ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.Τ487/25
7 Απριλίου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M. U.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κκ Νατάσα Χαραλαμπίδου και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον αιτητή
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής, αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, ημ.29/09/25, δια της οποίας απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας που υπέβαλε, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.
Ως εκτίθεται στο Υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φάκελου (ΔΦ), ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό, εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 04/03/19 και υπέβαλε 1η αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 18/03/19 (ερ.1-3, 16-17, 57).
Στις 23/02/22 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία Ασύλου προς εξέταση της αιτήσεως διεθνούς προστασία όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.33-57). Μετά τη συνέντευξη, ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση - Εισήγηση και στις 28/02/23 η αίτηση απορρίφθηκε (ερ.82-94).
Ακολούθως ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία του δόθηκε δια χειρός στις 12/05/23 (ερ.95, 2).
Κατά της ως άνω απόφασης της Υπηρεσίας ο αιτητής καταχώρισε στο Δικαστήριο την προσφυγή αρ.1693/23, που απορρίφθηκε στις 11/08/25 δι’ αιτιολογημένης απόφασης του Δικαστηρίου, η οποία δημοσιεύθηκε [1] (ερ.100-112).
Στις 29/09/25 ο αιτητής υπέβαλε την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας η οποία απορρίφθηκε αυθημερόν ως απαράδεκτη στη βάση του αρ.16 (Δ) του Νόμου (ερ.116-123 και 128-132). Ακολούθως ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία δόθηκε δια χειρός και μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί, την ίδια μέρα (ερ.133).
Επί της 1ης αιτήσεως ασύλου που υπέβαλε ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής λόγω του ότι δεν μπορούσε να θρέψει τον εαυτό και τη γιαγιά του, μετά που αυτοί απορρίφθηκαν «απ’ όλους». Γι’ αυτό και – ως αναφέρει – παράτησε το σχολείο, οι γονείς του απεβίωσαν σε ατύχημα το 2002 και ο αδελφός του απεβίωσε στη θάλασσα, σε προσπάθεια του να ταξιδέψει.
Κατά τη συνέντευξη στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως ο αιτητής ανέφερε τα εξής, τα οποία και καταγράφονται στην απόφαση της αδελφής δικαστού Ε. Ρήγα στην προσφυγή 1693/23, που αφορά την απόφαση της Υπηρεσίας επί της 1ης αιτήσεως ασύλου:
«Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξής του ενώπιον του λειτουργού της EASO (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο Αιτητής δήλωσε, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, με τόπο γέννησης και τόπο συνήθους διαμονής την Κινσάσα. Ως προς την εθνοτική του καταγωγή, δήλωσε ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα των Zombo, ενώ σε σχέση με το θρήσκευμά του δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Ευαγγελιστής. Αναφορικά με την του οικογένεια, οι γονείς του απεβίωσαν, ως δήλωσε, συνεπεία αυτοκινητιστικού δυστυχήματος και ότι μέχρι την αποχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του διέμενε με τη γιαγιά του. Σε σχέση με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι φοιτούσε για επτά συνεχόμενα έτη, χωρίς ωστόσο να έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Τέλος, όσον αφορά την επαγγελματική του δραστηριότητα, ισχυρίστηκε ότι εργαζόταν ως φορτωτής (carrier).
Ως προς την ουσία του αιτήματός του, ο Αιτητής κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του ισχυρίστηκε ότι ο λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του και αιτήθηκε άσυλο είναι άμεσα συνδεδεμένος με τα γεγονότα που ακολούθησαν τον θάνατο των γονιών του, το 2002. Όπως ανέφερε, οι γονείς του σκοτώθηκαν σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Το δυστύχημα προκλήθηκε επειδή το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαιναν συγκρούστηκε με φορτηγό. Ο ίδιος θεωρεί υπεύθυνο για αυτό τον κ. [.], ο οποίος, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, είχε προηγουμένως έρθει σε σύγκρουση με την οικογένειά του και είχε καλές σχέσεις με το πλήρωμα του φορτηγού - τον οδηγό και τον βοηθό οδηγού. Το φορτηγό συγκρούστηκε με το αυτοκίνητο των γονιών του και μόνο εκείνοι σκοτώθηκαν, ενώ οι άλλοι επιβάτες επέζησαν. Θεωρεί ότι ο [...] εμπλέκεται στο δυστύχημα επειδή ισχυρίστηκε αμέσως μετά πως η γη που ανήκε στους γονείς του (και περιλάμβανε ένα σπίτι) ήταν πλέον δική του.
Ως ο ίδιος δήλωσε, μετά τον θάνατο των γονιών του το 2022, ο κ. [...] πούλησε την οικογενειακή γη και το σπίτι, χωρίς την συγκατάθεση των κληρονόμων. Η γιαγιά του Αιτητή αντέδρασε σε αυτό και τον πήγε στο δικαστήριο, αλλά ο δικαστής αποφάσισε ότι δεν είχε το δικαίωμα να πουλήσει την περιουσία, διότι δεν ήταν δική του. Ωστόσο, ο κ. [...] φέρεται να είχε διασυνδέσεις με δικηγόρους και δικαστές, τους οποίους δωροδόκησε, με αποτέλεσμα να κερδίσει τη δίκη λόγω έλλειψης επαρκών αποδεικτικών στοιχείων.
Σύμφωνα με τις δηλώσεις του Αιτητή, ο [...] χρωστούσε στον πατέρα του δύο μεγάλα χρηματικά ποσά (6800 δολάρια και 17.000 δολάρια) τα οποία δεν επέστρεψε ποτέ Όταν ο μεγαλύτερος αδελφός του Αιτητή προσπάθησε να τα διεκδικήσει, η αστυνομία τον συνέλαβε και τον έστειλε στη φυλακή Makala, όπου έμεινε για τρεις εβδομάδες. Εκεί, σύμφωνα με τον Αιτητή, ο [...] πλήρωσε μέλη συμμορίας εντός της φυλακής για να τον βλάψουν, γεγονός που προκάλεσε σοβαρό φόβο στην οικογένεια. Επειδή δεν είχαν χρήματα για να πληρώσουν εγγύηση και να τον απελευθερώσουν νομίμως, αποφάσισαν να τον φυγαδεύσουν παράνομα εκτός χώρας. Ο αδελφός του εγκατέλειψε το Κονγκό και κατέφυγε στη Λιβύη. Ωστόσο ως αναφέρει στη συνέχεια, ο αδελφός του σκοτώθηκε τρέχοντας μακρυά από τον κ. [...] «But my brother found death by running from Mr [...].»
Στη συνέχεια, ο Αιτητής ανέφερε ότι άρχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα έπειτα από έντονο διαπληκτισμό που σημειώθηκε μεταξύ της γιαγιάς του και του κ. [...]. Σύμφωνα με τον ίδιο, από εκείνο το χρονικό σημείο και έπειτα, ο κ. [...] ξεκίνησε να τον απειλεί προσωπικά και να τον καταδιώκει. Λόγω αυτής της κατάστασης, ο Αιτητής δεν μπορούσε πλέον να διαμένει με τη γιαγιά του και για χρονικό διάστημα πέντε (5) μηνών φιλοξενούνταν από φίλους του, προσπαθώντας - όπως χαρακτηριστικά ανέφερε - να «ζει στη σκιά» (living in the shadow). Κατόπιν παρότρυνσης των φίλων του να ασχοληθεί με κάποια δραστηριότητα για να έχει εισόδημα, ο Αιτητής τους συνόδευσε στην αγορά, όπου μετέφερε κι ο ίδιος εμπορεύματα μαζί τους. Στο πλαίσιο αυτών των δραστηριοτήτων γνώρισε μία γυναίκα (lady Marie), η οποία - όπως ισχυρίστηκε - είχε ξαδέλφια με στενές σχέσεις με τον κ. [...]. Η εν λόγω γυναίκα του αποκάλυψε ότι ο κ. [...] είχε πρόσφατα πωλήσει και άλλη μία γη, η οποία ανήκε στη μητέρα του. Ο Αιτητής επιχείρησε τότε να μιλήσει ειρηνικά με τα εν λόγω ξαδέλφια, πλην όμως εκείνα του επιτέθηκαν και συνεπλάκησαν μαζί του, με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στα χέρια και στους μηρούς. Την επόμενη ημέρα, ενώ βρισκόταν στην αγορά, συνελήφθη από αστυνομικούς που - κατά τους ισχυρισμούς του - είχαν σταλεί από τον κ. [...]. Τα περιστατικά αυτά τοποθετούνται χρονικά στο έτος 2017.
Κάποια ημέρα, ενώ ο Αιτητής περπατούσε στον δρόμο μαζί με φίλους του, συνάντησαν μια εξαδέλφη του κ. [...], την οποία απείλησαν. Η εν λόγω γυναίκα φέρεται να ενημέρωσε τον κ. [...] για το περιστατικό, και την επόμενη ημέρα, σύμφωνα με τον Αιτητή, ο κ. [...] έστειλε μέλη της συμμορίας Kuluna στην οικία του. Εκείνοι φέρονται να ξυλοκόπησαν τον παππού του Αιτητή, ο οποίος ήταν ήδη σε εύθραυστη κατάσταση υγείας, προκαλώντας παράλληλα και καταστροφές στην κατοικία.Το περιστατικό καταγγέλθηκε στην αστυνομία, η οποία συνέλαβε έναν άνδρα. Ο τελευταίος ισχυρίστηκε ότι δεν ενεργούσε κατόπιν εντολής του κ. [...], αλλά υπό τις οδηγίες ξαδέλφου του εν λόγω άντρα. Ακολούθησε δικαστική διαδικασία, η οποία όμως, σύμφωνα με τον Αιτητή, εξετράπη εις βάρος του λόγω της επιρροής που ασκεί ο κ. [...]. Ο ίδιος ο Αιτητής συνελήφθη και παρέμεινε κρατούμενος για δύο έως τρεις εβδομάδες. Στη συνέχεια, περιγράφει ότι ο κ. [...] συνέχισε να τον καταδιώκει, φτάνοντας στο σημείο να δωροδοκήσει στενό φίλο του Αιτητή με σκοπό να του κάνει κακό. Ο φίλος αυτός φέρεται να προσπάθησε να τον δηλητηριάσει και, αργότερα, του έριξε στάχτη στο δεξί του μάτι, προκαλώντας του μόνιμο πρόβλημα.
Ακολούθως, μεταξύ 2017-2018, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι κάποιοι άνθρωποι έσπασαν την πόρτα της γιαγιάς του, καταστρέφοντας τα πάντα και βιάζοντας την 7χρονη ανιψιά του. Έπειτα από αυτό, η γιαγιά του τον συμβούλευσε να εγκαταλείψει τη χώρα κάτι που τελικώς έπραξε με την βοήθεια κάποιας κας Τερέσα.
Μετά την ολοκλήρωση της ελεύθερης αφήγησης, ο Λειτουργός υπέβαλε διευκρινιστικές ερωτήσεις με σκοπό την αποσαφήνιση των γεγονότων και την κατανόηση της σύνδεσης μεταξύ των κινδύνων που επικαλείται ο Αιτητής και των λόγων για τους οποίους αιτείται διεθνή προστασία. Ζητήθηκαν, συγκεκριμένα, περαιτέρω λεπτομέρειες αναφορικά με την εμπλοκή του [...], τις επιθέσεις που υπέστη ο ίδιος και η οικογένειά του, καθώς και τα γεγονότα που ακολούθησαν τη φυγή του αδελφού του.
Κατά τη διάρκεια των ερωταπαντήσεων, ο Αιτητής ανέφερε ότι, μετά την παράνομη πώληση της οικογενειακής περιουσίας και τη φυλάκιση του αδελφού του, η κατάσταση επιδεινώθηκε σημαντικά. Όπως ισχυρίστηκε, ο [...] χρησιμοποίησε συγγενικά του πρόσωπα και ένοπλες συμμορίες kulunas για να στραφεί κατά της οικογένειάς του. Έκανε λόγο για επανειλημμένες επιθέσεις στο σπίτι των παππούδων του, ενώ σε μία από αυτές, η ανήλικη ανιψιά του έπεσε θύμα βιασμού. Σύμφωνα με τον Αιτητή, ένας από τους δράστες συνελήφθη από την αστυνομία και φέρεται να ομολόγησε πως είχε σταλεί από τον ανιψιό του [...]. Παρά ταύτα, δεν υπήρξε ουσιαστική απονομή δικαιοσύνης.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι η οικογένειά του υπέβαλε καταγγελίες στην αστυνομία για τα περιστατικά, ωστόσο, εκτός από μία μεμονωμένη σύλληψη, δεν υπήρξε περαιτέρω εξέλιξη ή ανταπόκριση των αρχών. Παράλληλα, ο παππούς του υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, το οποίο απέδωσε στο έντονο άγχος που του προκάλεσαν οι επιθέσεις, με αποτέλεσμα να μην μπορεί πλέον να περπατήσει. Ο Αιτητής περιέγραψε επίσης ότι οι kulunas κατέστρεψαν το σπίτι του παππού του.
Σε σχετική ερώτηση, επιβεβαίωσε ότι και ο ίδιος υπήρξε στόχος. Όπως δήλωσε, συνελήφθη δύο φορές - μία μόνος του και μία μαζί με φίλους - και κατά τη διάρκεια της κράτησής του υπέστη σωματική κακοποίηση και μαστιγώσεις. Τόνισε ότι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό δεν απαιτείται η διάπραξη αδικήματος για να φυλακιστεί κάποιος· αρκεί, όπως είπε, να υπάρξει σχετική εντολή από πρόσωπο με εξουσία.
Σε ερώτηση αν τα γεγονότα αυτά είχαν παρουσιαστεί ενώπιον δικαστηρίου ή αν είχαν επιχειρήσει ξανά να κινηθούν νομικά, ο Αιτητής απάντησε ότι όλα τα δικαστήρια ήταν προκατειλημμένα, καθώς - όπως ισχυρίστηκε - οι δικηγόροι και οι δικαστές δωροδοκούνταν από τον [...]. Αναφέρθηκε ειδικά στον δικηγόρο [.], εξηγώντας ότι διατηρούσε στενή σχέση με τον [...], τον θεωρούσε σχεδόν σαν γιο του και είχε πλαστογραφήσει ή παρουσιάσει έγγραφα που έβλαψαν την οικογένεια του Αιτητή.
Ο Λειτουργός ζήτησε περαιτέρω διευκρινίσεις για την περίοδο 2004-2010/11, κατά την οποία δεν φαίνεται να έγιναν καταγγελίες ή νομικές ενέργειες. Ο Αιτητής δήλωσε ότι τότε δεν υπήρχαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, με αποτέλεσμα η υπόθεση να μην μπορεί να προχωρήσει. Σύμφωνα με όσα ανέφερε, οι διώξεις και οι επιθέσεις από τους kulunas ξεκίνησαν όταν ο μεγαλύτερος αδελφός του άρχισε να αναζητά αποδείξεις για την ανακίνηση της υπόθεσης.
Ο Λειτουργός ρώτησε τον Αιτητή για ποιο λόγο δεν είχε αναφέρει τα πιο πάνω περιστατικά στην αρχική αίτηση ή κατά την ελεύθερη αφήγηση με τον ίδιο να δηλώνει ότι ουδείς τον ρώτησε γιατί εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, αλλά μόνο πώς έφτασε στην Κύπρο. Συμπλήρωσε ότι οι λειτουργοί δεν έδειχναν ενδιαφέρον να ακούσουν ή να καταγράψουν την ιστορία του με ακρίβεια. Σε ερώτηση για το αν υπήρξε περίοδος ηρεμίας, ανέφερε ότι για περίπου δύο χρόνια δεν υπήρξαν επιθέσεις εναντίον του, κάτι που απέδωσε στο ότι δεν ήταν ακόμη αναγνωρίσιμος. Όπως εξήγησε, η στοχοποίησή του ξεκίνησε αφότου η γιαγιά του τον παρουσίασε ως εγγονό της οικογένειας που είχε προσφύγει νομικά κατά του [...].
Στη συνέχεια, περιέγραψε περιστατικό που έλαβε χώρα στο Pascal Market, όπου συνάντησε μία γυναίκα την οποία αναγνώρισε ως ξαδέλφη του [...]. Όταν της είπε ότι γνωρίζει την ταυτότητα και τις πράξεις του θείου της, εκείνη φάνηκε να τον αναγνωρίζει. Λίγες ημέρες αργότερα, δέχθηκε επίθεση από τους kulunas, γεγονός που, κατά τον Αιτητή, οφείλεται στην ειδοποίηση που είχε δώσει η εν λόγω γυναίκα στον [...].
Ο Αιτητής περιέγραψε και δεύτερο περιστατικό, κατά το οποίο άτομο αποπειράθηκε να τον δηλητηριάσει, βάζοντας δηλητήριο στο φαγητό του και στάχτη στο μάτι του, με αποτέλεσμα να υποστεί - όπως ισχυρίστηκε - μόνιμη μείωση της όρασής του. Ο δράστης συνελήφθη και φέρεται να ομολόγησε ότι είχε σταλεί από συγγενή του [...]. Μετά το συμβάν αυτό, ο Αιτητής εγκατέλειψε την περιοχή Kingasani και μετακινήθηκε.
Ερωτηθείς αν είχε προσπαθήσει να καταφύγει σε άλλη περιοχή εντός της ΛΔΚ, απάντησε αρνητικά, υποστηρίζοντας ότι δεν υπάρχει κανένα ασφαλές μέρος στη χώρα. Όπως εξήγησε, ο [...] διαθέτει ισχυρή επιρροή σε όλες τις επαρχίες, ενώ σε απομονωμένες περιοχές όπου δεν φτάνει η επιρροή του, η επιβίωση είναι αδύνατη λόγω απουσίας εργασίας, ιατρικής περίθαλψης και βασικών υπηρεσιών. Υπογράμμισε ότι δεν υπήρχε καμία δυνατότητα για μια αξιοπρεπή ζωή.
Αναφέρθηκε, επίσης, σε περιστατικό του 2018, κατά το οποίο αντιμετώπισε πρόσωπο με πρόσωπο τον ίδιο τον [...]. Όπως ισχυρίστηκε, του αποκάλυψε ποιος είναι και του είπε ότι γνωρίζει την αλήθεια. Ο [...] τον χαστούκισε δημόσια και λίγες ημέρες αργότερα, ο Αιτητής συνελήφθη και φυλακίστηκε. Κατά τη διάρκεια της κράτησής του, παρέμεινε για αρκετές ημέρες στη φυλακή και υπέστη ξυλοδαρμό.
Τέλος, ο Αιτητής επανέλαβε ότι στη Λ.Δ.Κ. δεν υπάρχει κράτος δικαίου και ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θεωρεί βέβαιο πως θα δολοφονηθεί. Κατά την άποψή του, ο [...] δεν συγχωρεί κανέναν που στρέφεται εναντίον του ή που ενδέχεται να αποτελεί απειλή. Όπως τόνισε, ακόμη και αν δεν έχει ενεργήσει προσωπικά εναντίον του, ο [...] τον θεωρεί απειλή λόγω του ότι φέρει το όνομα της μητέρας του, το οποίο αναγραφόταν στα επίμαχα έγγραφα ιδιοκτησίας. Κατέληξε λέγοντας ότι η οικογένειά του δεν κατάφερε ποτέ να βρει δικαιοσύνη και ότι δεν έχει καμία εμπιστοσύνη στο δικαστικό σύστημα ή στις Αρχές της χώρας του.
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου του Αιτητή, ο Λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: Ο πρώτος αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ, τον τόπο καταγωγής του Αιτητή. Ο δεύτερος αφορούσε το φερόμενο γεγονός ότι οι γονείς και ο αδελφός του Αιτητή δολοφονήθηκαν και ότι έγινε απόπειρα δηλητηρίασής του, στο πλαίσιο κτηματικής διαμάχης.
Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τον Λειτουργό, καθώς κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ήταν επαρκώς λεπτομερείς και συνεκτικές, ενώ επιπλέον επιβεβαιώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Όσον αφορά τον δεύτερο ισχυρισμό του Αιτητή, αυτός απορρίφθηκε, καθώς δεν κατέστη δυνατή η παροχή ικανοποιητικών και επαρκών πληροφοριών εκ μέρους του για την τεκμηρίωσή του. Ειδικότερα, σε σχέση με την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός διαπίστωσε σειρά αντιφάσεων και ελλείψεων. Συγκεκριμένα κρίθηκε ότι ο Αιτητής προέβη σε δηλώσεις βασισμένες σε υποθέσεις, χωρίς να δώσει εύλογη και τεκμηριωμένη εξήγηση για τη σύνδεση μεταξύ του θανατηφόρου τροχαίου δυστυχήματος, στο οποίο έχασαν τη ζωή τους οι γονείς του, και του κ. [...]. Παράλληλα, δεν υπήρξε συνεπής στις δηλώσεις του και δεν κατάφερε να αιτιολογήσει με σαφήνεια τη σύνδεση που αποδίδει στον κ. [...], τόσο ως προς τον θάνατο του αδελφού του όσο και σε σχέση με τα υπόλοιπα περιστατικά που, σύμφωνα με τον ίδιο, υπέστη εξαιτίας του.
Οι αναφορές του σχετικά με τις επιθέσεις των kuluna το 2016-2017 κρίθηκαν ελλιπείς σε πληροφορίες και λεπτομέρειες. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι κατά την επίθεση στο σπίτι της γιαγιάς του δεν βρισκόταν εκεί, αλλά όταν ρωτήθηκε πού ακριβώς ήταν εκείνη τη στιγμή, περιορίστηκε να απαντήσει γενικά ότι ήταν «έξω», χωρίς να παράσχει καμία συγκεκριμένη πληροφορία. Ελλιπής και ασαφής κρίθηκε και η περιγραφή της φερόμενης απόπειρας δηλητηρίασής του, η οποία - σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του - τελέστηκε το 2018 από φίλο και συγκάτοικό του που είχε, όπως υποστήριξε, δωροδοκηθεί από τον κ. [...]. Ο Αιτητής δήλωσε απλώς ότι είδε τον φίλο του να τοποθετεί κάτι στο φαγητό του, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ή να έχει επιβεβαιώσει τι ακριβώς ήταν αυτό ή ποια ήταν η πρόθεσή του. Εκφράστηκε μόνον υπόνοια. Δεδομένου ότι το περιστατικό αυτό αποτελεί βασικό στοιχείο του ισχυρισμού του, εύλογα θα αναμενόταν να είχε επιδιώξει περισσότερες πληροφορίες από τον εν λόγω φίλο, ιδίως λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι εξακολούθησαν να συγκατοικούν και μετά το συμβάν.
Τέλος, όταν ερωτήθηκε πώς συμβαδίζει ο ισχυρισμός του ότι ο κ. [...] επιδίωκε την εξόντωσή του με το γεγονός ότι, από το 2002 μέχρι και το 2019 - έτος κατά το οποίο εγκατέλειψε τη χώρα - δεν υπήρξε καμία άμεση βλάβη εις βάρος του, πλην του επίμαχου περιστατικού δηλητηρίασης, ο Αιτητής απάντησε με γενικότητα και ασυνέπεια, λέγοντας απλώς ότι δεν είχε νέα του [...].
Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών, ο Λειτουργός παράθεσε πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του Αιτούντος σχετικά με κτηματικές διαφορές στη ΛΔΚ. Διασαφηνίστηκε ότι οι πολιτικές κατοχής και καταγραφής γης στη χώρα βασίζονται συχνά σε έγγραφα και δηλώσεις που επιδέχονται πολλές και αντιφατικές ερμηνείες. Αυτό δημιουργεί σοβαρά ζητήματα, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν σαφή και ενιαία πρότυπα για την επίσημη καταγραφή της γης. Αντίθετα, ένα οικόπεδο μπορεί να καταγραφεί βάσει προφορικών μαρτυριών, τεκμηρίωσης ή των ισχυόντων προτύπων χρήσης γης, οδηγώντας σε σύγχυση, εντάσεις, ανταγωνιστικές διεκδικήσεις ιδιοκτησίας ή δικαιωμάτων και, σε ορισμένες περιπτώσεις, σε βίαιες αντιπαραθέσεις.
Επιπλέον, ο Λειτουργός διαβεβαίωσε ότι κατά την περίοδο που ο Αιτών διέμενε στην Κινσάσα, υπήρχαν ενεργές εγκληματικές συμμορίες — ειδικά η ομάδα γνωστή ως Kuluna — με έντονη παρουσία στην πόλη. Σύμφωνα με τις πηγές στις οποίες ανέτρεξε ο Λειτουργός, τον Απρίλιο του 2018 ο Υπουργός Εσωτερικών και Ασφάλειας παρουσίασε ένα σχέδιο καταπολέμησης της αστικής εγκληματικότητας στη ΛΔΚ, εστιάζοντας στην Κινσάσα και αποσκοπώντας στην αντιμετώπιση του φαινομένου των Kuluna μέσω κυρίως της ενίσχυσης της αστυνομικής παρουσίας.
Παρότι ορισμένα στοιχεία που ανέφερε ο Αιτητής για την παρουσία της Kuluna και τις κτηματικές διαμάχες επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές, οι περιγραφές των προβλημάτων που ισχυρίστηκε ότι αντιμετώπισε δεν ήταν επαρκώς λεπτομερείς. Συνεπώς, λόγω έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί απορρίφθηκαν συνολικά.
Κατά το στάδιο αξιολόγησης κινδύνου και στα πλαίσια του ισχυρισμού περί των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή που έγινε αποδεκτός, ο Λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής οι οποίες αφορούν τη γενική κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ. Κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης, και όσον αφορά τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, την Κινσάσα, ο Λειτουργός παρέθεσε αριθμητικά δεδομένα από τη βάση ACLED για το πρώτο τρίμηνο του 2021, και το δεύτερο τρίμηνο του 2022 σύμφωνα με τα οποία τα περιστατικά ασφαλείας στην πόλη ανέρχονται σε χαμηλό αριθμό. Σύμφωνα με τις συγκεκριμένες πληροφορίες, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν υπάρχει εύλογη πιθανότητα να υποστεί ο Αιτητής συμπεριφορά που να ισοδυναμεί με δίωξη ή με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.»
Το Δικαστήριο, αποτιμώντας τα ενώπιον του στοιχεία, κατέληξε ότι συμφωνεί με όλα τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση ότι δεν υφίσταντο στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως αλλά και της προσφυγής που ακολούθησε προϋποθέσεις παροχής διεθνούς προστασίας και έτσι απέρριψε την προσφυγή αρ.1693/23.
Στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης ο αιτητής καταγράφει τα εξής (ερ.121-122): «Επικοινώνησα με τη γιαγιά μου για να την ενημερώσω ότι δεν έχω visa (σ.σ. άδεια διαμονής) και ότι αυτός θέλει να με επιστρέψει στη χώρα μου και με ενημέρωσε ότι ο Mbolokele εργάζεται για τους Christian Tshisekedi και Augustin Kabuya στα ορυχεία και στο ξέπλυμα χρήματος γι’ αυτούς. Είναι συνεργάτες του Ruddu Ilumbe και του Isaac Tshimini. Είναι τόσο έξυπνος που ενεργεί διακριτικά και έχει δύναμη. Η ανιψιά μου διέμενε με τη χήρα γιαγιά μου, που βιάσθηκε και δολοφονήθηκε από οπλισμένους μασκοφόρους άνδρες. Ο ξάδελφος μου που ονομάζεται Sacre Makala είναι φυλακισμένος στη φυλακή Makala, είναι άρρωστος και χωρίς άδεια να λάβει ιατρική περίθαλψη. Είπαν ψέματα ότι δούλευε για αντάρτικες ομάδες του AFC και έστειλαν μη πολιτικές ομάδες να σκοτώσουν την οικογένεια μου». Σε σχέση δε με τυχόν έγγραφα (σημείο 11 επίδικης αίτησης) ο αιτητής αναφέρει ότι, «λόγω του ότι λήστεψαν το σπίτι της γιαγιάς [του] μέχρι που χάθηκαν όλα», δεν έχει στην κατοχή του έγγραφα να προσκομίσει.
Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας την επίδικη αίτηση, κατόπιν παράθεσης και ιστορικού των προηγουμένων (1η αίτηση και προσφυγή αρ.1693/23), σημείωσαν ότι όσα ο αιτητής αναφέρει στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης περί κινδύνου από κάποιον ονόματι Mbolokele, όσο και τον βιασμό και δολοφονία της γιαγιάς του είχαν αναφερθεί στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως και, αφού εξετάστηκαν ενδελεχώς, απορρίφθηκαν. Τα όσα δε αναφέρει περί του ξαδέλφου του, που είναι φυλακισμένος αδίκως και περί του ότι είχαν στείλει παραστρατιωτικούς να επιτεθούν στην οικογένεια του είναι νέοι ισχυρισμοί, που δεν είχαν αναφερθεί προηγουμένως εξ υπαιτιότητας του αιτητή. Συνεπώς απέρριψαν για τους πιο πάνω λόγους την επίδικη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.
Στα πλαίσια της παρούσης η συνήγορος του ανέφερε, αγορεύοντας προφορικά κατά τις διευκρινήσεις, ότι ο αιτητής υφίσταται κίνδυνο δίωξης εξαιτίας οικογενειακής διαμάχης με τον Mbolokele, ο οποίος ήταν συνέταιρος του πατέρα του και μετά τον θάνατο του αυτός οικειοποιήθηκε την περιουσία του, έχει διασυνδέσεις με την εξουσία και παρενοχλεί την οικογένεια του αιτητή. Ο δε μεγαλύτερος αδελφός του αιτητή προσπάθησε να έρθει σε συμφωνία με τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη τους όμως κατέληξε στη φυλακή, η ανιψιά του βιάστηκε και ο ίδιος έφυγε από τη χώρα, αφού – ως ανέφερε – λόγω διασυνδέσεων του διώκτη του με την εξουσία, δεν μπορεί να λάβει προστασία από τις Αρχές της ΛΔΚ, η οποία – ως ανέφερε περαιτέρω – είναι μη ασφαλής χώρα. Για τους λόγους αυτούς θα έπρεπε η επίδικη αίτηση να κριθεί παραδεκτή και να εξεταστεί επί της ουσίας.
Προχωρώ σε εξέταση των ενώπιον μου στοιχείων.
Σημειώνεται ότι, στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης, αυτό που ερευνάται είναι το κατά πόσο «[…] υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του […]» [αρ.16Δ (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 (6(I)/2000)] και, εφόσον διαπιστωθεί τούτο, προχωρά σε εξέταση του κατά πόσο «[τ]α εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον/στην αιτητής διεθνούς προστασίας […]» [αρ.16Δ (3) (β) (i)] και του κατά πόσο «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία» [αρ.16Δ (3) (β) (i)], [βλ. και αρ.40 (2),(3) και (4) Οδηγία 2013/32/ΕΕ].
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. αρ.C-651/19, JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημ.09/09/20, λέχθηκε, σκέψη 60, ότι: «[…] το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ’ ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.»
Στην απόφαση του ΔΕΕ στην C-921/19, LH, ημ.10/06/21 λέχθηκαν τα εξής:
«34. Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.
35. Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.
36. Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ' αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.
37. Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.
38. Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται.»
Σημειώνεται ότι η Δημοκρατία – ως είχε δικαίωμα στη βάση του αρ.40 (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ («[τα] κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν ότι η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα στοιχεία που αναφέρονται στις παραγράφους 2 και 3 του παρόντος άρθρου κατά την προηγούμενη διαδικασία») – συμπεριέλαβε στην οικεία νομοθεσία το αρ.16Δ (3) (β) (ii), βάσει της οποίας, προκειμένου μεταγενέστερη αίτηση να θεωρηθεί παραδεκτή και να προχωρήσει σε επί της ουσίας εξέταση της, θα πρέπει να «ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος». Είναι δε σαφές εκ της χρήσης στο αρ.40 (4) της Οδηγίας του λεκτικού «η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω μόνο εάν», ότι η εξέταση του κατά πόσο ο αιτών φέρει υπαιτιότητα για την μη προηγούμενη επίκληση ή προσαγωγή των νέων στοιχείων εντάσσεται στα πλαίσια του δεύτερου σταδίου (βλ. C-921/19, ανωτέρω) προκαταρτικής εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης. Άλλωστε και στην σκέψη 38 της ως άνω απόφασης γίνεται αναφορά στις «δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού».
Ως εκ των ως άνω αναμφισβήτητα συνάγεται ο σκοπός της εξέτασης μεταγενέστερης αιτήσεως επί του παραδεκτού, η οποία συνίσταται σε δύο διακριτά στάδια, το 1ο, όπου εξετάζεται κατά πόσο έχουν προσκομισθεί νέα στοιχεία ή έγγραφα, και το 2ο, όπου εξετάζεται τυχόν υπαιτιότητα του αιτούντος για την μη προηγούμενη επίκληση τους αλλά και το κατά πόσον αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, αφορά το κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες και θα δικαιολογούσαν περαιτέρω (επί της ουσίας) εξέταση της απορριφθείσας μεταγενέστερης αίτησης και όχι η επί της ουσίας έρευνα των νεών αυτών ισχυρισμών, ως να επρόκειτο για 1η αίτηση ασύλου.
Ενόψει των ως άνω παρατηρώ τα εξής.
Το σύνολο των ισχυρισμών που παραθέτει ο αιτητής στην επίδικη μεταγενέστερης αίτηση αναφορικά τόσο με όσα αφορούν και άπτονται περαιτέρω ισχυρισμούς επί των όσων είχε αναφέρει στα πλαίσια της 1ης αίτησης που υπέβαλε (τα οποία συνίστανται σε αναφορές επιπρόσθετων ονομάτων, με τα οποία κατ’ ισχυρισμό συνεργάζεται ο διώκτης του), αλλά και τα όσα αναφέρει περί της ανιψιάς, του εξαδέλφου και της γιαγιάς του, στο βαθμό που αυτά δεν ταυτίζονται με τους προηγούμενους ισχυρισμούς του αποτελούν νέα στοιχεία τα οποία – στην απουσία κάποιας εξήγησης ή αιτιολογίας περί τούτου – δεν μπορεί παρά να γίνει δεκτό ότι ήταν εξ υπαιτιότητας του ιδίου που δεν είχαν αναφερθεί προηγουμένως, κατά την 1η αίτηση ή και την προσφυγή που ακολούθησε. Επί τούτων δε των στοιχείων ο αιτητής ουδέν αναφέρει, τόσο στα πλαίσια της επίδικης μεταγενέστερης αίτησης όσο και στα πλαίσια της παρούσης. Ουδείς λόγος αναφέρθηκε που να εξηγεί γιατί ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει τα όσα αναφέρει προηγουμένως. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι, παρότι ο αιτητής αναφέρει ότι έλαβε τις πληροφορίες που παραθέτει από τη γιαγιά του, εντούτοις δεν εξηγεί (και ούτε είναι λογικό) να μην είχε αυτές τις πληροφορίες για τον κατ’ ισχυρισμό διώκτη του ήδη από προηγουμένως. Επιπροσθέτως θα πρέπει να σημειωθεί ότι ενώ στην 1η αίτηση ο αιτητής έκανε λόγο για αδελφό του που φυλακίστηκε, στην εδώ επίδικη μεταγενέστερη αίτηση κάνει λόγο για ξάδελφο του. Τέλος, τα όσα αναφέρει στο σημείο 11 της επίδικης αίτησης (ερ.121) περί του ότι δεν απέμεινε κανένα έγγραφο που θα μπορούσε να προσκομίσει δεν εξηγούν τον λόγο που ο αιτητής δεν είχε αναφέρει τους νέους ισχυρισμούς του στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως (ή και της προσφυγής 1693/23), οι οποίοι, σε κάθε περίπτωση, παραμένουν δε χωρίς σαφή χρονικό προσδιορισμό και όλως αόριστα αλλά και ασύνδετα μεταξύ τους.
Εκ των ως άνω καταλήγω λοιπόν ότι τα όσα καταγράφονται στην επίδικη αίτηση δεν αιτιολογούν την καθυστέρηση στην υποβολή των νέων ισχυρισμών που καταγράφονται στην επίδικη μεταγενέστερη αίτηση. Οι δε ισχυρισμοί που ταυτίζονται με τα όσα ανέφερε στα πλαίσια της 1ης αιτήσεως, δεδομένου του ότι έχουν εξεταστεί από το Δικαστήριο στα πλαίσια της προσφυγής αρ.1693/23, δεν μπορούν, στην απουσία κάποιου αποδεκτού ισχυρισμού ή και στοιχείου που να τους ενισχύει ή και να τους τεκμηριώνει, να εξεταστούν εκ νέου στα πλαίσια είτε της επίδικης αίτησης είτε της παρούσης. Συνεπώς ορθώς θεωρώ απορρίφθηκε η επίδικη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, δεδομένου ότι ο αιτητής είχε κάθε δυνατότητα «να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο» αλλά ουδέν έπραξε. Επί των όσων δε ισχυρισμών ταυτίζονται με τα όσα στην 1η αίτηση ο αιτητής είχε αναφέρει, σημειώνω ότι, ως στο αρ.16Δ (2) & (3) (α) του Νόμου ρητώς αναφέρεται, «[ο] Προϊστάμενος λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη» και «σε περίπτωση που […] ο αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.».
Εν προκειμένω ουδεμία άλλη κατάληξη θα μπορούσε να έχει η επίδικη αίτηση και ουδεμία ανάγκη υπήρχε για κλήση του αιτητή σε συνέντευξη.
Έπεται ότι τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί της επίδικης αιτήσεως είναι επαρκώς τεκμηριωμένα, προϊόντα επαρκούς έρευνας του συνόλου των υποβληθέντων στοιχείων, υπαγωγής τους στο νομικό πλαίσιο και είναι πλήρως αιτιολογημένη η επίδικη απόφαση.
Καταλήγω λοιπόν ότι ορθώς απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η επίδικη αίτηση.
Για σκοπούς πληρότητας κρίνεται σκόπιμη η αποτίμηση της κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα, ΛΔΚ), σε επικαιροποιημένη βάση.
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση την 01/11/25) στην επαρχία της Κινσάσα, όπου βρίσκεται και η ομώνυμη πρωτεύουσα, καταγράφηκαν 42 περιστατικά πολιτικής βίας (“Political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις - απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 54 θάνατοι. [2] Ο πληθυσμός της επαρχίας της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [3]
Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή, σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας»[4] (βλ. απόφαση ΔΕΕ, C-901/19, CF and DN, ημ.10/06/21).
Η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €500 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[2] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (17/12/25).
[3] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,
[4] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο