C.K.L ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 543/2023, 23/4/2026
print
Τίτλος:
C.K.L ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 543/2023, 23/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  543/2023

23 Απριλίου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

C.K.L,

από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό,

                                                         Αιτητή

 

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου,

Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτητή: Τζ. Μπετίτο (κος) για Δ. Κακουλλής  

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Μ. Φιλίππου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 30.12.2022, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των

γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «ΛΔΚ»), την οποία εγκατέλειψε στις 14.06.2022 και στις 10.11.2022 εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές με το διαβατήριό του, μέσω των μη ελεγχόμενων περιοχών. Στις 30.11.2022 υπέβαλε αίτηση για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 15.12.2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος υπέβαλε στις 21.12.2022 Έκθεση – Εισήγηση προς  τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Ακολούθως, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε στις 30.12.2022 την Εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτόν στις 20.01.2023 μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Με την υπό κρίση προσφυγή ο Αιτητής αμφισβητεί την εν λόγω απόφαση.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του ευπαιδεύτου δικηγόρου του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, εμφιλοχώρησης πραγματικής και νομικής πλάνης και  παράβασης των νομοθετημένων διατάξεων.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, σημειώνοντας ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλει ο Αιτητής είναι γενικοί και αόριστοι και ως εκ τούτου δεν πρέπει να επιτύχουν και ότι ο ίδιος δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης ή σοβαρό κίνδυνο βλάβης. Υποβάλλουν περαιτέρω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και επαρκούς αιτιολογίας, ότι αυτή λήφθηκε στα πλαίσια της διακριτικής τους ευχέρειας αφού εξετάσθηκαν όλα τα στοιχεία της υπόθεσης και ότι ουδεμία πλάνη, πραγματική ή νομική, δεν εμφιλοχώρησε.

 

Στα πλαίσια της απαντητικής του αγόρευσης, ο Αιτητής υιοθετεί το περιεχόμενο της αίτησης και της γραπτής του αγόρευσης και υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση στην γραπτή τους αγόρευση παραθέτουν σειρά νομολογίας δίχως να την συνδέουν με τους ισχυρισμούς του και ότι περιορίζονται στην επανάληψη των ισχυρισμών του Λειτουργού δίχως να αντικρούουν σαφώς τις θέσεις του ιδίου, παραβιάζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο τις νομοθετημένες διοικητικές διατάξεις και αφαιρώντας από τον ίδιο το δικαίωμα να αντικρούσει με την απαντητική του αγόρευση τις θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση.

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 

Καταρχάς, μελετώντας την γραπτή αγόρευση του Αιτητή, διαπιστώνεται ότι πλην του λόγου ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας ο οποίος προωθείται επί τη βάση σχετικής επιχειρηματολογίας, οι λοιποί λόγοι ακυρώσεως προωθούνται με γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων, χωρίς ωστόσο να δίδονται οποιαδήποτε στοιχεία ή επιχειρήματα, που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του αυτούς. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962.[1]

 

Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο.[3]Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο Κύπρου, ECLI:CY:AD: 2018:C344,  Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποίαν παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι  η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση, αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα και όχι με γενικότητες και αοριστολογίες. 

 

Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση δεν ήταν αρκετό να τεθεί στα νομικά σημεία της αιτήσεως ακυρώσεως αλλά και της μετέπειτα καταχωρισθείσας γραπτής αγόρευσης, με γενικόλογη και αόριστη επιχειρηματολογία, η παραβίαση κανόνων δικαίου κάτω από τη γενικότερη σφαίρα παραβίασης των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς ταυτόχρονα την εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίον οι αρχές αυτές παραβιάζονται.

 

Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, αυτό που επίσης παρατηρείται είναι πως πέραν από γενικόλογους λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής δεν προβάλει, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή του στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υπενθυμίζεται ότι, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας το οποίο εξετάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του  πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc), κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε αιτητή). Συνεπώς η δικαιοδοσία του παρόντος δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών, αφού ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι συγκεκριμένοι λόγοι ακυρώσεως είναι βάσιμοι, καμία επίδραση δεν θα έχει, μία τέτοια κρίση, στο νομικό αποτέλεσμα που επήλθε με την προσβαλλόμενη απόφαση αφού ο Αιτητής δεν προβάλλει, ως οφείλει, ειδικούς και τεκμηριωμένους ισχυρισμούς που να δικαιολογούν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, που είναι και το κρίσιμο στα πλαίσια της έκτασης του ελέγχου του παρόντος δικαστηρίου.[4]

 

Όλοι λοιπόν οι λόγοι ακυρώσεως, πλην αυτών που αφορούν στην έλλειψη δέουσας έρευνας, είναι ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης ως γενικοί, αόριστοι αλλά και αλυσιτελείς και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολό τους. Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν,[5] θα προχωρήσω να εξετάσω την ουσία της υπόθεσης, σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Επί της ουσίας της υπόθεσης σε συνάρτηση με την κατ' ισχυρισμό έλλειψη δέουσας έρευνας 

Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή περί έλλειψη δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[6]

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.

 

Ειδικότερα, παρατηρώ ότι ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησής του για διεθνή προστασία και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα κατά-γωγής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι κατόπιν του θανάτου της μητέρας του ξεκίνησε να διαμένει σε μία εκκλησία. Στις 29.01.2020, γνώρισε μία κοπέλα με την οποία σύναψε σχέση και η οποία ξεκίνησε να κυοφορεί δύο έτη αργότερα. Ο Αιτητής μετέβη στην οικία της για να γνωρίσει τον πατέρα της – συνταγματάρχης στο αξίωμα – ο οποίος τον απέπεμψε διότι ο Αιτητής δεν ήταν ισάξιος τους και στη συνέχεια άρχισε να τον καταδιώκει, μέσω του προσωπικού του φρουρού, ώστε να τον σκοτώσει. Ο Αιτητής διέφυγε από τη χώρα με την οικονομική συνδρομή της συντρόφου του (βλ. ερ. 1 και μετάφραση αυτού στο ερ. 16 του δ.φ.).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του ενώπιον του Λειτουργού, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι γεννήθηκε στην Κινσάσα και προτού εγκαταλείψει τη χώρα διέμενε σε δομή που είχε διατεθεί από μία εκκλησία η οποία βρισκόταν στην περιοχή Mont Ngafula της Κινσάσα (ερ. 21 του δ.φ.). Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής δήλωσε ότι ολοκλήρωσε την δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην περιοχή Mont Ngafula, αποκτώντας κρατικό δίπλωμα, και σε σχέση με επαγγελματικό του προφίλ, δήλωσε ότι εργαζόταν ως πωλητής νερού, απασχολούνταν δε και ως παίκτης ποδοσφαίρου, δίχως ωστόσο να βιοπορίζεται από αυτό ενώ προτού ξεκινήσει την πώληση νερού, η εκκλησία κάλυπτε τα έξοδα βιοπορισμού του (ερ. 22, 21 του δ.φ.). Ο πατέρας του εγκατέλειψε την μητέρα του και τον ίδιο όταν εκείνος ήταν σε ηλικία δέκα ετών και έκτοτε δεν έχει επικοινωνία με εκείνον, δεν έχει αδέλφια και η μητέρα του απεβίωσε στις 29.01.2020 λόγω ασθένειας (ερ. 22 του δ.φ.).

 

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης του, ότι αφότου χάθηκε η μητέρα του, αναζήτησε καταφύγιο σε μία εκκλησία όπου γνώρισε την σύντροφό του με την οποία σύναψε ερωτική σχέση. Δύο έτη αργότερα, όταν ο Αιτητής μετέβη στην οικία της (ημέρα Κυριακή) για να γνωρίσει τον πατέρα της, εκείνος τον απέπεμψε, δηλώνοντάς του ότι δεν είναι ισάξιός τους και ότι δεν μπορεί να νυμφευθεί την κόρη του και ζητώντας από εκείνον να μην επιστρέψει. Κατόπιν τριών εβδομάδων, η σύντροφος του Αιτητή τον συνάντησε στην εκκλησία και τον προέτρεψε να εγκαταλείψει τη χώρα διότι ο πατέρας της, είχε αναθέσει σε κάποια άτομα να τον εντοπίσουν, απαγάγουν, μεταφέρουν στο δάσος και σκοτώσουν. Ο Αιτητής μετοίκησε σε οικία φιλικού προσώπου και την επομένη η σύντροφός του τον συνάντησε εκεί και του έδωσε 4000 δολάρια για να εγκαταλείψει τη χώρα. Η προετοιμασία του ταξιδιού του διήρκησε πέντε ημέρες (ερ. 20 του δ.φ.).

 

Στο πλαίσιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων που τέθηκαν από τον Λειτουργό, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατόπιν δύο ημερών από την επίσκεψη στην οικία του πατέρα της συντρόφου του, αυτή τον πληροφόρησε ότι τον αναζητούσε ο πατέρας της (ερ. 19 του δ.φ.). Ερωτηθείς εάν του συνέβη οτιδήποτε λόγω των απειλών, απάντησε αρνητικά (ερ. 19 του δ.φ.). Σε επισήμανση του Λειτουργού ότι κατά την ελεύθερη αφήγηση είχε αναφέρει πως η σύντροφός του τον είχε προειδοποιήσει για τον πατέρα της τρεις εβδομάδες μετά την επίσκεψη στην οικία της ενώ μετέπειτα δήλωσε πως αυτό συνέβη δύο ημέρες αργότερα, απάντησε ότι όταν είχε αναφερθεί στις τρεις εβδομάδες εννοούσε πως εκείνη τότε τον είχε επισκεφθεί μεταξύ του διαστήματος αναχώρησής του από την εκκλησία προς τον άλλο δήμο στην Κινσάσα (ερ. 18 του δ.φ.). Κληθείς να εξηγήσει τις διαφορετικές δηλώσεις του αναφορικά με τον τόπο τελευταίας κατοικίας, απάντησε ότι δεν διέμεινε στην εκκλησία αλλά σε έτερο δήμο στην Κινσάσα (ερ. 18 του δ.φ.). Ερωτηθείς να εξηγήσει τον λόγο που η σύντροφός του τον είχε επισκεφθεί για να του δώσει ένα χρηματικό ποσό από τη στιγμή που ο πατέρας της τον αναζητούσε, απάντησε ότι τον επισκεπτόταν απουσία φρουρών (ερ. 18 του δ.φ.). Ερωτηθείς για τον λόγο που δεν μετεγκαταστάθηκε σε άλλη πόλη, απάντησε ότι ο πατέρας της συντρόφου του τον αναζητούσε μέσω αποσταλμένων του για να τον σκοτώσει (ερ. 18 του δ.φ.). Ερωτηθείς για τον λόγο που δεν αναφέρθηκε στην εγκυμοσύνη της συντρόφου του, στην οποία είχε αναφερθεί κατά την υποβολή της αίτησής του, απάντησε ότι το αμέλησε λόγω του άγχους που βιώνει και δεν γνωρίζει εάν εκείνη απέκτησε τέκνο ή όχι (ερ. 18 του δ.φ.). Ερωτηθείς για τις συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής, απάντησε ότι αυτός ο άντρας θα τον σκοτώσει και ότι είναι πολύ ισχυρός (ερ. 18 του δ.φ.).

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός διέκρινε και εξέτασε τρεις (3) συνολικά ισχυρισμούς:

 

Ο πρώτος ισχυρισμός αφορά στο ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ο οποίος γεννήθηκε και διέμενε στην κοινότητα Mont Ngafula της Kinshasa του Κονγκό,  ισχυρισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός λόγω στοιχειοθέτησης της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας του σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και το προσκομισθέν από τον Αιτητή διαβατήριο αυτού, εκδοθέν από τις αρχές της χώρας καταγωγής του.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορά την σχέση του Αιτητή με την σύντροφο του. Σε σχέση με την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός κατέγραψε ότι αυτή στοιχειοθετείται καθώς οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν ευλογοφανείς και αξιόπιστες. Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν ευνοείται ούτε δικαιολογείται διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

 

Ο τρίτος ισχυρισμός αφορά την ισχυριζόμενη δίωξη του Αιτητή από τον πατέρα της συντρόφου του, ο οποίος απορρίφθηκε διότι σημειώθηκαν αντιφάσεις, ασάφειες και έλλειψη ευλογοφάνειας. Ο Λειτουργός κατέγραψε αντιφάσεις στις δηλώσεις του Αιτητή, ιδίως ως προς την ημερομηνία επίσκεψης στην οικία της συντρόφου του (17.05.2022, ημέρα Τρίτη, ενώ ο ίδιος ανέφερε Κυριακή), καθώς και ως προς τον χρόνο επόμενης συνάντησής τους (2 ημέρες ή 3 εβδομάδες). Έκρινε επίσης μη ευλογοφανές ότι ο Αιτητής επισκέφθηκε τον πατέρα της, γνωρίζοντας τη θέση και το διαφορετικό κοινωνικό τους υπόβαθρο. Περαιτέρω, εντοπίστηκαν ασάφειες σχετικά με την τελευταία κατοικία του και την απουσία οποιουδήποτε περαιτέρω προβλήματος, παρά το ότι συνέχισε να διαμένει στην Κινσάσα. Ο Αιτητής δεν εξήγησε ικανοποιητικά γιατί ο εν λόγω άντρας φέρεται να επιδιώκει τη θανάτωσή του, ούτε γιατί η σύντροφός του τον επισκέφθηκε θέτοντάς τον σε κίνδυνο ή γιατί δεν εγκατέλειψε και η ίδια τη χώρα. Επίσης, δεν αιτιολόγησε πειστικά τον ισχυριζόμενο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής. Επιπλέον, παρέλειψε να αναφέρει την εγκυμοσύνη της συντρόφου του, παρά την προηγούμενη σχετική δήλωσή του, αποδίδοντας την παράλειψη σε άγχος, εξήγηση που κρίθηκε αόριστη. Τέλος, καταγράφηκε ότι η μεταξύ τους σχέση φαίνεται να έχει λήξει, καθώς δεν διατηρούν πλέον επικοινωνία.

 

Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία, ο Λειτουργός κατέγραψε ότι τα όσα ανέφερε ο Αιτητής αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν ευνοείται ούτε δικαιολογείται διερεύνηση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει των ισχυρισμών οι οποίοι έγιναν αποδεκτοί, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή (ήτοι άτομο ενήλικο, υγιές, το οποίο δεν παρουσιάζει στοιχεία ευαλωτότητας, απόφοιτο ανώτερης εκπαίδευσης, το οποίο ζούσε και εργαζόταν τα τελευταία χρόνια, καλλιεργώντας τα ενδιαφέροντα του και με υποστηρικτικό κοινωνικό πλαίσιο στη χώρα) και την κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. και στην Κινσάσα, έκρινε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει ο Αιτητής δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του.

 

Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη Λ.Δ.Κ. δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, αφού στη χώρα καταγωγής του δεν παρατηρούνται συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Η εκτίμηση του Δικαστηρίου

 

Αξιολογώντας λοιπόν  τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού,  όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:


Αρχικά, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, τον οποίο και αποδέχομαι, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς την ταυτότητα, την ιθαγένεια και τον τόπο συνήθους διαμονής του σε επίπεδο πόλης κρίνονται σαφείς και συνεκτικές και επιβεβαιώνονται από το προσκομισθέν ταξιδιωτικό του έγγραφο, καθώς και από αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

 

Με βάση τα ενώπιόν μου δεδομένα, ως τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή δύναται να κριθεί η Kinshasa και ειδικότερα η περιοχή Mont Ngafula, παρά τις επιμέρους ασάφειες που καταγράφονται. Και τούτο διότι, παρά τις αντιφάσεις ως προς το εάν διέμενε εντός εκκλησιαστικής δομής ή σε οικία σε άλλο δήμο, ο ίδιος ουδέποτε αμφισβήτησε ότι παρέμεινε εντός της ίδιας πόλης πριν την αναχώρησή του, ενώ οι μετακινήσεις που περιγράφει είναι εσωτερικές και βραχείας διάρκειας, μη δυνάμενες να στοιχειοθετήσουν μεταβολή του τόπου συνήθους διαμονής. Συνεπώς, κρίσιμο δεν είναι το ακριβές ακίνητο ή η επιμέρους συνοικία, αλλά το γεγονός ότι το κέντρο των βιοτικών του σχέσεων παρέμεινε στην Κινσάσα μέχρι την αναχώρησή του. Τυχόν επιμέρους ασάφειες ως προς την ακριβή τελευταία κατοικία του δύνανται να επηρεάζουν την αξιοπιστία του ως προς τα πραγματικά περιστατικά, δεν αναιρούν όμως την αποδοχή του ισχυρισμού ως προς τον τόπο συνήθους διαμονής του σε επίπεδο πόλης.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τη σχέση του Αιτητή με τη σύντροφό του, συμφωνώ επίσης με τα ευρήματα των Καθ’ ων η αίτηση. Οι δηλώσεις του Αιτητή επί του σημείου αυτού κρίνονται εσωτερικά συνεπείς και ευλογοφανείς, ενώ η φύση του ισχυρισμού δεν επιτρέπει εύλογα την αναζήτηση εξωτερικής επιβεβαίωσης, με αποτέλεσμα να δύναται να γίνει αποδεκτός.

 

Ωστόσο, ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, που αφορά την κατ’ ισχυρισμό δίωξή του από τον πατέρα της συντρόφου του, συντάσσομαι με την απορριπτική κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, καθώς προκύπτουν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και έλλειψη ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, ο Αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις ως προς τον χρόνο των κρίσιμων γεγονότων, ήτοι τόσο ως προς την ημέρα επίσκεψής του στην οικία της συντρόφου του όσο και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο αυτή τον προειδοποίησε για τον φερόμενο κίνδυνο (δύο ημέρες ή τρεις εβδομάδες). Οι εξηγήσεις που παρείχε προς άρση των αντιφάσεων αυτών κρίνονται ασαφείς και μη ικανοποιητικές.

 

Περαιτέρω, καταγράφονται ασάφειες ως προς τον τόπο τελευταίας διαμονής του, καθώς και ως προς τη χρονική αλληλουχία των μετακινήσεών του, γεγονός που πλήττει την εσωτερική συνοχή των ισχυρισμών του. Σημειώνεται επίσης ότι, παρά τους ισχυρισμούς περί σοβαρής απειλής κατά της ζωής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν υπέστη οποιαδήποτε βλάβη ή περιστατικό εις βάρος του, ενώ συνέχισε να διαμένει στην ίδια πόλη, χωρίς να καταδεικνύεται άμεσος και συγκεκριμένος κίνδυνος.

Επιπλέον, δεν παρείχε πειστική εξήγηση ως προς τα κίνητρα του φερόμενου διώκτη να επιδιώκει τη θανάτωσή του, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι κατά την επίσκεψή του στην οικία του πατέρα της συντρόφου του δεν εκδηλώθηκε τέτοια πρόθεση, αλλά απλώς του ζητήθηκε να απομακρυνθεί. Συναφώς, δεν αιτιολόγησε επαρκώς ούτε το γεγονός ότι η σύντροφός του φέρεται να τον επισκέφθηκε και να του παρείχε οικονομική βοήθεια, παρά τον υποτιθέμενο κίνδυνο και την αναζήτησή του από τρίτα πρόσωπα.

 

Ιδιαίτερη βαρύτητα φέρει και η παράλειψη του Αιτητή να αναφερθεί, κατά το στάδιο της συνέντευξης, στην εγκυμοσύνη της συντρόφου του, την οποία είχε προηγουμένως επικαλεστεί κατά την υποβολή της αίτησής του. Η δε εξήγηση που παρείχε, ότι το παρέλειψε λόγω άγχους, κρίνεται γενικόλογη και ανεπαρκής για να δικαιολογήσει την αποσιώπηση ενός τόσο ουσιώδους στοιχείου.

 

Περαιτέρω, η αδυναμία του να εξηγήσει γιατί η σύντροφός του δεν εγκατέλειψε επίσης τη χώρα ή γιατί ο ίδιος δεν μετεγκαταστάθηκε σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής του, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί ισχύος του πατέρα της, δεν επαρκεί για να στοιχειοθετήσει αδυναμία εσωτερικής προστασίας.

 

Τέλος, το γεγονός ότι ο ίδιος δήλωσε πως δεν διατηρεί πλέον επικοινωνία με τη σύντροφό του, από τη σχέση με την οποία απορρέει η επικαλούμενη δίωξη, αποδυναμώνει περαιτέρω τη βασιμότητα του ισχυρισμού του.

 

Συμπερασματικά, η αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς τον τρίτο ισχυρισμό είναι επαρκώς αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη, ενώ τα διαπιστωθέντα κενά και αντιφάσεις ενισχύουν την κρίση περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του Αιτητή.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ενόψει της σοβαρής έλλειψης εσωτερικής συνοχής που τον χαρακτηρίζει, δεν ανακύπτει υποχρέωση περαιτέρω διερεύνησης της εξωτερικής του συμβατότητας μέσω αναφοράς σε αντικειμενικές και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με τη χώρα καταγωγής της. 

 

Η διαδικασία αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστου συνεκτικού, σταθερού και σαφώς προσδιορισμένου πυρήνα πραγματικών περιστατικών, ο οποίος να επιδέχεται ουσιαστική αντιπαραβολή με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα προέλευσης. Όταν, όμως, όπως εν προκειμένω, το αφήγημα του Αιτητή εμφανίζει ουσιώδη κατάρρευση της εσωτερικής του συνοχής στα θεμελιώδη στοιχεία του, η προσφυγή σε πληροφορίες χώρας καταγωγής καθίσταται αλυσιτελής και μη αναγκαία, καθόσον δεν υπάρχει αξιόπιστο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί τέτοια αντιπαραβολή.

 

Επί τούτου, σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο εγχειρίδιο της EASO (νυν EUAA), Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System[7], σελ.169 όπου διαλαμβάνονται συγκεκριμένα τα ακόλουθα:

 

«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds.»

 

Περαιτέρω, η ως άνω προσέγγιση έχει επιβεβαιωθεί και στη νομολογία του Εφετείου, το οποίο, στην FERDINAND EBELE EWELUKWA[8] επανέλαβε ότι η διοίκηση δεν υποχρεούται να προβεί σε εξέταση εξωτερικών πηγών πληροφοριών όταν ο εξεταζόμενος ισχυρισμός δεν πληροί το κατώφλι εσωτερικής αξιοπιστίας που να δικαιολογεί τέτοια περαιτέρω ανάλυση.

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και των ισχυρισμών του Αιτητή που έχουν γίνει αποδεκτοί από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα,  καθώς ο συνδεόμενος με τον εκπεφρασμένο φόβο του Αιτητή ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, ο συναφώς εκπεφρασμένος φόβος του δεν κρίθηκε βάσιμος και δικαιολογημένος.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[9]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[10] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[11] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Κινσάσα της ΛΔΚ, από την οποία προέκυψε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Κινσάσα, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ.[12]

 

Ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ανέτρεξα σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Κινσάσα, εκ των οποίων προέκυψαν τα ακόλουθα:

 

·                Το War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, στην επισκόπησή του για την κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. ανέφερε ότι η χώρα εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στο έδαφός της εναντίον ορισμένων ένοπλων ομάδων καθώς και σε διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις.[13]

 

·                Στις 2 Φεβρουαρίου του 2026, η κυβέρνηση της Λ.Δ.Κ. και η οργάνωση M23 υπέγραψαν στη Ντόχα τους όρους αναφοράς για την εφαρμογή εκεχειρίας.[14] Παρά την συμφωνία στη Ντόχα, η κυβέρνηση του Κονγκό και η M23 συνέχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβιάσεις.[15] Στις 2 Φεβρουαρίου, οι αρχές του Κονγκό κατηγόρησαν την M23 ότι εξαπέλυσε επίθεση με drone κατά του αεροδρομίου Κισανγκάνι στη βορειοανατολική Λ.Δ.Κ. το οποίο επαληθεύθηκε την επόμενη ημέρα από την οργάνωση, η οποία ισχυρίστηκε ότι η επίθεση έλαβε χώρα διότι η κυβέρνηση του Κονγκό χρησιμοποιούσε το αεροδρόμιο ως βάση για αεροπορικές επιχειρήσεις κατά των θέσεών της.[16] Η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο μερών.[17] Παρά την συμφωνία, αμφότερα μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για παραβίαση της συμφωνίας∙ στην Ουβίρα, πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο ώστε να αποφύγουν τις εχθροπραξίες.[18] Σύμφωνα με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, δυνάμεις Wazalendo που υποστηρίζουν το Κονγκό συγκρούστηκαν με μαχητές Twirwaneho που υποστηρίζονται από το M23 στο ανατολικό τμήμα της χώρας.[19] Άρθρο τοπικού τύπου, δημοσιευθέν στις 26 Φεβρουαρίου 2026, αναφέρει ότι οι μαχητές της M23 ανακατέλαβαν δύο χωριά στο North Kivu, μία ημέρα αφότου είχαν απωλέσει τον έλεγχό τους.[20]

 

·                Ως αναφέρεται σε μία έκθεση του Centre for Documentation and Research (Cedoca) σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, δημοσιευθείσα τον Οκτώβριο του 2025, που κάνει επίκληση σε έτερες πηγές, τον Ιανουάριο του 2025, μετά την κατάληψη της Goma από την M23, διαδηλωτές επιχείρησαν να επιτεθούν σε αρκετές πρεσβείες στην πρωτεύουσα, μεταξύ άλλων της Γαλλίας, του Βελγίου και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και σε γραφεία του ΟΗΕ.[21] Περαιτέρω, ως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, το United Nations Joint Human Rights Office (UNJHRO) κατατάσσει την επαρχία της Κινσάσα μεταξύ αυτών που δεν επηρεάζονται από ένοπλες συγκρούσεις.[22] Σύμφωνα με τα μηνιαία δελτία παρακολούθησης συγκρούσεων του International Crisis Group, δεν διαφαίνεται να έχουν σημειωθεί περιστατικά στην Κινσάσα από τον Ιανουάριο του 2025.[23]

 

·                Οι πιο πρόσφατες εκθέσεις της Human Rights Watch και της Διεθνούς Αμνηστίας δεν κάνουν λόγο για προβλήματα ασφαλείας στην Κινσάσα.[24] Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα γεγονότα του 2024 σημειώνει ότι καταγράφηκαν διαδηλώσεις σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων στην πρωτεύουσα Κινσάσα για την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των M23 και των κυβερνητικών δυνάμεων της Λ.Δ.Κ. και των συμμάχων.[25]

 

Ωστόσο, για λόγους πληρότητας της έρευνας, παρατίθενται τα πιο πρόσφατα ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα από τη βάση δεδομένων ACLED αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας που σημειώθηκαν στην Κινσάσα κατά το τελευταίο έτος. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict LocationEvent Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20.03.2026), στην εν λόγω περιοχή, καταγράφηκαν 153 περιστατικά ασφαλείας από τα οποία επήλθαν 53 θάνατοι.[26] Συγκεκριμένα σε σχέση με τα περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), αυτά ανήλθαν σε 54 περιστατικά στην περιοχή Κινσάσα, από τα οποία προκλήθηκαν 50 θάνατοι.[27] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για την Κινσάσα σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026 ανέρχεται σε 18,552,800 κατοίκους.[28]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στον τελευταίο τόπο διαμονής του και ως εκ τούτου δεν διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή.  Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικα άνδρα, ο οποίος, κατά τις δηλώσεις του, είναι υγιής, έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και διαθέτει επαρκές μορφωτικό επίπεδο. Περαιτέρω, είναι πλήρως ικανός προς εργασία, έχοντας αποκτήσει επαγγελματική εμπειρία ως πωλητής νερού, ενώ είχε και δραστηριότητα στον τομέα του ποδοσφαίρου, καθώς και υποστήριξη από εκκλησιαστική δομή κατά το παρελθόν. Δεν προκύπτουν στοιχεία ευαλωτότητας ή ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν εκτεθειμένο σε αυξημένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε ούτε τεκμηρίωσε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιοδήποτε ατομικό στοιχείο που να υποδηλώνει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα τεθεί σε δυσμενή θέση ή θα αντιμετωπίσει εξατομικευμένο κίνδυνο.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του Αιτητή.

 

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού   Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

 

[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.

[3] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/06, ημερ. 26.07.2007

[4] «Εγχειρίδιο Διοικητικού Δικαίου», Επαμεινώνδας Π.  Σπηλιωτόπουλος, 14η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 260, υποσημ. 72, «Εισηγήσεις Διοικητικού Δικονομικού Δικαίου», Χαράλαμπος Χρυσανθάκης, 2η Έκδοση, Νομική Βιβλιοθήκη, σ. 247 και «Διοικητικό Δικονομικό Δίκαιο», Εκδόσεις Σάκκουλα Έκτη Έκδοση, 2014, Π. Δ. Δαγτόγλου, σ. 552.

[5] Άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (N. 73(I)/2018).

[6] Απόφαση αρ. 128/2008, JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010.

[7] Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System' (2023), 136 διαθέσιμο σε https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf 

[9] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[10] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[11] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[12] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/ , καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html , USAID, Democratic Republic of the Congo - Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05-13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/08/2025)

[13] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Reporting period: July 2023 – June 2025, τελευταία ενημέρωση 28 Ιανουαρίου 2026, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-cong… (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[14] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)

[15] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[16] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[17] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[18] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[19] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[20] Actualite.cd, Masisi : les rebelles de l’AFC/M23 reprennent le contrôle de Kasenyi et Luke après de violents combats, 26 Φεβρουαρίου 2026, https://actualite.cd/2026/02/26/masisi-les-rebelles-de-lafcm23-reprennent-le-controle-de-kasenyi-et-luke-apres-de (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[21] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, σελ. 7, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026); Le Monde, En RDC, plusieurs ambassades, dont celles de la France et du Rwanda, attaquées par des manifestants pour dénoncer la guerre dans l’Est, 29 Ιανουαρίου 2025, https://www.lemonde.fr/afrique/article/2025/01/28/en-rdc-la-ville-de-goma-toujours-sous-les-tirs-plusieurs-ambassades-attaquees-a-kinshasa_6519926_3212.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026); International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, Ιανουάριος 2025, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?created=&location%5B0%5D=7&page=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[22] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, σελ. 8, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[23] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location%5B%5D=7&crisis_state=&created=-12+months&from_month=1&from_year=2025&to_month=1&to_year=2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[24] Human Rights Watch, World Report 2025, Democratic Republic of Congo Events of 2024, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/democratic-republic-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης30/03/2026); Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[25] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[26] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events/ Fatalities, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[27] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Democratic Republic of Congo, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[28] World Population Review, DR Congo – Kinshasa,  https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο