ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ147/26
28 Απριλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
P. N. M.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κκ Χρύσα Ματθαίου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον αιτητή
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.17/03/26, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 14/07/24 και υπέβαλε 1η αίτηση διεθνούς προστασίας στις 22/07/24 (ερ.1-3, 22).
Στις 02/08/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασία όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.13-22). Μετά τη συνέντευξη, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 09/08/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.34-46).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε δια χειρός στις 20/09/24 και του μεταφράστηκε στα γαλλικά, τα οποία κατανοεί (ερ.47).
Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας ο αιτητής καταχώρισε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.3803/24, που απορρίφθηκε στις 05/11/24 λόγω μη προώθησης (ερ.51-63).
Στις 25/02/26 ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε αυθημερόν ως απαράδεκτη στη βάση του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.66-78 και 89-94). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε δια χειρός και μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί, την ίδια μέρα (ερ.95).
Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής λόγω του ότι απειλούνταν, καθώς, ως αναφέρει, η οικογένεια του φίλου του ήθελε να τον σκοτώσει εξαιτίας του ότι ο αιτητής είχε ένα διαπληκτισμό με τον φίλο του και αυτός απεβίωσε λόγω επιπλοκών από τα τραύματα του και η οικογένεια του ήθελε «δικαιοσύνη για τον γιό τους». Εκ τούτων, ως αναφέρει, ο αιτητής αποφάσισε να φύγει από τη ΛΔΚ και ήρθε στα κατεχόμενα, όπου διέμεινε περί το 1 ½ έτος, όμως εκεί δεν υπάρχει προστασία και ασφάλεια και είναι γι’ αυτόν τον λόγο που, ως αναφέρει, πέρασε στις ελεύθερες περιοχές.
Κατά τη συνέντευξη στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ο αιτητής ανέφερε ότι γεννήθηκε και έζησε όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, όπου διαμένουν και οι γονείς και τα αδέλφια του (2 αδελφές, 1 αδελφός), οι οποίοι είναι καλά και με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία, έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και φοίτησε σε πανεπιστήμιο όμως δεν έχει ολοκληρώσει τις σπουδές του.
Ερωτώμενος σχετικά με τους λόγους που έφυγε από τη ΛΔΚ ο αιτητής επανέλαβε κατ’ ουσία τα όσα κατέγραψε στην αίτηση του, αναφέροντας ότι ο καυγάς με τον φίλο του έγινε κατά τη διάρκεια αγώνα ποδοσφαίρου, μετά ο καθένας πήγε σπίτι του, όμως ο φίλος του απεβίωσε και έκτοτε η οικογένεια του απείλησε αρκετές φορές τον αιτητή. Ως ανέφερε ο αιτητής το συμβάν έγινε τον Δεκέμβριο 2022, έκτοτε δέχθηκε πολλές απειλές όμως η οικογένεια του αποθανόντος δεν κατάφερε να εντοπίσει τον αιτητή. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει το όνομα του φίλου που κατ’ ισχυρισμό απεβίωσε ή να δώσει άλλες λεπτομέρειες γι’ αυτόν άλλα ούτε και περιέγραψε κάποιο συγκεκριμένο συμβάν απειλών, το ακριβές περιεχόμενο, τις φορές και τον χρόνο που αυτά έγιναν.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή
2. Ισχυριζόμενα προβλήματα λόγω απειλών που δέχθηκε από μέλη της οικογένειας αποβιώσαντα προσώπου (sic)
Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν δε τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, καθώς, ως κρίθηκε, στερούνταν εσωτερικής συνοχής.
Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού κρίθηκε ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει καμία λεπτομέρεια, συγκεκριμένο ισχυρισμό ή βιωματικό στοιχείο σχετικά με το σύνολο του επί του συγκεκριμένου ισχυρισμού αφηγήματος του και γι’ αυτό ο ισχυρισμός απορρίφθηκε.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, κατόπιν ανασκόπησης της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Κινσάσα) και λαμβανομένου υπόψη του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στη χώρα.
Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης ο αιτητής καταγράφει κατ’ ουσία τους ίδιους με την 1η αίτηση του ισχυρισμούς περί απειλών που δέχθηκε από την οικογένεια ενός φίλου του που απεβίωσε και προσθέτει ότι η ΛΔΚ «δεν έχει δημοκρατία προκειμένου να προστατέψει ανθρώπους». Προσκόμισε περαιτέρω αντίγραφο φερόμενου εντάλματος έρευνας εναντίον του (ερ.66, μετάφραση ερ.75), το οποίο – ως αναφέρει (ερ.76 – σημεία 10, 11) –έλαβε στις 30/09/25, το οποίο «δεν υπήρχε τρόπος να [βρει] προηγουμένως γιατί [ήταν] κατατρεγμένος» και δεν έχει το αυθεντικό γιατί είναι «έγγραφο των δικαστηρίων».
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη αίτηση, κατόπιν παράθεσης και ιστορικού των προηγουμένων (1η αίτηση και προσφυγή αρ.3803/24), σημείωσαν ότι όσα ο αιτητής αναφέρει στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης είναι πανομοιότυπα με τα όσα είχαν αναφερθεί στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως, τα οποία, αφού εξετάστηκαν ενδελεχώς, απορρίφθηκαν η δε προσφυγή του στο Δικαστήριο δεν προωθήθηκε. Επί του εντάλματος έρευνας (ερ.66) σημειώνουν ότι εξ αυτού λείπουν τυπικά γνωρίσματα, μεταξύ των οποίων σφραγίδα και έρχεται σε αντίθεση με την αναφορά του αιτητή ότι έφυγε νομίμως, μέσω αεροδρομίου από τη ΛΔΚ, κατά τον χρόνο που το ένταλμα αυτό εκκρεμούσε, επί του δε περιεχομένου του παρατηρήθηκε ότι είναι γενικόλογες οι αναφορές στο κατ’ ισχυρισμό αδίκημα για το οποίο διώκεται ο αιτητής, δεν περιέχει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και γίνεται χρήση αδόκιμης νομικής ορολογίας.
Στα πλαίσια της παρούσης η συνήγορος του ανέφερε, αγορεύοντας προφορικά κατά τις διευκρινήσεις, ότι το φερόμενο «wanted notice» (ερ.66) έπρεπε να εξεταστεί περαιτέρω, ενόψει του ότι ήταν νέο στοιχείο.
Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.
Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης, αυτό που ερευνάται είναι το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. αρ.C-651/19, JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημ.09/09/20, λέχθηκε, σκέψη 60, ότι: «[…] το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ’ ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.»
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία το αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει της οποίας, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να προχωρήσει σε επί της ουσίας εξέταση της, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος». Είναι δε σαφές εκ της χρήσης στο αρ.40 (4) της Οδηγίας του λεκτικού «η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν», ότι η εξέταση του κατά πόσο ο αιτών φέρει υπαιτιότητα για την μη προηγούμενη επίκληση ή προσαγωγή των νέων στοιχείων εντάσσεται στα πλαίσια του δεύτερου σταδίου (βλ. C-921/19, ανωτέρω) προκαταρτικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης. Άλλωστε και στην σκέψη 38 της ως άνω απόφασης γίνεται αναφορά στις «δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού».
Ως εκ των ως άνω αναμφισβήτητα συνάγεται ο σκοπός της εξέτασης μεταγενέστερης αιτήσεως επί του παραδεκτού, η οποία συνίσταται σε δύο διακριτά στάδια, το 1ο, όπου εξετάζεται κατά πόσο έχουν προσκομισθεί νέα στοιχεία ή έγγραφα, και το 2ο, όπου εξετάζεται τυχόν υπαιτιότητα του αιτούντος για την μη προηγούμενη επίκληση τους αλλά και το κατά πόσον αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, αφορά το κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες και θα δικαιολογούσαν περαιτέρω (επί της ουσίας) εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι η επί της ουσίας έρευνα των νεών αυτών ισχυρισμών ή και στοιχείων, ως να επρόκειτο για 1η αίτηση ασύλου.
Ενόψει των ως άνω παρατηρώ εν προκειμένω τα εξής.
Το σύνολο των ισχυρισμών που παραθέτει ο αιτητής στην επίδικη μεταγενέστερη αίτηση συνιστούν κατ’ ουσία επανάληψη, με την ίδια αοριστία και γενικότητα, πανομοιότυπων ισχυρισμών που είχαν αναφερθεί, εξετάστηκαν και απορρίφθηκαν από τους καθ’ ων η αίτηση στα πλαίσια της 1ης αίτησης, η προσφυγή κατά της οποίας δεν προωθήθηκε από τον αιτητή και απορρίφθηκε. Επί δε του φερόμενου εντάλματος αναζήτησης του αιτητή τα όσα αναφέρει στο σημείο 10 της επίδικης αίτησης θεωρώ ότι δεν επαρκούν προκειμένου να θεωρηθεί ότι είναι άνευ δικής του υπαιτιότητας που δεν προσκόμισε το έγγραφο αυτό προηγουμένως. Τούτο γιατί η απλή αναφορά ότι το έλαβε στις 30/09/25, δύο και πλέον χρόνια αφότου έφυγε από τη ΛΔΚ, αφότου έμεινε περί τον 1 ½ χρόνο στα κατεχόμενα, 1 έτος μετά την απόρριψη της 1ης αιτήσεως αλλά και περί τους 9 μήνες από την απόρριψη της προσφυγής που ασκήθηκε κατ’ αυτής της απόφασης, σε συνδυασμό με το ότι η μόνη αιτιολογία γι’ αυτή την καθυστέρηση είναι ότι ο αιτητής (καθ’ όλο το ως άνω διάστημα) ήταν «κατατρεγμένος» (on the run), δεν θεωρώ ότι επαρκεί για να στοιχειοθετήσει ότι η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου. Σημειώνω δε ότι ουδέν αναφέρεται περί του πως, από ποιόν και γιατί τότε έλαβε το εν λόγω έγγραφο. Καταλήγω ότι τα όσα καταγράφονται στην επίδικη αίτηση δεν αιτιολογούν την καθυστέρηση στην προσκόμιση του ερ.66.
Συνεπώς θεωρώ ότι τα όσα αναφέρονται από τους καθ’ ων η αίτηση περί του ότι το ερ.66 στερείται βασικών γνωρισμάτων αξιοπιστίας είναι απολύτως ορθά και εύλογα υπό το φως των ενώπιον τους στοιχείων. Επιπροσθέτως όμως τούτων, εκ του οποίου θα καθίστατο και μη αναγκαία εξ υπαρχής η ενασχόληση των καθ’ ων η αίτηση με το περιεχόμενου του εν λόγω εγγράφου, θεωρώ ότι η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση έπρεπε να είχε απορριφθεί ως απαράδεκτη, χωρίς να είναι ανάγκη να υπεισέλθουν στο περιεχόμενο του ερ.66, για τους λόγους που εξηγώ πιο πάνω, δεδομένου ότι εδώ ο αιτητής είχε κάθε δυνατότητα «να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο» αλλά ουδέν έπραξε και δεν αιτιολόγησε επαρκώς την καθυστέρηση του αυτή.
Εν προκειμένω ουδεμία άλλη κατάληξη θα μπορούσε να έχει η επίδικη αίτηση και ουδεμία ανάγκη υπήρχε για κλήση του αιτητή σε συνέντευξη ή περαιτέρω ενασχόληση των καθ’ ων η αίτηση με το προσκομισθέν έγγραφο (ερ.66).
Έπεται ότι τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της επίδικης αιτήσεως είναι επαρκώς τεκμηριωμένα, προϊόντα επαρκούς έρευνας του συνόλου των υποβληθέντων στοιχείων, υπαγωγής τους στο νομικό πλαίσιο και είναι πλήρως αιτιολογημένη η επίδικη απόφαση, ανεξαρτήτως του ότι το Δικαστήριο, ως ανωτέρω εξηγείται, έχει εντοπίσει και άλλη βάση απόρριψης της επίδικης αίτησης.
Καταλήγω λοιπόν ότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η επίδικη αίτηση.
Για σκοπούς πληρότητας κρίνεται σκόπιμη η αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα, ΛΔΚ), σε επικαιροποιημένη βάση.
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι. [1] Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [2]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[3] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21).
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (17/12/25).
[2] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[3] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο