (το διάταγμα απέλασης είναι σε αναστολή), η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή έγινε παραδεκτή συνεπώς δεν μπορεί η διοίκηση να επικαλείται ότι υποβλήθηκε με μόνο σκοπό την καθυστέρηση της απέλασης του (παραπέμποντας ταυτόχρονα σε νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης), με την έκδοση της απορριπτικής απόφασης επί της αίτησης ασύλου δεν εκδόθηκε απόφαση επιστροφής άρα δεν υφίσταται διαδικασία απομάκρυνσης ή απέλασης του Αιτητή σε ισχύ. Απορρίπτει τους λόγους που συντείνουν στην κράτηση και υποστηρίζεται ότι παραβιάζονται οι πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι Καθ΄ ων η αίτηση, απαντώντας στις θέσεις του Αιτητή, θεωρούν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι απολύτως ορθή και νόμιμη, σύμφωνα με τις διατάξεις της νομοθεσίας. Όπως προκύπτει τόσο από τον φάκελο του Τμήματος (Αλλοδαπών και Μετανάστευσης) όσο και από τον φάκελο της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής καταχώρησε μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία με μόνο σκοπό την καθυστέρηση και/ή παρεμπόδιση την εκτέλεσης απόφασης επιστροφής. Σημειώνουν ότι ο Αιτητής είχε ήδη πρόσβαση στη διαδικασία ασύλου το 2006 την οποία δεν προώθησε, υπέβαλε μεταγενέστερη ενόσω ήτο σε κράτηση, επέδειξε απροθυμία για επαναπατρισμό του, δεν είχε δηλώσει μέλη της οικογενείας του κατά το προηγούμενο στάδιο διοικητικής διαδικασίας και/ή όλο το ιστορικό καταδεικνύει κατάχρηση της διαδικασίας ασύλου. Διατείνονται ότι δεν εφικτή αποτελεσματική εφαρμογή εναλλακτικών μέτρων αντί της κράτησης και/ή ότι η ύπαρξη οικογένειας δεν αναιρεί τους σκοπούς κράτησης/απέλασης παραπέμποντας σχετικά σε σχετική νομολογία του παρόντος Δικαστηρίου και αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ένωσης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Ο Αιτητής κρατείται στη βάση του Άρθρου 9ΣΤ (2) (δ) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2023, (Ν.6(Ι)/2000) το οποίο προνοεί, μεταξύ άλλων και στην έκταση που μας ενδιαφέρει, τα ακόλουθα:
«9ΣΤ.-(1) Απαγορεύεται η κράτηση αιτητή λόγω μόνο της ιδιότητάς του ως αιτητή, καθώς και η κράτηση ανήλικου αιτητή.
(2) Εκτός εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3), και εφόσον κρίνεται αναγκαίο και κατόπιν ατομικής αξιολόγησης κάθε περίπτωσης, ο Υπουργός δύναται να εκδίδει γραπτό διάταγμα με το οποίο να θέτει υπό κράτηση αιτητή, μόνο για οποιοδήποτε από τους ακόλουθους λόγους:
[…]
(δ) όταν κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, προκειμένου να προετοιμάζεται η επιστροφή ή/και να διεξάγεται η διαδικασία απομάκρυνσης, και ο Υπουργός τεκμηριώνει βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι το πρόσωπο είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου, ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι το πρόσωπο υποβάλλει αίτηση διεθνούς προστασίας, προκειμένου να καθυστερεί απλώς ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής·»
Από το λεκτικό του πιο πάνω Άρθρου προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο δεν θα πρέπει να θέτει υπό κράτηση αιτούντα άσυλο λόγω μόνο της ιδιότητας του. Θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσο είναι εφικτό να εφαρμοστούν αλλά αποτελεσματικά και λιγότερο περιοριστικά για την ελευθερία του προσώπου μέτρα και εάν κρίνεται αναγκαίο και μετά από ατομική αξιολόγηση της περίπτωσης του τότε μπορεί να διατάξει την κράτηση του. Συνεπώς επαφίεται στην διακριτική ευχέρεια της διοικητικής αρχής να λάβει το μέτρο της κράτησης, εάν συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια οδηγούν στο συμπέρασμα ο υπήκοος τρίτης χώρας επιδιώκει την καθυστέρηση της εκτέλεσης απόφασης απομάκρυνσης του (ως το πιο πάνω εδάφιο (δ)).
Στην C‑ 534/11, Mehmet Arslan v. Policie CR, Kragske, ημερομηνίας 30/05/2013 αποφασίστηκε ότι η Οδηγία 2008/115/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2008, σχετικά με τους κοινούς κανόνες και διαδικασίες στα κράτη μέλη για την επιστροφή των παρανόμως διαμενόντων υπηκόων τρίτων χωρών δεν έχει εφαρμογή σε περίπτωση υπηκόου τρίτης χώρας που έχει υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας εκτός εάν η αίτηση του φαίνεται να υποβλήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει την εκτέλεση της απόφασης επιστροφής του. Επιβάλλεται, όμως, η αξιολόγηση κατά πόσο οι περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης μπορούν να δικαιολογήσουν τη διατήρηση της κράτησης ακόμα και μετά την υποβολή αίτησης ασύλου σε συνάρτηση με την συμπεριφορά που επέδειξε ο υπήκοος τρίτης χώρας τόσο μετά όσο και πριν την υποβολή της αίτησης του. Γίνεται δε σαφής αναφορά στην απόφαση ότι το γεγονός (από μόνο του) υποβολής αίτησης ασύλου από παράνομο μετανάστη δεν είναι αρκετό για να είναι εφαρμόσιμη η διατήρηση της κράτησης (Βλέπε § 57-62 της απόφασης). Επίσης, βασική και ουσιώδης παράμετρος στις περιπτώσεις κράτησης αιτούντα άσυλο είναι η ύπαρξη της αρχής της αναλογικότητας και αναγκαιότητας η οποία αναφέρεται στη 15η και 20η αιτιολογική σκέψη της Οδηγίας 2013/33/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση) (η οποία έχει ενσωματωθεί στο ημεδαπό δίκαιο) ήτοι:
«(15) Η κράτηση των αιτούντων θα πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με τη βασική αρχή ότι ένα πρόσωπο δεν θα πρέπει να κρατείται απλώς και μόνον επειδή επιζητεί διεθνή προστασία, ιδίως σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές υποχρεώσεις των κρατών μελών και το άρθρο 31 της σύμβασης της Γενεύης. Η κράτηση αιτούντων θα πρέπει να είναι δυνατή μόνον σε σαφώς καθορισμένες, εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες προβλέπονται στην παρούσα οδηγία και να διέπεται από την αρχή της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας όσον αφορά τόσο τον τρόπο όσο και τον σκοπό της εν λόγω κράτησης. Σε περίπτωση που ένας αιτών τελεί υπό κράτηση, ο αιτών θα πρέπει να έχει αποτελεσματική πρόσβαση στις αναγκαίες διαδικαστικές εγγυήσεις, όπως το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον εθνικής δικαστικής αρχής.
[…]
(20) Προκειμένου να εξασφαλίζεται καλύτερα η σωματική και ψυχολογική ακεραιότητα των αιτούντων, η κράτηση θα πρέπει να αποτελεί μέτρο έσχατης ανάγκης και μπορεί να εφαρμόζεται μόνον εφόσον έχουν δεόντως εξεταστεί όλα τα μη στερητικά της ελευθερίας εναλλακτικά μέτρα. Κάθε εναλλακτικό μέτρο κράτησης πρέπει να σέβεται τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα των αιτούντων.»
Η αρχή της αναλογικότητας επιβάλλει την ύπαρξη απόλυτης ισορροπίας μεταξύ του μέτρου της κράτησης και του νόμιμου σκοπού που επιδιώκει να επιτύχει, δηλαδή την προετοιμασία και την απομάκρυνση του αιτούντα. Το αρμόδιο όργανο οφείλει να εξετάσει πάντα εναλλακτικές λύσεις προτού καταφύγει στο μέτρο κράτησης, διασφαλίζοντας έτσι και τους προβλεπόμενους από την νομοθεσία σκοπούς (Βλέπε Application no52722/15, S.K v. Russia, ημερομηνίας 14/02/2017 και C-18/16 K. ν. Staatssecretaris van Veiligheid en Justitie, ημερομηνίας 14/09/2017).
Επίσης, σημαντική για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης είναι και η πρόσφατη απόφαση C‑924/19, C925/19 PPU FMS, FNZ v. Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság Dél-alföldi Regionális Igazgatóság,Országos Idegenrendészeti Főigazgatóság, ημερομηνίας 14/05/2020 όπου αποφασίστηκε ότι Δικαστήριο μπορεί το ίδιο να αποφασίσει κατά πόσον η κράτηση η οποία επιβλήθηκε είναι πράγματι ανάλογο, αναγκαίο και προσφορότερο μέτρο έναντι άλλων εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων. Πέραν των πιο πάνω, σύμφωνα με τις «Κατευθυντήριες Οδηγίες σχετικά με τα Εφαρμοστέα Κριτήρια και Πρότυπα που αφορούν την Κράτηση των Αιτούντων Άσυλο και Εναλλακτικά της Κράτησης Μέτρα», της Ύπατης Αρμοστείας του Οργανισμού των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, Κατευθυντήρια Οδηγία 4, §19 με τίτλο «Η κράτηση δεν θα πρέπει να είναι αυθαίρετη και κάθε απόφαση κράτησης θα πρέπει να βασίζεται στην αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων που αφορούν το συγκεκριμένο άτομο» αναφέρεται το εξής:
«19. Στα πλαίσια των θεμελιωδών δικαιωμάτων, οι αποφάσεις κράτησης θα πρέπει να βασίζονται σε λεπτομερή και εξατομικευμένη αξιολόγηση της αναγκαιότητας για κράτηση, παράλληλα με την παράθεση ενός νόμιμου σκοπού. Ως προς αυτό, τα κατάλληλα μέσα ελέγχου ή αξιολόγησης θα μπορούσαν να καθοδηγήσουν τους υπεύθυνους για τη λήψη αποφάσεων, ενώ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις ή ανάγκες συγκεκριμένων κατηγοριών αιτούντων άσυλο (βλέπε Κατευθυντήρια Οδηγία 9). Μεταξύ των παραγόντων που καθοδηγούν τη λήψη αυτών των αποφάσεων μπορεί να είναι το στάδιο που διανύει η εξέταση της αίτησης ασύλου, ο τελικός προορισμός του αιτούντος, οι οικογενειακοί/κοινωνικοί δεσμοί, η προηγούμενη καλή συμπεριφορά και ο χαρακτήρας του ατόμου, καθώς και ο κίνδυνος φυγής ή η προθυμία και η κατανόηση της ανάγκης για συμμόρφωση.»
Το προσβαλλόμενο με την παρούσα προσφυγή διάταγμα κράτησης που εκδόθηκε εναντίον του Αιτητή, ημερομηνίας 19/03/26, από την Διευθύντρια του Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, αναφέρει τα εξής:
«ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ ΝΟΜΟΙ (2000-2025)
ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΚΡΑΤΗΣΗΣ ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 9ΣΤ
ΕΠΕΙΔΗ ο ABDULLAH AL υπήκοος ΣΥΡΙΑΣ, είναι αιτητής διεθνούς προστασίας και επειδή πληρούνται οι προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι
ο ABDULLAH AL κρατείται στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής δυνάμει των Άρθρων 18ΟΓ μέχρι 18ΠΘ του περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, προκειμένου να προετοιμαστεί η επιστροφή ή/και να διεξαχθεί η διαδικασία απομάκρυνσης του και επειδή τεκμηριώνεται στη βάση αντικειμενικών κριτηρίων, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι ο ABDULLAH AL συνελήφθηκε και κρατήθηκε με σκοπό την απέλαση του, και μετά υπέβαλε αίτηση επανανοίγματος, ως εκ τούτου, υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρείται ότι η υποβολή της αίτησης διεθνούς προστασίας έγινε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα και/ή να ματαιώσει τη διαδικασία επαναπατρισμού του
ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κατόπιν ατομικής αξιολόγησης θεώρησα ότι είναι αναγκαίο ο ABDULLAH AL να παραμείνει υπό κράτηση βάσει του άρθρου 9ΣΤ(2) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2025), καθότι στη συγκεκριμένη περίπτωση κρίνεται ότι δεν είναι εφικτό να εφαρμοστούν αποτελεσματικά άλλα λιγότερο περιοριστικά εναλλακτικά μέτρα, όπως τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (3) του άρθρου 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2025), καθότι με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 18ΟΔ του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου, υπάρχει κίνδυνος διαφυγής για τους πιο κάτω λόγους:
1. ΕΠΕΙΔΗ δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενη απόφαση επιστροφής.
2. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ δήλωσε την μη πρόθεσή του για συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής.
3. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ είχε προηγούμενη εξαφάνιση.
4. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ θεωρήθηκε απαγορευμένη/ος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (κ), του εδαφίου (1), του Άρθρου 6 των περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (1952-2025), έχει συλληφθεί και σε βάρος του εκδόθηκαν διατάγματα κράτησης και απέλασης ημερ. 07/02/26.
5. ΚΑΙ ΕΠΕΙΔΗ κρατείται με σκοπό τον επαναπατρισμό του, κρίνω ότι η μεταγενέστερη αίτηση του για Διεθνή Προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του.
ΓΙΑ ΤΟ ΣΚΟΠΟ ΑΥΤΟ, ασκώντας τις εξουσίες που δίνει στον Υπουργό Εσωτερικών το Άρθρο 9ΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου (2000-2025), και το Άρθρο 188(3)(γ) του Συντάγματος και οι οποίες εξουσίες εκχωρήθηκαν σε εμένα, εγώ η Διευθύντρια, με το παρόν διατάσσω όπως ο ABDULLAH AL, ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ υπό κράτηση για όσο διάστημα ισχύουν οι λόγοι κράτησης, όπως αναφέρονται πιο πάνω.
Με το παρόν διάταγμα εξουσιοδοτώ και εντέλλομαι τον Αρχηγό Αστυνομίας, ή οποιοδήποτε μέλος της Αστυνομικής Δύναμης που τυχόν θα διαταχθεί, να εκτελέσει το διάταγμα αυτό και για την εκτέλεσή του το παρόν διάταγμα αποτελεί επαρκή εξουσία και εντολή.
ΕΓΙΝΕ από μένα στη Λευκωσία την 19η ημέρα του Μαρτίου, 2026».
Καταρχάς θα διαφωνήσω με την συνήγορο του Αιτητή ότι το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησης για εξέταση επί της ουσίας της μπορεί ως δεδομένο από μόνο του να οδηγήσει σε ακύρωση του προσβαλλόμενου διατάγματος κράτησης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τους φακέλους της υπόθεσης ο Αιτητής είχε την ευκαιρία σε προηγούμενο χρονικό πλαίσιο να υποβάλει αίτημα ασύλου το οποίο απορρίφθηκε σιωπηρώς, ουδέποτε είχε προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα σε σχέση με την αρχική του αίτηση και/ή δεν εντοπίστηκε και/ή εξαφανίστηκε και/ή δεν ενδιαφέρθηκε για το καθεστώς του μέχρι την σύλληψη και κράτηση του. Ο λόγος σύλληψης και επακόλουθης έκδοσης διαταγμάτων κράτησης και απέλασης του Αιτητή ήταν αρχικά η κήρυξη του ως απαγορευμένου μετανάστη στη βάση των προνοιών του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105). Η βάση για κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη ήτο λόγω του παρανόμου παραμονής του διότι δεν θεωρείτο κατά τον ουσιώδη χρόνο αιτούντας άσυλο. Το ότι οι Καθ΄ ων η αίτηση ακύρωσαν το διάταγμα κράτησης και εξέδωσαν το προσβαλλόμενο διάταγμα κράτησης στη βάση των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν. 6 (Ι)/2000), ως απαιτείται από την Οδηγία και την Νομοθεσία – δεν οδηγεί αυτόματα σε ανατροπή της διοικητικής πράξης που αφορά την κήρυξη του Αιτητή ως απαγορευμένου μετανάστη. Ως διοικητική πράξη παρέμεινε τότε ισχυρή και αποτελούσε πάντα ζήτημα κρίσης του Διοικητικού Δικαστηρίου στα πλαίσια τυχόν προσφυγής του και όχι του παρόντος Δικαστηρίου. Ως επιβεβαιώνεται και μέσω απόφασης του Διοικητικού Εφετείου στην AHMED SHBIB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 12/2024, ημερομηνίας 15/10/24:
«Η κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη συνιστά πράξη διακριτή από τα διατάγματα απέλασης και κράτησης (Αναθεωρητική Έφεση Αρ. 147/2012 Stoyanov ν. Δημοκρατίας, απόφαση ημερ. 2.7.2018), παρότι αυτά τα διατάγματα έχουν αυτή την κήρυξη ως υπόβαθρο. Το συμπέρασμα ότι η κήρυξη του Εφεσείοντα συνιστά διακριτή (και αυτοτελώς προσβαλλόμενη) πράξη από τα διατάγματα απέλασης και κράτησης δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η Εφεσίβλητη επέλεξε εν προκειμένω να παραθέσει την κήρυξη και την αιτιολογία της στο σώμα του διατάγματος απέλασης.
Η κήρυξη του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη προσβάλλεται ρητά στην Προσφυγή Αρ. 1578/2023 και, συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο υποχρεούτο να ελέγξει τη νομιμότητά της, εκτός αν όντως εξέπιπτε της δικαιοδοσίας του ως αποφάνθηκε.
Η δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου καλύπτει -με βάση το Άρθρο 146 του Συντάγματος και τους περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμους (ο Νόμος 131(Ι) του 2015 ως τροποποιήθηκε)- τον δικαστικό έλεγχο εκτελεστών διοικητικών πράξεων, με εξαίρεση τις εκτελεστές διοικητικές πράξεις οι οποίες υπάγονται στη δικαιοδοσία του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας βάσει των περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων (εφεξής «ο Νόμος 73(Ι) του 2018»).
Το Άρθρο 11 του Νόμου 73(Ι) του 2018, το οποίο προσδιορίζει τις πράξεις για τoν έλεγχο των οποίων απονέμει δικαιοδοσία στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας, δεν συγκαταλέγει σε αυτές την κήρυξη αλλοδαπού ως απαγορευμένου μετανάστη δυνάμει του Άρθρου 6 του Κεφ. 105.
Συνάγεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε δικαιοδοσία να προβεί σε έλεγχο νομιμότητας της κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη και, συνεπώς, εσφαλμένα έκρινε το αντίθετο.
Ως απόρροια της κρίσης μας, η Προσφυγή Αρ. 1578/2023 πρέπει να επιστραφεί στο πρωτόδικο Διοικητικό Δικαστήριο, ώστε το τελευταίο να κρίνει τη νομιμότητα της κήρυξης του Εφεσείοντα ως απαγορευμένου μετανάστη, καθότι το Εφετείο δεν προβαίνει σε πρωτογενή κρίση (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 134/2018 Δημοκρατία ν. Τσιγαρίδας, απόφαση ημερ. 5.6.2024).
Επισημαίνουμε στο σημείο αυτό ότι, το ποιες είναι οι συνέπειες (για τη νομιμότητα του επίδικου διατάγματος κράτησης) της -μετά την έκδοση της εφεσιβαλλόμενης απόφασης ημερ. 18.12.2023- ακύρωσης του συναφούς διατάγματος απέλασης διά της απόφασης του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ημερ. 5.2.2024 στην Προσφυγή Αρ. 3260/2023, αποτελεί ζήτημα εξέτασης (αν ήθελε απαιτηθεί) από το πρωτόδικο Δικαστήριο.
Ενόψει της επιτυχούς έκβασης του πρώτου λόγου έφεσης, παρέλκει η εξέταση του δεύτερου λόγου έφεσης.»
Τώρα, τόσο από το κείμενο της εισηγητικής έκθεσης του Λειτουργού Μετανάστευσης που απευθυνόταν στην Διευθύντρια όσο και του πιο πάνω διατάγματος εντοπίζω ότι πράγματι καταγράφεται αριθμός λόγων στη βάση των οποίων εκδόθηκε το επίδικο διάταγμα. Μεταξύ των κριτηρίων που λήφθηκαν υπόψη για την διατήρηση του μέτρου της κράτησης είναι το μεταναστευτικό ιστορικό του Αιτητή ήτοι ότι δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενη απόφαση επιστροφής, ότι δήλωσε την μη πρόθεσή του για συμμόρφωση με απόφαση επιστροφής, ότι είχε προηγούμενη εξαφάνιση, ότι θεωρήθηκε απαγορευμένη/ος μετανάστης δυνάμει των διατάξεων του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων και/ή το ότι κρατείτο με σκοπό τον επαναπατρισμό του και ότι η μεταγενέστερη αίτηση του για διεθνή προστασία υποβλήθηκε με σκοπό να προβάλει προσκόμματα στη διαδικασία επαναπατρισμού του. Τα δεδομένα αυτά βεβαίως και επιβεβαιώνονται από τα στοιχεία των φακέλων του Αιτητή από το γεγονός ότι δεν ενδιαφέρθηκε και/ή αμέλησε να προωθήσει το αίτημα ασύλου του που υποβλήθηκε το 2006 το οποίο απορρίφθηκε σιωπηρά, το γεγονός ότι βρισκόταν στην Δημοκρατία χωρίς καθεστώς παραμονής και/ή παράνομα από τον 11ο/2025, το ότι υπέβαλε αίτημα στις 26/02/26 και/ή μετά την σύλληψη/κράτηση του και/ή ενώ υπήρχε εύλογος χρόνος να υποβάλει επανάνοιγμα/μεταγενέστερη αίτηση προτού συλληφθεί/κρατηθεί και/ή θεωρηθεί απαγορευμένος μετανάστης. Είναι σε αυτό το σημείο ουσιώδους σημασίας να αναφερθεί ότι από το περιεχόμενο του φακέλου του προκύπτει ότι ουδέποτε από την ημερομηνία της αρχικής αίτησης του το 2006 επέδειξε οποιοδήποτε ενδιαφέρον για την τύχη της αίτησης του, ούτε προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια επικοινωνίας με την Υπηρεσία Ασύλου. Προκύπτει δε πλήρης έλλειψη ενδιαφέροντος και/ή αδράνεια επί της πορείας της αίτησης διεθνούς προστασίας του και μετά την σιωπηρή απόρριψη, στοιχείο που καταδεικνύει εμφανώς έλλειψη πρόθεσης ουσιαστικής προώθησης της αίτησης διεθνούς προστασίας τότε. Επί αυτού του σημείου υιοθετώ, απόσπασμα από την απόφαση της αδελφής Δικαστή Ε. Ρήγα στην Δ.Κ. 36/25 U.M. v. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Διευθύντριας Τμήματος Αρχείου Πληθυσμού και Μετανάστευσης, ημερομηνίας 06/11/25, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η επιλογή του Αιτητή να αποστασιοποιηθεί πλήρως από τη διαδικασία επί μακρόν χρονικό διάστημα, χωρίς να επικαλεστεί ή αποδείξει οποιοδήποτε εμπόδιο ανεξάρτητο από τη θέλησή του, καθιστά τη σιωπηρή απόσυρση νόμιμη συνέπεια της συμπεριφοράς του και όχι απόφαση αιφνιδιαστική ή αυθαίρετη από την πλευρά της Διοίκησης. Αυτή η παρατεταμένη απουσία συνεργασίας και η προφανής αδιαφορία για την εξέλιξη της διαδικασίας ασύλου ενισχύει αντικειμενικά την κρίση ότι η μεταγενέστερη αίτηση ασύλου, η οποία υποβλήθηκε μόνον μετά τη σύλληψή του και ενώ είχε ήδη εκδοθεί διάταγμα κράτησης και απέλασης, δεν έγινε με σκοπό την αναζήτηση προστασίας, αλλά καταχρηστικά, προς καθυστέρηση ή παρεμπόδιση της εκτέλεσης της απόφασης επιστροφής, κατά την έννοια του άρθρου 9ΣΤ(2)(δ).»
Προκύπτει, συναφώς από το ιστορικό του Αιτητή και/ή την συμπεριφορά του και/ή ενέργειες του και/ή η αδράνεια του σε σχέση και με το καθεστώς παραμονής κατά την επάνοδο του στην Δημοκρατία (ως ο ίδιος ισχυρίζεται) να δικαιολογείται η κράτηση του. Τα όσα δε ισχυρίζεται η συνήγορος του Αιτητή περί μελών της οικογενείας του (που αφίχθηκαν σε προηγούμενο στάδιο στη Δημοκρατία), η παραμονή του που συνδέεται με το καθεστώς των μελών της οικογενείας του και/ή το ανέφικτο κατά τους ισχυρισμούς της στο παρόν στάδιο απομάκρυνσης του δεν είναι προφανώς ζητήματα που σχετίζονται με το αίτημα ασύλου και/ή εξετάζονται από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας - αλλά αποτελούν ισχυρισμούς που συνδέονται με πρόνοιες του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμων (Κεφ.105) βάσει του οποίου δικαιοδοσία έχει το Διοικητικό Δικαστήριο. Αυτό το οποίο εξετάζεται είναι το ότι ο Αιτητής κρατείτο στο πλαίσιο της διαδικασίας επιστροφής, ότι είχε ήδη την ευκαιρία πρόσβασης στη διαδικασία χορήγησης ασύλου από το 2006 (και δεν ενδιαφέρθηκε) και όταν έλαβε χώρα η σύλληψη και κράτηση του υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας προκειμένου να καθυστερήσει ή να εμποδίζει την εκτέλεση απόφασης επιστροφής. Σημειώνεται επί τούτου ότι η αρμόδια αρχή επέδειξε δέουσα επιμέλεια και στην διεκπεραίωση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή (όπου την απέρριψε) και κινήθηκε τάχιστα και σε επαναξιολόγηση του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας που είχε χορηγηθεί στην οικογένεια του Αιτητή στη Δημοκρατία. Στην προκειμένη περίπτωση και σε συνάρτηση με το ιστορικό και τη συμπεριφορά που επέδειξε ο Αιτητής έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αναγκαία κριτήρια για εφαρμογή του Άρθρου 9ΣΤ(2) (δ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν. 6 (Ι)/2000).
Υπήρχαν, όμως, θεωρώ στην παρούσα περίπτωση περιθώρια επιβολής εναλλακτικών περιοριστικών μέτρων αντί της κράτησης, λόγω της ιδιαιτερότητας της περίπτωσης και/ή ύπαρξης της οικογένειας του Αιτητή στη Δημοκρατία με καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Παρόλο που το αίτημα του Αιτητή έχει απορριφθεί, παρόλο που το καθεστώς προστασίας της οικογένειας του έχει ανακληθεί – είναι γεγονός ότι θα χρειαστεί υπέρμετρος χρόνος για να διεκπεραιωθεί ολόκληρη η διοικητική και/ή δικαστική διαδικασία με απομακρυσμένη/χρονοβόρα τη δυνατότητα υποχρεωτικής επιστροφής του Αιτητή. Η κράτηση, ως αναφέρθηκε ανωτέρω, αποτελεί το έσχατο μέτρο το οποίο λαμβάνεται τηρουμένων των αρχών της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας και εφόσον δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν άλλα λιγότερο περιοριστικά αντί της κράτησης μέτρα.
Ως εκ των ανωτέρω και για όλους τους πιο πάνω λόγους η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται και τροποποιείται με την επιβολή εναλλακτικών μέτρων αντί αυτού της κράτησης ως οι αιτούμενες θεραπείες «Α», «Β» και «Γ» της προσφυγής του Αιτητή ήτοι με:
(α) εμφάνιση του Αιτητή σε αστυνομικό σταθμό πλησίον της δηλωθείσας διεύθυνσης διαμονής του 2 φορές την εβδομάδα και ταυτόχρονη κατάθεση χρηματικής εγγύησης ύψους €800 από τον Αιτητή για σκοπούς συμμόρφωσης διασφάλισης της εβδομαδιαίας παρουσίας του,
ή σε περίπτωση μη εφαρμογής του μέτρου (α),
(β) την υποχρέωση διαμονής του σε υποδεικνυόμενο μέρος, περιλαμβανομένου κέντρου φιλοξενίας.
Επιδικάζονται €1000 έξοδα της διαδικασίας υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ΄ ων η αίτηση.
ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ Μ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013 , σχετικά με τις απαιτήσεις για την υποδοχή των αιτούντων διεθνή προστασία (αναδιατύπωση)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο