P.U.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: T544/25, 14/4/2026
print
Τίτλος:
P.U.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: T544/25, 14/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: T544/25

 

14 Απριλίου, 2026

 [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

P.U.O. από τη Νιγηρία

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Α. Δημητρίου (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, επιστολής ημερομηνίας 27/10/25, του κοινοποιήθηκε αυθημερόν, με την οποία απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του ως απαράδεκτη, ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και/ή ζητά οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής καταχώρησε πρώτη μεταγενέστερη αίτηση στις 19/12/24, ακολούθησε σημείωμα/εισήγηση ημερομηνίας 20/10/25 και απόφαση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του ως απαράδεκτη, απόφαση που αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο συνήγορος για τον Αιτητή υποστήριξε ότι με την μεταγενέστερη του αίτηση προσκόμισε νέα στοιχεία/έγγραφα που συνδέονται με τον λόγο δίωξης του στην χώρα καταγωγής. Λανθασμένα, τόνισε, η αρμόδια αρχή αξιολόγησε το ερυθρό 125 όπου η Υπηρεσία Ασύλου αναφέρεται σε άσχετο άρθρο της υποβληθείσας εφημερίδας και/ή στη σελίδα 2, ενώ το μέρος που αφορά τον Αιτητή βρίσκεται στη σελίδα 5 της εφημερίδας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Η παρούσα υπόθεση αφορά απόρριψη μεταγενέστερου αιτήματος του Αιτητή για διεθνή προστασία το οποίο εξετάστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου στη βάση του Άρθρου 12Βτετράκις και Άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000).

 

Όπως ορίζεται στο σχετικό Άρθρο 16Δ του Νόμου δεν θεωρείται οτιδήποτε το οποίο υποβλήθηκε ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης. Αυτό το οποίο πρωτίστως αξιολογείται από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στα πλαίσια παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης είναι κατά πόσο ο αιτών υπέβαλε νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της απόφασης επί του αρχικού αιτήματος του. Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο αιτών δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη. Εάν δε διαπιστωθεί ότι υπέβαλε νέα στοιχεία, δεν καθίσταται υποχρεωτικό για τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου να προβεί πάντα σε νέα κλήση του ενδιαφερόμενου σε συνέντευξη καθότι θα πρέπει τα στοιχεία αυτά (α) να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης σ΄ αυτόν του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και (β) ο αιτών - ενδιαφερόμενος προκύπτει να αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη και/ή αρχική διαδικασία εξέτασης ασύλου. Οι πιο πάνω πρόνοιες του Νόμου ενσωματώθηκαν στην εθνική νομοθεσία σε σύμπνοια με τις διατάξεις του Άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[1]. Η μεθοδολογία προκαταρκτικής αξιολόγησης επί των μεταγενέστερων αιτήσεων και/ή οι προϋποθέσεις για απόφαση επί του παραδεκτού μεταγενέστερης αίτησης επιβεβαιώνονται και στην απόφαση ΔΕΕ C-921/19, LH v Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid, ημερ.10/06/2021, ήτοι:

«34     Επομένως, το άρθρο 40, παράγραφοι 2 και 3, της οδηγίας 2013/32 προβλέπει την εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων.

35      Το πρώτο αυτό στάδιο πραγματοποιείται επίσης σε δύο στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού που θέτουν οι ίδιες αυτές διατάξεις.

36      Επομένως, πρώτον, το άρθρο 40, παράγραφος 2, της οδηγίας 2013/32 ορίζει ότι, προκειμένου να ληφθεί απόφαση σχετικά με το παραδεκτό αίτησης για διεθνή προστασία δυνάμει του άρθρου 33, παράγραφος 2, στοιχείο δʹ, της οδηγίας αυτής, η μεταγενέστερη αίτηση για διεθνή προστασία υποβάλλεται κατ’ αρχάς σε προκαταρκτική εξέταση, προκειμένου να καθοριστεί εάν προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του εάν ο αιτών πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να χαρακτηρισθεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας δυνάμει της οδηγίας 2011/95.

37      Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 40, παράγραφος 3, της οδηγίας αυτής, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την πρώτη αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά την πιθανότητα να πληροί ο αιτών τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να του αναγνωρισθεί το καθεστώς αυτό.

38      Κατά συνέπεια, οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, σύμφωνα με το άρθρο 40, παράγραφος 3, της εν λόγω οδηγίας, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται

 

(ο τονισμός δικός μου)

 

Πρόσθετα των πιο πάνω, σημαντικότατη πρόνοια που περιλαμβάνεται στο Άρθρο 42 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και τυγχάνει εφαρμογής στις μεταγενέστερες αιτήσεις προβλέπει ότι (α) ο αιτών έχει υποχρέωση να αναφέρει τα γεγονότα και να παρέχει αποδεικτικά στοιχεία που να δικαιολογούν τη νέα διαδικασία, και (β) επιτρέπεται η διεξαγωγή της προκαταρκτικής εξέτασης μόνο βάσει γραπτών παρατηρήσεων χωρίς να απαιτείται η εκ νέου προσωπική συνέντευξη του αιτούντα.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός που εξέτασε το μεταγενέστερο αίτημα του Αιτητή, ετοίμασε σημείωμα (ερυθρά 201-189 του διοικητικού φακέλου στο εξής «Δ.Φ.») με εισήγηση όπως η μεταγενέστερη αίτηση κριθεί ως απαράδεκτη. Γίνεται εκτενέστατη περιγραφή από τον λειτουργό στο σχετικό σημείωμα αναφορικά με την αρχική διαδικασία ασύλου (όλα τα βήματα της αρχικής διαδικασίας μέχρι την απόρριψη της προσφυγής του με αριθμό 2510/23 – με αποτέλεσμα η απορριπτική απόφαση ημερομηνίας 28/07/23 επί της πρώτης αίτησης να καταστεί τελεσίδικη). Συγκεκριμένα, καταγράφεται από τον εξεταστή ότι με την μεταγενέστερη του αίτηση δεν πρόβαλε νέους ισχυρισμούς αλλά επανέλαβε τους ίδιους (και/ή το ίδιο αφήγημα) - ήτοι ότι έφυγε από τη χώρα του διότι ο πατέρας του θυσιάστηκε στην τοπική θεότητα και θα έπρεπε ο ίδιος να αναλάβει καθήκοντα αρχιερέα στη κοινότητά του, η άρνηση του ως Χριστιανός οδήγησε στον διωγμό του και/ή στις απειλές θανάτου από την κοινότητα. Σημειώνεται, επί τούτου, ότι ο Αιτητής με την μεταγενέστερη του αίτηση υπέβαλε δέσμη εγγράφων (ερυθρά 142-125 Δ.Φ.) τα οποία αξιολογήθηκαν δεόντως από τον λειτουργό στα ερυθρά 198-190 Δ.Φ. και η ορθότητα αξιολόγησης τους δεν αμφισβητήθηκε παρά μόνο η αξιολόγηση για το ερυθρό 125 Δ.Φ. Συνεπώς το Δικαστήριο ως και η θέση του συνηγόρου του Αιτητή εξετάζει την ορθότητα της αξιολόγησης του λειτουργού μόνο σε σχέση με το ερυθρό 125 Δ.Φ. και/ή κατά πόσο μπορεί αυτό το σημείο να οδηγήσει σε ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης - αφού το υπόλοιπο μέρος αξιολόγησης δεν αμφισβητείται στην δικαστική διαδικασία ως λανθασμένο.  

 

Ως προκύπτει από την έκθεση ο λειτουργός κατά την εξέταση του εγγράφου στο ερυθρό 125 Δ.Φ. καταγράφει ότι πρόκειται για εφημερίδα ημερομηνίας 15/03/24 με τίτλο «Ezeship: Late EZE Okorie Dynasty…» και φερεται να προέρχεται από τοπική εφημερίδα της Πολιτείας Ιμο (Egbuoma, Oguta LGA). Το δημοσίευμα αναφέρεται στην διαδικασία διαδοχής παραδοσιακού αρχηγού (Eze) στην κοινότητα Egbuoma, κάνοντας λόγο για μέλη της βασιλικής οικογένειας Okorie κα τη σειρά διαδοχής, χωρίς ωστόσο να περιλαμβάνει οποιαδήποτε αναφορά σε περιστατικά βίας, δίωξης ή απειλής από κρατικές αρχές και δεν συνδέεται με τον Αιτητή. Η θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι ο λειτουργός λανθασμένα αξιολόγησε το ερυθρό 125 αφού αναφέρεται σε άσχετο άρθρο της υποβληθείσας εφημερίδας και/ή στη σελίδα 2, ενώ το μέρος που αφορά τον Αιτητή βρίσκεται στη σελίδα 5 της εφημερίδας είναι ορθή. Η λανθασμένη αυτή αναφορά και/ή αξιολόγηση, όμως, του λειτουργού δεν μπορεί να οδηγήσει (μόνο επί αυτού του σημείου) σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης. Τα υπόλοιπα έγγραφα ως έχουν αξιολογηθεί (και δεν έχουν αμφισβητηθεί) επιβεβαιώνουν στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησης ότι πρόκειται για πρόσωπο που κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστος τόσο κατά την αρχική διαδικασία ασύλου όσο και επιβεβαιώνεται στα πλαίσια της μεταγενέστερης του αίτησης και/ή με τα στοιχεία που υπέβαλε δεν αυξάνουν ουσιωδώς τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Η αρχική απόφαση επί του αιτήματος ασύλου του παρέμεινε ισχυρή και κατέστη τελεσίδικη, τα δε έγγραφα παραμένουν πάντα ως εξωτερική ενισχυτική μαρτυρία του αφηγήματος και/ή της εσωτερικής αξιοπιστίας του ενδιαφερόμενου και την στιγμή που κρίθηκε αναξιόπιστος στην αρχική διαδικασία, την στιγμή που απορρίφθηκαν στο σύνολο τους τα έγγραφα στα ερυθρά 142-124 Δ.Φ. τα οποία αξιολογήθηκαν δεόντως από τον λειτουργό στα ερυθρά 198-190 Δ.Φ. και η ορθότητα αξιολόγησης τους δεν αμφισβητήθηκε, δεν μπορεί μόνο η αξιολόγηση για το ερυθρό 125 Δ.Φ. να οδηγήσει σε ακύρότητα καθότι: (α) η προσκομισθείσα εφημερίδα αφορά κακής ποιότητας αντίγραφο και δεν μπορεί να επιβεβαιωθεί με κανένα τεχνικό μέσο ότι δεν είναι παραποιημένη και/ή αποτέλεσμα παραποίησης και επανεκτύπωσης, (β) δεν αποτελεί στοιχείο από μόνο του που αυξάνει τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας ή μπορεί να οδηγήσουν σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης – αφού όλα τα υπόλοιπα στοιχεία (αρχικό αίτημα απορρίφθηκε, νέα έγγραφα που προσκομίστηκαν απορρίφθηκαν στο σύνολο τους στα πλαίσια μεταγενέστερης αίτησης και/ή δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα αξιολόγησης τους), (γ) πρόσθετα όλο το αφήγημα του Αιτητή και όλα τα έγγραφα που προσκόμισε αποτελεί κρίση του Δικαστηρίου ότι πρόκειται για κατασκευασμένα έγγραφα, με αντιφατικές πληροφορίες που παραπέμπουν σε μη αληθοφανές αφήγημα του Αιτητή ως ορθά κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστο τόσο κατά την αρχική διαδικασία όσο και κατά την αξιολόγηση της μεταγενέστερης του αίτησης. Όπως προκύπτει από την απόφαση ΔΕΕ C-651/19, JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημερ.02/09/2020, το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής που αφορά μεταγενέστερο αίτημα αξιολογεί κατά πόσο:

«58. Στο πλαίσιο αυτό επισημαίνεται, πρώτον, αφενός, ότι πριν από κάθε μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας προηγείται μια πρώτη αίτηση η οποία έχει οριστικώς απορριφθεί, στο πλαίσιο της οποίας η αρμόδια αρχή διενήργησε εξαντλητική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει αν ο αιτών πληρούσε τις προϋποθέσεις για την παροχή διεθνούς προστασίας. Αφετέρου, πριν καταστεί απρόσβλητη η απορριπτική απόφαση, ο αιτών έχει δικαίωμα άσκησης προσφυγής κατά της απόφασης αυτής.

59. Σημειώνεται συναφώς ότι, όπως προκύπτει από το άρθρο 40 της οδηγίας 2013/32, η μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας αποσκοπεί στην υποβολή, από τον ενδιαφερόμενο αιτούντα, νέων στοιχείων ή πορισμάτων σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αίτησης, τα οποία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας. Όταν η προκαταρκτική εξέταση στην οποία υποβάλλεται μια τέτοια αίτηση καταλήγει στο συμπέρασμα ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτούντα τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα, τότε η αίτηση εξετάζεται περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις του κεφαλαίου II της οδηγίας αυτής. Αντιθέτως, όταν από την προκαταρκτική εξέταση δεν προκύπτουν τέτοια στοιχεία ή πορίσματα, η εν λόγω αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 33, παράγραφος 2 στοιχείο δʹ, της οδηγίας 2013/32.

60. Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ' ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του.»

 

(ο τονισμός δικός μου)

 

Ως εκ των ανωτέρω, η μη ορθή αξιολόγηση μόνο του ερυθρού 125 από την αρμόδια αρχή δεν μπορεί να οδηγήσει σε ακυρότητα του συνόλου της προσβαλλόμενης απόφασης: (α) αφού στο σύνολο της κρινόμενη από τα υπόλοιπα στοιχεία/έγγραφα που υποβλήθηκαν είναι αιτιολογημένη, (β) ούτε το εν λόγω έγγραφο/κατ΄ ισχυρισμό εφημερίδα, ως και τα υπόλοιπα, αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας στον Αιτητη. Συνεπώς, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1600 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

                             

 

                          Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1]  της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση).


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο