S. K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. T101/2025, 30/4/2026
print
Τίτλος:
S. K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. T101/2025, 30/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                  

                                                                                          Υπόθεση αρ. T101/2025

                                                                    

 30 Απριλίου 2026

 

                                            [Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

                                 Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

S. K.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                         Αιτητή

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                                                                                                                              

                                                                                   Καθ' ων η Αίτηση

 

O Αιτητής εμφανίζεται προσωπικά.

 

Καμία εμφάνιση για τους Καθ' ων η αίτηση.

 

Ο Αιτητής είναι παρών.

 

[Παρούσα η κα Μ. Σταύρου για πιστή μετάφραση από Γαλλικά σε Ελληνικά  και αντίστροφα]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Με την προσφυγή του ο Αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 26/02/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον ίδιο αυθημερόν και δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του.

Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 3 (ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί[1]. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται στον Κανονισμό 3 (ε), καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο. Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία του Αιτητή προσωπικά.

Περαιτέρω, το παρόν Δικαστήριο έκρινε ότι δεν χρειαζόταν η καταχώρηση γραπτών αγορεύσεων καθότι σύμφωνα με τον Κανονισμό 3 (ε) των πιο πάνω Διαδικαστικών Κανονισμών « [...] ουδεμία καταχώριση γραπτής αγόρευσης από τον αιτητή ή τους καθ' ων η αίτηση απαιτείται [...] εκτός εάν το Δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.».

Επομένως, ως εκτίθεται στο υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου ότι ο Αιτητής κατάγεται από τη Γουϊνέα και περί τις 12/03/2020 υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Στις 11/03/2021 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Ακολούθως, περί τον Αύγουστο του 2021 ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Εισηγητική Έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή και την 03/09/2021, ο εξουσιοδοτημένος λειτουργός από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου αποφάσισε όπως να μην του παραχωρηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας. Στις 14/10/2021 η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε επιστολή ενημέρωσης προς τον Αιτητή σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος του, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή αυθημερόν.Στη συνέχεια, ο Αιτητής καταχώρησε την προσφυγή υπ’ αριθμό 7091/2021 στις 22/10/2021, η οποία απορρίφθηκε από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 27/12/2021, επιδικάζοντας ως δικαστικά έξοδα σε βάρος του Αιτητή, το ποσό των 1000 ευρώ. Στις 26/02/2025, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου του για διεθνή προστασία και στη συνέχεια, την ίδια ημέρα ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε σημείωμα/εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή. Επίσης, αυθημερόν, ήτοι 26/02/2025, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή ως απαράδεκτη και την ίδια ημέρα η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή ενημέρωσης σχετικά με την απόρριψη του αιτήματος για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο επίσης στις 26/02/2025.

Στις 27/02/2025 καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή.

Σε αυτό το στάδιο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι στις 27/12/2023, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στα πλαίσια της προσφυγής 7091/2021, απέρριψε την προσφυγή του Αιτητή κατά της πρώτης αίτησης ασύλου της, επιδικάζοντας 1000 ευρώ έξοδα εναντίον του και υπέρ της Δημοκρατίας.

Στην βάση του Κανονισμού 4 του περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019) το παρόν Δικαστήριο δύναται να απορρίψει προσφυγή σε περίπτωση που ο Αιτητής δεν έχει συμμορφωθεί με προηγούμενη διαταγή του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας ως προς τα έξοδα δικαστικής διαδικασίας και δεν έχει προσκομίσει οποιαδήποτε απόδειξη εξόφλησης των προηγούμενων εξόδων της δικαστικής διαδικασίας.

Εντούτοις, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ο Αιτητής προσκόμισε στο Δικαστήριο τις σχετικές αποδείξεις εξόφλησης της προηγούμενης διαταγής του Δικαστηρίου όσον αφορά το ποσό των 1000 ευρώ και ενόψει τούτου θα προχωρήσω στην εξέταση της ουσίας της προσφυγής.

Στο δικόγραφο της προσφυγής του Αιτητή δεν καταγράφονται νομικοί λόγοι και δεν υπάρχει έκθεση γεγονότων. Το μόνο που αναφέρεται χειρόγραφα είναι ότι ο Αιτητής δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του καθώς η ζωή του κινδυνεύει από το πολιτικό κόμμα RPG και ότι απειλείται καθότι είναι μέλος του κόμματος UFDG.

Σε αυτό το σημείο, θα πρέπει να επισημανθεί ότι σε περίπτωση που διάδικος εμφανίζεται σε διαδικασία χωρίς να εκπροσωπείται από δικηγόρο, δεν υποχρεούται σε ενεργό συμμόρφωση με την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, εν αντιθέσει με το τι ισχύει για διαδίκους που εκπροσωπούνται με δικηγόρο. Στον Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962 αναφέρεται (παραθέτω αυτολεξεί): «Έκαστος διάδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται, αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως. Διάδικος εμφανιζόμενος άνευ συνηγόρου δεν υποχρεούται εις συμμόρφωσιν προς τον κανονισμόν τούτον» (η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου).

Επομένως, σύμφωνα με τα ως άνω, η μη συμπερίληψη στην προσφυγή του αιτητή λόγων ακυρώσεως δεν αποστερεί την εξουσία από το παρόν Δικαστήριο να προχωρήσει να εξετάσει την προσφυγή του και να ελέγξει την ορθότητα της απόφασης ήτοι να προβεί σε έλεγχο επί της ουσίας ως προνοείται στο άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν. 73 (Ι)/2018).

Ενόψει των πιο πάνω αναφερθέντων, θα ασκήσω την εξουσία που μου παρέχει το πιο πάνω άρθρο και θα προχωρήσω να εξετάσω την ορθότητα της απόφασης.

Ο Αιτητής κατά την υποβολή της αίτησης του για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή η κατάσταση στη χώρα του είναι δύσκολη. Ως κατέγραψε, η πολιτική κατάσταση στην χώρα του ταρακούνησε όλο τον πληθυσμό όπως και οι διαμαρτυρίες μεταξύ των πολιτικών κομμάτων και των κυβερνήσεων. Πρόσθεσε ότι οι κυβερνήσεις απομονώνουν/απομακρύνουν τους ακτιβιστές, οι οποίοι επιστρέφουν στις επαρχίες τους κτυπημένοι ενώ σκοτώνουν και νεαρούς. Κατέγραψε επίσης ότι εγκατέλειψε την χώρα του για να προστατεύσει την ζωή του και ότι η οικία του εκεί έχει καταστραφεί από πυρκαγιά (ερ. 1 και μετάφραση αυτού ερ. 11 του Δ.Φ.).

Κατά τη συνέντευξή του, ερωτηθείς αναφορικά με τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω των πολιτικών και εθνοτικών συγκρούσεων, καθώς και λόγω προσωπικών απειλών. Συγκεκριμένα, ως δήλωσε ο αιτητής, ήταν αδύνατον για τον ίδιο να βρει εργασία και εργαζόταν περιστασιακά σε νυχτερινά κέντρα για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του. Από τα χρήματα που είχε εξασφαλίσει, αγόρασε μουσικό εξοπλισμό. Πρόσθεσε, ότι, μια μέρα τον πλησίασε ένα μέλος του πολιτικού κόμματος UFDG, ζητώντας του να τους βοηθήσει, μέσω του μουσικού του εξοπλισμού, στην πολιτική τους καμπάνια, όπου μετά από αυτό ο ίδιος μετείχε στην εν λόγω καμπάνια με τον μουσικό του εξοπλισμό. Ως ανάφερε, μια μέρα, κλήθηκε να παρευρεθεί σε μια μεγάλη συνάντηση του κόμματος στις 28 του Σεπτέμβρη, σε ένα στάδιο. Σε εκείνη την συγκέντρωση της 28ης Σεπτεμβρίου, ξέσπασαν επεισόδια με πυροβολισμούς, όπου ο ίδιος τραυματίστηκε και ο θείος του απεβίωσε. Παράλληλα, ως ανάφερε, υπήρχαν έντονες συγκρούσεις μεταξύ των εθνοτικών ομάδων, που υποστήριζαν αντίστοιχα τον πρόεδρο και την αντιπολίτευση. Οι συγκρούσεις αυτές περιλάμβαναν βία και καταστροφές σπιτιών. Η μητέρα του αιτητή, μετά το εν λόγω περιστατικό, αποφάσισε όπως ο αιτητής εγκαταλείψει την χώρα καταγωγής του. Ως περαιτέρω δήλωσε, ο ίδιος δεχόταν απειλές και επιθέσεις από την εθνοτική ομάδα Malinke, εξηγώντας ότι οι επιθέσεις  περιλάμβαναν την καταστροφή του σπιτιού του και όπου 2 φορές τον επισκέφτηκαν σπίτι του με την μητέρα του και τους πρόσβαλαν και ενόψει τούτων ένιωθε ότι η ζωή του βρισκόταν σε κίνδυνο.

Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, αξιολογώντας τα όσα ο Αιτητής δήλωσε στη συνέντευξη του, διέκρινε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, πρώτον αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία και δεύτερον σχετικά με τον ισχυρισμό του αιτητή ότι αντιμετώπισε προβλήματα λόγω των συγκρούσεων μεταξύ των φυλών Malinke και Pular, μετά τη συμμετοχή του στη συνάντηση της 28ης Σεπτεμβρίου. Κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του πρώτου ισχυρισμού είναι ικανοποιητική και όσον αφορά την αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού αυτός δεν στοιχειοθετήθηκε και απορρίφθηκε ένεκα μη στοιχειοθέτησης τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας.

Ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε, μετά από έρευνα, στο ότι οι ισχυρισμοί του δεν δικαιολογούν ότι ο Αιτητής μπορεί να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για να του παραχωρηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Στις 26/02/2025, στο πλαίσιο του έντυπου της μεταγενέστερης του αίτησης, ο Αιτητής ανέφερε ότι επιθυμεί να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία επειδή είναι συναισθηματικά δεμένος με αυτήν και επειδή εδώ ευρίσκεται και η σύζυγος του και το τέκνο του, ενώ στη χώρα καταγωγής του υπάρχουν πολλά πολιτικά και θρησκευτικά προβλήματα (ερ. 83 και η μετάφραση αυτού 86 – 87 του Δ.Φ.).

Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, μετά από εξέταση των ισχυρισμών του αιτητή στο πλαίσιο της μεταγενέστερης αίτησής του, εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτησή του κριθεί απαράδεκτη δυνάμει του άρθρου 16(Δ) του περί Προσφύγων Νόμου, όπου ακολούθως αποφασίστηκε η απόρριψη της εν λόγω ως απαράδεκτης.

Για σκοπούς εξέτασης του νομοθετικού πλαισίου που εφαρμόζεται στα μεταγενέστερα αιτήματα, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 το οποίο καθορίζει τη διαδικασία υποβολής μεταγενέστερης αίτησης, ως κατωτέρω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«16Δ.-(1)(α)  Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

(i)  Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii)  νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

(β)  Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

(2)  Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης.  Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων.

(3)(α)  Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»

Το άρθρο 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«12Βτετράκις.-...

(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-

[.]

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ...».

Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση, για να εξετάσει το παραδεκτό της αίτησης, προκειμένου να διαπιστώσει:

α) κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή,  νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης. Αν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη.  

β) αν ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε θα προχωρήσει σε ουσιαστική εκτίμηση των τυχόν νέων ισχυρισμών μόνο εφόσον  ικανοποιηθεί πως τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και ο αιτητής χωρίς δική του υπαιτιότητα δεν υπέβαλε τα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία. Επομένως, αν ο προϊστάμενος κρίνει ότι από τα νέα στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν αυξάνονται οι πιθανότητες χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή και από δική του υπαιτιότητα δεν τα υπέβαλε κατά την προηγούμενη διαδικασία τότε θα απορρίψει την μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.

Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα, αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο.  Ο Προϊστάμενος έχει υποχρέωση να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης.

Επομένως το μόνο που παραμένει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι αν ορθώς κρίθηκε από την αρμόδια αρχή ως απαράδεκτο το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής της.

Στην απόφαση του ΔΕΕ, αρ. C -18/20 XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημερ. 09/09/21, ξεκαθαρίστηκε ότι η έννοια «νέα στοιχεία ή πορίσματα», τα οποία «έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα», κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τα στοιχεία ή τα πορίσματα που προέκυψαν μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας που είχε ως αντικείμενο προγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και τα στοιχεία ή τα πορίσματα τα οποία υφίσταντο μεν ήδη πριν από την περάτωση της διαδικασίας, αλλά δεν προβλήθηκαν από τον αιτούντα. (βλ. σκέψεις 31 έως 44).

Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. Αρ. C-651/19. JP v Commissaire general aux réfugiés et aux apatrides, ημερ. 09/09/20, λέχθηκαν τα εξής:

«....60      Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ' ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του...»

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, διαπιστώνω ότι ένας από τους ισχυρισμούς που επικαλέστηκε ο Αιτητής κατά την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος του, είναι ένας γενικόλογος ισχυρισμός ότι υπάρχουν πολιτικά προβλήματα στην χώρα καταγωγής του, που ήδη είχε προβάλει στην πρώτη αίτηση ασύλου του – ισχυρισμοί οι οποίοι εξετάστηκαν και κρίθηκαν ότι δεν εμπίπτουν στις έννοιες του κινδύνου δίωξης ή κινδύνου βλάβης ως αναλύονται και αναφέρονται στα άρθρα 3, 3Γ και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου – και δεν αποτελούν νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με αυτά που ήδη εξετάστηκαν κατά την πρώτη αίτηση ασύλου από την Υπηρεσία Ασύλου.

 Πρόσθετα, οι εν λόγω ισχυρισμοί είναι τόσο γενικοί και αόριστοι που δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή.

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, διαπιστώνω ότι ο αιτητής ήγειρε επίσης για πρώτη φορά στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησής του, τον γενικόλογο ισχυρισμό περί ύπαρξης θρησκευτικών προβλημάτων στην χώρα του. O ισχυρισμός που επικαλέστηκε ο αιτητής κατά την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματός του, ακόμη και εάν ήθελε κριθεί παραδεκτός, είναι γενικός ισχυρισμός που ούτως ή άλλως ουδεμία πιθανότητα χορήγησης καθεστώτος του πρόσφυγα ή του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας θα μπορούσε να επιφέρει στο πρόσωπο του αιτητή, για να μπορούσε η αρμόδια αρχή να προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας του μεταγενέστερου αιτήματος του, καθότι πρόκειται για αόριστο και γενικόλογο λόγο και δεν εμπίπτει στις έννοιες του φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, ως αναλύονται και αναφέρονται στα άρθρα 3-3Δ και 19, αντίστοιχα, του Περί Προσφύγων Νόμου.

Πρόσθετα, για σκοπούς πληρότητας, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι, τον εν λόγω ισχυρισμό, ο Αιτητής είχε την δυνατότητα να τον προβάλει κατά την πρώτη αίτηση ασύλου καθώς και στην συνέντευξη του όπως επίσης συνακόλουθα και στα πλαίσια της καταχωρηθείσας προσφυγής του, πράγμα που δεν έπραξε. Επομένως, κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αναφέρθηκε εξ υπαιτιότητας του Αιτητή σε προηγούμενα στάδια της διοικητικής διαδικασίας, όπου είχε την ευκαιρία να τον προβάλει, ήτοι κατά την πρώτη αίτηση ασύλου του και κατά το στάδιο της συνέντευξης του όπως και στα πλαίσια της προηγούμενης υποβληθείσας προσφυγής του.

Ενόψει τούτου, κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι βασικές προϋποθέσεις προς εξέταση της ουσίας του μεταγενέστερου αιτήματος, ως αναφέρονται στην νομοθεσία που έχει παρατεθεί ανωτέρω και ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την μεταγενέστερη αίτηση κατά το προκαταρκτικό στάδιο ως απαράδεκτη.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή ως απαράδεκτη. Κρίνω ότι η επίδικη πράξη είναι ορθή.

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €600 έξοδα υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

                                                                                       Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π