C.A.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: T586/25, 8/4/2026
print
Τίτλος:
C.A.E. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: T586/25, 8/4/2026

 

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ.:  T586/25

 

8 Απριλίου, 2026

[Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος 

Μεταξύ:

                                                     C.A.E.

Αιτητού 

και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ’ ων η αίτηση

 

 

 

O Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως

Κα. Ι. Χαραλάμπους, για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Κ. Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Η παρούσα ενδιάμεση απόφαση εξετάζει το ενδεχόμενο παραμερισμού της απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου ημερ. 20.2.2026 για απόρριψη της παρούσας προσφυγής, λόγω μη προώθησης.

Ιστορικό διαδικασίας

1.            Το συναφές με την παρούσα διαδικασία ιστορικό, σύμφωνα με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα, έχει ως ακολούθως:

Ο Αιτητής κατάγεται από τη Νιγηρία και, περί τις 11.2.2022, υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας. Στις 10.11.2023, η εν λόγω αίτησή του απορρίφθηκε με απόφαση του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής: «ο Προϊστάμενος»), ο οποίος αποφάσισε ταυτόχρονα και την επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του, κατόπιν διενέργειας συνέντευξης και υποβολής σε αυτόν σχετικής εισήγησης. Ο Αιτητής προσέφυγε κατά της απορριπτικής αυτής απόφασης με την υπ’ αριθμόν 143/2024 προσφυγή του, η οποία απορρίφθηκε στις 14.5.2025 λόγω μη προώθησης. Ακολούθως, υπέβαλε αίτημα επαναφοράς στις 5.11.2025, το οποίο αποσύρθηκε στις 10.12.2025. Στις 21.8.2025, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για επανεξέταση της αίτησής του για διεθνή προστασία, η οποία επίσης απορρίφθηκε στις 31.10.2025. Η τελευταία αυτή απόφαση κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 11.11.2025. Στις 25.11.2025, ο Αιτητής καταχώρισε εναντίον της εν λόγω απόφασης την παρούσα προσφυγή. Προηγουμένως, στις 10.10.2025, ο Αιτητής συνελήφθη για παράνομη παραμονή στη Δημοκρατία και, στις 11.10.2025, εκδόθηκαν εναντίον του διατάγματα κράτησης και απέλασης δυνάμει του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου (Κεφ. 105). Στις 24.10.2025, ο Αιτητής καταχώρισε την η προσφυγή υπ’ αριθμόν ΔΚ 1198/2025 εναντίον της απόφασης κήρυξής του ως απαγορευμένου μετανάστη και των ανωτέρω διαταγμάτων. Στις 3.12.2025, το Διοικητικό Δικαστήριο αποφάσισε την απόρριψη της εν λόγω προσφυγής, επικυρώνοντας τις ανωτέρω πράξεις.

2.            Στο μεταξύ, η εκκρεμούσα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προσφυγή ορίστηκε αρχικώς για ακρόαση στις 2.12.2025. Εφόσον διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής τελούσε υπό κράτηση, δόθηκαν οδηγίες για τη μεταφορά του στο Δικαστήριο στις 16.12.2025. Κατά τη δικάσιμο της 16.12.2025, ο Αιτητής εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και δόθηκαν οδηγίες για καταχώριση της γραπτής του αγόρευσης μέχρι τις 16.1.2026. Ο Αιτητής καταχώρισε τη γραπτή του αγόρευση στις 13.1.2026 και, κατά τη δικάσιμο της 16.1.2026, η υπόθεση ορίστηκε για διευκρινίσεις στις 20.2.2026. Κατά τη δικάσιμο της 20.2.2026, οι Καθ’ ων η αίτηση ενημέρωσαν το Δικαστήριο ότι ο Αιτητής δεν βρισκόταν πλέον στη Δημοκρατία, καθότι είχε απελαθεί. Το Δικαστήριο απέρριψε την προσφυγή λόγω μη προώθησης, δεδομένου ότι ο Αιτητής δεν ήταν παρών κατά τη διαδικασία των διευκρινίσεων και είχε ήδη απελαθεί, επισημαίνοντας ωστόσο ότι διατηρεί το δικαίωμα να υποβάλει αίτημα επαναφοράς της παρούσας προσφυγής, εφόσον επιθυμεί να την προωθήσει.

3.            Στις 4.3.2026, κοινοποιήθηκε στο παρόν Δικαστήριο, μέσω επιστολής του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως, ηλεκτρονικό μήνυμα του Αιτητή απευθυνόμενο προς το Δικαστήριο, με το οποίο ο Αιτητής ανέφερε ότι επιθυμούσε την αναβολή της δικασίμου της 20.2.2026, καθότι την αμέσως προηγούμενη ημέρα είχε απελαθεί στη Νιγηρία. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας γνώση του ανωτέρω αιτήματος, με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 13.3.2026 προς τη διεύθυνση από την οποία ο Αιτητής απέστειλε το σχετικό μήνυμα, τον ενημέρωσε ότι θα εξετάσει το συντομότερο δυνατόν στο αίτημά του. Εν τω μεταξύ, το Δικαστήριο κάλεσε τους Καθ’ ων η αίτηση να προσέλθουν ενώπιόν του στις 16.3.2026, προκειμένου να τους ενημερώσει για την πρόθεσή του να εξετάσει το ενδεχόμενο επαναφοράς της παρούσας προσφυγής κατόπιν του ανωτέρω αιτήματος του Αιτητή και του σχετικού ηλεκτρονικού μηνύματος ημερομηνίας 20.2.2026. Στις 20.3.2026, οι Καθ’ ων η αίτηση τοποθετήθηκαν επί του εν λόγω ζητήματος ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση

4.            Τοποθετούμενοι συναφώς, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η παρούσα υπόθεση δεν παρουσιάζει στοιχεία που να δικαιολογούν την επαναφορά της προσφυγής, επισημαίνοντας ότι ο Αιτητής τελούσε σε πλήρη γνώση της επικείμενης απέλασής του, περιλαμβανομένης και της συγκεκριμένης ημερομηνίας εκτέλεσής της, και, ως εκ τούτου, είχε τη δυνατότητα να λάβει εγκαίρως τα αναγκαία μέτρα για την προώθηση της υπόθεσής του. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι ο Αιτητής είχε τη δυνατότητα να διορίσει δικηγόρο, δεδομένου ότι το αίτημά του για νομική αρωγή απορρίφθηκε με την υπ’ αριθ. 210/25 απόφαση, με ρητή επισήμανση ότι μπορούσε να προχωρήσει σε ιδιωτική εκπροσώπηση. Κατά τους Καθ’ ων η αίτηση, η μη εκπροσώπησή του δεν οφείλεται σε αντικειμενική αδυναμία, αλλά σε συνειδητή επιλογή του ιδίου. Επιπλέον, υποστηρίζεται ότι η μη εμφάνιση του Αιτητή κατά τη δικάσιμο δεν συνιστά αντικειμενικό κώλυμα, αλλά αποτέλεσμα δικής του επιλογής, και, ως εκ τούτου, δεν τίθεται ζήτημα ενεργοποίησης της προστασίας του άρθρου 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθόσον ο ίδιος δεν αξιοποίησε τα διαθέσιμα διαδικαστικά μέσα, περιλαμβανομένων των ηλεκτρονικών διαδικασιών. Περαιτέρω, ως προς το περιεχόμενο της μεταγενέστερης αίτησης, προβάλλεται ότι οι σχετικοί ισχυρισμοί ταυτίζονται κατ’ ουσίαν με εκείνους της αρχικής αίτησης, χωρίς ουσιώδη νέα στοιχεία. Η μόνη διαφοροποίηση αφορά την προσκόμιση πιστοποιητικού ανήλικου τέκνου, το οποίο, ωστόσο, είχε ήδη τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της προηγούμενης διαδικασίας (ΔΚ 1198/25). Επιπλέον, οι ισχυρισμοί περί οικογενειακής βίας δεν τεκμηριώνουν ύπαρξη οικογενειακής ενότητας, δεδομένου ότι τα μέλη της οικογένειας δεν διέμεναν μαζί και τελούσαν υπό διαφορετικά καθεστώτα. Τέλος, επισημαίνεται η συνολική συμπεριφορά του Αιτητή, ο οποίος καταχώρισε επανειλημμένα αιτήσεις, περιλαμβανομένης αίτησης επαναφοράς την οποία στη συνέχεια απέσυρε στο πλαίσιο της προσφυγής του κατά της απορριπτικής απόφασης της πρώτης αίτησής του για διεθνή προστασία., ενώ σε άλλα στάδια της διαδικασίας εκπροσωπήθηκε από συνήγορο και φέρεται να έλαβε και χρηματικό ποσό προς διευκόλυνση της αποχώρησής του από τη Δημοκρατία.

 

Νομικό Πλαίσιο

Ενωσιακό δίκαιο

5.            Το Άρθρο 18 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: o Χάρτης) (Δικαίωμα ασύλου) προβλέπει τα εξής:

«Το δικαίωμα ασύλου κατοχυρώνεται με την τήρηση των κανόνων της Σύμβασης της Γενεύης της 28ης Ιουλίου 1951 και του Πρωτοκόλλου της 31ης Ιανουαρίου 1967 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων, καθώς και σύμφωνα με τη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης.»

 

6.            To Άρθρο 47 του Χάρτη (Δικαίωμα πραγματικής προσφυγής και αμερόληπτου δικαστηρίου)

«Κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες που κατοχυρώνονται από το δίκαιο της Ένωσης παραβιάστηκαν έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον δικαστηρίου, τηρουμένων των προϋποθέσεων που προβλέπονται στο παρόν άρθρο.

Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα να δικαστεί δίκαια, δημόσια και εντός εύλογης προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, το οποίο έχει συσταθεί προηγουμένως από τον νόμο. Κάθε πρόσωπο έχει τη δυνατότητα να συμβουλεύεται, να υπερασπίζεται και να εκπροσωπείται.

Παρέχεται νομική αρωγή σε όσους δεν διαθέτουν επαρκείς πόρους, εφόσον η αρωγή αυτή είναι αναγκαία για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματική πρόσβαση στη δικαιοσύνη.»

7.             Το άρθρο 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 26ης Ιουνίου 2013, σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας, κατοχυρώνει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής των αιτούντων διεθνή προστασία κατά των αποφάσεων που απαριθμούνται σε αυτό, περιλαμβανομένων και των απορριπτικών αποφάσεων επί μεταγενέστερων αιτήσεων διεθνούς προστασίας.

8.            Στην Aπόφασή του της 3ης Απριλίου 2025, C 283/24 [Barouk], B. F. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, το ΔΕΕ επιβεβαίωσε την άμεση ισχύ των ανωτέρω Άρθρων 47 του Χάρτη και 46 της Οδηγίας 2013/32.

Εθνικό δίκαιο

9.            Ο Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 ως είχαν τροποποιηθεί μέχρι τις 25.11.2025 (ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας ) όριζαν τα ακόλουθα (η υπογράμμιση είναι δική μου):

«Ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, και οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικοί Κανονισμοί (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015, τυγχάνουν εφαρμογής τηρουμένων των αναλογιών σε όλες τις προσφυγές που καταχωρούνται στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας από 18.6.2019, με τις αναγκαίες τροποποιήσεις/προσθήκες που αναφέρονται στη συνέχεια και κατ΄ ανάλογη εφαρμογή των δικονομικών κανόνων και πρακτικής που ακολουθούνται και εφαρμόζονται στις ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου προσφυγές εκτός αν ήθελε άλλως ορίσει το Δικαστήριο.».

10.          Ο Κανονισμός 17 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 ως έχει τροποποιηθεί στις 6.3.2026, προβλέπει τα εξής:

«17. Οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023, όπως αυτοί ισχύουν, και ως εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται, θα εφαρμόζονται τηρουμένων των αναλογιών και εφόσον οι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, σε κάθε διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως  προβλέπεται στους παρόντες Κανονισμούς ή εκτός εάν το Δικαστήριο άλλως ήθελεν ορίσει.».

11.          Ο Κανονισμός 2(2) Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 προβλέπει τα εξής:

«Ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. Ι, θα εφαρμόζεται διά την ερμηνείαν του παρόντος Κανονισμού καθ' όν τρόπον εφαρμόζεται διά την ερμηνείαν οιουδήποτε Νόμου.».

12.          Ο Κανονισμός 19 του  Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 προβλέπει τα εξής:

«19. Καθ' οιονδήποτε στάδιον της διαδικασίας το Δικαστήριον ή Δικαστής δύναται να εκδώση τοιαύτας οδηγίας, αι οποίαι απαιτούνται προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.».

13.          O Κανονισμός 18 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 προβλέπει τα ακόλουθα:

«18. Ο κατά την ημέραν της εκδόσεως του παρόντος Κανονισμού ισχύων εν τη Δημοκρατία περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικός Κανονισμός θα εφαρμόζεται τηρουμένων των αναλογιών και εφ' όσον αι περιστάσεις επιτρέπουν τούτο, εις πάσαν διαδικασίαν ενώπιον του Δικαστηρίου, εκτός εάν άλλως προβλέπεται εις τον παρόντα Κανονισμόν ή εκτός το Δικαστήριον ή Δικαστής άλλως ήθελεν ορίσει.».

14.          Στη Διαταγή 26, Θεσμός 14 των προϊσχύοντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπονται τα εξής:

«Any judgment by default, whether under this order or under any order of these rules, may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as to costs or otherwise as the Court may think fit.».

Σε ελεύθερη μετάφραση: «Οποιαδήποτε απόφαση κατόπιν παράλειψης είτε σύμφωνα με αυτή τη διάταξη ή κάτω από οποιαδήποτε άλλη των κανονισμών αυτών, μπορεί σε κατάλληλη περίπτωση να παραμεριστεί από το Δικαστήριο κάτω από τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα, ή όπως κρίνει το Δικαστήριο.».

15.          Στη Διαταγή 33, Θεσμός 5 των προϊσχύοντων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προβλέπονται τα εξής:

« 5. Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial. »

Σε ελεύθερη μετάφραση: «5. Οποιαδήποτε απόφαση εκδοθείσα σε περίπτωση κατά την οποία ένα από τα μέρη δεν εμφανίστηκε κατά τη δίκη δύναται, σε κατάλληλη περίπτωση, να παραμεριστεί από το Δικαστήριο υπό τους όρους που αυτό ήθελε κρίνει εύλογους, κατόπιν αίτησης η οποία υποβάλλεται εντός δεκαπέντε ημερών από τη δίκη.»

16.          Το άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου προβλέπει τα ακόλουθα:

«10.-(1) Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.».

17.          Σύμφωνα με τους ισχύοντες περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, ως έχουν τροποποιηθεί καi ειδικότερα στο Μέρος 14, το οποίο τιτλοφορείται «Παραμερισμός ή Διαφοροποίησης Απόφασης Ερήμην» προβλέπονται τα εξής (η έμφαση είναι το παρόντος Δικαστηρίου):

«14.3. Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13[1]

(1) Σε κάθε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13 με τέτοιους όρους ως κρίνεται δίκαιο αν:

(α) ο εναγόμενος ή ο ενάγων έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση ή ανταπαίτηση· ή

(β) το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει άλλος καλός λόγος για τον οποίο:

(i) πρέπει να παραμεριστεί ή διαφοροποιηθεί η απόφαση· ή

(ii) πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί την απαίτηση.

(2)    Το δικαστήριο, εξετάζοντας αν πρέπει να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13, στα θέματα τα οποία λαμβάνει υπόψη του περιλαμβάνεται και το κατά πόσο το πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση της απόφασης, υπέβαλε τη σχετική αίτηση χωρίς χρονοτριβή.».

18.          Να σημειωθεί ότι δυνάμει του Κανονισμού 60 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμών του 2023, αυτοί τίθενται σε ισχύ σε σχέση με τις υπόλοιπες δικαιοδοσίες στις οποίες αφορούν, όπως εν προκειμένω η διοικητική, από την 1η Σεπτεμβρίου 2023 σε διαδικασίες που καταχωρίζονται από 1η Σεπτεμβρίου 2023. Εν προκειμένω οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμοί του 2019 ως έχουν τροποποιηθεί δεν ρυθμίζουν ειδικώς το εν λόγω ζήτημα παραμερισμού προηγούμενης απόφασης, συνεπώς εφαρμόζονται κατ’ αναλογία οι δικονομικές διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών.

19.          Τόσο υπό το καθεστώς των προϊσχυόντων όσο και υπό το ισχύον καθεστώς των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019, όπως τροποποιήθηκαν και ισχύουν μετά και την τελευταία τροποποίηση του 2026, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023 τυγχάνουν κατ’ αναλογία εφαρμογής.

20.          Σε κάθε δε περίπτωση, παραμένει σε ισχύ ο γενικός κανόνας ότι οι δικονομικοί κανόνες εφαρμόζονται κατ’ αρχήν άμεσα επί των εκκρεμών διαφορών, εκτός εάν προβλέπεται ρητώς το αντίθετο (βλ. Αναθεωρητικές Εφέσεις Αρ. 1516, 1539, 1550, 1576, 1621 και 1677, Panayiotis Georgiou (Catering) Ltd ν. Δημοκρατίας, (1996) 3 ΑΑΔ 323, 19 Ιουλίου 1996). Συνεπώς, καθίσταται σαφές ότι οι νέοι θεσμοί που εισάγονται με τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 εφαρμόζονται κατ’ αναλογία, κατά το μέρος που δεν υφίσταται ρητή ρύθμιση στους περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς.

Κατάληξη

21.          Όπως προκύπτει από την ανωτέρω παράθεση των εφαρμοστέων δικονομικών διατάξεων, οι περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, ως έχουν τροποποιηθεί, δεν ρυθμίζουν την περίπτωση επαναφοράς προσφυγής κατόπιν απορριπτικής απόφασης λόγω μη προώθησης. Συνεπώς, εφαρμοστέοι τυγχάνουν, κατ’ αναλογία, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2023.

22.          Τούτο προκύπτει, αφενός, ερμηνευτικά από το καθεστώς των προϊσχυόντων Κανονισμών πριν από την τελευταία τροποποίηση του 2026, κατόπιν συστηματικής ερμηνείας των σχετικών διατάξεων (των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών, του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 και του περί Ερμηνείας Νόμου- άρθρο 10) και, αφετέρου, εναργέστερα από το γράμμα του νεοθεσπισθέντος Κανονισμού 17 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Κανονισμών.

23.          Το Μέρος 14 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 παρέχει στο Δικαστήριο την εξουσία να παραμερίζει προηγούμενη δικαστική απόφαση, όταν συντρέχει άλλος καλός λόγος. Από τη συστηματική ερμηνεία του εν λόγω Μέρους, και ιδίως από τον Κανονισμό 14.3, προκύπτει ότι η εν λόγω εξουσία ενεργοποιείται καταρχήν κατόπιν σχετικής αίτησης και όχι αυτεπαγγέλτως.

24.          Εντούτοις, υπό το φως των πραγματικών περιστάσεων της παρούσας υπόθεσης, και ιδίως του ηλεκτρονικού μηνύματος του Αιτητή ημερομηνίας 20.2.2026, καθίσταται σαφές ότι ο ίδιος επιθυμούσε την προώθηση της προσφυγής του, στοιχείο το οποίο δεν είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης απόρριψης λόγω μη προώθησης. Ο Αιτητής εμφανιζόταν αυτοπροσώπως και τελούσε υπό κράτηση προς σκοπούς απέλασης.

25.          Παρά το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν καταχώρισε αίτηση υπό την έννοια των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, κρίνεται ότι, εν προκειμένω, η σχετική διάταξη πρέπει να ερμηνευθεί διασταλτικώς και υπό το φως του ενωσιακού δικαίου, και δη των άρθρων 18 και 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, καθώς και του άρθρου 46 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, τα οποία έχουν άμεση εφαρμογή και κατοχυρώνουν το δικαίωμα των αιτούντων διεθνούς προστασίας σε πραγματική προσφυγή.

26.          Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα του Αιτητή ημερ. 20.2.2026 δύναται να θεωρηθεί, λαμβανομένης υπόψη της αντικειμενικής δυσχέρειας συμμόρφωσης με τις τυπικές προϋποθέσεις, ως αίτημα επαναφοράς της προσφυγής. Επικουρικώς της ανωτέρω ερμηνευτικής προσέγγισης, το Δικαστήριο κρίνει ότι, λόγω της άμεσης ισχύος των ανωτέρω διατάξεων του ενωσιακού δικαίου, διαθέτει την εξουσία να επαναφέρει την προσφυγή υπό εξαιρετικές περιστάσεις, όπως αυτές που συντρέχουν εν προκειμένω [Bλ. ανωτέρω C‑283/24 [Barouk], σκέψεις 41-43].

27.          Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναφορικά με τις προϋποθέσεις επαναφοράς προσφυγών οι οποίες απορρίφθηκαν λόγω μη προώθησης, κρίσιμες παράμετροι προς στάθμιση αποτελούν, και εξακολουθούν να ισχύουν και υπό το παρόν δικονομικό πλαίσιο, αφενός η σπουδή με την οποία υποβάλλεται η αίτηση επαναφοράς και, αφετέρου, η σοβαρότητα των λόγων για τους οποίους ο διάδικος παρέλειψε να εμφανιστεί (βλ. ενδεικτικώς Υπόθεση Αρ. 540/2012, Nader MT Matanes ν. Δημοκρατίας, ημερ. 30.11.2012). Επισημαίνεται συναφώς ότι η απόρριψη της προσφυγής λόγω μη προώθησης αποτελεί δικονομικής φύσεως κρίση, η οποία δεν παράγει δεδικασμένο ως προς την ουσία της διαφοράς.

28.          Εν προκειμένω, επισημαίνεται ότι ο Αιτητής απελάθηκε στη χώρα καταγωγής του μία ημέρα πριν από τη δικάσιμο και, την ίδια ημέρα της δικασίμου, μία μέρα μετά την απέλασή του, απέστειλε το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Δικαστήριο. Προηγουμένως τελούσε υπό κράτηση, γεγονός που περιόριζε ουσιωδώς τη δυνατότητά του να ενεργήσει. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η γνήσια πρόθεσή του ήταν η προώθηση της προσφυγής του, πλην όμως λόγοι ανωτέρας βίας, εκτός της σφαίρας ελέγχου του, δεν του επέτρεψαν να εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ίδιος ωστόσο φαίνεται να ενήργησε άμεσα, επικοινωνώντας με τα μέσα που είχε στη διάθεσή του άμεσα. Η δυνατότητα εκπροσώπησής του διά συνηγόρου δεν δύναται, εν προκειμένω, να αξιολογηθεί εις βάρος του, καθότι δεν προκύπτει ότι διέθετε τα αναγκαία οικονομικά μέσα, ενώ εξάλλου τελούσε υπό κράτηση.

29.          Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι ο Αιτητής απελάθηκε από τη Δημοκρατία πριν από την έκδοση της απόφασης και, αμέσως μετά την απομάκρυνσή του, εξέφρασε ρητώς την πρόθεσή του να συνεχίσει την προώθηση της προσφυγής του. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μη προώθηση της προσφυγής δεν μπορεί να αποδοθεί σε εγκατάλειψη της διαδικασίας, αλλά σε αντικειμενική αδυναμία, συνιστώσα περίπτωση ανωτέρας βίας. Το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν υπέβαλε αίτηση αναστολής της απομάκρυνσής του, όπως προβάλλεται από τους Καθ’ ων η αίτηση, δεν αναιρεί το ανωτέρω συμπέρασμα, καθότι το ζήτημα της αναστολής αφορά το δικαίωμα παραμονής στη Δημοκρατία και όχι το διακριτό δικαίωμα συνέχισης της προσφυγής ενώπιον δικαστικής αρχής. Προς τούτο λαμβάνεται υπόψη και το γεγονός ότι η απόφαση απέλασης του Αιτητή επικυρώθηκε.

30.          Σε κάθε περίπτωση, έχει παγίως νομολογηθεί ότι η μη παρουσία του Αιτητή στην επικράτεια της Δημοκρατίας δεν επηρεάζει κατ’ αρχήν το δικαίωμα προσφυγής κατά απορριπτικής απόφασης επί μεταγενέστερης αίτησης, ιδίως καθότι, σε περίπτωση επιτυχίας της προσφυγής, ενδέχεται να προκύψει δυνατότητα επανεισόδου του στη Δημοκρατία (βλ. κατ’ αναλογία Υπόθεση Αρ. 884/2020, WCDC κ.ά. ν. Δημοκρατίας, ημερ. 30.6.2023, και Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου ν. Β.Α. και Έφεση Αρ. 12/2025,  Δημοκρατίας ν. B.A., ημερ. 18.12.2025).

31.          Τέλος, ο ισχυρισμός των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε εκουσίως τη Δημοκρατία δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε μαρτυρία και, σε κάθε περίπτωση, έρχεται σε αντίθεση με τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα (απέλαση του Αιτητή κατ΄εφαρμογή αντίστοιχου επικυρωθέντος δικαστικώς διατάγματος απέλασης και μήνυμα του Αιτητή ημερ. 20.2.2025).

Υπό τω φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο διατάσσει τον παραμερισμό της απόφασής στην παρούσα προσφυγή ημερομηνίας 20.2.2026, με την οποία απορρίφθηκε η προσφυγή λόγω μη προώθησης. Διατάσσει την επαναφορά της παρούσας προσφυγής στο πινάκιο του Δικαστηρίου. Ορίζει όπως η υπόθεση τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για οδηγίες στις 8.4.2026. Δεν εκδίδεται οποιαδήποτε διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

                                                                                                      Κ.Κ. Κλεάνθους, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Έκδοση απόφασης ερήμην.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο