Mr. A.Α.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης, Υπόθ. Αρ.: 5114/2024, 30/4/2026
print
Τίτλος:
Mr. A.Α.Μ. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης, Υπόθ. Αρ.: 5114/2024, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 5114/2024

30 Απριλίου, 2026

           [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Mr. A.Α.Μ.  από Σομαλία

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου του Υφυπουργείου Μετανάστευσης

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Γ. Βασιλόπουλος και συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (κος), Δικηγόροι για τον Αιτητή.

Κ. Ιμανιμής (κος) για Ν. Νικολάου (κος), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα, Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής Παρών.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου που περιέχεται σε επιστολή ημερομηνίας 20/12/24 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητείται η παραχώρηση στον Αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας την 14/04/22 προσκομίζοντας το πρωτότυπο Διαβατήριό του, εκδόσεως Δημοκρατίας της Σομαλίας. Στις 14/11/24 πραγματοποιήθηκε η προφορική του συνέντευξη και στις 18/11/24 συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση. Στις 29/11/24 αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησής και η επιστροφή του Αιτητή στη Σομαλία, απόφαση που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο δικηγόρος για τον Αιτητή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία περιόρισε τους νομικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ισχυρισμούς δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα, αιτιολογία και πλάνη της αρμόδιας αρχής και την εξέταση του αιτήματος του Αιτητή. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής του Αγόρευσης υποστηρίζοντας ότι δεν αξιολογήθηκε επαρκώς ο βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή, ότι δεν εξετάστηκαν εξατομικευμένα όλες οι δηλώσεις και/ή τα στοιχεία που συνδέονται με το αίτημα του και/ή παραθέτοντας ταυτόχρονα παραπομπές σε διαδικτυακούς συνδέσμους (πηγές που όπως αναφέρει ενισχύουν τις δηλώσεις του τελευταίου σε σχέση κακομεταχείριση της φυλής Gabooye). Υποδεικνύει ότι, δεν έγινε επαρκής εκτίμηση της ατομικής του κατάστασης, ότι η διάρκεια της συνέντευξης ήτο περιορισμένη και/ή ούτε αξιολογήθηκε επαρκώς κατά πόσο με την επιστροφή του θα αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο στη χώρα καταγωγής παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και διάφορες πηγές πληροφόρησης και/ή δεν έγινε η ορθή αξιολόγηση καθότι με τις υπάρχουσες πληροφορίες (παραπέμποντας σχετικά) θα έπρεπε να του δοθεί συμπληρωματική προστασία, λόγω του υψηλού επιπέδου περιστατικών ασφαλείας.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και τη Γραπτή τους Αγόρευση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημα του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ενώ αποτελεί θέση τους ότι δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης. Ούτε αποδείχθηκε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ο Αιτητής σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής. Κρίθηκε ως αναξιόπιστος σε σχέση με τους ισχυρισμούς του και όλη η διαδικασία εξέτασης της αίτησης για παραχώρηση διεθνούς προστασίας ήτο σε πλήρη σύμπνοια με τις πρόνοιες της νομοθεσίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Πρόσθετα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ηλεκτρονικοί σύνδεσμοί και/ή οι παραπομπές στις ιστοσελίδες μέσω Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή οι οποίες υποβάλλονται κατά παράβαση του Κανονισμού 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019) όπου ορίζεται ότι «Πληροφορίες για την χώρα καταγωγής του αιτητή (ΠΧΚ) δύνανται να υποβληθούν σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή, με σχετικό υπόμνημα, το οποίο επισυνάπτεται στην αγόρευση του μέρους που επιθυμεί να την υποβάλει. Στο υπόμνημα  περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία: (i) κατάλογος των σχετικών ΠΧΚ, (ii) καταγραφή της πηγής τους (για διαδικτυακές πηγές υποδεικνύεται ο ιστότοπος και παρατίθεται ο σύνδεσμος της σχετικής ιστοσελίδας), (iii) επεξήγηση της συνάφειας της υποβληθείσας μαρτυρίας με συγκεκριμένο ισχυρισμό ή/ και επίδικο ζήτημα, (iv) υπόδειξη του συναφούς αποσπάσματος των ΠΧΚ.». (Βλέπε σχετικά Υποθ. Αρ.1000/23, DGD κ.α ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 09/02/2024). Εξάλλου, το αντικείμενο προς συζήτηση ήτοι η φυλετική καταγωγή του Αιτητή, οι συγκρούσεις που παρατηρούνται από παραστρατιωτικές ένοπλες ομάδες, οι προβαλλόμενοι λόγοι δίωξης από τον Αιτητή αποτελούν ζητήματα που αφορούν πυρήνα του αιτήματος ασύλου του όπως θα αναλυθεί κατωτέρω στην έκταση που ενδιαφέρει επί της αξιολόγησης ουσίας του αιτήματος του. Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί. Εξάλλου, ο συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο όπως επικεντρωθεί στην ουσία της υπόθεσης.

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης ο Αιτητής, κατά την υποβολή της αίτησής του δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Σομαλία εξαιτίας της ανασφάλειας, των φυλών και επειδή ήθελαν να τον σκοτώσουν (ερυθρό 2, 15 διοικητικού φακέλου στο εξής ΔΦ). Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του και σε σχέση με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε, μεγάλωσε και έζησε αποκλειστικά στην πόλη Burao της Σομαλίας. Σχετικά με την πατρική του οικογένεια, δήλωσε ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε στις 10/12/21 και η μητέρα του βρίσκεται στην Αιθιοπία για λόγους ασφαλείας. Εξήγησε ότι στην πόλη Burao εξακολουθεί να διαμένει ο πατρικός του θείος, δήλωσε άγαμος και άτεκνος. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο και την εργασιακή του εμπειρία, ο Αιτητής υπέβαλε ότι φοίτησε στο σχολείο μέχρι την 7η τάξη, ωστόσο εγκατέλειψε τις σπουδές του για οικονομικούς λόγους και επειδή δεν αιθανόταν καλά με τη φυλή στην οποία ανήκει, ενώ προσέθεσε ότι εργάστηκε ως βοηθός της μητέρας του, η οποία πουλούσε ρούχα. Ο Αιτητής δήλωσε Μουσουλμάνος και ότι ανήκει στη φυλή Gaboye, πλην όμως ουδέποτε ακολουθούσε τη φυλή του και δε γνωρίζει καμία πληροφορία σχετικά με αυτή (ερυθρό 36 – 32 ΔΦ).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, δήλωσε ότι δέχτηκε διακριτική μεταχείριση λόγω της φυλετικής του καταγωγής. Ειδικότερα, αν και εξήγησε ότι αρχικά ζούσε χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, μία ημέρα δολοφονήθηκε ο πατέρας του από ένα άγνωστο άνδρα και το περιστατικό ουδέποτε διερευνήθηκε από την αστυνομία. Επειδή όμως τα μέλη της οικογένειας του δράστη γνώριζαν ότι ο Αιτητής και ο θείος του κατήγγειλαν τη δολοφονία του πατέρα του στην αστυνομία, ήθελαν πλέον να τους σκοτώσουν και αυτούς. Μία ημέρα επισκέφτηκαν την οικία του και ρώτησαν τη μητέρα του που βρίσκεται εκείνος και ο θείος του. Η μητέρα του ακολούθως του ζήτησε να φιλοξενηθεί για λίγες ημέρες στο σπίτι του γείτονα και ασχολήθηκε με την έκδοση του διαβατηρίου του. Ο Αιτητής και η μητέρα επισκέφτηκαν εκ νέου το αστυνομικό τμήμα να καταγγείλουν τις απειλές ωστόσο ο θείος του δολοφόνησε το πρόσωπο που σκότωσε τον πατέρα του. Ως εκ τούτου τα μέλη της οικογένειάς του άρχισαν πλέον να τον αναζητούν και τη μητέρα του, οι οποίοι αναγκάστηκαν να διαφύγουν στη Hargeisha, από όπου ο Αιτητής ταξίδεψε με προορισμό την Τουρκία (ερυθρό 30 ΔΦ). Κληθείς να αποσαφηνίσει τα προβλήματα που αντιμετώπισε λόγω της φυλετικής καταγωγής, δήλωσε ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν μετά το θάνατο του πατέρα του, ο οποίος δολοφονήθηκε στις 10/12/21. Κανένας δεν τον προσέγγισε απειλητικά μετά το θάνατο του πατέρα του, ούτε γνώριζε τα πρόσωπα που σκότωσαν τον πατέρα του. Ερωτηθείς πότε άρχισε να κρύβεται από τους διώκτες του, απάντησε ότι συνέβη μετά το θάνατο του πατέρα του. Ζητηθείς να αποσαφηνίσει το λόγο για τον οποίο άρχισε να κρύβεται μετά το θάνατο του πατέρα του, ο Αιτητής απάντησε ότι έτσι είθισται μεταξύ τω φυλών, προσθέτοντας ότι κατά τη διάρκεια της παιδικής του ηλικίας οι συμμαθητές του δε του συμπεριφερόταν με καλό τρόπο. Κληθείς να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο ουδέποτε αντιμετώπισε πρόβλημα στη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι αποφάσισαν να τον σκοτώσουν αργότερα. Σε ερώτηση να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο δολοφονήθηκε ο πατέρας του, απάντησε ότι ο πρώτος μάλωσε με κάποιο συνάδελφό του και εκείνος τον σκότωσε. Ερωτηθείς εαν οι αυτόπτες μάρτυρες γνώριζαν την οικογένειά του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Ως προς το εαν οι μάρτυρες μίλησαν με τη μητέρα του, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Ερωτηθείς εαν οι μάρτυρες κατέθεσαν στην αστυνομία, δήλωσε ότι ίσως δεν ήθελαν να αναμειχθούν. Ερωτηθείς πως γνωρίζει τις εν λόγω πληροφορίες δεδομένου ότι κανείς από τους αυτόπτες μάρτυρες δεν μίλησε με την οικογένειά του, ο Αιτητής υπέβαλε ότι ένας εξ αυτών ενημέρωσε το θείο του. Κληθείς να σχολιάσει τις προηγούμενες δηλώσεις του περί του ότι κανείς από τους μάρτυρες δε μίλησε με τα μέλη της οικογένειάς του, ο Αιτητής απάντησε ότι εννούσε ότι δεν επισκέφτηκαν το σπίτι του, όμως ενημέρωσαν το θείο του στην πόλη. Ως προς τους φερόμενους ως φορείς δίωξής του, ο Αιτητής υπέβαλε ότι ανήκουν στη φυλή Isaac.  Ζητηθείς να σχολιάσει εξωτερικές πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν ότι οι φυλές Gaboye και Isaac συνδέονται γενεολογικά, ο Αιτητής απάντησε ότι δεν ισχύει. Αναφορικά με τα προβλήματα που αντιμετώπισε από την οικογένεια του δολοφόνου του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι επισκέφτηκαν την οικία του δύο φορές και αναζητούσαν τον ίδιο και τον θείο του. Έτσι κατάλαβαν ότι ήθελαν να τους κάνουν κακό. Οι διώκτες του έβαλαν μάλιστα κάποια παιδιά να του ζητήσουν να πάει μαζί τους για προσευχή, με σκοπό να του κάνουν κακό, αν και εκείνος δεν τα ακολούθησε. Ερωτηθείς εαν εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή οι οικογένεια του δολοφόνου του πατέρα του επισκέφτηκε την οικία του δύο φορές, χωρίς ωστόσο να αντιμετωπίσει κάποιο άλλο πρόβλημα, ο Αιτητής απάντησε ότι υπήρχαν πάντα άνθρωποι γύρω και εκείνος φοβόταν. Κληθείς να σχολιάσει τις αντιφατικές του δηλώσεις αναφορικά με το εαν παρέμεινε στην πατρική του οικία μετά το θάνατο του πατέρα του, δήλωσε ότι πήγαν στην αστυνομία να καταγγείλουν τη δολοφονία μία εβδομάδα αργότερα και επειδή οι αρχές άργησαν, εκείνος αντλήφθηκε ότι κινδυνέυει και άρχισε να κρύβεται. Ζητηθείς να σχολιάσει τις προηγούμενες δηλώσεις του περί του ότι μετά το θάνατο του πατέρα του πήγε κατευθείαν στην αστυνομία να καταγγείλει τη δολοφονία του, ο Αιτητής απάντησε ότι πήγαν την ίδια ημέρα και οι αστυνομία τους είπε να έρθουν ξανά μετά από μία εβδομάδα. Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι το προσκομισθέν αντίγραφο του Διαβατηρίου του φέρει ως ημερομηνία έκδοσης την 25η/11/21, δεδομένου ότι δήλωσε ότι το εξέδωσε η μητέρα του μετά το θάνατο του πατέρα του το 12ο/ 2021, αποκρίθηκε ότι το διαβατήριο εκδόθηκε το Δεκέμβριο. Κληθείς και πάλι να σχολιάσει το γεγονός ότι το διαβατήριό του εκδόθηκε πριν το θάνατο του πατέρα του, ο Αιτητής υπέβαλε ότι του το παρέδωσε το Δεκέμβριο ο φερόμενος ως διακινητής αφού είχε ήδη συννενοηθεί με τη μητέρα του. Ερωτηθείς τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επισροφής του στη Σομαλία, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα τον σκοτώσουν.

 

Αφού ο λειτουργός αξιολόγησε τα όσα καταγράφηκαν στη συνέντευξη διαμόρφωσε τους ακόλουθους ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ισχυρισμός του Αιτητή αφορά το ποφίλ του, τα προσωπικά στοιχεία και τον  τόπο συνήθους διαμονής του Aιτητή και έγινε δεκτός από τον αρμόδιο λειτουργό ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός, ήτοι οι δηλώσεις του περί του ότι αντιμετώπισε πρόβλημα, λόγω της φυλετικής του καταγωγής, από το δολοφόνο του πατέρα του, έτυχε απόρριψης. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι δε θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, καθώς οι δηλώσεις του ήταν αντιφατικές, στερούμενες ευλογοφάνειας και περιγραφικής λεπτομέρειας. Συγκεκριμένα, αν και ο Αιτητής δήλωσε ότι ανήκει στη φυλή Gaboye, ουδεμία σχετική πληροφορία αναφορικά με την εν λόγω φυλή παρέθεσε, επικαλούμενος ότι δε την ακουλουθούσε ποτέ του, με αποτέλεσμα νακλονίζεται εκ προοιμίου η αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού. Ακολούθως διαπιστώθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με συνοχή και σαφήνεια τα προβλήματα που αντιμετώπισε λόγω της φυλετικής του καταγωγής, με αποτέλεσμα να μην ανακύπτουν στοιχεία εμπλοκής και/ή στοχοποίησής του, αφού ανέφερε χωρίς νοηματική συνοχή ότι το μόνο πρόβλημα που αντιμετώπισε ήταν ότι πήγαν τα μέλη της οικογένειας του άνδρα που σκότωσε τον πατέρα του στην οικία του δύο φορές και ρωτούσαν γι’ αυτόν και το θείο του. Όταν όμως του ζητήθηκε να περιγράψει τι συνέβη στον ίδιο προσωπικά, απάντησε και πάλι χωρίς συνοχή ότι στη χώρα του τέτοιες συγκρούσεις είναι συχνές μεταξύ φυλών, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται σε κάποιο πρόβλημα που αντιμετώπισε ο ίδιος προσωπκά. Επιβεβαίωσε μάλιστα ότι οι ανωτέρω επισκέψεις στην οικία του ήταν το μόνο πρόβλημα που αντιμετώπισε στη χώρα καταγωγής του. Ερωτηθείς εαν ήρθε ποτέ σε επαφή με τους φερόμενους ως διώκτες του, απάντησε και πάλι αρνητικά, υποβάλλοντα χωρίς ευλογοφάνεια κατά τον λειτουργό, ότι δε γνώριζε καν την ταυτότητά τους, ότι δεν δέχτηκε οιαδήποτε άλλη απειλή από εκείνους και η μόνη πληροφορία που γνώριζε ήταν ότι σκότωσαν τον πατέρα του.  Κληθείς ακολούθως να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους ένιωσε φόβο δεδομένου ότι δεν δέχτηκε κάποια άμεση απειλή, αναφέρθηκε ασαφώς και χωρίς νοηματική συνοχή, κατά τον αρμόδιο λειτουργό, σε πρακτικές των φυλών και τα προβλήματα που αντιμετώπισε ως μαθητής στο σχολείο. Στη συνέχεια ο λειτουργός έκρινε ότι όταν ζητήθηκε από τον Αιτητή να σχολιάσει το γεγονός ότι παρέμεινε στον τόπο καταγωγής του μέχρι την ηλικία των 22 ετών χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, εκείνος δεν ήταν σε θέση να δώσει μια ικανοποιητική εξήγηση και/ή  στοιχεία που να ενισχύουν το φόβο του.  Επίσης διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε αδικαιολόγητες αντιφάσεις επί των οποίων δεν ήταν σε θέση να παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις όταν του δόθηκε η δυνατότητα. Ειδικότερα, καθώς αρχικά δήλωσε ότι οι αυτόπτες μάρτυρες τις δολοφονίας του πατέρα του ουδέποτε ήρθαν σε επικοινωνία με τα μέλη της οικογένειάς του, αργότερα δήλωσε ότι οι πληροφορίες σχετικά με το θάνατο του πατέρα του περιήλθαν στη γνώση του μέσω του θείου του, ο οποίος ενημερώθηκε από ένα αυτόπτη μάρτυρα. Κληθείς να σχολιάσει την προκύπτουσα αντίφαση, υπέβαλε ανεπαρκώς κατά τον αρμόδιο λειτουργό, ότι εννούσε ότι δεν πήγε κανένας εξ αυτών στο σπίτι του, ωστόσο ένας από αυτούς συναντήθηκε με το θείο του στην πόλη. Ανέκυψαν, επίσης, χρονικές αντιφάσεις ανάμεσα στις δηλώσεις του σχετικά με την ημερομηνία έκδοσης του διαβατηρίου του οι οποίες συνδέονται με την αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού. Ειδικότερα, ενώ αρχικά δήλωσε ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε το στις 10/12/21 και στη συνέχεια η μητέρα του, αφού τον φυγάδευσε, ασχολήθηκε με την έκδοση του διαβατηρίου του. Το προσκομισθέν πρωτότυπο διαβατήριο ωστόσο αναφέρει ως ημερομηνία έκδοσης τον 11ο/2021. Κληθείς να σχολιάσει, ο Αιτητής υπέβαλε ανεπαρκώς και συγκεχειμένα κατά τον λειτουργό ότι με την έκδοση του διαβατηρίου του ασχολήθηκαν αποκλειστικά η μητέρα του και ο φερόμενος ως διακινητής. Ολοκληρώνοντας την αξιολόγηση της εσωτερική αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, κρίθηκε ότι δεν ανέκυψε καμία ένδειξη του ότι αντιμετώπισε κάποιο σημαντικό πρόβλημα ή κίνδυνο στη χώρα καταγωγής του και δη που να συνδέεται με τη φυλετική του καταγωγή. Ούτε όμως από το αφήγημά του προκύπτει ότι καταπατήθηκαν κάποια δικαιώματά του ως μέλος της φυλής Gaboye. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι δε θεμελιώθηκε η εσωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού.

 

Από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή και των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων[1], διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία του επί του αφηγήματος περί δολοφονίας του πατέρα του και στη συνέχεια της δικής του εκδίωξης για φυλετικούς λόγους δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Επιπρόσθετα, από τις απαντήσεις του, κατά τη διαδικασία της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια με τις απαντήσεις του στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια και πληροφορίες (βλέπε σχετικά Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 – Βλέπε επίσης, §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Σε αρκετές διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων δεν ήταν ικανός ο Αιτητής να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες[3] ή έστω υποτυπώδεις λεπτομέρειες αναφορικά με τη φερόμενη δολοφονία του πατέρα του και στη συνέχεια τη δική του εκδίωξη, αφού και ο ίδιος αποδέχτηκε ότι ουδέποτε απειλήθηκε ή έστω τον πλησίασαν οι φερόμενοι ως φορείς δίωξής του. Συνεπώς,  δεν θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης και δη για λόγους που συνδέονται με τη φυλετική του καταγωγή (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Μπορεί να αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι στο σύνολό τους και δεν κατάφερε να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος δίωξής της για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων. Υπάρχουν δε επί της έκθεσης-εισήγησης εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή ως επίσης και εκτενείς παραπομπές σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με το τί επικρατεί στην χώρα καταγωγής. Ο λειτουργός-εξεταστής της υπόθεσης προχώρησε ενδελεχώς και στην αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, εκ της οποίας ανέκυψαν πληροφορίες οι οποίες αναφέρουν ότι η φυλή Gaboye αποτελεί μία επαγγελματική ομάδα/φυλή/κάστα, η οποία αποτελεί την κύρια μειονοτική ομάδα. Οι αντληθείσες πληροφορίες από τον λειτουργό ανέδειξαν επίσης ότι οι Gaboye στη Σομαλία θεωρούνται «ακάθαρτοι» με αποτέλεσμα να υφίστανται διακρίσεις από τις ανώτερες φυλές, χωρίς να έχουν πρόσβαση στην εκπαίδευση και οικονομικούς πόρους, οι δε γάμοι μεταξύ αυτών και μελών άλλων φυλών αποφεύγονται. Παρόλα αυτά, οι αντληθείσες πληροφορίες ανέδειξαν ότι τα μέλη της φυλής Gaboye δέχονται μία πιο «ανεκτική» συμπεριφορά στη Σομαλιλάνδη, επί της οποίας βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή. Επιπλέον, οι αντληθείσες από το λειτουργό πληροφορίες αναφέρουν ότι συχνά τα μέλη της φυλής Gaboye ζούνε σε συνθήκες ακρέας φτώχειας, διακρίσεων και αποκλεισμών αφού μεταξύ άλλων δικαιωμάτων τους, στερούνται και του δικαιώματος ιδιοκτησίας γης και ζώων. Τονίζουν μάλιστα οι αντληθείσες πληροφορίες, ότι σε περίπτωση διαμάχης, τα μέλη της φυλής Gaboye σπανίως προσφέγουν στη δικαιοσύνη. Οι πηγές πληροφόρησης δεικνύουν, ως και οι γενικές δηλώσεις του συνηγόρου του Αιτητή, ότι η κατ΄ ισχυρισμό φυλή Gaboye αντιμετωπίζει διακρίσεις. Ο Αιτητής, όμως, δεν τεκμηρίωσε επαρκώς ότι ανήκει στην εν λόγω φυλή δεδομένο το οποίο ενισχύεται από το γεγονός ότι δεν ανέφερε αρκετές πληροφορίες επί αυτού – ούτε από το αφήγημα και/ή τις δηλώσεις του τεκμηριώνεται επαρκώς ότι αποτέλεσε αντικείμενο στοχοποίησης του, λαμβανομένου του ότι απορρίφθηκε και το αφήγημα του περί δολοφονίας του πατέρα του. Συνεπώς, ακόμα και με αποδοχή της φυλής του άρρηκτα συνδεδεμένη με τη ισχυριζόμενη δίωξη πατέρα/οικογένειας λόγω εσωτερικής αναξιοπιστίας του δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ικανοποίηση των προϋποθέσεων του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Θεωρώ, επιπρόσθετα επί των συμπερασμάτων του λειτουργού ότι δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς ότι οι ισχυρισμοί του συνδέονται με πράξεις δίωξης στη χώρα του οι οποίες «[.] κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης [.] είναι αρκούντως σοβαρές λόγω της φύσης ή της επανάληψης τους ώστε να συνιστούν σοβαρή παραβίαση βασικών ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειδικά των δικαιωμάτων από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση, βάσει του άρθρου 15 παράγραφος 2, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών, ή (β) να αποτελούν σώρευση διαφόρων μέτρων συμπεριλαμβανομένων παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η οποία να είναι αρκούντως σοβαρή, ούτως ώστε να θίγεται ένα άτομο κατά τρόπο αντίστοιχο με το αναφερόμενο στην παράγραφο (α).» Εξ ορισμού του Άρθρου 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν6(Ι)/2000) και βάσει των προσωπικών περιστάσεων του δεν πληρούνται σωρευτικά οι προϋποθέσεις του ορισμού δίωξης και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000). Ούτε θεωρώ ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υπέδειξε επαρκή σημεία επί της συνέντευξης του Αιτητή ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του σε σχέση με την παροχή σε αυτόν προσφυγικού καθεστώτος.

 

Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την περιοχή του όπου ο λειτουργός κατά την αξιολόγηση κινδύνου και τη νομική ανάλυση, λαμβάνοντας υπόψη την περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή και των προσωπικών του συνθηκών έκρινε ότι δεν θα αντιμετωπίσει κανένα κίνδυνο που να απορρέει από την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Burao (ερυθρά 134-128 ΔΦ).

 

Το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του προχώρησε σε επικαιροποιηνένη έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Burao της Σομαλιλάνδης. Το Burco (Burao) είναι μια μικρή πόλη που βρίσκεται στην περιοχή Togdheer της Σομαλιλάνδης[4] και με περίπου 99.000 κατοίκους, σύμφωνα με εκτιμήσεις του 2025[5],  η δεύτερη πιο πυκνοκατοικημένη πόλη στη Σομαλιλάνδη, ενώ ήταν εδώ που έλαβε χώρα η μονομερής ανακήρυξη της ανεξάρτητης Δημοκρατίας της Σομαλιλάνδης το 1991[6]. Η Σομαλιλάνδη αποτελεί μία αποσχισθείσα ημιερημική περιοχή της Σομαλίας στις ακτές του Κόλπου Aden, η οποία ανακήρυξε την ανεξαρτησία της το 1991  μετά την ανατροπή του στρατιωτικού δικτάτορα, Siad Barre[7]. Έκτοτε ακολούθησε αποσχιστικός αγώνας στα πλαίσια του οποίου δυνάμεις του Siad Barre καταδίωκαν αντάρτες, σκοτώθηκαν χιλιάδες άνθρωποι και πόλεις ισοπεδώθηκαν. Δεν πρόκειται για διεθνώς αναγνωρισμένη χώρα, ωστόσο διαθέτει λειτουργικό πολιτικό σύστημα, κυβερνητικούς θεσμούς, αστυνομική δύναμη, εθνικό νόμισμα και ο πληθυσμός της εκτιμήθηκε το 2024 σε περίπου 5.700.000 κατοίκους[8].  Σε σχέση με της επαρχίες της Σομαλιλάνδης, διεθνείς πηγές χαρτογράφησης επιβεβαιώνουν ότι η επικράτεια της Σομαλιλάνδης αποτελείται από τις επαρχίες Sool και Sanaag στα ανατολικά, τις επαρχίες Togdheer, Hargeisha και Sahil στα κεντρικά και την επαρχία Awdal στα Δυτικά της περιφέρειας[9].Σύμφωνα με έναν διοικητικό χάρτη αναφοράς της UNOCHA, η περιοχή Togdheer μοιράζεται ένα διεθνή σύνορα με την Αιθιοπία. Εσωτερικά συνορεύει με τις περιοχές Wogoyi Galbeed, Soul,και Sanaag. Αποτελείται από τέσσερις συνοικίες: Sheikh, Owdweyne, Burco (ή Burao) και Buhodle (ή Buuhoodle). Πρωτεύουσα της περιοχής είναι το Burco (ή Burao)[10].Σύμφωνα με έκθεση της EUAA αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία το 2025, η επαρχία Toghdeer  βρισκόταν υπό τον έλεγχο της αποσχοιστικής διοίκησης της Σομαλιλάνδης και όχι της Al Shabab. Η ίδια έκθεση, ως προς τα περιστατικά ασφαλείας στην διοικητική περιφέρεια Togdheer, αναφέρει ότι μετά το 2023 δεν έχουν καταγραφεί περιστατικά που να σχετίζονται με τη δυναμική κάποιας σύγκρουσης εκεί[11]. Η έκθεση που δημοσίευσε το BTI, ένα παγκόσμιο φόρουμ το οποίο προήλθε από τη συνεργασία σχεδόν 300 εμπειρογνωμόνων χωρών και περιοχών από κορυφαία πανεπιστήμια και δεξαμενές σκέψης παγκοσμίως, αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία το 2024  αναφέρει ότι πλην της παρουσίας της Al Shabab στις οροσειρές Golis της επαρχίας Sanaag της Σομαλιλάνδης, οι εντάσεις μεταξύ των περιφερειών της Σομαλιλάνδης και του Puntland για τις επαρχίες Sool και Sanaag παραμένουν άλυτες[12], αναφέροντας ότι στις κοινές, αμφισβητούμενες, ανατολικές, παραμεθόριες περιοχές τους, ξέσπασαν, την περίοδο αναφοράς, συγκρούσεις μεταξύ των δυνάμεων ασφαλείας της Σομαλιλάνδης και των διαδηλωτών, αφού τα ανατολικά τμήματα των επαρχιών Sool και Sanaag, καθώς και η περιοχή Buhoodle στην επαρχία Togdheer, διεκδικούνται από αμφότερες τις περιφέρειες[13].

 

Αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Toghdeer, η έκθεση της EUAA αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Σομαλία το 2025 αναφέρει ότι σύμφωνα μεταξύ 1ης Απριλίου 2023 και 21ης ​​Μαρτίου 2025, η πύλη ACLED κατέγραψε 21 περιστατικά ασφαλείας στην περιοχή Togdheer (εκτός της περιοχής Buhodle), συμπεριλαμβανομένων μάχες και βίας κατά αμάχων, που προκάλεσαν 17 θανάτους. Σε τοπικό επίπεδο, η περιοχή Burao κατέγραψε τα περισσότερα περιστατικά ασφαλείας (13 περιστατικά), ακολουθούμενη από την περιοχή Owdweyne (8 περιστατικά)[14]. Σε σχέση με τα περιστατικά ασφαλείας στην επαρχία Toghdeer κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους, η πύλη ALCED καταγράφει 43 περιστατικά ασφαλείας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), τα οποία επέφεραν 14 απώλειες[15]. Στην πόλη Burao συγκεκριμένα, η ACLED κατέγραψε 11 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 2 απώλειες[16]. Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πόλης Burao το 2026, ανέρχεται σε περίπου 155.860 κατοίκους[17].Σύμφωνα μάλιστα  και με τις κατευθυντήριες αρχές της EUAA για τη Σομαλία του 2025, η περιφέρεια Toghdeer συγκαταλέγεται στις περιοχές στις οποίες τα επίπεδα βίας είναι τόσο χαμηλά που δεν είναι πιθανό να επηρεαστεί ένας άμαχος από την κατάσταση ασφαλείας εκεί[18]. Συνεπώς, το Δικαστήριο κατόπιν επαναξιολόγησης όλων των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, της κατάστασης ασφαλείας, τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων (που είναι πολύ χαμηλός) και σε συνάρτηση με τον αριθμό πληθυσμού της γενικότερης περιοχής, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην περιοχή του, θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη – ευρήματα που είναι σε πλήρη σύμπνοια και με τα συμπεράσματα εξατομικευμένης αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή από την αρμόδια αρχή.

 

Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

                        

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[2] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/2009, σκέψη 11

[3] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[4] Nightearth.com, Burco, Togdheer (Somaliland), Somalia, n.d., https://www.nightearth.com/showitem.php?item=burco-togdheer_(somaliland)-somalia&lang=en#gsc.tab=0, (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)

[5] https://worldpopulationreview.com/cities/somalia, (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)

[6] Radiosomaliland, Burao, n.d., https://www.radiosomaliland.com/burao/, (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)

[7] ΒΒC News, "Somaliland profile", 02/01/2024,  https://www.bbc.com/news/world-africa-14115069 (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)

[8] Όπ. π.

[10] UNOCHA, Somalia Administrative Reference Map, as of 20 July 2023, https://www.unocha.org/attachments/21dce458-fade-4db2-ae3e-315a18e0903b/Somalia_Administrative%20Reference%20Map_20230326.pdf, (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)

[11] EUAA, Security Situation, Somalia, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2025-06/2025_05_EUAA_COI_Report_Somalia_Security_Situation.pdf, σελ. 142, (ημ. πρόσβ. 23/04/2026)

[12] BTI, Somalia Country Report 2024, n.d., διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/SOM, ((ημ. πρόσβ. 23/04/2026)

[13] Όπ. π.

[14] EUAA analysis based on publicly available ACLED data. ACLED, Curated Data Files, Somalia, data covering 1 April 2023 to 21 March 2025, as of 26 March 2025, https://acleddata.com/curated-data-files/, (23/04/2026)

[15] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Toghdeer, Events / Fatalities,  Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)

[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Galmuduug, Events / Fatalities,  Past Year, Zoom map in Burao, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)

[18] EUAA, Country Guidance: Somalia, Common analysis and guidance note, October 2025, https://euaa.europa.eu/publications/country-guidance-somalia-1 , σελ.51


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο