R.Κ.Ε ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 6772/22, 20/4/2026
print
Τίτλος:
R.Κ.Ε ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 6772/22, 20/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ.: 6772/22

 

20 Απριλίου 2026 

 

[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

                                                 R.Κ.Ε

Αιτήτρια

 

ΚΑΙ

 

 

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

  

Καθ' ων η αίτηση

 ........

 

Μαρία Μπαγιαζίδου (κα) Δικηγόροι για Αιτήτρια

 

Μαρίνα Φιλίππου (κα) Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π. : Με την υπό εξέταση προσφυγή, η Αιτήτρια αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 16/08/2022, η οποία της κοινοποιήθηκε στις 14/10/2022, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία ως μη πληρούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη παντός νομίμου αποτελέσματος.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Όπως προκύπτει από την ένσταση των Καθ’ ων η Αίτηση, καθώς και από το περιεχόμενο του σχετικού διοικητικού φακέλου (εφεξής «δ.φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των Διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

Η Αιτήτρια, υπήκοος της Δημοκρατίας του Καμερούν (εφεξής «Καμερούν»), υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 06/02/2020, κατόπιν εισόδου της στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών. Αυθημερόν, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε τη σχετική επιβεβαίωση υποβολής αίτησης («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).

Στις 11/02/2020, αρμόδια λειτουργός συμπλήρωσε το έντυπο αναφοράς ειδικών αναγκών της Αιτήτριας. Ακολούθως, στις 12/07/2022, διενεργήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.

Εν συνεχεία, την 01/08/2022, η εν λόγω λειτουργός συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη, εισηγούμενη την απόρριψη της αίτησης. Στις 16/08/2022, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, καθώς και την επιστροφή της στο Καμερούν.

Η σχετική απορριπτική απόφαση γνωστοποιήθηκε στην Αιτήτρια με επιστολή ημερομηνίας 02/09/2022, η οποία περιλάμβανε την απαιτούμενη αιτιολόγηση και παραλήφθηκε ιδιοχείρως από την ίδια στις 14/10/2022.

Στις 19/10/2022, η Αιτήτρια καταχώρησε προσφυγή κατά της εν λόγω απόφασης, υπ’ αριθμόν 6772/2022, ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Η Αιτήτρια, δια της συνηγόρου της, προβάλλει με το εισαγωγικό δικόγραφο πλείονες λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης. Στο πλαίσιο της γραπτής της αγόρευσης, η Αιτήτρια επικαλείται, μεταξύ άλλων, λόγους ακύρωσης που άπτονται της έλλειψης δέουσας έρευνας, καθώς και της εσφαλμένης αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσής της. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν άντλησαν καθοδήγηση από έγκυρες και επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση στη χώρα καταγωγής της, και ότι, προ της λήψης απόφασης περί επιστροφής της, όφειλαν να εξετάσουν κατά πόσον η εν λόγω επιστροφή θα την εξέθετε σε μεταχείριση απαγορευόμενη δυνάμει των άρθρων 2 και 3 της ΕΣΔΑ.

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης και ισχυρίζονται ότι οι προβαλλόμενοι από την Αιτήτρια λόγοι είναι γενικοί και αόριστοι, δεν έχουν εγερθεί κατά τον ορθό δικονομικό τρόπο και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να ευδοκιμήσουν. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφερε, ούτε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών πεποιθήσεων, κατά την έννοια του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Επιπλέον, προβάλλουν ότι οι ισχυρισμοί της δεν στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής της στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 19 του ίδιου Νόμου. Καταληκτικώς, υποβάλλουν ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή και νόμιμη, προϊόν δέουσας και πλήρους έρευνας, και ότι εκδόθηκε εντός των ορίων της διακριτικής ευχέρειας της Διοίκησης, σύμφωνα με την αρχή της χρηστής διοίκησης.

Κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας, κατά τη δικάσιμο της 20/12/2024, η συνήγορος της Αιτήτριας υιοθέτησε τη θέση της, προωθώντας ιδίως τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας. Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υιοθέτησαν τις θέσεις τους, ως αυτές αποτυπώνονται στα δικόγραφά τους.

Περαιτέρω, κατά τη δικάσιμο της 27/11/2025, κατόπιν επανανοίγματος της υπόθεσης, η Αιτήτρια, απαντώντας σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου, κατέθεσε τα ακόλουθα:

Δήλωσε ότι κατά το χρονικό διάστημα 2015–2018 διέμενε στην Kumba, μαζί με τον εξάδελφό της και το τέκνο της, ενώ η οικογένειά της κατοικούσε στο χωριό Matoh. Ανέφερε ότι ο πατέρας του τέκνου της εγκατέλειψε την ίδια και το παιδί όταν αυτό ήταν ηλικίας έντεκα μηνών και ότι έκτοτε αγνοεί την τύχη του. Περαιτέρω, δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία με το τέκνο της, το οποίο σήμερα διαμένει στην περιοχή Boyia με φιλικό πρόσωπο του πατέρα της. Όταν η ίδια διέφυγε από την Kumba, μετέβη αρχικώς στην εν λόγω περιοχή.

Αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση, ανέφερε ότι η μητέρα της απεβίωσε τον Ιανουάριο του 2014 και ο πατέρας της τον Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, ενώ τα αδέλφια της διαμένουν στο χωριό Matoh, με τα οποία διατηρεί επικοινωνία. Ερωτηθείσα για τον λόγο για τον οποίο το τέκνο της δεν διαμένει με τα αδέλφια της, απάντησε ότι αυτά δεν διαθέτουν επαρκείς οικονομικούς πόρους. Επιπλέον, δήλωσε ότι ο φίλος του πατέρα της, ο οποίος φρόντιζε το τέκνο της, απεβίωσε προσφάτως και ότι το παιδί συνεχίζει να διαμένει με μέλη της οικογένειας του εν λόγω προσώπου.

Σε σχέση με την κατάσταση ασφαλείας στην Kumba, η Αιτήτρια ανέφερε ότι η κατάσταση είναι επισφαλής και ότι οι κάτοικοι φοβούνται για τη ζωή τους. Όσον αφορά την επαγγελματική της πορεία, δήλωσε ότι, στο πλαίσιο της διαδικασίας πρόσληψης εκπαιδευτικών, οι απόφοιτοι αρχικώς εργάζονται ως βοηθοί και, κατόπιν λήψης αριθμού εγγραφής από τις αρμόδιες αρχές, δύνανται να εργοδοτηθούν σε κρατικά εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Ερωτηθείσα εάν κατέχει αποδεικτικά στοιχεία της αποφοίτησής της το 2013 από το κρατικό κολέγιο εκπαίδευσης δασκάλων της Kumba, απάντησε καταφατικά, πλην όμως ανέφερε ότι δεν διαθέτει τα σχετικά έγγραφα, καθότι, μετά την επίθεση στο σχολείο, δεν επέστρεψε στην οικία της.

Περαιτέρω, δήλωσε ότι πριν τον θάνατο των γονέων της είχε την επιμέλειά τους, ενώ κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ του θανάτου τους και του 2018, όταν άρχισε να εργάζεται, εξασφάλιζε τα προς το ζην μέσω γεωργικών δραστηριοτήτων. Ανέφερε επίσης ότι, λόγω των επιθέσεων, δεν μπορούσε να διαβιεί μόνιμα στο χωριό και μετακινούνταν μεταξύ Matoh και Kumba.

Σε ερώτηση του Δικαστηρίου, δήλωσε ότι επέλεξε να ασκήσει το επάγγελμα της εκπαιδευτικού, παρά τους κινδύνους, προκειμένου να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Ανέφερε ότι εργάστηκε ως βοηθός δασκάλα κατά την περίοδο 2018–2019 και ότι, τον Δεκέμβριο του 2019, το σχολείο στο οποίο εργαζόταν δέχθηκε επίθεση από ενόπλους. Κατά την επίθεση, η ίδια διέφυγε σε γειτονική οικία, όπου παρέμεινε για ολίγες ώρες, και εν συνεχεία μετέβη στην Boyia.

Ερωτηθείσα εάν διέφυγε μόλις άκουσε τους πυροβολισμούς, απάντησε ότι επικράτησε πανικός και όλοι προσπαθούσαν να διαφύγουν. Σε ερώτηση για τον λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι αποτελεί στόχο, δεδομένου ότι η επίθεση φαίνεται να ήταν γενικευμένη, απάντησε ότι οι δάσκαλοι έχουν στοχοποιηθεί και ότι η ίδια είχε τρομοκρατηθεί. Ερωτηθείσα πώς ήταν γνωστή η ιδιότητά της, απάντησε ότι ήταν ευρέως γνωστό ότι εργαζόταν ως δασκάλα.

Τέλος, ερωτηθείσα για τον λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι την αναζητούν οι αρχές, απάντησε ότι διέμενε σε περιοχή με έντονη αναταραχή και ότι υπήρχε ενδεχόμενο να της συμβεί κάτι, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει εάν εξακολουθεί να αναζητείται, τονίζοντας ότι φοβόταν για τη ζωή της. Δήλωσε επίσης ότι ο οικογενειακός φίλος φρόντισε για την έκδοση των ταξιδιωτικών της εγγράφων και ότι εισήλθε αρχικώς στις μη ελεγχόμενες περιοχές, όπου την παρέλαβε τρίτο πρόσωπο· παρέμεινε εκεί για μία ημέρα και ακολούθως μετέβη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Κατόπιν των ανωτέρω, θα εξετάσω τον γενικό ισχυρισμό που προβάλλει η συνήγορος της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένης υπόψη της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.

Ειδικότερα, στις περιπτώσεις που απαριθμούνται στο άρθρο 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το παρόν Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, εκδικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιόν του εξ υπαρχής, τόσο κατά νόμον όσο και κατ’ ουσίαν. Ως εκ τούτου, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας που ακολουθήθηκε και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί περαιτέρω στην εξέταση της ουσιαστικής ορθότητας της επίδικης πράξης, δυνάμενο να προβεί σε νέα εκτίμηση και αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού και των στοιχείων του διοικητικού φακέλου και να αποφανθεί αιτιολογημένα επί των αιτήσεων διεθνούς προστασίας του εκάστοτε προσφεύγοντος (βλ. Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου αρ. 26/2020, Δημοκρατία ν. Singh, απόφαση ημερομηνίας 10.9.2024).

Κατόπιν των ανωτέρω, και ενόψει της φύσεως και της έκτασης της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, προχωρώ στην εξέταση κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε σε συμμόρφωση με τις εφαρμοστέες διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και, περαιτέρω, κατά πόσον αυτή παρίσταται ουσιαστικώς ορθή.

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το  κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).  

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Αιτήτρια, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού της EUAA και όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, η Αιτήτρια είναι ενήλικη, υπήκοος του Καμερούν.

Κατά την καταγραφή του αιτήματός της για διεθνή προστασία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε στις 24/02/1991 στην περιοχή Matoh, Kumba, Νοτιοδυτική Περιφέρεια, είναι άγαμη και ανήκει στην εθνοτική ομάδα Oroko. Δήλωσε περαιτέρω ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 03/02/2020 και αφίχθη στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των μη ελεγχόμενων από αυτήν περιοχών στις 05/02/2020 (ερ. 3–2 δ.φ.).

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αποχώρησε εξαιτίας της επικρατούσας πολιτικής κρίσης. Ειδικότερα, ανέφερε ότι εργαζόταν ως εκπαιδευτικός στο αγγλόφωνο τμήμα της χώρας, όπου οι αποσχιστικές ομάδες παρεμπόδιζαν τη λειτουργία των σχολείων και την παροχή εκπαίδευσης, ενώ, αντιθέτως, η κυβέρνηση απαιτούσε τη συνέχιση της διδασκαλίας. Η εν λόγω δραστηριότητα αποτελούσε, κατά δήλωσή της, το βασικό της μέσο βιοπορισμού. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι αποσχιστές επιτέθηκαν στο σχολείο στο οποίο εργαζόταν, με αποτέλεσμα ορισμένοι εκ των συναδέλφων της να απωλέσουν τη ζωή τους. Μετά το περιστατικό αυτό, η ίδια μετέβη σε άλλη πόλη, όπου συνάντησε οικογενειακό φίλο, ο οποίος φρόντισε για τη διευθέτηση των ταξιδιωτικών της εγγράφων (ερ. 1, δ.φ.).

Επί του εντύπου αναφοράς ειδικών αναγκών της Αιτήτριας, η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω της πολιτικής κρίσης. Ειδικότερα, σημειώνεται ότι αποσχιστικές ομάδες («Αμπαζόνιοι») επιτέθηκαν στο σχολείο στο οποίο εργαζόταν, με αποτέλεσμα να θανατωθούν φιλικά της πρόσωπα. Περαιτέρω, καταγράφεται ότι φίλος του πατέρα της οργάνωσε το ταξίδι της προς τις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, στις οποίες αφίχθη στις 04/02/2020.

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον εκδόθηκε για την ίδια άδεια εισόδου για σκοπούς φοίτησης ή άδεια εργασίας για την άφιξή της στη χώρα. Κατά την άφιξή της, σύμφωνα με τα καταγεγραμμένα στοιχεία, την παρέλαβε άγνωστη γυναίκα, η οποία τη μετέφερε σε οικία και την κλείδωσε σε δωμάτιο, όπου εισήλθαν συνολικά πέντε άνδρες με σκοπό να τη βιάσουν. Στις 05/02/2020, η Αιτήτρια κατόρθωσε να διαφύγει με τη βοήθεια ενός εκ των ανδρών, ο οποίος, παρά την αρχική του πρόθεση, τη μετέφερε με όχημα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές (ερ. 8–5 δ.φ.).

Η αρμόδια λειτουργός σημείωσε, αναφορικά με την κατηγορία «Άτομο που πιθανόν να έχει υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλη μορφή σοβαρής ψυχολογικής ή σεξουαλικής βίας», την ένδειξη: «Σεξουαλικής φύσης βασανιστήριο (συμπεριλαμβανομένου του βιασμού)» (ερ. 7 δ.φ.).

Τέλος, σύμφωνα με επιστολή των αστυνομικών αρχών προς τις αρμόδιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια δεν αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων από το Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων (ερ. 12, 14 δ.φ.).

Κατά τη συνέντευξη, η Αιτήτρια δήλωσε ότι γεννήθηκε και διέμεινε στην περιοχή Matoh έως το 2010 και ακολούθως μετέβη στην Kumba, όπου διέμεινε για περίοδο πέντε ετών, ενώ, προ της αναχώρησής της από τη χώρα, διέμεινε για ένα μήνα στην Buea (ερ. 26–1Χ, 25–1Χ, 2Χ δ.φ.). Μετά την ολοκλήρωση της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσής της, φοίτησε κατά τα έτη 2013–2014 στην Κρατική Σχολή Εκπαίδευσης Καθηγητών (GTTC) στην Kumba (ερ. 25–5Χ δ.φ.). Αναφορικά με τις γλώσσες, δήλωσε ότι ομιλεί αποκλειστικά την αγγλική (ερ. 25 δ.φ.).

Σε σχέση με το επαγγελματικό της προφίλ, ανέφερε ότι εργάστηκε ως εκπαιδευτικός κατά την περίοδο 2018 έως Δεκεμβρίου 2019 στο δημοτικό σχολείο GPS Kosala στην Kumba. Δήλωσε, ωστόσο, ότι δεν κατέχει οποιοδήποτε πιστοποιητικό ή αντίγραφο του τίτλου σπουδών της και ότι δεν είναι εφικτή η αποστολή των εν λόγω εγγράφων από τρίτο πρόσωπο (ερ. 24–7Χ, 8Χ, 9Χ, 10Χ, 23–2Χ δ.φ.).

Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση, ανέφερε ότι ο πατέρας της απεβίωσε τον Σεπτέμβριο του 2014 λόγω ασθένειας και η μητέρα της τον Ιανουάριο του ιδίου έτους κατόπιν χειρουργικής επέμβασης. Διαθέτει δύο αδέλφια (μία αδελφή και έναν αδελφό), τα οποία διαμένουν στο χωριό Matoh· δήλωσε ότι δεν διατηρεί επικοινωνία με τον αδελφό της, ενώ η τελευταία επικοινωνία με την αδελφή της έλαβε χώρα τρεις μήνες προ του κρίσιμου χρόνου (ερ. 25–6Χ, 7Χ, 9Χ δ.φ.).

Η Αιτήτρια έχει ένα τέκνο, το οποίο διαμένει στην Buea με φιλικό πρόσωπο του πατέρα της. Δήλωσε ότι ο πατέρας του τέκνου την εγκατέλειψε όταν το παιδί ήταν έντεκα μηνών και ότι έκτοτε δεν διατηρεί επικοινωνία μαζί του, ενώ η ίδια διατηρεί επικοινωνία με τον υιό της (ερ. 25–11Χ, 24–1Χ, 4Χ–6Χ δ.φ.).

Αναφορικά με τα γεγονότα που φέρονται να έλαβαν χώρα μετά την άφιξή της στις μη ελεγχόμενες περιοχές, η Αιτήτρια δήλωσε ότι την παρέλαβε άγνωστη γυναίκα, η οποία τη μετέφερε σε οικία. Εκεί, ένας άνδρας εισήλθε στο δωμάτιο και άρχισε να την παρενοχλεί («started touching me»). Η ίδια επιχείρησε να διαφύγει ανοίγοντας την πόρτα και φωνάζοντας για βοήθεια, πλην όμως ουδείς ανταποκρίθηκε, ενώ εν συνεχεία εισήλθαν στο δωμάτιο άλλοι τέσσερις άνδρες, οι οποίοι την κακοποίησαν (ερ. 22–2Χ, 6Χ δ.φ.). Ερωτηθείσα σχετικά με την αντίδρασή της, ανέφερε ότι επιχείρησε να διαφύγει, πλην όμως η πόρτα ήταν κλειδωμένη (ερ. 22 δ.φ.). Ερωτηθείσα ως προς τον χρόνο τέλεσης του περιστατικού, δήλωσε ότι δεν τον θυμάται (ερ. 22–8Χ δ.φ.). Ως προς τον τρόπο διαφυγής της, ανέφερε ότι ο τέταρτος άνδρας που εισήλθε στο δωμάτιο, ο οποίος δεν την κακοποίησε, τη βοήθησε, κατόπιν παρακλήσεώς της, να αποδράσει και τη μετέφερε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές (ερ. 22–7Χ δ.φ.).

Σε σχέση με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια υποστήριξε ότι αποχώρησε διότι η ζωή της τελούσε υπό κίνδυνο. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι αποσχιστικές ομάδες είχαν διακηρύξει ότι τα σχολεία όφειλαν να παύσουν τη λειτουργία τους και ότι, σε μία περίπτωση, επιτέθηκαν στο σχολείο όπου εργαζόταν, προβαίνοντας σε πυροβολισμούς, ξυλοδαρμούς και σύλληψη τριών συναδέλφων της. Η ίδια κατόρθωσε να διαφύγει και μετέβη στην οικία της στην Kumba. Κατά δήλωσή της, δύο γείτονές της την πληροφόρησαν ότι οι αποσχιστές αναζητούσαν εκπαιδευτικούς και τη συμβούλευσαν να εγκαταλείψει την περιοχή. Την επόμενη ημέρα διέφυγε στην Buea, όπου ενημέρωσε φιλικό πρόσωπο του πατέρα της, το οποίο ανέλαβε την οργάνωση του ταξιδιού της (βλ. ερ. 21–1Χ δ.φ.).

Ερωτηθείσα κατά πόσον οι αρχές της χώρας καταγωγής της θα επέτρεπαν την εκ νέου είσοδό της, η Αιτήτρια απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι εγκατέλειψε τα καθήκοντά της (ερ. 21 δ.φ.).

Ερωτηθείσα εάν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την παραμονή της στην Buea, απάντησε αρνητικά, διευκρινίζοντας ότι δεν εξήρχετο της οικίας όπου κρυβόταν (ερ. 21–5Χ δ.φ.). Σε ερώτηση ως προς το πώς οι αποσχιστικές ομάδες θα μπορούσαν να γνωρίζουν την ιδιότητά της ως εκπαιδευτικού, ανέφερε ότι ήταν γνωστό ότι εργαζόταν στο σχολείο και ότι οποιοσδήποτε θα μπορούσε να ανήκει στις εν λόγω ομάδες, καθότι δεν έφεραν διακριτική ενδυμασία (ερ. 21–7Χ δ.φ.).

Αναφορικά με το ενδεχόμενο απασχόλησής της σε άλλη εργασία, παρά το γεγονός ότι γνώριζε τη στάση των αποσχιστών έναντι των εκπαιδευτικών, η Αιτήτρια απάντησε ότι, δεδομένου ότι την αναζητούσαν, δεν ήταν δυνατόν να εργαστεί οπουδήποτε (ερ. 20 δ.φ.). Κληθείσα να εξηγήσει πώς γνωρίζει ότι οι αποσχιστές την αναζητούν, απάντησε ότι είχε σχετική πληροφόρηση από τους γείτονές της, οι οποίοι της ανέφεραν ότι οι αποσχιστές αναζητούσαν όλους τους εκπαιδευτικούς (ερ. 20–3Χ δ.φ.).

Σε σχέση με τις συνέπειες που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, δήλωσε ότι δεν δύναται να επιστρέψει (ερ. 20 δ.φ.). Περαιτέρω, ανέφερε ότι η απόφαση αναχώρησής της δεν ήταν προϊόν ελεύθερης επιλογής, αλλά επιβλήθηκε από τις περιστάσεις, καθότι η ζωή της τελούσε υπό κίνδυνο (ερ. 20 δ.φ.).

Τέλος, κληθείσα να εξηγήσει με ποιον τρόπο οι αποσχιστικές ομάδες θα ήταν σε θέση να την ταυτοποιήσουν σε περίπτωση επιστροφής της, τρία έτη μετά τα επίμαχα γεγονότα, απάντησε ότι θα μπορούσαν να την εντοπίσουν, χωρίς να παράσχει περαιτέρω εξειδίκευση (ερ. 20–5Χ δ.φ.).

Κατά την αποτίμηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας, η αρμόδια λειτουργός εντόπισε τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς.

Ο πρώτος αφορά στην υπηκοότητα της Αιτήτριας και στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, ήτοι την περιφέρεια South West Region του Καμερούν. Ο ισχυρισμός αυτός έγινε δεκτός, καθότι κρίθηκε ότι πληρούσε τα κριτήρια εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας, σε συνάρτηση με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθώς και με βάση το προσκομισθέν, κατά την υποβολή της αίτησής της, αντίγραφο του δελτίου ταυτότητάς της. Σε σχέση με το σχολείο στο οποίο ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν (GPS Kosala Kumba), η λειτουργός σημείωσε ότι δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός του μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά στον προβαλλόμενο φόβο δίωξης λόγω της ιδιότητάς της ως εκπαιδευτικού από αποσχιστική ομάδα («Αμπαζόνιανς»), ο οποίος δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, η λειτουργός κατέγραψε ότι η Αιτήτρια δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ή έγγραφο που να επιβεβαιώνει την ιδιότητά της ως εκπαιδευτικού, ούτε ήταν σε θέση να υποδείξει πρόσωπο που θα μπορούσε να επιβεβαιώσει τον σχετικό ισχυρισμό της. Επιπλέον, διαπιστώθηκε ότι, μετά το επικαλούμενο περιστατικό του Δεκεμβρίου 2019, η Αιτήτρια δεν ανέφερε οποιαδήποτε περαιτέρω δυσμενή μεταχείριση ή στοχοποίησή της.

Περαιτέρω, σε σχέση με τον τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να ταυτοποιηθεί ως εκπαιδευτικός από τους αποσχιστές, η Αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικούς ισχυρισμούς, αναφέροντας ότι η ιδιότητά της ήταν ευρέως γνωστή και ότι οποιοδήποτε πρόσωπο θα μπορούσε να ανήκει στις εν λόγω ομάδες, καθότι δεν έφεραν διακριτική ενδυμασία. Αναφορικά με το ενδεχόμενο απασχόλησής της σε άλλη εργασία, δήλωσε ότι αυτό δεν ήταν εφικτό, δεδομένου ότι οι αποσχιστές την αναζητούσαν. Ωστόσο, κληθείσα να τεκμηριώσει τον εν λόγω ισχυρισμό, απάντησε με αοριστία, περιοριζόμενη σε πληροφορίες που, κατά δήλωσή της, έλαβε από γείτονες. Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει με επάρκεια τον τρόπο διαφυγής της από το περιστατικό στο σχολείο ούτε να εξειδικεύσει πώς θα μπορούσε να εντοπιστεί σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας, η αρμόδια λειτουργός επισήμανε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη συνέντευξη συνιστούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του αιτήματός της, χωρίς να συντρέχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση ή επιβεβαίωση μέσω ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης. Ειδικότερα, δεδομένου ότι δεν τεκμηριώθηκε η ιδιότητά της ως εκπαιδευτικού και δεν κατέστη εφικτός ο εντοπισμός του σχολείου στο οποίο φέρεται να εργαζόταν, κρίθηκε ότι δεν υπήρχε επαρκής βάση για περαιτέρω ανάλυση.

Παρά ταύτα, η λειτουργός παρέπεμψε σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με επιθέσεις αποσχιστικών ομάδων κατά εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Ωστόσο, σε σχέση με επιθέσεις σε σχολεία στην Kumba, σημείωσε ότι, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών, τέτοια περιστατικά καταγράφηκαν το έτος 2020 και όχι το 2018, όπως είχε δηλώσει η Αιτήτρια. Συνεπώς, μολονότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν τη γενική ύπαρξη επιθέσεων κατά εκπαιδευτικών, η έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας οδήγησε στην απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού.

Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά στην Αιτήτρια ως θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης, ο οποίος απορρίφθηκε από την αρμόδια λειτουργό λόγω της γενικότητας και αοριστίας των δηλώσεών της, καθώς και λόγω εντοπισμού αντιφάσεων.

Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά το φερόμενο περιστατικό κακοποίησης, υποπίπτοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο σε αντίφαση, καθότι σε προγενέστερο στάδιο είχε αναφέρει ότι αφίχθη στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές στις 06/02/2020 και ότι παρέμεινε για μία ημέρα στις μη ελεγχόμενες περιοχές. Περαιτέρω, κληθείσα να διευκρινίσει πού βρισκόταν η γυναίκα στην οικία της οποίας διέμενε κατά τον χρόνο διαφυγής της, απάντησε με αοριστία, χωρίς να παρέχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες.

Επιπλέον, η λειτουργός κατέγραψε ότι, βάσει των δηλώσεων της Αιτήτριας, δεν προέκυψε σαφής σύνδεση μεταξύ του φερόμενου περιστατικού κακοποίησης στις μη ελεγχόμενες περιοχές και του οικογενειακού φίλου που τη βοήθησε να διαφύγει, σημειώνοντας ότι ο τελευταίος, κατά δήλωση της ίδιας, γνώριζε μόνο ότι η Αιτήτρια θα εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην εν λόγω οικία. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι δεν στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, η αρμόδια λειτουργός επισήμανε ότι οι σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας δεν είναι δυνατόν να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, λόγω της εγγενώς υποκειμενικής τους φύσεως. Περαιτέρω, σύμφωνα με επιστολή των αστυνομικών αρχών προς την Υπηρεσία Ασύλου, η Αιτήτρια δεν αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων κατόπιν αξιολόγησης από το αρμόδιο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων.

Συνεπεία των ανωτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε.

Κατά την εκτίμηση του κινδύνου, η αρμόδια λειτουργός, στηριζόμενη στον αποδεκτό πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, κατέγραψε ότι υφίστανται εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια ενδέχεται να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Ωστόσο, κατά το στάδιο της νομικής αξιολόγησης, η αρμόδια λειτουργός κατέληξε ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώνεται βάσιμος φόβος δίωξης για έναν εκ των προβλεπόμενων λόγων.

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια δεν διατρέχει κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, σύμφωνα με το άρθρο 19(2)(β) του ίδιου Νόμου.

Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ), η αρμόδια λειτουργός, κατόπιν εξέτασης των διαθέσιμων πληροφοριών σχετικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας και ειδικότερα στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές, σε συνδυασμό με τις προσωπικές της περιστάσεις, κατέληξε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, αποκλειστικώς και μόνο λόγω της παρουσίας της στην περιοχή South West, όπου αναμένεται να επιστρέψει.

Συνεπώς, απορρίφθηκε το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Το Δικαστήριο, έχοντας εξετάσει το σύνολο του ενώπιόν του τεθέντος αποδεικτικού υλικού, περιλαμβανομένου του διοικητικού φακέλου, της προσβαλλόμενης απόφασης, της Έκθεσης/Εισήγησης της αρμόδιας λειτουργού, καθώς και των ισχυρισμών των διαδίκων, προβαίνει σε αυτοτελή και εξ υπαρχής αξιολόγηση της υπό κρίση αίτησης διεθνούς προστασίας, σύμφωνα με την έκταση της δικαιοδοσίας του ως δικαστηρίου ουσίας.

Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ορθή διάγνωση και διακριτή εξέταση των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο για την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις εφαρμοστέες διατάξεις του περί Προσφύγων Νόμου και της Οδηγίας. Υπό το πρίσμα αυτό, εξετάζει διαδοχικά τους ισχυρισμούς, αρχής γενομένης από τον πρώτο.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά στην ταυτότητα της Αιτήτριας, ήτοι την υπηκοότητά της ως υπηκόου Καμερούν, καθώς και τον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της στην περιφέρεια South West Region.

Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από την αρμόδια λειτουργό, καθότι κρίθηκε ότι πληροί τα κριτήρια τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας. Ειδικότερα, η Αιτήτρια προσκόμισε, κατά την υποβολή της αίτησής της, αντίγραφο δελτίου ταυτότητας, στο οποίο αναγράφεται ως τόπος διαμονής το χωριό Matoh, ενώ οι σχετικές δηλώσεις της ως προς τον τόπο καταγωγής και διαμονής της κρίθηκαν συνεπείς και συμβατές με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.

Το Δικαστήριο, εξετάζοντας τα ανωτέρω, δεν διαπιστώνει λόγο απόκλισης από τη σχετική κρίση της Διοίκησης. Πράγματι, οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τα στοιχεία ταυτότητας και καταγωγής της παρουσιάζουν συνοχή και δεν ανακύπτουν αντιφάσεις ή ασάφειες που να πλήττουν την αξιοπιστία τους. Επιπλέον, τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνονται, κατά το δυνατόν, από το προσκομισθέν έγγραφο και από γενικές πληροφορίες αναφορικά με την περιοχή.

Ωστόσο, σε σχέση με επιμέρους πτυχές του ισχυρισμού, και δη ως προς την επαγγελματική της ιδιότητα ως εκπαιδευτικού και το σχολείο στο οποίο φέρεται να εργαζόταν (GPS Kosala Kumba), διαπιστώνεται ότι δεν κατέστη δυνατή η επιβεβαίωσή τους μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, ενώ η ίδια δεν προσκόμισε οποιοδήποτε σχετικό αποδεικτικό στοιχείο.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός ορθώς έγινε μερικώς αποδεκτός, ήτοι κατά το μέρος που αφορά την ταυτότητα, την υπηκοότητα και τον τόπο καταγωγής και διαμονής της Αιτήτριας, και απορριπτέος κατά το μέρος που αφορά την τεκμηρίωση της επαγγελματικής της ιδιότητας ως εκπαιδευτικού.

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά στον προβαλλόμενο φόβο δίωξης της Αιτήτριας λόγω της ιδιότητάς της ως εκπαιδευτικού από αποσχιστικές ομάδες στην περιοχή καταγωγής της.

Το Δικαστήριο, προβαίνοντας σε αυτοτελή και συνολική αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού, ήτοι των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά το στάδιο της συνέντευξης, των όσων κατέθεσε ενώπιόν του κατά την ακροαματική διαδικασία, καθώς και της Έκθεσης/Εισήγησης της αρμόδιας λειτουργού, καταλήγει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός στερείται αξιοπιστίας και δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.

Κατ’ αρχάς, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει την ιδιότητά της ως εκπαιδευτικού με οποιοδήποτε αντικειμενικό αποδεικτικό στοιχείο, ούτε υπέδειξε πρόσωπο ικανό να επιβεβαιώσει τον σχετικό ισχυρισμό της. Η απουσία στοιχειώδους τεκμηρίωσης ή επαληθεύσιμων αναφορών ως προς την επαγγελματική της δραστηριότητα πλήττει την αξιοπιστία του ισχυρισμού, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι η εν λόγω ιδιότητα αποτελεί τον πυρήνα της προβαλλόμενης αιτίας δίωξης.

Περαιτέρω, δεν κατέστη εφικτός ο ασφαλής εντοπισμός, μέσω αξιόπιστων και διασταυρώσιμων πηγών πληροφόρησης, του σχολείου στο οποίο η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν (GPS Kosala Kumba), ούτε προέκυψαν επαρκή στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τη λειτουργία ή τη σύνδεσή της με το εν λόγω ίδρυμα κατά τον κρίσιμο χρόνο. Το στοιχείο αυτό ενισχύει την αμφιβολία ως προς την αληθοφάνεια του σχετικού ισχυρισμού, καθότι η ιδιότητα του εκπαιδευτικού συνιστά τη γενεσιουργό βάση του επικαλούμενου φόβου δίωξης.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η αφήγηση της Αιτήτριας αναφορικά με το φερόμενο περιστατικό επίθεσης στο σχολείο, το οποίο συνιστά τον κεντρικό πυρήνα του ισχυρισμού της, χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις ασάφειες, ελλείψεις και απουσία κρίσιμων λεπτομερειών. Ειδικότερα, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για γεγονός που, κατά τους ισχυρισμούς της, συνδέεται άμεσα με τον επικαλούμενο φόβο δίωξης και, ως εκ τούτου, θα αναμενόταν να έχει χαραχθεί με σαφήνεια στη μνήμη της, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση, κατά τη συνέντευξη, να παράσχει συγκεκριμένη, συνεκτική και λογικά αλληλουχούμενη περιγραφή των περιστάσεων της επίθεσης, ούτε να εξηγήσει με επάρκεια τον τρόπο και τις συνθήκες διαφυγής της από το συμβάν.

Ειδικότερα, δεν παρέχονται συγκεκριμένες και εξατομικευμένες πληροφορίες αναφορικά με βασικά στοιχεία του συμβάντος, όπως ο ακριβής τόπος εντός του σχολείου όπου εκτυλίχθηκαν τα γεγονότα, ο αριθμός και η ταυτότητα ή τα χαρακτηριστικά των δραστών, η χρονική διάρκεια της επίθεσης ή η αλληλουχία των γεγονότων.

Ενδεικτικά, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με σαφήνεια εάν η επίθεση έλαβε χώρα εντός της τάξης ή σε άλλο χώρο του σχολείου, πόσα άτομα συμμετείχαν και με ποιον τρόπο εκδηλώθηκε η επίθεση, ούτε να εξηγήσει με συνέπεια τον τρόπο με τον οποίο η ίδια κατόρθωσε να διαφύγει εν μέσω του περιστατικού. Ομοίως, παρέμεινε ασαφής ως προς το τι ακριβώς συνέβη στους συναδέλφους της που, κατά τους ισχυρισμούς της, επηρεάστηκαν από την επίθεση.

Παρά το γεγονός ότι πρόκειται για περιστατικό το οποίο, κατά την ίδια, αποτέλεσε το καθοριστικό γεγονός που οδήγησε στην αποχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς, συνεκτικές και επαρκώς συγκεκριμένες απαντήσεις στα καίρια ερωτήματα που της τέθηκαν τόσο κατά τη συνέντευξη όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία.

Η έλλειψη αυτή δεν αφορά δευτερεύουσες λεπτομέρειες, αλλά στοιχεία που άπτονται του πυρήνα του ισχυρισμού της. Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αφήγησή της δεν ανταποκρίνεται στο αναμενόμενο επίπεδο συγκεκριμενοποίησης και εσωτερικής συνοχής που θα αναμενόταν από πρόσωπο που περιγράφει προσωπικά βιωμένη εμπειρία τέτοιας σοβαρότητας, γεγονός που αποδυναμώνει ουσιωδώς την αξιοπιστία του ισχυρισμού της. Επιπλέον, η εν λόγω έλλειψη σαφήνειας και λεπτομέρειας δεν αποκαταστάθηκε κατά την ακροαματική διαδικασία, κατά την οποία η Αιτήτρια, παρά τις σχετικές ερωτήσεις του Δικαστηρίου, παρέμεινε γενικόλογη και ασαφής.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η περιγραφή του κρίσιμου αυτού περιστατικού δεν αντανακλά αφήγηση βασιζόμενη σε προσωπικά βιωμένη εμπειρία, αλλά αντίθετα παρουσιάζει σοβαρά ελλείμματα εσωτερικής συνοχής και πειστικότητας, τα οποία πλήττουν καίρια την αξιοπιστία του σχετικού ισχυρισμού.

Επιπλέον, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν στοιχειοθετείται εξατομικευμένος κίνδυνος δίωξης. Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι οι αποσχιστές «αναζητούν όλους τους εκπαιδευτικούς» ερείδεται αποκλειστικά σε πληροφορίες τρίτων προσώπων (γειτόνων), χωρίς η ίδια να επικαλείται οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό προσωπικής στοχοποίησής της. Αντιθέτως, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι, μετά το επίμαχο περιστατικό, η Αιτήτρια διέμεινε για χρονικό διάστημα περίπου ενός μηνός στην περιοχή Buea χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε απειλή ή παρενόχληση, γεγονός που αποδυναμώνει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί άμεσου και συνεχιζόμενου κινδύνου.

Συναφώς, το Δικαστήριο εντοπίζει εμφανή λογική ασυνέπεια στους ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως προς τη δυνατότητα ταυτοποίησής της από τους αποσχιστές. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια, αφενός, υποστηρίζει ότι η ιδιότητά της ως εκπαιδευτικού ήταν ευρέως γνωστή στην τοπική κοινότητα και, ως εκ τούτου, οι αποσχιστές ήταν σε θέση να την αναγνωρίσουν και να την στοχοποιήσουν. Αφετέρου, δηλώνει ότι τα μέλη των αποσχιστικών ομάδων δεν φέρουν οποιαδήποτε διακριτικά γνωρίσματα, ενεργούν χωρίς αναγνωρίσιμη ταυτότητα και δύνανται να είναι «οποιοσδήποτε».

Η ταυτόχρονη επίκληση των δύο αυτών θέσεων δημιουργεί εσωτερική αντίφαση, καθότι δεν καθίσταται σαφές με ποιον τρόπο πρόσωπα μη αναγνωρίσιμα και απροσδιόριστα θα μπορούσαν να έχουν συγκεκριμένη γνώση της επαγγελματικής της ιδιότητας και να την στοχοποιούν προσωπικά. Η ασυνέπεια αυτή πλήττει την εσωτερική λογική συνοχή της αφήγησης και αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί εξατομικευμένης και στοχευμένης αναζήτησής της.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ίδια η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να γεφυρώσει τη διάκριση μεταξύ γενικευμένης βίας και εξατομικευμένης δίωξης. Το επικαλούμενο περιστατικό στο σχολείο, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι έλαβε χώρα, εντάσσεται στο πλαίσιο γενικευμένων επιθέσεων και δεν συνοδεύεται από στοιχεία που να καταδεικνύουν προσωπική στοχοποίηση της ίδιας.

Επιπλέον, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η Αιτήτρια, ενώ δήλωσε ότι γνώριζε τον κίνδυνο που αντιμετωπίζουν οι εκπαιδευτικοί στην περιοχή, εντούτοις συνέχισε να ασκεί το επάγγελμα αυτό χωρίς να προκύπτει από τα λεγόμενά της ότι είχε αναπτύξει πραγματικό και έντονο υποκειμενικό φόβο κατά τον κρίσιμο χρόνο. Η στάση αυτή αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του ισχυρισμού της.

Αναφορικά με τη γνώση της περί του ότι δήθεν αναζητείται, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η σχετική πληροφόρηση προέρχεται αποκλειστικά από τρίτους και δεν συνοδεύεται από οποιαδήποτε αντικειμενική ένδειξη ή περιστατικό που να επιβεβαιώνει ενεργή αναζήτησή της από αποσχιστικές ομάδες.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια μετέβη σε άλλη περιοχή της χώρας (Buea), όπου παρέμεινε χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, γεγονός που καταδεικνύει ότι υπήρχε, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, δυνατότητα εσωτερικής μετακίνησης και αποφυγής του επικαλούμενου κινδύνου.

Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η Αιτήτρια δεν προέβαλε ισχυρισμούς περί δίωξης από κρατικές αρχές ούτε περί αδυναμίας των κρατικών αρχών να της παράσχουν προστασία έναντι μη κρατικών δρώντων, στοιχείο απαραίτητο για τη θεμελίωση σχετικού φόβου δίωξης.

Τέλος, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, σύμφωνα με έγκυρες και επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, κατά τον κρίσιμο χρόνο στον οποίο αναφέρεται η Αιτήτρια (έτος 2019), η λειτουργία των σχολείων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν είχε σε μεγάλο βαθμό ανασταλεί, λόγω της επιβολής εκτεταμένου μποϊκοτάζ από αποσχιστικές ομάδες. Ειδικότερα, καταγράφεται ότι ποσοστό άνω του 80% των σχολικών μονάδων στις περιοχές North-West και South-West παρέμενε κλειστό, με εκατοντάδες χιλιάδες παιδιά να στερούνται πρόσβασης στην εκπαίδευση[1].

Υπό το πρίσμα αυτό, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι εργαζόταν ως εκπαιδευτικός σε λειτουργούν σχολείο κατά το ίδιο χρονικό διάστημα και ότι το σχολείο αυτό αποτέλεσε στόχο επίθεσης, δεν συνάδει με την ευρύτερη πραγματική κατάσταση που επικρατούσε στην περιοχή, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω την αληθοφάνεια του σχετικού ισχυρισμού της.

Υπό το φως του συνόλου των ανωτέρω, και κατόπιν σωρευτικής αξιολόγησης των επιμέρους στοιχείων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η αφήγηση της Αιτήτριας παρουσιάζει ουσιώδη ελλείμματα εσωτερικής συνοχής, λογικής συνέπειας και εξωτερικής επιβεβαίωσης, τα οποία πλήττουν τον πυρήνα του υπό εξέταση ισχυρισμού.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο συμφωνεί πλήρως με τα ευρήματα και τη συλλογιστική της αρμόδιας λειτουργού και κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός ορθώς απορρίφθηκε.

Τονίζεται ότι η βασική ιστορία ενός αιτούντος πρέπει να είναι συνεπής καθ' όλη τη διάρκεια της διαδικασίας, ακόμη και αν ορισμένες πτυχές του απολογισμού των γεγονότων μπορεί να είναι αβέβαιοι ή «κάπως απίθανοι», υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπονομεύουν τη συνολική αξιοπιστία της αξίωσης.[2] Ωστόσο, «όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που δίνουν ισχυρούς λόγους για να αμφισβητηθεί η αλήθεια των δηλώσεων ενός αιτούντος άσυλο, το άτομο πρέπει να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση για τους ισχυρισμούς ανακρίβειες σε αυτές τις παρατηρήσεις».[3] Στην παρούσα υπόθεση και από τα ενώπιον μου δεδομένα παρατηρώ ότι η Αιτήτρια δεν έχει παράσχει επαρκείς εξηγήσεις σε κύρια σημεία που άπτονται του πυρήνα του αιτήματος του, πλήττοντας την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Γενικά, είναι λογικό να αναμένεται ότι μια αίτηση για διεθνή προστασία παρουσιάζεται επαρκώς και λεπτομερώς, τουλάχιστον όσον αφορά τα πιο σημαντικά γεγονότα του αιτήματος του. Η ανεπάρκεια λεπτομερειών συνιστά αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β)  2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «σχετικών στοιχείων».

 Στο εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων»»).

Στην υπό κρίση υπόθεση, η αφήγηση της Αιτήτριας δεν εμφανίζει την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή και πειστικότητα, ούτε ανταποκρίνεται στο επίπεδο αληθοφάνειας που θα αναμενόταν υπό τις περιστάσεις που η ίδια περιγράφει. Η απουσία κρίσιμων και συγκεκριμένων λεπτομερειών, σε συνδυασμό με τις εντοπισθείσες αντιφάσεις, τις γενικόλογες αναφορές και την αδυναμία παροχής επαρκών και εύλογων εξηγήσεων επί ουσιωδών ζητημάτων, οδηγούν το Δικαστήριο στην κρίση ότι ο ισχυρισμός περί δίωξης λόγω της ιδιότητάς της ως εκπαιδευτικού δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 4(5)(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Ειδικότερα, η αφήγησή της δεν ικανοποιεί το κατώφλι ελάχιστης πειστικότητας που απαιτείται προκειμένου να γίνει αποδεκτή ως αυθεντική προσωπική εμπειρία αιτητή διεθνούς προστασίας.

Σύμφωνα με τις κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA), η αξιολόγηση της αξιοπιστίας απαιτεί μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του, ο οποίος εκφράζει μια αληθινή προσωπική εμπειρία[4].

Επιπλέον, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου έχει επισημάνει ότι[5], λόγω της ιδιαίτερης κατάστασης στην οποία συχνά βρίσκονται οι αιτούντες άσυλο, είναι συχνά αναγκαίο να τους παρέχεται το τεκμήριο της αμφιβολίας κατά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών τους και των εγγράφων που υποβάλλονται προς στήριξη αυτών. Ωστόσο, όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που παρέχουν σοβαρούς λόγους για να αμφισβητηθεί η αλήθεια των ισχυρισμών ενός αιτούντος άσυλο, το εν λόγω πρόσωπο οφείλει να δώσει ικανοποιητική εξήγηση για τις προβαλλόμενες ανακολουθίες (βλ. Collins and Akasiebie κατά Σουηδίας, αριθ. 23944/05, 8.3.2007, και Matsiukhina and Matsiukhin κατά Σουηδίας , αριθ. 31260/04, 21.6.2005).

Καταρχήν, ο αιτητής οφείλει να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν σοβαρούς λόγους για να πιστευθεί ότι, σε περίπτωση εφαρμογής του επίδικου μέτρου, θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της Σύμβασης (βλ. N. κατά Φινλανδίας, αριθ. 38885/02, § 167, 26.7.2005, και N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. 25904/07, § 111, 17.7.2008). Εφόσον προσκομισθούν τέτοια στοιχεία, εναπόκειται στην αρμόδια αρχή να διαλύσει κάθε εύλογη αμφιβολία.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές, προβαίνει σε συνολική και σωρευτική αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας υπό το πρίσμα τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής τους αξιοπιστίας. Στο πλαίσιο αυτό, λαμβάνεται υπόψη ότι το τεκμήριο της αμφιβολίας δεν λειτουργεί αυτοτελώς ούτε ανεπιφύλακτα υπέρ του αιτητή, αλλά προϋποθέτει ότι η αφήγησή του εμφανίζει ένα ελάχιστο επίπεδο συνοχής, συνέπειας και αληθοφάνειας.

Ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να ανταποκριθεί στο κατώφλι αυτό. Αντιθέτως, οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις ασυνέπειες, ελλείψεις και αοριστία, ιδίως ως προς κρίσιμα στοιχεία του πυρήνα του ισχυρισμού της. Οι προβαλλόμενες ανακολουθίες δεν συνοδεύονται από επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις, παρά το γεγονός ότι η Αιτήτρια είχε την ευκαιρία να τις διευκρινίσει τόσο κατά το στάδιο της συνέντευξης όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία.

Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν πληρούν τις απαιτήσεις αξιοπιστίας και αποδεικτικής επάρκειας που τίθενται από το εφαρμοστέο νομικό πλαίσιο και τη σχετική νομολογία.

Το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αίτημα διεθνούς προστασίας φέρει, κατά βάση, ο ίδιος ο Αιτητής, ο οποίος οφείλει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών του ότι υπήρξε θύμα δίωξης ή ότι κινδυνεύει να υποστεί σοβαρή βλάβη στη χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγας ή για την παροχή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Κάτι τέτοιο, όμως, δεν επετεύχθη στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης. (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna v. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1875/08, ημερ. 1.3.2010· Εγχειρίδιο του Υπάτου Αρμοστή των Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες· Farhan Khalil v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υπόθ. Αρ. 1119/2009, ημερ. 31.1.2012).

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η αρμόδια λειτουργός προέβη σε δέουσα και επαρκή διερεύνηση, στηριζόμενη σε κατάλληλες και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης.

Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η αρμόδια λειτουργός έλαβε υπόψη και παρέπεμψε σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, περιλαμβανομένων περιστατικών βίας εκ μέρους αποσχιστικών ομάδων κατά εκπαιδευτικών και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων. Παράλληλα, επιχείρησε να διασταυρώσει τους επιμέρους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, περιλαμβανομένης της ύπαρξης του σχολείου στο οποίο φέρεται να εργαζόταν, καθώς και του χρονικού πλαισίου των επικαλούμενων περιστατικών.

Επιπλέον, η λειτουργός αξιολόγησε τη συνάφεια των γενικών πληροφοριών με τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας και κατέγραψε τις αποκλίσεις που εντοπίστηκαν μεταξύ των δηλώσεών της και των διαθέσιμων εξωτερικών δεδομένων.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αρμόδια λειτουργός προέβη σε δέουσα έρευνα ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, αξιοποιώντας κατάλληλες πηγές πληροφόρησης και προβαίνοντας σε σχετική αξιολόγηση των ευρημάτων της.

Το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σε πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, λαμβανομένου ότι το παρόν δικαστήριο έχει πρόσβαση σε ακριβείς και επικαιροποιημένες πληροφορίες από διάφορες πηγές σχετικά με τη γενική κατάσταση που επικρατεί στις χώρες καταγωγής και διέλευσης κατά τον χρόνο λήψης της απόφασής του [βλ. άρθρο 10 παράγραφος 4 της Οδηγία 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση)], σε συνάρτηση βέβαια με το άρθρο 4 της 2011/95/ΕΕ της οδηγίας (αναδιατύπωση) και άρθρο 46 της οδηγίας 2013/32/ΕΕ (αναδιατύπωση), όπου απαιτείται να υπάρχει «πλήρης και ex nunc εξέταση τόσο των γεγονότων όσο και των νομικών σημείων» με τα ακόλουθα ευρήματα:

Ένας από τους λόγους που πυροδότησε τη σύγκρουση στο αγγλόφωνο Καμερούν ήταν η δυσαρέσκεια των αγγλόφωνων πληθυσμών απέναντι στον γαλλόφωνο έλεγχο της εκπαίδευσης.[6] Όχι τυχαία λοιπόν τα εκπαιδευτικά ιδρύματα υπήρξαν πρωταρχικοί στόχοι των μη κυβερνητικών ένοπλων ομάδων ήδη από την έναρξη της σύγκρουσης.[7]

Από τον Σεπτέμβριο του 2017 οι αυτονομιστικές ομάδες έχουν απαγορεύσει τη δημόσια εκπαίδευση και έχουν επανειλημμένα επιτεθεί στις σχολικές υποδομές, καθιστώντας την σχολική φοίτηση επικίνδυνη για τα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς.[8] Η απαγόρευση της εκπαίδευσης συνιστά μέρος της στρατηγικής των αυτονομιστών για την αποδυνάμωση του κράτους, καθώς θεωρούν την εκπαίδευση εργαλείο κυβερνητικής προπαγάνδας.[9]

Περί το 2019, ορισμένες αυτονομιστικές ομάδες επιχείρησαν να λειτουργήσουν δημόσια σχολεία στην αγγλόφωνη περιοχή.[10] Μέχρι το 2021 τα σχολεία αυτά έπαψαν να λειτουργούν.[11] Έτσι, αντί να λειτουργούν σχολεία, οι αυτονομιστές πλέον ρυθμίζουν τις σχολικές δραστηριότητες και επιβάλλουν κλεισίματα ή lockdowns, ιδίως σε εκπαιδευτικά ιδρύματα που λειτουργούν με κυβερνητική υποστήριξη.[12]

Προκειμένου να καλυφθεί το κενό που προκάλεσε το εκτεταμένο κλείσιμο των δημόσιων σχολείων και οι συχνοί περιορισμοί κυκλοφορίας, άρχισαν να ανοίγουν ιδιωτικά σχολεία που λειτουργούν από τις τοπικές κοινότητες.[13] Αν και τα ιδιωτικά σχολεία χρειάζονται έγκριση από τους αυτονομιστές, οι μαθητές τους αποτελούν συχνά στόχους των αυτονομιστών στο πλαίσιο απαγωγών με σκοπό την άντληση χρημάτων.[14]

Σύμφωνα με την ετήσια απολογιστική έκθεση του Cameroon Education Cluster (Μάρτιος 2026), μιας διεθνούς ανθρωπιστικής σύμπραξης με στόχο την παροχή εκπαίδευσης σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης, από τον Ιανουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2025 καταγράφηκαν συνολικά 81 επιθέσεις στη Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή.[15] Εξ αυτών, το 77% (62) καταγράφηκε στην Βορειοδυτική περιοχή, ενώ το 23% (19) στη Νοτιοδυτική περιοχή.[16] Ως προς την τυπολογία των επιθέσεων, η ίδια πηγή καταγράφει ότι πραγματοποιήθηκαν 61 απαγωγές και αυθαίρετες συλλήψεις, 17 επιθέσεις σε σχολεία, 1 επίθεση σε ίδρυμα τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και 4 περιστατικά φθοράς σχολικών υποδομών.[17] Αντίστοιχα, ως προς τον αριθμό των ανθρώπων που επηρεάστηκαν, η προαναφερθείσα έκθεση καταγράφει ότι συνολικά, φέρεται να επηρεάστηκαν 508 άτομα, μεταξύ των οποίων 238 παιδιά και 270 εκπαιδευτικοί και λοιπό προσωπικό που σχετίζεται με την εκπαίδευση.[18]

Όπως αναφέρεται στη μηνιαία έκθεση της οργάνωσης Insecurity Insight, «Education in Danger» που αφορά στον Φεβρουάριο 2026, η οποία επικαλείται έτερη πηγή, στις 12 Φεβρουαρίου 2026 στην πόλη Kumbo, διαμέρισμα Bui, Βορειοδυτική περιοχή, 15 μαθητές του Government Bilingual High School απήχθησαν κατά τη διαδρομή επιστροφής από το σχολείο από φερόμενους αποσχιστές, οι οποίοι τους κατηγόρησαν ότι συμμετείχαν στους εορτασμούς της Ημέρας Νεολαίας.[19]

Ομοίως, πλείστα περιστατικά βίας κατά του θεσμού της εκπαίδευσης σημειώθηκαν στο αγγλόφωνο Καμερούν κατά τον Ιανουάριο 2026, σύμφωνα με την μηνιαία έκθεση της οργάνωσης Insecurity Insight «Education in Danger». Τα εν λόγω περιστατικά αφορούσαν ως επί το πλείστον απαγωγές εκπαιδευτικού προσωπικού αλλά και καταστροφές σχολικών υποδομών.[20] Σε μία περίπτωση, σύμφωνα με την έκθεση, ένας δάσκαλος δολοφονήθηκε στην περιφέρεια του Άπω Βορρά από μαχητές της Boko Haram (JAS).[21]

Ως αναφέρεται σε άρθρο της Διεθνούς Αμνηστίας που δημοσιεύθηκε στις 26 Οκτωβρίου 2020, σύμφωνα με αναφορές, στις 24 Οκτωβρίου, ένοπλοι άνδρες που φορούσαν πολιτικά ρούχα επιτέθηκαν σε ένα σχολείο στην Κούμπα, στη Νοτιοδυτική περιοχή, σκοτώνοντας τουλάχιστον οκτώ παιδιά και τραυματίζοντας 12.[22] Οι ένοπλοι έφτασαν με μοτοσικλέτες και άνοιξαν πυρ μέσα στην τάξη και σύμφωνα με αναφορές, αρκετά παιδιά τραυματίστηκαν καθώς προσπαθούσαν να ξεφύγουν από τις σφαίρες.[23]

Άρθρο της Human Rights Watch σε σχέση με το ίδιο περιστατικό αναφέρεται σε 7 θανάτους παιδιών και τουλάχιστον 13 τραυματισμούς.[24] Κανείς δεν ανέλαβε την ευθύνη για τις δολοφονίες, αλλά η κυβέρνηση κατηγόρησε ένοπλους αυτονομιστές ενώ ο αντιπρόεδρος της Προσωρινής Κυβέρνησης της Αμπαζονίας (μία από τις κύριες αυτονομιστικές ομάδες) δήλωσε σε ανακοίνωσή του ότι την επίθεση διέπραξαν στρατιώτες του Καμερούν.[25] Λίγες ημέρες αργότερα, οι κρατικές αρχές ανακοίνωσαν ότι οι δυνάμεις ασφαλείας είχαν «εξουδετερώσει» έναν μαχητή των αυτονομιστών ο οποίος φέρεται να ήταν μεταξύ των υπευθύνων.[26]

Σημειώνεται ότι δεν κατέστη εφικτός ο εντοπισμός συγκεκριμένων πληροφοριών, μέσω αξιόπιστων πηγών πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής (συμπεριλαμβανομένων των ecoi-net, Refworld και EUAA COI Portal), αναφορικά με περιστατικό επίθεσης σε εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Kumba της Νοτιοδυτικής περιοχής κατά τον Δεκέμβριο 2019, όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια. Αν και η απουσία τέτοιας πληροφόρησης δεν συνεπάγεται αυτοτελώς ότι το περιστατικό δεν έλαβε χώρα, σύμφωνα με τη μεθοδολογία αξιολόγησης COI της EUAA, εντούτοις αποτελεί στοιχείο που πρέπει να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας.

Περαιτέρω, από τις ίδιες εξωτερικές πηγές προκύπτει ότι κατά τον κρίσιμο χρόνο (έτος 2019) η λειτουργία των σχολείων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν είχε σε μεγάλο βαθμό ανασταλεί, λόγω της επιβολής εκτεταμένου μποϊκοτάζ από αποσχιστικές ομάδες, με σημαντικό ποσοστό εκπαιδευτικών ιδρυμάτων να παραμένει κλειστό. Η διαπίστωση αυτή δεν συνάδει με την εκδοχή της Αιτήτριας ότι εργαζόταν σε κανονικά λειτουργούν σχολείο κατά τον ίδιο χρόνο, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού της.

Σημειώνεται ότι μέσω αναζήτησης στη μηχανή αναζήτησης Google, εντοπίστηκε αναφορά στο «Government Primary School (GPS) Kosala» στην Kumba στο διαμέρισμα Meme της Νοτιοδυτικής περιοχής. [27]

Από τα ανωτέρω ευρήματα προκύπτει ότι η κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, περιλαμβανομένης της Νοτιοδυτικής περιφέρειας, χαρακτηρίζεται από συνεχιζόμενη αστάθεια και σημαντικό αριθμό περιστατικών βίας, ιδίως σε σχέση με τον τομέα της εκπαίδευσης. Οι πληροφορίες από εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι οι εκπαιδευτικοί και τα εκπαιδευτικά ιδρύματα έχουν αποτελέσει στόχο επιθέσεων εκ μέρους μη κρατικών ένοπλων ομάδων, ενώ παράλληλα καταγράφεται σημαντικός αριθμός απαγωγών, επιθέσεων και διαταραχών της εκπαιδευτικής δραστηριότητας.

Ωστόσο, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι ανωτέρω πληροφορίες αφορούν στο γενικό πλαίσιο ασφαλείας και δεν επαρκούν αφ’ εαυτών για την επιβεβαίωση των ειδικότερων ισχυρισμών της Αιτήτριας. Ειδικότερα, παρά την εκτενή έρευνα, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός συγκεκριμένου περιστατικού επίθεσης σε εκπαιδευτικό ίδρυμα στην Kumba κατά τον χρόνο που επικαλείται η Αιτήτρια, γεγονός που αποδυναμώνει τη δυνατότητα εξωτερικής επιβεβαίωσης του πυρήνα της αφήγησής της.

Σημειώνεται ότι, κατόπιν έρευνας, εντοπίστηκε αναφορά σε σχολείο με την ονομασία «Government Primary School (GPS) Kosala» στην περιοχή Kumba. Ωστόσο, το στοιχείο αυτό, ακόμη και αν ληφθεί ως δεδομένο, δεν επαρκεί για να επιβεβαιώσει τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας.

Ειδικότερα, η απλή αναφορά στην ύπαρξη ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος, η οποία προκύπτει από μη εξειδικευμένες διαδικτυακές πηγές, δεν συνιστά αξιόπιστη και επαληθεύσιμη πληροφορία κατά την έννοια των κανόνων αξιολόγησης πληροφοριών χώρας καταγωγής. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύει ούτε την απασχόληση της Αιτήτριας στο εν λόγω ίδρυμα ούτε την επέλευση του επικαλούμενου περιστατικού.

Αντιθέτως, παρά την εκτενή έρευνα σε έγκυρες και αναγνωρισμένες βάσεις δεδομένων πληροφοριών χώρας καταγωγής, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός συγκεκριμένου περιστατικού επίθεσης στο εν λόγω σχολείο κατά τον χρόνο που επικαλείται η Αιτήτρια.

Συνεπώς, το εν λόγω στοιχείο δεν δύναται να ενισχύσει την αξιοπιστία του ισχυρισμού της.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι οι πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη γενικευμένου κινδύνου και βίας κατά του τομέα της εκπαίδευσης, δεν τεκμηριώνεται, μέσω των εν λόγω πηγών, συγκεκριμένη και εξατομικευμένη σύνδεση της Αιτήτριας με τα επικαλούμενα περιστατικά. Συνεπώς, τα ευρήματα της εξωτερικής έρευνας δεν ενισχύουν ουσιωδώς την αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10(1)(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, μία ομάδα δύναται να θεωρηθεί ως «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» όταν πληρούνται σωρευτικά δύο προϋποθέσεις: αφενός, τα μέλη της να μοιράζονται ένα κοινό εγγενές χαρακτηριστικό ή μία κοινή πεποίθηση θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους και, αφετέρου, η ομάδα αυτή να γίνεται αντιληπτή ως διακριτή από την κοινωνία που την περιβάλλει.

Η συνδρομή μόνο μίας εκ των ανωτέρω προϋποθέσεων δεν επαρκεί. Όπως έχει υπογραμμιστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, απαιτείται η πλήρωση και των δύο κριτηρίων, κατόπιν σταθμισμένης εκτίμησης των πραγματικών συνθηκών της χώρας καταγωγής (βλ. ΔΕΕ, υποθέσεις X, Y και Z, C-199/12, σκ. 45).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την καθοδήγηση της EUAA, επαγγελματικές κατηγορίες, όπως οι εκπαιδευτικοί, δύνανται να υπαχθούν στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας μόνο εφόσον αποδεικνύεται ότι στοχοποιούνται λόγω της επαγγελματικής τους ιδιότητας και ότι η στοχοποίηση αυτή συνδέεται με χαρακτηριστικό άρρηκτα συνδεδεμένο με την ταυτότητα ή τις πεποιθήσεις τους. Η απλή κατοχή ενός επαγγελματικού τίτλου δεν αρκεί.

Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει ότι η έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας δεν καταλαμβάνει αυτομάτως κάθε επαγγελματική κατηγορία, αλλά προϋποθέτει ότι τα μέλη της μοιράζονται χαρακτηριστικά είτε έμφυτα είτε αμετάβλητα, είτε κρίσιμης σημασίας για την ταυτότητα ή τη συνείδησή τους, και ότι η ομάδα αυτή εκλαμβάνεται από την κοινωνία ως διακριτή (βλ. ΔΕΕ, υπόθεση C-621/21, W.S.).

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, η ιδιότητα της Αιτήτριας ως «εκπαιδευτικού» δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να θεμελιώσει υπαγωγή στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, ελλείψει αποδείξεων περί ειδικής και εξατομικευμένης στοχοποίησης λόγω της ιδιότητας αυτής.

Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει κατά τρόπο αξιόπιστο ούτε την άσκηση του επαγγέλματος της εκπαιδευτικού ούτε ότι υπήρξε στόχος δίωξης εξαιτίας της ιδιότητας αυτής. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου και τις πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι τα περιστατικά βίας κατά του τομέα της εκπαίδευσης εντάσσονται σε ένα γενικευμένο πλαίσιο ανασφάλειας και συγκρούσεων[28], χωρίς να καταδεικνύεται ειδική στοχοποίηση της ίδιας.

Επιπλέον, δεν προκύπτει αιτιώδης σύνδεση μεταξύ της επικαλούμενης απειλής και κάποιου εκ των λόγων δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης. Ούτε η επαγγελματική της ιδιότητα ως τέτοια, ούτε τα πραγματικά περιστατικά που επικαλείται συνδέονται με δίωξη λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.

Περαιτέρω, δεν τεκμηριώνεται ο φορέας της φερόμενης δίωξης ούτε η αδυναμία παροχής προστασίας εκ μέρους των κρατικών αρχών ή η ανεπάρκεια εσωτερικής προστασίας.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, κατά την έννοια του άρθρου 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά στον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης κατά την άφιξή της στις μη ελεγχόμενες περιοχές.

Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση του εν λόγω ισχυρισμού, προσεγγίζει την αξιολόγηση με τη δέουσα επιείκεια και ευαισθησία, όπως επιτάσσουν οι σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της EUAA[29] αναφορικά με την αξιολόγηση ισχυρισμών που άπτονται σεξουαλικής βίας. Ωστόσο, η εν λόγω προσέγγιση δεν αίρει την υποχρέωση του αιτητή να παράσχει, στον βαθμό του δυνατού, μία συνεκτική και επαρκώς συγκεκριμένη αφήγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών.

Εν προκειμένω, από την αξιολόγηση των δηλώσεων της Αιτήτριας κατά το στάδιο της συνέντευξης, σε συνδυασμό με τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η αφήγησή της χαρακτηρίζεται από ουσιώδη κενά, ασάφειες και αντιφάσεις, οι οποίες πλήττουν την εσωτερική της αξιοπιστία.

Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά το επίμαχο περιστατικό, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, η παραμονή της στις μη ελεγχόμενες περιοχές διήρκεσε εξαιρετικά περιορισμένο χρονικό διάστημα. Η αδυναμία αυτή ενισχύεται από την αντίφαση που προκύπτει σε σχέση με τις δηλωθείσες ημερομηνίες αναχώρησης και άφιξής της, στοιχείο που θα ανέμενε κανείς να είναι σαφώς αποτυπωμένο στη μνήμη ενός προσώπου που επικαλείται τέτοιας βαρύτητας γεγονότα.

Περαιτέρω, οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό παραμένουν γενικές, αόριστες και ελλιπώς συγκεκριμενοποιημένες. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και σαφείς λεπτομέρειες αναφορικά με ουσιώδη στοιχεία του ισχυρισμού της, όπως οι ακριβείς συνθήκες άφιξής της στην οικία, ο ρόλος των προσώπων που φέρονται να εμπλέκονταν, η παρουσία ή μη της γυναίκας που την είχε παραλάβει κατά τον χρόνο του συμβάντος, καθώς και η ακριβής αλληλουχία των γεγονότων.

Περαιτέρω, η περιγραφή της ως προς τα εμπλεκόμενα πρόσωπα παρέμεινε ασαφής, καθότι δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με επάρκεια ποια ήταν η σχέση των ανδρών που εισήλθαν στο δωμάτιο με τα υπόλοιπα πρόσωπα της οικίας, ούτε υπό ποιες ακριβώς συνθήκες ένας εξ αυτών αποφάσισε τελικώς να τη βοηθήσει να διαφύγει. Ομοίως, δεν παρείχε σαφή και συνεκτική εξήγηση ως προς το πώς κατέστη εφικτή η διαφυγή της από τον χώρο, παρά τις περιστάσεις που η ίδια περιγράφει.

Η έλλειψη αυτή δεν αφορά δευτερεύουσες ή επουσιώδεις πτυχές της αφήγησης, αλλά στοιχεία που άπτονται του πυρήνα του ισχυρισμού της. Παρά τη σοβαρότητα του επικαλούμενου περιστατικού και παρά τις σχετικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παράσχει αφήγηση με την αναγκαία σαφήνεια, πληρότητα και εσωτερική συνοχή, γεγονός που αποδυναμώνει ουσιωδώς την αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.

Επιπλέον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν προκύπτει σαφής και πειστική σύνδεση μεταξύ των προσώπων που φέρονται να εμπλέκονται στο περιστατικό και του προσώπου που, σύμφωνα με την Αιτήτρια, την βοήθησε στη συνέχεια να διαφύγει προς τις ελεγχόμενες περιοχές. Αντιθέτως, από τις δηλώσεις της προκύπτει ασάφεια ως προς τις μεταξύ τους σχέσεις και τον ρόλο εκάστου, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία της αφήγησής της.

Ως προς τον φορέα της επικαλούμενης σοβαρής βλάβης, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, βάσει των δηλώσεων της Αιτήτριας, τα πρόσωπα που φέρονται να εμπλέκονται στο επίδικο περιστατικό συνιστούν ιδιώτες (μη κρατικούς δρώντες), των οποίων η ταυτότητα, η οργανωτική ένταξη και η μεταξύ τους σχέση παραμένουν απροσδιόριστες.

Η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει ότι τα εν λόγω πρόσωπα αποτελούν μέρος οργανωμένου δικτύου ή ομάδας με σταθερή δομή, ούτε ότι ενεργούσαν υπό καθεστώς ανοχής ή αδυναμίας ελέγχου εκ μέρους των αρχών. Περαιτέρω, δεν προέβαλε ούτε απέδειξε ότι προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια αναζήτησης προστασίας από τις αρμόδιες αρχές ή ότι αυτές αδυνατούσαν ή δεν επιθυμούσαν να της παράσχουν προστασία.

Ως εκ τούτου, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη φορέα σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 6 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, γεγονός που αποδυναμώνει περαιτέρω τον σχετικό ισχυρισμό.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας, λόγω της φύσεώς τους, δεν δύνανται κατ’ αρχήν να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Ωστόσο, λαμβάνεται υπόψη ότι, σύμφωνα με σχετική ενημέρωση των αρμόδιων αρχών, η Αιτήτρια δεν αναγνωρίσθηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων κατόπιν αξιολόγησης από το αρμόδιο Γραφείο Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων, στοιχείο που συνεκτιμάται στο σύνολο των δεδομένων της υπόθεσης.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η αφήγηση της Αιτήτριας δεν πληροί το απαιτούμενο επίπεδο συνοχής, συνέπειας και αληθοφάνειας, ώστε να γίνει αποδεκτή ως αξιόπιστη προσωπική εμπειρία.

Κατά συνέπεια, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.

Το Δικαστήριο προέβη σε ανεξάρτητη έρευνα αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στο Καμερούν και τις πρακτικές εμπορίας ανθρώπων με στόχο τη σεξουαλική ή/και εργασιακή εκμετάλλευση.

Σύμφωνα με πληθώρα διεθνών πηγών, το Καμερούν παραμένει χώρα προέλευσης, διέλευσης και προορισμού για την εμπορία ανθρώπων, περιλαμβανομένης της καταναγκαστικής εργασίας και της σεξουαλικής εκμετάλλευσης γυναικών και παιδιών[30]. Η έκθεση World Freedom 2021 καταγράφει ότι Καμερουνιανές γυναίκες διακινούνται και καταλήγουν σε καθεστώς εξαναγκασμού και πορνείας στην Ευρώπη[31], ενώ η χώρα κατατάσσεται στην «Λίστα Παρακολούθησης Βαθμίδα 2» του Υπουργείου Εξωτερικών των Η.Π.Α., γεγονός που υποδεικνύει ότι η κυβέρνηση δεν πληροί πλήρως τα ελάχιστα πρότυπα καταπολέμησης της εμπορίας, αν και καταβάλλει προσπάθειες για συμμόρφωση[32].

Ωστόσο, σημαντικές αδυναμίες εντοπίζονται στην εφαρμογή του νομικού πλαισίου. Η έκθεση του Swiss Refugee Council (Δεκ. 2022) επισημαίνει ανεπαρκή πρόληψη, συστημική διαφθορά και έλλειψη στήριξης προς τα θύματα. Η δε έκθεση του Borgen Project αναφέρει ελλιπή χρηματοδότηση του εθνικού σχεδίου δράσης, περιορισμένες δυνατότητες εντοπισμού θυμάτων και ελλιπείς εκπαιδευτικές δράσεις για τις διωκτικές αρχές. Περαιτέρω, το νομικό καθεστώς ποινικοποιεί την εμπορία παιδιών μόνο υπό προϋποθέσεις χρήσης βίας, εξαναγκασμού ή απάτης, χωρίς να προβλέπει ρητή προστασία για όλες τις μορφές σεξουαλικής εμπορίας παιδιών[33].

Επιπλέον, σύμφωνα με έκθεση του Διεθνούς Οργανισμού Μετανάστευσης (ΔΟΜ/IOM), τα θύματα εμπορίας ανθρώπων που επιστρέφουν στη χώρα καταγωγής τους χωρίς εκ των προτέρων παραπομπή σε φορείς υποστήριξης ενδέχεται να είναι ιδιαιτέρως ευάλωτα σε επαναθυματοποίηση ή εκ νέου εκμετάλλευση, ιδίως όταν επιστρέφουν σε περιοχές όπου οι δράστες μπορούν να τα εντοπίσουν ή διατηρούν εκκρεμείς οικονομικές ή κοινωνικές πιέσεις (π.χ. χρέη, κοινωνικός στιγματισμός, απόρριψη από την οικογένεια). Παρά ταύτα, η ίδια έκθεση τονίζει ότι η ύπαρξη γενικευμένων κινδύνων εμπορίας δεν αρκεί καθεαυτή για να θεμελιώσει ανάγκη διεθνούς προστασίας· απαιτείται η τεκμηρίωση εξατομικευμένου κινδύνου επανεκμετάλλευσης κατά την έννοια του άρθρου 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[34].

Σύμφωνα με την Έκθεση του 2024 του Υπουργείου Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών για την εμπορία ανθρώπων, τα άτομα που διατρέχουν τον υψηλότερο κίνδυνο θυματοποίησης στο Καμερούν ανήκουν σε κοινωνικά και οικονομικά ευάλωτες ομάδες, κυρίως από αγροτικές περιοχές. Οι διακινητές φέρεται να εκμεταλλεύονται Καμερουνέζους υπηκόους, κυρίως ηλικίας 20 έως 38 ετών, για σκοπούς καταναγκαστικής εργασίας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης σε τρίτες χώρες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται κράτη της Μέσης Ανατολής (όπως το Κουβέιτ και ο Λίβανος), η Ταϊλάνδη, ευρωπαϊκές χώρες (περιλαμβανομένων της Ελβετίας και της Κύπρου), οι Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και αφρικανικά κράτη όπως το Μπενίν και η Νιγηρία. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην ευαλωτότητα των εσωτερικά εκτοπισμένων γυναικών και παιδιών από περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις, συμπεριλαμβανομένης της βορειοδυτικής περιφέρειας, οι οποίοι αποτελούν ομάδες-στόχους για τα δίκτυα εμπορίας. Τα περισσότερα θύματα προέρχονται από τις βορειοδυτικές, νοτιοδυτικές, κεντρικές, νότιες, δυτικές περιφέρειες και τη περιφέρεια Littoral. [35]

Από τα ανωτέρω ευρήματα προκύπτει ότι το φαινόμενο της εμπορίας ανθρώπων στο Καμερούν είναι υπαρκτό και συνδέεται με διαρθρωτικές αδυναμίες του κρατικού μηχανισμού, περιλαμβανομένων ελλείψεων στην πρόληψη, την προστασία των θυμάτων και την αποτελεσματική δίωξη των δραστών. Ιδίως δε, οι γυναίκες ενδέχεται να εκτίθενται σε αυξημένο κίνδυνο σεξουαλικής εκμετάλλευσης, τόσο εντός της χώρας όσο και στο πλαίσιο διασυνοριακών δικτύων.

Ωστόσο, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η διαπίστωση ύπαρξης γενικευμένου κινδύνου ή ευαλωτότητας σε φαινόμενα εμπορίας ανθρώπων δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση δικαιώματος διεθνούς προστασίας. Κατά πάγια νομολογία και σύμφωνα με το εφαρμοστέο ενωσιακό δίκαιο, απαιτείται η ύπαρξη πραγματικού, εξατομικευμένου και επαρκώς τεκμηριωμένου κινδύνου που να αφορά το συγκεκριμένο πρόσωπο.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει ότι οι προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, όπως αυτές προκύπτουν από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, συνδέονται κατά τρόπο συγκεκριμένο και πειστικό με τον γενικό κίνδυνο που περιγράφεται στις ανωτέρω πηγές. Ειδικότερα, δεν τεκμηριώνεται ότι η Αιτήτρια υπήρξε θύμα οργανωμένης εμπορίας ανθρώπων ή ότι εντάχθηκε σε δίκτυο εκμετάλλευσης που να δημιουργεί διαρκή ή μελλοντικό κίνδυνο επαναθυματοποίησης.

Περαιτέρω, δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής, η Αιτήτρια θα βρεθεί αντιμέτωπη με συγκεκριμένο και εξατομικευμένο κίνδυνο εκ νέου εκμετάλλευσης, πέραν του γενικού πλαισίου ανασφάλειας που εντοπίζεται σε σχέση με το φαινόμενο της εμπορίας ανθρώπων.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ευρήματα από τις πληροφορίες χώρας καταγωγής, αν και επιβεβαιώνουν την ύπαρξη σχετικών κινδύνων σε γενικό επίπεδο, δεν επαρκούν για να στηρίξουν τον υπό εξέταση ισχυρισμό της Αιτήτριας σε εξατομικευμένη βάση.

Συνάμα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, και παρά τις ανωτέρω πληροφορίες σχετικά με τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής της, ο ισχυρισμός της Αιτήτριας ότι υπήρξε θύμα εμπορίας ανθρώπων κατά τη μεταφορά της από το Καμερούν στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν πληροί το απαιτούμενο ελάχιστο επίπεδο αξιοπιστίας. Ειδικότερα, εντοπίζονται σοβαρές εσωτερικές αντιφάσεις, ασάφειες και ουσιώδεις ελλείψεις στη συνοχή και τη λογική συνέπεια των δηλώσεών της, κατά παράβαση των κριτηρίων του άρθρου 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Οι εν λόγω αδυναμίες ενισχύονται περαιτέρω από τις δηλώσεις της Αιτήτριας τόσο κατά το στάδιο της συνέντευξης όσο και κατά την ακροαματική διαδικασία, οι οποίες όχι μόνο δεν αποκατέστησαν τα υφιστάμενα κενά, αλλά αντιθέτως ενέτειναν την ασάφεια και την έλλειψη πειστικότητας του ισχυρισμού της. Ειδικότερα, η Αιτήτρια παρέμεινε ασαφής ως προς κρίσιμες παραμέτρους του επικαλούμενου περιστατικού, περιλαμβανομένων του ακριβούς χρόνου τέλεσης αυτού, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα, καθώς και της ταυτότητας και του ρόλου των εμπλεκόμενων προσώπων.

Περαιτέρω, η αφήγησή της χαρακτηρίζεται από έλλειψη συγκεκριμένων και συνεκτικών πληροφοριών ως προς τον τόπο και τις συνθήκες διαμονής της, τις περιστάσεις της φερόμενης κακοποίησης, καθώς και τον τρόπο διαφυγής της. Η αδυναμία της να παράσχει βασικά πραγματικά στοιχεία, τα οποία ευλόγως θα αναμένονταν από πρόσωπο που επικαλείται τέτοιας βαρύτητας εμπειρίες, υπονομεύει την αξιοπιστία του ισχυρισμού της.

Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο συντάσσεται με την κρίση της αρμόδιας λειτουργού περί ουσιώδους έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού.

Ως εκ τούτου, και παρά το γεγονός ότι το γενικό φαινόμενο της εμπορίας ανθρώπων στο Καμερούν τεκμηριώνεται επαρκώς από αξιόπιστες εξωτερικές πηγές, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να εκθέσει με την απαιτούμενη σαφήνεια, συνέπεια και επάρκεια τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά που θα καθιστούσαν τον σχετικό ισχυρισμό της πειστικό και αληθοφανή. Η απλή επίκληση ενός γενικευμένου κινδύνου δεν επαρκεί για τη θεμελίωση εξατομικευμένου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, όπως έχει επισημανθεί και από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ΔΕΕ, υποθέσεις C-71/11 και C-99/11, Bundesrepublik Deutschland κατά Y και Z).

Περαιτέρω, δεν προκύπτει αιτιώδης σύνδεση της επικαλούμενης εμπειρίας με κάποιον από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης, ούτε τεκμηριώνεται η ύπαρξη συνεχιζόμενου ή μελλοντικού εξατομικευμένου κινδύνου επαναθυματοποίησης.

Σημειώνεται συναφώς ότι, κατά το άρθρο 10(1)(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η ένταξη σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα δύναται να αποτελέσει λόγο δίωξης, υπό την προϋπόθεση ότι η ομάδα αυτή διαθέτει διακριτή ταυτότητα και αναγνωρίζεται ως τέτοια από την κοινωνία. Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει ότι για τη συγκρότηση τέτοιας ομάδας απαιτείται, αφενός, η ύπαρξη χαρακτηριστικών εγγενών ή θεμελιωδών για την ταυτότητα των μελών της και, αφετέρου, η αντίληψη της ομάδας ως διακριτής από την κοινωνία (βλ. ΔΕΕ, υπόθεση C-621/21, W.S.).

Ωστόσο, η ιδιότητα του φερόμενου θύματος εμπορίας ανθρώπων δεν αρκεί, καθαυτή, για τη θεμελίωση τέτοιας υπαγωγής, ελλείψει αποδείξεων περί κοινωνικής στιγματοποίησης, στοχοποίησης ή κινδύνου επανεκμετάλλευσης. Η σχετική εκτίμηση δεν δύναται να γίνει in abstracto, αλλά απαιτεί εξατομικευμένη αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή.

Εν προκειμένω, δεν προέκυψαν στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί η βασιμότητα των ισχυρισμών της, θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της κίνδυνο λόγω της ιδιότητας αυτής ή ότι θα αναγνωριστεί ως μέλος ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας.

Συνεπώς, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού δεν στοιχειοθετείται και, κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός ορθώς δεν έγινε αποδεκτός.

Συνοψίζοντας, λαμβανομένων υπόψη τόσο της σοβαρής έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας όσο και της αδυναμίας ουσιαστικής τεκμηρίωσής τους μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης κατά τρόπο που να αναιρεί τις διαπιστωθείσες ασάφειες και αντιφάσεις, το Δικαστήριο καταλήγει, κατόπιν συνολικής και σωρευτικής αξιολόγησης, ότι η Αιτήτρια δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη αναφορικά με τους δύο κρίσιμους ισχυρισμούς που αφορούν: (α) τον προβαλλόμενο φόβο δίωξης λόγω της ιδιότητάς της ως εκπαιδευτικού από αποσχιστικές ομάδες, και (β) τον ισχυρισμό ότι υπήρξε θύμα εμπορίας ανθρώπων και σεξουαλικής κακοποίησης.

Αμφότεροι οι ισχυρισμοί παρουσιάζουν ουσιώδη ελλείμματα εσωτερικής συνοχής και λογικής συνέπειας, χαρακτηρίζονται από γενικότητα, ασάφεια και απουσία κρίσιμων λεπτομερειών, ενώ συνοδεύονται από αντιφάσεις ως προς βασικά πραγματικά περιστατικά. Παράλληλα, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε, παρά τις ευκαιρίες που της παρασχέθηκαν τόσο κατά το διοικητικό στάδιο όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου, να παράσχει επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις που να αποκαθιστούν τις εν λόγω αδυναμίες.

Επιπλέον, δεν προέκυψε οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο ή αξιόπιστη πληροφορία από εξωτερικές πηγές που να επιβεβαιώνει τους επίμαχους ισχυρισμούς ή να ενισχύει την αξιοπιστία των λεγομένων της κατά τρόπο ικανό να υπερκεράσει τα εντοπισθέντα ελλείμματα. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πληροφορίες περιορίζονται στην επιβεβαίωση ενός γενικού πλαισίου κινδύνου, το οποίο, όμως, δεν συνδέεται κατά τρόπο συγκεκριμένο και εξατομικευμένο με το πρόσωπο της Αιτήτριας.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δύο αυτοί ουσιώδεις ισχυρισμοί δεν πληρούν τις απαιτήσεις αξιοπιστίας που θέτει το άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και, κατά συνέπεια, ορθώς απορρίφθηκαν από τη Διοίκηση.

Το βάρος απόδειξης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν αίτημα διεθνούς προστασίας φέρει, κατά βάση, η ίδια η Αιτήτρια, η οποία οφείλει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια για την τεκμηρίωση των ισχυρισμών της ότι υπήρξε θύμα δίωξης ή ότι διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στη χώρα καταγωγής της, ώστε να πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγας ή δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η υποχρέωση αυτή δεν εκπληρώθηκε (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna ν. Δημοκρατίας, υπόθ. αρ. 1875/08, ημερ. 1.3.2010· Farhan Khalil ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1119/2009, ημερ. 31.1.2012· Εγχειρίδιο Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες).

Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών σε αίτηση διεθνούς προστασίας, καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτούντος. Ο όρος «αξιοπιστία», αν και δεν ορίζεται ρητώς στο Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου, απαντά στο άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ως αναφορά στη γενική αξιοπιστία του αιτούντος, ιδίως σε περιπτώσεις όπου απουσιάζει επιβεβαίωση ουσιωδών πτυχών των δηλώσεών του. Η αξιολόγηση αυτή συνίσταται στον έλεγχο του κατά πόσον οι δηλώσεις και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως αληθοφανή, ώστε να διαπιστωθεί αν πληρούνται οι προϋποθέσεις διεθνούς προστασίας.

Η εν λόγω αξιολόγηση προϋποθέτει τη συνεκτίμηση της συνοχής, της λογικής και εσωτερικής συνέπειας των δηλώσεων, του βαθμού λεπτομέρειας που αυτές παρουσιάζουν, καθώς και της συμφωνίας τους με τα λοιπά στοιχεία του φακέλου και τις πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής. Δεν απαιτείται απόλυτη βεβαιότητα· απαιτείται, όμως, η δημιουργία εύλογης πεποίθησης ως προς την ειλικρίνεια και την αληθοφάνεια των ισχυρισμών. Όπως έχει επισημανθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο αιτών κρίνεται αξιόπιστος όταν οι ισχυρισμοί του είναι συνεκτικοί, εύλογοι και μη αντιφατικοί προς τα κοινώς γνωστά γεγονότα (βλ. J.K. and Others v. Sweden, αρ. προσφ. 59166/12, παρ. 53).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την καθοδήγηση της EUAA, απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη αξιολόγηση του κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντανακλά προσωπικά βιωμένη εμπειρία, ενώ είναι εύλογο να αναμένεται η παροχή επαρκώς συγκεκριμένων πληροφοριών, ιδίως ως προς τα ουσιώδη περιστατικά. Η έλλειψη τέτοιων στοιχείων δύναται να συνιστά έλλειψη λυσιτελών αποδεικτικών στοιχείων κατά την έννοια του άρθρου 4(5)(β) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.

Εξάλλου, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εξέταση αιτήσεων διεθνούς προστασίας διενεργείται σε δύο διακριτά στάδια: αφενός, τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που στηρίζουν την αίτηση και, αφετέρου, τη νομική εκτίμηση του κατά πόσον τα περιστατικά αυτά εμπίπτουν στις προϋποθέσεις των άρθρων 9 και 10 ή 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (βλ. ΔΕΕ, υπόθεση C-277/11, M.). Η ορθή και πλήρης εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών είναι καθοριστικής σημασίας, καθότι επηρεάζει τόσο την εκτίμηση παρελθούσας δίωξης όσο και την πρόγνωση μελλοντικού κινδύνου.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια έτυχε πλήρους ακρόασης και της παρασχέθηκε η δυνατότητα να αναπτύξει ελεύθερα και αναλυτικά τους ισχυρισμούς της, τόσο ως προς τον φόβο δίωξης λόγω της ιδιότητάς της ως εκπαιδευτικού όσο και ως προς τον ισχυρισμό περί εμπορίας ανθρώπων και σεξουαλικής κακοποίησης. Κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, της απευθύνθηκαν στοχευμένες και κατάλληλες ερωτήσεις, με σκοπό την αποσαφήνιση κρίσιμων πτυχών της υπόθεσής της, περιλαμβανομένων των εμπλεκόμενων προσώπων, των πραγματικών περιστατικών, του χρόνου και τόπου τέλεσης των ισχυριζόμενων γεγονότων, καθώς και των προσωπικών της αντιδράσεων.

Παρά ταύτα, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να προσκομίσει πλήρη, συνεκτικά και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία προς υποστήριξη των ισχυρισμών της. Οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και ελλείψεις, ενώ δεν ενισχύθηκαν από οποιοδήποτε αντικειμενικό ή διασταυρώσιμο στοιχείο. Δεν προκύπτει, εξάλλου, οποιαδήποτε παράλειψη εκ μέρους της Διοίκησης κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, ούτε ένδειξη ότι η Αιτήτρια στερήθηκε της δυνατότητας να εκθέσει πλήρως τη θέση της.

Κατά συνέπεια, η υποχρέωση συνεργασίας μεταξύ της Διοίκησης και της Αιτήτριας κατά το στάδιο της αποδεικτικής αξιολόγησης τηρήθηκε στο σύνολό της, και η απορριπτική κρίση επί των ουσιωδών ισχυρισμών της δεν παρίσταται ως ελλιπής ή πλημμελώς αιτιολογημένη.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η ύπαρξη γενικών κινδύνων στη χώρα καταγωγής δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση δικαιώματος διεθνούς προστασίας, ελλείψει αξιόπιστης προσωπικής αφήγησης που να συνδέει τον εν λόγω κίνδυνο με το πρόσωπο του αιτούντος. Σύμφωνα με την ανάλυση της EUAA, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί αναγκαίο προαπαιτούμενο για την αναγνώριση διεθνούς προστασίας. Η ύπαρξη γενικού κινδύνου στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί αφ’ εαυτής να θεμελιώσει δικαίωμα προστασίας, ελλείψει αξιόπιστης προσωπικής αφήγησης» (βλ. EUAA, Qualification for International Protection – Judicial Analysis, 2η έκδ., 2023, ιδίως σε συνδυασμό με τη νομολογία CJEU Elgafaji, C-465/07 R.H. v. SWEDEN application num. 4601/14 σκ.60 ).

Κατ’ επέκταση των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αιτήτρια, υπό το πρίσμα της συνολικής αποδεικτικής εικόνας, δεν καθίσταται αξιόπιστη ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς της. Η παρουσία εκτεταμένων αντιφάσεων, ασάφειας και έλλειψης στοιχειοθέτησης αποδυναμώνει την προσωπική της αφήγηση σε βαθμό που δεν δύναται να θεμελιώσει διεθνή προστασία. Ως εκ τούτου, η απόρριψη των επίμαχων ισχυρισμών από τη Διοίκηση κρίνεται νόμιμη, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις απαιτήσεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου.

Εξάλλου, η έλλειψη αληθοφάνειας και η κλονισμένη αξιοπιστία της Αιτήτριας συνιστούν, κατά πάγια νομολογία, ουσιώδες κώλυμα για την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας (βλ. Edward Eskandaz ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., Υπόθ. Αρ. 1673/2010, ημερ. 4.7.2013). Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας δικαστικής διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης.

Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας,. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».

Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.

Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή

Συναφώς, επισημαίνεται ότι δεν δύναται να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια το «ευεργέτημα της αμφιβολίας»[36], όπως αυτό αποτυπώνεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες. Το εν λόγω ευεργέτημα παρέχεται μόνο σε περιπτώσεις όπου ο αιτών έχει καταβάλει ειλικρινή και πλήρη προσπάθεια να υποστηρίξει την αίτησή του, έχει προσκομίσει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία, και οι δηλώσεις του έχουν κριθεί, κατά βάση, ως γενικώς αξιόπιστες.

Εν προκειμένω, λαμβανομένων υπόψη των σοβαρών ελλείψεων αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν στους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας, καθώς και της αδυναμίας της να παράσχει συνεκτική, σαφή και επαρκώς τεκμηριωμένη αφήγηση των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις εφαρμογής της εν λόγω αρχής.

Πέραν τούτου, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήματα ανοικτής φύσεως, στα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκή και στοχευμένα ερωτήματα, καλύπτοντας τόσο τον πυρήνα του αιτήματος όσο και τα επιμέρους ζητήματα που αυτό εγείρει, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και συνεργαζόμενος με την Αιτήτρια κατά τον προσδιορισμό των συναφών στοιχείων της αίτησής της.

Επιπροσθέτως, προκύπτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή και εξατομικευμένη ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας, αξιολογώντας τον ενδεχόμενο κίνδυνο που θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, ενώ παράλληλα προέβη σε έρευνα και αντιστοίχιση των δηλώσεών της με διαθέσιμες και αξιόπιστες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.

Παράλληλα, οι Καθ’ ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις και τα στοιχεία που προσκόμισε η Αιτήτρια, συνεκτιμώντας την ατομική της κατάσταση και τις προσωπικές της περιστάσεις, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 13Α(9) του περί Προσφύγων Νόμου. Επί των δηλώσεών της, ευλόγως εντοπίστηκαν ασυνέπειες και ανακολουθίες που άπτονται του πυρήνα των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, οι οποίες οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα ότι τα προβαλλόμενα στοιχεία στερούνται της απαιτούμενης εσωτερικής αξιοπιστίας. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η Αιτήτρια δεν παρουσίασε περαιτέρω στοιχεία ή μαρτυρία που να καλύπτουν τις ελλείψεις και αντιφάσεις που εντοπίστηκαν από τους Καθ’ ων η Αίτηση, οι εν λόγω ελλείψεις και αντιφάσεις παραμένουν. Συνεπώς, η κρίση της διοίκησης θεωρείται ορθή από το Δικαστήριο.(F.E.E. και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αριθ. 2407/22, ημερ. 21.02.2023) .

Δεδομένης της απόρριψης των δεύτερου και τρίτου ουσιωδών ισχυρισμών λόγω έλλειψης αξιοπιστίας, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση του κινδύνου και στη νομική ανάλυση επί του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι της ιδιότητας της Αιτήτριας ως υπηκόου του Καμερούν με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την περιοχή South West.

Σε ό,τι αφορά την πιθανότητα να υποστεί η Αιτήτρια δίωξη, το στοιχείο του «βάσιμου» κατά την έννοια του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης συνιστά ζήτημα πραγματολογικής εκτίμησης, το οποίο ερείδεται σε μελλοντοστραφή και εξατομικευμένη αποτίμηση του κινδύνου, λαμβάνοντας υπόψη τόσο την ατομική της κατάσταση όσο και τις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα καταγωγής της.

Συναφώς, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και τις αρχές που απορρέουν από το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, σύμφωνα με την οποία η απαγόρευση επαναπροώθησης σε χώρα όπου ένα πρόσωπο κινδυνεύει να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση είναι απόλυτη (βλ. βλ. Saadi v. Italy, αρ. προσφ. 37201/06, 2008· Chahal v. Ηνωμένο Βασίλειο, αρ. προσφ. 22414/93, 1996)). Η εκτίμηση του σχετικού κινδύνου οφείλει να είναι εξατομικευμένη, να αφορά μελλοντική κατάσταση και να στηρίζεται σε επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία (βλ βλ. F.G. v. Sweden, αρ. προσφ. 43611/11, 2016· Paposhvili v. Belgium, αρ. προσφ. 41738/10, 2016)).

Εντούτοις, η ύπαρξη γενικής αστάθειας ή δυσμενών κοινωνικοοικονομικών συνθηκών στη χώρα καταγωγής δεν επαρκεί αφ’ εαυτής για την ενεργοποίηση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, ελλείψει εξατομικευμένου και πραγματικού κινδύνου (βλ.  Salah Sheekh v. the Netherlands, no. 1948/04, § 136, 11 January 2007, and Vilvarajah and Others v. the United Kingdom, 30 October 1991, §§ 107-08· N. v. United Kingdom, αρ. προσφ. 26565/05, 2008· Savran v. Denmark, αρ. προσφ. 57467/15, 2021)., καθώς και ΔΕΕ, C‑255/19, Secretary of State for the Home Department v OA,σκ 49,50).

Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, το Δικαστήριο συνεκτιμά το ατομικό προφίλ της Αιτήτριας. Πρόκειται για ενήλικο πρόσωπο, το οποίο δεν προέβαλε ούτε απέδειξε την ύπαρξη σοβαρού προβλήματος υγείας ή άλλης κατάστασης αυξημένης ευαλωτότητας. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι διαθέτει οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, με το οποίο διατηρεί επικοινωνία, ενώ η ίδια έχει προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία και ικανότητα βιοπορισμού. Δεν προκύπτει ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, θα στερηθεί των βασικών μέσων επιβίωσης ή πρόσβασης σε στοιχειώδεις συνθήκες διαβίωσης.

Επιπλέον, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε αξιόπιστη ένδειξη ότι η Αιτήτρια υπήρξε στο παρελθόν αντικείμενο στοχοποίησης, ούτε ότι υφίσταται συγκεκριμένος και εξατομικευμένος κίνδυνος εις βάρος της σε περίπτωση επιστροφής της. Οι απορριφθέντες ισχυρισμοί της, οι οποίοι θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τέτοιο κίνδυνο, κρίθηκαν μη αξιόπιστοι και δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη για σκοπούς πρόγνωσης μελλοντικού κινδύνου.

Ως εκ τούτου, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας όσο και τις επικρατούσες συνθήκες στη χώρα καταγωγής της, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν τεκμηριώνεται ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης ή μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της Αιτήτριας ως πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

Ακολούθως, το Δικαστήριο προχωρεί στην εξέταση της ενδεχόμενης υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Κατά το άρθρο 19(2)(α), σοβαρή βλάβη συνιστά η επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής. Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, τις δηλώσεις της Αιτήτριας, καθώς και τις πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια έχει καταδικαστεί ή ότι εκκρεμεί εις βάρος της οποιαδήποτε ποινική διαδικασία που να ενδέχεται να οδηγήσει στην επιβολή θανατικής ποινής. Ούτε προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει ότι, λόγω των προσωπικών της χαρακτηριστικών ή περιστάσεων, διατρέχει τέτοιο κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο άρθρο 19(2)(α) του Νόμου.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19(2)(β), ως σοβαρή βλάβη νοούνται τα βασανιστήρια ή η απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτούντος στη χώρα καταγωγής του. Η σχετική εκτίμηση, όπως έχει ήδη αναλυθεί και στο πλαίσιο του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, απαιτεί την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου, ο οποίος να ερείδεται σε αξιόπιστα και επαρκώς τεκμηριωμένα στοιχεία.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας που θα μπορούσαν να θεμελιώσουν τέτοιο κίνδυνο, ήτοι ο ισχυρισμός περί στοχοποίησής της ως εκπαιδευτικού και ο ισχυρισμός περί εμπορίας ανθρώπων και σεξουαλικής κακοποίησης, έχουν ήδη απορριφθεί ως μη αξιόπιστοι και, συνεπώς, δεν δύνανται να ληφθούν υπόψη για σκοπούς αξιολόγησης κινδύνου.

Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τα αντικειμενικά στοιχεία της υπόθεσης ότι η Αιτήτρια ανήκει σε κατηγορία προσώπων που εκτίθενται σε αυξημένο και εξατομικευμένο κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, ούτε ότι φέρει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που να την καθιστούν ευάλωτη σε τέτοια μεταχείριση. Όπως έχει ήδη διαπιστωθεί, πρόκειται για ενήλικο άτομο, χωρίς αποδεδειγμένα σοβαρά προβλήματα υγείας, με οικογενειακό περιβάλλον στη χώρα καταγωγής και με δυνατότητα βιοπορισμού.

Αν και αναγνωρίζεται ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν καταγράφονται περιστατικά βίας και αστάθειας, η ύπαρξη γενικού κινδύνου δεν επαρκεί, αφ’ εαυτής, για την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β), ελλείψει συγκεκριμένης και εξατομικευμένης σύνδεσης με το πρόσωπο της Αιτήτριας.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν τεκμηριώνεται ύπαρξη πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN[37], το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.

Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης  βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας.

Ως αναφέρεται σε άρθρο του The Conversation, μίας ειδησεογραφικής ιστοσελίδας που δημοσιεύει άρθρα ακαδημαϊκών σε συνεργασία με δημοσιογράφους, δημοσιευθέν τον Αύγουστο του 2025, το 2016 ξεκίνησαν ειρηνικές διαδηλώσεις των δικηγόρων και εκπαιδευτικών κατά της «γαλλοφωνοποίησης» των δικηγορικών και εκπαιδευτικών συστημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ωστόσο, γρήγορα εξελίχθηκαν σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ των αυτονομιστών και των κυβερνητικών δυνάμεων.[38] Τον Οκτώβριο του 2017, αγγλόφωνοι αυτονομιστές κήρυξαν την ανεξαρτησία και ανακήρυξαν ένα νέο κράτος, την «Αμπαζονία» στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές.[39]

Σύμφωνα με την αναφορά του Γραφείου των Ηνωμένων Εθνών για τον Συντονισμό Ανθρωπιστικών Υποθέσεων (UN OCHA) με περίοδο αναφοράς το Δεκέμβριο του 2025, η κατάσταση ασφάλειας στη Northwest και Southwest περιοχή παρέμεινε τεταμένη τον Δεκέμβριο.[40] Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από συχνές και έντονες βίαιες συγκρούσεις μεταξύ μη κρατικών ένοπλων ομάδων και κρατικών δυνάμεων ασφαλείας, με αποτέλεσμα η κατάσταση ασφάλειας και η ανθρωπιστική κατάσταση να παραμένουν πολύ ευάλωτες και ασταθείς.[41] Η πληθώρα παράνομων σημείων ελέγχου οδήγησε σε υψηλό ποσοστό εκβιασμών του άμαχου πληθυσμού από τις μη κρατικές ένοπλες ομάδες με το πρόσχημα του «φόρου απελευθέρωσης» (‘Liberation tax’) σε όλες σχεδόν τις περιφέρειες των δύο περιοχών.[42] Επίσης, παρατηρήθηκε αύξηση των αυθαίρετων συλλήψεων και των απαγωγών για λύτρα, συμπεριλαμβανομένων απαγωγών ορισμένων νυν και πρώην κυβερνητικών αξιωματούχων.[43]

Σύμφωνα με το Σχέδιο Ανθρωπιστικών Αναγκών και Απόκρισης του οργανισμού OCHA για το 2026, το οποίο δημοσιεύθηκε τον Φεβρουάριο 2026, ο βαθμός σοβαρότητας σε όλες τις περιφέρειες της Νοτιοδυτικής περιοχής παραμένει ίδιος με αυτόν του 2025, με δύο περιφέρειες να κατατάσσονται στο επίπεδο 4 (Ndian, Lebialem) και τέσσερις περιφέρειες στο επίπεδο 3 (Fako, Kupe-Manengouba, Manyu, Meme), καθώς ο βαθμός σοβαρότητας ανά τομέα και η κατάσταση όσον αφορά την πρόσβαση παραμένουν αμετάβλητα.[44] Η ίδια έκθεση αναφέρει ότι ιδιαίτερα στη Νοτιοδυτική περιοχή, οι ανθρωπιστικοί εταίροι αντιμετωπίζουν γραφειοκρατικά εμπόδια που οδηγούν σε επιχειρησιακές καθυστερήσεις και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τους εμποδίζουν να υλοποιήσουν ανθρωπιστικές δραστηριότητες σε συγκεκριμένες περιοχές.[45] Η χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs), ιδιαίτερα σε πυκνοκατοικημένες περιοχές και κατά μήκος κύριων οδικών αξόνων, αποτελεί σημαντική απειλή για τους αμάχους.[46]

Οι Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιοχές αντιμετωπίζουν επίσης φυσικούς κινδύνους, κυρίως έντονες βροχοπτώσεις που συχνά προκαλούν κατολισθήσεις, και παρά το γεγονός ότι σχετικά μικρός αριθμός ανθρώπων επηρεάζονται από αυτές και οι επιπτώσεις είναι τοπικές, τα φαινόμενα αυτά δημιουργούν προκλήσεις σε τοπικές κοινότητες και στην πρόσβαση σε ανθρωπιστική βοήθεια.[47]

Η έκθεση αναφοράς του οργανισμού UNFPA για το διάστημα 1 έως 31 Ιανουαρίου 2026 που δημοσιεύθηκε τον Μάρτιο 2026 αναφέρει ότι η στοχευμένη καταστροφή και λεηλασία ενός κέντρου υγείας τον Ιανουάριο [2026] από μη κρατικές ένοπλες ομάδες (NSAGs) παρέλυσε την τοπική υγειονομική περίθαλψη, διαταράσσοντας βασικές υπηρεσίες σεξουαλικής και αναπαραγωγικής υγείας και αντιμετώπισης της έμφυλης βίας.[48]

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιοχή και την πόλη Kumba όπου η Αιτήτρια διέμεινε επί πέντε έτη, ως η ίδια δήλωσε, σημειώνονται τα κάτωθι. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/03/2026), στην εν λόγω περιοχή, καταγράφηκαν 1,354 περιστατικά ασφαλείας από τα οποία προκλήθηκαν 681 θάνατοι.[49] Σε σχέση συγκριμένα με τα περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), αυτά ανήλθαν σε 1,048 από τα οποία προκλήθηκαν 681 θάνατοι.[50] Στην Kumba, σημειώθηκαν 12 περιστατικά πολιτικής βίας από τα οποία προκλήθηκαν 5 θάνατοι.[51] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για τη Νοτιοδυτική περιοχή ανέρχεται σε 2,098,500 κατοίκους σύμφωνα με επίσημες προβλέψεις για το 2025 και για την πόλη Kumba σε 144,413 κατοίκους σύμφωνα με προβλέψεις για το 2026.[52]

Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιοχή και την πόλη Buea, όπου κατά δήλωσή της η Αιτήτρια παρέμεινε για ένα μήνα και όπου βρίσκεται το παιδί της, αναφέρονται τα κάτωθι. Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/03/2026), στην εν λόγω περιοχή, καταγράφηκαν 1,354 περιστατικά ασφαλείας από τα οποία προκλήθηκαν 681 θάνατοι.[53] Σε σχέση συγκριμένα με τα περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), αυτά ανήλθαν σε 1,048 από τα οποία προκλήθηκαν 681 θάνατοι.[54] Στην Buea, σημειώθηκαν 13 περιστατικά πολιτικής βίας από τα οποία προκλήθηκαν 4 θάνατοι.[55] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για τη Νοτιοδυτική περιοχή ανέρχεται σε 2,098,500 κατοίκους σύμφωνα με επίσημες προβλέψεις για το 2025 και για την πόλη Buea σε 47,300 κατοίκους σύμφωνα με προβλέψεις για το 2026.[56]

Επί τη βάσει των ανωτέρω αντικειμενικών στοιχείων, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι στη Νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, περιλαμβανομένων των πόλεων Kumba και Buea, επικρατεί κατάσταση αστάθειας, η οποία χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις μεταξύ κρατικών δυνάμεων και μη κρατικών ένοπλων ομάδων, καθώς και από περιστατικά βίας, απαγωγών και παραβιάσεων της δημόσιας τάξης.

Ωστόσο, η διαπίστωση ύπαρξης κατάστασης ένοπλης σύρραξης ή αυξημένης ανασφάλειας δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για την υπαγωγή στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του Νόμου. Όπως έχει κριθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Elgafaji (C-465/07), απαιτείται η ένταση της αδιακρίτως ασκούμενης βίας να έχει φθάσει σε τέτοιο επίπεδο, ώστε κάθε άμαχος, λόγω της παρουσίας του και μόνον στην οικεία περιοχή, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας.

Στην προκειμένη περίπτωση, τα διαθέσιμα ποσοτικά και ποιοτικά δεδομένα δεν καταδεικνύουν ότι η ένταση της βίας στη Νοτιοδυτική περιοχή έχει φθάσει σε αυτό το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο. Παρά τον σημαντικό αριθμό περιστατικών ασφαλείας που καταγράφονται σε περιφερειακό επίπεδο, η γεωγραφική κατανομή τους, η συχνότητά τους σε επιμέρους περιοχές, καθώς και ο αριθμός των θυμάτων σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό δεν υποδεικνύουν κατάσταση γενικευμένης και αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης που να θέτει αυτομάτως σε κίνδυνο κάθε άμαχο.

Ειδικότερα, σε τοπικό επίπεδο, στις πόλεις Kumba και Buea, όπου η Αιτήτρια διέμενε ή διατηρεί συνδέσμους, ο αριθμός των καταγεγραμμένων περιστατικών και θυμάτων παραμένει συγκριτικά περιορισμένος σε σχέση με το συνολικό πληθυσμό των εν λόγω περιοχών, γεγονός που δεν επιτρέπει τη συναγωγή συμπεράσματος περί ύπαρξης κινδύνου που να προκύπτει εκ μόνης της παρουσίας της εκεί.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ (C-465/07, Elgafaji), η απαιτούμενη ένταση της αδιακρίτως ασκούμενης βίας δύναται να είναι χαμηλότερη όταν ο αιτών αποδεικνύει ότι θίγεται ειδικώς λόγω προσωπικών χαρακτηριστικών. Εν προκειμένω, όμως, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει οποιοδήποτε στοιχείο εξατομικευμένου κινδύνου, καθότι οι σχετικοί ισχυρισμοί της κρίθηκαν μη αξιόπιστοι.

Ως εκ τούτου, η περίπτωσή της δεν εμπίπτει ούτε στην κατηγορία των προσώπων που εκτίθενται σε αυξημένο προσωπικό κίνδυνο, ούτε στην εξαιρετική περίπτωση όπου το επίπεδο της αδιακρίτως ασκούμενης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε να θεμελιώνει αυτοτελώς δικαίωμα προστασίας.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και κατόπιν πλήρους εξέτασης τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης, καταλήγω ότι η αίτηση της Αιτήτριας εξετάστηκε ενδελεχώς, επιμελώς και σύμφωνα με τις απαιτήσεις του ενωσιακού και εθνικού δικαίου σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, και ότι η απόρριψή της από την Υπηρεσία Ασύλου ήταν ορθή και νόμιμη.

Η Διοίκηση κατέληξε ορθώς στο συμπέρασμα ότι τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης δεν πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο καθεστώς πρόσφυγα, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος και εξατομικευμένος φόβος δίωξης για λόγους που αναγνωρίζονται από τη Σύμβαση της Γενεύης. Περαιτέρω, για τους λόγους που αναλυτικώς εκτέθηκαν ανωτέρω, δεν στοιχειοθετήθηκε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό οποιοδήποτε σκέλος του άρθρου 19(2) του Νόμου, ώστε να δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η έρευνα της Διοίκησης θεωρείται επαρκής όταν εκτείνεται στη διερεύνηση όλων των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με το εξεταζόμενο ζήτημα και είναι ικανή να οδηγήσει σε ασφαλές και αιτιολογημένο συμπέρασμα (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518/1.11.1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.1997· Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371/25.6.1999). Εν προκειμένω, προκύπτει σαφώς ότι η Υπηρεσία Ασύλου διερεύνησε επαρκώς όλους τους ισχυρισμούς που προέβαλε η Αιτήτρια, προβαίνοντας σε αξιολόγηση τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής τους αξιοπιστίας.

Οι Καθ’ ων η Αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν το σύνολο των στοιχείων που είχαν ενώπιόν τους, περιλαμβανομένων των δηλώσεων της Αιτήτριας, του περιεχομένου της συνέντευξής της και των πληροφοριών από τη χώρα καταγωγής, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία προκύπτει ως προϊόν δέουσας και επαρκούς έρευνας.

Περαιτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη, καθότι παραθέτει με σαφήνεια και πληρότητα τους λόγους απόρριψης των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας. Η αιτιολογία αυτή δύναται, άλλωστε, να συμπληρωθεί από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, και ιδίως από την αίτηση διεθνούς προστασίας, το πρακτικό της συνέντευξης και την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού (βλ. Παναγιωτίδης ν. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342· Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427).

Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πάσχει από οποιαδήποτε πλημμέλεια νομιμότητας ή ουσίας και κρίνεται ότι λήφθηκε κατόπιν πλήρους και ορθής αξιολόγησης των πραγματικών και νομικών δεδομένων της υπόθεσης.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1.000 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ , Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[2] Βλ. απόφαση ΕΔΑΔ SAID v. THE NETHERLANDS  05/07/2005 Παρ. 53.

[3] Βλ. Αποφάσεις ΕΔΑΔ, JK and Others v Sweden, 23/08/2016.  Παρ.  93;  και , RH v Sweden, 01/02/2016 Παρ.. 58

[4] EUAA, Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου, Έκδοση 2023, σ. 98, § 4.5.3:

[5] ΔΔΑ, R.C. κατά Σουηδίας, αριθ. προσφ. 41827/07, απόφαση 9.3.2010, § 50

[6] Development and Cooperation, Children in conflict - Almost half a million Cameroonian children are out of school, 20 Φεβρουαρίου 2025, https://www.dandc.eu/en/article/separatist-conflict-anglophone-part-cameroon-has-been-going-years-school-operations-are (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[7] Development and Cooperation, Children in conflict - Almost half a million Cameroonian children are out of school, 20 Φεβρουαρίου 2025, https://www.dandc.eu/en/article/separatist-conflict-anglophone-part-cameroon-has-been-going-years-school-operations-are (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[8] CEDOCA, COI Focus: Cameroon: Régions anglophones : situation sécuritaire [Anglophone regions: Security Situation], επικαιροποίηση στις 11/06/2025, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_cameroun._regions_anglophones._situation_securitaire_20250611.pdf, σελ. 39 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[9] BBC News, ‘'Nowhere is safe' - Cameroonians trapped between separatists and soldiers’, 26 Μαΐου 2025, https://www.bbc.com/news/articles/c6296pp1p6wo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[10] Global Initiative against Transnational Organized Crime & ACLED, Non-state Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone Separatists, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[11] Global Initiative against Transnational Organized Crime & ACLED, Non-state Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone Separatists, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[12] Global Initiative against Transnational Organized Crime & ACLED, Non-state Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone Separatists, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[13] Global Initiative against Transnational Organized Crime & ACLED, Non-state Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone Separatists, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[14] Global Initiative against Transnational Organized Crime & ACLED, Non-state Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone Separatists, Σεπτέμβριος 2024, https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 28 – 29 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[15] Cameroon Education Cluster, Annual Operational Presence and Realization, 3 Μαρτίου 2026, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/report/cameroon/cameroon-education-cluster-annual-operational-presence-and-realization-jan-dec-2025, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[16] Cameroon Education Cluster, Annual Operational Presence and Realization, 3 Μαρτίου 2026, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/report/cameroon/cameroon-education-cluster-annual-operational-presence-and-realization-jan-dec-2025, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[17] Cameroon Education Cluster, Annual Operational Presence and Realization, 3 Μαρτίου 2026, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/report/cameroon/cameroon-education-cluster-annual-operational-presence-and-realization-jan-dec-2025, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[18] Cameroon Education Cluster, Annual Operational Presence and Realization, 3 Μαρτίου 2026, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/report/cameroon/cameroon-education-cluster-annual-operational-presence-and-realization-jan-dec-2025, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[19] Τα μηνιαία ενημερωτικό δελτία «Education in Danger» της οργάνωσης Insecurity Insight περιλαμβάνουν καταγεγραμμένα περιστατικά απειλούμενης ή πραγματικής βίας που επηρεάζουν την εκπαίδευση. Καταρτίζονται βάσει πληροφοριών που είναι διαθέσιμες σε τοπικά, εθνικά και διεθνή μέσα ενημέρωσης, καθώς και σε διαδικτυακές βάσεις δεδομένων. Τα περιστατικά που καταγράφονται δεν συνιστούν πλήρη ούτε αντιπροσωπευτική καταγραφή όλων των γεγονότων που επηρέασαν την παροχή εκπαίδευσης και δεν έχουν επαληθευτεί ανεξάρτητα; Insecurity Insight, Education in Danger News Brief – Φεβρουάριος 2026, https://insecurityinsight.org/wp-content/uploads/2026/03/2.-February-2026-Education-in-Danger-Monthly-News-Brief.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[20] Insecurity Insight, Education in Danger News Brief – Ιανουάριος 2026, https://insecurityinsight.org/wp-content/uploads/2026/02/1.-January-2026-Education-in-Danger-Monthly-News-Brief.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[21] Insecurity Insight, Education in Danger News Brief – Ιανουάριος 2026, https://insecurityinsight.org/wp-content/uploads/2026/02/1.-January-2026-Education-in-Danger-Monthly-News-Brief.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[22] Amnesty International, Cameroon: Killing of eight schoolchildren is a new low in devastating Anglophone crisis, 26 Οκτωβρίου 2020, https://www.amnesty.org/en/latest/press-release/2020/10/cameroon-killing-of-eight-schoolchildren-is-a-new-low-in-devastating-anglophone-crisis/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[23] Amnesty International, Cameroon: Killing of eight schoolchildren is a new low in devastating Anglophone crisis, 26 Οκτωβρίου 2020, https://www.amnesty.org/en/latest/press-release/2020/10/cameroon-killing-of-eight-schoolchildren-is-a-new-low-in-devastating-anglophone-crisis/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[24] Human Rights Watch, Cameroon: Gunmen Massacre School Children, 2 Νοεμβρίου 2020, https://www.hrw.org/news/2020/11/02/cameroon-gunmen-massacre-school-children (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[25] Human Rights Watch, Cameroon: Gunmen Massacre School Children, 2 Νοεμβρίου 2020, https://www.hrw.org/news/2020/11/02/cameroon-gunmen-massacre-school-children (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[26] Human Rights Watch, Cameroon: Gunmen Massacre School Children, 2 Νοεμβρίου 2020, https://www.hrw.org/news/2020/11/02/cameroon-gunmen-massacre-school-children (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[27] Agence de Régulation des Marchés Publics (Public Contracts Regulatory Agency), Commune de Kumba 2E, https://armp.cm/details?type_publication=AO&id_publication=53977 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[28] Global Coalition  to Protect Education from Attack - EDUCATION UNDER ATTACK 2022 COUNTRY PROFILES – CAMEROON https://protectingeducation.org/wp-content/uploads/eua_2022_cameroon.pdf.

[29] Βλ. EUAA, Judicial Analysis: Evidence and Credibility Assessment in the context of the Common European Asylum System, 2η έκδ., 2023, ιδίως σ. 107 (ενότητα 4.3.7.3), όπου επισημαίνεται ότι τραυματικές εμπειρίες, όπως η σεξουαλική βία, δύνανται να επηρεάσουν τη συνοχή των δηλώσεων, σ. 254 (ενότητα 6.2) αναφορικά με τον αντίκτυπο του τραύματος στη μνήμη και την αποκάλυψη πληροφοριών, σ. 256 (υποσημ. 848) με παραπομπές σε σχετικές επιστημονικές μελέτες, καθώς και σ. 263 (ενότητα 6.5) ως προς την υποχρέωση συνεκτίμησης παραγόντων φύλου· βλ. επίσης EUAA, Practical Guide on Evidence and Risk Assessment, 2024, σ. 12 (ενότητα «Special procedural guarantees») ως προς την ανάγκη ειδικών διαδικαστικών εγγυήσεων σε περιπτώσεις σεξουαλικής βίας, σ. 28 (ενότητα 4) όπου επισημαίνεται ότι σε υποθέσεις έμφυλης βίας η προσωπική μαρτυρία αποτελεί συχνά το κύριο αποδεικτικό μέσο, σ. 41 (ενότητα 1.1.2.i) αναφορικά με την εμπιστευτικότητα, καθώς και σσ. 75–88 (ενότητα 2.3.1) ως προς τους παράγοντες που επηρεάζουν την αφήγηση, περιλαμβανομένου του στίγματος και της ντροπής.

[30] Data Cameroun, Trafic des êtres humains: Le Cameroun sollicite l'aide des Etats-Unis, 12 août 2022: https://datacameroon.com/traficdes-etres-humains-cameroun/

[32] Βλ. υποσημείωση 1, σελίδα 4.

[33] SFH – Schweizerische Flüchtlingshilfe (Author): Cameroun : personnes survivantes de la traite des êtres humains, intégration et soins psychologiques, 29 December 2022

https://www.ecoi.net/en/file/local/2085968/221229_KAM_Traite_assistance_psychologique.pdf

[34] Evidence from the IOM Human Trafficking Database, 2010: https://publications.iom.int/system/files/pdf/causes_of_retrafficking.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 08/05/2025)

[34] International Crisis Group, ‘A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status’, 31 Μαρτίου 2023, διαθέσιμο στη διεύθυνση: A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status | Crisis Group

[36] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.

 

[37] ΔΕΕ, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, απόφαση της 10.6.2021, σκέψεις 43–47.

[38] The Conversation, Cameroon’s conflict is part of a bigger trend: negotiations are losing ground to military solutions, 19 Αυγούστου 2025, https://theconversation.com/cameroons-conflict-is-part-of-a-bigger-trend-negotiations-are-losing-ground-to-military-solutions-261697 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[39] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 Μαρτίου 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[40] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No. 84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/attachments/fb602431-bdcb-4984-a9e6-0f4987d6a54a/SITREP%20NWSW%20December%202025.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[41] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No. 84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/attachments/fb602431-bdcb-4984-a9e6-0f4987d6a54a/SITREP%20NWSW%20December%202025.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[42] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No. 84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/attachments/fb602431-bdcb-4984-a9e6-0f4987d6a54a/SITREP%20NWSW%20December%202025.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[43] UNOCHA, Cameroon: North-West and South-West Situation Report No. 84, December 2025, 25 Φεβρουαρίου 2026, https://www.unocha.org/attachments/fb602431-bdcb-4984-a9e6-0f4987d6a54a/SITREP%20NWSW%20December%202025.pdf, σελ. 2 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[44] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), Cameroon Humanitarian Needs and Response Plan, Φεβρουάριος 2026, https://www.unocha.org/attachments/6dbff1e2-5ed0-4731-b7f5-85ab6cad3cd0/HNRP_2026_Template_EN_CMR_to_publish.pdf, σελ. 12 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[45] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), Cameroon Humanitarian Needs and Response Plan, Φεβρουάριος 2026, https://www.unocha.org/attachments/6dbff1e2-5ed0-4731-b7f5-85ab6cad3cd0/HNRP_2026_Template_EN_CMR_to_publish.pdf, σελ. 19 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[46] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), Cameroon Humanitarian Needs and Response Plan, Φεβρουάριος 2026, https://www.unocha.org/attachments/6dbff1e2-5ed0-4731-b7f5-85ab6cad3cd0/HNRP_2026_Template_EN_CMR_to_publish.pdf, σελ. 19 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[47] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (OCHA), Cameroon Humanitarian Needs and Response Plan, Φεβρουάριος 2026, https://www.unocha.org/attachments/6dbff1e2-5ed0-4731-b7f5-85ab6cad3cd0/HNRP_2026_Template_EN_CMR_to_publish.pdf, σελ. 9 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[48] United Nations Population Fund (UNFPA Cameroon), Situation Report: Politics, Conflict, Climate Disaster, and Displacement (1 - 31 January 2026), 4 Μαρτίου 2026, https://reliefweb.int/attachments/bd3f7e33-6b64-4bcf-a9e0-d0b9d0ace377/UNFPA%20Cameroon%20Situation%20Report%20%28January%202026%29.pdf, σελ. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[49] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[50] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[51] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[52] City Population, Africa – Cameroon, Regions – Sud – Ouest (South West) [Table], https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026); World Population Review, Cameroon – Kumba [Table], https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[53] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[54] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[55] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events/ Fatalities, Political Violence, Past Year, https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)

[56] City Population, Africa – Cameroon, Regions – Sud – Ouest (South West) [Table], https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026); World Population Review, Cameroon – Buea [Table], https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 02/04/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο