R.C.F.T ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1092/24, 7/5/2026
print
Τίτλος:
R.C.F.T ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1092/24, 7/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

Υπόθεση Αρ.: 1092/24

 

07 Μαΐου, 2026

 

[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

R.C.F.T

Αιτητής

 

-και-

 

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η αίτηση

........

 

Ρ. Μάρκου (κα) για Έλενα Μαλά & Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή

Ρ. Προδρόμου  (κα),  Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 09/02/2024, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφθηκε ιδιόχειρός από τον Αιτητή στις 08/03/2024 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας με την αιτιολογία ότι δεν πληροί τις απαιτούμενες από το Νόμο προϋποθέσεις, είναι άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερείται κάθε νόμιμου αποτελέσματος.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:

Ο Αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας στις 26/03/2021. Στις 14/12/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (εφεξής «EUAA»). Ακολούθως, στις 06/02/2024, ο αρμόδιος λειτουργός της EUAA ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησής του.

Εν συνεχεία, δεόντως εξουσιοδοτημένος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε στις 09/02/2024 την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Περαιτέρω, στις 08/03/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της σχετικής απόφασής της επί του αιτήματος του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο κατά την ίδια ημερομηνία.

Εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο Αιτητής προβάλλει, μέσω του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας, πλείονες λόγους ακύρωσης, οι οποίοι, εντούτοις, δεν συνοδεύονται από σαφή αιτιολογία ούτε από παραπομπή σε συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή στοιχεία του διοικητικού φακέλου. Με τη γραπτή του αγόρευση, ο Αιτητής υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη πράξη πάσχει λόγω κατάχρησης εξουσίας, έλλειψης αιτιολογίας, μη διεξαγωγής δέουσας έρευνας και πλάνης περί τα πράγματα.

Περαιτέρω, κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 19/01/2026, κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις, η ευπαίδευτη συνήγορος του Αιτητή απέσυρε όλους τους προβληθέντες ισχυρισμούς, πλην εκείνων που αφορούν τη μη διεξαγωγή δέουσας έρευνας και την έλλειψη αιτιολογίας.

Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας και κανονικότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι το αίτημα ασύλου του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της προβλεπόμενης από τον νόμο διαδικασίας και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των ενώπιον της Διοίκησης τεθέντων στοιχείων και ορθής εφαρμογής του νόμου.

Περαιτέρω, οι Καθ’ ων η Αίτηση υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη και ότι δεν εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε νομική ή πραγματική πλάνη, προερχόμενη από παρερμηνεία ή εσφαλμένη εκτίμηση των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών οργάνων.

Τέλος, υποβάλλουν ότι ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στο πρόσωπο του Αιτητή δεν συντρέχουν τα αναγκαία υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που να θεμελιώνουν δικαιολογημένο φόβο δίωξης, κατά την έννοια του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ώστε να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3(1) του εν λόγω Νόμου. Περαιτέρω, υποβάλλουν ότι ούτε πληρούνται οι προϋποθέσεις για αναγνώριση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν αποδείχθηκε ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα προχωρήσω στην εξέταση των γενικών ισχυρισμών που προβάλλει η συνήγορος του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη και την εξουσία του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο, σύμφωνα με τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, δύναται να εξετάσει την παρούσα υπόθεση πλήρως και εξ υπαρχής, ήτοι ex nunc.(βλ. CHRISTIAN IGIRANEZA v.ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 69/2023). Επομένως, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και, συνακόλουθα, κατά πόσον είναι επί της ουσίας ορθή

Στο πλαίσιο ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο διοικητικό όργανο διερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να διερευνήσει και να συνεκτιμήσει, προκειμένου να καταλήξει στην απόφασή του, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρουν κατά περίπτωση (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270· Α.Ε. Αρ. 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 Α.Α.Δ. 345· JAMAL KAROU v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008, ημερ. 1.2.2010).

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το ζήτημα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ’ ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους.

Στην αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής κατέγραψε ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, η μητέρα του, ο αδελφός του και ο ίδιος επέστρεψαν στο χωριό καταγωγής τους, όπου θεία του συμφώνησε να τους φιλοξενήσει υπό την προϋπόθεση ότι ο ίδιος θα εργαζόταν για λογαριασμό της. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η εν λόγω εργασία συνίστατο στην παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών σε γυναίκες, από τις οποίες η θεία του αποκόμιζε οικονομικό όφελος. Ο Αιτητής ανέφερε περαιτέρω ότι, όταν αρνήθηκε να συνεχίσει την εν λόγω δραστηριότητα, η θεία του σκότωσε τη μητέρα και τον αδελφό του, γεγονός που τον οδήγησε στην απόφαση να εγκαταλείψει τη χώρα του προς προστασία της ζωής και της ασφάλειάς του (βλ. ερ. 1 και 19 δ.φ.).

Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του, ο Αιτητής δήλωσε, αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ότι είναι υπήκοος Καμερούν, εθνοτικής καταγωγής Bamileke, και ότι γεννήθηκε στην πόλη Douala της επαρχίας Littoral του Καμερούν, όπου διέμενε μέχρι το έτος 2019. Ακολούθως, ανέφερε ότι διέμενε στο χωριό Batie για χρονικό διάστημα μικρότερο του ενός έτους. Ως προς το θρήσκευμά του, δήλωσε ότι είναι Χριστιανός Καθολικός. Αναφορικά με το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ ως προς την επαγγελματική του κατάσταση δήλωσε άνεργος. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ομιλεί τη γαλλική και την αγγλική γλώσσα.

Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε άγαμος και ανέφερε ότι διατηρεί σχέση με ομοεθνή του αιτήτρια ασύλου, η οποία, κατά τον χρόνο της συνέντευξής του, ήταν έγκυος. Τέλος, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι γονείς του και ο αδελφός του έχουν αποβιώσει.

Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, υποστήριξε ότι μετά τον θάνατο του πατέρα του, ήτοι στις 29/08/2019, ο ίδιος, η μητέρα του και ο αδελφός του αναγκάστηκαν να μετακινηθούν από τη Douala στο χωριό, καθότι αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στο κόστος διαβίωσης στην πόλη.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, εγκαταστάθηκαν στην οικία φίλης της μητέρας του στο χωριό και, αρχικά, οι συνθήκες διαβίωσής τους ήταν ομαλές, ενώ η μητέρα του εργαζόταν. Ακολούθως, ο Αιτητής ανέφερε ότι η εν λόγω γυναίκα του πρότεινε να προβαίνει σε σεξουαλικές πράξεις με άλλες γυναίκες έναντι χρηματικής αμοιβής. Περαιτέρω, δήλωσε ότι, λόγω της επιδείνωσης της κατάστασης υγείας της μητέρας του, η τελευταία δεν μπορούσε να συνεχίσει να εργάζεται, με αποτέλεσμα ο ίδιος να αποδεχθεί την πρόταση της εν λόγω γυναίκας, προκειμένου να συντηρεί τη μητέρα και τον αδελφό του.

Ο Αιτητής ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι, αρχικά, η μητέρα του αγνοούσε τη φύση της εν λόγω δραστηριότητας, πλην όμως, όταν το πληροφορήθηκε, του ζήτησε να σταματήσει. Τότε, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η φίλη της μητέρας του τον προειδοποίησε ότι, σε περίπτωση που σταματούσε, θα προκαλούσε βλάβη στη μητέρα του. Ο Αιτητής ανέφερε ότι διέκοψε την εν λόγω δραστηριότητα τον Ιανουάριο και ότι λίγες ημέρες αργότερα η μητέρα του ασθένησε και απεβίωσε. Ακολούθως, δήλωσε ότι συνέχισε την εν λόγω εργασία για περίπου έναν μήνα, προκειμένου να φροντίζει τον αδελφό του, παρά το γεγονός ότι επιθυμούσε να σταματήσει.

Περαιτέρω, ανέφερε ότι επιχείρησε να διαφύγει μαζί με τον αδελφό του, πλην όμως παρεμποδίστηκαν από άγνωστα πρόσωπα και επέστρεψαν. Ακολούθως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο αδελφός του ασθένησε και απεβίωσε στις 25/05/2020. Μετά τον θάνατο του αδελφού του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι εξήγησε την κατάστασή του σε μία πελάτισσα, η οποία τον βοήθησε να διαφύγει στη Yaoundé, όπου προέβη στην έκδοση των ταξιδιωτικών του εγγράφων, προτού αναχωρήσει από τη Douala (βλ. ερ. 47 δ.φ.).

Ερωτηθείς τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, ο Αιτητής απάντησε ότι η εν λόγω γυναίκα θα τον σκοτώσει, όπως, κατά τους ισχυρισμούς του, σκότωσε τη μητέρα και τον αδελφό του, χωρίς καν να τους αγγίξει, προσθέτοντας ότι αισθάνεται πως της «χρωστά».

Σε διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού αναφορικά με τη φίλη της μητέρας του, στην οικία της οποίας διέμεναν, ο Αιτητής δήλωσε ότι ονομάζεται Kemwe Mart, ότι δεν τη γνώριζε πριν εγκατασταθούν στην οικία της και ότι είχε την ίδια ηλικία με τη μητέρα του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η εν λόγω γυναίκα διατηρούσε εταιρεία που αναλάμβανε δραστηριότητες σχετιζόμενες με διάφορες τελετές.

Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι, αρχικά, η γυναίκα δεν τους είχε ενημερώσει ότι όφειλαν να καταβάλλουν χρήματα για ενοίκιο και τροφή, πλην όμως μεταγενέστερα τους ζήτησε να πληρώνουν. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κατά το αρχικό διάστημα η μητέρα του εργαζόταν, για χρονικό διάστημα μικρότερο των δύο μηνών, στα χωράφια της εν λόγω γυναίκας χωρίς αμοιβή, λαμβάνοντας ως αντάλλαγμα στέγη και τροφή. Εντούτοις, λόγω της κατάστασης της υγείας της, η μητέρα του αδυνατούσε να συνεχίσει την εργασία αυτή (βλ. ερ. 45/1χ δ.φ.).

Ο Αιτητής ανέφερε ότι η εν λόγω γυναίκα του πρότεινε να παρέχει σεξουαλικές υπηρεσίες σε γυναίκες, αναφέροντάς του ότι, σε περίπτωση αποδοχής της πρότασης, η μητέρα του δεν θα χρειαζόταν πλέον να εργάζεται στα χωράφια. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, αρχικά αρνήθηκε, επικαλούμενος τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, πλην όμως, όταν η κατάσταση της υγείας της μητέρας του επιδεινώθηκε και εκείνη κατέστη ολοένα και πιο αδύναμη, αποφάσισε τελικώς να αποδεχθεί την πρόταση (βλ. ερ. 45/χ2 δ.φ.).

Ερωτηθείς κατά πόσον θα μπορούσε να αναζητήσει διαφορετικού είδους εργασία, ο Αιτητής απάντησε ότι η γυναίκα τον επέλεξε διότι θεωρούσε ότι διέφερε από τα λοιπά άτομα που εργάζονταν στο χωριό, καθότι ήταν πιο περιποιημένος και, ως εκ τούτου, οι γυναίκες θα τον αποδέχονταν ευκολότερα. Περαιτέρω, δήλωσε ότι μετακόμισαν στο χωριό περί τον Σεπτέμβριο του 2019 και ότι περίπου έναν μήνα αργότερα αποδέχθηκε την πρόταση της εν λόγω γυναίκας. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε επίσης ότι, όταν αρχικά αρνήθηκε, η γυναίκα πίεζε τη μητέρα του να εργάζεται περισσότερο στα χωράφια, γεγονός που τον ανάγκασε τελικώς να αποδεχθεί την πρότασή της (βλ. ερ. 44 δ.φ.).

Κληθείς να περιγράψει τη φύση της εργασίας του, ο Αιτητής ανέφερε ότι μεταφερόταν σε συγκεκριμένο χώρο στο Bafussam, όπου του υποδείκνυαν αριθμό δωματίου, στο οποίο συναντούσε γυναίκες περίπου πέντε έως έξι φορές την εβδομάδα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, οι γυναίκες κατέβαλλαν χρήματα στην εν λόγω γυναίκα, ενώ ο ίδιος δεν λάμβανε οποιαδήποτε αμοιβή, αλλά ως αντάλλαγμα του παρείχετο στέγη και τροφή. Ερωτηθείς κατά πόσον, κατά τη διάρκεια της περιόδου αυτής, η γυναίκα χρησιμοποίησε άλλα μέσα εξαναγκασμού, ο Αιτητής ανέφερε ότι, όταν η μητέρα του πληροφορήθηκε τη φύση της εργασίας του και τον ανάγκασε να σταματήσει, η γυναίκα χρησιμοποίησε «μαγεία» εναντίον της μητέρας του (βλ. ερ. 42 δ.φ.).

Ο Αιτητής δήλωσε περαιτέρω ότι περί τον Νοέμβριο η μητέρα του πληροφορήθηκε την εργασία του και δεν επιθυμούσε να συνεχίσει. Ωστόσο, ο ίδιος συνέχισε κρυφά έως τα τέλη Δεκεμβρίου, οπότε και η μητέρα του τον ανάγκασε να διακόψει. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι η μητέρα του διαπληκτίστηκε με την εν λόγω γυναίκα, απαιτώντας να σταματήσει ο Αιτητής την εργασία αυτή, και ότι ακολούθως η γυναίκα τον απείλησε πως, εάν σταματούσε, θα σκότωνε τη μητέρα του.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Αιτητή, όταν διέκοψε την εργασία, η μητέρα του ασθένησε και απεβίωσε εξαιτίας «μαγείας» που ασκήθηκε εναντίον της. Κληθείς να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι ο θάνατος της μητέρας του οφειλόταν σε «μαγεία», ο Αιτητής δήλωσε ότι η ίδια η γυναίκα τού είχε αναφέρει πως, εάν σταματούσε να εργάζεται, θα προξενούσε βλάβη τόσο στη μητέρα όσο και στον αδελφό του (βλ. ερ. 42 δ.φ.).

Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι, μία ημέρα μετά τον θάνατο της μητέρας του, η γυναίκα τον απείλησε ότι θα σκοτώσει και τον αδελφό του εάν δεν συνέχιζε να εργάζεται, με αποτέλεσμα να συνεχίσει την εν λόγω δραστηριότητα. Ακολούθως, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, επιχείρησε να διαφύγει από το χωριό μαζί με τον αδελφό του, πλην όμως παρεμποδίστηκαν.

Κληθείς να παράσχει λεπτομέρειες για το περιστατικό αυτό, ανέφερε ότι μία πελάτισσά του, με την οποία είχε συχνές επαφές, πληροφορήθηκε την κατάστασή του και αποφάσισε να τον βοηθήσει, δίνοντάς του χρήματα ώστε να εγκαταλείψει το χωριό μαζί με τον αδελφό του. Ωστόσο, κατά τη διάρκεια της απόπειρας διαφυγής τους, με ταξί-μοτοσυκλέτα, ανακόπηκαν από πρόσωπα που, κατά τους ισχυρισμούς του, συνεργάζονταν με την εν λόγω γυναίκα και οι οποίοι τους επέστρεψαν στην οικία της. Ο Αιτητής ανέφερε ότι τα πρόσωπα αυτά ήταν περίπου έξι οδηγοί ταξί, οι οποίοι επικοινώνησαν με τη γυναίκα, η οποία μετέβη στο σημείο και τους οδήγησε πίσω στην οικία της, απειλώντας εκ νέου ότι θα σκοτώσει τον αδελφό του (βλ. ερ. 41 και 40 δ.φ.).

Μετά το περιστατικό αυτό, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η γυναίκα άρχισε να τους κρατά κλειδωμένους στην οικία, επιτρέποντας στον ίδιο να εξέρχεται μόνο για τις ανάγκες της εργασίας του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο αδελφός του ασθένησε και απεβίωσε στις 25/05/2020.

Μετά τον θάνατο του αδελφού του, ο Αιτητής ανέφερε ότι συνέχισε να εργάζεται και ότι, περίπου έναν μήνα αργότερα, συνάντησε εκ νέου την πελάτισσα η οποία τον είχε βοηθήσει στο παρελθόν, η οποία του πρότεινε να τον βοηθήσει εκ νέου. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η εν λόγω γυναίκα διευθέτησε ραντεβού για την έκδοση διαβατηρίου, του παρέδωσε σχετικά έγγραφα και του υπέδειξε να μεταβεί στη Yaoundé, όπου θα διέμενε στην οικία φιλικού της προσώπου. Περαιτέρω, ανέφερε ότι η ίδια κάλυψε το κόστος του αεροπορικού του εισιτηρίου, του παρέδωσε το διαβατήριό του και, ακολούθως, ο ίδιος αναχώρησε από τη χώρα.

Κληθείς να παράσχει πληροφορίες αναφορικά με την εν λόγω πελάτισσα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε το όνομά της, ότι ήταν μεγαλύτερη σε ηλικία από τη μητέρα του και ότι αποτελούσε τακτική πελάτισσά του. Περαιτέρω, ανέφερε ότι οι σχετικές διευθετήσεις πραγματοποιούνταν κατά τη διάρκεια των μεταξύ τους συναντήσεων (βλ. ερ. 39 δ.φ.).

Ακολούθως, ο λειτουργός επισήμανε αντιφάσεις στις δηλώσεις του Αιτητή, αναφορικά με τη χρονολογία έκδοσης του διαβατηρίου του, καθώς και αντίφαση μεταξύ των δηλώσεών του στην αίτηση διεθνούς προστασίας και όσων ανέφερε κατά τη συνέντευξή του. Συγκεκριμένα, στην αίτησή του είχε αναφέρει ότι η γυναίκα που τον εξανάγκαζε να προβαίνει σε σεξουαλικές πράξεις με γυναίκες ήταν θεία του, ενώ κατά τη διάρκεια της συνέντευξης ανέφερε ότι επρόκειτο για φίλη της μητέρας του. Επί τούτου, ο Αιτητής δήλωσε ότι, από σεβασμό, την αποκαλούσε «θεία» (βλ. ερ. 38/1χ δ.φ.).

Ο Αιτητής δήλωσε επίσης ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία στις αρμόδιες αρχές. Ερωτηθείς δε κατά πόσον αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα μετά τη διαφυγή του, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε τηλέφωνο και, ως εκ τούτου, δεν γνώριζε εάν η εν λόγω γυναίκα τον αναζητούσε.

Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσον, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα μπορούσε να εγκατασταθεί εκ νέου στη Douala, απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι, εφόσον η γυναίκα είχε προβεί σε «μαγεία» εναντίον του, θα εξακολουθούσε να επηρεάζεται σε περίπτωση επιστροφής του, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς του, η «μαγεία» δεν διασχίζει τη θάλασσα (βλ. ερ. 38 δ.φ.).

Στη βάση των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός εντόπισε και διαμόρφωσε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς ως ακολούθως:

(1) την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή· και

(2) τον ισχυρισμό ότι ο Αιτητής εξαναγκαζόταν να προβαίνει σε σεξουαλικές πράξεις με γυναίκες από φίλη της μητέρας του, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, προκάλεσε τον θάνατο της μητέρας και του αδελφού του μέσω «μαύρης μαγείας», επειδή αρνήθηκε να συνεχίσει να εργάζεται για λογαριασμό της.

Ως προς τον πρώτο ισχυρισμό, ο λειτουργός αξιολόγησε αυτόν ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και, ως εκ τούτου, τον έκανε αποδεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του Αιτητή όπως αυτά καταγράφονται στον διοικητικό φάκελο.

Αντιθέτως, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο λειτουργός έκρινε ότι αυτός στερείται εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι οι αναφορές του Αιτητή κρίθηκαν ανεπαρκείς ως προς τη λεπτομέρεια, τη σαφήνεια και τη συνοχή τους. Ειδικότερα, ο λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής παρείχε επαρκώς συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τη μετακίνησή του, μαζί με τη μητέρα και τον αδελφό του, από τη Douala στο χωριό Batie μετά τον θάνατο του πατέρα του, λόγω οικονομικών δυσχερειών, καθώς και ως προς το γεγονός ότι εγκαταστάθηκαν στην οικία φίλης της μητέρας του, ονόματι Kemwe Mart.

Ωστόσο, όταν κλήθηκε να παράσχει περαιτέρω πληροφορίες σχετικά με την εν λόγω γυναίκα, οι απαντήσεις του κρίθηκαν αόριστες και ανεπαρκώς λεπτομερείς, ενώ ανεπαρκής κρίθηκε και η αναφορά του περί ύπαρξης χρέους προς αυτήν, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, η υποχρέωση εργασίας συνδεόταν με την παροχή στέγης και τροφής.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό του ότι η εν λόγω γυναίκα του πρότεινε να προβαίνει σε σεξουαλικές πράξεις με γυναίκες, ώστε η μητέρα του να παύσει να εργάζεται στα χωράφια, ο λειτουργός σημείωσε ότι ο Αιτητής αρχικά αρνήθηκε, πλην όμως μεταγενέστερα αποδέχθηκε την πρόταση λόγω της επιδεινούμενης κατάστασης της υγείας της μητέρας του. Ερωτηθείς δε κατά πόσον θα μπορούσε να εξεύρει διαφορετική εργασία για τη συντήρηση της οικογένειάς του, ο Αιτητής δήλωσε ότι κάτι τέτοιο θα απαιτούσε επιστροφή στη Douala, χωρίς να διαθέτει την οικονομική δυνατότητα προς τούτο, ενώ πρόσθεσε ότι οι διαθέσιμες εργασίες στο χωριό περιορίζονταν σε αγροτικές εργασίες. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω γυναίκα δεν του πρότεινε άλλη εργασία, διότι θεωρούσε ότι διέφερε από τα λοιπά αγόρια του χωριού, όντας πιο περιποιημένος και, συνεπώς, πιο αποδεκτός από τις γυναίκες.

Ως προς τις συνθήκες διαβίωσης κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα, ο Αιτητής δήλωσε ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο αδελφός του ήταν καλά στην υγεία τους και ότι μπορούσαν να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός του χωριού. Παράλληλα, ανέφερε ότι αποδέχθηκε την εν λόγω εργασία διότι δεν μπορούσε να βλέπει τη μητέρα του να εργάζεται υπό ιδιαίτερα σκληρές συνθήκες και επειδή θεωρούσε ότι δεν διέθετε άλλη επιλογή. Ερωτηθείς ειδικότερα ως προς τον τρόπο με τον οποίο εξαναγκάστηκε να αποδεχθεί την εργασία αυτή, δήλωσε ότι η συγκεκριμένη γυναίκα πίεζε τη μητέρα του να εργάζεται εντατικότερα στα χωράφια, προκειμένου να τον εξαναγκάσει να αποδεχθεί την πρότασή της, διευκρινίζοντας ταυτόχρονα ότι δεν χρησιμοποιήθηκαν άλλα μέσα πίεσης ή εξαναγκασμού.

Περαιτέρω, ως προς τις διευθετήσεις των συναντήσεων με τις γυναίκες, ο λειτουργός επισήμανε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε τις ονομασίες των ξενοδοχείων που επισκεπτόταν ούτε επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την πελάτισσα η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, τον βοήθησε δύο φορές να διαφύγει από το χωριό.

Ιδιαίτερη σημασία αποδόθηκε επίσης στην αντίφαση που εντοπίστηκε αναφορικά με το διαβατήριό του. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η διαδικασία έκδοσης του διαβατηρίου του διευθετήθηκε μετά τον θάνατο του αδελφού του, ήτοι μετά τις 25/05/2020. Εντούτοις, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προέκυπτε ότι το διαβατήριό του είχε εκδοθεί ήδη από τις 18/10/2019, δηλαδή περίπου ένα έτος πριν από τα γεγονότα που περιέγραψε. Η αντίφαση αυτή επισημάνθηκε στον Αιτητή, χωρίς, ωστόσο, να δοθεί από μέρους του εύλογη ή επαρκής εξήγηση.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο λειτουργός παρέπεμψε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά τόσο με τη «μαγεία» όσο και με την ανδρική πορνεία στο Καμερούν. Ειδικότερα, ως προς τη «μαγεία», καταγράφηκε ότι το ποινικό δίκαιο του Καμερούν αναγνωρίζει την ύπαρξη πρακτικών μαγείας και προβλέπει ποινική τιμωρία για την εφαρμογή τους, πλην όμως υφίστανται νομικές αντιφάσεις και διαδικαστικά κενά, ιδίως ως προς το παραδεκτό αποδεικτικών στοιχείων, γεγονός που καθιστά τις σχετικές διατάξεις σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικές στην πράξη.

Αναφορικά δε με την ανδρική πορνεία, επισημάνθηκε ότι, μολονότι η πορνεία απαγορεύεται και τιμωρείται ποινικά στο Καμερούν, η επίσημη δίωξη τέτοιων υποθέσεων δεν είναι συνήθης, ενώ πρόσωπα που εμπλέκονται σε τέτοιες δραστηριότητες συχνά καθίστανται στόχος αστυνομικών παρεμβάσεων. Εντούτοις, ο λειτουργός κατέληξε ότι οι εξωτερικές πηγές δεν καταγράφουν κινδύνους ειδικά για άνδρες συνοδούς γυναικών ούτε ύπαρξη δικτύων εμπορίας ανδρών στο πλαίσιο ετεροφυλοφιλικής πορνείας, ενώ παράλληλα σημειώθηκε ότι ο ίδιος ο Αιτητής δεν ισχυρίστηκε ότι είχε σεξουαλικές επαφές με άνδρες.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση του πρώτου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, του προφίλ και της χώρας καταγωγής του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι να θεωρείται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Douala του Καμερούν, ο Αιτητής θα εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης (βλ. ερ. 74-73 δ.φ.).

Ακολούθως, κατά το στάδιο της νομικής ανάλυσης, κρίθηκε ότι, με βάση τις δηλώσεις του Αιτητή, το ατομικό του προφίλ και την αξιολόγηση κινδύνου, δεν στοιχειοθετείται το αντικειμενικό στοιχείο δικαιολογημένου φόβου δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα και, συνεπώς, απορρίφθηκε η υπαγωγή του στο προσφυγικό καθεστώς δυνάμει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

Ως προς το ενδεχόμενο παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, απορρίφθηκε επίσης το ενδεχόμενο να υποστεί ο Αιτητής μεταχείριση εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, είτε υπό τη μορφή επιβολής θανατικής ποινής, είτε βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης, είτε σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητάς του λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

Ειδικότερα, αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν, κατόπιν σχετικής έρευνας για τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ότι αυτός δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια της εν λόγω διάταξης σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν και, ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο αναγνώρισής του ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.»

Αξιολογώντας, συνεπώς, τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως των σχετικών νομοθετικών διατάξεων και εξετάζοντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή, όπως αυτοί προβλήθηκαν τόσο κατά τη διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:

Όσον αφορά τον αποδεκτό ισχυρισμό περί των προσωπικών στοιχείων, της χώρας καταγωγής και του τόπου συνήθους διαμονής του Αιτητή, συμφωνώ με το συμπέρασμα του αρμόδιου λειτουργού και υιοθετώ τη σχετική κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση.

Ομοίως, αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, συμφωνώ με την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή. Η αφήγησή του, αν και εκ πρώτης όψεως παρουσιάζει μια γενική χρονική αλληλουχία, εντούτοις, κατά την εξέτασή της στο σύνολο, στερείται της αναμενόμενης λεπτομέρειας, συνοχής και βιωματικής εξειδίκευσης ως προς ουσιώδη σημεία του πυρήνα του αιτήματός του.

Καταρχάς, ως προς το πρόσωπο της γυναίκας, την οποία ο Αιτητής κατονομάζει ως Kemwe Mart και στην οποία αποδίδει κεντρικό ρόλο στα γεγονότα, οι δηλώσεις του παραμένουν γενικές και αόριστες. Ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν τη γνώριζε πριν από τη μετεγκατάστασή του στο χωριό, ότι η μητέρα του ουδέποτε του είχε μιλήσει γι’ αυτήν, και ότι γνώριζε μόνο ότι ήταν περίπου συνομήλικη της μητέρας του, ότι γεννήθηκε στη Douala και ότι διατηρούσε εταιρεία σχετική με τελετές. Δεδομένου ότι, σύμφωνα με την αφήγησή του, το εν λόγω πρόσωπο φιλοξένησε την οικογένειά του, καθόριζε τους όρους διαβίωσής τους, τον εξανάγκαζε σε σεξουαλική εργασία, προκάλεσε κατά τους ισχυρισμούς του τον θάνατο της μητέρας και του αδελφού του και εξακολουθεί να αποτελεί τον φορέα του φόβου του, θα αναμενόταν ευλόγως να είναι σε θέση να παραθέσει περισσότερα και ουσιαστικότερα στοιχεία για την ταυτότητα, τη σχέση της με τη μητέρα του, την κοινωνική της θέση, τις δραστηριότητές της και τον τρόπο με τον οποίο ασκούσε την προβαλλόμενη επιρροή της.

Περαιτέρω, ουσιώδης διαφοροποίηση εντοπίζεται μεταξύ των αρχικών δηλώσεων του Αιτητή και των όσων ανέφερε κατά την προσωπική του συνέντευξη. Ειδικότερα, στην αίτηση διεθνούς προστασίας και στη συνέντευξη ευαλωτότητας αναφέρθηκε σε «θεία» του, η οποία φέρεται να διατηρούσε νυχτερινό κέντρο, ενώ κατά την προσωπική του συνέντευξη έκανε λόγο για φίλη της μητέρας του, η οποία διατηρούσε δραστηριότητα σχετική με τελετές. Η εξήγησή του ότι την αποκαλούσε «θεία» από σεβασμό δεν αίρει πλήρως την αντίφαση, ιδίως καθότι δεν πρόκειται μόνο για διαφοροποίηση στον τρόπο προσφώνησης, αλλά και για διαφορετική περιγραφή της σχέσης, του ρόλου και της δραστηριότητας του προσώπου αυτού.

Πέραν τούτου, οι δηλώσεις του ως προς τη χρονική αλληλουχία των θανάτων της μητέρας και του αδελφού του παρουσιάζουν επίσης αποκλίσεις. Στη συνέντευξη ευαλωτότητας φέρεται να ανέφερε ότι η μητέρα και ο αδελφός του σκοτώθηκαν περί τον Σεπτέμβριο του 2020, ενώ κατά την προσωπική του συνέντευξη δήλωσε ότι η μητέρα του απεβίωσε στις 07/01/2020 και ο αδελφός του στις 25/05/2020. Οι αποκλίσεις αυτές δεν αφορούν περιφερειακά στοιχεία, αλλά γεγονότα που βρίσκονται στον πυρήνα του αιτήματός του.

Ως προς την ίδια την προβαλλόμενη εργασία, οι δηλώσεις του Αιτητή κρίνονται ανεπαρκώς εξειδικευμένες. Παρότι ανέφερε ότι μεταφερόταν στο Bafussam, ότι συναντούσε γυναίκες σε δωμάτια και ότι τα ραντεβού πραγματοποιούνταν περίπου πέντε έως έξι φορές εβδομαδιαίως, δεν ήταν σε θέση να κατονομάσει ούτε ένα από τα ξενοδοχεία ή τους χώρους όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, λάμβαναν χώρα οι συναντήσεις. Η αδυναμία αυτή εμφανίζεται δυσχερώς συμβατή με την επικαλούμενη συχνότητα και διάρκεια της δραστηριότητας.

Περαιτέρω, ως προς τον εξαναγκασμό του να αποδεχθεί την εν λόγω εργασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι η γυναίκα πίεζε τη μητέρα του να εργάζεται σκληρότερα στα χωράφια, ενώ διευκρίνισε ότι δεν χρησιμοποιήθηκε άλλο μέσο πίεσης κατά το αρχικό στάδιο. Παράλληλα, δήλωσε ότι κατά την περίοδο εκείνη ο ίδιος και ο αδελφός του είχαν τροφή, στέγη και μπορούσαν να κινούνται ελεύθερα στο χωριό. Τα στοιχεία αυτά αποδυναμώνουν την ένταση και τον άμεσο χαρακτήρα του προβαλλόμενου εξαναγκασμού, τουλάχιστον κατά το αρχικό στάδιο της αφήγησής του.

Ανεπαρκείς κρίνονται επίσης οι δηλώσεις του αναφορικά με την πελάτισσα που φέρεται να τον βοήθησε τόσο στην πρώτη απόπειρα διαφυγής όσο και στην τελική αναχώρησή του από τη χώρα. Παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, επρόκειτο για τακτική πελάτισσα, την οποία συναντούσε μία ή δύο φορές την εβδομάδα, και η οποία διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη διαφυγή του, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε το όνομά της ούτε ουσιαστικές πληροφορίες για την ταυτότητά της, περιοριζόμενος σε γενική περιγραφή της ηλικίας και της εξωτερικής της εμφάνισης. Η έλλειψη αυτή είναι ιδιαιτέρως σημαντική, δεδομένου ότι το πρόσωπο αυτό φέρεται να διευθέτησε την έκδοση διαβατηρίου, τη μετάβασή του στη Yaoundé, τη διαμονή του σε οικία τρίτου προσώπου και την αγορά του αεροπορικού εισιτηρίου του.

Καθοριστικής σημασίας είναι και η αντίφαση που αφορά την έκδοση του διαβατηρίου του. Ο Αιτητής δήλωσε ότι η διαδικασία έκδοσης του διαβατηρίου του ξεκίνησε μετά τον θάνατο του αδελφού του, περί τον Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του 2020, και ότι το παρέλαβε τον Οκτώβριο του 2020. Ωστόσο, από το ίδιο το διαβατήριο προκύπτει ότι αυτό είχε εκδοθεί στις 18/10/2019, δηλαδή πριν από τα κύρια γεγονότα που επικαλείται. Όταν του επισημάνθηκε η αντίφαση αυτή, δεν παρείχε εύλογη ή πειστική εξήγηση, αλλά περιορίστηκε να δηλώσει ότι δεν γνωρίζει την απάντηση. Η αντίφαση αυτή πλήττει ουσιωδώς τη συνοχή της αφήγησης, καθότι το διαβατήριο συνδέεται άμεσα με τον τρόπο και τις συνθήκες της φερόμενης διαφυγής του.

Περαιτέρω, η περιγραφή της πρώτης απόπειρας διαφυγής με τον αδελφό του, αν και περιέχει ορισμένες λεπτομέρειες, παραμένει σε καίρια σημεία αόριστη. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ανακόπηκαν από οδηγούς ταξί που εργάζονταν για τη συγκεκριμένη γυναίκα, ότι ήταν περίπου έξι άτομα, ότι τους εμπόδισαν και ότι κάλεσαν τη γυναίκα, η οποία τους επέστρεψε στην οικία της. Εντούτοις, η αφήγηση δεν συνοδεύεται από επαρκή εξήγηση ως προς το πώς οι εν λόγω οδηγοί γνώριζαν την πρόθεση διαφυγής του, πώς ταυτοποίησαν τον ίδιο και τον αδελφό του, ή ποια ακριβώς σχέση είχαν με τη γυναίκα.

Ως προς τον θάνατο της μητέρας και του αδελφού του, ο Αιτητής απέδωσε τα γεγονότα σε «μαγεία», αναφέροντας ως ενδείξεις τον πυρετό και την εμφάνιση κηλίδων. Ωστόσο, οι σχετικές αναφορές στηρίζονται αποκλειστικά στη δική του πεποίθηση και στην υποτιθέμενη δήλωση της γυναίκας ότι θα προκαλούσε αντίστοιχη βλάβη στον αδελφό του. Δεν προσκομίστηκε ούτε αναφέρθηκε οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο ή άλλη περίσταση που να συνδέει κατά τρόπο συγκεκριμένο τη γυναίκα με τους θανάτους αυτούς, ενώ ο ίδιος ανέφερε ότι δεν αναζήτησαν ιατρική βοήθεια για τη μητέρα λόγω έλλειψης χρημάτων και ότι ο αδελφός του ήταν άρρωστος για έξι ημέρες χωρίς να λάβει ιατρική περίθαλψη.

Σημαντικό είναι, τέλος, ότι ο Αιτητής δήλωσε πως μετά την αναχώρησή του από τη χώρα δεν γνωρίζει εάν η γυναίκα τον αναζήτησε, καθότι δεν είχε τηλέφωνο, ενώ δεν ανέφερε οποιοδήποτε συγκεκριμένο μεταγενέστερο περιστατικό που να καταδεικνύει συνεχιζόμενο ενδιαφέρον ή αναζήτησή του από αυτήν. Ο φόβος του σε περίπτωση επιστροφής στηρίζεται κυρίως στην πεποίθησή του ότι η «μαγεία» θα μπορούσε να τον επηρεάσει εάν επιστρέψει στο Καμερούν, καθώς, κατά τους ισχυρισμούς του, «η μαγεία δεν διασχίζει τη θάλασσα». Η αναφορά αυτή, χωρίς περαιτέρω εξατομικευμένα στοιχεία κινδύνου, δεν αρκεί για να αποκαταστήσει την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν χαρακτηρίζεται από την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή, λεπτομέρεια και ευλογοφάνεια. Οι αντιφάσεις ως προς το πρόσωπο της φερόμενης δράστιδος, τη χρονολογία και τις περιστάσεις έκδοσης του διαβατηρίου, καθώς και οι αόριστες αναφορές ως προς τα πρόσωπα που φέρονται να διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαφυγή του, πλήττουν ουσιωδώς την αξιοπιστία του πυρήνα της αφήγησης. Ως εκ τούτου, ορθώς οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν αποδέχθηκαν τον εν λόγω ισχυρισμό ως αξιόπιστο.

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, παρατηρώ ότι οι πηγές στις οποίες παρέπεμψαν οι Καθ’ ων η Αίτηση επιβεβαιώνουν ότι η πίστη στη witchcraft αποτελεί υπαρκτό κοινωνικό και πολιτισμικό φαινόμενο στο Καμερούν, ενώ καταγράφεται και η ύπαρξη ποινικών διατάξεων σχετικών με την πρακτική αυτή. Ομοίως, οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι η πορνεία απαγορεύεται και ότι οι άνδρες sex workers ενδέχεται να στοχοποιούνται από τις αρχές. Εντούτοις, οι πηγές δεν επιβεβαιώνουν την ύπαρξη πρακτικής εμπορίας ή συστηματικής εκμετάλλευσης ανδρών υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις που περιέγραψε ο Αιτητής, ούτε παρέχουν στοιχεία που να συνδέονται ειδικά με τον πυρήνα του προβαλλόμενου αφηγήματος. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι ορισμένα στοιχεία του ισχυρισμού δεν αντίκεινται κατ’ ανάγκην στις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, οι ουσιώδεις αντιφάσεις και η έλλειψη συνοχής που εντοπίστηκαν κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας δεν αποκαθίστανται από το διαθέσιμο πληροφοριακό υλικό.

Στο πλαίσιο της ex nunc αξιολόγησης της υπό εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας, το Δικαστήριο, αξιοποιώντας ακριβείς, επικαιροποιημένες και συγκρίσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, προέβη, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 10(3)(β) και (4) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ, σε αυτεπάγγελτη διερεύνηση του κατά πόσον οι επιμέρους πτυχές της αφήγησης και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή επιβεβαιώνονται ή έστω βρίσκουν έρεισμα στις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής

Από τις πηγές προκύπτει ότι το Καμερούν αποτελεί χώρα προέλευσης, διέλευσης και προορισμού θυμάτων εμπορίας προσώπων, ενώ πρόσωπα, περιλαμβανομένων ανδρών, γυναικών και παιδιών, υπόκεινται σε καταναγκαστική εργασία και σεξουαλική εκμετάλλευση. Περαιτέρω, καταγράφεται ότι πρόσωπα προερχόμενα από μειονεκτούντα κοινωνικοοικονομικά στρώματα, ιδίως από αγροτικές περιοχές, εκμεταλλεύονται από διακινητές για σκοπούς σεξουαλικής και εργασιακής εκμετάλλευσης, με τις ηλικίες 20 έως 38 ετών να αναφέρονται ως ιδιαίτερα επηρεαζόμενες. Οι διαθέσιμες πηγές επιβεβαιώνουν επίσης ότι η εμπορία προσώπων στο Καμερούν πλήττει κυρίως οικονομικά ευάλωτες και περιθωριοποιημένες ομάδες, ενώ η φτώχεια, η ανεργία, η εσωτερική εκτόπιση, η περιορισμένη πρόσβαση στη δικαιοσύνη και η αδύναμη παρουσία αστυνομικών και δικαστικών αρχών αποτελούν παράγοντες που αυξάνουν την ευαλωτότητα σε εκμετάλλευση.[1]

Περαιτέρω, οι πηγές επιβεβαιώνουν ότι το δίκαιο του Καμερούν ποινικοποιεί τόσο την εμπορία προσώπων όσο και τη δουλεία, ενώ προβλέπει ειδικά και ποινές για debt bondage, δηλαδή για κατάσταση δεσμού χρέους. Τούτο καθιστά σαφές ότι μορφές εκμετάλλευσης μέσω οικονομικής εξάρτησης ή υποτιθέμενης οφειλής αναγνωρίζονται νομικά ως υπαρκτό φαινόμενο. Παράλληλα, οι πηγές αναφέρονται σε domestic servitude, σε εργασιακή εκμετάλλευση σε αγροτικές εργασίες και σε εκμετάλλευση ευάλωτων προσώπων, ιδίως παιδιών, ορφανών, αστέγων, εκτοπισμένων και προσώπων από οικονομικά μειονεκτούσες οικογένειες.[2][3][4]

Ωστόσο, οι ίδιες πηγές δεν εντοπίζουν ειδικό ή συστηματικό μοτίβο εξαναγκασμού ενήλικων ανδρών σε ετεροφυλοφιλική πορνεία ή σεξουαλική εργασία από ιδιώτη, υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις που περιγράφει ο Αιτητής. Ούτε εντοπίζονται συγκεκριμένες πληροφορίες για άτυπη σεξουαλική εκμετάλλευση ενήλικων ανδρών σε αγροτικές περιοχές με τον τρόπο που αυτός περιγράφει. Συνεπώς, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν μεν ότι το γενικό πλαίσιο οικονομικής ευαλωτότητας, εμπορία προσώπων, καταναγκαστική εργασία, δεσμός χρέους, οικιακή δουλεία και σεξουαλικής εκμετάλλευσης υφίσταται στο Καμερούν, πλην όμως δεν επιβεβαιώνουν ειδικά τον εξατομικευμένο πυρήνα του ισχυρισμού του Αιτητή. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω πληροφορίες δύνανται να καταστήσουν ορισμένες πτυχές της αφήγησης γενικώς συμβατές με το ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής, δεν αρκούν όμως, ιδίως ενόψει των σοβαρών ελλειμμάτων εσωτερικής αξιοπιστίας που έχουν ήδη επισημανθεί, για να αποκαταστήσουν την αξιοπιστία του συγκεκριμένου ουσιώδους ισχυρισμού.

Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή, ήτοι την ηλικία του, το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, όπως επίσης και το ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις περί οποιασδήποτε ευαλωτότητας του[5],φρονώ ότι θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είναι σε θέση να στηρίξει την αίτησή του προβάλλοντας μια γνήσια προσωπική εμπειρία. Παράλληλα, κρίνω ότι οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις του δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς του την απαραίτητη βιωματική χροιά ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία τους. Αναφερόμενος σε καταστάσεις που κατ' ισχυρισμόν έχει βιώσει ο ίδιος και τον ανάγκασαν να αλλάξει τόσο τόπο διαμονής, όσο και χώρα, θα ήταν αναμενόμενο οι περιγραφές του να περιλάμβαναν πληροφορίες και λεπτομέρειες που να παραπέμπουν σε προσωπικές εμπειρίες. Όταν παρουσιάζονται πληροφορίες που δίνουν σοβαρούς λόγους να αμφισβητηθεί η αλήθεια της αξίωσης των αιτούντων άσυλο, το άτομο πρέπει να παρέχει ικανοποιητική εξήγηση για τις εικαζόμενες ανακρίβειες[6] σε αυτές τις υποβολές, κάτι το οποίο δεν προκύπτει στην παρούσα περίπτωση του Αιτητή.

Επομένως, η γενικότητα των απαντήσεων του, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών και σε κάποια σημεία η έλλειψη ευλογοφάνειας, οδηγούν στο συμπέρασμα πως ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης ο οποίος απορρέει από τον εν λόγω ισχυρισμό του.

Σημειώνεται ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της οδηγίας 2011/95/EE αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τα ουσιαστικά γεγονότα (material facts) μπορεί να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση  και θα καταλήξει με απόλυτη  βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία  έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο  κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση  JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στην σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3 ότι σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται μια αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση του κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντικατοπτρίζουν αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από κάποιον με τις περιστάσεις του ο οποίος εκφράζει δια τούτων μια αληθινή προσωπική εμπειρία («Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»). Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του εγχειριδίου, αναφέρεται ότι είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες αλλιώς οι ελλείψεις αυτές στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστούν έλλειψη σχετικών στοιχείων («Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη «λυσιτελών στοιχείων»).

Ο βασικός λόγος για τον οποίο δεν έγινε δεκτός ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή περί εξαναγκασμού του σε παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών συνίσταται στην αδυναμία θεμελίωσης της αξιοπιστίας και αληθοφάνειας της αφήγησής του, καθότι κατά τη συνέντευξη εντοπίστηκαν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασυνέπειες, ελλείψεις και αδυναμίες ως προς τα κεντρικά σημεία του ισχυρισμού του. Η δε αξιοπιστία του αιτητή αποτελεί κρίσιμο στοιχείο κατά την εξέταση αίτησης διεθνούς προστασίας και η έλλειψή της αναγνωρίζεται ρητώς ως παράγοντας που δύναται να οδηγήσει σε απόρριψη σχετικού αιτήματος, όπως έχει νομολογιακά επιβεβαιωθεί (βλ. απόφαση Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση EDWARD ESKANDAZ ν. ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ κ.α., Υπόθεση Αρ. 1673/2010, 4/7/2013).

Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας,. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».

Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.

Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή

Τονίζεται παράλληλα ότι σύμφωνα με το άρθρο 16 του Περί Προσφύγων Νόμου (Ν.6(1)/2000), αρχικά το βάρος απόδειξης το φέρει ο Αιτητής ο οποίος υποχρεούται να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα έγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, αλλά και γενικότερα να βοηθήσει την Υπηρεσία Ασύλου με τον καλύτερο τρόπο να διαπιστώσει τα γεγονότα της υπόθεσης του. Ως έχει νομολογηθεί, ο Αιτητής πρέπει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι δηλαδή υπήρξε θύμα δίωξης ή σοβαρής βλάβης στην χώρα καταγωγής του, ώστε να πληροί της προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς Διεθνούς Προστασίας. (βλ.             WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α, Υπόθεση Αρ. 1875/2008, 1 Μαρτίου 2010)

Βεβαίως ο Αιτητής δεν είναι υποχρεωμένος να προσκομίσει για την απόδειξη των ισχυρισμών του, τυπικά αποδεικτικά στοιχεία, αυτό όμως δεν αίρει την υποχρέωσή του να επικαλεσθεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά. Ναι μεν τα αρμόδια όργανα της Διοίκησης οφείλουν να προβούν σε ενδελεχή εξέταση των προβαλλόμενων από τον Αιτητή ουσιωδών ισχυρισμών και να αιτιολογήσουν πλήρως και ειδικώς την τυχόν απορριπτική του αιτήματος απόφασή τους, όμως στην περίπτωση που δεν έχουν προβληθεί κατά τη διαδικασία ενώπιον της Διοίκησης, ουσιώδεις, υπό την ανωτέρω έννοια, ισχυρισμοί, αλλά γενικοί, αόριστοι ή προδήλως αβάσιμοι ισχυρισμοί ή έχει γίνει μεν επίκληση συγκεκριμένων περιστατικών, τα οποία, ωστόσο, δεν στοιχειοθετούν λόγους υπαγωγής στο προστατευτικό καθεστώς της Σύμβασης της Γενεύης, δεν απαιτείται ειδικότερη αιτιολογία για την απόρριψη του αιτήματος παροχής ασύλου.

Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»[7], όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου, για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.  Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο Αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος[8]. Εν προκειμένω, ο Αιτητής  δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης.

Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκε με τον αιτούντα κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής.[9] Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση εκάστου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή ώστε να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, προβαίνοντας παράλληλα σε έρευνα και αντιστοίχισή τους προς διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής ως προνοείται στο άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.

Συνεπώς, και λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω αναφερθέντα, το προσωπικό προφίλ του Αιτητή σε συνάρτηση με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης του,  δεν αποδεικνύεται ότι ο Αιτητής εμπίπτει και διώκεται για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 (δίωξη λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων) και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί του δεν αποτελούν βάση για την αναγνώριση ενός προσώπου ως πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.

Ούτε και στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας ο Αιτητής προβάλλει τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι να ανατρέπουν την κατάληξη των Καθ’ ων η Αίτηση και οι οποίοι, εν δυνάμει, θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας. Εφόσον ο Αιτητής, ο οποίος έφερε το βάρος απόδειξης της αξίωσής του, δεν ανέφερε οτιδήποτε ικανό να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία και δεν υπέβαλε οποιοδήποτε στοιχείο δυνάμενο να οδηγήσει σε αμφισβήτηση των διαπιστώσεων της Υπηρεσίας Ασύλου, δεν απέδειξε, αλλά ούτε καν πιθανολόγησε, ότι η Υπηρεσία υπέπεσε σε πλάνη αναφορικά με τα πραγματικά δεδομένα της περίπτωσής του (βλ. B.R.N. v. Δημοκρατίας μέσω Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 11/2024)

Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή στις πρόνοιες του άρθρου 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο του διοικητικού φακέλου ή από τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο επιβολής ή εκτέλεσης θανατικής ποινής. Ο Αιτητής δεν προέβαλε οποιονδήποτε σχετικό ισχυρισμό περί εκκρεμούς ποινικής διαδικασίας, καταδίκης ή αναζήτησής του από κρατικές αρχές του Καμερούν, ούτε προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο που να συνδέει το προσωπικό του προφίλ με κίνδυνο επιβολής της εσχάτης των ποινών. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στο άρθρο 19(2)(α) του Νόμου.

Περαιτέρω, ως προς το ενδεχόμενο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικότερα, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς του, ήτοι την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής, τον τόπο συνήθους διαμονής και το προσωπικό του προφίλ, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη οποιουδήποτε εξατομικευμένου στοιχείου κινδύνου. Ο Αιτητής είναι ενήλικος άνδρας, μορφωμένος, απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, χωρίς να έχει προβάλει οποιοδήποτε σοβαρό πρόβλημα υγείας ή άλλη κατάσταση ιδιαίτερης ευαλωτότητας που να τον καθιστά ανίκανο να αυτοεξυπηρετηθεί ή να επανενταχθεί κοινωνικά και επαγγελματικά στη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι στερείται παντελώς υποστηρικτικού δικτύου ή ότι αντιμετωπίζει αντικειμενική αδυναμία διαβίωσης στη χώρα του. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος σοβαρής βλάβης υπό την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου.

Ομοίως, δεν διαπιστώνεται παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν. Υπενθυμίζεται ότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, για τη στοιχειοθέτηση παραβίασης του άρθρου 3 απαιτείται η ύπαρξη πραγματικού, άμεσου και εξατομικευμένου κινδύνου έκθεσης του προσώπου σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Vilvarajah and Others v. the United Kingdom Αριθμοί προσφυγών: 13163/87, 13164/87, 13165/87, 13447/87 και 13448/87. (§§ 108, 111), Saadi v. Italy Αριθμός προσφυγής: 37201/06. (§§ 128-129), F.G. v. Sweden [GC] Αριθμός προσφυγής: 43611/11. (§ 113) και J.K. and Others v. Sweden [GC] Αριθμός προσφυγής: 59166/12 (§ 94).

Στην παρούσα περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τους αποδεκτούς ισχυρισμούς και τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, δεν προκύπτει ότι αυτός ανήκει σε ιδιαίτερα ευάλωτη ομάδα ούτε ότι αντιμετωπίζει σοβαρή κατάσταση υγείας, ακραία ανθρωπιστική συνθήκη ή άλλες περιστάσεις τέτοιας έντασης που να καθιστούν την επιστροφή του αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Αντιθέτως, πρόκειται για ενήλικο και μορφωμένο πρόσωπο, ικανό προς εργασία, χωρίς αποδεδειγμένα προβλήματα υγείας ή άλλες αντικειμενικές περιστάσεις που να καταδεικνύουν ότι η απομάκρυνσή του θα τον εκθέσει σε μεταχείριση αντίθετη προς τις πρόνοιες της Σύμβαση

Ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19,ημερομηνίας 10/06/2021, CFDN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki ElgafajiNoor Elgafaji - Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, η ετήσια έκθεση της Amnesty International που κάλυπτε τα γεγονότα του 2024, έναν χρόνο πριν από τις προεδρικές εκλογές του 2025, οι πολιτικές εντάσεις αυξήθηκαν και οι ένοπλες συγκρούσεις και η βία συνεχίστηκαν στις περιοχές του Άπω Βορρά και στη Βορειοδυτική και Νοτιοδυτική περιοχή, με περισσότερους από 580.000 ανθρώπους να εκτοπίζονται λόγω της ένοπλης βίας στις περιοχές του Βορειοδυτικού και του Νοτιοδυτικού Καμερούν.[10]

Σύμφωνα με τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest, περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[11]

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην περιφέρεια Littoral του Καμερούν, εντός της οποίας υπάγεται η πόλη Douala,τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27/02/2026), καταγράφηκαν 13 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 14 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[12] Δεδομένου δε ότι ο συνολικός πληθυσμός της Douala, σύμφωνα με εκτιμήσεις ανέρχεται το 2026 σε περίπου 4,493,090 κατοίκους[13], καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός περιστατικών ασφαλείας σε συνδυασμό με τις συνδεόμενες απώλειες στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας. Βάσει των ανωτέρω ποσοτικών και ποιοτικών πληροφοριών, δεν προκύπτει ότι στον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή λαμβάνει χώρα διεθνής ή εσωτερική ένοπλη σύρραξη εντός του πλαισίου του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου, παρέλκει περαιτέρω διερεύνηση των προσωπικών του περιστάσεων της για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του ΔΕΕ.

Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, καταλήγω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι τα περιστατικά ασφαλείας στην περιοχή όπου κατάγεται και διέμενε και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας συχνότητας ή έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Περαιτέρω, δεν υφίστανται ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο που πιθανό να διατρέξει ο Αιτητής ειδικά σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω (βλ. και ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland).

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του. Ορθά η Διοίκηση, κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δε στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».

Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με €1000 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 



[1] COI QUERY Country of Origin CAMEROON  Title Reference period Topic(s) Date of completion Query Code Contributing EU+ COI units (if applicable) Trafficking in Human Beings (THB) 1 January 2022 to 15 March 2024  https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q24_Cameroon_Trafficking_in_human_beings_THB.pdf

[2] COI QUERY Country of Origin CAMEROON  Title Reference period Topic(s) Date of completion Query Code Contributing EU+ COI units (if applicable) Trafficking in Human Beings (THB) 1 January 2022 to 15 March 2024  https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q24_Cameroon_Trafficking_in_human_beings_THB.pdf

[3] International society for human trafficking https://ishr.org/cameroon-human-trafficking/

[4] USDOS - US Department of State: 2025 Trafficking in Persons Report: Cameroon, 29 September 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2130546.html 

[5] Βλ. C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57

[6] JK and Others v Sweden Αριθμός Υπόθεσης  59166/12 ημερ.23 Αυγούστου  2016 Παρ. 93

[7] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.

[8]  Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.

[9] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012 υποσημείωση 82, σκέψη 65.

[10] Amnesty International, The State of the World's Human Rights - Cameroon, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 10.03.2026]

[11] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon

 https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# [Ημερομηνία Πρόσβασης: 10.03.2026]

[12] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Littoral, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 27.02.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 10.03.2026]

[13] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/cameroon/douala [Ημερομηνία Πρόσβασης: 10.03.2026]


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο