ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ. 1340/25
12 Μαΐου 2026
[Β. ΚΑΡΛΕΤΤΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
D.B.Z. ARC {…}, εκ Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό και τώρα Λάρνακα
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
Χρυστάλλα Παφίτη (κα) για Γ. Βασιλόπουλος (κος), Δικηγόρος για τον Αιτητή
Θεοφανώ Βασιλάκη (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την παρούσα προσφυγή ο Αιτητής προσβάλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερ. 29/04/2025, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 09/05/2025 και με την οποία τον πληροφορούν ότι το αίτημα του για διεθνή προστασία ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου απορρίπτεται και αποφασίστηκε η επιστροφή του στην χώρα καταγωγής. Η αίτηση του απορρίφθηκε καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου και ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε οποιονδήποτε λόγο για να της παραχωρηθεί το καθεστώς πρόσφυγα ή τη συμπληρωματικής προστασίας.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Σύμφωνα με τα στοιχεία του φακέλου, ο Αιτητής, υπήκοος Κονγκό, αφίχθηκε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία μέσω των μη ελεγχόμενων από τη Δημοκρατία περιοχών, και στις 15/03/2023 υπέβαλε αίτηση για παροχή Διεθνούς Προστασίας.
Στις 27/03/2023, ο Αιτητής παρέλαβε την βεβαίωση υποβολής αιτήματος διεθνούς προστασίας. Στις 26/04/2025 διεξήχθη συνέντευξη στον Αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 29/04/2025, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας, σχετικά με την συνέντευξη του Αιτητή. Στη συνέχεια ο Προϊστάμενος ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου στις 29/04/2025. Στις 09/05/2025, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία αυθημερόν παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο. Ακολούθως, στις 03/06/2025, καταχωρήθηκε η προσφυγή υπ’ αριθμόν 1340/25 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, μέσω της συνηγόρου του, προβάλλει διάφορους νομικούς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του αιτήματος για ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης οι οποίοι τίθενται με γενικότητα και χωρίς να συναρτώνται με τα επίδικα γεγονότα και οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν προωθούνται με την Γραπτή Αγόρευση.
Κατά την γραπτή αγόρευση, ο δικηγόρος του Αιτητή πρόβαλε τους παρακάτω νομικούς ισχυρισμούς:
Ως πρώτο ισχυρισμό ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της ορθής και/ή νόμιμης διαδικασίας και/ή ελήφθη από αναρμόδιο άτομο και παραβιάστηκε το άρθρο 2 & 13 του Περί Προσφύγων Νόμου και ως δεύτερο ισχυρισμό, έλλειψη δέουσας έρευνας και απουσία επαρκούς αιτιολογίας.
Από την πλευρά τους οι Καθ'ων η Αίτηση υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης. Αρχικά, αναφέρουν ότι ο Αιτητής δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του δυνάμει του Άρθρου 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, και με αναφορά στην εισηγητική έκθεση του αρμοδίου λειτουργού και τις υποδείξεις περί αναξιοπιστίας του Αιτητή, προωθεί τα συμπεράσματα περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας. Προωθούν τέλος οι Καθ' ων η αίτηση ότι η έρευνα που έγινε ήταν η δέουσα και η κατάληξη περί μη αναγνώρισης του Αιτητή σε οποιοδήποτε από τα καθεστώτα διεθνούς προστασίας ήταν ορθή και δεόντως αιτιολογημένη.
Περαιτέρω, υποβάλλουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε όλως νομίμως και με βάση τις πρόνοιες του Περι Προσφύγων Νόμου, χωρίς ουδεμία αυτοματοποιημένη διαδικασία και με εξατομικευμένη αιτιολόγηση ως προς τον Αιτητή.
Σημειώνεται ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία αποσύρθηκαν ισχυρισμοί σε σχέση με αναρμοδιότητα πλην των ισχυρισμών που συνδέονται με την κα Χρυσομηλά – Κουρσουμπά.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς πρέπει να λεχθεί ότι οι λόγοι ακύρωσης είναι με γενικότητα και αοριστία που εγείρονται στην παρούσα αίτηση. Η απλή καταγραφή κατά ιδιαίτερο συνοπτικό τρόπο στους λόγους ακύρωσης της νομικής βάσης της προσφυγής δεν ικανοποιεί την επιτακτική ανάγκη του Καν. 7 του Ανωτάτου Συνταγματικού Διαδικαστικού Κανονισμού του 1962, όπως οι νομικοί λόγοι αναφέρονται πλήρως.
Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται. Όπως έχει τονισθεί στην υπόθεση Latomia Estate Ltd. v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672: «Η αιτιολόγηση των νομικών σημείων πάνω στα οποία βασίζεται μια προσφυγή είναι απαραίτητη για την εξέταση από ένα Διοικητικό Δικαστήριο των λόγων που προσβάλλουν τη νομιμότητα μιας διοικητικής πράξης».
Περαιτέρω δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κατ' ισχυρισμόν παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη, αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (βλ. Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 AΑΔ 598).
Επίσης είναι πλειστάκις νομολογημένο ότι, λόγοι ακύρωσης που δεν εγείρονται στο δικόγραφο της προσφυγής δεν μπορούν να εξεταστούν με το να εγείρονται για πρώτη φορά στις γραπτές αγορεύσεις. Σχετικό είναι η απόφαση της Ολομέλειας στη Φλωρεντία Πετρίδου ν. Επιτροπής Δημόσιας Υπηρεσίας, (2004) 3 Α.Α.Δ. 636 . Σχετική είναι και η υπόθεση Σπύρου και Άλλων ν. Δημοκρατίας, Προσφ. 571/94 κ.α., ημερ. 22.11.1995, στη σελ. 4
Οι αγορεύσεις αποτελούν τη μόνη μέθοδο ανάπτυξης των λόγων ακύρωσης ή ισχυρισμών που ήδη προσβλήθηκαν με το δικόγραφο της προσφυγής.
Σύμφωνα με την Μαραγκός ν. Δημοκρατίας (2006) 3 Α.Α.Δ. 671 : «Για να καταστεί το θέμα επίδικο, πρέπει αυτό να εγείρεται σύμφωνα με τις δικονομικές διατάξεις και να αποφασίζεται ύστερα από εξαντλητική επιχειρηματολογία.»
«Η αγόρευση αποτελεί το μέσο για την έκθεση της επιχειρηματολογίας υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης και όχι υποκατάστατο της στοιχειοθέτησής τους. Βλ. Παπαδοπούλας ν. Ιωσηφίδη κ.ά. (2002) 3 Α.Α.Δ. 601 και Λεωφορεία Λευκωσίας Λτδ ν. Δημοκρατίας (1999) 3 Α.Α.Δ. 56.»
Ο συνήγορος του Αιτητή γενικά και αόριστα παραθέτει τα νομικά σημεία στην αγόρευσή του και επικαλείται παραβιάσεις του περί Προσφύγων Νόμου και των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου ωστόσο ελλείπει οποιαδήποτε επιχειρηματολογία υπέρ της αποδοχής των λόγων ακύρωσης. Εκλείπει δε και η υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων στους λόγους ακύρωσης που κατ' ισχυρισμό παραβιάζονται. Ωστόσο ο συνήγορος απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς σε σχέση με αναρμοδιότητα πλην των ισχυρισμών που συνδέονται με την κα Χρυσομηλά – Κουρσουμπά.
Τα όσα επομένως πιο κάτω εξετάζονται και αποφασίζονται τελούν υπό την πιο πάνω τοποθέτηση.
Ενόψει ωστόσο των ισχυρισμών που άπτονται ζητήματος δημοσίας τάξεως, το Δικαστήριο πριν προχωρήσει στην εξέταση της ουσίας της προσβαλλόμενης απόφασης θα εξετάσει τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του λειτουργού που έλαβε την απόφαση.
"Ειδικότερα, ο συνήγορος για τον Αιτητή εισηγείται την ακύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης διότι κατά τους ισχυρισμούς του:
{..}
ότι από τις 09/12/22 η αρμόδια αρχή Υπηρεσία Ασύλου είναι χωρίς Προϊστάμενο (έληξε η απόσπαση της κας Χρυσομηλά - Κουρσουμπά που ορίστηκε ως Προϊστάμενη της Υπηρεσίας από την 08/12/22), συνεπώς δεν παρέχεται δικαίωμα σε οποιοδήποτε άλλο λειτουργό να λαμβάνει αποφάσεις με βάση τον περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμο (Κεφ. 105).
Σύμφωνα με την στη σχετική εξουσιοδότηση η οποία αποτελεί το ερυθρό 39 του Διοικητικού Φακέλου της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Υπουργός Εσωτερικών παραχωρεί εξουσιοδότηση για άσκηση καθηκόντων Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου σε άλλους αρμόδιους λειτουργούς της Υπηρεσίας Ασύλου βάσει των διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου. Η συγκεκριμένη εξουσιοδότηση ημερομηνίας 09/06/2022 υπογράφεται από τον τότε Υπουργό Εσωτερικών κ. Νίκο Νουρή και παρέχει εξουσίες βάσει των προαναφερθέντων, μεταξύ άλλων, και στον κ. Ανδρέα Αγρότη, ο οποίος ενήργησε εν προκειμένω ώστε να αποφασίσει να εγκρίνει και να υπογράψει την Έκθεση και Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου για απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και επιστροφή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Η εν λόγω εξουσιοδότηση ημερομηνίας 09/06/2022 ουδέποτε ανακλήθηκε ούτε καταργήθηκε και ως εκ τούτου η ισχύς της παραμένει αδιάβλητη
Ο κ. Ανδρέας Αγρότης ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο πρόσωπο εξουσιοδοτημένο να ασκεί όλες ή οποιεσδήποτε από τις εξουσίες ή να εκτελεί όλα ή οποιαδήποτε από τα καθήκοντα του Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, περιλαμβανομένης της έκδοσης αποφάσεων επιστροφής Ο κ. Ανδρέας Αγρότης που θέτει την υπογραφή του για την απόρριψη της αίτησης στην προκειμένη περίπτωση έχει ρητώς εξουσιοδοτηθεί από τον Υπουργό Εσωτερικών να λαμβάνει αποφάσεις επί των ρηθέντων στην εν λόγω εξουσιοδότηση θεμάτων και τις οποίες ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου είχε αρχικώς την εξουσία να λαμβάνει και δη εφόσον η εξουσιοδότηση ημερομηνίας 09/06/2022 βρίσκεται και/ή βρισκόταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο σε ισχύ και/ή δεν έχει ανακληθεί από τον Υπουργό Εσωτερικών.
Εξετάζοντας τα στοιχεία που βρίσκονται ενώπιον μου, κρίνω ότι η απόφαση λήφθηκε από αρμόδιο όργανο, ήτοι τον κ. Α. Αγρότη, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών διοικητικό λειτουργό να λάβει την απόφαση και περαιτέρω ουδεμία απεμπόληση αρμοδιότητας υπήρξε.
Περαιτέρω ειδικότερα με τα ζητήματα που ο Αιτητής προβάλλει και αφορούν την αναρμοδιότητα του εξουσιοδοτημένου λειτουργού να αποφασίζει όσο και το ζήτημα που εγείρει και αφορά στο πρόσωπο της κ Χρυσομηλά – Κουτσουμπά παραπέμπω στην απόφαση μου ημερ. 20 Νοεμβρίου 2025 υπ. αρ. προσφυγή 2510/2024 Mr A.H. (AR058xxxxxxx), από Σομαλία και τώρα Λάρνακα και Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου συνεπώς οι ισχυρισμοί απορρίπτονται.
Αναφορικά με το ισχυρισμό του συνηγόρου του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπεράσματα (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97, A.Ε.2371,Motorways Ltd ν Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντας οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουάριου, 2010).
Η υπό κρίση απόφαση λήφθηκε στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμοδίου διοικητικού οργάνου, ήτοι της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν συνεκτίμησης των πραγματικών στοιχείων και δεδομένων, στηριζόμενη στο ορθό νομικό υπόβαθρο όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην απόφαση μου. Ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε κανένα βάσιμο φόβο δίωξης, ο οποίος σύμφωνα με το Άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου πρέπει να συντρέχει από κυβερνητικά ή μη κυβερνητικά όργανα δίωξης.
Όπως καταδεικνύεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου οι Καθ' ων η αίτηση ενήργησαν σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου και εξέτασαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία που είχαν ενώπιον τους.
Περαιτέρω, κρίνεται σκόπιμο στο στάδιο αυτό να καταγραφούν οι ισχυρισμοί που πρόβαλε o Αιτητής στα πλαίσια της εξέτασης του αιτήματός του για διεθνή προστασία από την Υπηρεσία Ασύλου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία στον φάκελο του Αιτητή, αυτός είναι ενήλικας από τη Λ.Δ.Κ. Κατά την υποβολή της αίτησής του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι δέχτηκε απειλές θανάτου από συνάδελφο του πατέρα του, καθώς ζητούσε να μάθει πώς δολοφονήθηκε. (βλ. ερ. 1 του Δ.Φ)
Κατά την διάρκεια της συνέντευξης του, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι Κονγκολέζος υπήκοος, με περιοχή καταγωγής την πόλη Κινσάσα και συγκεκριμένα την κοινότητα Ngaliema, της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Δήλωσε ότι εκτός από την προαναφερόμενη περιοχή, διέμενε επίσης στην κοινότητα Kintambo της πόλης Κινσάσα για περίπου τρεις μήνες το 2023, στην οικία του πάστορα του. Ως τελευταία περιοχή διαμονής, δήλωσε τη περιοχή Kintambo Commune, της πόλης Κινσάσα. Ανέφερε ότι είναι ελεύθερος, χριστιανός προτεστάντης και μιλά γαλλικά και λιγκάλα.
Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι δεν εργάστηκε ποτέ στη χώρα καταγωγής του. Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, δήλωσε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε, ενώ η μητέρα του και η αδελφή του έχουν απαχθεί, με αποτέλεσμα να μην γνωρίζει τον τόπο διαμονής τους. Όσον αφορά την ευρύτερη οικογένειά του, ανέφερε ότι διαθέτει μία θεία, αδελφή της μητέρας του, η οποία διαμένει στην περιοχή Κονγκό Central, καθώς και ορισμένους φίλους στην πόλη Κινσάσα.
Κατά την συνέντευξη του και ως προς τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεχόταν απειλές κατά της ζωής του από φίλο του πατέρα του. (βλ. ερ. 26 του Δ.Φ)
Ερωτηθείς να αναφέρει περισσότερα στοιχεία σχετικά με τις απειλές θανάτου που δεχόταν, ανέφερε ότι, μετά την εξαφάνιση της μητέρας και της αδελφής του, άγνωστα άτομα προσέρχονταν κάθε νύχτα στην οικία του, στην πόλη Κινσάσα, προκαλώντας του έντονο αίσθημα ανασφάλειας. Συνολικά, τα άτομα αυτά μετέβησαν στην οικία του τέσσερις (4) φορές, συγκεκριμένα στις 28, 29, 30 και 31 Δεκεμβρίου 2022, διευκρινίζοντας ότι δεν κατάφεραν να εισέλθουν στην οικία.
Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει ότι, κατά την ελεύθερη αφήγησή του, είχε δηλώσει πως δεχόταν απειλές κατά της ζωής του από φίλο του πατέρα του, χωρίς ωστόσο να παραθέσει περαιτέρω στοιχεία σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό, απάντησε ότι τα εν λόγω άτομα είχαν σταλεί από φίλο του πατέρα του.
Ερωτηθείς αν ο φίλος του πατέρα του τον είχε προσεγγίσει προσωπικά, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Τέλος, ερωτηθείς γιατί εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, δεδομένου ότι δεν υπέστη κάποια άμεση βλάβη ούτε από τα εν λόγω άτομα ούτε από τον φίλο του πατέρα του, απάντησε ότι αισθανόταν ανασφάλεια, καθώς δεν μπορούσε να κυκλοφορεί ελεύθερα και στερούνταν την ελευθερία κινήσεων.
Ερωτηθείς ποιες πιστεύει ότι θα είναι οι συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, απάντησε ότι θα θανατωθεί από φίλο του πατέρα του και ότι ο λόγος που δεν είχε υποστεί κάποια βλάβη όσο διέμενε εκεί ήταν επειδή κρυβόταν. Ερωτηθείς κατά πόσο θεωρεί ότι θα μπορούσε να μεταβεί σε άλλη περιοχή του Κονγκό και να εγκατασταθεί εκεί, απάντησε αρνητικά.
Έχω εξετάσει με προσοχή τις απαντήσεις που ο Αιτητής έδωσε κατά την διάρκεια της συνέντευξης του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και έχω διαπιστώσει ότι ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις για να καλύψει, τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα και ακολούθησε την ορθή διερευνητική διαδικασία.
Στην Εισηγητική Έκθεση του, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου διέκρινε και κατέγραψε (3) τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς. Ο πρώτος αναφορικά με την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο δεύτερος αναφορικά με ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε και ότι η μητέρα του καθώς και η αδελφή του απήχθησαν και ο τρίτος αναφορικά με το ότι δέχθηκε απειλές θανάτου από τον φίλο του πατέρα του. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστος. Αντιθέτως ο δεύτερος και ο τρίτος ισχυρισμός, έτυχαν απόρριψης.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε, ενώ η μητέρα και η αδελφή του βρίσκονται στη ζωή, αλλά δεν γνωρίζει τον τόπο διαμονής τους, καθώς απήχθησαν.
Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε ικανοποιητικές απαντήσεις σχετικά με το πώς γνωρίζει ότι η μητέρα και η αδελφή του έχουν απαχθεί. Βάσει του ισχυρισμού του περί απαγωγής, εύλογα θα αναμενόταν να προσκομίσει επαρκείς πληροφορίες για το πώς γνωρίζει ότι τα άτομα αυτά βρίσκονται κάπου, αλλά υπό καθεστώς απαγωγής.
Ο Αιτητής υπέπεσε σε αντίφαση σχετικά με τον τρόπο ανεύρεσης του πτώματος του πατέρα του. Συγκεκριμένα, διευκρίνισε ότι οι γείτονες εντόπισαν το πτώμα, ενώ σε αρχική του δήλωση ανέφερε ότι το βρήκε ο ίδιος μαζί με τη μητέρα του και ορισμένους γείτονες.
Ο Αιτητής δήλωσε ότι συμπλήρωσε και υπέγραψε την αίτηση διεθνούς προστασίας, βεβαιώνοντας ότι οι πληροφορίες που περιέλαβε σε αυτήν είναι αληθείς. Κληθείς να εξηγήσει ότι στην αίτηση ανέφερε πως δέχθηκε απειλές θανάτου από τον συνάδελφο του πατέρα του, επειδή απαιτούσε να πληροφορηθεί τον τρόπο θανάτου του πατέρα του, στη διάρκεια της συνέντευξής του δήλωσε ότι ο πατέρας του σκοτώθηκε από φίλο του πατέρα του.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, ο Αιτητής παρέδωσε στον αρμόδια λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου δύο αντίγραφα εικόνων, υποστηρίζοντας ότι αφορούν τον θάνατο του πατέρα του. Τα αντίγραφα αυτά δεν ήταν πρωτότυπα, έχουν υποστηρικτικό χαρακτήρα και δεν μπορούν από μόνα τους να τεκμηριώσουν το αίτημα διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφο πιστοποιητικού θανάτου του πατέρα του, στο οποίο ωστόσο δεν αναγράφεται η ημερομηνία έκδοσης ούτε ο λόγος θανάτου.
Υπό το φως των πιο πάνω, ο αρμόδιος λειτουργός απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ήταν οι απειλές θανάτου που δεχόταν από τον φίλο του πατέρα του. Επιπλέον, δήλωσε ότι, αν δεν είχε αντιμετωπίσει αυτή την απειλή, θα παρέμενε στη χώρα του.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε θέματα που άπτονται στον πυρήνα του αιτήματος του. Πιο συγκεκριμένα, ερωτηθείς να παραθέσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τις απειλές θανάτου που φέρεται να δέχτηκε, ο Αιτητής δεν παρείχε περαιτέρω στοιχεία, αναφέροντας μόνο ότι κάθε βράδυ ερχόταν κόσμος στην οικία του, γεγονός που τον έκανε να νιώθει ανασφάλεια. Εύλογα θα αναμενόταν να προσκομίσει επαρκείς πληροφορίες, δεδομένου ότι κατά την ελεύθερη αφήγησή του ισχυριζόταν ότι δεχόταν απειλές θανάτου.
Περαιτέρω, δεδομένου ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, πρόκειται για βιωματική εμπειρία, θα ήταν αναμενόμενο από τον Αιτητή να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο τα άτομα αυτά επιδίωκαν να εισέλθουν στην οικία του, καθώς και τη σύνδεσή τους με το γεγονός ότι ο ίδιος μετέβη στην αστυνομία για να υποβάλει καταγγελία σχετικά με την απαγωγή της μητέρας και της αδελφής του.
Ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι δεν γνώριζε τα άτομα αυτά και δεν παρείχε καμία περαιτέρω εξήγηση, πέραν του ότι οι άγνωστοι ήταν «σταλμένοι από κάποιον» και επιδίωκαν να τον σκοτώσουν, καθώς ήταν ο μοναδικός που παρέμενε στην οικία του. Επιπλέον, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει πώς γνωρίζει ότι η πρόθεσή τους ήταν να τον σκοτώσουν, δεν παρείχε ικανοποιητική απάντηση.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με τον λόγο που επέλεξε να απευθυνθεί στην αστυνομία και να υποβάλει καταγγελία, ούτε σχετικά με τα πρόσωπα τα οποία επρόκειτο να καταγγείλει. Επιπλέον, δεν επεξήγησε τον λόγο για τον οποίο θεωρεί τον φίλο του πατέρα του εχθρό του. Περαιτέρω, δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες σχετικά με το είδος των απειλών που φέρεται να δεχόταν. Ανέφερε ότι δεν του συνέβη τίποτα σε προσωπικό επίπεδο, ενώ δεν κατόρθωσε να αιτιολογήσει την απόφασή του να αποχωρήσει από την κοινότητα Ngaliema και να μεταβεί στην κοινότητα Kintambo.
Ερωτηθείς σχετικά με τις πιθανές συνέπειες σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής περιορίστηκε στη δήλωση ότι απειλείται η ζωή του από τον φίλο του πατέρα του, ο οποίος παραμένει εκεί, χωρίς να είναι σε θέση να αιτιολογήσει πώς γνωρίζει την εν λόγω πληροφορία. Τέλος, όσον αφορά τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης, ανέφερε ότι δεν θα μπορούσε να διαμείνει σε κάποια άλλη περιοχή της χώρας, χωρίς να παράσχει περαιτέρω εξηγήσεις.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός καταγράφει πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής στη συνέντευξη αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματος του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης.
Υπό το φως των πιο πάνω, ο αρμόδιος λειτουργός ομοίως απέρριψε και τον τρίτο ισχυρισμό.
Εξετάζοντας τα ουσιώδη περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά και αναλύοντας την κατάσταση ασφαλείας τόσο στη χώρα όσο και στον τελευταίο τόπο διαμονής, αλλά και το προσωπικό του προφίλ (άγαμος, χωρίς παιδιά, νεαρός άνδρας σωματικά και ψυχικά υγιής, μορφωμένος, χωρίς εργασιακή εμπειρία και με οικογενειακό δίκτυο στην Kinshasa) o αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι από τους οποίους προκύπτει ότι υπάρχει περίπτωση, εάν ο Αιτητής επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, να αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της κατάστασης ανασφάλειας η οποία επικρατεί στην Κινσάσα.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι από τους προβαλλόμενους και αποδεκτούς ισχυρισμούς του Αιτητή διαφαίνεται ότι στο πρόσωπό του δε συντρέχουν εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχειά τα οποία θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής και ως εκ τούτου ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς του πρόσφυγα.
Ο αρμόδιος λειτουργός εν συνεχεία προέβη σε εξέταση του κατά πόσο ο Αιτητής δικαιούται παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 (1) και έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 (2), (α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου του 2000. Συγκεκριμένα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη πόλη Κινσάσα δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι από τους οποίους να προκύπτει ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(α) ή βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία όπως προβλέπει το άρθρο 19 (2)(β) ή πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας του λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ως το άρθρο 19 (2)(γ) προνοεί, καθώς η Κινσάσα, περιοχή στην οποία ο Αιτητής αναμένεται να επιστρέψει, δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για υπαγωγή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Έπειτα από ενδελεχή εξέταση του διοικητικού φακέλου και όπως προκύπτει από τα στοιχεία που βρίσκονται σε αυτόν, δέον να αναφερθούν τα ακόλουθα:
Καταρχάς, κρίνω ως ορθή την αποδοχή από τους Καθ' ων η αίτηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος και αφορά την ταυτότητα και τα προσωπικά στοιχεία του Αιτητή. Ομοίως βάσει της αξιολόγησης τόσο της εσωτερικής, όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των λοιπών υπό εξέταση ισχυρισμών, το Δικαστήριο καταλήγει στο ίδιο συμπέρασμα με τον λειτουργό και ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίπτεται στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση και σύμφωνα με το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, εναπόκειται στον εκάστοτε Αιτητή να τεκμηριώσει την αίτησή του για διεθνή προστασία. Στην υπό κρίση περίπτωση, για τους λόγους που αναλύθηκαν ανωτέρω, ο Αιτητής δεν κατάφερε τεκμηριώσει κάποια παρελθούσα πράξη δίωξης σε βάρος του ούτε κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης, αλλά ούτε κατά την ενώπιόν μου διαδικασία.
Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι ο λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, στην Έκθεση-Εισήγηση, αξιολόγησε κάθε έκαστο ισχυρισμό του Αιτητή και για τους λόγους που εκτενώς καταγράφηκαν στην εισήγησή του, εύλογα κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η αξιοπιστία του δεν κρίνεται ως ικανοποιητική και ως εκ τούτου ορθά δεν παραχωρήθηκε το ευεργέτημα της αμφιβολίας, όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων.
Έχει, πολλάκις, νομολογηθεί ότι κρίση επί της αξιοπιστίας του αιτητή και έγκριση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή (AMIRI ΚΑΙ ΑΝΑΘΕΩΡΗΤΙΚΗΣ ΑΡΧΗΣ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ Κ.Α. (2009 3 Α.Α.Δ. 358). Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι η συνοχή μεταξύ των δηλώσεων του Αιτητή συνιστά δείκτη της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του.[1] Όταν ο Αιτητής κρίνεται αναξιόπιστος, δεν υπάρχουν περιθώρια περαιτέρω διερεύνησης (βλ. υπόθ. αρ. 1964/06, ημερ. 11.3.08 Obaidul Haque v. Δημοκρατίας).
Επομένως, ορθά δεν παραχωρήθηκε σε αυτόν το ευεργέτημα της αμφιβολίας και ορθά ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του για διεθνή προστασία.
Περαιτέρω, συμφωνώ με την αξιολόγηση κινδύνου στην οποία προέβη ο λειτουργός στη βάση του αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς και με το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε αναφορικά με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων αναγνώρισης προσφυγικού καθεστώτος καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να στοιχειοθετήσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για ένα από τους πέντε λόγους που εξαντλητικά αναφέρονται στο Άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και του Άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.
Σημειώνεται πως λόγω του ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή αναφορικά με τον λόγο που φέρεται να εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος, δεν πληρούνται και οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στα άρθρα 19 (2) (α) και (β) περί συμπληρωματικής προστασίας, καθώς δεν προέκυψαν στοιχεία εκ των οποίων μπορεί να συναχθεί ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κινδυνεύει να αντιμετωπίσει θανατική ποινή ή εκτέλεση κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (α), ή άλλως βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19 (2) (β).
Αναφορικά δε με την μη πλήρωση των προϋποθέσεων παροχής συμπληρωματικής προστασίας προς το πρόσωπο του Αιτητή υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου ή άλλως του άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, κρίνω σκόπιμο να παρατεθούν αρχικά τα κάτωθι:
Το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι ο Αιτητής θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité v. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Στην υπόθεση Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretarisvan Justitie παρ. 35, το ΔΕΕ αναφέρει ότι «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας[2]» ενώ στην παρ. 37 αναφέρει ότι «η απλή αντικειμενική διαπίστωση κινδύνου απορρέοντος από τη γενική κατάσταση μιας χώρας δεν αρκεί, καταρχήν, για να γίνει δεκτό ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας, συντρέχουν ως προς συγκεκριμένο πρόσωπο, εντούτοις, καθόσον η αιτιολογική αυτή σκέψη χρησιμοποιεί τον όρο «συνήθως», αναγνωρίζει το ενδεχόμενο υπάρξεως μιας εξαιρετικής καταστάσεως, χαρακτηριζομένης από έναν τόσο υψηλό βαθμό κινδύνου, ώστε να υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εκτιμάται ότι το πρόσωπο αυτό θα εκτεθεί ατομικώς στον επίμαχο κίνδυνο.» (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου). Περαιτέρω το ΔΕΕ στην εν λόγω υπόθεση αποφάσισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών την καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας» (παρ. 39).
Επιπλέον, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της ΕΥΥΑ σχετικά με τη δικαστική ανάλυση του Άρθρου 15(γ) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ακόμη και αν ο αιτητής μπορεί να αποδείξει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης στην περιοχή καταγωγής του (ή καθ' οδόν προς τη συγκεκριμένη περιοχή καταγωγής), το δικαίωμα επικουρικής προστασίας μπορεί να κατοχυρωθεί μόνο εάν ο αιτητής δεν μπορεί να επιτύχει εγχώρια προστασία σε άλλο τμήμα της χώρας, καθώς επίσης, όταν αποφασίζεται η τοποθεσία της περιοχής καταγωγής ενός αιτητή ως προορισμός επιστροφής, απαιτείται η εφαρμογή προσέγγισης βασισμένης στα πραγματικά περιστατικά όσον αφορά την περιοχή του τελευταίου τόπου διαμονής και την περιοχή συνήθους διαμονής.
Εν προκειμένω, αναφορικά με τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την επαρχία/πόλη Kinshasa, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα σχετικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες ασφαλείας, εκ της οποίας προέκυψε ότι η κατάσταση παραμένει ασταθής κυρίως στο ανατολικό τμήμα της Λ.Δ.Κ., καθώς υπάρχουν ένοπλες ομάδες και η διακοινοτική βία, η οποία μπορεί να επηρεάσει την πολιτική κατάσταση, την ασφάλεια και την ανθρωπιστική κατάσταση. Καταγράφονται επίσης συνεχείς αναφορές για πολλές πόλεις στην ανατολική ΛΔΚ που δέχθηκαν επίθεση ή έπεσαν υπό τον προσωρινό έλεγχο ένοπλων ομάδων[3].
Σε σχέση με την επαρχία/πόλη Kinshasa, δεν ανευρέθησαν πληροφορίες οι οποίες να επιβεβαιώνουν είτε τη δραστηριοποίηση ενόπλων φορέων, αφού, από τις ανωτέρω παρατεθείσες πληροφορίες, προκύπτει ότι οι μη κρατικοί ένοπλοι φορείς δραστηριοποιούνται κυρίως στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ[4]. Σύμφωνα άλλωστε και με την ενημέρωση του ACLED, που συντάχθηκε από το Austrian Centre for Country of Origin & Asylum Research and Documentation (ACCORD), αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας που έλαβαν χώρα στη Λ.Δ.Κ. το τελευταίο τρίμηνο του 2021, προκύπτει ότι μόνο οι επαρχίες Ιturi, North Kivu και South Kivu στα ανατολικά της χώρας βρίσκονται υπό τεταμένο καθεστώς ένοπλης βίας[5].
Αναλύοντας τα κατωτέρω ποιοτικά και ποσοτικά δεδομένα που προέκυψαν κατόπιν έρευνας αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί συγκεκριμένα στην επαρχία/πόλη της Kinshasa, οι εξωτερικές πηγές καταδεικνύουν το ακίνδυνο και ασφαλές της περιοχής.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τα στοιχεία του Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), για το διάστημα του τελευταίου έτους, σημειώθηκαν στην εν λόγω περιφέρεια 153 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα τον θάνατο 56 ανθρώπων[6]. Δεδομένου δε ότι ο συνολικός πληθυσμός της Kinshasa ανέρχεται σήμερα σε περίπου 16.316.000 κατοίκους[7], καθίσταται κατανοητό ότι ο ανωτέρω αναφερόμενος αριθμός θανάτων στην εν λόγω περιοχή από περιστατικά ασφαλείας (56 θάνατοι) δεν ανέρχεται σε τόσο υψηλά επίπεδα σε σχέση με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, έτσι ώστε η κατάσταση στην εν λόγω περιοχή να μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένοπλη σύρραξη επιφέρουσα συνθήκες αδιακρίτως ασκούμενης βίας.
Η κατάσταση γενικευμένης βίας θα πρέπει να χαρακτηρίζεται από διαρκή, γενικά και παρατεταμένα επίπεδα βίας σε μια χώρα ή σε μια περιοχή. Δεν αρκεί για τη συνδρομή των προϋποθέσεων της παραπάνω διάταξης η διαπίστωση σποραδικών και μεμονωμένων περιστατικών τρομοκρατικών ενεργειών ή άλλων βίαιων επεισοδίων ούτε αυξημένης εγκληματικότητας, η οποία αντιμετωπίζεται στο πλαίσιο της έννομης τάξης και των μέτρων για τη δημόσια ασφάλεια κάθε οργανωμένου κράτους.
Τα παραπάνω υποδηλώνουν, στο σύνολό τους, ότι στην επαρχία/πόλη Kinshasa, τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και μέρος όπου ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής, δεν επικρατούν συνθήκες ένοπλης εσωτερικής σύγκρουσης και κατ΄ επέκταση συνθήκες βίας ασκούμενης αδιακρίτως κατά αμάχων, υπό την έννοια του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου. Δεδομένου λοιπόν ότι στην Κινσάσα η κατάσταση ασφαλείας δεν παρουσιάζεται ως αντικατοπτρίζουσα συνθήκες εξωτερικής ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης ικανές να επιφέρουν αδιακρίτως ασκούμενη βία κατά των αμάχων, το Δικαστήριο κρίνει ότι παρέλκει περαιτέρω αξιολόγηση των κριτηρίων υπαγωγής του Αιτητή στο άρθρο 19(2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου όπως η εφαρμογή της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας».
Βάσει λοιπόν της επικαιροποιημένης έρευνας του Δικαστηρίου, το ενδεχόμενο χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας στον Αιτητή σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου απορρίπτεται, λόγω του ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες εκ του Νόμου προϋποθέσεις.
Εν προκειμένω, και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής πρόκειται για άμαχο πολίτη, ο οποίος διέμενε στην πόλη Κινσάσα χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε μορφή δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Πρόκειται για ενήλικο άνδρα, ηλικίας 31 ετών, με υψηλό επίπεδο μόρφωσης και χωρίς προβλήματα υγείας. Επιπλέον, μολονότι κατά τη διάρκεια της διαμονής του στη χώρα καταγωγής του δεν εργαζόταν, από το προσωπικό και κοινωνικό του προφίλ δεν προκύπτει οποιοσδήποτε παράγοντας που να επηρεάζει αρνητικά την ικανότητά του προς εργασία.
Περαιτέρω, δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει τη δολοφονία του πατέρα του ούτε την υποτιθέμενη απαγωγή της μητέρας και της αδελφής του. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, και λαμβανομένων υπόψη των πανεπιστημιακών του σπουδών καθώς και του συνολικού προσωπικού του προφίλ, προκύπτει ότι θα μπορούσε να αξιοποιήσει τις δεξιότητές του και να επανενταχθεί στην κοινωνία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό. Συνεπώς, κρίνεται ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του τα απαιτούμενα στοιχεία που θα μπορούσαν να εντείνουν τον κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του.
Συνεπώς και με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκε ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, αποτελεί προϊόν δέουσας και/ή επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, σύμφωνα και με το Νόμο.
Υπό το φως των πιο πάνω η προσφυγή απορρίπτεται ως απαράδεκτη με €1500 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση.
Βούλα Κουρουζίδου - Καρλεττίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] EASO, 'Practical Guide: Evidence Assessment, 2015, διαθέσιμο σε: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/public/EASO-Practical-Guide_-Evidence-Assessment.pdf (ημερ. πρόσβασης 09/02/2026)
[2] Βλ. επίσης ECHR, Sufi and Elmi v. The United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/06/2011 (final 28/11/2011), p. 51, §218 (https://www.refworld.org/cases,ECHR,4e09d29d2.html, ): «However, it is clear that not every situation of general violence will give rise to such a risk. On the contrary, the Court has made it clear that a general situation of violence would only be of sufficient intensity to create such a risk "in the most extreme cases" where there was a real risk of ill-treatment simply by virtue of an individual being exposed to such violence on return (ibid., § 115) »
[3] Gov.uk, Foreign travel advice Democratic Republic of the Congo, διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/democratic-republic-of-the-congo/safety-and-security, (ημερ. πρόσβασης 09/02/2026)
[4] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/, καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση:https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html, USAID, Democratic Republic of the Congo - Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05-13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf, και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congο, (ημερ. πρόσβασης 20/01/2026)
[5] ACLED, Democratic Republic of Congo, Fourth Quarter 2021: Update on incidents according to the Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED), 30 Μαΐου 2022, https://www.ecoi.net/en/file/local/2074522/2021q4DemocraticRepublicofCongo_en.pdf (ημερ. πρόσβασης 09/02/2026)
[6] ACLED, Dashboard, [εφαρμοσμένες παράμετροι: past year, Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, Kinshasa] https://acleddata.com/dashboard/#/dashboard (ημερ. πρόσβασης 09/02/2026)
[7] Macrotrends.net, Kinshasa, Republic of Congo Metro Area Population 1950-2023, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/cities/20853/kinshasa/population, (ημερ. πρόσβασης 09/02/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο