N.A.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 793/2024, 24/4/2026
print
Τίτλος:
N.A.A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 793/2024, 24/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 793/2024

24 Απριλίου, 2026

[Ε.ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 Συντάγματος

Μεταξύ:

N.A.A.

από Νιγηρία

                              Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

                                   Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόροι για Αιτητή: Χ. Ζηντίλη (κα), για Μ. Παπαλοΐζου (κος)

Δικηγόροι για Καθ' ων η αίτηση: Α. Χατζιωσήφ (κα) για Ε. Παραδεισιώτη (κα), για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

 

Ο Αιτητής παρών

[Διερμηνέας: Ευστράτιος Θεοδοσίου, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα]

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής στρέφεται εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 31.01.2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για άσυλο, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, την οποία εγκατέλειψε στις 26.09.2022 και αφίχθη αρχικά στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, υπό καθεστώς φοιτητικής άδειας παραμονής. Στη συνέχεια, στις 28.09.2022, εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και στις 14.10.2022 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας. Ακολούθως, κλήθηκε τηλεφωνικώς στις 18.07.2023 και 19.07.2023 να παρουσιαστεί σε καθορισμένη συνέντευξη, χωρίς ωστόσο να ανταποκριθεί. Περαιτέρω, στις 28.07.2023 του απεστάλη συστημένη επιστολή για να παραστεί σε συνέντευξη στις 16.08.2023, στην οποία επίσης δεν παρουσιάστηκε. Κατόπιν τούτου, στις 23.08.2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου συνέταξε έκθεση-εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, εισηγούμενος το κλείσιμο του φακέλου και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης, λόγω μη παρουσίας του Αιτητή στην προσωπική συνέντευξη. Ως εκ τούτου, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε ότι ο Αιτητής σιωπηρώς απέσυρε ή εγκατέλειψε την αίτησή του. Την ίδια ημέρα, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση.

 

Στη συνέχεια, στις 07.09.2023 εκδόθηκε απορριπτική επιστολή, η οποία απεστάλη στον Αιτητή ταχυδρομικώς στις 12.09.2023. Ακολούθως, στις 13.12.2023, ο Αιτητής υπέβαλε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του. Στις 22.12.2023, αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε σχετική εισήγηση προς τον Προϊστάμενο, κατόπιν της οποίας αποφασίστηκε το αυτόματο επανάνοιγμα της διαδικασίας. Εν συνεχεία, στις 31.01.2024 πραγματοποιήθηκε η προσωπική συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος την ίδια ημέρα υπέβαλε Έκθεση/Εισήγηση εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης. Την ίδια ημερομηνία, ο ασκών καθήκοντα Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας και την επιστροφή του Αιτητή στη Νιγηρία. Η εν λόγω απόφαση παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον Αιτητή στις 09.02.2024 και αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Εξειδικεύοντας και περιορίζοντας στα πλαίσια της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου δικηγόρου του, τους εγειρόμενους στην προσφυγή λόγους ακυρώσεως, ο Αιτητής ισχυρίζεται κατά πρώτον ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη ως αποτέλεσμα μίας καθ' όλα αντινομικής και αυτοματοποιημένης διαδικασίας, κατά δεύτερον, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε χωρίς τη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα ενώ ακροθιγώς, προωθεί κατά τρίτον την θέση ότι λανθασμένα κρίθηκε ότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποστηρίζοντας ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν στοιχειοθετούν κανένα λόγο ακυρότητας και δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης που είναι στους ώμους του. Η συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση ισχυρίζεται στην αγόρευσή της ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι ορθή, νόμιμη, λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής διερεύνησης και εντός της διακριτικής τους ευχέρειας και είναι δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζει περαιτέρω η συνήγορος των Καθ' ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου.

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της 10.12.2025, αμφότερες οι πλευρές υιοθέτησαν το περιεχόμενο των γραπτών αγορεύσεών τους.

 
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Καταρχάς, μελετώντας την γραπτή αγόρευση του Αιτητή και σε συμφωνία με τα όσα υποβάλλουν και οι Καθ' ων η αίτηση, διαπιστώνεται η γενικόλογη, αόριστη και εν πολλοίς ρητορική αναφορά σε σειρά επιχειρημάτων περί παραβίασης γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου, χωρίς την ταυτόχρονη εξειδίκευση και αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης και του τρόπου με τον οποίο οι αρχές αυτές παραβιάζονται. Πράττει δε τούτο, αντίθετα με τα όσα επιτάσσει ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962[1].

 

Είναι διαχρονική η θέση της ημεδαπής νομολογίας ότι τα επίδικα θέματα στοιχειοθετούνται και προσδιορίζονται από τη δικογραφία[2], ενώ ξεκάθαρη είναι η απαίτηση για αιτιολόγηση των νομικών σημείων της αίτησης ακυρώσεως, ούτως ώστε αυτά να μπορούν να τύχουν εξέτασης από το Δικαστήριο[3].  Σχετική είναι και η απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιο ΚύπρουECLI:CY:AD: 2018:C344,  Α.Ε. 95/2012, ημερ. 06.07.2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344, όπου επισημάνθηκε ακριβώς ότι η γενικότητα με την οποία παρατηρείται η δικογράφηση των νομικών ισχυρισμών έχει λάβει ανησυχητικές διαστάσεις και στην ουσία παρακωλύει την ορθή και σύννομη απονομή της δικαιοσύνης, διότι οι προσφεύγοντες καλυπτόμενοι πίσω από τη γενικότητα των ισχυρισμών τους, θεωρούν ότι δύνανται να εγείρουν οποιοδήποτε θέμα κατά τον τρόπο που επιθυμούν, αποπροσανατολίζοντας έτσι την υπόθεση από την ορθή της διάσταση, αλλά και με το Δικαστήριο να ασχολείται άνευ λόγου με σωρεία θεμάτων. Η έννοια του Κανονισμού 7 είναι  η οριοθέτηση με λεπτομέρεια, (αυτή είναι η έννοια της λέξης «πλήρως»), ούτως ώστε τα επίδικα θέματα να περιορίζονται στα απολύτως αναγκαία, με τους διαδίκους να γνωρίζουν με ακρίβεια το λόγο που προωθείται η νομική εισήγηση και στη βάση ξεκάθαρης επιχειρηματολογίας αλλά και το Δικαστήριο να ασχολείται μόνο με συγκεκριμένα ζητήματα χωρίς τον εξοβελισμό των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου τους στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων κατά τη διεξαγωγή της διοικητικής δίκης[4].

 

Στην εξεταζόμενη λοιπόν υπόθεση, η παράλειψη του Αιτητή να εξειδικεύσει τους ισχυρισμούς του με αναφορά στα γεγονότα της συγκεκριμένης υπόθεσης, επηρεάζει αναπόφευκτα την νομική βάση των προωθημένων λόγων ακυρώσεως καθιστώντας αυτούς ανεπίδεκτους δικαστικής εκτίμησης και κατά τούτο απορρίπτονται στο σύνολο τους ως αναιτιολόγητοι.

 

Ανεξαρτήτως της ως άνω κατάληξης μου, ενόψει και της υποχρέωσης που έχει το παρόν Δικαστήριο να προβαίνει σε έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας κάθε προσβαλλόμενης απόφασης, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc) τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν (Βλ. άρθρο 11(3) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, N. 73(I)/2018), θα προχωρήσω στην εξέταση  της ουσίας της υπόθεσης, σε συνάρτηση και τον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας, ο οποίος συναρτάται με την ουσία της υπόθεσης.

 

Επί της ουσίας της προσφυγής σε συνάρτηση και με τον λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Αναφορικά με τη θέση του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση[5].

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν ενώπιόν τους.

 

Στο πλαίσιο της υποβληθείσας αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω άμεσου κινδύνου κατά της ζωής του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι εργαζόταν ως κουρέας και ότι, σε μία περίπτωση, μετά το πέρας της εργασίας του, δέχθηκε επίθεση από τρία άτομα, τα οποία τον ξυλοκόπησαν και τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν. Ο Αιτητής γνωστοποίησε το περιστατικό στον πατέρα του, ο οποίος, μερίμνησε για την απομάκρυνση του από τη χώρα, προς διασφάλιση της ασφάλειας του (βλ. ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του, Αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατάγεται και διέμενε συνήθως, μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα, στην πόλη Nnewi, της τοπικής διοικητικής περιοχής Nnewi North (LGA), στην πολιτεία Anambra (ερυθρό 58/1Χ του δ.φ.). Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, ανέφερε ότι είναι άγαμος. Δήλωσε επίσης ότι και οι δύο γονείς του διαμένουν στη Νιγηρία, συγκεκριμένα στην πόλη Nnewi, είναι προχωρημένης ηλικίας και δεν εργάζονται, γεγονός που έχει επιφέρει οικονομικές δυσχέρειες στην οικογένεια. Περαιτέρω, ανέφερε ότι έχει έναν ενήλικο αδελφό. Σε σχέση με την εθνοτική του καταγωγή, δήλωσε ότι ανήκει στην ομάδα Igbo, ενώ ως προς το θρήσκευμά του ανέφερε ότι είναι Χριστιανός. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Όσον αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα, ανέφερε ότι εργάστηκε ως κουρέας κατά την περίοδο Ιανουαρίου 2019 έως Ιουλίου 2020 (ερυθρό 57/4Χ, 5Χ του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με τις γλωσσικές του δεξιότητες, δήλωσε ότι ομιλεί τη γλώσσα Igbo, καθώς και Αγγλικά. Τέλος, ανέφερε ότι εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές κάνοντας χρήση άδειας εισόδου για σκοπούς φοίτησης.

 

Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, κατά την προφορική του συνέντευξη και ιδίως στο πλαίσιο της ελεύθερης αφήγησής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι εργαζόταν σε κουρείο μαζί με δύο ακόμη άτομα και ότι οι πελάτες ήταν ικανοποιημένοι από την εργασία του. Ωστόσο, σε μία περίπτωση, κατά την επιστροφή του στην οικία του, δέχθηκε επίθεση από αγνώστους, οι οποίοι τον ξυλοκόπησαν και τον απείλησαν. Την επόμενη ημέρα δεν προσήλθε στην εργασία του, γεγονός που οδήγησε τον εργοδότη του να επικοινωνήσει μαζί του για να ενημερωθεί σχετικά με την απουσία του. Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι η επίθεση και ο ξυλοδαρμός προήλθαν από δύο άτομα. Στη συνέχεια, επικοινώνησε με τον πατέρα του και τον ενημέρωσε για τα περιστατικά, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αναλάβει πρωτοβουλία για την εξεύρεση ασφαλέστερου τόπου διαμονής για τον Αιτητή (βλ. ερ. 56/3Χ, 7Χ του δ.φ.).

 

Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής, ερωτηθείς σχετικά με την ταυτότητα των προσώπων που του επιτέθηκαν, δήλωσε ότι δεν τους γνωρίζει. Ως προς το κίνητρο της επίθεσης, ανέφερε ότι ενδέχεται να σχετίζεται με ζήλια εκ μέρους συναδέλφου του στο κουρείο όπου εργαζόταν, δεδομένου ότι οι πελάτες εμφανίζονταν ικανοποιημένοι από την εργασία του. Αναφορικά με ενδεχόμενη σύνδεση των δραστών με τον εν λόγω συνάδελφο, διευκρίνισε ότι πρόκειται για προσωπική του εικασία. Ερωτηθείς περαιτέρω εάν υφίσταται οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό που να στηρίζει την εν λόγω πεποίθησή του, ανέφερε ότι το συμπεραίνει από τις εκφράσεις του προσώπου του συναδέλφου του, χωρίς ωστόσο να έχει προηγηθεί οποιοδήποτε περιστατικό μεταξύ τους. Ως προς τον χρόνο τέλεσης της επίθεσης από δύο άτομα, δήλωσε ότι αυτή έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2020. Αναφορικά με τις συνθήκες του περιστατικού, ανέφερε ότι οι δράστες τον κτύπησαν με ξύλα κατά τις βραδινές ώρες, όταν το κουρείο ήταν κλειστό (βλ. ερ. 55 του διοικητικού φακέλου). Σε σχέση με τη λεκτική απειλή που δέχθηκε, ότι εάν δεν επιδείξει προσοχή θα τον θανατώσουν, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν ήταν σε θέση να κατανοήσει το ακριβές νόημά της και, ως εκ τούτου, δεν δύναται να γνωρίζει εάν οι δράστες ενήργησαν κατ’ εντολήν του συναδέλφου του. Επιπρόσθετα, επιβεβαίωσε ότι δεν υπέστη οποιαδήποτε περαιτέρω βλάβη ή άλλο δυσμενές περιστατικό προσωπικά (ερυθρό 55/4Χ του δ.φ.). Ακολούθως, ερωτηθείς κατά πόσον υπέστη οποιοδήποτε άλλο περιστατικό μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2022, οπότε και εγκατέλειψε τη χώρα του, απάντησε αρνητικά. Περαιτέρω, σε ερώτηση αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο δεν εγκατέλειψε τη χώρα ήδη από τον Απρίλιο του 2020, όταν φέρεται να έλαβε χώρα το επίδικο περιστατικό, ανέφερε ότι παρέμεινε λόγω της συνέχισης της φοίτησής του.

 

Ερωτηθείς ως προς το πώς εξηγεί το γεγονός ότι παρέμεινε στην ίδια περιοχή όπου φέρεται να έλαβε χώρα το περιστατικό τον Απρίλιο του 2020, χωρίς να υποστεί οποιοδήποτε περαιτέρω συμβάν μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2022, ο Αιτητής ανέφερε ότι η πόλη Nnewi αποτελεί εκτεταμένο οικιστικό χώρο και ότι το κουρείο στο οποίο εργαζόταν βρισκόταν σε διαφορετική και απομακρυσμένη γειτονιά από τον τόπο διαμονής του. Ερωτηθείς κατά πόσον απευθύνθηκε στις αρμόδιες αστυνομικές αρχές, δήλωσε ότι δεν το έπραξε, επικαλούμενος αφενός την απόσταση του αστυνομικού σταθμού από την κατοικία του και αφετέρου την πεποίθησή του ότι η καταγγελία του δεν θα γινόταν πιστευτή. Περαιτέρω, ερωτηθείς εάν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή, όπου θα αισθανόταν ασφαλής πριν την αναχώρησή του από τη χώρα, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι επιθυμούσε να ολοκληρώσει τις σπουδές του, ενώ η απόφαση αναχώρησης ελήφθη από τον πατέρα του. Τέλος, αναφορικά με τις ενδεχόμενες συνέπειες επιστροφής του στη Νιγηρία, ο Αιτητής δήλωσε ότι η οικογένειά του αντιμετωπίζει ήδη οικονομικές δυσχέρειες και ότι η επιστροφή του θα επιβάρυνε περαιτέρω την οικονομική τους κατάσταση (βλ. ερ. 54/6Χ του διοικητικού φακέλου).

 

Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή, ο Λειτουργός διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από τις δηλώσεις του:

 

Ο πρώτος αφορούσε ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας, με περιοχή καταγωγής και περιοχή διαμονής του μέχρι την αναχώρηση του από την χώρα την πόλη Nnewi, Nnewi North LGA, Anambra State. Ο ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον Λειτουργό λόγω στοιχειοθέτησης εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας.

 

Ο δεύτερος ισχυρισμός αφορούσε τον προβαλλόμενο φόβο του Αιτητή περί επίθεσης και απειλών από δύο άγνωστα πρόσωπα. Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε από τον Λειτουργό, ο οποίος, κατόπιν αξιολόγησης των σχετικών δηλώσεων, έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς, συνεκτικές και αξιόπιστες πληροφορίες, ενώ κατά τη διαδικασία παροχής διευκρινίσεων υπέπεσε σε ασυνέπειες και παρουσίασε έλλειψη ευλογοφάνειας.

 

Ειδικότερα, κατά την κρίση του Λειτουργού, διαπιστώνεται ουσιώδης ασυνέπεια, καθόσον ο Αιτητής δήλωσε ότι το επίμαχο περιστατικό, το οποίο προβάλλει ως γενεσιουργό αιτία του φόβου του και της εγκατάλειψης της χώρας του, έλαβε χώρα τον Απρίλιο του 2020, χωρίς ωστόσο να αναφέρει οποιοδήποτε περαιτέρω περιστατικό μέχρι την αναχώρησή του τον Σεπτέμβριο του 2022. Ως εκ τούτου, ο Λειτουργός θεώρησε ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, από το οποίο δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής υπέστη δίωξη τέτοιας φύσεως που να δικαιολογεί την αποχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, ο Λειτουργός επισήμανε ασυνέπεια ως προς τον ισχυριζόμενο φορέα δίωξης, δεδομένου ότι ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τα πρόσωπα που του επιτέθηκαν ούτε τα κίνητρά τους. Η δε αναφορά του ότι οι δράστες ενδέχεται να συνδέονται με συνάδελφό του, ο οποίος τον «ζήλευε», κρίθηκε ως εικασία, μη στηριζόμενη σε αντικειμενικά στοιχεία, αλλά σε προσωπικές εντυπώσεις που αποδίδονται στις εκφράσεις του προσώπου του εν λόγω συναδέλφου. Επιπλέον, σε διευκρινιστικές ερωτήσεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν είχε προηγηθεί οποιοδήποτε περιστατικό μεταξύ του ιδίου και του εν λόγω προσώπου. Ο Λειτουργός έλαβε επίσης υπόψη ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή, αυτός συνέχισε να διαμένει και να κινείται στην ίδια πόλη όπου βρισκόταν και το κουρείο στο οποίο εργαζόταν, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε περαιτέρω περιστατικό. Η δε εξήγησή του ότι η πόλη Nnewi αποτελεί εκτεταμένο οικιστικό χώρο και ότι το κουρείο βρισκόταν σε διαφορετική γειτονιά από την οικία του δεν κρίθηκε επαρκής για να αναιρέσει τα ανωτέρω. Επιπλέον, ο Λειτουργός κατέληξε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες και λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με το επίμαχο περιστατικό, περιοριζόμενος σε γενικές αναφορές περί ξυλοδαρμού, ενώ, παρά τη σχετική ευκαιρία που του δόθηκε, δεν προσέθεσε ουσιώδη στοιχεία, πέραν του ότι το περιστατικό έλαβε χώρα νυκτερινές ώρες και ενώ το κουρείο ήταν κλειστό. Κατά την κρίση του Λειτουργού, δεδομένου ότι το εν λόγω περιστατικό προβάλλεται ως η βασική αιτία εγκατάλειψης της χώρας, ο Αιτητής όφειλε να είναι σε θέση να παραθέσει πληρέστερη και σαφέστερη περιγραφή των γεγονότων.

 

Περαιτέρω, ο Λειτουργός διαπίστωσε έλλειψη ευλογοφάνειας ως προς τη συμπεριφορά του Αιτητή, καθόσον, ερωτηθείς γιατί δεν εγκατέλειψε νωρίτερα τη χώρα του, επικαλέστηκε την επιθυμία του να ολοκληρώσει τις σπουδές του, καθώς και το γεγονός ότι η απόφαση αναχώρησης ελήφθη από τον πατέρα του. Κατά την εκτίμηση του Λειτουργού, θα αναμενόταν, υπό τις περιστάσεις που επικαλείται ο Αιτητής, να είχε προβεί σε άμεσες και προσωπικές ενέργειες για την προστασία του. Επιπλέον, ο Λειτουργός εντόπισε ασυνέπεια ως προς τα κίνητρα αναχώρησης, καθώς ο Αιτητής συνέδεσε την είσοδό του στην Κυπριακή Δημοκρατία με οικονομικούς λόγους, ενώ ταυτόχρονα δήλωσε ότι δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη Νιγηρία λόγω των οικονομικών δυσχερειών της οικογένειάς του, οι οποίες θα επιδεινώνονταν σε περίπτωση επιστροφής του. Τέλος, ο Λειτουργός κατέληξε ότι, βάσει των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη φορέα δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο Λειτουργός έκρινε πως τα όσα ο Αιτητής ανέφερε στη συνέντευξή του αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ο Λειτουργός κατέληξε πως δεδομένου ότι ο Αιτητής υπέπεσε σε ασυνέπειες, έλλειψη ευλογοφάνειας και έλλειψη επαρκών πληροφοριών, ο ανωτέρω ισχυρισμός που αφορά την ισχυριζόμενη δίωξη του, απορρίπτεται.

 

Προχωρώντας στην αξιολόγηση κινδύνου του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, στη βάση του ισχυρισμού περί των προσωπικών του στοιχείων, που αποτελούσε και τον μοναδικό ισχυρισμό που έγινε αποδεκτός, ο Λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι ο Αιτητής σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής και ειδικότερα στην πολιτεία Anambra θα κινδυνεύσει με δίωξη ή με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Παρατέθηκαν σχετικώς πληροφορίες για την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Anambra, καταλήγοντας πως με βάση τις πληροφορίες αυτές διαφαίνεται ότι παρόλο που παρατηρούνται περιστατικά ασφαλείας, ο βαθμός άσκησης αδιάκριτης βίας δεν φθάνει σε τόσο υψηλό επίπεδο έτσι ώστε να γίνει αποδεκτό ότι υπάρχουν εύλογοι λόγοι, ο Αιτητής να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του, λόγω της παρουσίας του και μόνο στο έδαφος της χώρας ή και της εν λόγω περιοχής.

 

Επισημάνθηκε περαιτέρω αναφορικά με τον Αιτητή ότι πρόκειται για νεαρό άνδρα, υγιή, άγαμο, μορφωμένο, ικανό προς εργασία και με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία στη χώρα καταγωγής του ως κουρέας.

 

Κατά τη νομική ανάλυση, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα σύμφωνα με το Άρθρο 1Α 2 της συνθήκης της Γενεύης και του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 αφού δεν συνέτρεχαν στο πρόσωπο του Αιτητή τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Όσον αφορά την υπαγωγή του στο καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας, ο Λειτουργός ανέφερε ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Άρθρου 19 (2) (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου 2000 καθώς ο Αιτητής εάν επέστρεφε στη χώρα καταγωγής του δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο θανατική ποινή ή εκτέλεση σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α) ή να υφίστατο βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (β).  Κρίθηκε περαιτέρω αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ), ότι ο Αιτητής επιστρέφοντας στη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην πολιτεία Anambra δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτής άσκησης βίας σε συνθήκες ένοπλης σύρραξης.

 

Ο Λειτουργός  πρόσθεσε, τέλος, ότι η πιθανή επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις και δη την απουσία οποιασδήποτε προσωπικής και πραγματικής απειλής να υποβληθεί σε βασανιστήρια και/ή απάνθρωπη και/ή εξευτελιστική μεταχείριση και/ή τιμωρία κατά την επιστροφή του στη Νιγηρία, δεν αντίκειται στην αρχή της μη επαναπροώθησης και το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου.

 

Στη βάση όλων των ανωτέρω, το αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία απορρίφθηκε δια της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Αρχικά συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι λόγω του ότι οι δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται ως σαφείς,  δεν προέκυψαν στοιχεία περί του αντιθέτου, ενώ οι δηλώσεις του επιβεβαιώθηκαν και από αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης στις οποίες προσέτρεξε ο Λειτουργός. Ορθώς επιπλέον κρίθηκε ως τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή η Πολιτεία Anambra της Νιγηρίας.

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον προβαλλόμενο φόβο του Αιτητή υπό τη μορφή επίθεσης και απειλών από αγνώστους, εκτιμώ ότι η αξιολόγηση του Λειτουργού ως προς την αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού είναι, κατά βάση, ορθή, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τα ενώπιον του στοιχεία. Περαιτέρω, συντάσσομαι με το συμπέρασμα των Καθ’ ων ότι η κατάθεση του Αιτητή παρουσιάζει ουσιώδεις αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας, καθόσον οι δηλώσεις του χαρακτηρίζονται από ασυνέπειες, ασάφειες και έλλειψη επαρκούς λεπτομέρειας σε κρίσιμα σημεία.

 

Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει με σαφήνεια τον φερόμενο φορέα δίωξης, δηλώνοντας ότι αγνοεί την ταυτότητα των δραστών, ενώ η απόπειρα σύνδεσης της επίθεσης με συνάδελφό του βασίζεται αποκλειστικά σε προσωπικές υποθέσεις και υποκειμενικές εντυπώσεις, χωρίς οποιαδήποτε αντικειμενική τεκμηρίωση ή προηγούμενο περιστατικό μεταξύ τους. Η εν λόγω ασάφεια, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το κίνητρο της επίθεσης ούτε να κατανοήσει το περιεχόμενο της απειλής που φέρεται να δέχθηκε, αποδυναμώνει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί στοχευμένης δίωξης.

 

Περαιτέρω, παρατηρείται ουσιώδης ασυνέπεια ως προς τον χρόνο και τη βαρύτητα του επικαλούμενου περιστατικού, καθόσον αυτό τοποθετείται χρονικά στον Απρίλιο του 2020, χωρίς να αναφέρεται οποιοδήποτε άλλο σχετικό περιστατικό μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα τον Σεπτέμβριο του 2022. Το γεγονός ότι ο Αιτητής συνέχισε να διαμένει στην ίδια πόλη και να δραστηριοποιείται χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε περαιτέρω ενόχληση, ενισχύει την εκτίμηση ότι πρόκειται για μεμονωμένο περιστατικό, το οποίο δεν στοιχειοθετεί ύπαρξη πραγματικού και διαρκούς κινδύνου δίωξης. Η δε εξήγησή του περί γεωγραφικής απόστασης μεταξύ τόπου εργασίας και κατοικίας δεν κρίνεται ικανή να αναιρέσει το συμπέρασμα αυτό.

Επιπλέον, εντοπίζεται έλλειψη επαρκούς και συγκεκριμένης περιγραφής του ίδιου του περιστατικού, παρά τη σημασία που αποδίδει ο Αιτητής σε αυτό ως γενεσιουργό αιτία εγκατάλειψης της χώρας του. Συγκεκριμένα, οι αναφορές του περιορίζονται σε γενικόλογες περιγραφές περί ξυλοδαρμού, χωρίς ουσιαστική εξειδίκευση των συνθηκών, της έντασης ή των συνεπειών του περιστατικού. Η δε διαφοροποίηση στις δηλώσεις του ως προς τον αριθμό των δραστών (τρεις κατά την αρχική καταγραφή και δύο κατά τη συνέντευξη) συνιστά επιπρόσθετο στοιχείο που πλήττει τη συνοχή της αφήγησής του.

 

Περαιτέρω, ως προς τη συμπεριφορά του Αιτητή μετά το περιστατικό, διαπιστώνεται έλλειψη ευλογοφάνειας, καθόσον, παρά την επικαλούμενη σοβαρότητα της απειλής κατά της ζωής του, παρέμεινε στη χώρα για σημαντικό χρονικό διάστημα, επικαλούμενος λόγους συνέχισης των σπουδών του, ενώ η απόφαση αποχώρησης αποδίδεται στον πατέρα του. Κατά την κρίση μου, υπό τις περιστάσεις που ο ίδιος περιγράφει, θα αναμενόταν η λήψη άμεσων και προσωπικών μέτρων προστασίας. Συναφώς, η μη ανάληψη οποιασδήποτε πρωτοβουλίας για μετεγκατάσταση εντός της χώρας ή για αναζήτηση προστασίας από τις αρμόδιες αρχές, χωρίς επαρκή και πειστική αιτιολόγηση, αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών του. Οι δε αιτιάσεις του περί απόστασης του αστυνομικού σταθμού και περί έλλειψης εμπιστοσύνης στις αρχές παραμένουν αόριστες και δεν τεκμηριώνουν αντικειμενική αδυναμία πρόσβασης σε κρατική προστασία.

 

Επιπλέον, εντοπίζεται ασυνέπεια ως προς τα κίνητρα αναχώρησης, καθόσον ο Αιτητής συνδέει την είσοδό του στην Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπούς φοίτησης και ευρύτερα οικονομικούς λόγους, ενώ ταυτόχρονα επικαλείται φόβο για τη ζωή του ως λόγο εγκατάλειψης της χώρας. Η μεταγενέστερη επίκληση οικονομικών δυσχερειών της οικογένειάς του ως λόγου μη επιστροφής ενισχύει την εντύπωση ότι τα κίνητρα αναχώρησης δεν συνδέονται αποκλειστικά με φόβο δίωξης.

 

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή πάσχει από σοβαρές αδυναμίες ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία, οι οποίες δεν επιτρέπουν την αποδοχή του ως επαρκώς τεκμηριωμένου και πειστικού, αποκλειστικά στη βάση των δηλώσεών του.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή, το Δικαστήριο σημειώνει ότι από τις σχετικές πηγές για τη Νιγηρία δεν προκύπτει ότι περιστατικά όπως αυτό που περιγράφει ο Αιτητής, δηλαδή μεμονωμένες επιθέσεις από ιδιώτες λόγω προσωπικών διαφορών ή ζήλιας, εντάσσονται σε ευρύτερο πλαίσιο συστηματικής δίωξης ή στοχευμένης βίας που να δικαιολογεί διεθνή προστασία. Περαιτέρω, όπως ήδη προαναφέρθηκε, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής στερούνταν της δυνατότητας να αναζητήσει προστασία από τις αρμόδιες αρχές της χώρας του, δεδομένου ότι λειτουργούν κρατικοί μηχανισμοί επιβολής του νόμου, στους οποίους θα μπορούσε να απευθυνθεί.

 

Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας, ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή απορρίπτεται ως αναξιόπιστος στο σύνολό του.

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και του ισχυρισμού περί προσωπικών στοιχείων του Αιτητή που έγινε αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή του Αιτητή στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής του, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[6]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[7] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Στη βάση της ως άνω νομολογίας, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[8] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πολιτεία Anambra, όπου ευλόγως αναμένεται ότι θα επιστρέψει. Σύμφωνα λοιπόν με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event  Data  Project ), κατά το  τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 30.03.2026), στην πολιτεία Anambra, καταγράφηκαν 62 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 83 θάνατοι.[9] Σημειώνεται πως ο εκτιμώμενος πληθυσμός για την πολιτεία Anambra το 2022 ανήλθε σε 5,953,500 κατοίκους[10], ενώ, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Nigerian Investment Promotion Commission (NIPC), για το 2026 εκτιμάται σε 5,846,198 κατοίκους[11].

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, στον τελευταίο τόπο διαμονής του και ως εκ τούτου δεν διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρείται ότι πρόκειται για νεαρό άνδρα, υγιή, άγαμο, μορφωμένο και ικανό προς εργασία, με προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία στη χώρα καταγωγής του ως κουρέας. Δεν προκύπτουν στοιχεία ευαλωτότητας, ενώ διαθέτει στενό υποστηρικτικό δίκτυο, αποτελούμενο από τους γονείς του και έναν ενήλικο αδελφό. Ο Αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς

κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Καταληκτικά λαμβάνω υπόψη μου, πρόσθετα και συμπληρωματικά των ανωτέρω, ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή, συμπεριλαμβάνεται στις χώρες που έχουν ορισθεί ως ασφαλείς χώρες ιθαγένειας σύμφωνα και με το πιο πρόσφατο Διάταγμα του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 30.05.2025 (Κ.Δ.Π. 145/2025), χωρίς εν προκειμένω ο Αιτητής να προβάλει οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή στοιχεία που αφορούν προσωπικά στον ίδιο και οι οποίοι να ανατρέπουν το τεκμήριο περί ασφαλούς χώρας ιθαγένειας. Ο κατάλογος των ασφαλών χωρών ιθαγένειας καθορίζεται από τον Υπουργό Εσωτερικών όταν ικανοποιηθεί βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών ότι στις οριζόμενες χώρες, γενικά και μόνιμα, δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από την χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Ενόψει των ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του Αιτητή.

 

 

 

Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Σύμφωνα με τον Κανονισμό 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 : « Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας  από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού   Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

[2] Βλ. ενδεικτικά Δημοκρατία ν. Κουκκουρή κ.ά. (1993) 3 Α.Α.Δ. 598.

[3] Ζωμενή-Παντελίδου ν. Α.Η.Κ., Υποθ. Αρ. 108/2006, ημερ. 26.07.2007

[4] Ανθούσης ν. Δημοκρατίας (1995) 4(Γ) Α.Α.Δ. 1709.

[5] Υπόθ. αρ. 128/2008, JAMAL KAROU v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[6] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[7] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[8] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[9] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Anambra, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[10] City Population, Anambra - Nigeria)https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA004__anambra/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[11] Nigerian Investment Promotion Commission, Anambra State Profile:
Anambra State – NIPC (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο