ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
20 Απριλίου, 2026
[Ε.ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.A.,
από Λίβανο
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Δικηγόρος για Αιτητή: Γ. Βασιλόπουλος
Δικηγόρος για Καθ’ ων η αίτηση: Α. Φιλίππου (κος) για Λ. Βελίκοβα (κα)
Αιτητής παρών
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Αντικείμενο της υπό κρίση προσφυγής αποτελεί η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 13.06.2024, με την οποίαν απορρίφθηκε η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία ως απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις(2)(δ), 16Δ(3)(δ), 16Δ(4)(β) και 18(7Β) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
Η παρούσα εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου (ε) του άρθρου 3 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), ως αυτοί έχουν προσφάτως τροποποιηθεί[1] και συνεπώς η υπόθεση ορίστηκε απευθείας για Ακρόαση από το Πρωτοκολλητείο. Σχετικό Υπόμνημα ως προβλέπεται από το εδάφιο (ε) του άρθρου 3, καταχωρίστηκε από τους Καθ' ων η αίτηση, συνοδευόμενο και από τον σχετικό διοικητικό φάκελο (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»). Το Δικαστήριο, έχοντας διακριτική ευχέρεια δυνάμει της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (ε) του άρθρου 3, έκρινε σκόπιμη την παρουσία των Καθ' ων η αίτηση, τους οποίους και κάλεσε να παραστούν και να τοποθετηθούν επί συγκεκριμένων εγειρόμενων ζητημάτων.
Τα γεγονότα της υπόθεσης ως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο έχουν ως ακολούθως:
Ο Αιτητής είναι Παλαιστινιακής καταγωγής, γεννηθείς στον Λίβανο, και κάτοχος κάρτας της Υπηρεσίας Αρωγής και Έργων για τους Παλαιστίνιους Πρόσφυγες στην Εγγύς Ανατολή (UNRWA). Εγκατέλειψε τον Λίβανο στις 19.10.2015 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 21.10.2015. Υπέβαλε αίτηση ασύλου στις 26.11.2015. Η αίτησή του εξετάστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου και απορρίφθηκε στις 18.04.2016. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής άσκησε διοικητική προσφυγή ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, η οποία απορρίφθηκε στις 12.11.2020.
Ακολούθως, ο Αιτητής καταχώρισε εναντίον της απορριπτικής εκείνης απόφασης την υπ’ αριθμόν 1208/2020 προσφυγή στο παρόν Δικαστήριο, η οποία αποσύρθηκε και απορρίφθηκε.
Στη συνέχεια, ο Αιτητής προχώρησε στις 28.11.2021 στην καταχώριση της υπό εξέταση μεταγενέστερης αίτησης. Μετά από εξέταση αυτής, υποβλήθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου Σημείωμα/Εισήγηση ημερομηνίας 12.06.2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με το οποίο εισηγείτο όπως η μεταγενέστερη αίτηση κριθεί απαράδεκτη. Στις 13.06.2024 ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή Τ463/25 στο παρόν Δικαστήριο.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο Αιτητής αρχικά εμφανίστηκε αυτοπροσώπως, χωρίς στο εισαγωγικό δικόγραφο να παραθέτει έκθεση των πραγματικών περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεσή του ούτε να εξειδικεύει συγκεκριμένους λόγους ακυρώσεως. Στο χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ. 1 ανέφερε ότι επιθυμεί να προσβάλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επειδή είναι Παλαιστίνιος, κάτοχος κάρτας UNRWA, δεν έχει δικαιώματα, υπάρχουν ένοπλες διαμάχες στον Λίβανο, δεν έχει ασφάλεια, αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και δεν μπορεί να λάβει θεραπεία σε περίπτωση επιστροφής του, ενώ επιθυμεί να παραμείνει στην Κυπριακή Δημοκρατία, διότι δεν μπορεί να επιστρέψει στον Λίβανο.
Ακολούθως, διορίστηκε ως συνήγορός του ο κ. Βασιλόπουλος, καταχωρίστηκε αίτηση τροποποίησης και εκδόθηκε σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο επετράπη η τροποποίηση της προσφυγής.
Με το τροποποιημένο εναρκτήριο δικόγραφο ο Αιτητής προέβαλε διάφορους λόγους ακυρώσεως. Εξειδικεύοντας όμως και περιορίζοντας τους λόγους αυτούς στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του, ο Αιτητής υποστήριξε ουσιαστικά ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε χωρίς τη δέουσα έρευνα από τον αρμόδιο λειτουργό που χειρίστηκε τον φάκελό του και ότι η απόφαση ελήφθη καθ’ υπέρβαση και κατάχρηση εξουσίας.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, διά του Υπομνήματός αλλά και της γραπτής τους αγόρευσης, υπεραμύνθηκαν της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης, υποβάλλοντας ότι η απόφαση λήφθηκε νόμιμα και ορθά, μετά από δέουσα έρευνα, σύμφωνα με τις διεθνείς συμβάσεις, τις διατάξεις του Συντάγματος, του περί Προσφύγων Νόμου, των σχετικών κανονισμών και των γενικών αρχών του διοικητικού δικαίου.
Περαιτέρω αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις των μερών έπεται σε μετέπειτα σημείο της απόφασης.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑΣ ΑΙΤΗΤΗ ΚΑΙ ΟΥΣΙΑΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Επισημαίνεται καταρχάς ότι αυτό που εν προκειμένω εξετάζεται είναι η απόφαση των Καθ' ων η αίτηση για απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης του Αιτητή για διεθνή προστασία, εκδιδόμενη δυνάμει της παραγράφου (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, η οποία διαβάζεται σε συνάρτηση με τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 16Δ(3)(α) και (β). Σύμφωνα με τις παραγράφους 2 έως 4 του άρθρου 40 της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ[2], διατάξεις οι οποίες μεταφέρονται στο ημεδαπό δίκαιο με το άρθρο 12Βτετράκις του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και της σχετικής επί του θέματος νομολογίας, η εξέταση των μεταγενέστερων αιτήσεων διενεργείται σε δύο στάδια. Το πρώτο στάδιο, προκαταρκτικής φύσεως, έχει ως αντικείμενο τον έλεγχο του παραδεκτού των αιτήσεων αυτών, ενώ το δεύτερο στάδιο αφορά την επί της ουσίας εξέταση των εν λόγω αιτήσεων[3]. Ειδικότερα, το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) παρέχει τη δυνατότητα στην Υπηρεσία Ασύλου να θεωρήσει αίτηση ως απαράδεκτη μόνον εάν η αίτηση είναι μεταγενέστερη αίτηση στο πλαίσιο της οποίας δεν υποβλήθηκαν από τον Αιτητή ή δεν προέκυψαν νέα στοιχεία ή πορίσματα σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις για να χαρακτηριστεί ως δικαιούχος διεθνούς προστασίας.
Το άρθρο 12Βτετράκις (2)(δ) συμπληρώνεται από τις πρόνοιες του άρθρου 16Δ. Ειδικότερα, το πρώτο αυτό στάδιο του παραδεκτού συνεχίζεται σε περαιτέρω στάδια, καθένα από τα οποία οδηγεί στην εξακρίβωση των διαφορετικών προϋποθέσεων παραδεκτού, ως αυτές παρατίθενται στα εδάφια (3)(α) και (β) του άρθρου 16Δ του Περί Προσφύγων Νόμου τα οποία διαλαμβάνουν τα ακόλουθα
(- έμφαση και υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):
«16Δ(3)(α) Κατά τη λήψη απόφασης σχετικά με το παραδεκτό της αίτησης σύμφωνα με την παράγραφο (δ) του εδαφίου (2) του άρθρου 12Βτετράκις, ο Προϊστάμενος προβαίνει σε προκαταρτική εξέταση προκειμένου να διαπιστώσει κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της εκδοθείσας απόφασής του, σχετικά με την εξέτασή του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας:
Νοείται ότι, σε περίπτωση που ο Προϊστάμενος διαπιστώσει ότι ο Αιτητής δεν έχει προσκομίσει νέα στοιχεία ή πορίσματα, η μεταγενέστερη αίτηση απορρίπτεται ως απαράδεκτη, με βάση την αρχή του δεδικασμένου, χωρίς να πραγματοποιηθεί συνέντευξη.
(i) Τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης στον Αιτητή διεθνούς προστασίας∙ και
(ii) ικανοποιείται πως ο αιτητής, άνευ δικής του υπαιτιότητας, αδυνατούσε να υποβάλει τα εν λόγω στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία και ιδίως μέσω της προσφυγής στο Διοικητικό Δικαστήριο δυνάμει του Άρθρου 146 του Συντάγματος».
Οι προϋποθέσεις λοιπόν του παραδεκτού μίας μεταγενέστερης αίτησης, ως αυτές έχουν καθοριστεί νομοθετικά και ερμηνευθεί νομολογιακά από το ΔΕΕ αλλά και από τα εθνικά μας Δικαστήρια, διαμορφώνονται ως ακολούθως:
Πρώτον, διαπιστώνεται, μέσω προκαταρτικής εξέτασης, κατά πόσο προέκυψαν ή υποβλήθηκαν από τον Αιτητή νέα στοιχεία ή πορίσματα τα οποία ο Προϊστάμενος δεν έλαβε υπόψη κατά την έκδοση της απόφασής του (επί της αρχικής αίτησης ασύλου), σχετικά με την εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για τον χαρακτηρισμό του ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας.
Η εξέταση του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης συνεχίζεται, μόνον όταν πράγματι υφίστανται τέτοια νέα στοιχεία ή πορίσματα σε σχέση με την αρχική αίτηση για διεθνή προστασία, προκειμένου να εξακριβωθεί κατά δεύτερον:
(α) αν τα νέα αυτά στοιχεία και πορίσματα αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χαρακτηρισμού του αιτούντος ως δικαιούχου διεθνούς προστασίας και
(β) εάν ο συγκεκριμένος αιτών, χωρίς υπαιτιότητά του, δεν μπόρεσε να επικαλεσθεί τα εν λόγω νέα στοιχεία ή πορίσματα κατά την προηγούμενη διαδικασία.
Οι δύο αυτές προϋποθέσεις παραδεκτού, μολονότι πρέπει αμφότερες να πληρούνται για να συνεχιστεί η εξέταση της μεταγενέστερης αίτησης, εντούτοις είναι διακριτές και δεν πρέπει να συγχέονται. Οι πιο πάνω προϋποθέσεις θα πρέπει να συντρέχουν σωρευτικώς[4].
Σκοπός λοιπόν της προκαταρκτικής έρευνας η οποία κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι ο έλεγχος του κατά πόσο πληρούνται οι ως άνω εκ της νομοθεσίας τιθέμενες προϋποθέσεις, οι οποίες θα δικαιολογούσαν περαιτέρω εξέταση της απορριφθείσας αιτήσεως ασύλου και όχι η εις βάθος επί της ουσίας έρευνα των νέων ισχυρισμών ωσάν να επρόκειτο για πρώτη αίτηση ασύλου. Αυτή είναι άλλωστε και η σκοπιμότητα των διατάξεων του αρ. 40 (2), (3) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ ως αυτές έχουν ερμηνευθεί στην απόφαση του ΔΕΕ της 9ης Σεπτεμβρίου 2021 στην υπόθεση C-18/20, XY κατά Bundesamt für Fremdenwesen und Asyl, ECLI:EU:C:2021:710 (στο εξής αναφερόμενη ως η «ΧΥ»).
Λόγω ακριβώς της περιορισμένης αυτής εξουσίας του Δικαστηρίου αναφορικά με μεταγενέστερη αίτηση η οποία απορρίφθηκε από το στάδιο του παραδεκτού, χωρίς ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητας της αίτησης αυτής, το Δικαστήριο αυτό δεν έχει εξουσία να εκδώσει απόφαση επί της βασιμότητας της αίτησης, κρίνοντας δηλαδή το κατά πόσον ο αιτητής δικαιούται διεθνούς προστασίας ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Στις περιπτώσεις αυτές, το Δικαστήριο καλείται να εξετάσει μόνο κατά πόσον ορθώς η αρμόδια αρχή έκρινε ως απαράδεκτη την μεταγενέστερη αίτησή του αιτητή.
Προσέγγισα λοιπόν το ζήτημα αυτό με βάση τα ενώπιον μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου με σκοπό να εξετάσω κατά πόσον οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που είχαν ενώπιόν τους. Ωστόσο προτού εξεταστεί η επιχειρηματολογία της συνηγόρου του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν οι ισχυρισμοί του ιδίου ως αυτοί προβλήθηκαν κατά την διοικητική διαδικασία.
Προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο ότι κατά την αρχική αίτησή του ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τον Λίβανο λόγω της γενικότερης κατάστασης των Παλαιστινίων εκεί, αναφέροντας ότι δεν έχουν δικαιώματα στην εργασία, ότι γενικότερα δεν έχουν δικαιώματα, ότι επικρατούν προβλήματα στον Λίβανο και στους καταυλισμούς, ότι αντιμετωπίζουν καθημερινά προβλήματα, ότι υπάρχουν δολοφονίες νεαρών ανδρών και ότι σημειώνονταν εκρήξεις κοντά στον χώρο εργασίας και την οικία του.
Κατά δε το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ρητά ότι ήλθε στη Δημοκρατία για ένα καλύτερο μέλλον. Ειδικότερα, ανέφερε ότι στον Λίβανο δεν είχε δικαιώματα, ότι οι Παλαιστίνιοι δεν μπορούν ουσιαστικά να εργαστούν, ότι αμείβονται λιγότερο από άλλους και ότι, ακόμη και αν εξασφαλίσουν εργασία, παραμένουν απροστάτευτοι. Δήλωσε επίσης ότι μέσα στον καταυλισμό αντιμετώπιζε πολλές δυσκολίες, αναφερόμενος σε πυροβολισμούς, μαφία, εμπόρους ναρκωτικών, σημεία ελέγχου και κινδύνους που απορρέουν από τις ελλείψεις στις υποδομές. Ως προς τις συνέπειες που, κατά την άποψή του, θα είχε η επιστροφή του, δήλωσε ότι έχει πουλήσει την πατρική του οικία και ότι έχει δάνεια, ενώ δεν θα μπορούσε να εργαστεί και θα αντιμετώπιζε τις ίδιες δυσκολίες.
Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς αυτούς, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν τότε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε τον Λίβανο αφορούσε πρωτίστως δυσκολίες διαβίωσης και βιοπορισμού. Έκριναν ότι δεν εξέφρασε προσωπικό φόβο δίωξης ως λόγο αναχώρησής του, ότι οι λόγοι που προέβαλε δεν μπορούσαν να αποτελέσουν λόγο αναγνώρισης προσφυγικής ιδιότητας και ότι επρόκειτο ουσιαστικά για οικονομικό μετανάστη. Περαιτέρω, έκριναν ότι ως ανιθαγενής Παλαιστίνιος του Λιβάνου, εγγεγραμμένος στην UNRWA, εγκατέλειψε το πεδίο εφαρμογής της προστασίας του Οργανισμού λόγω δικής του βούλησης και όχι επειδή η παροχή προστασίας που λάμβανε έπαυσε να ισχύει για λόγους που να αφορούν συνθήκες βίας ή δίωξης προς το πρόσωπό του, ώστε να τεκμηριώνεται ότι η προσωπική του ασφάλεια θα βρισκόταν σε πραγματικό κίνδυνο σε περίπτωση παραμονής ή επιστροφής στον Λίβανο.
Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και η Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων κατά την εξέταση της διοικητικής του προσφυγής.
Στο πλαίσιο της υπό κρίση μεταγενέστερης αίτησής του, ο Αιτητής κατέγραψε ότι μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία για μια καλύτερη ζωή, ώστε να διαμείνει σε μια ασφαλή χώρα.
Προς υποστήριξη της μεταγενέστερης αίτησής του προσκόμισε τα ακόλουθα ιατρικά έγγραφα:
- Ενημερωτικό Σημείωμα/Εξιτήριο Ασθενή του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, στο οποίο καταγράφεται ως κύρια διάγνωση έλλειμμα δέρματος παλαμιαίας επιφάνειας δεξιάς άκρας χειρός και ως δευτερεύουσα διάγνωση σακχαρώδης διαβήτης, με ημερομηνία εισαγωγής 02.04.2021 και εξόδου 13.04.2021 (βλ. ερ. 149 του δ.φ.).
- Ιατρική Βεβαίωση του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας ημερομηνίας 12.04.2021, στην οποία αναγράφεται ότι ο ασθενής μεταφέρθηκε από το Γενικό Νοσοκομείο Λάρνακας στην Κλινική Πλαστικής Χειρουργικής λόγω ελλείμματος δεξιάς παλάμης, στα πλαίσια διαβητικής φλεγμονής, και ότι κατά τη νοσηλεία του διαγνώστηκε με σακχαρώδη διαβήτη (βλ. ερ. 148 του δ.φ.).
- Αιματολογικές εξετάσεις ημερομηνίας 05.07.2021 από το Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (βλ. ερ. 147-146 του δ.φ.).
- Ενημερωτικό Σημείωμα/Εξιτήριο Ασθενή του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, στο οποίο καταγράφεται ότι προσήλθε για προγραμματισμένο χειρουργείο δευτέρου σταδίου για αποκατάσταση ελλείμματος της δεξιάς παλαμιαίας επιφάνειας επί εδάφους λοίμωξης, με ημερομηνία εισαγωγής 18.05.2021 και εξόδου 20.05.2021 (βλ. ερ. 145 του δ.φ.).
- Οδηγίες χρήσης μικτής ινσουλίνης (βλ. ερ. 146 του δ.φ.).
- Συνταγές φαρμάκων του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας (βλ. ερ. 139-138 του δ.φ.).
- Ιατρική βεβαίωση ημερ. 09.04.2021 στην οποία αναγράφεται ότι έγινε εισαγωγή του ασθενούς στην Κλινική Πλαστικής Χειρουργικής λόγω ελλείμματος δεξιού άνω άκρου και αποκατάσταση με δερματικό μόσχευμα. Επισημαίνεται ότι κατά τη νοσηλεία πρωτοδιαγνώσθηκε με σακχαρώδη διαβήτη, ινσουλοεξαρτώμενος με υψηλές ανάγκες σε ινσουλίνες βραχείς και μακράς διάρκειας (βλ. ερ. 141 του δ.φ.).
Κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, ο συνήγορος του Αιτητή κατέθεσε ως Τεκμήριο 1 άρθρο ημερομηνίας 16.09.2025 με τίτλο “Israel has committed genocide in the Gaza Strip, UN Commission finds”, καθώς και απόφαση του Εθνικού Δικαστηρίου Ασύλου (CNDA), με την οποία αναγνωρίστηκε προσφυγικό καθεστώς σε Παλαιστίνια γυναίκα και τον γιο της σε σχέση με τη Λωρίδα της Γάζας.
Κατά την αξιολόγηση της μεταγενέστερης αίτησης, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι ο Αιτητής ανέφερε πως μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία για μια καλύτερη ζωή και για να διαμείνει σε μια ασφαλή χώρα. Κρίθηκε ότι οι ισχυρισμοί του δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας και ότι δεν ανέφερε οποιονδήποτε νέο φόβο δίωξης. Σε σχέση με τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα, κρίθηκε ότι και αυτά δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθότι ο Αιτητής είναι κάτοχος κάρτας UNRWA, η οποία παρέχει ιατρική περίθαλψη στους Παλαιστινίους.
Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στον Λίβανο, θα διατρέχει τον κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή/και της αρχής της μη επαναπροώθησης.
Οι Καθ’ ων η αίτηση απέρριψαν συνεπώς την υπό εξέταση αίτηση ως απαράδεκτη.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Έχοντας εξετάσει προσεκτικά το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, τους ισχυρισμούς του Αιτητή και την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο καταλήγει στα ακόλουθα:
Κατά τη δικαστική διαδικασία, ο δικηγόρος του Αιτητή ανέπτυξε ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει ως αποτέλεσμα πλημμελούς και ελλιπούς έρευνας, κατά παράβαση των αρχών του διοικητικού δικαίου, και ότι η Διοίκηση υπέπεσε σε ουσιαστική πλάνη περί τα πράγματα. Ειδικότερα, υποστήριξε ότι δεν εξετάστηκαν ενδελεχώς όλα τα πραγματικά περιστατικά που αφορούν τόσο το προσωπικό προφίλ του Αιτητή όσο και την επικαιροποιημένη κατάσταση στη χώρα επιστροφής, ήτοι τον Λίβανο, παρά το γεγονός ότι αυτή έχει επιδεινωθεί σημαντικά. Περαιτέρω, προέβαλε ότι η Διοίκηση παρέλειψε να λάβει υπόψη κρίσιμα και νεότερα στοιχεία, μεταξύ των οποίων τόσο τα ιατρικά δεδομένα του Αιτητή όσο και το επικαιροποιημένο υλικό αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας, τις ένοπλες συγκρούσεις, τους εκτοπισμούς και την ανθρωπιστική κρίση στον Λίβανο.
Συναφώς, υποστηρίχθηκε ότι η Διοίκηση όφειλε, βάσει του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, να εξετάσει κατά πόσον τα νέα αυτά στοιχεία αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, ιδίως υπό το πρίσμα της συμπληρωματικής προστασίας, και ότι η αποτυχία της να προβεί σε τέτοια αξιολόγηση καθιστά την απόφασή της πλημμελώς αιτιολογημένη. Επιπλέον, έγινε επίκληση νομολογίας αναφορικά με την έννοια της πλάνης περί τα πράγματα και της υποχρέωσης της Διοίκησης να προβεί σε πλήρη και δέουσα έρευνα πριν από τη λήψη διοικητικής πράξης, τονίζοντας ότι η μη λήψη υπόψη ουσιωδών πραγματικών δεδομένων οδηγεί σε ακυρότητα της πράξης.
Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε και στο ότι η απόφαση επιστροφής εκδόθηκε χωρίς να προηγηθεί ουσιαστική αξιολόγηση της κατάστασης ασφαλείας στον Λίβανο, σε συνδυασμό με την ατομική κατάσταση του Αιτητή, γεγονός που, κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή, αντίκειται τόσο στην αρχή της μη επαναπροώθησης όσο και στις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.
Στην αντίπερα όχθη, οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι νόμιμη, ορθή και δεόντως αιτιολογημένη, καθότι η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή ορθώς κρίθηκε απαράδεκτη δυνάμει των άρθρων 12Βτετράκις και 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου, εφόσον δεν υποβλήθηκαν νέα στοιχεία ή πορίσματα ικανά να αυξήσουν σημαντικά τις πιθανότητες υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Υποστηρίζουν ειδικότερα ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή είναι γενικοί, επαναληπτικοί και ανεπαρκώς εξειδικευμένοι, ότι τα ιατρικά έγγραφα που προσκομίστηκαν δεν μεταβάλλουν την ουσία της προηγούμενης κρίσης, αφού ο Αιτητής είναι κάτοχος κάρτας UNRWA και δύναται να τύχει ιατρικής περίθαλψης, και ότι δεν προβάλλεται οποιοδήποτε νέο στοιχείο που να αποδεικνύει πως οι πρόσφατες εξελίξεις στον Λίβανο καθιστούν αδύνατη ή νομικά ανεπίτρεπτη την επιστροφή του στην περιοχή όπου του παρέχεται προστασία. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι η αποχώρηση του Αιτητή από τον τόπο συνήθους διαμονής του και η μη απόλαυση της προστασίας της UNRWA οφείλεται σε δική του επιλογή και όχι σε αντικειμενική αδυναμία του οργανισμού να του παρέχει προστασία, ενώ υπογραμμίζουν ότι το παρόν Δικαστήριο, στο πλαίσιο ελέγχου μεταγενέστερης αίτησης που απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, περιορίζεται στην εξέταση της νομιμότητας και ορθότητας της κρίσης περί παραδεκτού και δεν δύναται να προχωρήσει σε κατ’ ουσίαν εξέταση της αίτησης διεθνούς προστασίας.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω ισχυρισμών, το Δικαστήριο προβαίνει στην ακόλουθη αξιολόγηση.
Κατ’ αρχάς, είναι ορθό ότι ο πυρήνας ορισμένων ισχυρισμών του Αιτητή παραμένει διαχρονικά ο ίδιος, υπό την έννοια ότι τόσο κατά την αρχική όσο και κατά τη μεταγενέστερη αίτησή του αυτός επικαλείται τις δυσμενείς συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι Παλαιστίνιοι στον Λίβανο, τους περιορισμούς στα δικαιώματά τους, τις δυσχέρειες στους καταυλισμούς και τη γενικότερη ανασφάλεια. Συνεπώς, ως προς το σκέλος αυτό, η μεταγενέστερη αίτηση δεν στηρίζεται σε εντελώς νέο πραγματικό υπόβαθρο. Πλην όμως, η παρατήρηση αυτή δεν αρκεί για να οδηγήσει αβασάνιστα στο συμπέρασμα ότι δεν υφίστανται νέα στοιχεία κατά την έννοια του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου. Και τούτο διότι η έννοια των «νέων στοιχείων ή πορισμάτων» δεν περιορίζεται μόνο σε νέα ατομικά περιστατικά δίωξης που αφορούν αποκλειστικά και προσωπικά τον αιτητή, αλλά δύναται να περιλαμβάνει και ουσιώδεις μεταβολές στις αντικειμενικές συνθήκες της χώρας συνήθους διαμονής, εφόσον αυτές είναι μεταγενέστερες της προηγούμενης διαδικασίας και σχετίζονται με την αξιολόγηση του κινδύνου που αυτός θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής.
Στην υπό κρίση περίπτωση, ο Αιτητής δεν περιορίστηκε απλώς στην επανάληψη των παλαιότερων γενικών του αιτιάσεων. Αντιθέτως, προέβαλε κατά την δικαστική διαδικασία, ότι η κατάσταση στον Λίβανο έχει επιδεινωθεί ουσιωδώς, ότι οι συνθήκες ασφαλείας έχουν μεταβληθεί προς το χειρότερο, ότι οι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες εξακολουθούν να βρίσκονται σε ιδιαίτερα ευάλωτη θέση και ότι, σε συνδυασμό με τα νέα προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει, η επιστροφή του τον εκθέτει πλέον σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Επισημαίνει δε, με παραπομπή σε πληροφορίες από την χώρα καταγωγής (βλ. σελ. 5-7 της γραπτής του αγόρευσης) ότι κατά τα έτη 2024 και 2025 σημειώθηκε σοβαρή επιδείνωση της κατάστασης στον Λίβανο εξαιτίας της σύγκρουσης Ισραήλ-Χεζμπολάχ, των εκτεταμένων βομβαρδισμών, των εκτοπισμών, της καταστροφής υποδομών, της παρατεινόμενης ανθρωπιστικής κρίσης και της γενικότερης επισφάλειας.
Περαιτέρω, σε σχέση με τα προσκομισθέντα ιατρικά έγγραφα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι αυτά αφορούν περιστατικά που έλαβαν χώρα μετά την ολοκλήρωση της αρχικής διαδικασίας ασύλου, αφού αυτά φέρουν ημερομηνίας Απριλίου του 2021, ενώ η αίτηση του απορρίφθηκε τον Απρίλιο του 2016, η προσφυγή του στην ΑΑΠ το Νοέμβριο του 2020 ενώ η προσφυγή του στο ΔΔΔΠ αποσύρθηκε τον Μάρτιο του 2021. Υπό την έννοια αυτή, δύνανται να χαρακτηριστούν ως νέα στοιχεία κατά το άρθρο 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου. Η σχετική διαπίστωση είναι σημαντική, έστω και αν δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να θεμελιώσει το παραδεκτό της μεταγενέστερης αίτησης.
Πράγματι, τα ιατρικά προβλήματα του Αιτητή, ήτοι η διάγνωση σακχαρώδους διαβήτη και η ανάγκη χειρουργικής αντιμετώπισης λοίμωξης στην άκρα χείρα, δεν συνδέονται αυτοτελώς με κάποιον από τους λόγους δίωξης της Σύμβασης της Γενεύης και, απομονωμένα εξεταζόμενα, δεν αρκούν κατ’ ανάγκη για τη θεμελίωση προσφυγικού καθεστώτος. Η ορθή νομική προσέγγιση, όμως, δεν είναι η αποσπασματική εξέταση των στοιχείων αυτών, αλλά η συνδυαστική τους αξιολόγηση με τα λοιπά νέα δεδομένα που επικαλείται ο Αιτητής, και ιδίως με τη μεταβολή της κατάστασης στη χώρα επιστροφής. Πράγματι, αν και τα ιατρικά προβλήματα του Αιτητή δεν συνδέονται αυτοτελώς με λόγους δίωξης κατά τη Σύμβαση της Γενεύης, εντούτοις αποτελούν κρίσιμο παράγοντα κατά την εκτίμηση του κινδύνου σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο της συμπληρωματικής προστασίας.
Σημειώνεται συναφώς ότι η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή είχε υποβληθεί ήδη από τις 28.05.2021, πλην όμως εξετάστηκε από τη Διοίκηση μόλις στις 13.06.2024, ήτοι κατόπιν υπερβολικά εκτεταμένης και αδικαιολόγητης χρονικής καθυστέρησης. Η καθυστέρηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία υπό το πρίσμα του ιστορικού υγείας του Αιτητή, ο οποίος ήδη από το 2021 είχε νοσηλευθεί επανειλημμένως, είχε υποβληθεί σε χειρουργικές επεμβάσεις λόγω σοβαρής λοίμωξης και ελλείμματος της δεξιάς παλαμιαίας επιφάνειας και, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, είχε πρωτοδιαγνωσθεί με σακχαρώδη διαβήτη, ινσουλοεξαρτώμενο, με υψηλές ανάγκες ινσουλίνης και ανάγκη συνεχούς ιατρικής παρακολούθησης (βλ. ερ. 149-141 δ.φ.). Υπό τις περιστάσεις αυτές, και δεδομένου ότι η διοικητική κρίση έλαβε χώρα τρία περίπου έτη μετά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησης, η Διοίκηση όφειλε, προτού σχηματίσει ασφαλή κρίση, να ζητήσει και να αξιολογήσει επικαιροποιημένη εικόνα της κατάστασης της υγείας του Αιτητή, προκειμένου να διακριβώσει την εξέλιξη της πάθησής του, τις τρέχουσες θεραπευτικές του ανάγκες και τη βαρύτητα των προσωπικών του περιστάσεων κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης. Εντούτοις, από τον διοικητικό φάκελο δεν προκύπτει ότι ζητήθηκε οποιαδήποτε επικαιροποιημένη ιατρική πληροφόρηση ούτε ότι εξετάστηκε η παρούσα κατάσταση της υγείας του, παρά το γεγονός ότι τούτο ήταν ουσιώδες για την ορθή αξιολόγηση τόσο του παραδεκτού της μεταγενέστερης αίτησης όσο και του κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής. Η παράλειψη αυτή ενισχύει περαιτέρω το συμπέρασμα περί ελλιπούς έρευνας.
Η ορθή νομική προσέγγιση επιβάλλει τη συνεκτίμηση των νέων ιατρικών δεδομένων με την επιδεινωμένη κατάσταση ασφαλείας και τις συνθήκες διαβίωσης στον Λίβανο. Η συνδυαστική αυτή αξιολόγηση είναι ικανή να επηρεάσει ουσιωδώς την κρίση περί ύπαρξης πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, ιδίως υπό το πρίσμα του άρθρου 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Ακριβώς σε αυτό το σημείο εντοπίζεται και η πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης. Οι Καθ’ ων η αίτηση φαίνεται να εξέτασαν τα ιατρικά στοιχεία απομονωμένα, καταλήγοντας ότι αυτά δεν αυξάνουν τις πιθανότητες χορήγησης διεθνούς προστασίας, διότι ο Αιτητής είναι κάτοχος κάρτας UNRWA και η UNRWA παρέχει ιατρική περίθαλψη στους Παλαιστίνιους πρόσφυγες. Η αιτιολογία αυτή είναι ανεπαρκής. Δεν προκύπτει ότι έγινε ουσιαστική, επικαιροποιημένη και εξατομικευμένη εξέταση της πραγματικής δυνατότητας πρόσβασης του Αιτητή σε κατάλληλη θεραπεία στον Λίβανο, της επάρκειας των υπηρεσιών της UNRWA έναντι των συγκεκριμένων αναγκών του, της επίδρασης των συνθηκών στους καταυλισμούς στη διαχείριση ενός χρόνιου νοσήματος όπως ο διαβήτης, ούτε της συνδυασμένης επίδρασης των προσωπικών του δεδομένων και της επιδεινωμένης κατάστασης ασφαλείας και διαβίωσης στη χώρα επιστροφής. Η γενική αναφορά ότι η UNRWA παρέχει ιατρική περίθαλψη δεν ισοδυναμεί με εξατομικευμένη διοικητική κρίση και δεν αρκεί για να αποκρούσει ισχυρισμό περί κινδύνου σοβαρής βλάβης. Η προσέγγιση αυτή καταδεικνύει ελλιπή έρευνα και πλάνη περί τα πράγματα.
Η πλημμέλεια αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα ενόψει του ότι ο Αιτητής δεν προβάλλει τα ιατρικά του προβλήματα ως αυτοτελή λόγο χορήγησης προσφυγικού καθεστώτος, αλλά ως στοιχείο που, σε συνδυασμό με την επιδεινωμένη κατάσταση στον Λίβανο, ενδέχεται να τον καταστήσει δικαιούχο συμπληρωματικής προστασίας. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, στο πλαίσιο της συμπληρωματικής προστασίας, το κρίσιμο ερώτημα είναι κατά πόσον ο αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και στις αντίστοιχες διατάξεις του ημεδαπού δικαίου. Η σχετική αξιολόγηση δεν εξαντλείται στην αναζήτηση ατομικής δίωξης, αλλά επιβάλλει συνεκτίμηση τόσο των αντικειμενικών συνθηκών στη χώρα επιστροφής όσο και των ατομικών χαρακτηριστικών του ενδιαφερομένου. Υπό το πρίσμα αυτό, η μεταβολή της κατάστασης ασφαλείας στον Λίβανο συνιστά, κατ’ αρχήν, νέο γεγονός, το οποίο όφειλε η Διοίκηση να εξετάσει σε συνδυασμό με τα νέα ιατρικά δεδομένα του Αιτητή, ακριβώς για να διακριβώσει κατά πόσον τα στοιχεία αυτά αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα προβαλλόμενα νέα στοιχεία, ήτοι αφενός η ουσιώδης επιδείνωση της κατάστασης ασφαλείας στον Λίβανο και αφετέρου τα νεότερα ιατρικά δεδομένα του Αιτητή, είναι τέτοιας φύσεως και βαρύτητας ώστε να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, ιδίως συμπληρωματικής προστασίας.
Συνεπώς, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 16Δ του περί Προσφύγων Νόμου και η μεταγενέστερη αίτηση του Αιτητή δεν μπορούσε νομίμως να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η κρίση της Διοίκησης περί απαραδέκτου στηρίζεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των πραγματικών δεδομένων και σε παράλειψη ουσιαστικής αξιολόγησης των νέων στοιχείων, γεγονός που συνιστά πλάνη περί τα πράγματα και πλημμελή έρευνα.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να εξετάσει ειδικώς και το σκέλος της προσβαλλόμενης απόφασης που αφορά την έκδοση απόφασης επιστροφής του Αιτητή στον Λίβανο. Και τούτο διότι, ανεξαρτήτως του ότι ο Αιτητής δεν ανέφερε ρητώς, κατά την υποβολή της μεταγενέστερης αίτησής του, τη μεταβολή της κατάστασης ασφαλείας στον Λίβανο, τα σχετικά ζητήματα αναδείχθηκαν κατά τη δικαστική διαδικασία και, σε κάθε περίπτωση, η ίδια η Διοίκηση προέβη σε ρητή κρίση επί του κινδύνου επιστροφής και εξέδωσε νέα απόφαση επιστροφής. Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι στην εισηγητική έκθεση (βλ. ερ. 162-159 του δ.φ.) καταγράφεται ρητώς ότι «δεν υπάρχουν ενδείξεις από τα στοιχεία που υποβλήθηκαν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του ΑΔΠ στον Λίβανο, θα διατρέχει κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ή και της αρχής της μη επαναπροώθησης», και στη βάση αυτής της κρίσης εισηγείται όχι μόνο την απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης ως απαράδεκτης αλλά και την επιστροφή του Αιτητή στον Λίβανο. Αντιστοίχως, στην ίδια την προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς αναφέρεται ότι «αποφασίζεται η απόρριψη της μεταγενέστερης αίτησης διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτη και η επιστροφή του [...] στο Λίβανο». Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι το ζήτημα της κατάστασης ασφαλείας στον Λίβανο είναι εκτός του αντικειμένου της διαφοράς ή ότι η Διοίκηση δεν είχε υποχρέωση να το εξετάσει. Αντιθέτως, από τη στιγμή που η ίδια η Διοίκηση προέβη σε ουσιαστική κρίση περί μη ύπαρξης κινδύνου κατά το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και εξέδωσε νέα απόφαση επιστροφής, όφειλε να στηρίξει την κρίση αυτή σε πλήρη, επικαιροποιημένη και εξατομικευμένη αξιολόγηση τόσο των αντικειμενικών συνθηκών στη χώρα επιστροφής όσο και των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή. Η διατύπωση όμως ότι «δεν υπάρχουν ενδείξεις» κινδύνου δεν συνοδεύεται από συγκεκριμένη ανάλυση των τότε επικρατουσών συνθηκών στον Λίβανο, ούτε από ουσιαστική στάθμιση του ιστορικού υγείας του Αιτητή και της πρόσβασής του σε κατάλληλη θεραπεία σε συνθήκες γενικευμένης αστάθειας και ανθρωπιστικής επιδείνωσης. Επομένως, η ίδια η ρητή διατύπωση της εισηγητικής έκθεσης και της προσβαλλόμενης απόφασης καταδεικνύει ότι η Διοίκηση άνοιξε το κεφάλαιο του κινδύνου επιστροφής, πλην όμως το έκρινε κατά τρόπο ελλιπή και αναιτιολόγητο, γεγονός που επιτείνει την πλημμέλεια της προσβαλλόμενης πράξης.
Περαιτέρω, η ως άνω παράλειψη δεν επηρεάζει μόνο την κρίση περί απαραδέκτου της μεταγενέστερης αίτησης, αλλά και τη νομιμότητα της απόφασης επιστροφής. Είναι πάγια αρχή του ενωσιακού και του ευρωπαϊκού δικαίου ότι η έκδοση απόφασης επιστροφής ενεργοποιεί αυτοτελείς υποχρεώσεις της Διοίκησης, ανεξάρτητες από την κρίση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της Οδηγίας 2008/115/ΕΚ, τα κράτη μέλη οφείλουν, κατά την εφαρμογή των μέτρων επιστροφής, να λαμβάνουν δεόντως υπόψη, μεταξύ άλλων, την αρχή της μη επαναπροώθησης, την κατάσταση της υγείας του ενδιαφερομένου και τις γενικές συνθήκες στη χώρα επιστροφής. Η υποχρέωση αυτή ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, το οποίο απαγορεύει απολύτως την έκθεση προσώπου σε πραγματικό κίνδυνο απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης. Συνεπώς, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι τα νέα στοιχεία δεν αρκούσαν για να ανοίξει εκ νέου η ουσιαστική εξέταση του αιτήματος διεθνούς προστασίας, η Διοίκηση όφειλε οπωσδήποτε να εξετάσει, πριν εκδώσει απόφαση επιστροφής, κατά πόσον η απομάκρυνση του Αιτητή στον Λίβανο, υπό τις παρούσες συνθήκες και ενόψει της υγείας του, είναι συμβατή με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και με την αρχή της μη επαναπροώθησης.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου δεν προκύπτει ότι πραγματοποιήθηκε τέτοια εξέταση. Δεν διαφαίνεται να αξιολογήθηκε η πραγματική και αποτελεσματική πρόσβαση του Αιτητή σε φαρμακευτική αγωγή, σε παρακολούθηση του σακχαρώδους διαβήτη ή σε αναγκαία μετεγχειρητική φροντίδα στον Λίβανο. Ούτε προκύπτει ότι αξιολογήθηκαν οι συνθήκες που επικρατούν στον καταυλισμό Burj al-Barajneh, η εξάρτηση των Παλαιστινίων από την UNRWA, η γνωστή υποχρηματοδότηση του οργανισμού, οι περιορισμοί πρόσβασης των Παλαιστινίων στο δημόσιο σύστημα υγείας του Λιβάνου, καθώς και οι ευρύτερες συνθήκες ανασφάλειας και ανθρωπιστικής ευαλωτότητας. Ακόμη λιγότερο προκύπτει ότι η Διοίκηση προέβη σε ουσιαστική εκτίμηση της σωρευτικής επίδρασης όλων αυτών των παραγόντων στο πρόσωπο του συγκεκριμένου Αιτητή.
Επισημαίνεται ότι κατόπιν έρευνας του Δικαστηρίου σε αξιόπιστες πληροφορίες από την χώρα καταγωγής και την περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Το Bourj Al Barajneh αποτελεί παλαιστινιακό προσφυγικό καταυλισμό που βρίσκεται στα νότια προάστια του Βηρυτού[5]. Ιδρύθηκε το 1948 από την Ένωση Ερυθρού Σταυρού και η UNRWA ανέλαβε τη διαχείρισή του το 1950[6]. Ο καταυλισμός γειτνιάζει με τις συνοικίες al-Raml al-Aali, Harat Hreik, Baajour και Ain al-Sikka, και βρίσκεται σε απόσταση περίπου δύο χιλιομέτρων από το Διεθνές Αεροδρόμιο Rafic Hariri[7].
· Σύμφωνα με την επίσημη απογραφή πληθυσμού και κατοικιών σε παλαιστινιακούς καταυλισμούς του Λιβάνου που διεξήχθη τον Ιούλιο του 2017, ο συνολικός πληθυσμός του καταυλισμού ανερχόταν σε 20.683 άτομα, εκ των οποίων το 84% ταυτοποιήθηκε ως Παλαιστίνιοι και το υπόλοιπο 16% ως άλλες εθνικότητες[8]. Η UNRWA εκτιμά ότι πάνω από 20.000 εγγεγραμμένοι Παλαιστίνιοι πρόσφυγες κατοικούν στον καταυλισμό, ο οποίος αρχικά σχεδιάστηκε να φιλοξενεί 10.000 άτομα σε έκταση περίπου ενός τετραγωνικού χιλιομέτρου[9]. Πέραν των εγγεγραμμένων Παλαιστινίων, σημαντικός αριθμός Σύρων προσφύγων κατέφυγε στον καταυλισμό κατά τη διάρκεια της συριακής σύρραξης (2011 κ.ε.), ανεβάζοντας σημαντικά τον πραγματικό πληθυσμό[10]. Ο καταυλισμός αποτελεί τον πυκνότερα κατοικημένο παλαιστινιακό καταυλισμό στον Λίβανο[11].
· Η ασφάλεια και η διακυβέρνηση εντός του καταυλισμού Bourj Al Barajneh βαρύνουν Λαϊκές Επιτροπές (Popular Committees) και παλαιστινιακές παρατάξεις[12]. Το λιβανικό σύστημα ποινικής δικαιοσύνης γενικά δεν επεκτείνεται εντός του καταυλισμού, γεγονός που δυσχεραίνει την πρόσβαση των κατοίκων σε αποτελεσματική απονομή δικαιοσύνης[13]. Η UNRWA έχει επισημάνει την απουσία αποτελεσματικών δομών διακυβέρνησης, δικαστηρίων και επιβολής νόμου εντός των καταυλισμών[14].
· Σύμφωνα με την EUAA, παλαιστινιακές παρατάξεις διατηρούν ένοπλες δυνάμεις εντός των 12 επίσημων προσφυγικών καταυλισμών του Λιβάνου, συμπεριλαμβανομένου του Bourj Al Barajneh. Οι παρατάξεις αυτές περιλαμβάνουν όχι μόνον τη Fatah, τη Hamas και την Παλαιστινιακή Ισλαμική Τζιχάντ (PIJ), αλλά και μικρότερες ομάδες[15]. Στον καταυλισμό υπήρχε η παρουσία σημαίας και υποδομών της Fatah, ενώ η Hamas και άλλες ομάδες διατηρούσαν οπλοστάσια εντός του χώρου[16].
· Κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης του 2024 μεταξύ Ισραήλ και Hezbollah, παλαιστινιακές παρατάξεις βάσει του Λιβάνου, συμπεριλαμβανομένης της Hamas, συμμετείχαν σε στρατιωτικές επιχειρήσεις παράλληλα με τη Hezbollah. Τον Οκτώβριο του 2024, το Ισραήλ εξόντωσε στόχους που ταυτοποιήθηκαν ως στελέχη της Hamas στον Λίβανο, μεταξύ των οποίων ο επικεφαλής της στρατιωτικής πτέρυγας (Ταξιαρχίες Qassam) στον Λίβανο, που σκοτώθηκε σε αεροπορική επίθεση στον καταυλισμό Beddawi[17]. Η δραστηριοποίηση παλαιστινιακών ομάδων υπό ισραηλινούς βομβαρδισμούς εξέθεσε τον πληθυσμό των καταυλισμών σε σοβαρούς κινδύνους[18].
Κατάσταση Ασφαλείας μετά την Εκεχειρία του 2024 (Δεκέμβριος 2024–Φεβρουάριος 2026)
· Η εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου τέθηκε σε ισχύ στις 27 Νοεμβρίου του 2024, βάσει αμερικανικής διαμεσολάβησης και σε εφαρμογή της απόφασης 1701 του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ[19]. Η συμφωνία προέβλεπε την αποχώρηση της Hezbollah βόρεια του ποταμού Λιτάνι και την αποχώρηση ισραηλινών δυνάμεων από τον Λίβανο[20]. Αμέσως μετά την εκεχειρία, κάτοικοι των νοτίων προαστίων του Βηρυτού, συμπεριλαμβανομένου του Bourj Al Barajneh, ξεκίνησαν να επιστρέφουν στα σπίτια τους[21].
· Παρά την εκεχειρία, οι ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις συνέχισαν να εξαπολύουν επιθέσεις κατά τόπους σε εβδομαδιαία σχεδόν βάση[22]. Σύμφωνα με αρχεία της UNIFIL, μεταξύ 27ης Νοεμβρίου 2024 και τέλους Φεβρουαρίου 2026 καταγράφηκαν περισσότερες από 10.000 ισραηλινές παραβιάσεις του εναέριου χώρου του Λιβάνου και 1.400 στρατιωτικές δραστηριότητες εντός λιβανικού εδάφους, προκαλώντας περίπου 400 θανάτους και περισσότερους από 1.100 τραυματισμούς[23].
Πρόσφατες Εχθροπραξίες (Μάρτιος–Απρίλιος 2026)
· Στις 2 Μαρτίου 2026, η εκεχειρία του Νοεμβρίου του 2024 κατέρρευσε οριστικά όταν η Hezbollah εξαπέλυσε νέα επίθεση κατά του Ισραήλ, για πρώτη φορά από την εκεχειρία[24]. Το Ισραήλ ανταπέδωσε με σφοδρούς βομβαρδισμούς στα νότια προάστια της Βηρυτού, συμπεριλαμβανομένης της Dahiyeh[25]. Κατά τη διάρκεια εκείνης της νέας κλιμάκωσης, λιβανικές αρχές δήλωσαν ότι τουλάχιστον 52 άνθρωποι σκοτώθηκαν και 154 τραυματίστηκαν στη διάρκεια των πρώτων ισραηλινών αντιποίνων[26].
· Στις 5 Μαρτίου 2026, το IDF εξέδωσε εντολή εκκένωσης «επείγουσας κατηγορίας» για τους κατοίκους των νοτίων προαστίων της Βηρυτού, με ειδική αναφορά στο Bourj al-Barajneh. Οι κάτοικοι του Bourj al-Barajneh και του Hadath κλήθηκαν να κατευθυνθούν ανατολικά προς τον Mount Lebanon μέσω της οδού Βηρυτός–Δαμασκός[27]. Πρόκειται για την πρώτη φορά που το IDF απέστειλε μαζικές εντολές εκκένωσης που να καλύπτουν τεράστιες εκτάσεις της λιβανικής πρωτεύουσας[28]. Στις 07/03/2026 εκτιμάτο ότι μεταξύ 100.000 και 300.000 Λιβανέζοι είχαν εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα των συνεχιζόμενων επιχειρήσεων και εντολών εκκένωσης[29].
· Στις 8 Απριλίου 2026, λίγο αφότου ανακοινώθηκε εκεχειρία στον πόλεμο Ιράν–Ισραήλ, ισραηλινές δυνάμεις εξαπέλυσαν ό,τι χαρακτήρισαν «τις ισχυρότερες επιθέσεις» σε ολόκληρο τον Λίβανο, σκοτώνοντας τουλάχιστον 303 άτομα και τραυματίζοντας 1.150 σε επίθεση δέκα λεπτών[30]. Εμπειρογνώμονες του ΟΗΕ κατήγγειλαν τις επιθέσεις, σημειώνοντας ότι πολλές επιθέσεις έπληξαν πυκνοκατοικημένες οικιστικές συνοικίες και εμπορικές περιοχές στο κεντρικό Βηρυτό κατά παραβίαση των αρχών της διάκρισης και της αναλογικότητας[31]. Κατά τη σύνταξη της παρούσας έκθεσης ανακοινώθηκε δεκαήμερη ανακωχή μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, ωστόσο η κατάσταση εξακολουθεί να παραμένει ρευστή[32].
Σε σχέση με την γενικότερη κατάσταση στο Λίβανο:
· Από τον Οκτώβριο 2023 έως την ανακωχή της 27ης Νοεμβρίου 2024, ισραηλινές αεροπορικές επιθέσεις σκότωσαν άνω των 3.961 ατόμων στον Λίβανο, συμπεριλαμβανομένων 736 γυναικών, 222 υγειονομικών και διασωστών και 248 παιδιών, σύμφωνα με τα στοιχεία του Λιβανικού Υπουργείου Υγείας . Άνω του 1,2 εκατομμυρίου ατόμων εκτοπίστηκαν εντός της χώρας κατά τη στιγμή της ανακωχής, χιλιάδες κτίρια καταστράφηκαν και ολόκληρα χωριά κατά μήκος της συνοριακής γραμμής ισοπεδώθηκαν .
· Η ανακωχή της 27ης Νοεμβρίου 2024 διαμορφώθηκε με μεσολάβηση των Ηνωμένων Πολιτειών και της Γαλλίας. Σύμφωνα με τη συμφωνία, οι IDF θα αποσύρονταν νότια της Blue Line, ενώ οι LAF θα αναπτύσσονταν σε θέσεις νότια του Litani River. Η λιβανική κυβέρνηση ανέλαβε την υποχρέωση να εμποδίσει τη Hezbollah και άλλες ένοπλες ομάδες από τη διεξαγωγή επιχειρήσεων κατά του Ισραήλ, ενώ οι LAF θα προέβαιναν σε κατεδάφιση μη εξουσιοδοτημένων υποδομών και κατάσχεση μη εξουσιοδοτημένου οπλισμού .
· Παρά την ανακωχή, το Ισραήλ συνέχισε αεροπορικές επιδρομές στον λιβανικό εδαφικό χώρο σχεδόν καθημερινά. Η UNIFIL κατέγραψε άνω των 7.500 ισραηλινών παραβιάσεων εναέριου χώρου και σχεδόν 2.500 παραβιάσεων εδαφικού χώρου εντός του πρώτου έτους της ανακωχής . Το Γραφείο του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OHCHR) επαλήθευσε 108 άμαχα θύματα στον Λίβανο μετά την ανακωχή – 71 άνδρες, 21 γυναίκες και 16 παιδιά καθώς και 19 περιπτώσεις απαγωγής αμάχων από ισραηλινά στρατεύματα στη νότια ζώνη, οι οποίες ενδέχεται να συνιστούν βίαιες εξαφανίσεις .
· Στις 11 Οκτωβρίου 2025, το Ισραήλ εκτέλεσε εντατικές αεροπορικές επιδρομές στον νότιο Λίβανο, με αποτέλεσμα έναν νεκρό και επτά τραυματίες, ενώ καταστράφηκαν άνω των 300 βαρέων κατασκευαστικών μηχανημάτων . Κατά τους μήνες αυτούς, η λιβανική κυβέρνηση υπολόγισε συνολικά 331 νεκρούς και 945 τραυματίες από ισραηλινές επιθέσεις μετά την ανακωχή έως τον Νοέμβριο 2025 .
· Τον Φεβρουάριο 2026, ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές στην κοιλάδα Bekaa σκότωσαν τουλάχιστον 10 ανθρώπους και τραυμάτισαν 24 ακόμα, εκ των οποίων τρία παιδιά. Δύο πηγές ασφαλείας δήλωσαν στο Reuters ότι ο ανώτερος ηγέτης της Hezbollah, Χουσεΐν Γιαγκί, σκοτώθηκε στην επίθεση .
· Σύμφωνα με τη συμφωνία ανακωχής, η Βηρυτός ανέλαβε να αφοπλίσει τη Hezbollah μέσω μηχανισμού εφαρμογής από τις LAF, υπό την εποπτεία Ηνωμένων Πολιτειών και Γαλλίας. Οι LAF υπέβαλαν σχέδιο αφοπλισμού σε φάσεις: νότια του Litani River ως τα τέλη 2025, και ακολούθως στην υπόλοιπη χώρα . Ωστόσο, το Washington Institute επισήμανε ότι ο κύριος όγκος του αφοπλισμού δεν διέθετε σαφές χρονοδιάγραμμα, ενώ οι LAF αρνήθηκαν να εισέλθουν σε «ιδιωτικές ιδιοκτησίες» για ανεύρεση παράνομου οπλισμού .
· Στις 28 Φεβρουαρίου 2026, Ισραήλ και Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν στρατιωτική εκστρατεία κατά του Ιράν, κατά την οποία δολοφονήθηκε ο Ανώτατος Ηγέτης Ayatollah Ali Khamenei . Στη διάρκεια της νύχτας μεταξύ 1ης και 2ας Μαρτίου 2026, η Hezbollah εξαπέλυσε βλήματα κατά του Ισραήλ, δηλώνοντας ότι ενεργούσε ανταποδοτικά για τη δολοφονία του Khamenei . Τα βλήματα έπεσαν σε ανοιχτές περιοχές ή αναχαιτίστηκαν. Ως αντίδραση, οι IDF εκτέλεσαν σειρά αεροπορικών επιδρομών σε στόχους της Hezbollah σε πολλές περιοχές του Λιβάνου, μεταξύ των οποίων η Beirut, η κοιλάδα Bekaa και ο νότος . Το Λιβανικό Υπουργείο Υγείας ανέφερε ότι την πρώτη ημέρα του πολέμου (2 Μαρτίου 2026), τουλάχιστον 31 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους και 149 τραυματίστηκαν από ισραηλινά πλήγματα . Η λιβανική κυβέρνηση εξέδωσε δήλωση χαρακτηρίζοντας την εξαπόλυση βλημάτων ως «απερίσκεπτη» πράξη που θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της χώρας, ενώ ο Υπουργός Δικαιοσύνης Adel Nassar διέταξε τη σύλληψη των υπευθύνων .
· Στις 24 Μαρτίου 2026, ο Ισραηλινός Υπουργός Άμυνας Israel Katz ανακοίνωσε ότι το Ισραήλ θα κατέχει τον νότιο Λίβανο έως τον Litani River, δημιουργώντας «αμυντικό ανάχωμα», και ότι κτίρια στα χωριά κατά μήκος της συνοριακής γραμμής θα κατεδαφιστούν .
· Περισσότερες από 100 ισραηλινές επιθέσεις σε ολόκληρο τον Λίβανο στις 8 Απριλίου 2026, συμπεριλαμβανομένων και σε πυκνοκατοικημένες συνοικίες της Βηρυτού, σκότωσαν πάνω από 300 ανθρώπους και προκάλεσαν ζημιές στην τελευταία κύρια γέφυρα που συνέδεε τον νότιο Λίβανο με την υπόλοιπη χώρα Επιθέσεις έπληξαν επίσης τις νότιες πόλεις Baraachit, Souaneh, Babliyeh, Seddiqine, Nabatieh El Faouqa και περιοχές κατά μήκος του ποταμού Litani .
· Στις 8 Απριλίου 2026, ώρες μετά την ανακοίνωση ανακωχής στον πόλεμο Ιράν–ΗΠΑ–Ισραήλ, οι IDF εξαπέλυσαν την μεγαλύτερη συντονισμένη εναέρια επίθεση στον Λίβανο από την έναρξη του πολέμου στις 2 Μαρτίου 2026, με άνω των 100 αεροπορικών πληγμάτων σε περιοχές της Βηρυτού, της κοιλάδας Bekaa και του νότιου Λιβάνου, σύμφωνα με τον Λιβανικό Υπουργό Υγείας .
· Στόχοι συμπεριλάμβαναν πυκνοκατοικημένες εμπορικές και κατοικημένες περιοχές της κεντρικής Βηρυτού, τα νότια προάστιά της, τον νότιο Λίβανο και την κοιλάδα Bekaa. Ισραηλινά πλήγματα έπληξαν αστικές εμπορικές και κατοικημένες περιοχές χωρίς προηγούμενη ειδοποίηση .
· Ο απολογισμός των θυμάτων ανήλθε σε τουλάχιστον 300 νεκρούς και άνω των 1.150 τραυματίων, σύμφωνα με το Λιβανικό Υπουργείο Υγείας . Ο Πρόεδρος Joseph Aoun χαρακτήρισε τις επιθέσεις «σφαγή» και η λιβανική κυβέρνηση κήρυξε ημέρα εθνικού πένθους . Ο εκπρόσωπος του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ δήλωσε ότι ο ΟΗΕ «καταδικάζει κατηγορηματικά» τις ισραηλινές επιθέσεις στον Λίβανο που είχαν ως αποτέλεσμα σημαντικές απώλειες αμάχων ενώ ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Volker Türk χαρακτήρισε την κλίμακα της καταστροφής «ουδόλως παρά φρικιαστική» .
· Η αεροπορική επίθεση κατέστρεψε επίσης τη γέφυρα Qasmiyeh – τον μοναδικό τελευταίο εναπομείναντα κεντρικό οδικό κόμβο που συνέδεε τον νότιο Λίβανο με τον υπόλοιπο. Τουλάχιστον εννέα γέφυρες στον Litani River και τους παραπόταμούς του είχαν χτυπηθεί μεταξύ 12ης Μαρτίου και 8ης Απριλίου 2026, διαταράσσοντας σοβαρά την ανθρωπιστική πρόσβαση και αποκόπτοντας άνω των 150.000 ανθρώπων .
· Στις 16 Απριλίου 2026, ο Αμερικανός Πρόεδρος Donald Trump ανακοίνωσε 10ήμερη ανακωχή μεταξύ Ισραήλ και Λιβάνου, που τέθηκε σε ισχύ στις 21:00 GMT . Η συμφωνία προβλέπει παύση ισραηλινών επιθετικών στρατιωτικών επιχειρήσεων κατά λιβανικών στόχων και ανάληψη υποχρέωσης από τον Λίβανο να εμποδίσει τη Hezbollah και άλλες ένοπλες ομάδες από κάθε επίθεση κατά ισραηλινών στόχων . Το Ισραήλ διατήρησε το δικαίωμα να λαμβάνει «όλα τα αναγκαία μέτρα αυτοάμυνας, ανά πάσα στιγμή» . Ο Πρωθυπουργός Netanyahu δήλωσε ότι τα ισραηλινά στρατεύματα θα παραμείνουν εντός «διευρυμένης ζώνης ασφαλείας» στον νότιο Λίβανο .
· Ο Πρωθυπουργός Nawaf Salam χαιρέτισε την ανακωχή ως «κεντρικό λιβανικό αίτημα». Ο Πρόεδρος Trump ανακοίνωσε επίσης πρόθεση πρόσκλησης των δύο κορυφαίων αρχηγών σε άμεσες διαπραγματεύσεις . Ωστόσο, ώρες μετά την έναρξη της ανακωχής ο λιβανικός στρατός κατήγγειλε νέες ισραηλινές «επιθετικές πράξεις», ο πρωθυπουργός του Ισραήλ δήλωσε ότι οι ισραηλινές δυνάμεις δεν θα αποσυρθούν από θέσεις στο νότιο Λίβανο και ένας αξιωματούχος της Hezbollah προειδοποίησε ότι η οργάνωση διατηρεί το δικαίωμα να απαντήσει σε επιθέσεις .
Επιπτώσεις στον Άμαχο Πληθυσμό
· Από την έναρξη του πολέμου στις 2 Μαρτίου 2026 έως τις 16 Απριλίου 2026, ισραηλινές επιθέσεις είχαν σκοτώσει άνω των 2.000 ανθρώπων στον Λίβανο, σύμφωνα με το Λιβανικό Υπουργείο Υγείας . Μεταξύ των νεκρών συγκαταλέγονται τουλάχιστον 125 παιδιά, ενώ 429 παιδιά τραυματίστηκαν .
· Κατά μόνον την 8η Απριλίου 2026 τουλάχιστον 300 άτομα σκοτώθηκαν – ο υψηλότερος ημερήσιος απολογισμός από την έναρξη της σύρραξης . Μεταξύ των θυμάτων συγκαταλέγονταν τέσσερις διασώστες που σκοτώθηκαν σε triple-tap ισραηλινό πλήγμα ενώ εκτελούσαν αποστολή διάσωσης τραυματισμένων στο Mayfadoun, σύμφωνα με τη Λιβανική Εθνική Υπηρεσία Ειδήσεων .
· Άνω του ενός εκατομμυρίου ανθρώπων εκτοπίστηκαν εντός του Λιβάνου λόγω των ισραηλινών επιθέσεων – περίπου το ένα πέμπτο του συνολικού πληθυσμού της χώρας . Κατά την 1η Απριλίου 2026, άνω των 1,1 εκατομμυρίου εκτοπισμένων, εκ των οποίων άνω των 390.000 παιδιά, κατέφυγαν σε 669 επίσημους χώρους συλλογικής φιλοξενίας . Ο UNHCR κήρυξε την κρίση «μείζονα ανθρωπιστική έκτακτη ανάγκη που απαιτεί άμεση περιφερειακή ανταπόκριση» .
· Άνω των 280.000 ατόμων διέσχισαν τα σύνορα προς τη Συρία μεταξύ 02/03/2026 και 15/04/2026 μέσω τριών επίσημων συνοριακών διαβάσεων, μεταξύ των οποίων περίπου 238.000 Σύριοι και 44.000 Λιβανέζοι . Μεταξύ των εκτοπισμένων συγκαταλέγονταν και Σύριοι πρόσφυγες που είχαν καταφύγει στον Λίβανο κατά το παρελθόν και αναγκάστηκαν να φύγουν για δεύτερη φορά. Σύμφωνα με την Ύπατη Αρμοστεία, πολλές οικογένειες εκτοπίστηκαν για δεύτερη ή και τρίτη φορά .
Υποδομές και Υπηρεσίες Υγείας
· Ο ΟΗΕ ανέφερε ότι 133 επιθέσεις κατά εγκαταστάσεων υγείας σημειώθηκαν από την έναρξη της σύρραξης, με αποτέλεσμα άνω των 80 νεκρών και άνω των 190 τραυματισμένων . Τουλάχιστον 55 πρωτοβάθμια κέντρα υγείας και 6 νοσοκομεία αναγκάστηκαν να κλείσουν λόγω των εχθροπραξιών, ενώ 14 νοσοκομεία και 7 κέντρα υγείας υπέστησαν ζημιές .
· Η Human Rights Watch κατέγραψε ότι αγορές νότια του Litani River είχαν σε μεγάλο βαθμό παύσει τη λειτουργία τους, με πολλά καταστήματα κλειστά ή εκκενωμένα και μειωμένες παραδόσεις εφοδίων . Η καταστροφή γεφυρών εμπόδισε σοβαρά την πρόσβαση νοσηλευτικού και ανθρωπιστικού προσωπικού. Στο νοσοκομείο Jabal Amel στην Tyre, γιατροί και προσωπικό διέμεναν εντός του νοσοκομείου καθώς η μετακίνηση ήταν επικίνδυνη, ενώ Οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα και η Διεθνής Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού ανέφεραν ότι το προσωπικό των νοσοκομείων στις νότιες πόλεις Nabatieh και Marjayoun κάνουν το ίδιο .
Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις επικαιροποιημένες και ειδικώς στοχευμένες πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με τον παλαιστινιακό καταυλισμό Bourj Al Barajneh, ο οποίος αποτελεί τον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, διαπιστώνει ότι οι συνθήκες ασφάλειας και διαβίωσης στον εν λόγω χώρο παραμένουν εξαιρετικά επιβαρυμένες και ασταθείς. Ο καταυλισμός, ο οποίος βρίσκεται στα νότια προάστια της Βηρυτού, πλησίον του Διεθνούς Αεροδρομίου Rafic Hariri, χαρακτηρίζεται από υπερπληθυσμό, ανεπαρκείς υποδομές και υψηλή συγκέντρωση ευάλωτων πληθυσμών, ενώ λειτουργεί υπό ιδιόμορφο καθεστώς διακυβέρνησης, εκτός της πλήρους και αποτελεσματικής επέκτασης της κρατικής εξουσίας και της λιβανικής ποινικής δικαιοσύνης, με αποτέλεσμα την περιορισμένη πρόσβαση των κατοίκων σε μηχανισμούς προστασίας, ασφάλειας και απονομής δικαιοσύνης. Περαιτέρω, από τις ίδιες πληροφορίες προκύπτει ότι εντός των παλαιστινιακών καταυλισμών, περιλαμβανομένου του Bourj Al Barajneh, δραστηριοποιούνται ένοπλες παλαιστινιακές παρατάξεις, γεγονός που ενίσχυσε την έκθεση του άμαχου πληθυσμού σε κινδύνους, ιδίως στο πλαίσιο των εχθροπραξιών των ετών 2024–2026.
Ειδικότερα, από τον Οκτώβριο του 2023 έως την ανακωχή της 27ης Νοεμβρίου 2024, οι ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές προκάλεσαν χιλιάδες θανάτους και μαζικό εσωτερικό εκτοπισμό άνω του 1,2 εκατομμυρίου ατόμων, ενώ, παρά την εν λόγω ανακωχή, ακολούθησαν συνεχείς παραβιάσεις, σχεδόν καθημερινές αεροπορικές επιδρομές και σημαντικός αριθμός θυμάτων αμάχων. Η κατάσταση δε επιδεινώθηκε εκ νέου δραματικά από τον Μάρτιο του 2026, οπότε επανεκκίνησαν εκτεταμένες εχθροπραξίες σε ολόκληρο τον Λίβανο, με αεροπορικές επιθέσεις στη Βηρυτό, στην κοιλάδα Bekaa και στον νότιο Λίβανο, με χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες, με άνω του ενός εκατομμυρίου εκτοπισμένους, με σοβαρή καταστροφή γεφυρών και βασικών οδικών αξόνων, καθώς και με βαριά πλήγματα σε εγκαταστάσεις και υπηρεσίες υγείας. Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι οι νότιες συνοικίες της Βηρυτού και οι όμορες περιοχές, στις οποίες εντάσσεται ο Bourj Al Barajneh, επηρεάστηκαν άμεσα από τις πολεμικές εξελίξεις, ενώ η γενικότερη κατάρρευση υποδομών, η διακινδύνευση της ανθρωπιστικής πρόσβασης και η σοβαρή πίεση στις ιατρικές υπηρεσίες επιτείνουν περαιτέρω την ευαλωτότητα των κατοίκων. Υπό το φως των ανωτέρω, καθίσταται πρόδηλο ότι η κατάσταση στον τόπο επιστροφής του Αιτητή δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε σταθερή ούτε προβλέψιμη, αλλά, αντιθέτως, παρουσιάζει έντονα στοιχεία διαρκούς ρευστότητας, αστάθειας και επικινδυνότητας, τα οποία οφείλουν να αξιολογηθούν σε συνδυασμό με τα ατομικά χαρακτηριστικά του Αιτητή, και ιδίως με την κατάσταση της υγείας του, στο πλαίσιο πλήρους και εξατομικευμένης εκτίμησης του κινδύνου σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίζεται σε δέουσα έρευνα και επαρκή αιτιολογία. Η Διοίκηση εσφαλμένα θεώρησε ότι δεν τίθενται νέα ουσιώδη στοιχεία, παραλείποντας να εξετάσει κατά τρόπο επαρκή και εξατομικευμένο, κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης πράξης, κατά πόσον υφίσταντο μεταβολές στις αντικειμενικές συνθήκες στον Λίβανο και ποια ήταν η σημασία των νέων ιατρικών δεδομένων του Αιτητή στο πλαίσιο της συμπληρωματικής προστασίας. Περαιτέρω, ενόψει της ex nunc δικαιοδοσίας του, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τα επικαιροποιημένα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιόν του κατά τον χρόνο εξέτασης της παρούσας προσφυγής, τα οποία καθιστούν επιβεβλημένη την πλήρη και εξατομικευμένη αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής. Η ως άνω παράλειψη της Διοίκησης καθιστά και την απόφαση επιστροφής νομικά πλημμελή, καθότι δεν προηγήθηκε η απαιτούμενη εκτίμηση του κινδύνου σοβαρής βλάβης ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει στο σύνολό της και πρέπει να ακυρωθεί, δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος, λόγω πλάνης περί τα πράγματα, έλλειψης δέουσας έρευνας και ανεπαρκούς αιτιολογίας.
Ως προς την έκταση της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου σε αυτές τις περιπτώσεις, παραπέμπω στα όσα έχουν εκτενώς παρατεθεί και αναλυθεί από την αδελφή μου Δικαστή Κ. Κ. Κλεάνθους στην υπόθεση M.D. v. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, υπ. αρ. 1317/20, 20.09.2021. Σύμφωνα με τα λεχθέντα στην M.D. τα οποία υιοθετώ, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου, το Δικαστήριο ασκεί έλεγχο επί των αποφάσεων που απαριθμούνται εξαντλητικά στο εδάφιο (4), ενώ οι εξουσίες του καθορίζονται στο εδάφιο (3). Στις περιπτώσεις μεταγενέστερης αίτησης που απορρίπτεται ως απαράδεκτη, ο έλεγχος του Δικαστηρίου περιορίζεται καταρχήν στη νομιμότητα και ορθότητα της κρίσης περί παραδεκτού και δεν εκτείνεται σε κατ’ ουσίαν εξέταση της ανάγκης χορήγησης διεθνούς προστασίας, καθότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν αποτελεί απόφαση επί της ουσίας του αιτήματος αλλά μόνο επί του παραδεκτού του.
Προσθέτω ότι, σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής και ανατροπής της πρωτοβάθμιας απόφασης που έκρινε τη μεταγενέστερη αίτηση ως απαράδεκτη, η υπόθεση θα πρέπει να αναπέμπεται στη διοίκηση για πλήρη εξέταση του αιτήματος σε πρώτο βαθμό, περιλαμβανομένης της διενέργειας προσωπικής συνέντευξης. Διαφορετική προσέγγιση θα είχε ως αποτέλεσμα ο αιτητής να στερείται ενός βαθμού εξέτασης, αφού το Δικαστήριο θα προέβαινε ουσιαστικά σε πρωτοβάθμια κρίση επί της ουσίας του αιτήματος, με συνακόλουθη αποστέρηση της δυνατότητας άσκησης προσφυγής σε δεύτερο βαθμό. Μια τέτοια εξέλιξη θα συνεπαγόταν ουσιώδη περιορισμό των δικονομικών δικαιωμάτων του αιτητή, δεδομένου ότι το ζήτημα της βασιμότητας του αιτήματος δεν θα είχε εξεταστεί προηγουμένως από τη διοίκηση.
Προσθέτω στην πιο πάνω αναλυτική και ολοκληρωμένη σκέψη, ότι σε περίπτωση αποδοχής της προσφυγής και ανατροπής της πρωτοβάθμιας απόφασης που κρίνει μεταγενέστερο αίτημα ως απαράδεκτο, η υπόθεση οφείλει να αναπεμφθεί σε πρώτο βαθμό για τη διεξαγωγή πλήρους προσωπικής συνέντευξης και κρίσης σε πρώτο βαθμό επί της ουσίας του αιτήματος, διαφορετικά ο αιτών χάνει ένα βαθμό εξέτασης, η δε προσφυγή του ουσιαστικά συνεπάγεται την σε πρώτη βαθμό κρίση της ουσίας, με συνεπακόλουθη απαλοιφή της προσφυγής σε δεύτερο βαθμό[33]. Μια τέτοια κατάληξη θα συνεπαγόταν στέρηση του διοικούμενου από ουσιώδη δικαιώματα του, αφού το κεφάλαιο της βασιμότητας του αιτήματος δεν έχει εξεταστεί καθόλου σε πρώτο βαθμό[34].
Υπό το φως του συνόλου των πιο πάνω διαπιστώσεων, είναι η κατάληξη μου ότι η παρούσα προσφυγή επιτυγχάνει και η προσβαλλόμενη απόφαση ακυρώνεται δυνάμει του άρθρου 146(4)(β) του Συντάγματος και του άρθρου 11(3)(β) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/18), λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας και συνεπακόλουθης πάσχουσας αιτιολογίας και πλάνης περί τα πράγματα. Επιδικάζονται €800 έξοδα πλέον Φ.Π.Α., αν υπάρχει, υπέρ του Αιτητή και εναντίον των Καθ' ων η αίτηση.
Οφείλουν πλέον οι Καθ' ων η αίτηση να προχωρήσουν τάχιστα σε ουσιαστική εξέταση των όσων παρέθεσε ο Αιτητής με τη μεταγενέστερη αίτησή του στη βάση των διαδικασιών που προβλέπονται στον περί Προσφύγων Νόμο.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] Με τον περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 4) Διαδικαστικός Κανονισμός του 2022, 31/2022.
[2] ΟΔΗΓΙΑ 2013/32/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση)
[3] Σχετική επίσης και η απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, Staatssecretaris van Justitie en Veiligheid (Νέα στοιχεία ή πορίσματα), C-921/19, EU:C:2021:478, σκέψη 34
[5] UNRWA, Burj Barajneh Camp, n.d., https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/burj-barajneh-camp (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[6] UNRWA, Burj Barajneh Camp, n.d., https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/burj-barajneh-camp (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[7] Institute for Palestine Studies / PalQuest, Burj al-Barajneh Refugee Camp, n.d., https://www.palquest.org/en/highlight/30628/burj-al-barajneh-refugee-camp (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[8] WPA (Welfare Association for Palestinians), Burj El Barajneh Camp, n.d., https://wpa-lb.org/center/burj-el-barajneh-camp/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[9] UNRWA, Burj Barajneh Camp, n.d., https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/burj-barajneh-camp (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[10] Institute for Palestine Studies / PalQuest, Burj al-Barajneh Refugee Camp, n.d., https://www.palquest.org/en/highlight/30628/burj-al-barajneh-refugee-camp (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[11] PROCOL Lebanon/RELIEF, Burj el Barajneh, n.d., https://www.relief-centre.org/burj-el-barajneh (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[12] UNRWA, Burj Barajneh Camp, n.d., https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/burj-barajneh-camp (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[13] UNRWA, Burj Barajneh Camp, n.d., https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/burj-barajneh-camp (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[14] UNRWA, Burj Barajneh Camp, n.d., https://www.unrwa.org/where-we-work/lebanon/burj-barajneh-camp (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[15] EUAA, COI Report – Lebanon: Country Focus, November 2025, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_11_EUAA_COI_Report_Lebanon_Country_Focus.pdf σ. 41–42 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[16] MERIP, Disarming the Camps—Palestinian Factions and the Limits of Lebanese Sovereignty, 11/02/2026, https://www.merip.org/2026/02/disarming-the-camps-palestinian-factions-and-the-limits-of-lebanese-sovereignty/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[17] UNRWA, UNRWA Situation Report #5 on the Lebanon Emergency Response, October 2024, https://www.unrwa.org/resources/reports/unrwa-situation-report-5-lebanon-emergency-response (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[18] EUAA, COI Report – Lebanon: Country Focus, November 2025, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_11_EUAA_COI_Report_Lebanon_Country_Focus.pdf σ. 41–42, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[19] UN News, Lebanon ceasefire deal: Displaced communities start to return home, 04/12/2024, https://news.un.org/en/story/2024/11/1157526 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[20] EUAA, COI Report – Lebanon: Country Focus, November 2025, https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2025_11_EUAA_COI_Report_Lebanon_Country_Focus.pdf σ. 45–47 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[21] UN News, Lebanon ceasefire deal: Displaced communities start to return home, 04/12/2024, https://news.un.org/en/story/2024/11/1157526 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[22] Al Jazeera, Lebanon begins disarming Palestinian groups in refugee camps, 21/08/2025, https://www.aljazeera.com/news/2025/8/21/lebanon-begins-disarming-palestinian-groups-in-refugee-camps (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[23] Al Jazeera, The Israel-Hezbollah ceasefire was built to fail, 11/03/2026, https://www.aljazeera.com/opinions/2026/3/11/the-israel-hezbollah-ceasefire-was-built-to-fail (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[24] Al Jazeera, Israel intensifies war on Lebanon after Hezbollah attack, 02/03/2026, https://www.aljazeera.com/features/2026/3/2/israel-intensifies-war-on-lebanon-after-hezbollah-attack (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[25] Al Jazeera, Israel intensifies war on Lebanon after Hezbollah attack, 02/03/2026, https://www.aljazeera.com/features/2026/3/2/israel-intensifies-war-on-lebanon-after-hezbollah-attack (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[26] Al Jazeera, Israel intensifies war on Lebanon after Hezbollah attack, 02/03/2026, https://www.aljazeera.com/features/2026/3/2/israel-intensifies-war-on-lebanon-after-hezbollah-attack (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[27] Times of Israel, IDF issues unprecedented evacuation warning for entire Hezbollah stronghold in Beirut, 05/03/2026, https://www.timesofisrael.com/liveblog_entry/idf-issues-unprecedented-evacuation-warning-for-entire-hezbollah-stronghold-in-beirut/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[28] Times of Israel, IDF issues unprecedented evacuation warning for entire Hezbollah stronghold in Beirut, 05/03/2026, https://www.timesofisrael.com/liveblog_entry/idf-issues-unprecedented-evacuation-warning-for-entire-hezbollah-stronghold-in-beirut/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[29] FDD Long War Journal, Analysis: Israel strikes over 500 targets in Lebanon, issues evac orders in renewed war with Hezbollah (March 2–6), 07/03/2026, https://www.longwarjournal.org/archives/2026/03/analysis-israel-strikes-over-500-targets-in-lebanon-issues-evac-orders-in-new-war-with-hezbollah-march-2-6-updates.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[30] OHCHR, UN experts condemn Israel's unprecedented bombing in Lebanon after ceasefire announcement, demand immediate halt to hostilities, 15/04/2026, https://www.ohchr.org/en/press-releases/2026/04/un-experts-condemn-israels-unprecedented-bombing-lebanon-after-ceasefire (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[31] OHCHR, UN experts condemn Israel's unprecedented bombing in Lebanon after ceasefire announcement, demand immediate halt to hostilities, 15/04/2026, https://www.ohchr.org/en/press-releases/2026/04/un-experts-condemn-israels-unprecedented-bombing-lebanon-after-ceasefire (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[32] Al Jazeera, Celebrations in Lebanon as 10-day ceasefire with Israel begins, 17/04/2026, https://www.aljazeera.com/news/2026/4/17/celebrations-in-lebanon-as-10-day-ceasefire-with-israel-begins (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/04/2026)
[33] Βλ. «Προσφυγικό Δίκαιο. Ερμηνευτική προσέγγιση και πρακτική διάσταση», Κωνσταντίνος Δ. Φαρμακίδης-Μάρκου, 2021, Νομική Βιβλιοθήκη, σελ. 83.
[34] Σχετική η νομολογία του ΣτΕ επί πειθαρχικών ενδικοφανών προσφυγών, ΣτΕ 644/2010, 1284/2003, 2493/2002 κ.α.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο