ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ457/25
8 Απριλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
J. T. T.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κος Α. Δημητρίου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.05/08/25, η οποία επιδόθηκε σ’ αυτόν στις 17/09/25, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου, ο αιτητής κατάγεται από το Καμερούν, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 12/11/21 και υπέβαλε 1η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 20/12/21 (ερ.1-3, 31).
Στις 11/01/24 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασία όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.26-31). Μετά τη συνέντευξη, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 22/01/24 η αίτηση απορρίφθηκε (ερ.58-69).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε δια χειρός στις 05/02/24 (ερ.71, 2).
Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας ο αιτητής καταχώρισε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.520/24, η οποία απορρίφθηκε στις 26/05/25, ως αναφέρθηκε και από τον συνήγορο του στις διευκρινήσεις (ερ.77-88).
Στις 04/08/25 ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε στις 05/08/25 ως απαράδεκτη στη βάση του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.96-99 και 108-113). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε δια χειρός στις 17/09/25, σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.114).
Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής λόγω του «συνεχιζόμενου πολέμου εκεί», εξαιτίας του οποίου, ως αναφέρει, «[αναγκάστηκε] από τους αποσχιστές μαχητές να ενταχθεί σ’ αυτούς ενάντια στη θέληση [του]», εκ του οποίου, ως περαιτέρω εξηγεί, «η ζωή [του] ήταν σε κίνδυνο, καθώς [τον] έψαχναν παντού» και «η μητέρα [του] αναγκάστηκε να πουλήσει τη φάρμα προκειμένου να [ταξιδέψει]» ο αιτητής.
Στη συνέντευξη στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ο αιτητής ανέφερε γεννήθηκε και διέμενε στο Bessi, στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, πήγε για 2 μήνες στην Yaounde, όταν κατατάγηκε στον στρατό το 2017, ακολούθως επέστρεψε στη γενέτειρα του και μετά πήγε στην Koutaba, στη Νοτιοδυτική περιφέρεια, μέχρι που έφυγε από το Καμερούν. Ο αιτητής μιλά αγγλικά, γαλλικά και monghemo, έχει τελειώσει δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ήταν στρατιώτης από το 2017 μέχρι το 2021, οι γονείς του διαμένουν στη γενέτειρα του και οι δύο αδελφές του ζουν στις Η.Π.Α. με τις οικογένειες τους.
Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από το Καμερούν καθώς, ως στρατιώτης, έλαβε αποστολή σε περιοχή κοντά στη γενέτειρα του τον Οκτώβριο του 2021, προκειμένου να εντοπίσει αποσχιστές και έτσι αποφάσισε να παραιτηθεί από το στράτευμα και να ζητήσει διεθνή προστασία, γιατί, ως ανέφερε ερωτώμενος σχετικά, δεν ήθελε να πάει ενάντια στους δικούς του ανθρώπους, αλλά και λόγω του κινδύνου «του να [πάει] στο μέτωπο του πολέμου». Ερωτώμενος ανέφερε ότι δεν παραιτήθηκε επίσημα, «απλά [διέφυγε]» και ότι θα συλλαμβανόταν αν παρέμενε στο Καμερούν, λόγω του ότι εγκατάλειψε τη θέση του και θα κατηγορούνταν για «εξέγερση κατά της κυβέρνησης». Ερωτώμενος πως έφυγε δι’ αεροδρομίου χωρίς να εντοπιστεί και να συλληφθεί ανέφερε ότι έφυγε χωρίς να ελεγχθεί, με τη βοήθεια ενός ατζέντη που τον συμβούλευσε να δωροδοκήσει. Όταν υποβλήθηκε στον αιτητή ότι στην αίτηση είχε καταγράψει ότι έφυγε από το Καμερούν λόγω του ότι οι αποσχιστές μαχητές τον στρατολόγησαν εξαναγκαστικά, το οποίο έρχεται σε αντίθεση με τα όσα είχε αναφέρει στη συνέντευξη, ανέφερε ότι «λόγω του ότι [βρισκόταν] υπό όρκο στον στρατό του Καμερούν [φοβόταν] να [αποκαλύψει] το πραγματικό [του] επάγγελμα».
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τους ισχυρισμούς του αιτητή αποδέχθηκαν το προφίλ και τον τόπο διαμονής του αιτητή (1ος ουσιώδης ισχυρισμός), απέρριψαν όμως όσα είχε αναφέρει περί κινδύνου λόγω παραίτησης του από τον στρατό, για το οποίο, ως ανέφερε, θα κατηγορηθεί για προδοσία και θα φυλακιστεί (2ος ουσιώδης ισχυρισμός), καθώς, ως στα ερ.64-65 αναφέρεται, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επαρκείς λεπτομέρειες επί των ισχυρισμών του και δεν μπόρεσε να εξηγήσει γιατί, δεδομένου ότι εντάχθηκε στον στρατό το 2017, κλήθηκε σε αποστολή το 2021. Περαιτέρω δεν παρέθεσε ικανοποιητικές πληροφορίες για την αποστολή αυτή, για το πως κατάφερε εντός λίγων ημερών να πράξει τα απαραίτητα προκειμένου να μεταβεί με φοιτητική θεώρηση εισόδου στα κατεχόμενα, αλλά ούτε και για το πως έφυγε μέσω αεροδρομίου χωρίς να εντοπιστεί και ούτε μπόρεσε να εξηγήσει γιατί είχε αναφέρει εντελώς διαφορετικούς ισχυρισμούς στην αίτηση του.
Στα πλαίσια αξιολόγησης κινδύνου επί του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του αιτητή, υπήρξε κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν υφίσταντο στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως προϋποθέσεις παροχής διεθνούς προστασίας και γι’ αυτό απορρίφθηκε η εν λόγω αίτηση και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής.
Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης ο αιτητής καταγράφει ότι «δεν [μπορεί] να [επιστρέψει] στο Καμερούν λόγω της επίσημης δημοσίευσης της λιποταξίας [του] από τον στρατό από το Υπουργείο Άμυνας» και ότι «η ζωή [του] θα κινδυνεύσει αν [επιστρέψει] στο Καμερούν, λόγω του ότι θα [συλληφθεί]». Ο αιτητής προσκόμισε φερόμενο μήνυμα που αφορά τη λιποταξία του από το Υπουργείο Άμυνας (του Καμερούν) και μετάφραση του στα ελληνικά. Στο σημείο 10 της επίδικης αιτήσεως (ερ.97) ο αιτητής αναφέρει ότι το έλαβε μέσω εφαρμογής μηνυμάτων.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη αίτηση, σημείωσαν ότι οι ισχυρισμοί που σ’ αυτήν παρατίθενται δεν αποτελούν νέα στοιχεία, καθότι πανομοιότυπους ισχυρισμούς περί λιποταξίας και δίωξης του γι’ αυτόν τον λόγο ο αιτητής είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ασύλου, οι οποίοι και απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι. Σχετικά με αυτά που αναφέρει περί του ότι αναζητείται για λιποταξία και το έγγραφο που προσκόμισε, κατόπιν εξέτασης τους, οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν εξηγείται γιατί δεν προσκομίστηκε νωρίτερα το έγγραφο αυτό και, επί του περιεχομένου του, σημειώθηκε ότι έχει φερόμενο χρόνο σύνταξης τις 15/12/21 και 17/12/21, χρόνο κατά τον οποίο ο αιτητής είχε ήδη φύγει από το Καμερούν. Επί τούτου εντοπίστηκαν πληροφορίες (ΠΧΚ) που αναφέρουν ότι επί κατηγορίας για λιποταξία επιβάλλονται ποινές 6 μηνών ως 3 ετών. Επί της επιστολής του αιτητή που συνάπτεται στην επίδικη αίτηση (ερ.90) σημειώνεται ότι εκεί αναφέρεται άλλος τόπος για την αποστολή του αιτητή, συνεπεία της οποίας κατ’ ισχυρισμό αυτός έφυγε από τον στρατό. Συνεπεία των ως άνω κρίθηκε ότι τα στοιχεία που ο αιτητής προσκόμισε δεν αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας και γι’ αυτό η εδώ επίδικη μεταγενέστερη αίτηση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη.
Στα πλαίσια της παρούσης ο συνήγορος του ανέφερε, αγορεύοντας προφορικά κατά τις διευκρινήσεις, ότι το ερ.89 ενισχύει τους ισχυρισμούς του (στα πλαίσια της 1ης αίτησης) ότι κινδυνεύει λόγω του ότι ο αιτητής λιποτάκτησε από το στράτευμα. Επί τούτου ανέφερε ότι το συγκεκριμένο έγγραφο δεν το είχε στην κατοχή του προηγουμένως, καθώς, ως ο συνήγορος του αιτητή εξήγησε, «δεν είναι εύκολο» έγγραφα αυτής της φύσεως να τα έχει κάποιος στην κατοχή του. Το στοιχείο δε αυτό θα πρέπει να προστεθεί στα όσα ο αιτητής είχε ήδη προσκομίσει στα πλαίσια της 1ης αίτησης του και να εξεταστεί υπό το πρίσμα και σε συνάρτηση μ’ αυτά, σύμφωνα με σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην οποία παρέπεμψε.
Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.
Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης, αυτό που ερευνάται είναι το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. αρ.C-651/19, JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημ.09/09/20, λέχθηκε, σκέψη 60, ότι: «[…] το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ’ ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.»
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία το αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει της οποίας, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να προχωρήσει σε επί της ουσίας εξέταση της, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος». Είναι δε σαφές εκ της χρήσης στο αρ.40 (4) της Οδηγίας του λεκτικού «η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν», ότι η εξέταση του κατά πόσο ο αιτών φέρει υπαιτιότητα για την μη προηγούμενη επίκληση ή προσαγωγή των νέων στοιχείων εντάσσεται στα πλαίσια του δεύτερου σταδίου (βλ. C-921/19, ανωτέρω) προκαταρτικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης. Άλλωστε και στην σκέψη 38 της ως άνω απόφασης γίνεται αναφορά στις «δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού».
Ως εκ των ως άνω συνάγεται ο σκοπός της εξέτασης μεταγενέστερης αιτήσεως επί του παραδεκτού, η οποία και αποτελείται δύο διακριτά στάδια, το 1ο, όπου εξετάζεται κατά πόσο έχουν προσκομισθεί νέα στοιχεία ή και έγγραφα, και το 2ο, όπου εξετάζεται τυχόν υπαιτιότητα του αιτούντος για την μη προηγούμενη επίκληση τους αλλά και το κατά πόσον αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, αφορά το κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες και θα δικαιολογούσαν περαιτέρω (επί της ουσίας) εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι η επί της ουσίας έρευνα των νεών αυτών ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για 1η αίτηση ασύλου.
Ενόψει των ως άνω παρατηρώ εν προκειμένω τα εξής.
Το σύνολο των ισχυρισμών που παραθέτει ο αιτητής στην επίδικη μεταγενέστερης αίτηση αφορούν περαιτέρω ισχυρισμούς επί των όσων είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης αίτησης που υπέβαλε και περιλαμβάνουν κατ’ ουσία αναφορά στο ότι έχει δημοσιευτεί επισήμως η λιποταξία του και την προσκόμιση του ερ.89, το οποίο αφορά φερόμενο μήνυμα από το υπουργείο άμυνας του Καμερούν σε σχέση με τη λιποταξία του αιτητή. Σημειώνω ότι στο σημ.10 της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης, όπου καλείται ο αιτητής να αναφέρει τον λόγο που δεν προσκόμισε το εν λόγω έγγραφο προηγουμένως, το πως αυτό περιήλθε στην κατοχή του και πότε, ο αιτητής καταγράφει απλά «μέσω whatssap» (σ.σ. αναφέρει την υπηρεσία μηνυμάτων μέσω της οποίας κατ’ ισχυρισμό το έλαβε), χωρίς να αναφέρει ο αιτητής το πότε το έλαβε, από ποιόν και γιατί δεν το είχε προσκομίσει προηγουμένως, είτε στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως είτε στα πλαίσια της προσφυγής που ασκήθηκε επί της απόφασης στην εν λόγω αίτηση. Οι δε αναφορές του συνηγόρου του στα πλαίσια της παρούσης περί του ότι δεν ήταν εύκολο να εξασφαλιστεί αυτό το έγγραφο δεν ωφελούν τον αιτητή και δεν διαφοροποιούν τα ενώπιον μου στοιχεία καθώς, παρότι η αναφερόμενη δυσκολία λήψης ενός εγγράφου το οποίο – σύμφωνα με το φερόμενο περιεχόμενο του – είναι εσωτερικό έγγραφο υπουργείου άμυνας είναι εύλογη, δεν διευκρινίζουν τα κενά τα οποία εντοπίζονται σε σχέση με το έγγραφο αυτό (και τους επ’ αυτού ισχυρισμούς επί της επίδικης αιτήσεως, ερ.97). Αυτό γιατί και πάλι δεν εξηγείται το πότε και από ποιόν τελικά λήφθηκε το εν λόγω έγγραφο από τον αιτητή. Ουδέν εξηγείται περαιτέρω γιατί δεν ήταν στην κατοχή του αιτητή από προηγουμένως, ποιες προσπάθειες έκανε προκειμένου να το λάβει και υπό ποιες συνθήκες και περιστάσεις περιήλθε τελικά στην κατοχή του. Τα δε στοιχεία αυτά είναι κρίσιμα τόσο για την εκφορά κρίσης επί του παραδεκτού της αιτήσεως, στη βάση της επιφύλαξης του επίδικου άρθρου ότι θα πρέπει να μην είναι εξ υπαιτιότητας του αιτητή που δεν προσκομίστηκε προηγουμένως, όσο και επί της ίδιας της αξιοπιστίας του εν λόγω εγγράφου.
Εκ των ως άνω καταλήγω λοιπόν ότι τα όσα καταγράφονται στην επίδικη αίτηση αλλά και τα όσα αναφέρθηκαν από τον συνήγορο του στα πλαίσια της παρούσης (τα οποία και δεν συνιστούν βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, μαρτυρία) δεν αιτιολογούν την καθυστέρηση στην υποβολή του εγγράφου (ερ.89) που προσκομίστηκε με την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση (αλλά ούτε και των επ’ αυτού ισχυρισμών του αιτητή στο ερ.97). Οι δε ισχυρισμοί που ταυτίζονται με τα όσα ανέφερε στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως, δεδομένου και του ότι η επί της 1ης αιτήσεως ασκηθείσα προσφυγή αρ.520/24 απορρίφθηκε, δεν μπορούν, στην απουσία κάποιου αποδεκτού στοιχείου που να τους τεκμηριώνει, να εξεταστούν εκ νέου στα πλαίσια είτε της επίδικης αίτησης είτε της παρούσης, αφού ο αιτητής ουδέν ανέφερε που να αποδεικνύει ότι η μη προηγούμενη προσκόμιση του εγγράφου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του ιδίου, δεδομένου ότι ο αιτητής είχε κάθε δυνατότητα «να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο» αλλά ουδέν έπραξε. Ουδέν ετέθη ενώπιον μου που να επιτρέπει διαφορετική αντιμετώπιση της υπό κρίση αιτήσεως, η οποία και θεωρώ ότι ουδεμία άλλη κατάληξη θα μπορούσε να έχει και ουδεμία ανάγκη υπήρχε για κλήση του αιτητή σε συνέντευξη.
Λεχθέντων των ως άνω θεωρώ ότι εν προκειμένω λανθασμένα ή και εκ του περισσού οι καθ’ ων η αίτηση προχώρησαν σε εξέταση και αξιολόγηση των ισχυρισμών του αιτητή και του προσκομισθέντος εγγράφου, πόσο δε μάλλον σε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες σχετικά (ΠΧΚ), δεδομένου ότι προηγείτο εδώ η εξέταση του κατά πόσο τα στοιχεία και οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν αναφέρθηκαν προηγουμένως για λόγους που δεν ανάγονται σε υπαιτιότητα του ιδίου. Επήλθε στα πλαίσια της παρούσης σύγχυση της εξέτασης επί του παραδεκτού με επί της ουσίας εξέταση των ενώπιον των καθ’ ων η αίτηση στοιχείων, εκ της οποίας προκύπτει σφάλμα στη διαδικασία.
Σημειώνω εδώ ότι, ως ειπώθηκε και στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.41/2024, Μ. Α. ν. Δημοκρατίας, ημ.29/05/25, με αναφορά και σε προηγούμενη νομολογία επί του ζητήματος «ο έλεγχος ουσίας στην οποία το [ΔΔΔΠ] προβαίνει επί διατάγματος κράτησης […] είναι θετικά διαπλαστικός, υπό την έννοια ότι δύναται να διαπλάσει το ίδιο το Δικαστήριο την πράξη που η Διοίκηση παράνομα εξέδωσε», στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο μπορεί να συμπληρώσει «νομικό κενό με τη δική του κρίση, ασκώντας θετική δικαιοπλαστική εξουσία».
Καταλήγω λοιπόν ότι παρότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η επίδικη αίτηση, όμως εντοπίζεται πλημμέλεια στην πορεία εξέτασης που ακολουθήθηκε. Δεδομένης όμως της εξουσίας του Δικαστηρίου και λαμβανομένου ότι πιο πάνω γίνεται εξ υπαρχής εξέταση στην ορθή βάση, στα πλαίσια της παρούσης, η πλημμέλεια αυτή δεν οδηγεί σε ακύρωση της επίδικης απόφασης.
Για σκοπούς πληρότητας κρίνεται σκόπιμη η αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Bessi, Momo Division, Northwest), σε επικαιροποιημένη βάση.
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED (τελευταία ενημέρωση 27/03/26), στην περιοχή Besi έχουν καταγραφεί 3 περιστατικά ασφαλείας (3 περιστατικά εξέγερσης, 3 περιστατικά τρομοκρατικής ενέργειας) χωρίς την καταγραφή θανάτων [1]. Στην ευρύτερη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν (όπου υπάγεται ο τόπος διαμονής του αιτητή – Bessi), έχουν καταγραφεί (κατά το τελευταίο έτος) 2,932 περιστατικά ασφαλείας και 599 θάνατοι. [2] Ο πληθυσμός του Βορειοδυτικού Καμερούν ανέρχεται περί τα 2,4 εκατομμύρια κατοίκων. [3]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[4] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21).
Δεν παραγνωρίζω ότι στην ευρύτερη βορειοδυτική περιοχή ο αριθμός των περιστατικών ασφαλείας είναι σχετικά υψηλός. Όμως, ως προκύπτει από τα ως άνω, στον ιδιαίτερο τόπο διαμονής του αιτητή (Bessi) η εικόνα είναι διαφορετική, με αποτέλεσμα, θεωρώ, να απαιτούνταν συγκεκριμένες περιστάσεις του αιτητή που θα επέτειναν τον κίνδυνο ειδικώς γι’ αυτόν, που δεν υπάρχουν εν προκειμένω, ως ανωτέρω αναφέρω, δεδομένης εδώ της απόρριψης (ήδη από την 1η αίτηση και την προσφυγή που ακολούθησε) του αφηγήματος του αιτητή περί διώξεως του από στον στρατό λόγω λιποταξίας. Συνυπολογίζω σχετικώς ότι ο αιτητής είναι ενήλικας, υγιής, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο και διαθέτει στον τόπο διαμονής του οικογενειακό δίκτυο (γονείς).
Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται.
Δεδομένων των πλημμελειών που εντοπίστηκαν στην επίδικη έκθεση, ως αυτές ανωτέρω καταγράφονται, ήτοι της λανθασμένης πορείας κατά την εξέτασης της επίδικης αίτησης, οι οποίες, παρότι δεν είναι ικανές - δεδομένου του εξ υπαρχής ελέγχου που διενεργήθηκε από το Δικαστήριο στα πλαίσια της παρούσης - να ανατρέψουν το τελικό αποτέλεσμα ότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, καταδεικνύουν σφάλμα στην εξέταση και πλημμελή αιτιολόγηση, δεν επιδικάζονται έξοδα.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2026)
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED , (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2026)
[3] Cameroon: Regions, Major Cities & Towns - Population Statistics, Maps, Charts, Weather and Web Information διαθέσιμο στο https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/(ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/04/2026)
[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο