ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθ. Αρ.: 974/2025
06 Απριλίου, 2026
[Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.D., από Γουινέα
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ
Καθ' ων η Αίτηση
Εμφανίσεις:
Π. Ανδρέου (κα) για Χριστόφορο Γ. Σιαηλή, Δικηγόροι για Αιτητή.
Κ. Σάββα (κα) Μ. Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 31/03/25 (του κοινοποιήθηκε αυθημερόν) με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε νόμιμου αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητά απόφαση του Δικαστηρίου παραχώρησης στον Αιτητή καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Ο Αιτητής, υπήκοος Γουινέας, υπέβαλε αίτηση για διεθνή προστασία στις 22/04/21, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του στις 12/09/24 και στις 30/01/25 συντάχθηκε η έκθεση/εισήγηση. Στις 28/02/25 εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος για τον Αιτητή μέσω της Γραπτής Αγόρευσης υιοθετεί τον πυρήνα του αιτήματος ασύλου και προβάλει ισχυρισμούς περί μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας, πλάνης και/ή ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση αρχών διοικητικού δικαίου και/ή νομοθεσίας.
Οι Καθ' ων η αίτηση με την Γραπτή τους Αγόρευση υιοθέτησαν το περιεχόμενο της ένστασης και του διοικητικού φακέλου, τονίζοντας ότι η προσβαλλόμενη με την παρούσα προσφυγή απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και είναι δεόντως αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Προτού το Δικαστήριο προβεί σε εξέταση λόγων ακύρωσης θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι ισχυρισμοί/ λόγοι ακύρωσης όπως αυτοί προβάλλονται μέσω της συνηγόρου του Αιτητή στο δικόγραφο της προσφυγής, δεν αναπτύσσονται επαρκώς στην Γραπτή Αγόρευση. Απλή επίκληση παραβίασης Νόμων και γενικών αρχών διοικητικού δικαίου, χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν είναι αρκετή. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Ούτε μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται, διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζεται κατ΄ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο - Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), και των λεχθέντων στη Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599, Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924).
Ανεξάρτητα, όμως, της πιο πάνω διαπίστωσης, αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2026 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς περί ελλιπούς δέουσας έρευνας/αιτιολογίας/πλάνης στη βάση του περιεχομένου του διοικητικού φακέλου (στο εξής «Δ.Φ.»).
Από το πρακτικό της συνέντευξης, προκύπτει, ότι ο εξεταστής-λειτουργός διενήργησε ενδελεχείς ερωτήσεις στον Αιτητή για να διαπιστώσει την αξιοπιστία των ισχυρισμών του σε συνάρτηση με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του. Ο λειτουργός στο πλαίσιο της έκθεσης-εισήγησής του εντόπισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, ο μεν πρώτος σχετικά με την ταυτότητα, το προφίλ την χώρα καταγωγής και τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός. Ο δεύτερος, ωστόσο, ισχυρισμός, αναφορικά με την ανασφάλεια που ένιωθε λόγω επιθέσεων που δέχθηκε στο σπίτι όπου διέμενε με φίλο του στην πόλη Siguiri από ληστές (bandits) το 2018, το 2021 και μετέπειτα το 2023 (ο Αιτητής είχε ήδη εγκαταλείψει τη χώρα του) κατά την οποία δολοφονήθηκε ο φίλος του, απορρίφθηκε. Στην σχετική έκθεση/εισήγηση καταγράφονται αρκετά σημεία στα λεγόμενα του Αιτητή όπου διαπιστώθηκε ασάφεια, ανεπάρκεια πληροφοριών, ασυνέπεια και έλλειψη εξειδίκευσης και ευλογοφάνειας. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την εισβολή ληστών (bandits) το 2018 στο σπίτι όπου διέμενε με τον φίλο του προβάλλοντας ότι την συγκεκριμένη μέρα δεν βρισκόταν στο σπίτι καθώς διανυκτέρευσε σε σπίτι ετέρου φίλου του στην ίδια πόλη (Siguiri). Ως υποστήριξε, όταν επέστρεψε ενημερώθηκε ότι ληστές εισέβαλαν στο σπίτι και έδεσαν τον φίλο του απειλώντας τον με όπλο, ζητώντας χρήματα. Ο φίλος του αρνήθηκε να δώσει πληροφορίες παρά τις επίμονες ερωτήσεις και οι ληστές αποχώρησαν χωρίς να πάρουν κάτι ή να τον βλάψουν. Ομοίως ανεπαρκείς κρίθηκαν και οι δηλώσεις του αναφορικά με το δεύτερο περιστατικό επίθεσης ληστών στο σπίτι του φίλου του που έλαβε χώρα το 2021. Ως πρόβαλε, ληστές εισέβαλαν στο σπίτι, όπου βρισκόταν και ο ίδιος, με την απειλή όπλου έδεσαν τον φίλο του, ζήτησαν χρήματα, έψαξαν το σπίτι, βρήκαν τα χρήματα και αφού τα πήραν μαζί με το κινητό του φίλου του έφυγαν. Ως σημειώνεται, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με το εν λόγω περιστατικό, δεν διευκρίνισε αν είχαν δέσει και τον ίδιο και αν όχι για ποιο λόγο δεν το έπραξαν, ενώ δεν αναφέρθηκε στις ενέργειες που προέβησαν μετά την επίθεση και ειδικότερα αναφορικά με καταγγελία στην αστυνομία, δηλώνοντας άγνοια. Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες αναφορικά με την εγκληματικότητα στην χώρα, καθότι δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός πληροφοριών αναφορικά με τα επίπεδα εγκληματικότητας στην πόλη Siguiri. Ωστόσο, λόγω μη τεκμηριώσης της εσωτερικής αξιοπιστίας ο συγκεκριμένος ισχυρισμός απορρίφθηκε (ερυθρά 64-62 Δ.Φ.).
Μετά από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή, των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων και αποδεικτικών στοιχείων[1] διαπιστώνω ότι η αξιοπιστία του επί αυτών των σημείων του αιτήματος του, δεν τεκμηριώνεται. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[2], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Το αφήγημα του Αιτητή εμπεριέχει δηλώσεις από τις οποίες ελλείπουν βιωματικά στοιχεία, ευλογοφάνεια, συνοχή και λεπτομέρεια που να τεκμηριώνουν προσωπική εμπλοκή και δίωξη. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια. (Άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)), βλέπε επίσης Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131, επίσης, § 205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν κατάφερε να παραθέσει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τα περιστατικά ληστείας στην οικία όπου διέμενε με φίλο του που να δημιουργούν μία συνολική και βιωματική εικόνα των γεγονότων. Επιπρόσθετα, δεν υπάρχει ξεκάθαρη αντίληψη αν προέβησαν σε καταγγελία στην αστυνομία, ούτε αποσαφηνίζονται οι μετέπειτα ενέργειες τους προς αναζήτηση προστασίας και αναφοράς των συγκεκριμένων περιστατικών. Δεν θα μπορούσε, συνεπώς, να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του Αιτητή (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του, δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Το αφήγημα του Αιτητή ενέχει στοιχεία ασυνεπειών και αντιφάσεων. Παρουσιάζονται σωρεία πληροφοριών που δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των δηλώσεων του και ο ίδιος δεν έχει παράσχει ικανοποιητικές εξηγήσεις των προβαλλόμενων ανακριβειών του.[3] Σημειώνεται ότι ο Αιτητής θα αναμενόταν να είναι πιο συγκεκριμένος λόγω της ισχυριζόμενης προσωπικής του εμπειρίας, να παράσχει κάθε διαθέσιμη βοήθεια τόσο στο Δικαστήριο όσο και στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του. Δεν έχει τεκμηριώσει με τις αιτιάσεις του ότι έχει καταδικασθεί, συλληφθεί, ή καταζητείται είτε από τις αρχές της χώρας του, είτε ότι καταδιώκεται από άλλους φορείς δίωξης (Βλέπε Άρθρα 3Α και 3Β του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)). Επομένως, η κατάληξη της Υπηρεσίας Ασύλου είναι αιτιολογημένη, λήφθηκε μετά από δέουσα έρευνα και στα πλαίσια του Νόμου καθότι από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον της και από τις παραστάσεις του Αιτητή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000).
Ως προς το εάν η περίπτωση του εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο λειτουργός εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) και κατέληξε ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξη ο λειτουργός σημειώνει ότι βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνεται ότι στην περιοχή του Αιτητή δεν παρατηρούνται συνθήκες ένοπλων συγκρούσεων. Σχετικά με την γενικότερη κατάσταση στη Γουινέα, σύμφωνα με δημοσίευμα του Κέντρου Στρατηγικών και Αμυντικών Μελετών (Center for Strategic and Defense Studies) η χώρα αντιμετωπίζει μακροχρόνιο υψηλό ποσοστό εγκληματικότητας, με την ληστεία να είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη σε πολλές περιοχές[4], χωρίς, ωστόσο, να γίνεται αναφορά σε ένοπλες συγκρούσεις ή συρράξεις. Από αναθεωρημένη έρευνα του Δικαστηρίου αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής του Αιτητή, σύμφωνα με στοιχεία από τη βάση δεδομένων ACLED[5] (The Armed Conflict Location & Event Data Project), επιβεβαιώνονται τα στοιχεία της έκθεσης-εισήγησης. Εξάλλου, ούτε ο Αιτητής επικαλέστηκε ότι υπάρχει ένοπλη σύρραξη και/ή αδιάκριτη βία στην περιοχή του είτε κατά τη διαδικασία εξέτασης της αίτησης ασύλου είτε στην κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία. Ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[6]
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, δεν διαπιστώνω ελλιπή έρευνα αλλά ούτε πλάνη περί το νόμο και των πραγματικών δεδομένων που λήφθηκαν υπόψη από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345 ) ούτε προκύπτει ανεπαρκής αιτιολόγηση της διοικητικής απόφασης (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Το Δικαστήριο μετά από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.
Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλέπε Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025 (Ν. 6(Ι)/2000)
[2] Βλέπε High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality & Law Reform & anor, [2009] IEHC 353, ημερομηνίας 24/07/09.
[3] Η απόφαση του ΕΔΔΑ, M.A. κατά Ελβετίας, προσφυγή αριθ. 52589/13, σκέψεις 62-67 παρέχει μια χρήσιμη αποτύπωση του τρόπου με τον οποίο το ΕΔΔΑ αξιολόγησε τη βαρύτητα που δόθηκε σε κλήτευση και απόφαση τις οποίες υπέβαλε ο αιτών, επιβεβαιώνοντας στη σκέψη 62 ότι το αληθές της ιστορίας του αιτούντος πρέπει επίσης να αξιολογείται στο πλαίσιο των υποβαλλόμενων εγγράφων
[4] Center for Strategic and Defense Studies, Guinea Risk Report, https://csdsafrica.org/guinea/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 16/03/2026]
[5] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Guinea, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 27/03/2026), τα πιο πρόσφατα στοιχεία της βάσης δεδομένων καταδεικνύουν ότι στην επικράτεια της χώρας τον τελευταίο χρόνο καταγράφηκαν 72 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 29 ανθρώπινες απώλειες, https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 03/04/2026]
[6] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) - Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 - 1.6.2. Η έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο