G.N.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 538/2023, 22/4/2026
print
Τίτλος:
G.N.L. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 538/2023, 22/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

 Υπόθεση Αρ. 538/2023

 

22 Απριλίου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ: 

 

G.N.L.

 

                                                                                                                   Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

 

                                                                                                 Καθ' ων η αίτηση

 

....................................

 

Ο αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Κασσάνδρα Κουπαρή, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Θεοφανώ Βασιλάκη για Έλενα Ιωάννου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους καθ' ων η αίτηση

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 30/12/2022, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 15/11/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Ο αιτητής παρέλαβε βεβαίωση υποβολής αίτησης διεθνούς προστασίας στις 17/11/2022. 

 

Στις 09/12/2022, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή αυθημερόν. Στη συνέχεια, ο αρμόδιος εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, αφού υιοθέτησε την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού απέρριψε το αίτημα του αιτητή στις 30/12/2022. 

 

Η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική του αιτήματος του αιτητή επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον αιτητή αυθημερόν.  Στη συνέχεια, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, από το δικηγόρου που εκπροσωπούσε τότε τον αιτητή. Στην πορεία της δικαστικής διαδικασίας ο αιτητής αποδέσμευσε τον δικηγόρο που καταχώρησε την προσφυγή του και διόρισε τη νέα του δικηγόρο η οποία καταxώρησε Γραπτή Συμπληρωματική Αγόρευση και Απαντητική Αγόρευση για τον αιτητή.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή κατά το στάδιο των διευκρινίσεων ενώπιον του Δικαστηρίου, υιοθέτησε τη Συμπληρωματική Γραπτή της Αγόρευση με την οποία προωθεί την ακύρωση της προσβαλλόμενης λόγω του ότι δεν διεξήχθη δέουσα έρευνα κατά παράβαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς ο αιτητής ως άτομο που είχε συλληφθεί και υποστεί κακομεταχείριση στη χώρα του, θα έπρεπε κατά την εισήγησή της να είχε παραπεμφθεί σε ψυχολόγο.  Επιπλέον, αποτελεί θέση της ότι λανθασμένα ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνήγαγε ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για έναν από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ενώ επικουρικά ισχυρίζεται ότι ο αιτητής εντάσσεται στο άρθρο 19 του προαναφερθέντος νόμου καθότι στη χώρα καταγωγής του σημειώνεται μεγάλος αριθμός περιστατικών βίας.   Σημειώνεται πως υποστήριξε πως δεν θα προωθήσει τα όσα περιλαμβάνονται στην Γραπτή Αγόρευση του δικηγόρου που εκπροσωπούσε προηγουμένως τον αιτητή.

 

H ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης και αναφέρει ότι λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στο αρμόδιο όργανο και είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.  Επιπλέον, ισχυρίζεται πως τα όσα περιλαμβάνονται για πρώτη φορά στη Συμπληρωματική Γραπτή Αγόρευση σε σχέση με τα άρθρα 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου δεν δικογραφούνται δεόντως και ως εκ τούτου, δεν μπορούν να εξεταστούν από το Δικαστήριο. 

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.  Στα πλαίσια αυτά βεβαίως θα εξεταστεί και ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου.

 

Ο αιτητής στην αίτησή του για διεθνή προστασία κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του γιατί η ζωή του κινδύνευε από έναν άνδρα του οποίου η σύζυγος ήταν «η αδελφή τους» στην εκκλησία.  Ο εν λόγω άντρας απειλούσε τον αιτητή καθώς πίστευε ότι έβγαινε με τη γυναίκα του (ερυθρά 1, 14 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής ανέφερε ότι κατάγεται από τη ΛΔΚ, ότι γεννήθηκε στην κοινότητα Lingwala, της περιοχής Lukunga, της πρωτεύουσας και πόλης Kinshasa, το 2008 μετακόμισε στην επαρχία Kongo-Central (προηγ. Bas-Congo) στην οποία έζησε για 3 χρόνια και έπειτα επέστρεψε στη Lingwala όπου και διέμεινε μέχρι που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του στις 18/10/2022 (ερυθρά 22, 1χ,3χ-4χ, 24, 4χ του διοικητικού φακέλου).  Είναι χριστιανός, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και ομιλεί γαλλικά και Lingala (ερυθρά 24, 3χ, 21, 5χ, 1χ του διοικητικού φακέλου).  Σε σχέση με την οικογένειά του, δήλωσε ότι ο πατέρας του απεβίωσε στις 25/08/2017, η μητέρα του διαβιεί στην Kinshasa και έχει 7 αδέλφια ,εκ των οποίων οι δυο αδελφές του ζουν στην Kongo-Central και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα αυτής τη Matadi και οι υπόλοιποι στην Kinshasa (ερυθρό 21, 6χ-8χ του διοικητικού φακέλου).  Για την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι από το Μάρτιο του 2021 και για 7 μήνες εργαζόταν σε ταξιδιωτικό γραφείο (ερυθρό 21, 3χ-4χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, ανέφερε ότι υπηρετούσε τον Θεό και ότι μια «αδελφή» της εκκλησίας, επρόκειτο για γυναίκα η οποία είχε απευθυνθεί στον πάστορα ζητώντας βοήθεια λόγω των προβλημάτων γονιμότητας που αντιμετώπιζε. Ο πάστορας τους σύστησε και άρχισαν να συναντώνται, προκειμένου εκείνη να εκθέτει τα ζητήματά της και ο αιτητής να προσεύχεται υπέρ αυτής. Μετά την πάροδο ορισμένου χρόνου, ο πάστορας υπέδειξε ότι οι προσευχές θα ήταν προτιμότερο να τελούνται στην οικία της εν λόγω γυναίκας. Στη συνέχεια, καταρτίστηκε πρόγραμμα, βάσει του οποίου, σε συγκεκριμένες ημέρες, μετέβαιναν στην οικία της για προσευχή. Ο πάστορας, η γυναίκα και ο αιτητής ανέπτυξαν σταδιακά στενή σχέση, και όταν εκείνη αντιμετώπιζε οποιοδήποτε ζήτημα, τους ενημέρωνε ώστε να προσεύχονται για αυτήν.

 

Η εν λόγω γυναίκα ήταν έγγαμη και ο σύζυγός της άρχισε να υποπτεύεται ότι διατηρούσε κρυφή σχέση με τον αιτητή. Περαιτέρω, η ίδια γνωστοποίησε τις υποψίες του συζύγου της στον πάστορα. Όταν άρχισαν να διαδίδονται φήμες περί σχέσης μεταξύ αυτής και του αιτητή, η γυναίκα ενημέρωσε εκ νέου τον πάστορα, ο οποίος επιχείρησε να διευθετήσει συνάντηση με τον σύζυγό της, προκειμένου να του εξηγήσει την πραγματική κατάσταση πλην όμως, εκείνος αρνήθηκε να τον ακούσει.  Ακολούθως, ο σύζυγος της προέβη σε απειλές κατά του αιτητή, επικοινωνώντας μαζί του τηλεφωνικώς και αποστέλλοντάς του απειλητικά μηνύματα. Η κατάσταση επιδεινώθηκε περαιτέρω, όταν ο εν λόγω άνδρας κατήγγειλε τον αιτητή στις αρχές και φέρεται να απέστειλε τρίτα πρόσωπα να του επιτεθούν στον δρόμο. Υπό τα δεδομένα αυτά, ο πάστορας κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο αιτητής όφειλε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του και να υποβάλει αίτηση διεθνούς προστασίας (ερυθρό 20, 1χ–2χ του διοικητικού φακέλου).

 

Σε ερωτήσεις σχετικές με την εν λόγω γυναίκα και τον άντρα της, ανέφερε ότι εκείνη πρέπει να ήταν περίπου 38 χρονών, ότι ταξίδευε συχνά και ότι δεν γνώριζε με τι ασχολείτο.  Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε πως ο άντρας της τον κατήγγειλε στις αρχές καθώς του ζήτησαν δυο φορές να παρουσιαστεί ενώπιον τους.  Παρότι όφειλε να εμφανιστεί, εντούτοις δεν το έπραξε, λόγω του ότι ο πάστορας τον συμβούλευσε να μην παρουσιαστεί.  Ο αιτητής ισχυρίστηκε πως θα προχωρούσαν σε σύλληψή του με την κατηγορία ότι έβγαινε με παντρεμένη γυναίκα.  Όταν του επισημάνθηκε ότι δεν ήταν ευλογοφανής η αναφορά του αυτή, εφόσον δεν αναμένετο οι αρχές να προχωρούσαν στη σύλληψη καταγγελλόμενο χωρίς εναντίον του αποδείξεις, δήλωσε ότι αυτός ο άντρας του είπε ότι θα έκανε τη ζωή του δύσκολη και πως επειδή είχε χρήματα, θα τα χρησιμοποιούσε.  Ερωτηθείς πως ήξερε ότι οι επιστολές που έλαβε από τις αρχές αφορούσαν την από πλευράς του εν λόγω ατόμου καταγγελία, απάντησε ότι δεν τον συνέλαβαν ποτέ και ισχυρίστηκε πως όλο αυτό έγινε την περίοδο που δεχόταν τις απειλές. 

 

Συγκεκριμένα, δήλωσε πως την πρώτη φορά έστειλαν επιστολή και τη δεύτερη τέσσερις άντρες πήγαν με ένταλμα στο σπίτι και ζήτησαν από τον αιτητή να τους ακολουθήσει.  Ο αιτητής προσπάθησε να αντισταθεί και κάποιοι αστυνομικοί άρχισαν να τον προσβάλλουν αναφέροντας ότι έβγαινε με παντρεμένη γυναίκα.  Ο αιτητής τοποθέτησε χρονικά το γεγονός αυτό τον Ιούνιο του 2022 και όταν του ζητήθηκε να αναφέρει γιατί από τον Ιούνιο του 2022 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2022 που αποχώρησε από τη χώρα, δεν τον είχαν συλλάβει, απάντησε ότι οι αρχές μετά τις δυο φορές σταμάτησαν να τον ενοχλούν (ερυθρά 19, 4χ-5χ, 7χ, 10χ, 11χ, 18, 2χ-5χ του διοικητικού φακέλου). 

 

Ο αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο εν λόγω άνδρας προσέλαβε ιδιώτες με σκοπό να τον παρακολουθούν. Υποστήριξε ότι γνώριζε πως τα πρόσωπα αυτά ενεργούσαν κατ’ εντολή του άνδρα, επικαλούμενος σχετικές απειλές που είχε δεχθεί από τον τελευταίο, ότι θα του καθιστούσε τη ζωή δυσχερή.  Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά την πρώτη φορά που αντιλήφθηκε την παρουσία τους, τρία άτομα εμφανίστηκαν σε εκκλησία όπου βρισκόταν. Μετά το πέρας της λειτουργίας, τα εν λόγω πρόσωπα παρέμεναν στον χώρο, γεγονός που του προκάλεσε ανησυχία.  Επιπλέον, δήλωσε ότι στις 28/08/2022, ενώ βρισκόταν μαζί με τη σύντροφό του, παρατήρησε όχημα στο οποίο επέβαιναν πρόσωπα που του ήταν γνώριμα. Κατά τους ισχυρισμούς του, ένας εξ αυτών εξήλθε από το όχημα και κατευθύνθηκε προς το μέρος τους, πλην όμως ο αιτητής και η σύντροφός του κατόρθωσαν να επιβιβαστούν σε διερχόμενο ταξί και να απομακρυνθούν.  Ερωτηθείς ως προς τους λόγους για τους οποίους θεωρούσε ότι τα πρόσωπα αυτά επιδίωκαν να τον σκοτώσουν, απάντησε ότι, αφότου αντιλήφθηκε ότι ενδέχεται να διατρέχει κίνδυνο, περιόρισε σημαντικά τις εξόδους του (ερυθρό 18, 5χ–10χ του διοικητικού φακέλου).

 

Ερωτηθείς για ποιο λόγο αυτός ο άντρας πίστευε ότι η γυναίκα του έβγαινε με τον αιτητή και όχι με τον πάστορα, απάντησε ότι κάθε φορά που εκείνη αποτινόταν στον πάστορα για βοήθεια, ο πάστορας την έστελνε στον αιτητή (ερυθρό 17, 3χ του διοικητικού φακέλου).  Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πως γινόταν να εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης εναντίον του, αλλά να κατάφερε να εγκαταλείψει τη χώρα του νόμιμα, απάντησε ότι για να ενημερωθεί η υπηρεσία ασφαλείας του αεροδρομίου για ένα διαβατήριο, έπρεπε να επρόκειτο για κάτι πολύ σοβαρό και πρόσθεσε ότι η δική του υπόθεση δεν ήταν τόσο σημαντική.  Ερωτηθείς αν θα μπορούσε να μείνει σε άλλη περιοχή της χώρας, απάντησε ότι ο εν λόγω άντρας, θα τον έβρισκε οπουδήποτε και αν πήγαινε εφόσον θα χρησιμοποιούσε τα χρήματα του γιατί ήταν πλούσιος και την επιρροή του (ερυθρό 17 του διοικητικού φακέλου).  Ο αιτητής ανέφερε ότι γνώριζε ότι αυτός ο άντρας, παρότι η γυναίκα του σταμάτησε να επικοινωνεί με τον αιτητή, εντούτοις επιθυμούσε ακόμη να τον σκοτώσει καθώς έλαβε ένα τηλεφώνημα και ο εν λόγω άντρας γελούσε και του έλεγε ότι γνώριζε ότι εγκατέλειψε τη χώρα και ότι αν τυχόν ποτέ επέστρεφε στη χώρα, θα τον σκότωνε. (ερυθρό 16 του διοικητικού φακέλου). 

 

Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή.  O πρώτος ισχυρισμός αφορά το ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, με τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής την Kinshasa.  Ο δεύτερος ισχυρισμός στηρίζεται στην ισχυριζόμενη δίωξη του αιτητή από το σύζυγο μίας γυναίκας, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι έχει κρυφό δεσμό με τη σύζυγό του.

 

Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τους καθ' ων η αίτηση, καθώς κρίθηκε ότι πληρείτο τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία, λαμβανομένου υπόψη και του διαβατηρίου του αιτητή.  Ωστόσο, ο δεύτερος ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής.  Σχετικά με το δεύτερο ισχυρισμό, δηλαδή ότι φοβόταν από τον σύζυγο μιας γυναίκας, καθώς πίστευε ότι ο αιτητής έβγαινε κρυφά μαζί της, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι τα όσα δήλωσε ο αιτητής δεν ήταν λεπτομερή και ότι υπήρχαν πολλά κενά και ανεπάρκειες στο αφήγημά του και έχει πληγεί η αξιοπιστία του. 

 

Συγκεκριμένα, κατά την εκτίμηση της εσωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι, παρότι ο αιτητής ισχυρίστηκε πως γνώριζε καλά την εν λόγω γυναίκα, εντούτοις αδυνατούσε να παράσχει ουσιώδεις πληροφορίες σχετικά με αυτήν, όπως την ηλικία και την επαγγελματική της ιδιότητα.  Περαιτέρω, επισημάνθηκε ότι ο σύζυγος της γυναίκας δεν φαίνεται να είχε οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο εναντίον του αιτητή, ενώ οι δηλώσεις του τελευταίου αναφορικά με τις πράξεις του εν λόγω προσώπου βασίζονταν κυρίως σε εικασίες.  Επιπλέον, ο αιτητής ανέφερε ότι κατέληξε στο συμπέρασμα πως οι επιστολές που έλαβε από τις αρχές σχετίζονταν με καταγγελία του προσώπου αυτού, καθότι οι επιστολές αυτές ελήφθησαν κατά την ίδια χρονική περίοδο κατά την οποία δεχόταν απειλές. Ωστόσο, σε μεταγενέστερο στάδιο διαφοροποίησε τους ισχυρισμούς του, αναφέροντας ότι αρχικά του απεστάλη επιστολή, ενώ σε δεύτερο χρόνο οι αρχές παρουσιάστηκαν στην οικία του με ένταλμα σύλληψης και του ζήτησαν να τους ακολουθήσει.  Παρά ταύτα, μολονότι ισχυρίστηκε ότι έλαβε σχετική επιστολή και ότι έγινε απόπειρα σύλληψής του, δεν παρείχε σαφείς διευκρινίσεις ως προς την εξέλιξη ή την κατάληξη της φερόμενης καταγγελίας.  Τέλος, σημειώνεται ότι δεν προέκυψε οποιαδήποτε ενέργεια εις βάρος του πάστορα, στην οικία του οποίου διέμενε ο αιτητής, γεγονός που όπως αναφέρει ο αρμόδιος λειτουργός δεν συνάδει με τα αναμενόμενα, λαμβανομένης υπόψη της φερόμενης εμπλοκής του αιτητή με την εν λόγω γυναίκα.

 

Κατά την εκτίμηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός επισήμανε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, και δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούσαν την περαιτέρω ανάλυσή τους μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.  Ως εκ τούτου, ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός και απορρίφθηκε στο σύνολό του.

 

Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε υπόψη το προσωπικό του προφίλ και την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συνέτρεχαν εύλογοι λόγοι ώστε να γινόταν δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Kinshasa, ο αιτητής θα υφίστατο δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφαλείας, καθώς οι ένοπλες συγκρούσεις περιορίζονταν στα ανατολικά της χώρας και συγκεκριμένα στις επαρχίες North Kivu, South Kivu και Ituri.

 

Κατά την νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί τoυ αιτητή δεν μπορεί να αποτελούσαν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.  Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη υπό το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι στην περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή δεν παρατηρείτο ένοπλη σύρραξη. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι ο αιτητής δεν δύνατο να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και, συνεπώς, το αίτημά του δεν έγινε αποδεκτό στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών, λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα του αιτητή. 

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου από τη συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση.  Όσον αφορά τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, τον ισχυριζόμενο φόβο του αιτητή από τον σύζυγο μιας γυναίκας, ο οποίος τον κατηγορούσε ότι διατηρούσε κρυφό δεσμό με τη γυναίκα του, συμφωνώ με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού ως προς την αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.  Από το αφήγημα του αιτητή απουσιάζουν η αναγκαία λεπτομέρεια και η βιωματική περιγραφή, καθότι παρέλειψε να παραθέσει ουσιώδεις πληροφορίες αναφορικά με πρόσωπα στα οποία αναφερόταν επανειλημμένως, επιχειρώντας να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του. Ειδικότερα, ουδέποτε προσδιόρισε το όνομα της εν λόγω γυναίκας ούτε και του συζύγου της, περιοριζόμενος στη χρήση γενικών και αόριστων εκφράσεων, όπως «our sister», «this woman», «her husband» και «that man» (ερυθρά 20, 1χ, 16 του διοικητικού φακέλου).  Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να παράσχει ουσιαστικές πληροφορίες για τη γυναίκα αυτή, καθώς το μόνο που ανέφερε ήταν μία εκτιμώμενη ηλικία, για την οποία ο ίδιος δεν εξέφρασε βεβαιότητα, καθώς και το ότι αυτή συνήθιζε να ταξιδεύει συχνά (ερυθρό 19, 4χ–5χ του διοικητικού φακέλου).

 

Επιπλέον, οι δηλώσεις του ότι συμπέρανε πως ο σύζυγος της γυναίκας προέβη σε καταγγελία εις βάρος του, βάσει του γεγονότος ότι οι αρχές του ζήτησαν να παρουσιαστεί ενώπιον τους, ότι συνέδεσε τις επιστολές που έλαβε με την εν λόγω καταγγελία λόγω της χρονικής σύμπτωσης με τις απειλές που δεχόταν, καθώς και ότι θεώρησε πως ο ίδιος απέστειλε ιδιώτες για να τον παρακολουθούν, επίσης λόγω των απειλών, καταδεικνύουν ότι οι ισχυρισμοί του δεν εδράζονται σε άμεση και προσωπική γνώση, αλλά σε εικασίες και υποθέσεις (ερυθρά 19, 7χ, 18, 2χ, 6χ του διοικητικού φακέλου).  Εξάλλου, αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμόν απόπειρα σύλληψής του από τις αρχές, καθώς και με τις φερόμενες παρακολουθήσεις από ιδιώτες, περιορίστηκε σε γενικόλογες αναφορές περί εμφάνισης ορισμένων ανδρών, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς του (ερυθρό 18, 4χ, 8χ του διοικητικού φακέλου).

 

Επιπρόσθετα, το αφήγημά του παρουσιάζει εσωτερικές αντιφάσεις, καθότι, ενώ αρχικώς ανέφερε ότι οι αρχές του ζήτησαν δύο φορές να παρουσιαστεί ενώπιόν τους, σε μεταγενέστερο στάδιο διαφοροποίησε τους ισχυρισμούς του, αναφέροντας ότι την πρώτη φορά του απεστάλη επιστολή, ενώ τη δεύτερη οι αρχές εμφανίστηκαν στην οικία του με ένταλμα και του ζήτησαν να τους ακολουθήσει (ερυθρά 19, 7χ, 18, 4χ του διοικητικού φακέλου).  Υπό το φως των ανωτέρω, διαπιστώνεται ότι η εσωτερική συνοχή και αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώνονται.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, θα συμφωνήσω με τους καθ' ων η αίτηση πως ένεκα της προσωπικής φύσης του υπό εξέταση ισχυρισμού αυτός δεν είναι δυνατόν να διασταυρωθεί από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του αιτητή.  Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι η αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, εφόσον προέβη κατά το αφήγημά του σε γενικές και αόριστες αναφορές, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό ο αιτητής δεν έχει στοιχειοθετήσει οποιοδήποτε λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να του δοθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής [.]».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτητή, επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η σύγκρουση στις ανατολικές επαρχίες, ιδίως με τη συμμετοχή της αντάρτικης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τις αρχές της Rwanda, συνεχίστηκε καθ' όλη τη διάρκεια του έτους [2024]. [.]  Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM) ανέφερε ότι έως το τέλος Μαΐου, 1,77 εκατομμύρια άνθρωποι στο North Kivu είχαν εκτοπιστεί λόγω επιθέσεων της M23, ενώ σημείωσε αύξηση της σεξουαλικής βίας και της εκμετάλλευσης που στοχεύει γυναίκες και κορίτσια.[1] Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από άλλες διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης στις οποίες αναφέρεται ότι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε.  Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες.  Κυβερνητικές δυνάμεις προχώρησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων.[2]

 

Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[3]  Επιπροσθέτως, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[4]

 

Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), ενός μη κερδοσκοπικού οργανισμού με έργο τη συλλογή, ανάλυση και χαρτογράφηση δεδομένων σχετικά με τις ημερομηνίες, τους δρώντες, τις τοποθεσίες, τους θανάτους και τους τύπους όλων των καταγεγραμμένων γεγονότων πολιτικής βίας και διαμαρτυρίας σε παγκόσμια κλίμακα, στη διάρκεια ενός έτους (Past year of ACLED Data) και συγκεκριμένα με ημερομηνία καταγραφής το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης το έτος 2026), όσον αφορά την πόλη Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή, έχουν καταγραφεί 53 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 49 θάνατοι.[5]  Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το έτος 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 18,552,800 κατοίκους.[6]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. 

 

Η συνήγορος του αιτητή, στα πλαίσια του ισχυρισμού του περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, προβάλλει ότι οι καθ' ων η αίτηση παρέλειψαν να παραπέμψουν τον αιτητή σε ψυχολόγο κατά παράβαση των άρθρων 9 και 15 του περί Προσφύγων Νόμου.  Ως υποστήριξε, οι καθ' ων η αίτηση αγνόησαν το γεγονός ότι ο αιτητής είναι πρόσωπο που έχει συλληφθεί και έχει υποστεί κακομεταχείριση στη χώρα καταγωγής του, και δεν παρέπεμψαν αυτόν σε ψυχολόγο.  Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι στην περίπτωση της εκεί επιστροφής του, μη έχοντας τη δυνατότητα να προστατευθεί αποτελεσματικά μπορεί να υποστεί βασανιστήρια ή εξευτελιστική μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.

 

Εξετάζοντας τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρείται ότι, κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ερωτηθείς κατά πόσον αντιμετώπιζε οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, απάντησε αρνητικά (ερυθρό 23 του διοικητικού φακέλου).  Περαιτέρω, ο αιτητής ουδέποτε ανέφερε ότι συνελήφθη στη χώρα καταγωγής του. Αντιθέτως, δήλωσε ότι τον Ιούνιο του 2022 τέσσερις άνδρες μετέβησαν στην οικία του φέροντας ένταλμα και του ζήτησαν να τους ακολουθήσει. Κατά τους ισχυρισμούς του, επιχείρησε να αντισταθεί, με αποτέλεσμα ορισμένοι εξ αυτών να τον προσβάλουν, αναφερόμενοι σε φερόμενη σχέση του με έγγαμη γυναίκα. Ακολούθως, ισχυρίστηκε ότι διέφυγε, κατέφυγε σε εκκλησία και διέμενε εκεί για κάποιο χρονικό διάστημα.

 

Επιπλέον, ερωτηθείς πώς εξηγείται το γεγονός ότι, από τον Ιούνιο του 2022 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2022, οπότε και αναχώρησε από τη ΛΔΚ, δεν συνελήφθη, απάντησε ότι, μετά τα πιο πάνω περιστατικά, οι αρχές έπαυσαν να τον αναζητούν ή να τον ενοχλούν (ερυθρό 18, 4χ–5χ του διοικητικού φακέλου).  Οι λόγοι που επικαλέστηκε ο αιτητής για την εγκατάλειψη της χώρας καταγωγής του εξετάστηκαν και αξιολογήθηκαν τόσο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας όσο και κατά την παρούσα δικαστική διαδικασία και κρίνονται ως μη αποδεκτοί, λόγω έλλειψης επαρκών βασικών πληροφοριών, καθώς και λόγω απουσίας συνέπειας και συνοχής στους ισχυρισμούς του.

 

Ορθώς, ο αρμόδιος λειτουργός δεν εντόπισε ενδείξεις που να υποδηλώνουν παρελθούσα δίωξη ή σοβαρή βλάβη, ούτε και συμπτώματα ή ενδείξεις βασανιστηρίων ή άλλων σοβαρών πράξεων σωματικής ή ψυχολογικής βίας, που να δικαιολογούν την εφαρμογή του άρθρου 15 του περί Προσφύγων Νόμου.  Περαιτέρω, από τα πρακτικά της συνέντευξης δεν προκύπτει οποιαδήποτε ένδειξη φορτισμένης συναισθηματικής κατάστασης ή ψυχολογικής επιβάρυνσης κατά τη διήγηση των γεγονότων, η οποία να χρήζει περαιτέρω διερεύνησης ή παραπομπής του αιτητή στις αρμόδιες υπηρεσίες, ούτε και στοιχεία που να καταδεικνύουν ευαλωτότητα. 

 

Επιπρόσθετα, ο αιτητής δεν προέβαλε, ούτε στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά ικανά να τον εντάξουν στην κατηγορία των προσώπων που χρήζουν ειδικής μεταχείρισης.  Σημειώνεται πως ο αιτητής είχε τη δυνατότητα να προβάλει όποιους ισχυρισμούς επιθυμούσε με το ορθό δικονομικό διάβημα και να εξεταστούν από το Δικαστήριο στα πλαίσια του κατ’ουσίαν ελέγχου από το Δικαστήριο πράγμα που δεν έπραξε.  Συνεπώς, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν ευσταθεί και απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα. 

 

Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, διεξήγαγαν τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου απορρίπτεται στο σύνολό του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής και/ή δέουσα αιτιολόγηση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και νόμιμη. Κατόπιν κατ'ουσίαν αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή έκρινα πως δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 



[1] Freedom House, Democratic Republic of the Congo, 2025, διαθέσιμο στοhttps://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2025

[2]Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο στοhttps://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ 

[3]CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ.2, διαθέσιμο στοhttps://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf

[4]Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο στοhttps://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/

[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, Country: DRC, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη στοhttps://acleddata.com/platform/explorer  

[6] World Population Review, Kinshasa DR Congo, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο