D. B. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.777/24, 8/4/2026
print
Τίτλος:
D. B. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.777/24, 8/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.777/24

 

8 Απριλίου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

D. B. M.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κκ Αλ Τάχερ, Μπενέτης και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, δικηγόροι για Αιτητή

Κα Λ. Γιάγκου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.05/02/24, η οποία του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, και απόφαση του Δικαστηρίου δια της οποίας να αναγνωρίζεται ο αιτητής ως πρόσφυγας ή, διαζευκτικά, να αναγνωρίζεται ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας ή δια της οποίας να αναγνωρίζεται ότι η απόφαση επιστροφής που εκδόθηκε αντίκεται στα αρ.2 και 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής ΕΣΔΑ).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 17/02/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας την ίδια μέρα (ερ.1-3, 36).

Στις 16/11/23 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.26-36). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 03/01/24 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.54-69).

Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 05/02/24 και του μεταφράστηκε στην μητρική του γλώσσα (ερ.70, 3).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του για να σπουδάσει στα κατεχόμενα, νομίζοντας ότι αν διαμένει στις εστίες του πανεπιστημίου (campus) δεν θα πλήρωνε δίδακτρα, όμως, του είπαν να πληρώσει δίδακτρα και να ψάξει για τόπο να μείνει και τότε ο αιτητής τηλεφώνησε στους γονείς του και τους το είπε, αυτοί έστειλαν κάποια χρήματα, αλλά στις 06/02/20 δέχθηκε τηλεφώνημα από το Καμερούν και του είπαν ότι οι γονείς του σκοτώθηκαν από τον στρατό και το σπίτι τους κάηκε και γι’ αυτό – ως αναφέρει – δεν του «απέμεινε τίποτα». Για τους λόγους αυτούς ο αιτητής, με τη βοήθεια ενός φίλου, ήρθε στις ελεύθερες περιοχές της Δημοκρατίας.

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στο Tinto Mbu, στη Νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν, οι γονείς και τα αδέλφια του σκοτώθηκαν στον Φεβρουάριο του 2020 από τον στρατό και δεν έχει οικογένεια, τελείωσε το λύκειο και εργαζόταν ως δάσκαλος μερικής απασχόλησης από το 2015 μέχρι που έφυγε από το Καμερούν.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του διότι είναι δάσκαλος και κλήθηκε από το κρατικό συμβούλιο (state council) εξαιτίας παράνομης διαμαρτυρία και οργάνωση φοιτητών εναντίον της κυβέρνησης, ορκίστηκε να συνεχίσει να διδάσκει και όταν σταμάτησε θεώρησαν ότι συνεργαζόταν εναντίον του κράτους. Τον Φεβρουάριο 2019 συνελήφθη από τους αυτονομιστές, όπου τον μετέφεραν σε θαμνώδη περιοχή, έκλεισαν τα σχολεία και τους ζήτησαν να συμμετάσχουν μαζί τους στον αγώνα, τους είπαν να μην διδάσκουν αλλά ο αιτητής δίδασκε. Η ποινή εναντίον του αιτητή ήταν να τον σκοτώσουν αλλά ήταν τυχερός διότι ένας από τους αυτονομιστές τον αναγνώρισε  και τους παρακάλεσε να δοθεί στον αιτητή μια ευκαιρία, αφού αυτός τους δήλωσε ότι δεν θα διδάξει ξανά. Όταν σταμάτησε να διδάσκει έλαβε μια κλήση από το κρατικό συμβούλιο, ότι παραβιάζει τις υποχρεώσεις του, ενώ τότε – ως ανέφερε - σχεδόν όλα τα σχολεία ήταν κλειστά και βρέθηκε ανάμεσα στη κυβέρνηση και αυτονομιστές. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι κατέχει πιστοποιητικό προχωρημένου επιπέδου (Ρ.Τ.Α – Parents Teachers Association), με το οποίο μπορείς να είσαι δάσκαλος μερικής απασχόλησης.  – (προσκόμισε σχετικό έγγραφο) και δίδασκε ιστορία.

Αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό σύλληψη του από τους Ambazonians δήλωσε ότι έγινε τον Ιανουάριο 2018. Κύριος στόχος της επίθεσης ήταν ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο αλλά κάποιος τον αναγνώρισε ως δάσκαλο, τον συνέλαβαν, ήταν περίπου 20 άτομα και τον μετέφεραν στο δάσος, όπου κρατήθηκε για περίπου 2 ώρες, μέχρι την ολοκλήρωση της αποστολής, τον ανέκριναν και τον ρωτούσαν για ποιο λόγο συνεχίζει να διδάσκει, γιατί δεν γίνεται μέλος τους και του ανέφεραν ότι τους πρόδωσε επειδή δίδασκε. Δήλωσε ότι τον κλωτσούσαν, τον χαστούκιζαν, του ανέφεραν ότι η ποινή ήταν θάνατος, αλλά ένα άτομο τον αναγνώρισε και παρακάλεσε να αφεθεί ελεύθερος. Δεν γνωρίζει το όνομα του αυτονομιστή που τον έσωσε, μόνο ότι διαμένουν στην ίδια πόλη και δεν γνωρίζει τον λόγο που τον έσωσε. Αναφορικά με την κλήση που έλαβε από το κράτος δήλωσε πως μια μέρα ενώ δίδασκε στους μαθητές θεώρησαν ότι οργανώνει μαθητές εναντίον του κράτους. Δεν γνωρίζει ποιος τους ενημέρωσε.

Αναφορικά με τις πορείες δήλωσε ότι συμμετείχε μια φορά μόνο, όταν συμμετείχαν όλοι οι δάσκαλοι. Ερωτηθείς πως το κρατικό συμβούλιο ενημερώθηκε ότι ο αιτητής συμμετείχε στην πορεία, ανέφερε ότι όλοι οι δάσκαλοι ήταν στην πορεία, όμως δεν γνωρίζει αν το κρατικό συμβούλιο κάλεσε και άλλους δάσκαλους, σημειώνοντας ότι το έγγραφο που προσκόμισε ήταν η 2η κλήση που έλαβε. Ανέφερε ότι την 1η φορά κλήθηκε τηλεφωνικώς να μεταβεί στα γραφεία του κρατικού συμβουλίου και όταν πήγε τον κατηγόρησαν ότι οργανώνει μαθητές εναντίον του κράτους, το οποίο δεν ήταν αλήθεια, αλλά έπρεπε να πληρώσει για να αφεθεί ελεύθερος. Το κρατικό συμβούλιο ήταν κλειστό και υπήρχε οδηγία όπως κρατηθεί μέχρι να τοποθετηθεί, γεγονός που έγινε την επόμενη μέρα. Αφού έδωσε όρκο ότι δεν οργανώνει μαθητές και πως εάν σταματήσει να διδάσκει θα θεωρηθεί ότι οργανώνει μαθητές εναντίον του κράτους. Η κλήση, ως ανέφερε, στάλθηκε στην οικία του, τον Απρίλιο 2019, διότι μετά τη συνάντηση που είχε με τους αυτονομιστές, σταμάτησε να διδάσκει, και αφορά τον όρκο που έδωσε. Ο αιτητής προσήλθε στο κρατικό συμβούλιο, όπου ενημερώθηκε ότι θα κατηγορηθεί στο Δικαστήριο, όμως δεν πήγε Δικαστήριο, όμως, ως ανέφερε, έπρεπε να ψάξει για δικηγόρο διαφορετικά μετά από 3 δικαστικές υποθέσεις θα πήγαινε φυλακή και τότε αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα.

Ερωτηθείς για ποιο λόγο περίμενε 7 μήνες (από τα ως άνω συμβάντα) για να αποχωρήσει από τη χώρα, ο αιτητής δήλωσε ότι χρειαζόταν χρήματα. Ερωτηθείς εάν έλαβε ένταλμα από το Δικαστήριο ο αιτητής ανέφερε ότι δεν ασχολείτο και κρυβόταν στη φάρμα και στο δάσος, αφού η ζωή του δεν ήταν ασφαλής από τη κυβέρνηση και αυτονομιστές. Κληθείς να διευκρινίσει γιατί δεν είναι ασφαλής από τους αυτονομιστές, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου, σταμάτησε να διδάσκει, δήλωσε ότι απαιτούσαν να ενταχθεί στην ομάδα τους. Ερωτηθείς τι φοβάται σε περίπτωση που επιστροφής του, ανέφερε ότι καταζητείται από το κράτος και θα συλληφθεί.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Λόγω της ιδιότητας του ως δάσκαλος αντιμετώπιζε προβλήματα με την κυβέρνηση του Καμερούν όσο και από τους Ambazonians

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς, ως κρίθηκε, στερούνταν εσωτερικής συνοχής.

Συγκεκριμένα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητικές πληροφορίες και υπέπεσε σε χρονικές αντιφάσεις, αφού αρχικά ανέφερε ότι δίδασκε από το 2015 μέχρι που έφυγε από το Καμερούν, στη συνέχεια δήλωσε ότι μετά τη σύλληψη του από τους Ambazonians, αρχές του έτους 2019, σταμάτησε να διδάσκει. Για το περιστατικό αιχμαλωσίας του από τους Ambazonians στην αρχή δήλωσε ότι έγινε τον Φεβρουάριο του 2019, στη συνέχεια δήλωσε ότι έγινε τον Ιανουάριο. Ως αντίφαση στις δηλώσεις του καταγράφηκε και το ότι οι Ambazonians, μετά την αιχμαλωσία, τον άφησαν διότι κάποιος τον αναγνώρισε και του έσωσε τη ζωή, ενώ στη συνέχεια ανέφερε ότι δεν τον σκότωσαν διότι δεν ήταν ο κύριος τους στόχος. Οι δηλώσεις του αναφορικά με την αιχμαλωσία και τη διάσωση του από τους Ambazonians στερούνται ευλογοφάνειας, δεδομένου ότι, ως κρίθηκε, ενώ δήλωσε ότι κάποιος τον αναγνώρισε ως δάσκαλο και θα τον σκότωναν και γλίτωσε γιατί κάποιος τον αναγνώρισε και κατάφερε να του σώσει τη ζωή, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το παραμικρό στοιχείο για το άτομο που του έσωσε τη ζωή, ούτε και τον λόγο. Ελλιπείς κρίθηκαν και οι πληροφορίες που παρέθεσε για τον τρόπο διδασκαλίας αλλά και το ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ιδίου, εργαζόταν ως δάσκαλος χωρίς πρόσθετες σπουδές και χωρίς δίπλωμα σε ακαδημαϊκό πρόγραμμα το οποίο να συνδέεται με την ιδιότητα του ως δάσκαλος. 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, έγινε εξέταση των εγγράφων που προσκομίστηκαν, με τα ακόλουθα ευρήματα. Επί του πιστοποιητικού εκπαίδευσης (ερ.39-40), εντοπίστηκε ότι αναφέρονται ορισμένα μαθήματα, τα οποία φαίνεται να είχαν περαστεί από τον αιτητή. Σχετικά με τη φερόμενη κλήση από το State Council εντοπίστηκε ότι δεν αναγράφεται η διεύθυνση του αιτητή, η οποία, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος ανέφερε, επιδόθηκε στο σπίτι του, θα ήταν αναμενόμενο να αναγράφεται επί του εγγράφου (ερ.38). Περαιτέρω – ως κρίθηκε – δεν καταγράφεται η Αρχή που εξέδωσε την κλήση αυτή. Όσον αφορά το φερόμενο πιστοποιητικό διδακτικής εμπειρίες εντοπίστηκε ότι περιέχει αντίφαση με τους ισχυρισμούς του αιτητή, αφού, ενώ εκεί αναγράφεται (ερ.37) ότι ο αιτητής υπηρέτησε ως δάσκαλος μέχρι τον Ιούλιο 2018, ο ίδιος ανέφερε ότι δίδασκε μέχρι που έφυγε από το Καμερούν (27/01/20). Επί όλων των εγγράφων σημειώθηκε ότι δεν μπορεί να διακριβωθεί η γνησιότητα τους. Για τους λόγους αυτούς ο ισχυρισμός του αιτητή απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Tinto Mbu/Southwest) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα.

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Κατά τις διευκρινήσεις η συνήγορος του αιτητή απέσυρε ρητά τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς, προωθώντας τελικά μόνο τον ισχυρισμό περί μη δέουσας έρευνας κατά την επίδικη διαδικασία.

Οι καθ' ων η αίτηση αντέταξαν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν άπαντες οι ισχυρισμοί της αιτητή, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας αυτής, ζητώντας γι’ αυτό απόρριψη της προσφυγής.

Δεδομένου ότι οι ως άνω μόνοι προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ λοιπόν σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων

Σημειώνω ότι, ως στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρεται, «απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στη σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρονται τα εξής:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.» 

Διερχόμενος των ενώπιον μου στοιχείων παρατηρώ τα εξής.

Ο αιτητής, ως και οι καθ’ ων η αίτηση επισημαίνουν στην επίδικη έκθεση, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες αναφορικά με την εμπειρία του ως δάσκαλος, την καθημερινότητα του κατά την εξάσκηση του εν λόγω επαγγέλματος, πως του επιτράπηκε να εξασκεί το επάγγελμα χωρίς άλλα ακαδημαϊκά προσόντα (πλην του απολυτηρίου λυκείου), τι έγινε επακριβώς κατά την κατ’ ισχυρισμό σύλληψη του από τους Ambazonians, στοιχεία (τα οποία εύλογα θα αναμενόταν, έστω μερικώς, να είναι σε θέση να παραθέσει) αναφορικά με το άτομο που βοήθησε στην απελευθέρωση του, υπό ποιες συνθήκες δέχθηκε – ως ισχυρίστηκε – κλήση από το state council λόγω συμμετοχής του σε διαδήλωση, αν κλήση δέχθηκαν και άλλοι συνάδελφοι του, γιατί τελικά δεν εμφανίστηκε σε δικαστήριο, πως κατάφερε – δεδομένης της κλήσης αυτής – να φύγει νομίμως από τη χώρα, γιατί παρουσιάζονται αντιφάσεις στα λεγόμενα του (ως έχουν εντοπιστεί από τους καθ’ ων η αίτηση και παρατίθενται πιο πάνω, στα πλαίσια της καταγραφής της επίδικης έκθεσης) και, ζήτημα το οποίο θεωρώ ιδιαιτέρως σημαντικό, γιατί ουδέν περί τούτων είχε καταγράψει στην επίδικη αίτηση, όπου αναφέρονται μόνο ισχυρισμοί για τις σπουδές του στα κατεχόμενα και της κατ’ ισχυρισμό δολοφονίας των γονέων του, σε χρόνο που ο ίδιος βρισκόταν ήδη στην Κύπρο. Ο αιτητής υπήρξε γενικά ασαφής, το αφήγημα του στερείται σε όλη του την έκταση βιωματικών στοιχείων και λεπτομερειών επί όλων των πτυχών των ισχυρισμών του και – ομοίως – παρέμεινε γενικόλογος και εν πολλοίς μονολεκτικός στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, με πλήθος αντιφάσεων να εντοπίζονται στο αφήγημα.

Ενόψει λοιπόν των ως άνω θα συμφωνήσω με τα ευρήματα και την κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί της εσωτερικής συνοχής του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή, που  αποτελεί και τον πυρήνα της επίδικης αίτησης διεθνούς προστασίας.

Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου προχωρώ σε αξιολόγηση των εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.37-40).

Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών αξιολόγησης εγγράφων θα συμφωνήσω και με τα επί τούτου ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση, ως και ανωτέρω καταγράφονται, προσθέτοντας και τα εξής. Αναφορικά με τα ερ.39-40 σημειώνω ότι, με δεδομένο ότι επί των εγγράφων αυτών ουδέν αναφέρεται πέραν της επίδοσης του αιτητή σε 3 συγκεκριμένα μαθήματα, ουδέν θα μπορούσε να προσθέσουν στο αφήγημα του τα έγγραφα αυτά. Επί του ερ.38, επιπροσθέτως των όσων αναφέρουν οι καθ’ ων η αίτηση, παρατηρώ ότι ουδέν συγκεκριμένο (επί των κατ’ ισχυρισμό κατηγοριών) αναφέρεται και δεν συμπληρώνεται καν, κάτω από την φράση «TAKE NOTICE», ενώπιον ποιου εκ των διαζευκτικά αναγραφόμενων οργάνων καλείται ο αιτητής να εμφανιστεί και η ημερομηνία κλήσης του είναι οι 17/04/19, ενώ ο αιτητής έφυγε από τη χώρα στις 27/01/20 (ερ.5), χωρίς να εξηγεί τι απέγινε στο διάστημα αυτό, αν τελικά κλήθηκε σε δικαστήριο και αν επανήλθαν οι αρχές επί του ζητήματος (ερ.27 – 2Χ). Επί του ερ.37 – ομοίως – εντοπίζεται αντίφαση μεταξύ των ισχυρισμών του αιτητή ότι συνέχισε να διδάσκει (και έλαβε μάλιστα το ερ.38 τον Απρίλιο 2019), ενώ στο έγγραφο αυτό αναγράφεται διαφορετική περίοδος διδασκαλίας. Επί όλων των εγγράφων σημειώνεται ότι ουδέν αναφέρθηκε σχετικά με το γιατί αυτά αποτελούν αντίγραφα και όχι, δεδομένου ότι παραλήπτης ήταν ο ίδιος, δεν είχε στην κατοχή του πρωτότυπα έγγραφα και ουδεμία εξήγηση δίδεται σχετικώς.

Στη βάση των ως άνω ευρημάτων είναι κατάληξη μου, λαμβανομένου υπόψη του ότι τα έγγραφα αποτιμώνται σε συνάρτηση πάντοτε με τους ισχυρισμούς του αιτητή και την εσωτερική συνοχή τους, ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί στα έγγραφα αυτά και – σε κάθε περίπτωση – όχι τέτοια που θα υπερκέραζε τις σοβαρές και πολλές ελλείψεις που έχουν εντοπιστεί στο σύνολο του αφηγήματος του αιτητή.

Επί της εξωτερικής αξιοπιστίας των λεγομένων του αιτητή θα πρέπει να σημειωθεί ότι στα πλαίσια της επίδικης έκθεσης ουδεμία έρευνα έγινε από τους καθ’ ων η αίτηση σε ΠΧΚ, σύμφωνα και με τις ως άνω κατευθυντήριες γραμμές, στα πλαίσια εξέτασης εξωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή. Σημειώνω πως παρότι ενδεχομένως, δεδομένης της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή, να ήταν μην ήταν απαραίτητο, εντούτοις, για σκοπούς πληρότητας, αξίζει θεωρώ να σημειωθούν οι πιο κάτω διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), δεδομένων των αναφορών του αιτητή.

Η Διεθνής Αμνηστία και το Human Rights Watch (HRW) κάνουν λόγο για μη τήρηση και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε εκτεταμένο βαθμό στα πλαίσια της κρίσης στις Αγγλόφωνες επαρχίες.[1]

Αναφορά της οργάνωσης Human Rights Watch εκδοθείσα το 2018, ήτοι το χρόνο που κατ’ ισχυρισμό έλαβαν χώρα τα περιστατικά, αναφέρει την ύπαρξη ισχυρών ενδείξεων ότι οι άμαχοι οι οποίοι εκλαμβάνονται ως συνεργαζόμενοι με την κυβέρνηση στοχοποιούνται από τους αποσχιστές για εκβιασμούς, βασανισμούς και δολοφονίες.[2] Βάσει αναφοράς του ανεξάρτητου ιδρύματος Bertelsmann Stiftung[3], οι αποσχιστές στοχοποιούν αμάχους μεταξύ άλλων ως αντίποινα για αποδιδόμενη συνεργασία με την κυβέρνηση.[4] Άρθρο της εφημερίδας The African Observer, του 2023, αναφέρει ότι οι ένοπλες ομάδες συχνά κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές ή και τραυματισμούς αμάχων, τους οποίους κατηγορούν ότι συνεργάζονται με τις αρχές του Καμερούν.[5]

Τα Ηνωμένα Έθνη σημειώνουν υπάρχουν « […] αναφορές για βίαιες ενέργειες που καταλήγουν σε καταστροφή νοσοκομείων, σχολείων και ολόκληρων χωριών στις εν λόγω περιοχές τις οποίες έχουν διαπράξει μη κυβερνητικές ένοπλες ομάδες και μέλη των ενόπλων δυνάμεων του κυβερνώντος κόμματος […]»[6],  ενώ το HRW, σε πρόσφατη Έκθεσή του, και η Διεθνής Αμνηστία επίσης αναφέρουν πως στις ενέργειες αυτές προβαίνουν κυβερνητικοί και μη κυβερνητικοί δρώντες[7].  Επί τούτου καταγράφεται ότι «[σ]τις ΝΔ και ΒΔ επαρχίες, υψηλά επίπεδα ανασφάλειας συνεχίζονταν. Η παρουσία κρατικών σωμάτων ασφαλείας – αστυνομία, χωροφυλακή, στρατός – είναι συγκεντρωμένη κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών και στις πόλεις, ενώ οι μη κρατικές ένοπλες ομάδες εντοπίζονται κυρίως στις αγροτικές περιοχές.»[8].

Σε COI QUERY του EASO, ημ.14/06/21, αναφέρεται ότι ο εκτοπισμός πληθυσμού από τα σπίτια του είναι συχνό φαινόμενο λόγω της γενικευμένης βίας, οι οποίοι εκτοπισθέντες βρίσκουν συχνά καταφύγιο σε αγροτικές ή δασώδεις εκτάσεις κοντά στον τόπο διαμονής τους:

«According to OCHA 712 180 IDPs were within or displaced in the North-West and South-West regions as of March 2021. Violence in the aforementioned regions resulted in multiple population displacements and over 1 427 people were forced to flee their homes only in March 2021, seeking shelter and safety in nearby bushes, villages and towns. 71 More than 10 000 people, mainly in Menchum division in the North-West region, were forced to flee their villages in April 2021 and IDPs reached the number of 712 800.72 For the same reference period , a UNHCR map depicting the locations of UNHCR persons of concern mentions that as of April 2021 there were 1 032 942 internally displaced persons, the majority of whom seem to be situated in the Far North, North-West and South-West regions.73 »[9]

Πηγές των Ηνωμένων Εθνών αναφέρουν τα εξής:

«Με την κλιμακούμενη βία ανάμεσα στις κυβερνητικές δυνάμεις και τις μη-κρατικές ένοπλες ομάδες στις Νοτιοδυτικές και Βορειοδυτικές περιοχές τού Καμερούν κατά το 2019, ο άμαχος πληθυσμός είναι αντιμέτωπος με σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων […] μαζικό εκτοπισμό, επιθέσεις κατά περιουσιών, κάψιμο σπιτιών και χωριών, διαχωρισμός οικογενειών, απώλεια εγγράφων ταυτοποίησης, αυθαίρετη σύλληψη και κράτηση […] έλλειψη πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες που έχουν επηρεασθεί από την κρίση και σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων (δολοφονίες, στρατολόγηση παιδιών, απαγωγές, έμφυλη βία, κ.ά. […] Επιθέσεις κατά χωριών, κάψιμο σπιτιών και δολοφονίες έχουν καταγραφεί.».[10]

Έκθεση του Βρετανικού Home Office (Δεκέμβριος 2020) αναφέρει ότι οι αυτονομιστικές ομάδες ανακοίνωσαν μποϊκοτάζ στα σχολεία. Μέχρι τα μέσα του 2019 πάνω από το 80% των σχολείων παρέμειναν κλειστά, κυρίως λόγω βίας εναντίον δασκάλων και επιθέσεις σε σχολικά κτίρια από ένοπλους αυτονομιστές. Περίπου 850.000 παιδιά έχουν στερηθεί την εκπαίδευση για τα τρία τελευταία σχολικά έτη[11]. Από την ίδια πηγή διασταυρώνεται ότι η επακόλουθη σύγκρουση μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και μιας σειράς από ομάδες ένοπλων ανταρτών έχει επιφέρει εκτεταμένες καταχρήσεις εναντίον αμάχων. Οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν κατηγορηθεί για βασανιστήρια, εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις και πυρπόληση χωριών, ενώ αποσχιστικές ομάδες προέβησαν σε δολοφονίες, απαγωγές, ακρωτηριασμούς και επιθέσεις σε σχολεία και δασκάλους. [12]

Ο Παγκόσμιος Συνασπισμός για την Προστασία της Εκπαίδευσης από Επιθέσεις, σε έκθεσή του 2020 σχετικά με το Καμερούν καταγράφει έξαρση επιθέσεων σε μαθητές σχολείων και πανεπιστημίων, στο προσωπικό καθώς και στις εκπαιδευτικές υποδομές των βορειοδυτικών και νοτιοδυτικών περιοχών του Καμερούν κατά την περίοδο 2017-2019, η οποία οδήγησε στον τραυματισμό, θάνατο ή κράτηση τουλάχιστον 560 φοιτητών σχολείων και πανεπιστημίων, αλλά και εκπαιδευτικών σε όλη τη χώρα.[13]

Εκ των ως άνω ΠΧΚ καθίσταται σαφές ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής περί διώξεως του αγγλόφωνου πληθυσμού από τους αποσχιστές, αδιακρίτως ασκούμενης βίας στα πλαίσια συγκρούσεων των κυβερνητικών δυνάμεων με αποσχιστές και στοχοποιήσεις καθηγητών και μαθητών/φοιτητών σε σχολεία/πανεπιστήμια σε αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, συνάδουν με διαθέσιμες πληροφορίες, οι οποίες καταγράφουν μια έκρυθμη κατάσταση, με συχνές ένοπλες συγκρούσεις και σωρεία παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων από αμφότερες τις μαχόμενες πλευρές.

Όμως εν προκειμένω η καταφανής έλλειψη εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του, ως ανωτέρω – με αναφορές και στην επίδικη έκθεση – λεπτομερώς εξηγείται, δεν μπορεί να υπερκερασθεί από το ότι – ως γενικές πληροφορίες -  επιβεβαιώνεται ότι συμβάντα ως αυτά που ο αιτητής εδώ περιγράφει λαμβάνουν χώρα στο Καμερούν. Σημειώνω ότι αν το ότι συνάδει μια πληροφορία που δίδει ένας αιτητής με ΠΧΚ θεωρείτο αρκετό από μόνο του ώστε να ανατραπεί ένα εύρημα περί παντελούς ελλείψεως εσωτερικής συνοχής, θα οδηγούσε σε αποδοχή ισχυρισμών που στερούνται κάθε ψήγματος βιωματικού στοιχείου αλλά και εύλογα αναμενόμενων λεπτομερειών και θα απέληγε τελικώς, θεωρώ, σε «αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης» (βλ. και ανωτέρω απόσπασμα από εγχειρίδιο EASO). Ως εξάλλου στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.97, αναφέρεται «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.» Επίσης, στη σελ.131 τονίζεται σχετικώς ότι «[η] γενικευμένη προσβασιμότητα πολλών πηγών ΠΧΚ, μέσω του διαδικτύου ή άλλων μέσων ενημέρωσης, συνεπάγεται την ανάγκη οι δικαστικοί λειτουργοί να έχουν υπόψη τους την πιθανότητα ορισμένες αιτήσεις διεθνούς προστασίας να έχουν καταρτιστεί κατά τρόπο ώστε να είναι συνεπείς με τις συναφείς ΠΧΚ.».

Στην παρούσα ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει επαρκείς ισχυρισμούς, στοιχεία ή και έγγραφα σχετικά με την τεκμηρίωση της ιδιότητας του ως δάσκαλος, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε, η οποία ήταν και η γενεσιουργός αιτία όλων των δεινών που ισχυρίστηκε ότι υπέστη. Τα όσα ο αιτητής αναφέρει, λαμβανομένου υπόψη ότι ουδέν περί τούτων είχε καταγράψει στην επίδικη αίτηση, ομοιάζουν περισσότερο με επινόημα του ιδίου, στη βάση ενός συνονθυλεύματος – κατά τόπους αντιφατικών μεταξύ τους ισχυρισμών – οι οποίοι συνάδουν με σχετικά ΠΧΚ για την κατάσταση που επικρατεί στα πλαίσια της λεγόμενης αγγλόφωνης κρίσης, προκειμένου να στηρίξει, εδώ ανεπιτυχώς, την επίδικη αίτηση.

Ενόψει των ως άνω διαπιστώσεων μου, στην απουσία λοιπόν εδώ περαιτέρω μαρτυρίας που θα συμπλήρωνε τα κενά, αντιφάσεις και ελλείψεις, ως ανωτέρω καταγράφονται, είναι η κατάληξη μου ότι τα πολλά και καίρια σημεία εκ των οποίων διαβρώνεται μοιραία και η αξιοπιστία των λεγομένων του αιτητή παραμένουν και συνεπώς, για τον λόγο αυτό, ουδείς εκ των ισχυρισμών του μπορεί να γίνει εν προκειμένω αποδεκτός, καθότι οι σημαντικές ελλείψεις εσωτερικής συνοχής δεν αφήνουν περιθώριο αποδοχής τους. 

Απομένει εν προκειμένω μια αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, στο Tinto, που βρίσκεται στη Νοτιοδυτική περιοχή του Καμερούν.

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (τελευταία ενημέρωση 27/03/26), στη περιοχή  Tinto καταγράφηκαν 4 περιστατικά ασφαλείας, χωρίς να έχουν καταγραφεί θάνατοι. [14] Το Tinto υπάγεται στην περιοχή Manyu, πρωτεύουσα της οποίας είναι η πόλη Mamfe[15], όπου (για το ίδιο διάστημα) καταγράφηκαν 6 περιστατικά ασφαλείας, χωρίς καταγραφή θανάτου, η οποία υπάγεται στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν.[16] Στη Νοτιοδυτική περιφέρεια (για το ίδιο διάστημα) καταγράφηκαν 1,354 περιστατικά ασφαλείας και 681 θάνατοι.[17] Ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας ανέρχεται περί τα 2,1 εκατομμύρια κατοίκων[18].

Είναι κατάληξη μου εκ των ως άνω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας και η ένταση στον τόπο διαμονής του δεν είναι του επιπέδου που απαιτείται προκειμένου να αποδοθεί συμπληρωματική προστασία, δεδομένου ότι δεν θεωρώ πως υφίστανται εν προκειμένω ιδιαίτερες περιστάσεις, λαμβανομένου υπόψη του ότι το αφήγημα του αιτητή  δεν γίνεται αποδεκτό, που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [19] (C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21, ΔΕΕ). Σημειώνω ότι ο αιτητής είναι περί των 33 ετών, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο. Έχοντας λοιπόν υπόψη ότι στον τόπο διαμονής του αιτητή τα περιστατικά ασφαλείας δεν είναι σε ψηλό επίπεδο, παρότι στην ευρύτερη νοτιοδυτική περιοχή καταγράφονται σχετικά ψηλά περιστατικά ασφαλείας, δεν μπορεί να λεχθεί ότι ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την παροχή συμπληρωματικής προστασίας στη βάση αυτή.

Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εδώ βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω ουδέν εντοπίζω στη βάση του οποίου θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι επιστροφή του αιτητή στο Καμερούν θα συνιστούσε επαναπροώθηση (βλ. αρ.3 ΕΣΔΑ).

Σημειώνω τέλος ότι στα πλαίσια της παρούσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 πιστοποιητικό γέννησης ανήλικου τέκνου του αιτητή, το οποίο γεννήθηκε στη Δημοκρατία στις 16/07/25, με μητέρα ομοεθνή του αιτητή. Στα πλαίσια της παρούσης κατέστη παραδεκτό από τα μέρη ότι η αίτηση διεθνούς προστασίας της μητέρας του τέκνου του αιτητή απορρίφθηκε και ασκήθηκε κατά της απόρριψης αυτής η προσφυγή αρ.1609/24. Επί της προσφυγής αυτή εκδόθηκε απόφαση του Δικαστηρίου στις 19/12/25, η οποία έχει δημοσιευτεί [20], δια της οποίας απορρίφθηκε η προσφυγή της μητέρας του ανήλικου τέκνου του αιτητή. Με δεδομένα τα ως άνω και λαμβανομένου υπόψη του ότι η μητέρα του ανήλικου τέκνου του αιτητή έχει ήδη απωλέσει την ιδιότητα αιτήτριας ασύλου αλλά και το δικαίωμα παραμονής της στη Δημοκρατία και του ότι στα πλαίσια της προσφυγής αρ.1609/24 εξετάστηκε τόσο η μητέρα όσο και οι περιστάσεις του ανήλικου τέκνου του αιτητή, χωρίς να εντοπιστούν ανάγκες παροχής διεθνούς προστασίας, ουδεμία περαιτέρω εξέταση απαιτείται.

Σημειώνεται περαιτέρω ότι – σε κάθε περίπτωση - η εξέταση του βέλτιστου συμφέροντος ενός τέκνου όπου ουδείς των εμπλεκομένων (γονέων) διατηρεί δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία, ως και εν προκειμένω, δεν αφορά την κατ’ αφηρημένο τρόπο (in abstracto) συγκριτική επισκόπηση των συνθηκών διαβίωσης στη χώρα όπου και ενδεχομένως θα απομακρυνθεί και της Δημοκρατίας και ούτε την εξέταση επί πάσης πτυχής επιπέδου διαβίωσης, αλλά μόνο προς διαπίστωση του αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις μιας εκ των εκ του Νόμου παρεχόμενων πτυχών προστασίας, ήτοι του προσφυγικού καθεστώτος, της συμπληρωματικής προστασίας ή και της προστασίας από την επαναπροώθηση, που δεν υφίσταται εν προκειμένω. Άλλωστε δεν έχει διευκρινιστεί αν ο αιτητής διατηρεί σχέση ή και δεσμούς με το ανήλικο τέκνο του και την μητέρα αυτού. [21]

Ουδέν ετέθη ενώπιον μου στα πλαίσια της παρούσης που να ανατρέπει τα ως άνω.

Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html ; Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html (accessed on 05/08/2022)

[2] HRW, ‘These Killings can be Stopped’ (2018),21-22 διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/file/local/1438857/3175_1532282307_cameroon0718-web2.pdf (ημερομηνία πρόσβασης 12/02/2024)

[3] Bertelsmann Foundation, ‘Bertelsmann Stiftung’ (χωρίς ημερομηνία), διαθέσιμο σε https://www.bfna.org/bertelsmann-stiftung/

[4] BTI, ‘Cameroon Country Report 2022’ (2022), διαθέσιμο σε https://bti-project.org/en/reports/country-report/CMR (ημ. πρόσβασης 12/02/24)

[5] The African Observer, ‘30 Women Freed After Abduction by Separatists in Cameroon’s Anglophone Region’ (2023), διαθέσιμο σε  https://theafricanobserver.com/30-women-freed-after-abduction-by-separatists-in-cameroons-anglophone-region/ (ημ. πρόσβασης 12/02/24)

[6] United Nations Economic and Social Council, Concluding observations on the fourth periodic report of Cameroon, E/C.12/CMR/CO/4, para. 4, 25 March 2019: https://tbinternet.ohchr.org/_layouts/15/treatybodyexternal/Download.aspx?symbolno=E/C.12/CMR/CO/4&Lang=En

[7] Human Rights Watch (HRW), World Report 2021 – Cameroon (Events of 2020), 13 January 2021, available at:  https://www.ecoi.net/en/document/2043533.html; Amnesty International (AI), Human Rights in Africa: Review of 2019 - Cameroon [AFR 01/1352/2020], 08 April 2020, available at: https://www.ecoi.net/en/document/2028266.html

[7] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[8] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), p. 9, June 2020, available at:  https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[9] EASO, COI QUERY «Latest developments on security situation in Anglophone region between 1 January 2020 and 31 May 2021», σελ.8, available at: https://euaa.europa.eu/

[10] United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UN OCHA), Cameroon Humanitarian Needs Overview 2020 (revised June 2020), pp. 41-42, June 2020, available at:https://www.ecoi.net/en/file/local/2039302/cmr_hno_2020-revised_25062020_print.pdf

[11] Home Office, Country Policy and Information Note Cameroon: North-West/South-West crisis, December 2020, διαθέσιμο σε https://www.justice.gov/eoir/page/file/1345186/download, pp 8, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 06/06/2024)

[12] Όππ, pp 19

[13] Global Coalition to Protect Education from Attack, Education Under Attack, Country Profiles, Cameroon, 2020, διαθέσιμο σε https://protectingeducation.org/wp-content/uploads/eua_2020_cameroon.pdf, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 06/06/2024)

 

[14] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2026)

[15] Manyu Map - South-West Region, Cameroon διαθέσιμο στο https://mapcarta.com/16802562(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2026)

[16] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2026)

[17] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED  , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2026)

[18] Cameroon: Regions, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information διαθέσιμο στο https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2026)

[19] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf

[21] Δικαστήριο Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ): υπ. αρ.C-112/20, M. A., ημ.11/03/21 και C484/22, G. S., ημ.15/02/23, Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ): υπ. αρ.56811/00, Amrollahi v. Denmark, ημ.11/07/02, Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο: Ε.Δ.Δ. 126/20, Dissanayakage και άλλοι ν. Δημοκρατίας, ημ.12/05/25


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο