F.B.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. Τ 751/2024, 17/4/2026
print
Τίτλος:
F.B.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ. Τ 751/2024, 17/4/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

                                                                       

                                                                                    Υπόθεση αρ. Τ 751/2024

 

                                                   17 Απριλίου 2026

 

 

[Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

 

                              Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

 

Μεταξύ:

                                                            F.B.N.

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          Αιτητής

Και

 

 

     Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                          Καθ' ων η αίτηση

 

   

Ο. Ηλιάδης (κος) για Αγγελική Λαζάρου (κα), Δικηγόροι για τον Αιτητή

 

Καμία εμφάνιση για τους καθ΄ων η αίτηση

 

Ο αιτητής παρών

 

[Παρών ο κος Ανδρέας Χατζησάββας για πιστή μετάφραση από αγγλικά σε ελληνικά και αντίστροφα]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Χ.ΠΛΑΣΤΗΡΑ Δ.Δ.Δ.Δ.Π: Με την προσφυγή του ο Αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 29/04/2024 η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 14/05/2024 και δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης, και στερούμενης νομικού αποτελέσματος.

 

Η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στις πρόνοιες του Κανονισμού 3 (ε) των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί.[1] Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται στον Κανονισμό 3 (ε), καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο. Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του Κανονισμού 3, δεν έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση και η διαδικασία διεξήχθη με μόνη την παρουσία του συνηγόρου του αιτητή όπως και του Αιτητή προσωπικά.

 

Επομένως, ως εκτίθεται στο υπόμνημα που καταχωρήθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου, ο αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος του Καμερούν. Στις 28/09/2018 υπέβαλε αίτηση χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας και στις 05/04/2021 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO) (νυν Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο – EUAA). Ακολούθως, στις 09/07/2021, ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε σχετική Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησης ασύλου του αιτητή, η οποία εγκρίθηκε στις 20/07/2021. Στις 29/07/2021, η Υπηρεσία Ασύλου ετοίμασε σχετική επιστολή ενημέρωσης περί της απόρριψης του αιτήματος του αιτητή, η οποία του κοινοποιήθηκε στις 04/08/2021. Στις 20/08/2021, ο αιτητής καταχώρησε, διά μέσου του συνηγόρου του, την υπ’ αριθμόν 5285/21 προσφυγή, η οποία απορρίφθηκε από το Δ.Δ.Δ.Π. στις 25/04/2023, χωρίς έξοδα.

 

Στις 26/01/2024, ο αιτητής υπέβαλε μεταγενέστερη αίτηση για επανάνοιγμα του φακέλου της αίτησης του για άσυλο και στις 29/04/2024, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε σχετική Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή. Αυθημερόν, ο εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή ως απαράδεκτης, απόφαση η οποία του κοινοποιήθηκε στις 14/05/2024 κατόπιν επιστολής ημερομηνίας 29/04/2024. Ακολούθως, ο αιτητής καταχώρησε, δια μέσου της συνηγόρου του, την υπό εξέταση προσφυγή.

 

Ο συνήγορος του αιτητή προώθησε διάφορους λόγους ακύρωσης επί της αιτήσεως ακυρώσεως (προσφυγής) προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται και αναλύονται στη Γραπτή Αγόρευση του αιτητή που επακολούθησε. Οι ισχυρισμοί που εν τέλει προωθούνται και αναλύονται στη γραπτή αγόρευση του αιτητή είναι: α) μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας, β) πλάνη περί τα πράγματα, γ) μη επαρκή αιτιολογία.

 

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του συνηγόρου του αιτητή περί του ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ενήργησαν χωρίς να διεξάγουν δέουσα έρευνα και υπό πλάνη περί τα πράγματα, λόγω της συνάφειας τους και της άρρηκτης διασύνδεσης τους θα εξεταστούν ως σύνολο και συνδυαστικά στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας υπόθεσης.

 

Πλάνη περί τα πράγματα υφίσταται όταν η Διοίκηση, σύμφωνα με το άρθρο 46 εδάφιο 1 του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμο Ν. 158 (Ι)/1999, λαμβάνει υπόψη της κατά την έκδοση της απόφασης της «πραγματικά γεγονότα και προϋποθέσεις που είναι εξ αντικειμένου ανύπαρκτα ή αν παραλείπει να λάβει υπόψη της ουσιώδη πραγματικά γεγονότα ...»

 

Η ανεπαρκής έρευνα συνεπάγεται τουλάχιστον πιθανολόγηση πλάνης ως προς τα πράγματα, η οποία καθιστά, από μόνη της, την προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώσιμη. Παράλειψη διεξαγωγής της δέουσας έρευνας οδηγεί σε έλλειψη γνώσης ουσιωδών πραγματικών γεγονότων, η οποία ισοδυναμεί με πλάνη περί τα πράγματα.  Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρυσόστομος Χριστοφή ν. Δημοκρατίας (1989) 3 Α.Α.Δ. 2245:

 

"Η παράλειψη να γίνει η δέουσα έρευνα, η οποία προξενεί έλλειψη γνώσης των ουσιωδών γεγονότων - (βλ. , μεταξύ άλλων, Photos Photiades and Co. and The Republic of Cyprus through  The  Minister of Finance  (1964)  C.L.R.  102... Μ. Στασινοπούλου "Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων", (1951), σελ. 305) - έχει ως αποτέλεσμα λόγω της παράβασης των αρχών του Διοικητικού Δικαίου, την ακύρωση της σχετικής διοικητικής πράξης. Πλάνη περί τα πράγματα συνίσταται, είτε με τη λήψη υπόψη μη υφισταμένου γεγονότος, είτε με τη μη λήψη υπόψη υπάρχοντος γεγονότος - (Οικονόμου "Ο Δικαστικός Έλεγχος της Διακριτικής Εξουσίας" (1965), σελ. 243)."

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου ακόμα και η πιθανότητα πλάνης οδηγεί σε ακύρωση διοικητικής πράξης. (Χρύσανθος Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργκών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228).  Στην πιθανότητα ότι εμφιλοχώρησε πλάνη στη διαδικασία λήψης διοικητικής πράξης σαν λόγο ακύρωσης αναφέρεται και η υπόθεση Ζένιος ν. Δημοκρατίας (1983) 3 Α.Α.Δ. 1181,1183 και 1184:

 

"It is clear from our case-law that in order to suceed, in a case of this nature, in annulling the relevant administrative decision an applicant has only to show that there exists a reasonable probability that a misconception has led to the taking of such decision (see, in this respect, inter alia, Kozakis v. The Council of Ministers (1967) 3 C.L.R. 265,268, and Μallourοs v. The Electricity Authority of Cyprus (1974) 3 C.L.R. 220,224)."

 

 Στην απόφαση Κωνσταντίνος Κοντεάτης ν. Δημοκρατίας (1996) 4 Α.Α.Δ. 1416, αναφέρονται τα πιο κάτω:

 

"Το δικαστήριο ακόμα και όταν βρίσκεται σε αμφιβολία αναφορικά με την ύπαρξη ή μη πλάνης, μπορεί να ακυρώσει την επίδικη διοικητική πράξη ούτως ώστε να παρασχεθεί στη διοίκηση η δυνατότητα επιβεβαίωσης των ορθών γεγονότων κατά τρόπο που να μην αφήνει έδαφος για αμφιβολίες (Skapoulis and Another v. The Republic (1984) 3 C.L.R. 554,565 και Χρύσανθος Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228".

 

Περαιτέρω, όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Δημοκρατία v. Μαυρομμάτη και Άλλοι (1991) 3 ΑΑΔ 543, ακόμη και η υπόνοια πως η πλάνη λειτούργησε σε βάρος αιτητή είναι αρκετή για να ακυρωθεί η πράξη. Παραθέτω κατωτέρω σχετικό απόσπασμα από την εν λόγω απόφαση:

 

«Οι υπόνοιες πως η πλάνη λειτούργησε σε βάρος του εφεσίβλητου ήταν αρκετή για να ακυρωθεί η πράξη που, ας μην το ξεχνάμε, αφορούσε στην πλήρωση όλων ανεξάρτητα των θέσεων που προκηρύχθηκαν και που στη συνέχεια πληρώθηκαν από την Επιτροπή. Όπως παρατηρεί η απόφαση Κουμής Χ"Μακρής και Άλλοι ν. Δημοκρατίας (1972) 3 Α.Α.Δ. 246, 252:

 

"According to the principles of administrative law there exists a presumption that an administrative decision is reached after a correct ascertainment of relevant facts; but such presumption can be rebutted if a litigant succeeds in establishing that there exists at least a probability that a misconception has led to the taking of the decision complained of (see, inter alia, Stasinopoulos on The Law of Administrative Acts "Στασινοπούλου Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων" - 1951, p. 304 et seq.)"..............»

 

Στο σύγγραμμα του Στασινόπουλου, «Δίκαιον των Διοικητικών Πράξεων» (1951), εκεί σελ. 304 και 305 αναφέρεται:

 

 «Ούτως η νομολογία δημιουργεί τεκμήριον κατά της πλάνης, ήτοι τεκμήριον υπέρ της ορθής εξακριβώσεως των πραγματικών περιστατικών. Το τεκμήριον όμως τούτο είναι ιδιόρρυθμον, διότι κάμπτεται αφ' ης στιγμής η χαρακτηριστική εις το συζητητικόν σύστημα δραστηριότης του διαδίκου κατορθώσει να καταστήσει πιθανήν την πλάνην, ήτοι να δημιουργήσει παρά τω δικαστή απλώς αμφιβολίας περί της ορθότητος της διαπιστώσεως του πραγματικού εκ μέρους της Διοικήσεως». 

 

Στη βάση των πιο πάνω, θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν οι ισχυρισμοί του αιτητή σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, για να διαφανεί εάν όντως το αρμόδιο όργανο δεν έχει προβεί σε δέουσα έρευνα με αποτέλεσμα να έχει υποπέσει σε πλάνη με το να μην λάβει υπόψη του ουσιώδη γεγονότα τα οποία επηρέασαν την τελική κρίση του με την απόρριψη του μεταγενέστερου αιτήματος του αιτητή.

 

Ο αιτητής κατά την υποβολή της αίτησης του για διεθνή προστασία, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω του πολέμου. Ως κατέγραψε, η χώρα καταγωγής του συνιστά μία δίγλωσση χώρα στην οποία ομιλείται η αγγλική και γαλλική γλώσσα. Όταν οι αγγλόφωνοι που συνιστούν μειονότητα ξεκίνησαν να διαδηλώνουν λόγω της περιθωριοποίησής τους, η κυβέρνηση προχώρησε σε συλλήψεις και δολοφονίες. Προσθέτει ότι στις αγγλόφωνες περιοχές, η κρίση έχει μετατραπεί σε εμφύλια διαμάχη όπου ο στρατός μάχεται κατά των αμάχων και σκοτώνουν αδιακρίτως ανεξαρτήτου εάν είναι κάποιος αγωνιστής ή άμαχος, εφόσον πρόκειται για αγγλόφωνους νεαρούς. Ο αιτητής δήλωσε ότι θα ολοκλήρωνε μεταπτυχιακές σπουδές στο πανεπιστήμιο, ωστόσο, εξαιτίας της ανασφάλειας, δεν ήταν σε θέση να το πράξει. Ήλθε στις μη ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές με σκοπό να ολοκληρώσει τις σπουδές του, ωστόσο, στο μεταξύ, η επιχείρηση της οικογένειάς του πυρπολήθηκε από τις στρατιωτικές δυνάμεις στο χωριό του, με αποτέλεσμα οι γονείς του να διαφύγουν στο δάσος και ο ίδιος δεν ήταν σε θέση να αναλάβει τα έξοδα της εκπαίδευσής του. Περαιτέρω, κατέγραψε ότι το άτομο που οργάνωσε το ταξίδι του κατάσχεσε τα έγγραφα και τις αποσκευές του. Ο ίδιος, μην γνωρίζοντας που να στραφεί, εξήγησε την κατάσταση του σε μία κυρία η οποία τον βοήθησε και τον μετέφερε σε μέρος όπου μπορούσε να αιτηθεί διεθνή προστασία (ερυθρό 1 του Δ.Φ.).

 

Στο πλαίσιο της συνέντευξης του, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, ο αιτητής υποστήριξε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω κινδύνου για τη ζωή του καθότι o αδερφός ενός ξαδέρφου του δολοφονήθηκε λόγω του ότι ο αδελφός του [ξάδερφος του αιτητή] ήταν μαχητής. Περαιτέρω, δήλωσε ότι επιθυμούσε να λάβει εκπαίδευση αλλά οι σπουδές σε σχολεία διακόπηκαν εξαιτίας των απεργιών των δικηγόρων και εκπαιδευτικών που έλαβαν χώρα το 2016. (ερυθρό 42 του Δ.Φ.).

 

Ο αιτητής δήλωσε περαιτέρω ότι εργαζόταν στον κατασκευαστικό κλάδο στην Batibo το οποίο δεν ήταν σε θέση να συνεχίσει διότι οι αγγλόφωνες περιοχές είχαν αποκλειστεί και καμία δραστηριότητα δεν λάμβανε χώρα (ερυθρό 42 του Δ.Φ.). Σε σχετικές ερωτήσεις, ο αιτητής απάντησε ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις συνήθιζαν να επιτίθενται καθημερινώς και να πυρπολούν χωριά, κάτι το οποίο συνέβη και στο χωριό του καθότι έκαψαν μέρος αυτού διότι υπήρχε βάση μαχητών και για αυτόν τον λόγο αποτελούσε στόχο των κυβερνητικών δυνάμεων (ερυθρό 42, 41 του Δ.Φ.). Ο αιτητής δήλωσε ότι το χωριό του πυρπολούνταν ορισμένες φορές έως και 5 φορές εβδομαδιαίως (ερυθρό 41 του Δ.Φ.). Κατά τη διάρκεια μίας εκ των επιθέσεων του στρατού, πυρπολήθηκε η επιχείρηση του αδερφού του (ερυθρό 41 του Δ.Φ.). Σε σχετική ερώτηση δήλωσε ότι ο ξάδελφος του δολοφονήθηκε τον Δεκέμβριο του 2017 και σε μετέπειτα ερώτηση ανέφερε ότι δολοφονήθηκε διότι ο αδελφός του ήταν μαχητής (ερυθρό 40 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν έτερο μέλος της οικογένειας του είχε στοχοποιηθεί, απάντησε ότι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας του δεν ήταν σε θέση να ταξιδέψουν από την Batibo προς τη Bamenda, πρωτεύουσα της βορειοδυτικής περιοχής, διότι υπήρχε κίνδυνος να εντοπισθούν στα σημεία ελέγχου στο δρόμο από το στρατό που διατηρούσε λίστα με ονόματα και που σε περίπτωση που ανακάλυπταν συσχέτιση με κάποιον αγωνιστή, προχωρούσαν σε συλλήψεις (ερυθρό 40 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς εάν αντιμετώπισε κάτι προσωπικά, απάντησε ότι ήταν δύσκολο για εκείνον να μετακινείται διότι φοβόταν πως θα μπορούσε να είναι ο επόμενος στόχος και πως όταν συνέλαβαν τον ξάδελφό του, ο στρατός ανακοίνωσε στο χωριό, πως όλοι οι συγγενείς του μαχητή αποτελούν στόχο (ερυθρό 39 του Δ.Φ.). Ερωτηθείς τι θεωρεί πως θα συμβεί σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο (ερυθρό 39 του Δ.Φ.).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τα όσα ο αιτητής δήλωσε στη συνέντευξή του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν είναι ικανοποιητική, καταλήγοντας ότι οι ισχυρισμοί του δεν δικαιολογούν ότι ο αιτητής μπορεί να αντιμετωπίσει δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του ώστε να του παραχωρηθεί καθεστώς διεθνούς προστασίας.

 

Στο πλαίσιο του έντυπου της μεταγενέστερης του αίτησης, ο αιτητής δήλωσε ότι είναι πολιτικός ακτιβιστής. Ως κατέγραψε, προέρχεται από την αγγλόφωνη μειονότητα στο νότιο μέρος της χώρας καταγωγής του (Ambazonia) και εκκρεμεί κατά αυτού ένταλμα σύλληψης από τις αρχές της χώρας καταγωγής του λόγω της ιδιότητας του ως ακτιβιστής και μέλος της ειρηνικής οργάνωσης SCNCSouthern Cameroons National Council. Σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, θα φυλακισθεί ή θανατωθεί κατά την άφιξή του. (ερυθρό 135 του Δ.Φ.).

 

Στο σημείο 8 του εντύπου της μεταγενέστερης αίτησης, ο αιτητής κατέγραψε ως νέα στοιχεία τα εξής:

 

1.    Ένταλμα σύλληψης του ιδίου για τις κατηγορίες για απόσχιση και τρομοκρατία

2.    Κάρτα μέλους στην οργάνωση SCNC

3.    Απομαγνητοφώνηση οπτικοακουστικού υλικού του 2017

4.    Ένορκη δήλωση σφραγισμένη και υπογεγραμμένη από τις προξενικές αρχές της Δημοκρατίας στη χώρα καταγωγής του αιτητή

5.    Οι θάνατοι τριών μελών της οικογένειάς του αιτητή

6.    Άρθρο εφημερίδας χρονολογηθέν το 2018 στο οποίο αναφέρεται ότι ο αιτητής είναι τρομοκράτης και ακτιβιστής της οργάνωσης SCNC

7.    Άγρια βασανιστήρια τα οποία έλαβαν χώρα στο αεροδρόμιο της Douala

 

Στο σημείο 9 του εντύπου της μεταγενέστερης αίτησης αναφορικά με τα προσκομισθέντα έγγραφα/στοιχεία, ο αιτητής κατέγραψε εκ νέου τα έγγραφα 1, 2 και 4 ως αναφέρονται ανωτέρω και κατέγραψε περαιτέρω ως προσκομισθέν έγγραφο:

 

«Κλήση στο αρχηγείο της αστυνομίας τον Φεβρουάριο του 2017 λόγω του ακτιβισμού του ιδίου».

 

Στο σημείο 10 του εντύπου της μεταγενέστερης αίτησης, αναφορικά με τον χρόνο και τρόπο που περιήλθαν τα εν λόγω έγγραφα στην κατοχή του και τον λόγο που δεν τα προσκόμισε σε προγενέστερο στάδιο, ο αιτητής κατέγραψε ότι ήλθε σε επικοινωνία με τον δικηγόρο του στη χώρα καταγωγής του, ο οποίος απέστειλε τα πλείστα εκ των ανωτέρων εγγράφων μέσω της DHL υπηρεσίας ταχυμεταφορών, τα οποία παρέλαβε ο αιτητής στην Δημοκρατία. Ο αιτητής περαιτέρω ανέφερε ότι τα έγγραφα ήταν στην κατοχή του, σε ηλεκτρονική μορφή («in my phone») κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας συνέντευξης, ωστόσο, λόγω του ότι η συνέντευξη είχε διεξαχθεί εξ’ αποστάσεως λόγω της πανδημίας του Covid, άνευ δικής του υπαιτιότητας, δεν ήταν σε θέση να τα επιδείξει στον χειριστή της συνέντευξης. Καταληκτικά, ο αιτητής κατέγραψε ότι παρέδωσε τα έγγραφα στον δικηγόρο που τον εκπροσώπησε στην προσφυγή επί της αρχικής αίτησης, ωστόσο, εκείνος δεν τα επέδειξε ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Στο σημείο αυτό, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι, προς επίρρωση των ανωτέρω ισχυρισμών του, ο αιτητής προσκόμισε τα εξής έγγραφα στην Υπηρεσία Ασύλου κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης του:

 

1.    Αντίγραφο εντάλματος σύλληψης εκδοθέν στις 23/11/2017 από τις αρχές της χώρας καταγωγής του για απόσχιση, τρομοκρατία και εχθροπραξίες κατά του κράτους (ερυθρό 231 του Δ.Φ.).

2.    Αντίγραφο εγγράφου ορκωμοσίας μέλους στο SCNC, ημερομηνίας 17/01/2017, και αντίγραφο κάρτα μέλους στην SSNC (ερυθρό 229, 152 – 151 του Δ.Φ.).

3.    Αντίγραφο κάρτα μέλους, με ημερομηνία έκδοσης 01/01/2023 (ερυθρό 228, 150 του Δ.Φ.).

4.    Έγγραφο απομαγνητοφώνησης οπτικοακουστικού υλικού του 2017 (ερυθρό 227 του Δ.Φ.).

5.    Άρθρο του Al Jazeera με τίτλο «Protests in Anglophone Camerοon turn deadly», ημερομηνίας 01/10/2017 (ερυθρό 226 του Δ.Φ.).

6.    Αντίγραφα ομιλίας του αρχηγού του κράτους της χώρας καταγωγής του αιτητή, ημερομηνίας 31/12/2018, 31/12/2020, 31/12/2021 (ερυθρό 225 – 224, 223 – 222, 221 – 220 του Δ.Φ.).

7.    Αντίγραφο ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 28/07/2023, από το δικηγορικό γραφείο «Proximity Law Chambers» απευθυνόμενη προς το προξενείο της Δημοκρατίας στη χώρα καταγωγής του αιτητή (ερυθρό 219 – 216 του Δ.Φ.).

8.    Αντίγραφο ένορκης δήλωσης, ημερομηνίας 29/05/2019, από το δικηγορικό γραφείο «Proximity Law Chambers» (ερυθρό 215 – 212 του Δ.Φ.).

9.    Φωτογραφικό υλικό (ερυθρό 211, 197, 196, 155, 141 – 139 του Δ.Φ.).

10.                Αντίγραφο του διαβατηρίου του αιτητή (ερυθρό 210 του Δ.Φ.).

11.                Αντίγραφο πιστοποιητικού γεννήσεως του αιτητή, ημερομηνίας 22/07/2016 (ερυθρό 209 του Δ.Φ.).

12.                Άρθρο της πλατφόρμας World Echoes, με τίτλο «Anglophone Crisis: The Arrest and Torture of Fon Paul Ndum at the Douala Airport by Elements of the National Gendarmerie», δημοσιευθέν στις 14/09/2018 (ερυθρό 208, 144 του Δ.Φ.).

13.                Έγγραφα συνταχθέντα από τον αιτητή αναφορικά με τα γεγονότα (ερυθρό 245 – 232, 207 – 198, 195 – 177, 176 – 166 του Δ.Φ.).

14.                Έγγραφα αναφερόμενα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (ερυθρό 181 – 177 του Δ.Φ.).

15.                Αντίγραφα αποκομμάτων από την πλατφόρμα World Echoes (ερυθρό 165 – 156, 154 – 153 του Δ.Φ.).

16.                Αντίγραφο βεβαίωσης ιδιότητας μέλους του αιτητή στην κοινότητα της Αμπαζονίας στην Κύπρο, εκδοθείσα στις 21/02/2021 (ερυθρό 149 του Δ.Φ.).

17.                Αντίγραφο εγγράφου συνταχθέν στις 16/08/2022 από τον Πρόεδρο της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Αμπαζονία, απευθυνόμενο στην διεθνή κοινότητα και σε διεθνείς οργανισμούς (ερυθρό 148 – 145 του Δ.Φ.).

18.                Αντίγραφα από την ιστοσελίδα Wikipedia αναφορικά με τον τίτλο Fon και το «Operation Bamenda Clean» (ερυθρό 143, 138 του Δ.Φ.).

19.                Αντίγραφα από τη μηχανή αναζήτησης Google με τίτλο αναζήτησης «who are the north west Fons of Cameroon» (ερυθρό 230, 142 του Δ.Φ.).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, μετά από εξέταση των ισχυρισμών του αιτητή, στο πλαίσιο της μεταγενέστερης του αίτησης, έκρινε ότι ο αιτητής υπέβαλε νέα στοιχεία, αλλά τα εν λόγω νέα στοιχεία που προέβαλε δεν αυξάνουν την βασιμότητα των ισχυρισμών του. Πρόσθετα, ο λειτουργός ανάφερε ότι ο αιτητής, από δική του υπαιτιότητα, δεν προσκόμισε τα νέα στοιχεία σε προγενέστερο στάδιο και δεν επικαλέστηκε τους λόγους για τους οποίους δεν αναφέρθηκε στα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία, ενώ φαίνεται ότι αυτά προϋπήρχαν, και ενόψει του ότι φέρουν ημερομηνία έκδοσης προγενέστερης της συνέντευξης και της προσφυγής με αρ. 5285/21, ήταν σε θέση να τα υποβάλει σε προηγούμενο στάδιο της εξέτασης του αιτήματος του. Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε όπως η μεταγενέστερη αίτηση του αιτητή κριθεί ως απαράδεκτη σύμφωνα με το άρθρο 12Βτετράκις και 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου και όπως επιτραπεί η επιστροφή του αιτητή στο Καμερούν βάσει του άρθρου 18(7Β) του ίδιου Νόμου, και ακολούθως αποφασίστηκε η απόρριψη της εν λόγω ως απαράδεκτης.

Για σκοπούς εξέτασης του νομοθετικού πλαισίου που εφαρμόζεται στα μεταγενέστερα αιτήματα, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω απόσπασμα από το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 το οποίο καθορίζει τη διαδικασία υποβολής μεταγενέστερης αίτησης, ως κατωτέρω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«16Δ.-(1)(α)  Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο

(i)  Μεταγενέστερη αίτηση, ή

(ii)  νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά ή μετά την ημερομηνία στην οποία καθίσταται εκτελεστή απόφαση του Προϊσταμένου επί πρότερης αίτησης του αιτητή,

ο Προϊστάμενος εξετάζει το συντομότερο δυνατό οτιδήποτε ούτως υποβληθέν σύμφωνα με το παρόν άρθρο.

          (β)  Στην παράγραφο (α), ο όρος «απόφαση» περιλαμβάνει απόφαση που λαμβάνεται από τον Προϊστάμενο δυνάμει του άρθρου 16Β ή 16Γ.

(2)  Σε περίπτωση που αιτητής υποβάλει στον Προϊστάμενο είτε μεταγενέστερη αίτηση είτε νέα στοιχεία ή πορίσματα, σύμφωνα με το εδάφιο (1), ο Προϊστάμενος δεν μεταχειρίζεται οτιδήποτε υποβληθέν ως νέα αίτηση αλλά ως περαιτέρω διαβήματα στα πλαίσια της αποφασισθείσας αίτησης.  Ο Προϊστάμενος, λαμβάνει υπόψη όλα τα στοιχεία των προαναφερόμενων περαιτέρω διαβημάτων.

(3)(α)  Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.

(β) Σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώνει ότι προέκυψαν ή υποβλήθηκαν τα προαναφερόμενα στην παράγραφο (α) νέα στοιχεία ή πορίσματα, προβαίνει σε ουσιαστική εξέτασή τους, αφού προηγουμένως ενημερώσει σχετικά τον αιτητή, και εκδίδει νέα εκτελεστή απόφαση, μόνο εφόσον -

(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και

(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος.»

Το άρθρο 12Βτετράκις στο εδάφιο 2 παράγραφος (δ), του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει τα πιο κάτω (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):

«12Βτετράκις.-......

(2) Με την επιφύλαξη της Σύμβασης, η Υπηρεσία Ασύλου δύναται να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν-

[.]

(δ) η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας ........».

Από τα πιο πάνω άρθρα συνάγεται πως εάν υποβληθεί μεταγενέστερη αίτηση ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρκτική εξέταση, για να εξετάσει το παραδεκτό της αίτησης, προκειμένου να διαπιστώσει:

α) κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον αιτητή,  νέα στοιχεία ή πορίσματα, τα οποία δεν έλαβε υπόψη του κατά την έκδοση της απόφασης επί της αίτησης.  Αν ο προϊστάμενος διαπιστώσει πως δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε η μεταγενέστερη αίτηση κρίνεται απαράδεκτη.  

Β) αν ο προϊστάμενος διαπιστώσει ότι υποβλήθηκαν νέα στοιχεία, τότε θα προχωρήσει σε ουσιαστική εκτίμηση των τυχόν νέων ισχυρισμών μόνο εφόσον  ικανοποιηθεί πως τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και ο αιτητής χωρίς δική του υπαιτιότητα δεν υπέβαλε τα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία. Επομένως, αν ο προϊστάμενος κρίνει ότι από τα νέα στοιχεία που υποβλήθηκαν δεν αυξάνονται οι πιθανότητες χορήγησης του καθεστώτος διεθνούς προστασίας στο πρόσωπο του αιτητή και από δική του υπαιτιότητα δεν τα υπέβαλε κατά την προηγούμενη διαδικασία τότε θα απορρίψει την μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη.

Προκύπτει από τις σχετικές διατάξεις του Νόμου πως η μεταγενέστερη αίτηση δεν εξετάζεται ως ένα νέο αίτημα αλλά ως ένα μεταγενέστερο διάβημα στα πλαίσια της αίτησης που αποφασίστηκε ήδη από το αρμόδιο όργανο.  Ο προϊστάμενος έχει υποχρέωση να προβεί σε μία συγκριτική εξέταση της προγενέστερης και μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, προκειμένου να διαφανεί εάν από την υποβολή του μεταγενέστερου αιτήματος προβάλλονται στοιχεία ή ισχυρισμοί για πρώτη φορά ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου τα οποία χρήζουν διερεύνησης.

Επομένως το μόνο που παραμένει να εξεταστεί στην παρούσα υπόθεση είναι αν ορθώς κρίθηκε από την αρμόδια αρχή ως απαράδεκτο το μεταγενέστερο αίτημα του αιτητή για επανάνοιγμα της υπόθεσής του.

Στην απόφαση του ΔΕΕ, αρ. C -18/20 XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ημερ. 09/09/21, ξεκαθαρίστηκε ότι η έννοια «νέα στοιχεία ή πορίσματα», τα οποία «έχουν προκύψει ή υποβληθεί από τον αιτούντα», κατά τη διάταξη αυτή, περιλαμβάνει τα στοιχεία ή τα πορίσματα που προέκυψαν μετά την οριστική περάτωση της διαδικασίας που είχε ως αντικείμενο προγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας, καθώς και τα στοιχεία ή τα πορίσματα τα οποία υφίσταντο μεν ήδη πριν από την περάτωση της διαδικασίας, αλλά δεν προβλήθηκαν από τον αιτούντα. (βλ. σκέψεις 31 έως 44).

Στην απόφαση του ΔΕΕ στην υπ. αρ.C-651/19, JP v Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, ημερ.09/09/20, λέχθηκαν τα εξής:

« ……..60      Επομένως, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται προσφυγής κατά απόφασης με την οποία απορρίπτεται ως απαράδεκτη μεταγενέστερη αίτηση διεθνούς προστασίας πρέπει να ελέγξει μόνον κατά πόσον, αντιθέτως προς ό,τι αποφάσισε η αρμόδια αρχή, από την προκαταρκτική εξέταση της αίτησης αυτής προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα, κατά τα διαλαμβανόμενα στην προηγούμενη σκέψη. Εξ αυτού συνάγεται ότι, στο δικόγραφο της προσφυγής του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, ο αιτών πρέπει, κατ' ουσίαν, απλώς να αποδείξει ότι βασίμως θεώρησε ότι υφίστανται νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με εκείνα που εξετάστηκαν στο πλαίσιο της προηγούμενης αιτήσεώς του…..»

Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, διαπιστώνω ότι ο αιτητής ήγειρε για πρώτη φορά στα πλαίσια της μεταγενέστερης αίτησης του, τους ισχυρισμούς πως είναι πολιτικός ακτιβιστής και ότι εκκρεμεί εναντίον του ένταλμα σύλληψης λόγω αυτής του της ιδιότητας και λόγω του ότι είναι μέλος της οργάνωσης SCNC και ότι σε περίπτωση που επιστρέψει θα φυλακιστεί ή θα θανατωθεί.

Σημειώνω ότι μια από τις βασικές προϋποθέσεις στη βάση του άρθρου 16 (Δ) 3) β) του Περί Προσφύγων Νόμου, ούτως ώστε η αρμόδια αρχή να προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση του νέου στοιχείου που προβάλλεται, είναι να ικανοποιηθεί πως τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Σ΄ αυτό το σημείο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι ο αιτητής, κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης του, καταγράφει όλα τα τεκμήρια που ως ισχυρίζεται τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του, τα οποία επίσης προσκόμισε και παρουσίασε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ως έχουν καταγραφεί αριθμητικά ανωτέρω, και τα οποία όντως εκ πρώτης όψεως εμφαίνεται ότι αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας στο πρόσωπο του. Ειδικότερα, ως μπορεί να διαπιστωθεί εκ πρώτης όψεως, από το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσιάστηκαν από τον αιτητή στην Υπηρεσία Ασύλου, μεταξύ των τεκμηρίων που παρουσίασε ο αιτητής, υφίστανται, μεταξύ άλλων, έγγραφα όπως αντίγραφο ορκωμοσίας και κάρτα μέλους του αιτητή ως μέλος της SCNC και ένταλμα σύλληψης του εκδιδόμενο από την χώρα καταγωγής του για απόσυρση, τρομοκρατία και εχθροπραξίες κατά του κράτους, αντίγραφο άρθρου της πλατφόρμας World Echoes ημερ. 14/09/2018, στο οποία αναφέρεται ότι ο αιτητής συνελήφθη στο αεροδρόμιο της Douala ως μέλος της SCNC και μετέπειτα αφέθη ελεύθερος, με σχετική αναφορά ότι εκκρεμεί ένταλμα σύλληψης του ως ακτιβιστή και ότι υπήρξε ενημέρωση από τον δικηγόρο του ότι κατηγορήθηκε για πράξεις αποσχιστικής δράσης και εχθρότητες προς την πατρίδα ενώ διαδήλωναν ειρηνικά όπως και σχετικά αντίγραφα υπογεγραμμένα από τον αιτητή όπου εξιστορεί μεταξύ άλλων τους λόγους δίωξης του καθώς και αντίγραφο βεβαίωσης ιδιότητας μέλους του αιτητή όπου βεβαιώνεται ότι είναι μέλος της SCNC.

Επομένως, όσον αφορά τη μαρτυρία/ τεκμήρια που πρόσαψε ο αιτητής στην Υπηρεσία Ασύλου κατά το στάδιο της μεταγενέστερης του αίτησης, εμφαίνεται ότι εκ πρώτης όψεως τα εν λόγω συμπίπτουν ως προς το περιεχόμενο τους με τους ισχυρισμούς του αιτητή στην μεταγενέστερη του αίτηση, και ενόψει τούτου καταλήγω ότι ικανοποιείται η πρώτη προϋπόθεση που θέτει ο περί Προσφύγων Νόμος [άρθρου 16 (Δ) 3) β) i)] ήτοι περί του ότι τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας για να προβεί η Υπηρεσία Ασύλου σε ουσιαστική εξέταση τους, μιας και εκ πρώτης όψεως εμφαίνεται ότι ο αιτητής προβάλει επαρκώς, μέσω των πιο πάνω εγγράφων, ότι αντιμετωπίζει φόβο δίωξης στη χώρα του και ότι η ζωή του βρίσκεται σε κίνδυνο.

Πρόσθετα, η δεύτερη προϋπόθεση που πρέπει να συντρέχει - άρθρο 16 (Δ) 3) β) ii) του Περί Προσφύγων Νόμου - ούτως ώστε η αρμόδια αρχή να προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση του νέου στοιχείου που προβάλλεται, η οποία θα πρέπει να πληρείται σωρευτικώς με την προϋπόθεση ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, είναι να ικανοποιηθεί  η αρμόδια αρχή ότι ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής του στο Δικαστήριο.

Σ΄αυτό το σημείο κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι, ο αιτητής, κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης του, καταγράφει τους λόγους για τους οποίους δεν τα παρουσίασε και δεν αναφέρθηκε στα εν λόγω στοιχεία σε προγενέστερο χρόνο, δηλώνοντας ουσιαστικά ότι ναι μεν τα έγγραφα ήταν στην κατοχή του κατά το στάδιο της συνέντευξης του αλλά ενόψει του ότι η συνέντευξη μεσολάβησε εξ αποστάσεως λόγω της πανδημίας του Cοvid, δεν κατάφερε να τα δώσει στον χειριστή της υπόθεσης, σημειώνοντας και τεκμηριώνοντας επίσης την εν λόγω δήλωση του με σχετικά έγγραφα. Ειδικότερα, σε ένα από τα έγγραφα/ τεκμήρια που παρουσίασε ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου (ερυθρό 244 του Δ.Φ.), ο αιτητής καταγράφει ότι η συνέντευξη μεσολάβησε πίσω από μια οθόνη γυαλί λόγω της πανδημίας του Covid ενώ επίσης αναφέρει ότι ένοιωθε αβέβαιος πως οι εν λόγω πληροφορίες θα μπορούσαν να μεταφερθούν στο Καμερούν και ενδεχομένως να βλαπτόταν ο ίδιος και η οικογένεια του. Πρόσθεσε, ότι εν τέλει τα εν λόγω έγγραφα τα έδωσε στον δικηγόρο του στα πλαίσια της προσφυγής του  με αρ. 5285/21, ο οποίος ουδέποτε τα παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, καταλήγοντας ότι η μη παρουσίαση των στοιχείων δεν οφειλόταν σε δικό του λάθος. Πρόσθεσε επίσης μέσω άλλο εγγράφου/ τεκμηρίου που προσκόμισε στην Υπηρεσία Ασύλου (ερυθρό 236 του Δ.Φ.), περαιτέρω λεπτομέρειες για τους λόγους για τους οποίους δεν παρουσίασε τα εν λόγω στοιχεία σε προγενέστερο στάδιο, σημειώνοντας συγκεκριμένα ότι τον προειδοποιήσαν άλλοι αιτητές ασύλου ότι θα ήταν καλύτερα για τον ίδιο να πει όσο λιγότερα πράγματα σχετικά με τις πολιτικές του πεποιθήσεις και δραστηριότητες καθότι ενδεχομένως αυτό να μετρούσε εναντίον του και γι΄αυτό δεν ανάφερε την εμπλοκή του, ως ισχυρίζεται στο SCNC, σημειώνοντας επίσης ότι δεν εμπιστευόταν την μεταφράστρια, η οποία προερχόταν από την Αφρική κι ενδεχομένως να τον κατέδιδε στις Καμερουνέζικες αρχές. Κατέγραψε επίσης ότι ένας ακόμη λόγος που δεν ήθελε να τα αναφέρει κατά την συνέντευξη του ήταν γιατί φοβόταν ότι οι εν λόγω πληροφορίες θα χρησιμοποιούνταν ενάντια στην οικογένεια του και θα κινδύνευαν. Όσον αφορά τα τεκμήρια τα οποία ήθελε να παρουσιάσει, κατέγραψε ότι ο χειριστής της συνέντευξης αρνήθηκε να τα κοιτάξει τα εν λόγω, τα οποία βρίσκονταν στο τηλέφωνο του καθότι η συνέντευξη μεσολάβησε πίσω από ένα γυαλί λόγω των μέτρων της πανδημίας του Cοvid. Όσον αφορά τον λόγο που δεν παρουσιάστηκαν στην προηγούμενη προσφυγή του, σημείωσε ότι τα έδωσε στον δικηγόρο του ο οποίος επέλεξε να μην τα παρουσιάσει εν αγνοία του και χωρίς το λάθος να είναι δικό του, γνώση την οποία έλαβε όταν απορρίφθηκε η προσφυγή του τον Μάιο του 2023.

Επομένως, όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, διαπιστώνω ότι, στη βάση του συνόλου των εγγράφων που παρουσίασε ο αιτητής και βρίσκονταν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου κατά το στάδιο εξέτασης της μεταγενέστερης αίτησης του, ο αιτητής εξηγεί δεόντως τους λόγους για τους οποίους δεν προέβαλε τα εν λόγω στοιχεία σε προγενέστερο στάδιο ήτοι κατά την συνέντευξη του και/ή κατά το στάδιο καταχώρησης της προσφυγής του και παρότι τα πλείστα από τα εν λόγω στοιχεία προϋπήρχαν, εντούτοις ο αιτητής εξηγεί λεπτομερέστατα γιατί δεν είχαν προσαχθεί στην προηγούμενη διαδικασία και επομένως συνάγεται ότι η μη προσαγωγή τους σε προγενέστερο στάδιο, δεν ήταν εξ υπαιτιότητας του ιδίου. Τονίζω ότι υφίσταται επαρκής αιτιολόγηση γιατί δεν υποβλήθηκαν τα εν λόγω στοιχεία σε προγενέστερο χρόνο και επομένως, καταλήγω ότι πληρείται η πρόνοια του Νόμου [άρθρο 16 (Δ) 3) β) ii) του Περί Προσφύγων Νόμου], ως έχει αναφερθεί ανωτέρω, για να μπορούσε η Υπηρεσία Ασύλου να προβεί σε ουσιαστική εκτίμηση τους.

Ενόψει τούτου, κρίνω ότι συντρέχουν οι βασικές προϋποθέσεις προς εξέταση της ουσίας του μεταγενέστερου αιτήματος του αιτητή, ως αναφέρονται στην νομοθεσία που έχει παρατεθεί ανωτέρω και πλημμελώς η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την μεταγενέστερη αίτηση κατά το προκαταρκτικό στάδιο ως απαράδεκτη.

Ενόψει όλων των πιο πάνω αναφερθέντων, διαφαίνεται ξεκάθαρα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω μη επαρκής και εξειδικευμένης έρευνας ενώ επίσης υφίσταται πλάνη περί τα πράγματα καθότι διαπιστώνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου παρέλειψε να εξετάσει ουσιώδεις ισχυρισμούς, ως έχουν προκύψει ανωτέρω, η αξιολόγηση των οποίων ενδεχομένως να οδηγούσε σε διαφορετική κρίση αναφορικά με το αίτημα του αιτητή.

Σ΄ αυτό το σημείο, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω, όσον αφορά την έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ότι, το παρόν Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει μόνο τη νομιμότητα και ορθότητα των προϋποθέσεων παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης του αιτητή, ως έχει ήδη πράξει ανωτέρω, χωρίς να μπορεί προχωρήσει με οποιοδήποτε περαιτέρω έλεγχο όσον αφορά στο κατά πόσο εμπίπτει ο αιτητής στις προϋποθέσεις για χορήγηση διεθνούς προστασίας. ( βλ. σχετικά απόφαση Εφετείου στην υπόθεση DEEPAK KUMAR v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 66/2022, 30/10/2024).

Συνεπώς, σύμφωνα με την  ανωτέρω ανάλυση, και για τους λόγους που έχουν αναφερθεί, η προσφυγή επιτυγχάνει και παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου λόγου ακύρωσης που προβάλλεται, καθώς και άλλων ζητημάτων που έχουν εγερθεί στην παρούσα υπόθεση. Η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει καθότι στοιχειοθετείται ο λόγος ακύρωσης που αφορά την ελλιπή έρευνα και την πλάνη περί τα πράγματα, συνεπώς, η επίδικη απόφαση ακυρώνεται στην ολότητα της με  έξοδα υπέρ του αιτητή όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.   

 

                                                                                      Χ. ΠΛΑΣΤΗΡΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π