ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: Τ172/25
21 Απριλίου 2026
[Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.A.IV.D
Αιτητής
ΚΑΙ
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
........
Νατάσα Χαραλαμπίδου (κα) για Νατάσα Χαραλαμπίδου και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε , Δικηγόρος για τον Αιτητή.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή στρέφεται κατά της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 13/03/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 19/03/2025 και με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η μεταγενέστερη αίτησή του για διεθνή προστασία, δυνάμει των άρθρων 16Δ και 12Βτετράκις(2)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(Ι)/2000), ως έχει ως σήμερα τροποποιηθεί.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέτασης υπόθεσης προκύπτουν από το Υπόμνημα, το οποίο συνοδεύεται από τον διοικητικό φάκελο που αφορά τον Αιτητή και καταχωρήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από την Υπηρεσία Ασύλου, σύμφωνα με τον Κανονισμό 3(ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (ως έχουν τροποποιηθεί).
Τα γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Γουινέας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 24/08/2021, ενώ παρέλαβε τη σχετική βεβαίωση στις 25/08/2021.
Στις 14/09/2021 και 15/09/2021 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις του Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του Αιτητή, ημερομηνίας 06/10/2021. Στη συνέχεια, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή στις 06/10/2021.
Κατά την ίδια ημερομηνία, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της απόφασης σε σχέση με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε από τον ίδιο στις 12/10/2021.
Ακολούθως, στις 12/10/2021 καταχωρήθηκε η Προσφυγή με αριθμό 6766/2021 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας. Στις 06/12/2021, το εν λόγω Δικαστήριο εξέδωσε απορριπτική απόφαση επί της προσφυγής του Αιτητή, λόγω μη προώθησής της.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου για επανεξέταση του αιτήματός του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στις 13/01/2023. Στις 08/01/2024, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Σημείωμα/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το εν λόγω μεταγενέστερο αίτημα.
Στις 09/01/2024, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση όπως η μεταγενέστερη αίτηση κριθεί απαράδεκτη. Στις 19/02/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της απόφασης, η οποία απεστάλη ταχυδρομικώς στον Αιτητή στις 02/04/2024.
Ο Αιτητής δεν καταχώρησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας εναντίον της εν λόγω απόφασης.
Ακολούθως, ο Αιτητής υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση για επανεξέταση του αιτήματός του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας στις 11/03/2025. Στις 13/03/2025, αρμόδια λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το εν λόγω αίτημα.
Κατά την ίδια ημερομηνία, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί μέρος των καθηκόντων του Προϊσταμένου (περιλαμβανομένης της έκδοσης αποφάσεων επί μεταγενέστερων αιτήσεων διεθνούς προστασίας), ενέκρινε την εισήγηση όπως η δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση κριθεί απαράδεκτη.
Στις 19/03/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνταχθείσα σε γλώσσα την οποία ο Αιτητής κατανοεί, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της απόφασης, η οποία παραλήφθηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 26/03/2025.
Ακολούθως, εναντίον της εν λόγω απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου (η οποία αφορά το δεύτερο μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή για διεθνή προστασία), καταχωρήθηκε η υπό εξέταση Προσφυγή με αριθμό Τ172/25 ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος του Αιτητή, με το εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής, προβάλλει πλειάδα λόγων ακύρωσης, οι οποίοι, εντούτοις, δεν συνοδεύονται από ειδική αιτιολογία ούτε από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου.
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 17/12/2025, η συνήγορος του Αιτητή προέβαλε ότι, στο πλαίσιο της δεύτερης μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής προσκόμισε πέντε πρωτότυπα έγγραφα, τα οποία οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέλειψαν να αξιολογήσουν και να λάβουν δεόντως υπόψη.
TO ΝΟΜΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως έχουν προσφάτως τροποποιηθεί. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο.
Σχετικό Υπόμνημα, ως προβλέπεται στο εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, συνοδευόμενο από τον σχετικό διοικητικό φάκελο.
Το Δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ’ ων η αίτηση, και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία του Αιτητή και της συνηγόρου του.
Παράλληλα, το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 [Ν. 73(Ι)/2018, ως έχει τροποποιηθεί] καθορίζει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου.
Το άρθρο 2 του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί] καθορίζει την έννοια του όρου «μεταγενέστερη αίτηση» ως ακολούθως:
«"μεταγενέστερη αίτηση" σημαίνει την περαιτέρω αίτηση διεθνούς προστασίας που υποβάλλεται δυνάμει του άρθρου 16Δ μετά τη λήψη τελικής απόφασης επί προηγούμενης αίτησης, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου ο Προϊστάμενος έλαβε απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 16Β ή 16Γ·»
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου καθορίζει την έννοια του όρου «πρόσφυγας» και τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτό τον ορισμό.
Το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τις περιπτώσεις όπου χορηγείται το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Απαράδεκτες αιτήσεις
(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-
(α) [...]
(β) [...]
(γ) [...]
(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας∙ ή
(ε) [...]».
Το άρθρο 16Δ του του περί Προσφύγων Νόμου ορίζει τα εξής (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου):
«Υποβολή νέων στοιχείων ή πορισμάτων ή μεταγενέστερης αίτησης
16Δ.-(1)(α) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο -
(i)Μεταγενέστερη αίτηση, ή
(ii) νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,
ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.
(β) Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.
(2) Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Ο Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον –
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.
(γ) Επί της νέας εκτελεστής απόφασης που αναφέρεται στην παράγραφο (β) εφαρμόζονται τα εδάφια (7) μέχρι (7Ε) του άρθρου 18.
(δ) Σε περίπτωση που μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται περαιτέρω δυνάμει του παρόντος άρθρου, αυτή θεωρείται απαράδεκτη σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις και σε τέτοια περίπτωση ο Προϊστάμενος εκδίδει σχετική απόφαση επί της οποίας εφαρμόζονται κατ' αναλογία τα εδάφια (7) και (7Ε) του άρθρου 18. Η εν λόγω απόφαση παραθέτει την αιτιολογία της και ενημερώνει τον αιτητή για το δικαίωμα που έχει να την προσβάλει στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος, καθώς και για την προθεσμία άσκησης τέτοιας προσφυγής.
[...]»
Ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, ήτοι προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν είχαν ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης επί της αρχικής αίτησης.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, στο πλαίσιο εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης, ο αιτών φέρει το βάρος απόδειξης να υποβάλει συγκεκριμένα νέα στοιχεία, τα οποία καταδεικνύουν ότι οι σχετικές περιστάσεις, υπό το φως της αίτησής του για αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα ή για παροχή επικουρικής προστασίας, «αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα» να πληροί τα κριτήρια διεθνούς προστασίας.
Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, σε περίπτωση υποβολής μεταγενέστερης αίτησης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, εφόσον ο Προϊστάμενος διαπιστώσει, στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης, ότι δεν έχουν υποβληθεί νέα στοιχεία, η αίτηση κρίνεται απαράδεκτη, χωρίς να προχωρεί σε εξέταση της ουσίας αυτής.
Περαιτέρω, σε περίπτωση που διαπιστωθεί η υποβολή νέων στοιχείων, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε ουσιαστική εξέταση της αίτησης και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση μόνο εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
(α) τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα χορήγησης διεθνούς προστασίας στον Αιτητή,
και
(β) ο Αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα υποβάλει κατά την προηγούμενη διαδικασία, περιλαμβανομένης της δυνατότητας προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος (βλ. άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου).
Το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου ενσωματώνει στην εθνική έννομη τάξη τις διατάξεις του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ. Όπως δε επισημάνθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση C-921/19, επί αιτήσεως προδικαστικής αποφάσεως, η οποία εκδόθηκε στις 10 Ιουνίου 2021, η διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης ορίζεται ως εξής:: (Η υπογράμμισή του παρόντος δικαστηρίου)
«Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Περαιτέρω, τόσο η τελευταία περίοδος του άρθρου 40(3), όσο και το άρθρο 40(4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ προβλέπουν ότι εναπόκειται στα κράτη μέλη να θεσπίσουν πρόσθετες προϋποθέσεις για την περαιτέρω εξέταση μεταγενέστερης αίτησης. Της δυνατότητας αυτής έκανε χρήση ο εθνικός νομοθέτης με την εισαγωγή της υποπαραγράφου (ii) στο άρθρο 16Δ(3)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Συνεπώς, στη βάση της ανάλυσης που υιοθέτησε το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην προαναφερθείσα απόφαση, το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου καθιερώνει διττή διαδικασία εξέτασης μεταγενέστερης αίτησης: αφενός, προκαταρκτική εξέταση ως προς το παραδεκτό των προβαλλόμενων νέων στοιχείων και, αφετέρου, σε περίπτωση που η αίτηση κριθεί παραδεκτή, ουσιαστική εξέταση αυτής.
Ειδικότερα, το προκαταρκτικό στάδιο διαρθρώνεται σε δύο επιμέρους στάδια, κατά τα οποία εξετάζονται διαδοχικώς τα ακόλουθα:
– σε πρώτο στάδιο, κατά πόσον προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα, συναφή με την εξέταση του κατά πόσον πληροί τις προϋποθέσεις αναγνώρισης ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας δυνάμει της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ·
– σε δεύτερο στάδιο, εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη τέτοιων νέων στοιχείων ή πορισμάτων σε σχέση με την αρχική αίτηση, κατά πόσον τα εν λόγω στοιχεία αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας στον Αιτητή και κατά πόσον ο τελευταίος, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να τα υποβάλει κατά την προηγούμενη διαδικασία, ιδίως στο πλαίσιο άσκησης προσφυγής ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 146 του Συντάγματος (υποπαράγραφοι (i) και (ii) του άρθρου 16Δ(3)(β)).
Σημειώνεται στο σημείο αυτό ότι, από τη διατύπωση του άρθρου 16Δ(3)(α), και ειδικότερα της φράσης «Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη», προκύπτει σαφώς ότι, κατά το προκαταρκτικό στάδιο εξέτασης του παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης, δεν απαιτείται η διεξαγωγή συνέντευξης.
Η ως άνω προσθήκη εισήχθη με τον Νόμο 142(I)/2020, ημερομηνίας 13/10/2020, με τον οποίο τροποποιήθηκε ο περί Προσφύγων Νόμος. Ωστόσο, δεν επήλθε αντίστοιχη τροποποίηση στο άρθρο 12Βτετράκις(3), ώστε να προβλεφθεί ρητώς η δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης πριν από την έκδοση απόφασης επί του παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης.
Σε περιπτώσεις ενδεχόμενης ασυμφωνίας ή σύγκρουσης μεταξύ διατάξεων της ίδιας νομοθεσίας, εφαρμόζεται η αρχή lex posterior derogat legi priori, κατά την οποία η μεταγενέστερη διάταξη υπερισχύει της προγενέστερης, εφόσον οι δύο είναι ασυμβίβαστες και δεν δύνανται να συνυπάρχουν. Η αρχή αυτή αναγνωρίζεται τόσο στη θεωρία (βλ. Bennion on Statutory Interpretation, 5η έκδοση, σελ. 304-305, Section 87, Implied repeal), όσο και στη νομολογία (βλ. ενδεικτικώς, Mamta Rani v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Έφεση αρ. 149/2023, ημερ. 18/03/2025· Υπουργός Εσωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας ν. The Jehovah’s Witnesses Congregation (Cyprus) Ltd και άλλος (1995) 3 ΑΑΔ 78· Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών και άλλη ν. Χρίστου Πασιαρδή (1996) 3 ΑΑΔ 34).
Εν πάση περιπτώσει, το άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ αίρει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ζήτημα, καθότι προβλέπει ρητώς τη δυνατότητα παράλειψης διεξαγωγής συνέντευξης κατά το προκαταρκτικό στάδιο, κατά τρόπο σύμφωνο με τη ρύθμιση του άρθρου 16Δ(3)(α). Ειδικότερα, το άρθρο 42 («Διαδικαστικοί κανόνες») ορίζει ότι:
«1. Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε οι αιτούντες των οποίων η αίτηση υπόκειται σε προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40 να απολαμβάνουν των εγγυήσεων που απαριθμούνται στο άρθρο 12 παράγραφος 1.
2. Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν στην εθνική τους νομοθεσία κανόνες για την προκαταρκτική εξέταση σύμφωνα με το άρθρο 40. Οι κανόνες αυτοί μπορούν, μεταξύ άλλων:
(α) να υποχρεώνουν τον αιτούντα να αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά και να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία·
(β) να επιτρέπουν τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης αποκλειστικώς βάσει γραπτών παρατηρήσεων, χωρίς προσωπική συνέντευξη, εξαιρουμένων των περιπτώσεων που αναφέρονται στο άρθρο 40 παράγραφος 6.
Οι κανόνες αυτοί δεν πρέπει να καθιστούν αδύνατη την πρόσβαση των αιτούντων σε νέα διαδικασία ούτε να οδηγούν, στην πράξη, στη ματαίωση ή σε σοβαρό περιορισμό της πρόσβασης αυτής.»
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι η μεταγενέστερη αίτηση εξετάζεται ως επακολουθητικό διάβημα στο πλαίσιο της αρχικής διαδικασίας, η οποία έχει ήδη κριθεί από το αρμόδιο όργανο. Στο πλαίσιο του προκαταρκτικού σταδίου, όπως αυτό ρυθμίζεται στο άρθρο 16Δ(3)(α), δεν απαιτείται η κλήση του αιτητή σε συνέντευξη, εφόσον η αίτηση δεν υπερβαίνει το φίλτρο του παραδεκτού.
Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου, κατά τη διενέργεια της εν λόγω εξέτασης, υποχρεούται να συνεκτιμήσει το σύνολο των προγενέστερων στοιχείων του φακέλου, προβαίνοντας σε συγκριτική αξιολόγηση της αρχικής και της μεταγενέστερης αίτησης, προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσον προβάλλονται, για πρώτη φορά, νέα στοιχεία ή ισχυρισμοί που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση.
Η δυνατότητα παράλειψης της συνέντευξης στο εν λόγω στάδιο εναρμονίζεται πλήρως με το άρθρο 42 παρ. 2(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, το οποίο επιτρέπει ρητώς στα κράτη μέλη να προβλέπουν ότι η προκαταρκτική εξέταση μεταγενέστερης αίτησης δύναται να διενεργείται χωρίς προσωπική συνέντευξη, υπό την προϋπόθεση ότι τηρούνται οι εγγυήσεις του άρθρου 12 παρ. 1 και διασφαλίζεται η αποτελεσματική πρόσβαση σε νέα διαδικασία.
Την ερμηνεία αυτή υιοθέτησε και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην απόφαση C-18/20, X.Y. κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, όπου κρίθηκε ότι το άρθρο 14 της Οδηγίας δεν επιβάλλει υποχρέωση διενέργειας συνέντευξης, όταν η αρμόδια αρχή περιορίζεται σε προκαταρκτική εξέταση του παραδεκτού, σύμφωνα με το άρθρο 40 της Οδηγίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η δυνατότητα παράλειψης συνέντευξης συνάδει με το άρθρο 42 παρ. 2(β), εφόσον τηρούνται οι δικονομικές εγγυήσεις (βλ. σκέψεις 66–67, σε συνδυασμό με τις σκέψεις 40–42 και 46–49).
Κατά συνέπεια, η επιλογή του Προϊσταμένου να μην καλέσει τον Αιτητή σε συνέντευξη, εφόσον από τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν προκύπτει η ύπαρξη νέων και ουσιωδών στοιχείων, όχι μόνο δεν αντίκειται στις διατάξεις του Νόμου, αλλά εναρμονίζεται πλήρως με το εφαρμοστέο ενωσιακό πλαίσιο που διέπει τον έλεγχο του παραδεκτού.
Από την ανωτέρω ανάλυση καθίσταται σαφές ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν συνιστά ένδικο μέσο κατά της αρχικής απορριπτικής απόφασης, αλλά αποτελεί αυτοτελές διαδικαστικό διάβημα, η τύχη του οποίου εξαρτάται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου.
Η απόφαση με την οποία απορρίπτεται μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, στο πλαίσιο της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, εξετάζει αποκλειστικώς τη νομιμότητα και ορθότητα της κρίσης επί του παραδεκτού, όπως αυτή διαμορφώνεται βάσει του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου.
Η εν λόγω εξέταση δεν εκτείνεται σε επαναξιολόγηση της αρχικής αίτησης ούτε σε συνολική αναψηλάφηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που έχουν ήδη κριθεί. Η μεταγενέστερη αίτηση προϋποθέτει την επίκληση και τεκμηρίωση νέων και ουσιωδών στοιχείων, τα οποία είτε δεν είχαν προβληθεί είτε δεν ήταν δυνατό να προβληθούν κατά την αρχική διαδικασία.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Εκ προοιμίου επισημαίνεται ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, λόγοι προσφυγής οι οποίοι δεν προωθούνται με σαφή και συγκεκριμένη επιχειρηματολογία, είτε κατά την αγόρευση είτε κατ’ άλλον τρόπο στο πλαίσιο της διαδικασίας, θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και για λόγους που απλώς καταγράφονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ως τίτλοι, χωρίς να συνοδεύονται από ουσιαστική ανάπτυξη ή σύνδεση με τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης (βλ. Level Tachexcavs Ltd ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, Υπ. Αρ. 692/89· Α.Ε. 2421/2000, Kokos Athanasiou Motors Ltd ν. Δημοκρατίας· Υπ. Αρ. 1073/2004, Αντωνίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας).
Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι προσφυγής χαρακτηρίζονται από γενικότητα και αοριστία, καθότι απουσιάζει η αναγκαία υπαγωγή των συγκεκριμένων περιστάσεων του Αιτητή στις διατάξεις που φέρονται να έχουν παραβιαστεί. Σύμφωνα με παγία νομολογία, το Δικαστήριο δεν δύναται να συμπληρώσει αυτεπαγγέλτως τους λόγους ακύρωσης ούτε να προβεί σε νέα θεμελίωση ελλειπόντων ισχυρισμών (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 ΑΑΔ 598· Κουκκουρή (1993) 3 ΑΑΔ 598· Σπύρου (2007) 3 ΑΑΔ 533· Χατζηχάννας ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (2009) 3 ΑΑΔ 655).
Η αγόρευση, ως διαδικαστικό μέσο ανάπτυξης της υπόθεσης, δεν υποκαθιστά την απαιτούμενη εκ των προτέρων τεκμηρίωση των λόγων ακύρωσης, αλλά λειτουργεί επικουρικά προς ενίσχυση λόγων που έχουν ήδη τεθεί νομίμως και επαρκώς (βλ. Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 ΑΑΔ 671· Μ. Ευθυμίου ν. Ε.Δ.Υ. (1997) 3 ΑΑΔ 281).
Τέλος, η απλή παράθεση νομοθετικών διατάξεων ή γενικών παραπομπών σε νομολογία, χωρίς ρητή και συγκεκριμένη συσχέτιση με την προβαλλόμενη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, συνιστά αόριστη και ανεπίδεκτη δικαστικού ελέγχου προβολή λόγων ακύρωσης.
Εν προκειμένω, οι ισχυρισμοί που προβάλλονται εκ μέρους του Αιτητή διά του εισαγωγικού δικογράφου, εξεταζόμενοι αυτοτελώς, απορρίπτονται ως ατεκμηρίωτοι, γενικόλογοι και νομικά αβάσιμοι, καθότι δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένη επιχειρηματολογία ούτε συνδέονται με συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή με προσδιορίσιμη πλημμέλεια της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης.
Προχωρώντας, θα εξεταστεί ο ισχυρισμός που προβάλλει η συνήγορος του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας και πλήρους έρευνας κατά τη διοικητική επεξεργασία της μεταγενέστερης αίτησης.
Ο εν λόγω ισχυρισμός, μολονότι διατυπώνεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, άπτεται της ουσιαστικής νομιμότητας της προσβαλλόμενης διοικητικής απόφασης και, ως εκ τούτου, εμπίπτει στο πεδίο του ελέγχου που ασκεί το παρόν Δικαστήριο.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο της ακυρωτικής του αρμοδιότητας, το Δικαστήριο εξετάζει την ορθότητα και την πληρότητα της κρίσης της Διοίκησης επί του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, υπό το πρίσμα των προνοιών του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 11(3) του Νόμου 73(Ι)/2018.
Ενόψει του περιεχομένου του ισχυρισμού αυτού, υπενθυμίζεται ότι η αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου, όταν εξετάζει απόφαση με την οποία απορρίπτεται μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, περιορίζεται στον έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας της κρίσης περί παραδεκτού, όπως αυτή καθορίζεται στα άρθρα 16Δ και 12Β τετράκις του Περί Προσφύγων Νόμου. Δεν εκτείνεται δε σε εκ νέου ουσιαστική αξιολόγηση της ανάγκης διεθνούς προστασίας. Η προσέγγιση αυτή επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία του Εφετείου, το οποίο στην υπόθεση Deepak Kumar v. Κυπριακής Δημοκρατίας (αρ. έφεσης 657/2022) έκρινε ότι:
«Το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ευλόγως η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτο το αίτημα του Αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του. [...] Η απόφαση δεν ήταν αντικείμενο της εδώ υπό εξέταση πρωτόδικης προσφυγής και, ως εκ τούτου, δεν ήταν και επίδικο ζήτημα προς κρίση. Συνεπώς, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε και οποιαδήποτε δικαιοδοσία να ασχοληθεί με αυτό το ζήτημα, πόσο μάλλον να το κρίνει».
Η παραπάνω θέση του Εφετείου εδραιώνει την αρχή ότι η μεταγενέστερη αίτηση δεν ενεργοποιεί de facto πλήρη επανεξέταση επί της ουσίας, παρά μόνον υπό την προϋπόθεση ότι πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του παραδεκτού.
Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η έκταση, ο τρόπος και η μέθοδος της διοικητικής έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια της Διοίκησης, νοουμένου ότι η έρευνα εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης και επιτρέπει την εξαγωγή ασφαλών και πλήρως τεκμηριωμένων συμπερασμάτων (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών, Α.Ε. 1518/1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/1997· Motorways Ltd v. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371/1999).
Το κριτήριο επάρκειας της έρευνας δεν συνίσταται σε απόλυτη ή μηχανιστική εξάντληση κάθε δυνατής πληροφορίας, αλλά στην αξιολόγηση κατά πόσον η Διοίκηση συλλέγει, αναλύει και συνεκτιμά τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά δεδομένα, αναλόγως της φύσης και της πολυπλοκότητας της υπόθεσης (βλ. Jamal Karou v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008, ημερ. 1.2.2010· Πολυξένη Γεωργίου ν. Δημοκρατίας, αρ. 606/1991, ημερ. 22.9.1992).
Κατά συνέπεια, και υπό το πρίσμα της ανωτέρω νομολογίας περί των ορίων της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και των αρχών που διέπουν την έννοια της δέουσας έρευνας, κρίνεται σκόπιμο να εξεταστεί περαιτέρω ο ισχυρισμός της συνηγόρου του Αιτητή, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον, εντός του πλαισίου της προκαταρκτικής εξέτασης που προβλέπεται στο άρθρο 16Δ(3) του Νόμου, το αρμόδιο διοικητικό όργανο προέβη σε επαρκή και κατά νόμον επιβαλλόμενη αξιολόγηση των στοιχείων της μεταγενέστερης αίτησης.
Κατά την υποβολή της αρχικής αίτησής του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής κατέγραψε, ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του και άρνησης επιστροφής σε αυτήν, ότι δέχθηκε απειλές λόγω των πεποιθήσεών του, των πολιτικών του επιλογών και της θέσης που κατείχε στο πολιτικό κόμμα UFDG (βλ. ερυθ. 3β δ.φ.).
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι γεννήθηκε στην περιοχή Sotto της Γουινέας, όπου διέμεινε μέχρι την ολοκλήρωση της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσής του. Ακολούθως, μετοίκησε στην περιοχή Conakry, την οποία ανέφερε ως τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι οι γονείς του διαμένουν στην περιοχή Sotto, ότι έχει έξι αδέλφια, καθώς και ετεροθαλή αδέλφια από την πλευρά του πατέρα του. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, ανέφερε ότι ολοκλήρωσε πανεπιστημιακές σπουδές στον τομέα της Διοίκησης Επιχειρήσεων.
Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπέστη διώξεις και απειλές κατά της ζωής του λόγω των πολιτικών του απόψεων και του ρόλου του ως υπεύθυνου κινητοποίησης και ευαισθητοποίησης. Ειδικότερα, ανέφερε ότι εργαζόταν στο τμήμα βιομετρικών δεδομένων, όπου ήταν υπεύθυνος για την καταγραφή βιομετρικών στοιχείων δημοσίων υπαλλήλων, συνταξιούχων και εν γένει κρατικών λειτουργών.
Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, κατά το έτος 2020, όταν ο Πρόεδρος της χώρας επιδίωξε την τροποποίηση του Συντάγματος, ο ίδιος εξέφρασε την αντίθεσή του στην εν λόγω πρωτοβουλία. Κατά τους ισχυρισμούς του, η στάση αυτή είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί στόχος της διοίκησης, η οποία, όπως ανέφερε, άρχισε να τον διώκει λόγω της πολιτικής του τοποθέτησης. Ανέφερε, τέλος, ότι επιχείρησε να διατηρήσει τη θέση του στη διοίκηση, πλην όμως απολύθηκε με την αιτιολογία διάπραξης επαγγελματικού παραπτώματος.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι άρχισε να δέχεται τηλεφωνικές απειλές, κατά τις οποίες άγνωστα πρόσωπα τον προειδοποιούσαν να σταματήσει τις δραστηριότητές του, άλλως δεν θα έχανε μόνο τη θέση εργασίας του αλλά και τη ζωή του. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι άγνωστα άτομα εισήλθαν στην οικία του, τον κτύπησαν με γκλομπ και του αφαίρεσαν προσωπικά αντικείμενα.
Ακολούθως, ανέφερε ότι οι τηλεφωνικές απειλές συνεχίστηκαν, με επαναλαμβανόμενες προειδοποιήσεις να τερματίσει τη δράση του. Δήλωσε, επίσης, ότι σε κάποια περίπτωση, ενώ κοιμόταν στην οικία του, πρόσωπα τα οποία φέρονταν να είναι αστυνομικοί με πολιτικά εισήλθαν στον χώρο και τον κατηγόρησαν ότι κινητοποιούσε πολίτες για συμμετοχή σε διαδηλώσεις με σκοπό την αντίθεση σε τρίτη προεδρική θητεία.
Ο Αιτητής ανέφερε περαιτέρω ότι, μετά την έξοδό του από το νοσοκομείο, συνέχισε τη δραστηριοποίησή του στο πολιτικό κόμμα και ότι οι απειλές κατά της ζωής του εξακολούθησαν, με προειδοποιήσεις ότι, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, θα δεχόταν εκ νέου επίθεση. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι κατά τη διάρκεια διαδηλώσεων οι αρχές παρεμπόδιζαν τους συμμετέχοντες και έκαναν χρήση δακρυγόνων, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό πολιτών και, σε ορισμένες περιπτώσεις, την απώλεια ανθρώπινων ζωών.
Περαιτέρω, δήλωσε ότι ορισμένες διαδηλώσεις είχαν απαγορευθεί και ότι πρόσωπα που συμμετείχαν σε αυτές συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Υπό το πρίσμα των απειλών που, κατά τους ισχυρισμούς του, δέχθηκε, της προηγούμενης επίθεσης εναντίον του, καθώς και περιστατικού κατά το οποίο όχημα τον παρέσυρε ενώ αποχωρούσε από τέμενος, ο Αιτητής ανέφερε ότι απευθύνθηκε σε μέλη του κόμματός του για καθοδήγηση. Σύμφωνα με τον ίδιο, του συστήθηκε να εγκαταλείψει προσωρινά τη χώρα μέχρι την ομαλοποίηση της κατάστασης.
Ερωτηθείς ως προς το ενδεχόμενο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε ότι, κατά την αντίληψή του, το Σύνταγμα της χώρας του είχε τροποποιηθεί και ότι, κατά τον χρόνο της δήλωσής του, είχε πρόσφατα λάβει χώρα πραξικόπημα. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στις 05/09/2021 ο τότε Πρόεδρος απομακρύνθηκε από την εξουσία από τις ειδικές δυνάμεις και ότι ο νέος επικεφαλής, συνταγματάρχης, δήλωσε το ισχύον Σύνταγμα παράνομο και προέβη σε διάλυση της κυβέρνησης.
Τέλος, ανέφερε ότι η νέα ηγεσία διεξάγει διαβουλεύσεις με πολιτικά κόμματα με σκοπό τη διαμόρφωση μεταβατικού πολιτικού πλαισίου και ότι, μετά την ολοκλήρωση της μεταβατικής περιόδου, αναμένεται η διεξαγωγή ελεύθερων και διαφανών εκλογών. Δήλωσε δε ότι, σε περίπτωση που οι εκλογές αυτές πραγματοποιηθούν υπό συνθήκες ελευθερίας και δικαιοσύνης και προκύψει νέα, δημοκρατικά εκλεγμένη ηγεσία, θα είναι σε θέση να εκτιμήσει ότι η χώρα του έχει σταθεροποιηθεί και, κατ’ επέκταση, να εξετάσει το ενδεχόμενο επιστροφής του.
Περαιτέρω, κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα:
– Αντίγραφο πρωτότυπης κάρτας οικονομικής στήριξης («Carte de Soutien»), με αριθμό UFDG/045690 (βλ. ερυθ. 23 δ.φ.).
– Αντίγραφο πρωτότυπης κάρτας μέλους του κόμματος UFDG («Carte d’adherent-e»), με ισχύ για την περίοδο 2020–2021 (βλ. ερυθ. 22 δ.φ.).
– Αντίγραφο πρωτότυπης κάρτας UFDG, στην οποία αναγράφεται ότι ο Αιτητής κατείχε τη θέση υπευθύνου κινητοποίησης (βλ. ερυθ. 24 δ.φ.).
– Αντίγραφο πρωτότυπης εκλογικής κάρτας εκδοθείσας από τη Δημοκρατία της Γουινέας, με αριθμό αναφοράς DO185926 και ημερομηνία λήξης 31/01/2025 (βλ. ερυθ. 26 δ.φ.).
– Αντίγραφο πρωτότυπης «Υπηρεσιακής Εντολής» («Ordre de Mission»), φέρουσας το λογότυπο του κόμματος UFDG, εκδοθείσας στις 17/10/2020, στην οποία ο Αιτητής αναφέρεται ως διορισμένος παρατηρητής εκλογών για το εκλογικό τμήμα UNESCO (Αρ. 2) για την ημερομηνία 18/10/2020, υπογεγραμμένη από τον Kalemodou Yansané, Αντιπρόεδρο (βλ. ερυθ. 27 δ.φ.).Top
Ο αρμόδιος λειτουργός, προβαίνοντας σε αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή, προσδιόρισε τέσσερις (4) ουσιώδεις ισχυρισμούς:
ο πρώτος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή·ο δεύτερος αφορά τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής απολύθηκε από τη θέση του στον δημόσιο τομέα λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων· ο τρίτος αφορά την ιδιότητά του ως μέλους του αντιπολιτευόμενου κόμματος UFDG· και
ο τέταρτος αφορά τον ισχυρισμό ότι δέχθηκε επίθεση και απειλές λόγω της αντίθεσής του στην ανανέωση της τρίτης θητείας του πρώην Προέδρου Alpha Condé.
Κατά την αξιολόγηση των ανωτέρω ουσιωδών ισχυρισμών, ο πρώτος και ο τρίτος ισχυρισμός, ήτοι τα προσωπικά στοιχεία και το προφίλ του Αιτητή, καθώς και η ιδιότητά του ως μέλους του αντιπολιτευόμενου κόμματος UFDG, έγιναν αποδεκτοί, καθότι κρίθηκαν αξιόπιστοι, τόσο ως προς την εσωτερική τους συνοχή όσο και, στον βαθμό που κατέστη δυνατό, ως προς την εξωτερική τους επιβεβαίωση.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο ο Αιτητής απολύθηκε από τη θέση του στον δημόσιο τομέα λόγω των πολιτικών του πεποιθήσεων, καθώς και ο τέταρτος ισχυρισμός, αναφορικά με το ότι υπέστη επίθεση και απειλές λόγω της αντίθεσής του στην ανανέωση της τρίτης προεδρικής θητείας του Alpha Condé, απορρίφθηκαν από τον αρμόδιο λειτουργό ως μη αξιόπιστοι.
Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, στο πλαίσιο της οποίας προέβαλε, μεταξύ άλλων, ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν προέβη σε δέουσα εξέταση του αιτήματός του και ότι διατρέχει κίνδυνο στη χώρα καταγωγής του λόγω της πολιτικής κατάστασης (βλ. ερυθ. 119 δ.φ.). Η εν λόγω προσφυγή απορρίφθηκε λόγω μη προώθησής της.
Στη συνέχεια, ήτοι στις 13/01/2023, ο Αιτητής υπέβαλε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση, προβάλλοντας ότι δεν δύναται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του λόγω της συνεχιζόμενης κρίσης, καθότι αντιμετωπίζει πολιτικό πρόβλημα και η ζωή του διατρέχει κίνδυνο (βλ. ερυθ. 137 δ.φ.).
Οι Καθ’ ων η Αίτηση προέβησαν σε προκαταρκτική εξέταση του περιεχομένου της εν λόγω μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ(3)(α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, και κατέληξαν ότι αυτή είναι απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 16Δ(3)(δ) και 12Βτετράκις(2)(δ) του ίδιου Νόμου.
Ειδικότερα, αφού έλαβαν υπόψη τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο Αιτητής, έκριναν ότι αυτοί δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα, αλλά επανάληψη των όσων είχε ήδη επικαλεστεί κατά την αρχική διαδικασία και συνέντευξη. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις παραδεκτού για περαιτέρω εξέταση της αίτησης.
Καταληκτικώς, κρίθηκε ότι από τα υποβληθέντα στοιχεία δεν προκύπτουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Γουινέα, αυτός θα διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Στις 10/03/2023, ο Αιτητής υπέβαλε δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση, η οποία αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, προβάλλοντας ότι η οικογένειά του τον ενημέρωσε πως, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, η ζωή του θα τεθεί σε κίνδυνο, καθότι το πολιτικό κόμμα τον καταδιώκει (βλ. ερυθ. 170–171 δ.φ.).
Παράλληλα, ο Αιτητής προσκόμισε, μαζί με την εν λόγω μεταγενέστερη αίτηση, αριθμό εγγράφων, αναφέροντας ότι αυτά του απεστάλησαν από την οικογένειά του μέσω ταχυδρομείου (βλ. ερυθ. 154–159 δ.φ.). Τα έγγραφα αυτά είναι τα ακόλουθα:
1. Φωτοτυπία κάρτας μέλους του κόμματος UFDG (βλ. ερυθ. 159 δ.φ.).
2. Υποστηρικτική κάρτα του κόμματος αξίας 5.000 φράγκων Γουινέας (βλ. ερυθ. 158 δ.φ.).
3. Κάρτα FNDG, στην οποία αναγράφεται ότι ο Αιτητής κατείχε θέση υπευθύνου κινητοποίησης, με αναφορά στο επάγγελμα «διαχειριστής», συνοδευόμενη από φωτογραφία προσώπου (βλ. ερυθ. 157 δ.φ.).
4. Έγχρωμο αντίγραφο «Υπηρεσιακής Εντολής», με μετάφραση, σύμφωνα με το οποίο ο Αιτητής διατάσσεται να μεταβεί στο «UNESCO 2» με ημερομηνία 18/10/2020, με σχετική σημείωση προς τις πολιτικές και στρατιωτικές αρχές για τη διευκόλυνση εκτέλεσης της αποστολής (βλ. ερυθ. 155–156 δ.φ.).
5. Έγχρωμη φωτοτυπία εκλογικής κάρτας, στην οποία αναγράφονται τα δημογραφικά στοιχεία του Αιτητή ως ψηφοφόρου, συνοδευόμενη από φωτογραφία τύπου διαβατηρίου (βλ. ερυθ. 154 δ.φ.).
Οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν την εν λόγω δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση, κρίνοντας ότι ο Αιτητής δεν προέβαλε νέους ισχυρισμούς, αλλά επανέλαβε τους ήδη προβληθέντες κατά την αρχική διαδικασία. Ως εκ τούτου, διαπιστώθηκε ότι τα υποβληθέντα στοιχεία δεν συνιστούν νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την έννοια του Νόμου.
Περαιτέρω, ως προς τα προσκομισθέντα έγγραφα, κρίθηκε ότι, πλην της έγχρωμης φωτοτυπίας της εκλογικής κάρτας, τα λοιπά έγγραφα είχαν ήδη προσκομισθεί κατά την αρχική συνέντευξη και, συνεπώς, δεν συνιστούν νέα στοιχεία. Επιπλέον, τα εν λόγω έγγραφα αξιολογήθηκαν ως έχοντα υποστηρικτικό χαρακτήρα, χωρίς να είναι ικανά να ανατρέψουν την προηγούμενη αρνητική κρίση ως προς την αξιοπιστία των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή.
Συναφώς, κρίθηκε ότι τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία, ακόμη και εάν ληφθούν υπόψη, δεν τεκμηριώνουν αυτοτελώς βάσιμο και εξατομικευμένο φόβο δίωξης ούτε στοιχειοθετούν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Καταληκτικώς, διαπιστώθηκε ότι από τα υποβληθέντα στοιχεία δεν προκύπτουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Γουινέα, αυτός θα διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Ως εκ τούτου, η εν λόγω δεύτερη μεταγενέστερη αίτηση κρίθηκε ως απαράδεκτη, δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ(3)(δ) του περί Προσφύγων Νόμου (βλ. ερυθ. 153 δ.φ.).
Υπό το φως των ανωτέρω και κατόπιν προσεκτικής εξέτασης του συνόλου του διοικητικού φακέλου, των ισχυρισμών των διαδίκων και του εφαρμοστέου νομικού πλαισίου, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα:
Καταρχάς, διαπιστώνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν της προβλεπόμενης εκ του Νόμου προκαταρκτικής εξέτασης του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 16Δ(3) του περί Προσφύγων Νόμου. Στο πλαίσιο αυτό, το αρμόδιο διοικητικό όργανο προέβη σε αξιολόγηση τόσο των ισχυρισμών που προέβαλε ο Αιτητής όσο και των εγγράφων που προσκομίστηκαν προς υποστήριξή τους, λαμβάνοντας υπόψη και το περιεχόμενο της αρχικής διαδικασίας.
Ειδικότερα, ο Αιτητής, με τη δεύτερη μεταγενέστερη αίτησή του, επανέλαβε κατ’ ουσίαν τους ίδιους ισχυρισμούς που είχε ήδη προβάλει κατά την αρχική αίτηση και την προηγηθείσα διαδικασία, ήτοι ισχυρισμούς περί πολιτικής δίωξης λόγω της εμπλοκής του με το κόμμα UFDG και της αντίθεσής του στην τρίτη προεδρική θητεία του πρώην Προέδρου. Οι ισχυρισμοί αυτοί είχαν ήδη αξιολογηθεί και απορριφθεί ως μη αξιόπιστοι κατά την αρχική διαδικασία, χωρίς να προκύπτει οποιοδήποτε νέο στοιχείο ικανό να δικαιολογήσει αναθεώρηση της εν λόγω κρίσης.
Η απλή επανάληψή τους, χωρίς ουσιώδη διαφοροποίηση ή υποστήριξη με νέα πραγματικά ή αποδεικτικά στοιχεία, δεν συνιστά «νέο στοιχείο» κατά την έννοια του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ (βλ. ΔΕΕ, C-18/20, σκ. 44· C-216/22, σκ. 36). Ως εκ τούτου, δεν ενεργοποιείται η υποχρέωση της Διοίκησης για περαιτέρω ουσιαστική εξέταση της αίτησης.
Συναφώς, ορθώς οι Καθ’ ων η Αίτηση απέρριψαν τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, χωρίς να απαιτείται η διεξαγωγή νέας συνέντευξης, σύμφωνα με το άρθρο 42(2)(β) της ίδιας Οδηγίας.
Περαιτέρω, τονίζεται ότι η μεταγενέστερη αίτηση οφείλει να είναι επαρκώς συγκεκριμένη και να περιλαμβάνει νέα πραγματικά περιστατικά ή αποδεικτικά στοιχεία, τα οποία προέκυψαν μετά την τελεσιδικία της αρχικής απόφασης και τα οποία είναι συναφή με την εξέταση των προϋποθέσεων για τη χορήγηση διεθνούς προστασίας.
Το δε παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησης αξιολογείται επί τη βάσει των στοιχείων που αυτή περιέχει, σε συνδυασμό με το σύνολο του υφιστάμενου διοικητικού φακέλου και των στοιχείων που είχαν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την προηγούμενη διαδικασία. Ελλείψει τέτοιων νέων και ουσιωδών στοιχείων, η αίτηση δεν δύναται να υπερβεί το στάδιο του παραδεκτού.
Περαιτέρω, ως προς τα προσκομισθέντα έγγραφα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, πλην της εκλογικής κάρτας, τα λοιπά έγγραφα είχαν ήδη τεθεί ενώπιον της Διοίκησης κατά την αρχική διαδικασία και, συνεπώς, δεν συνιστούν νέα στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του Νόμου, καθότι έχουν ήδη αξιολογηθεί στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης της αξιοπιστίας του Αιτητή.
Ειδικότερα, τα εν λόγω έγγραφα αποτέλεσαν μέρος του αποδεικτικού υλικού επί του οποίου στηρίχθηκε η αρχική απορριπτική κρίση της Διοίκησης και συνεκτιμήθηκαν κατά την αξιολόγηση τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του. Ως εκ τούτου, δεν δύνανται να επανεισαχθούν, στο πλαίσιο μεταγενέστερης αίτησης, ως «νέα στοιχεία», ελλείψει οποιασδήποτε διαφοροποίησης, συμπλήρωσης ή νέας πραγματικής διάστασης.
Η επανυποβολή ήδη αξιολογηθέντων εγγράφων δεν μεταβάλλει το αποδεικτικό τους βάρος ούτε δημιουργεί νέα δεδομένα ικανά να επηρεάσουν την κρίση περί παραδεκτού της αίτησης. Αντιθέτως, συνιστά επανάληψη ήδη συνεκτιμηθέντος υλικού, το οποίο δεν δύναται να ενεργοποιήσει εκ νέου την υποχρέωση της Διοίκησης για περαιτέρω εξέταση.
Κατά συνέπεια, ορθώς η Διοίκηση έκρινε ότι τα εν λόγω έγγραφα δεν πληρούν τα κριτήρια «νέων στοιχείων» κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του Νόμου και δεν δικαιολογούν την εκ νέου εξέταση της αίτησης επί της ουσίας.
Σε σχέση δε με την εκλογική κάρτα, αυτή δεν δύναται να θεωρηθεί ως στοιχείο το οποίο αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα αναγνώρισης διεθνούς προστασίας, καθότι περιορίζεται στην απόδειξη στοιχείων ταυτότητας ή συμμετοχής σε εκλογική διαδικασία και δεν τεκμηριώνει, αφ’ εαυτής, εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Η προσκόμιση εγγράφων με αμφίβολη αξιοπιστία ή χαμηλή σχετικότητα (relevance) δεν μπορεί να αντισταθμίσει τη διαπιστωθείσα αναξιοπιστία στα κεντρικά σημεία της υπόθεσης[1].
Σημειώνεται ότι οποιοδήποτε έγγραφο που προσκομίζεται αξιολογείται με βάση τη νομολογία και τα πρότυπα της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς του και (α) κατά πόσο είναι συναφή με το αίτημα ασύλου, (β) ζήτημα ύπαρξης του τύπου εγγράφου σύμφωνα με τις γενικές πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (γ) περιεχόμενο των εγγράφων/ συμβατότητας με τις δηλώσεις του αιτούντος και πληροφορίες της χώρας καταγωγής, (δ) ακρίβεια/λεπτομέρειες των εγγράφων, (ε) εάν αποτελεί άμεση μαρτυρία ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, (στ) τύπος/τυποποιημένη μορφή για συγκεκριμένους τύπους εγγράφων επίσης παρουσιάζει ενδιαφέρον ως προς την αξιολόγηση της γνησιότητάς του[2]. H δε αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτούντα διενεργείται με βάση το σύνολο των στοιχείων της υπόθεσης ήτοι των δηλώσεων του, άλλων αποδεικτικών στοιχείων/εγγράφων προκειμένου να προσδιοριστεί αν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις χορήγησης διεθνούς προστασίας.[3] Το επίπεδο απόδειξης συνίσταται στη στάθμιση των πιθανοτήτων σε συνδυασμό, κατά περίπτωση, με το ευεργέτημα της αμφιβολίας το οποίο είναι το κατάλληλο επίπεδο σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας[4].
Μελετώντας το εν λόγω έγγραφο, ήτοι την εκλογική κάρτα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρόκειται για έγγραφο το οποίο περιορίζεται στην καταγραφή βασικών δημογραφικών στοιχείων του Αιτητή ως εγγεγραμμένου ψηφοφόρου στη χώρα καταγωγής του. Το περιεχόμενό της δεν περιλαμβάνει οποιαδήποτε αναφορά σε περιστατικά δίωξης, απειλών ή άλλης μορφής κακομεταχείρισης, ούτε συνδέεται με τους προβαλλόμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή περί πολιτικής δίωξης.
Ως εκ τούτου, το εν λόγω έγγραφο δεν συνιστά άμεση ή έμμεση απόδειξη ουσιώδους πραγματικού περιστατικού σχετικού με τον επικαλούμενο φόβο δίωξης, αλλά περιορίζεται σε στοιχείο γενικού και τυπικού χαρακτήρα, το οποίο δεν διαφοροποιεί την ήδη διαμορφωθείσα εικόνα της υπόθεσης.
Κατά συνέπεια, η εκλογική κάρτα στερείται της απαιτούμενης αποδεικτικής αξίας ώστε να θεωρηθεί ως νέο στοιχείο που αυξάνει σημαντικά την πιθανότητα αναγνώρισης διεθνούς προστασίας, κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του Νόμου.
Εξάλλου, τα λοιπά προσκομισθέντα έγγραφα, ακόμη και αν ληφθούν υπόψη, έχουν καθαρώς υποστηρικτικό χαρακτήρα και δεν είναι ικανά να θεραπεύσουν την ήδη διαπιστωθείσα έλλειψη αξιοπιστίας ως προς τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή.
Κατά πάγια νομολογία, η προσκόμιση εγγράφων δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης, όταν οι βασικοί ισχυρισμοί του αιτούντος έχουν κριθεί ως μη αξιόπιστοι. Η αξιολόγηση της αποδεικτικής αξίας των εγγράφων δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη συνολική εκτίμηση της αξιοπιστίας του αιτούντος, αλλά εντάσσεται σε αυτήν.
Ειδικότερα, όταν ένας αιτητής κρίνεται εσωτερικά αναξιόπιστος ως προς τον πυρήνα του αφηγήματός του, τα έγγραφα που προσκομίζει δεν δύνανται να ενισχύσουν ή να αποκαταστήσουν ισχυρισμούς των οποίων η αξιοπιστία έχει ήδη τρωθεί. Η αποδεικτική αξία των εγγράφων προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκούς και πειστικής σύνδεσης με το προσωπικό αφήγημα του αιτητή, η οποία εν προκειμένω απουσιάζει.
Όπως έχει επισημανθεί και στη σχετική νομολογία, η απλή προσκόμιση εγγράφων, χωρίς ουσιαστική συνάφεια με αξιόπιστο και συνεκτικό προσωπικό αφήγημα, δεν επαρκεί για τη θεμελίωση των προϋποθέσεων διεθνούς προστασίας. Όταν ο πυρήνας των ισχυρισμών κρίνεται ως μη αξιόπιστος, τα προσκομισθέντα αποδεικτικά στοιχεία δεν δύνανται να ανατρέψουν την εν λόγω κρίση ούτε να υποκαταστήσουν την έλλειψη αξιόπιστης προσωπικής μαρτυρίας (βλ. απόφαση εφετείου Bolarninwa Emmanuel Johnson, Υπ. αρ. 95/2023).
Κατά συνέπεια, τα προσκομισθέντα έγγραφα δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και εξατομικευμένο φόβο δίωξης ούτε για να ενεργοποιήσουν την υποχρέωση της Διοίκησης για περαιτέρω ουσιαστική εξέταση της αίτησης.
Συναφώς, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση ενήργησε εντός των ορίων της διακριτικής της ευχέρειας και προέβη σε επαρκή και κατά νόμον επιβαλλόμενη έρευνα, χωρίς να παραβιάσει οποιαδήποτε ουσιώδη δικονομική ή ουσιαστική διάταξη. Η δε απόφασή της είναι επαρκώς αιτιολογημένη και ερείδεται επί των στοιχείων του φακέλου.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η κρίση των Καθ’ ων η Αίτηση, ότι η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις παραδεκτού, είναι νόμιμη και ορθή.
Συνεπώς, η διοικητική απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση είναι πλήρως αιτιολογημένη, στηρίζεται σε δέουσα και επαρκή έρευνα, και εκδόθηκε με σεβασμό τόσο στο εθνικό νομικό πλαίσιο όσο και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το ενωσιακό και διεθνές δίκαιο. Ορθώς και τεκμηριωμένα, η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή απορρίφθηκε ως απαράδεκτη κατά το προκαταρκτικό στάδιο, χωρίς να πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ(3) του Νόμου.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μεταγενέστερης αίτησης, η Διοίκηση προέβη και σε εξέταση του ενδεχόμενου παραβίασης του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ήτοι του κινδύνου υποβολής του Αιτητή σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Ωστόσο, από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου και των ισχυρισμών του Αιτητή, δεν προκύπτουν συγκεκριμένα και εξατομικευμένα στοιχεία που να τεκμηριώνουν την ύπαρξη πραγματικού και άμεσου κινδύνου κατά την έννοια του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Οι ισχυρισμοί του Αιτητή περιορίζονται σε γενικές αναφορές περί πολιτικής αστάθειας και προσωπικού φόβου, χωρίς να υποστηρίζονται από αξιόπιστα και συγκεκριμένα δεδομένα που να καταδεικνύουν ότι ο ίδιος θα αποτελέσει στόχο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3.
Συναφώς, κατά πάγια νομολογία, ο κίνδυνος παραβίασης του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ πρέπει να είναι πραγματικός, άμεσος και εξατομικευμένος, και δεν αρκεί η επίκληση γενικής κατάστασης ανασφάλειας ή πολιτικής αστάθειας στη χώρα καταγωγής. Εν προκειμένω, τέτοια στοιχεία δεν προκύπτουν.(βλ. Vilvarajah και λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Application No. 13163/87)
Κατά συνέπεια, ορθώς η Διοίκηση κατέληξε ότι δεν συντρέχουν λόγοι που να ενεργοποιούν την απαγόρευση επαναπροώθησης δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με €600 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.
Δ. Κατσαρίδης, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1][1] Βλ. Πρακτικό Οδηγό της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Κινδύνου (2024, σελ. 60, 96 και 127), κατά τη στάθμιση των αποδεικτικών μέσων (assessment in the round), πρωταρχική σημασία αποδίδεται στα ευρήματα που αφορούν τον πυρήνα (core) του ουσιώδους ισχυρισμού. Ως εκ τούτου, η προσκόμιση εγγράφων τα οποία είτε στερούνται άμεσης σχετικότητας με τα κεντρικά περιστατικά είτε παρουσιάζουν εγγενείς αδυναμίες αξιοπιστίας, δεν δύναται να ανατρέψει τη διαπιστωθείσα αναξιοπιστία των δηλώσεων επί των ουσιωδών πτυχών του αιτήματος, καθώς τα αρνητικά ευρήματα στον πυρήνα υπερέχουν σε αποδεικτική βαρύτητα (βλ. επίσης EUAA, Judicial Analysis (2023), σελ. 131 και απόφαση ΕΔΑΔ R.W. v. Sweden (ΕΔΔΑ) Αρ. Προσφυγης 11775/11.
[2] Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.14-15
[3] EASO-Δικαστική ανάλυση-Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου, 1/2/2018, https://euaa.europa.eu/publications?field_category_target_id=15212&field_geo_coverage_target_id&field_keywords_target_id&title=&language=All&page=5, σελ.21
[4] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2017, ON κατά Refugee Appeals Tribunal & Ors [2017] IEHC 13, σκέψη 63.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο