ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ.: 1352/23
18 Μαΐου 2026
[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
B.H.N.
εκ Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό
Αιτητής
ΚΑΙ
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
........
Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Χ. Δημητρίου (κα), Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση
(Μ. Σταύρου (κα) για πιστή μετάφραση από τα Γαλλικά στα ελληνικά και αντίστροφα)
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο Αιτητής με την παρούσα προσφυγή αξιώνει την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 07/04/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 24/04/2023, και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής του για παραχώρηση σε αυτόν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Γεγονότα
Ως εκτίθεται στην ένσταση που καταχωρίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, ο Αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (εφεξής «ΛΔΚ»).
Στις 14/05/2021, ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας, ενώ στις 13/03/2023 πραγματοποιήθηκε η προφορική του συνέντευξη από αρμόδιο λειτουργό της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης για το Άσυλο (EASO), νυν Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA).
Ακολούθως, στις 31/03/2023, ο λειτουργός της EUAA ετοίμασε εισηγητική έκθεση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη του Αιτητή, εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματός του, εισήγηση η οποία εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο στις 07/04/2023.
Στις 24/04/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική απόφαση, συνοδευόμενη από την αιτιολόγησή της αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον ίδιο κατά την ίδια ημερομηνία.
Η εν λόγω απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρίστηκε εμπρόθεσμα από τον Αιτητή στις 05/05/2023.
Νομικοί Ισχυρισμοί
Στο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής του, ο Αιτητής δεν προβάλλει συγκεκριμένους νομικούς λόγους ακύρωσης ούτε παραθέτει έκθεση γεγονότων. Ως προς την ιδιόχειρη αίτηση προσφυγής του, ο Αιτητής αναφέρει ότι εργαζόταν για την οργάνωση CENI κατά τη διάρκεια των εκλογών, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα να φοβάται ομάδα αγνώστων προσώπων. Προβάλλει δε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, διατρέχει κίνδυνο να υποστεί οτιδήποτε και επιθυμεί να παραμείνει στην Κύπρο για λόγους ασφαλείας.
Δια της γραπτής του αγόρευσης, ο Αιτητής προβάλλει ότι, μετά τη διεξαγωγή της προφορικής του συνέντευξης, οι αδελφές του εγκαταστάθηκαν στην Kinshasa και, τρεις ημέρες μετά την άφιξή τους εκεί, δέχθηκαν επίθεση στην οικία της θείας τους από ομάδα αγνώστων κακοποιών, οι οποίοι τις απείλησαν ότι θα προξενούσαν κακό σε ολόκληρη την οικογένεια του Αιτητή. Οι αδελφές του υπέβαλαν καταγγελία στην αστυνομία, χωρίς ωστόσο να υπάρξει οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια εκ μέρους των αρχών. Ως εκ τούτου, η θεία και οι αδελφές του αναγκάστηκαν να διαφύγουν στην Ακτή Ελεφαντοστού.
Ακολούθως, ο Αιτητής υποβάλλει ότι τα ανωτέρω περιστατικά συνδέονται με τη συμμετοχή του στην Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή της ΛΔΚ (εφεξής «CENI») κατά τη διάρκεια των εκλογών του Δεκεμβρίου 2018. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι ο ρόλος του συνίστατο στην καταγραφή των ψηφοφόρων σε εκλογικό κέντρο της περιοχής Kwilu. Κατά τους ισχυρισμούς του, άγνωστος άνδρας τον προσέγγισε και του ανέφερε ότι τον γνώριζε από την περιοχή Lemba της Kinshasa, όπου ο Αιτητής εργαζόταν ως γραμματέας. Ο εν λόγω άνδρας φέρεται να επιχείρησε να δωροδοκήσει τον Αιτητή, προκειμένου αυτός να προσθέσει παρανόμως συγκεκριμένα πρόσωπα στον εκλογικό κατάλογο υπέρ του υποψήφιου βουλευτή Noel Ngiama Makanda. Ο Αιτητής, ωστόσο, αρνήθηκε να συνεργαστεί.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι, μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων από τη CENI στις 12/01/2019 και τη μη εκλογή του ανωτέρω υποψηφίου, οι υποστηρικτές του τελευταίου, καθώς και ο άνδρας που είχε επιχειρήσει να τον δωροδοκήσει, άρχισαν να τον παρενοχλούν. Συγκεκριμένα, κατά τους ισχυρισμούς του, υποστηρικτές του πολιτικού κόμματος στο οποίο ανήκε ο εν λόγω υποψήφιος κατηγορούσαν το εκλογικό κέντρο στο οποίο εργαζόταν ο Αιτητής ότι είχε παραδώσει ανακριβή αποτελέσματα, ενώ τον ίδιο τον κατηγορούσαν ότι ήταν πράκτορας της Ρουάντα. Έκτοτε, όπως αναφέρει, άρχισε να δέχεται απειλές και απειλητικά μηνύματα.
Ως προς το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Αιτητής υποβάλλει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν αδικαιολόγητη την παράλειψή του να καταγγείλει τη δολοφονία της μητέρας του στην αστυνομία. Ο ίδιος, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν ανήλικος και ότι η εν λόγω ενέργεια ενέπιπτε στην ευθύνη του πατέρα του.
Αναφορικά δε με τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι αφίχθηκε στην Κύπρο με σκοπό τις σπουδές, ο Αιτητής προβάλλει ότι η μετάβασή του στην Κύπρο αποτέλεσε τη μοναδική διαθέσιμη επιλογή του, καθότι, όπως ισχυρίζεται, πολλοί αιτητές διεθνούς προστασίας εισέρχονται αρχικά στην Κυπριακή Δημοκρατία ως φοιτητές μέσω των κατεχομένων περιοχών. Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι, εάν δεν αντιμετώπιζε κίνδυνο στη ΛΔΚ, θα είχε ήδη υποβάλει αίτημα εθελούσιας επιστροφής. Τέλος, αναφέρει ότι δεν αποτελεί βάρος για την κοινωνία της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθότι εργάζεται νόμιμα και στηρίζει οικονομικά την οικογένειά του, η οποία διαμένει στην Αγκόλα (βλ. Τεκμήριο 1).
Οι Καθ’ ων η αίτηση εισηγούνται ότι η επίδικη απόφαση εκδόθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του Συντάγματος και της κείμενης νομοθεσίας, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εξουσιών που τους παρέχει ο νόμος. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα ουσιώδη γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, ενώ ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, ώστε να θεμελιώσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο έκθεσης σε σοβαρή βλάβη, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Κατόπιν των ως άνω και ενόψει της μη περίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού στην παρούσα αίτηση, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της παρούσας αιτήσεως αφού η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε «Κατόπιν αίτησης η οποία υποβάλλεται στην αρμόδια διοικητική αρχή μετά την 20ή Ιουλίου 2015 [.]» [αρ.11(3)(β)(α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018)] και συνεπώς το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να εξετάσει και επί της ορθότητας της την προσβαλλόμενη απόφαση. Με βάση λοιπόν τα διαλαμβανόμενα στο αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος - το οποίο ορίζει σχετικώς ότι το Δικαστήριο δύναται δια της αποφάσεως του «να τροποποιήσει εν όλω ή εν μέρει την απόφαση ή την πράξη, ως νόμος για Διοικητικό Δικαστήριο ήθελε ορίσει, νοουμένου ότι [.] είναι απόφαση αφορώσα σε διαδικασία διεθνούς προστασίας κατά το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης» - αλλά και το άρθρο 11 (3) (α) του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (73(I)/2018) - όπου αναφέρεται ότι το Δικαστήριο «προβαίνει σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής [.] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» - προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.
Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το επίδικο θέμα. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκεινται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Αναφορικά με τα στοιχεία του Αιτητή, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση του λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου και προκύπτουν από τον Διοικητικό Φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, και τα οποία δεν αμφισβητούνται, ο Αιτητής είναι ενήλικας υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό («ΛΔΚ»).
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή, το 2016 και κατά τη διάρκεια των εκλογών, η μητέρα του δολοφονήθηκε από άγνωστα πρόσωπα. Κατά τους ισχυρισμούς του, το περιστατικό αυτό συνδεόταν με το γεγονός ότι η μητέρα του, ο πατέρας του, αλλά και ο ίδιος, είχαν εργαστεί προσωρινά για την Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή της ΛΔΚ («CENI»). Δήλωσε περαιτέρω ότι εργαζόταν σε κατάστημα ειδών ένδυσης (boutique), καθώς και σε διαδικτυακό καφέ (internet café).
Ο Αιτητής ανέφερε επίσης ότι ο μεγαλύτερός του φόβος πηγάζει από το γεγονός ότι, ακόμη και μετά την αναχώρησή του από τη ΛΔΚ, εξακολουθεί να δέχεται απειλές και προκλήσεις. Επιπλέον, υπέβαλε ότι το καφέ στο οποίο εργαζόταν ανήκε στην οικογένειά του και ότι ο ίδιος εργαζόταν υπό το πρόσχημα της λαϊκής εξέγερσης και της ανάγκης κρατικής προστασίας. Δήλωσε, ακόμη, ότι αγνοεί την τύχη του πατέρα του από τον Δεκέμβριο του 2020, καθότι εκείνος διέφυγε προς άγνωστη τοποθεσία. Σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε ότι διατρέχει κίνδυνο (βλ. ερ. 17–5 Δ.Φ.).
Κατά τη συνέντευξή του ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ο Αιτητής επιβεβαίωσε τα στοιχεία του προσωπικού του προφίλ, δηλώνοντας ότι είναι υπήκοος της ΛΔΚ, γεννηθείς στις 10/04/1983 στην Kinshasa. Ανέφερε ότι διέμενε εκεί μέχρι το 2014, έτος κατά το οποίο εγκαταστάθηκε στην περιοχή Kwiti. Έκτοτε, διέμενε εναλλάξ ένα έτος στην Kinshasa και ένα έτος στο Kwiti. Το 2019 επέστρεψε στην Kinshasa και συγκεκριμένα στην περιοχή Lemba, ενώ εγκατέλειψε τη ΛΔΚ το 2020.
Αναφορικά με την πατρική του οικογένεια, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του δολοφονήθηκε το 2016 από άγνωστους άνδρες, ενώ ο πατέρας του διέμενε στο χωριό μαζί με τρία από τα αδέλφια του. Ένα εκ των αδελφών του διαμένει στην Αγκόλα. Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε άγαμος και άτεκνος.
Σχετικά με το μορφωτικό του επίπεδο, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι απόφοιτος λυκείου, από το οποίο αποφοίτησε το 2012. Ως προς το επαγγελματικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι εργάστηκε ως γραμματέας σε γραφείο από το 2015 μέχρι το 2016, ενώ το 2018 εργάστηκε περιστασιακά ως μέλος της Ανεξάρτητης Εθνικής Εκλογικής Επιτροπής της ΛΔΚ (CENI). Ως προς τα καθήκοντά του, δήλωσε ότι ενεργούσε ως πράκτορας, με κύρια αρμοδιότητα την καταγραφή των ατόμων που προσέρχονταν για να ψηφίσουν (βλ. ερ. 45–42 Δ.Φ.).
Αναφορικά με τις συνθήκες του ταξιδιού του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε νόμιμα τη ΛΔΚ με προορισμό την Ελλάδα, όπου, ελλείψει σχετικής θεώρησης εισόδου (visa), δεν του επετράπη η είσοδος στη χώρα. Καθότι ενημερώθηκε ότι θα έπρεπε να επιστρέψει στη ΛΔΚ, αγόρασε αεροπορικό εισιτήριο με προορισμό την Αιθιοπία. Εκεί, ήρθε σε επαφή με πρακτορείο το οποίο του εξασφάλισε φοιτητική θεώρηση εισόδου για την Κυπριακή Δημοκρατία και συγκεκριμένα για φοίτηση στο InterNapa College στην Αγία Νάπα, με αποτέλεσμα να αφιχθεί νόμιμα στο αεροδρόμιο Λάρνακας.
Ως προς τη διαδρομή του ταξιδιού του, ο Αιτητής δήλωσε ότι αναχώρησε από την Αιθιοπία με προορισμό την Αίγυπτο και ακολούθως ταξίδεψε αεροπορικώς προς τη Λάρνακα. Τέλος, ως προς το κόστος του ταξιδιού του, δήλωσε ότι έλαβε οικονομική βοήθεια από την οικογένειά του (βλ. ερ. 41–40 Δ.Φ.).
Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, επικαλέστηκε αρχικά θρησκευτικούς λόγους. Ειδικότερα, υπέβαλε ότι αμφότεροι οι γονείς του ήταν μέλη της οργάνωσης Justice and Peace, η οποία υπάγεται στην Καθολική Εκκλησία και διοργάνωνε διαδηλώσεις κατά του καθεστώτος.
Ως δεύτερο λόγο εγκατάλειψης της ΛΔΚ, ο Αιτητής προέβαλε το γεγονός ότι εργάστηκε στην Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή της ΛΔΚ («CENI») και ότι, μετά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων των εκλογών του 2018, τον Ιανουάριο του 2019, η αντιπολίτευση οργάνωσε διαμαρτυρίες αμφισβητώντας τα εκλογικά αποτελέσματα και κατηγορώντας τη CENI, καθώς και το τμήμα στο οποίο εργαζόταν ο Αιτητής, ότι δημοσίευσαν ανακριβή αποτελέσματα. Ακολούθως, δήλωσε ότι άρχισε να δέχεται απειλές, γεγονός το οποίο συνέδεσε με τη συμμετοχή της μητέρας του στην οργάνωση Justice and Peace. Κατά τους ισχυρισμούς του, από το χρονικό εκείνο σημείο μέχρι και την αναχώρησή του από τη ΛΔΚ το 2020, δεν αισθανόταν ασφαλής.
Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι, κατά την αναχώρησή του από τη ΛΔΚ και συγκεκριμένα στον χώρο του αεροδρομίου, ανακόπηκε από αστυνομικούς, οι οποίοι του επέδειξαν σχετική κλήση και του απαγόρευσαν να ταξιδέψει. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, επικοινώνησε με τρίτο πρόσωπο, το οποίο παρενέβη προς τις αρχές του αεροδρομίου και κατάφερε να εξασφαλίσει άδεια αναχώρησής του (βλ. ερ. 40 2Χ Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο Αιτητής προσέθεσε ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ επειδή φοβόταν ότι θα δολοφονηθεί από άγνωστα πρόσωπα τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, αναζητούν τον ίδιο και τα μέλη της οικογένειάς του. Ερωτηθείς κατά πόσον υπήρξε συγκεκριμένο περιστατικό που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει τη ΛΔΚ στις 14/02/2020, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ωστόσο τα προβλήματα που, όπως ανέφερε, αντιμετώπιζε.
Ως προς τους λόγους για τους οποίους οι φερόμενοι φορείς δίωξής του επιθυμούν να τον σκοτώσουν, ο Αιτητής δήλωσε ότι, κατά τη δική του εκτίμηση, ο λόγος συνδέεται με τις δραστηριότητες της μητέρας του, η οποία αγωνιζόταν για την ειρήνη και τη δικαιοσύνη στη ΛΔΚ. Ερωτηθείς κατά πόσον είναι βέβαιος ότι διώκεται για τον συγκεκριμένο λόγο, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν δύναται να το γνωρίζει με βεβαιότητα, επαναλαμβάνοντας ωστόσο τις αναφορές του στις δραστηριότητες της μητέρας του και στον δικό του ρόλο κατά τη διάρκεια των εκλογών.
Κληθείς να εξηγήσει κατά πόσον υπήρξε οποιαδήποτε εξέλιξη στην υπόθεσή του μετά την αναχώρησή του από τη ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε ότι ένας εκ των αδελφών του διέφυγε στην Αγκόλα, ότι ο πατέρας του απώλεσε την εργασία του και ότι ο ίδιος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την πρωτεύουσα Kinshasa και να μεταβεί στην επαρχία (βλ. ερ. 39 1Χ Δ.Φ.).
Ως προς το τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε ότι θα δολοφονηθεί. Ερωτηθείς για ποιο λόγο θεωρεί ότι θα του συμβεί κάτι τέτοιο, απάντησε ότι θα έχει την ίδια τύχη με τη μητέρα του. Κληθείς δε να προσδιορίσει ποιοι θεωρεί ότι θα τον σκοτώσουν σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής απάντησε ότι πρόκειται για τα ίδια άγνωστα πρόσωπα που δολοφόνησαν τη μητέρα του, τα οποία, όπως ανέφερε, ουδέποτε συνελήφθησαν, καθότι οι αρχές δηλώνουν μεν ότι διερευνούν την υπόθεση, χωρίς όμως μέχρι σήμερα να υπάρχει οποιαδήποτε εξέλιξη (βλ. ερ. 39 1Χ Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, διερευνήθηκαν οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τη δολοφονία της μητέρας του. Ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες σχετικά με τις συνθήκες του θανάτου της, καθότι δεν βρισκόταν παρών κατά το επίδικο περιστατικό. Ανέφερε, ωστόσο, ότι ο πατέρας του τον ενημέρωσε πως, στις 18/12/2016, ενώ η μητέρα του επέστρεφε από την εκκλησία, δέχθηκε επίθεση από άγνωστα πρόσωπα και ακολούθως εντοπίστηκε νεκρή. Κατά τους ισχυρισμούς του, η δολοφονία έλαβε χώρα στην περιοχή Gungu της επαρχίας Kwilu.
Ως προς τους λόγους για τους οποίους δολοφονήθηκε η μητέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι εκείνη υποστήριζε τη διεξαγωγή των εκλογών που επρόκειτο να πραγματοποιηθούν στη ΛΔΚ. Ειδικότερα, ανέφερε ότι ο τότε Πρόεδρος Kabila ανέβαλε τις εκλογές του 2016, γεγονός που προκάλεσε διαδηλώσεις και κοινωνικές αναταραχές. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η μητέρα του, λόγω της συμμετοχής της στην οργάνωση Justice and Peace, υποστήριζε τη διεξαγωγή των εκλογών κατά τον αρχικώς προγραμματισμένο χρόνο. Παρά ταύτα, ο Αιτητής κατέληξε ότι δεν γνωρίζει με βεβαιότητα τους λόγους για τους οποίους η μητέρα του δολοφονήθηκε.
Ερωτηθείς κατά πόσον ο θάνατος της μητέρας του θα μπορούσε να συνιστά τυχαίο περιστατικό και όχι στοχευμένη επίθεση, ο Αιτητής ανέφερε ότι και άλλα πρόσωπα που υποστήριζαν τη διεξαγωγή των εκλογών είχαν πέσει θύματα δολοφονικών επιθέσεων, επαναλαμβάνοντας ωστόσο ότι δεν δύναται να γνωρίζει με βεβαιότητα τον λόγο δολοφονίας της μητέρας του. Σε ερώτηση κατά πόσον ο θάνατός της καταγγέλθηκε στην αστυνομία, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ότι η αστυνομία συνεργάζεται με την κυβέρνηση (βλ. ερ. 38 1Χ Δ.Φ.).
Σχετικά με το πού βρισκόταν ο ίδιος κατά τον χρόνο της δολοφονίας της μητέρας του, ο Αιτητής δήλωσε ότι διέμενε στην περιοχή Kikwiti, ενώ η οικογένειά του βρισκόταν στην Gungu. Ως προς το επάγγελμα της μητέρας του, ανέφερε ότι ήταν καθηγήτρια γεωγραφίας, ενώ ο πατέρας του εργαζόταν ως καθηγητής γαλλικών.
Αναφορικά με τον χρόνο κατά τον οποίο οι γονείς του εντάχθηκαν στην οργάνωση Justice and Peace, ο Αιτητής δήλωσε άγνοια. Ερωτηθείς κατά πόσον η εν λόγω οργάνωση δραστηριοποιείται στη ΛΔΚ, απάντησε ότι πρόκειται για οργάνωση που συνδέεται με την Καθολική Εκκλησία. Ως προς τον τρόπο ένταξης των γονέων του στην οργάνωση, ανέφερε ότι αυτή λειτουργεί οργανωμένα μέσω των επαφών της με την εκκλησία. Ερωτηθείς δε για τους λόγους για τους οποίους οι γονείς του εντάχθηκαν στην εν λόγω οργάνωση, δήλωσε εκ νέου άγνοια.
Κληθείς να προσδιορίσει τον σκοπό της οργάνωσης, ο Αιτητής ανέφερε ότι αυτή υπερασπίζεται τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία. Ερωτηθείς κατά πόσον ήταν επικίνδυνο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, να είναι κάποιος μέλος της οργάνωσης, απάντησε καταφατικά, επικαλούμενος ότι τα μέλη της αντιμετώπιζαν προβλήματα με την κυβέρνηση. Ως προς τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι γονείς του λόγω της συμμετοχής τους στην οργάνωση, επικαλέστηκε τη δολοφονία της μητέρας του και την απώλεια της εργασίας του πατέρα του.
Σχετικά με τον ρόλο των γονέων του στην οργάνωση Justice and Peace, ο Αιτητής δήλωσε ότι η μητέρα του κατείχε τη θέση της γραμματέως της τοπικής κοινότητας, ενώ ο πατέρας του ήταν απλό μέλος (βλ. ερ. 37 1Χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με τις δραστηριότητες των γονέων του στο πλαίσιο λειτουργίας της οργάνωσης, ο Αιτητής ανέφερε ότι συμμετείχαν σε τρεις διαδηλώσεις κατά τη διάρκεια του 2016. Όπως δήλωσε, οι εκλογές ήταν προγραμματισμένες να διεξαχθούν τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, πλην όμως αναβλήθηκαν, γεγονός που οδήγησε σε διαδηλώσεις. Ως προς τον χρόνο ίδρυσης της οργάνωσης, τον ιδρυτή της, τους λόγους ίδρυσής της, το όνομα του σημερινού ηγέτη της και τον αριθμό των μελών της, ο Αιτητής δήλωσε άγνοια. Ερωτηθείς ποιος είναι ο σκοπός της οργάνωσης, ανέφερε ότι αυτή επιδιώκει την προάσπιση της δημοκρατίας.
Κληθείς να διευκρινίσει κατά πόσον ο ίδιος συμμετείχε σε οποιαδήποτε διαδήλωση, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά. Ως προς τον τρόπο οργάνωσης των εν λόγω διαδηλώσεων, δήλωσε ότι οι σχετικές πληροφορίες μεταφέρονταν μέσω των τοπικών κοινοτήτων (βλ. ερ. 36 1Χ Δ.Φ.). Τέλος, αποσαφήνισε ότι οι γονείς του δεν είχαν οργανωτικό ή ηγετικό ρόλο στις διαδηλώσεις, αλλά συμμετείχαν σε αυτές ως απλοί διαδηλωτές (βλ. ερ. 35 1Χ Δ.Φ.).
Διερευνώντας περαιτέρω τους ισχυρισμούς του Αιτητή αναφορικά με τη δολοφονία της μητέρας του, ο λειτουργός της EUAA ζήτησε από τον Αιτητή, μέσω ανοικτού τύπου ερώτησης, να περιγράψει τα περιστατικά που περιέβαλαν τον θάνατό της. Ο Αιτητής δήλωσε ότι ο πατέρας του δεν κατηγόρησε οποιοδήποτε συγκεκριμένο πρόσωπο για τη δολοφονία της μητέρας του, καθότι δεν διέθετε αποδεικτικά στοιχεία και δεν είχε εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη της ΛΔΚ (βλ. ερ. 35 1Χ Δ.Φ.).
Αναφορικά με τις απειλές που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε, ο Αιτητής ανέφερε ότι λάμβανε γραπτά μηνύματα στο κινητό του τηλέφωνο. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι δεν είναι σε θέση να τα προσκομίσει, καθότι απώλεσε τη συσκευή του. Κατά τους ισχυρισμούς του, τα εν λόγω μηνύματα περιείχαν απειλές ότι θα τον σκοτώσουν, όπως συνέβη και με τη μητέρα του.
Κληθείς να προσδιορίσει πότε έλαβε για πρώτη φορά απειλητικό μήνυμα, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό συνέβη μετά τον θάνατο του πατέρα του, περί τον Φεβρουάριο ή Μάρτιο του 2019, αναφέροντας ότι συνολικά έλαβε τρία απειλητικά μηνύματα. Ως προς τον αποστολέα των μηνυμάτων, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτά προέρχονταν από άγνωστο αριθμό. Ερωτηθείς για τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι έλαβε τα απειλητικά αυτά μηνύματα, επικαλέστηκε τον ρόλο του στην CENI.
Σε σχετική ερώτηση ως προς το γιατί συνδέει τα εν λόγω μηνύματα με τη συμμετοχή του στην CENI, ο Αιτητής απάντησε ότι, μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων, όλα τα μέλη της CENI δέχονταν απειλές (βλ. ερ. 35 1Χ Δ.Φ.).
Ερωτηθείς κατά πόσον προέβη σε καταγγελία των απειλών ενώπιον των αρχών, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ότι δεν εμπιστεύεται τη δικαιοσύνη στη ΛΔΚ και ότι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήδη προετοίμαζε την αναχώρησή του από τη χώρα.
Κληθείς να εξηγήσει για ποιο λόγο θεωρεί ότι οι απειλές σχετίζονταν με τη συμμετοχή του στην CENI, δεδομένου ότι οι φερόμενοι φορείς δίωξής του ουδέποτε του ανέφεραν κάτι σχετικό, ο Αιτητής δήλωσε ότι τα πρόσωπα που συμμετείχαν στις διαδηλώσεις κατηγορούσαν τη CENI ότι ανακοίνωσε ανακριβή εκλογικά αποτελέσματα και, ως εκ τούτου, απειλούσαν τα μέλη της.
Ως προς τους λόγους για τους οποίους οι απειλές που δέχθηκε το 2019 περιείχαν αναφορές στη δολοφονία της μητέρας του το 2016, ο Αιτητής απάντησε ότι η μητέρα του εργάστηκε για την CENI το 2006, ενώ ο ίδιος εργάστηκε για την ίδια οργάνωση το 2018. Ερωτηθείς κατά πόσον συνέχισε να λαμβάνει απειλητικά μηνύματα μετά τον Μάρτιο του 2019, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, αποδίδοντας το γεγονός αυτό στην απώλεια του κινητού του τηλεφώνου.
Ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι φερόμενοι φορείς δίωξής του απέκτησαν τον τηλεφωνικό του αριθμό, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει. Ερωτηθείς κατά πόσον απειλήθηκαν και άλλα μέλη της οικογένειάς του, ο Αιτητής ανέφερε ότι ο πατέρας του απολύθηκε αυθαίρετα το 2021. Κληθείς να εξηγήσει πώς συνδέεται η απόλυση του πατέρα του με τις απειλές που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε ο ίδιος, ο Αιτητής δήλωσε ότι θεωρεί πως η δολοφονία της μητέρας του, οι απειλές προς τον ίδιο και η απόλυση του πατέρα του συνδέονται μεταξύ τους (βλ. ερ. 34 1Χ Δ.Φ.).
Κληθείς περαιτέρω να αποσαφηνίσει για ποιο λόγο δέχθηκε απειλές τρία έτη μετά τη δολοφονία της μητέρας του, ο Αιτητής προέβαλε ότι ο ίδιος εντάχθηκε στην CENI το 2018. Αναφορικά με τον χρόνο δημοσίευσης των εκλογικών αποτελεσμάτων, δήλωσε ότι αυτά ανακοινώθηκαν τον Ιανουάριο του 2019, εξηγώντας ότι ξεκίνησε την εκπαίδευσή του στην οργάνωση τον Σεπτέμβριο του 2018 και εργάστηκε μέχρι τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, οπότε και διεξήχθησαν οι εκλογές.
Ζητηθείς να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο εξασφάλισε τη συγκεκριμένη θέση εργασίας, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι υπέβαλε σχετική αίτηση διαδικτυακά. Ως προς τα απαιτούμενα προσόντα για την εν λόγω θέση, ανέφερε ότι οι υποψήφιοι έπρεπε να είναι κάτοχοι απολυτηρίου λυκείου και να γνωρίζουν τη γαλλική γλώσσα, καθώς και μία ή δύο τοπικές διαλέκτους. Τέλος, δήλωσε ότι πληροφορήθηκε για τη δυνατότητα υποβολής αίτησης για τη συγκεκριμένη θέση μέσω τηλεοπτικής ανακοίνωσης (βλ. ερ. 33 Δ.Φ.).
Στη συνέχεια, ζητήθηκε από τον Αιτητή να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του ένα έτος μετά την τελευταία απειλή που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε. Ο ίδιος υπέβαλε ότι η προετοιμασία του ταξιδιού του ήταν δύσκολη και ότι οι σχετικές διευθετήσεις πραγματοποιήθηκαν μέσω πράκτορα.
Κληθείς να σχολιάσει το γεγονός ότι, κατά το διάστημα του ενός έτους που μεσολάβησε, δεν είχε δεχθεί οποιαδήποτε περαιτέρω ενόχληση, ο Αιτητής απάντησε ότι εξακολουθούσε να φοβάται, παραδεχόμενος ωστόσο εκ νέου ότι κανένα πρόσωπο δεν του δημιούργησε πρόβλημα δια ζώσης. Ζητηθείς εκ νέου να σχολιάσει το γεγονός ότι κατά το τελευταίο έτος παραμονής του στη ΛΔΚ δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα, ο Αιτητής δήλωσε ότι ήδη σχεδίαζε να εγκαταλείψει τη χώρα πριν από τις απειλές που έλαβε μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2019, υποστηρίζοντας ότι οι εν λόγω απειλές ενίσχυσαν την επιθυμία του να αναχωρήσει από τη ΛΔΚ.
Ως προς τους λόγους για τους οποίους επιθυμούσε να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του προτού δεχθεί τις φερόμενες απειλές, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι επιθυμούσε να σπουδάσει στο εξωτερικό και ότι η Κυπριακή Δημοκρατία του παρείχε τη συγκεκριμένη δυνατότητα (βλ. ερ. 33 Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο Αιτητής υποβλήθηκε σε ερωτήσεις αναφορικά με το έγγραφο που προσκόμισε, ήτοι αντίγραφο φερόμενης αστυνομικής κλήσης ημερομηνίας 08/02/2020 (βλ. ερ. 28 Δ.Φ.). Ο ίδιος επανέλαβε ότι παρέλαβε το εν λόγω έγγραφο στο αεροδρόμιο, εξηγώντας ότι, μόλις αφίχθηκε εκεί, του επιδείχθηκε από τις αρχές, οπότε το φωτογράφισε και απέστειλε τη φωτογραφία στο πρόσωπο που μεσολάβησε προκειμένου να του επιτραπεί η αναχώρηση από τη χώρα.
Ως προς τον λόγο έκδοσης της εν λόγω κλήσης, ο Αιτητής δήλωσε ότι οι αρχές τον κατηγορούσαν για υποκίνηση του πληθυσμού σε εξέγερση. Ερωτηθείς σχετικά με τον φορέα έκδοσης του εγγράφου, καθώς και για τους λόγους για τους οποίους το παρέλαβε στο αεροδρόμιο και όχι σε προγενέστερο στάδιο, ο Αιτητής δήλωσε άγνοια, επαναλαμβάνοντας ότι, τελικώς, του επετράπη να ταξιδέψει.
Κληθείς να εξηγήσει τι ακριβώς ανέφερε στις αρχές το πρόσωπο που μεσολάβησε ώστε να του επιτραπεί η έξοδος από τη χώρα, ο Αιτητής επέδειξε εκ νέου άγνοια. Προσέθεσε δε ότι ενημερώθηκε από την Υπηρεσία Μετανάστευσης ότι δεν μπορούσε να ταξιδέψει. Ερωτηθείς κατά πόσον ζήτησε να πληροφορηθεί τους λόγους για τους οποίους αρχικά του απαγορεύτηκε η αναχώρηση από τη χώρα, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος ότι οι αρχές του προέβαλαν διάφορες δικαιολογίες.
Κληθείς να προσδιορίσει τις εν λόγω δικαιολογίες, ο Αιτητής ανέφερε ότι οι αρχές δεν αποδέχονταν τη θεώρηση εισόδου (visa) που κατείχε, διότι το διαβατήριό του δεν έφερε σχετική σφραγίδα, ενώ ο ίδιος διέθετε μόνο τα έγγραφα του πανεπιστημίου (βλ. ερ. 32 Δ.Φ.).
Ακολούθως, ο Αιτητής υποβλήθηκε σε ερωτήσεις αναφορικά με περιστατικό το οποίο ισχυρίστηκε ότι βίωσε κατά τη διάρκεια της εργασίας του ως γραμματέας. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι το 2017, ενώ βρισκόταν στο γραφείο του, ομάδα αγνώστων προσώπων επιτέθηκε στον χώρο. Ο ίδιος χαρακτήρισε το περιστατικό ως τυχαίο, δηλώνοντας ότι αγνοεί τόσο την ταυτότητα όσο και τα κίνητρα των δραστών (βλ. ερ. 32 και 31 Δ.Φ.).
Ερωτηθείς κατά πόσον, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, θα μπορούσε να μετεγκατασταθεί με ασφάλεια σε άλλη περιοχή της χώρας, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, επικαλούμενος αφενός ότι θα ήταν δύσκολο να διαβιώσει σε πόλη στην οποία δεν είχε προηγουμένως ζήσει και αφετέρου ότι θα έπρεπε να μεταβεί πρώτα στην Kinshasa, την οποία θεωρεί επικίνδυνη.
Ως προς τη δυνατότητα ασφαλούς μετεγκατάστασής του στην πόλη Lubumbashi, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό θα ήταν δύσκολο, διότι δεν γνωρίζει τη γλώσσα που ομιλείται στην περιοχή, ήτοι τη διάλεκτο Swahili.
Ζητηθείς να επαναλάβει τι ακριβώς φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής ανέφερε αρχικά ότι θα βιώσει «flashback» των όσων έζησε και ότι θα επηρεαστεί ψυχολογικά, επιδεικνύοντας ωστόσο αδυναμία να προσδιορίσει συγκεκριμένο κίνδυνο. Κατόπιν περαιτέρω διευκρίνισης, δήλωσε ότι φοβάται πως θα δολοφονηθεί από τα άγνωστα πρόσωπα τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, τον αναζητούν (βλ. ερ. 31 και 30 Δ.Φ.).
Κατά την ολοκλήρωση της προφορικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι κατανόησε πλήρως τον διερμηνέα και τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν. Επιπλέον, το πρακτικό της συνέντευξης του αναγνώστηκε και ο ίδιος επιβεβαίωσε την ορθότητα του περιεχομένου του (βλ. ερ. 30 και 29 Δ.Φ.).
Αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι απορρέουν από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του. Ο πρώτος αφορά τα στοιχεία ταυτότητας, το προσωπικό του προφίλ, καθώς και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του. Ο δεύτερος αφορά τις δηλώσεις του σχετικά με τη δολοφονία της μητέρας του το 2016, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, συνδεόταν με τη συμμετοχή της στην οργάνωση Justice and Peace. Ο τρίτος ισχυρισμός αφορά τις απειλές που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε κατά την περίοδο των εκλογών του 2019, λόγω της εργασίας του στην Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή της ΛΔΚ («CENI»).
Ο πρώτος ισχυρισμός, αναφορικά με τα στοιχεία ταυτότητας, το προσωπικό προφίλ, τον τόπο καταγωγής και την τελευταία συνήθη διαμονή του Αιτητή, έγινε αποδεκτός, καθότι οι σχετικές δηλώσεις του κρίθηκαν λεπτομερείς, σαφείς και συμβατές με τις πληροφορίες που προέκυψαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Σημειώνεται, ωστόσο, ότι μεταξύ των στοιχείων που έγιναν αποδεκτά δεν περιλαμβάνονταν οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με το εργασιακό του παρελθόν ως μέλους της Ανεξάρτητης Εθνικής Εκλογικής Επιτροπής της ΛΔΚ.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ισχυρισμός του Αιτητή απορρίφθηκε. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των σχετικών δηλώσεών του, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι αυτές στερούνταν επαρκούς περιγραφικής λεπτομέρειας και νοηματικής συνοχής. Συγκεκριμένα, διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με το περιστατικό της δολοφονίας της μητέρας του, περιοριζόμενος να αναφέρει ότι δεν ήταν παρών κατά το συμβάν και ότι ενημερώθηκε από τον πατέρα του πως η μητέρα του δολοφονήθηκε ενώ επέστρεφε στην οικία της.
Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο δολοφονήθηκε η μητέρα του, ο Αιτητής αρχικά δήλωσε ότι δεν γνωρίζει, ενώ ακολούθως ανέφερε αόριστα ότι η δολοφονία συνδεόταν με τη δράση της στο πλαίσιο της οργάνωσης Justice and Peace. Κληθείς δε να σχολιάσει τις αντιφατικές του απαντήσεις, ο Αιτητής ανέφερε ότι αποτελεί προσωπική του εκτίμηση πως η μητέρα του δολοφονήθηκε λόγω της συμμετοχής της στην εν λόγω οργάνωση, στοιχείο το οποίο, κατά την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, αποδυνάμωνε τον πυρήνα του σχετικού ισχυρισμού.
Επιπλέον, όταν ερωτήθηκε κατά πόσον ο θάνατος της μητέρας του καταγγέλθηκε στις αρχές, ο Αιτητής προέβαλε, κατά την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, ασαφείς και μη εύλογες εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν έγινε σχετική καταγγελία.
Αναφορικά δε με τις δηλώσεις του περί της συμμετοχής της μητέρας του στην οργάνωση Justice and Peace, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει ουσιώδεις πληροφορίες για την οργάνωση, επιδεικνύοντας άγνοια ως προς το ιστορικό της υπόβαθρο, τη δομή και τους λόγους ίδρυσής της.
Υπό το φως των ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν παρουσίαζε εσωτερική αξιοπιστία.
Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε σχετική έρευνα, από την οποία προέκυψαν πληροφορίες αναφορικά με την οργάνωση Justice and Peace και τη δραστηριοποίησή της στη ΛΔΚ. Παρά ταύτα, λόγω της αδυναμίας του Αιτητή να θεμελιώσει την αξιοπιστία των δηλώσεών του σε προσωπικό επίπεδο, ο σχετικός ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Ο τρίτος ισχυρισμός του Αιτητή έτυχε επίσης απόρριψης. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των σχετικών δηλώσεών του, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν αρχικά σε σύνοψη του αφηγήματός του, καταγράφοντας ότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε πως εργάστηκε στην Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή της ΛΔΚ («CENI») από τον Σεπτέμβριο του 2018 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018 και ότι, ακολούθως, μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2019, έλαβε τρία απειλητικά γραπτά μηνύματα στο κινητό του τηλέφωνο από άγνωστα πρόσωπα, λόγω του ότι διαδηλωτές κατηγορούσαν την CENI για παραποίηση των εκλογικών αποτελεσμάτων.
Κληθείς, ωστόσο, να εξηγήσει τον λόγο για τον οποίο θεωρεί ότι αποτέλεσε στόχο απειλών, ο Αιτητής επικαλέστηκε, κατά την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, κατά τρόπο αόριστο και ασαφή, τη συμμετοχή του στην CENI. Ως προς την ταυτότητα των αποστολέων των απειλητικών μηνυμάτων, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιοι ήταν.
Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να εξηγήσει πώς συνδέονται τα απειλητικά μηνύματα που έλαβε με τη συμμετοχή του στην CENI, απάντησε, κατά την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, ανεπαρκώς και χωρίς σαφήνεια, αναφέροντας ότι όλα τα μέλη της CENI δέχονταν παρόμοιες απειλές. Ζητηθείς δε να παραθέσει συγκεκριμένα στοιχεία που να συνδέουν τα απειλητικά μηνύματα με τη συμμετοχή του στην εν λόγω επιτροπή, ο Αιτητής δήλωσε ότι αποτελεί προσωπική του εκτίμηση πως τα μηνύματα σχετίζονταν με τον ρόλο του στην CENI.
Αναφορικά με το περιεχόμενο των τριών απειλητικών μηνυμάτων που φέρεται να έλαβε μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2019, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέγραψαν ότι ο Αιτητής αρχικά ανέφερε πως τα μηνύματα περιείχαν απειλές ότι θα είχε την ίδια τύχη με τη μητέρα του. Εντούτοις, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει με ποιο τρόπο τα εν λόγω μηνύματα συνδέονταν με τη δολοφονία της μητέρας του, ο Αιτητής επικαλέστηκε, κατά την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, κατά τρόπο ανεπαρκή, ασαφή, ασυνεπή και μη εύλογο, ότι η μητέρα του είχε εργαστεί για την CENI το 2016.
Δεδομένου δε ότι ο Αιτητής επιβεβαίωσε πως η τελευταία απειλή που έλαβε χρονολογείται τον Μάρτιο του 2019, ενώ εγκατέλειψε τη ΛΔΚ τον Φεβρουάριο του 2020, του ζητήθηκε να σχολιάσει το γεγονός ότι παρέμεινε στην Kinshasa για περίπου ένα έτος χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα. Επί τούτου, ο Αιτητής απάντησε, κατά την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση, χωρίς συνοχή, ότι ήδη πριν από τις απειλές σχεδίαζε να εγκαταλείψει τη ΛΔΚ προκειμένου να σπουδάσει στο εξωτερικό, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με την αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση, αποδυνάμωνε τόσο τον υπό εξέταση ισχυρισμό όσο και τον πυρήνα του αιτήματός του για διεθνή προστασία.
Υπό το φως των ανωτέρω, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι ο υπό εξέταση ισχυρισμός στερείται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Κατά την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν αρχικά την αποδεικτική αξία του εγγράφου που προσκόμισε ο Αιτητής (βλ. ερ. 28 Δ.Φ.), ήτοι της φερόμενης αστυνομικής κλήσης που φέρεται να εκδόθηκε από τις αρχές της Kinshasa στις 08/02/2020. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του εγγράφου, ο Αιτητής καλείτο να παρουσιαστεί ενώπιον του Τμήματος Επιχειρήσεων της Εθνικής Λεγεώνας Παρέμβασης («Department of Operations of the National Legion of Intervention») για λόγους που αφορούσαν την ασφάλεια του κράτους.
Ωστόσο, οι Καθ’ ων η αίτηση διαπίστωσαν ότι ο Αιτητής επέδειξε πλήρη άγνοια ως προς τον φορέα έκδοσης του εγγράφου, ενώ παράλληλα δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς και συνεκτικές εξηγήσεις αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους παρέλαβε το εν λόγω έγγραφο στο αεροδρόμιο κατά την αναχώρησή του και όχι σε προγενέστερο στάδιο.
Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να αποσαφηνίσει πώς κατόρθωσε τελικώς να ταξιδέψει, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η Υπηρεσία Μετανάστευσης τον σταμάτησε στο αεροδρόμιο, του επέδειξε την προσκομισθείσα κλήση και τον ενημέρωσε ότι δεν του επιτρεπόταν η έξοδος από τη χώρα, ο Αιτητής απάντησε κατά τρόπο αόριστο και μη εύλογο ότι επικοινώνησε με το πρόσωπο που είχε οργανώσει το ταξίδι του και ότι το πρόσωπο αυτό μεσολάβησε ώστε να του επιτραπεί να αναχωρήσει.
Ακολούθως, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα αναφορικά με την Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή της ΛΔΚ (CENI), εντοπίζοντας πληροφορίες σχετικά με την ίδρυση και τη δραστηριοποίησή της στη ΛΔΚ. Παρά ταύτα, λόγω της αδυναμίας του Αιτητή να θεμελιώσει την εσωτερική αξιοπιστία των σχετικών δηλώσεών του, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου στη βάση του αποδεκτού ισχυρισμού του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ. Αρχικά, έκριναν ότι ο Αιτητής είναι υγιής και ικανός προς εργασία άνδρας, διαθέτει επαρκές μορφωτικό επίπεδο και δύναται να εξασφαλίσει εργασία, με αποτέλεσμα να μην προκύπτουν λόγοι βάσει των οποίων θα μπορούσε ευλόγως να πιθανολογηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή έκθεσης σε σοβαρή βλάβη.
Παράλληλα, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε σχετική έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή και διαπίστωσαν ότι στην Kinshasa δεν καταγράφονται ένοπλες συγκρούσεις, καθότι οι σχετικές εχθροπραξίες περιορίζονται κυρίως στο ανατολικό τμήμα της ΛΔΚ.
Καταληκτικά, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι ο φόβος που προέβαλε ο Αιτητής δεν είναι ούτε βάσιμος ούτε αντικειμενικά δικαιολογημένος.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση της υπόθεσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι, ελλείψει βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη ΛΔΚ, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του στις διατάξεις του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, εξετάζοντας το ενδεχόμενο χορήγησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των εδαφίων 19(2)(α) και 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν προέκυψε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa, ο Αιτητής διατρέχει κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε ότι θα υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή/και εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς δεν διαπιστώθηκε ότι ο Αιτητής θα εκτεθεί, ως άμαχος, σε σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Κατά συνέπεια, οι Καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19(2)(α), (β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Απορρίπτοντας το αίτημα διεθνούς προστασίας του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η επιστροφή του στη ΛΔΚ είναι εφικτή και δεν αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ούτε στην αρχή της μη επαναπροώθησης.
Έχω εξετάσει με προσοχή το σύνολο του περιεχομένου του Διοικητικού Φακέλου, τις δηλώσεις του Αιτητή κατά την καταγραφή του αιτήματός του και κατά τη διεξαγωγή της προσωπικής του συνέντευξης, την προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και τη σχετική εισηγητική έκθεση του λειτουργού της EUAA. Επιπλέον, έλαβα υπόψη τους ισχυρισμούς που προβάλλονται δια της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή, σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του.
Υπενθυμίζεται ότι στο πλαίσιο εξέτασης αιτήματος διεθνούς προστασίας, η αξιολόγηση των ισχυρισμών του αιτητή πραγματοποιείται επί τη βάσει της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών του, λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών του περιστάσεων, της συνοχής του αφηγήματός του, καθώς και της συμβατότητας των προβαλλόμενων ισχυρισμών με αξιόπιστες πληροφορίες χώρας καταγωγής.
Σύμφωνα με το Άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ και τη μεθοδολογία που αποτυπώνεται στη Δικαστική Ανάλυση της EUAA (2023) και στον Πρακτικό Οδηγό (2024), η αξιολόγηση των ισχυρισμών του αιτητή πραγματοποιείται μέσω μιας συνολικής εκτίμησης (assessment in the round)[1]. Η διεργασία αυτή ερείδεται στον έλεγχο της εσωτερικής αξιοπιστίας, η οποία αφορά τη συνοχή, την επάρκεια λεπτομερειών και την πιθανοφάνεια του προσωπικού βιώματος, καθώς και της εξωτερικής αξιοπιστίας, δηλαδή της συμβατότητας των προβαλλόμενων ισχυρισμών με διαθέσιμα έγγραφα και αντικειμενικές πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής (COI). Η κρίση αυτή δεν είναι αφηρημένη, αλλά επιβάλλεται να είναι εξατομικευμένη, λαμβάνοντας υπόψη το ατομικό προφίλ και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή (όπως η ηλικία, το φύλο και η τυχόν ευαλωτότητα), προκειμένου να διαπιστωθεί εάν οι αποδεκτές εδραιωθείσες περιστάσεις στοιχειοθετούν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στην παρούσα υπόθεση, οι Καθ’ ων η αίτηση διέκριναν τρεις ουσιώδεις ισχυρισμούς, ήτοι: (α) τα στοιχεία ταυτότητας, το προσωπικό προφίλ, καθώς και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, (β) τους ισχυρισμούς του περί δολοφονίας της μητέρας του το 2016 λόγω της συμμετοχής της στην οργάνωση Justice and Peace και (γ) τους ισχυρισμούς του περί απειλών που φέρεται να δέχθηκε το 2019 λόγω της συμμετοχής του στην Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή της ΛΔΚ (CENI).
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τα στοιχεία ταυτότητας, το προσωπικό προφίλ, καθώς και τον τόπο καταγωγής και τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, κρίνω ότι ορθώς έγινε αποδεκτός από τους Καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, οι σχετικές δηλώσεις του Αιτητή υπήρξαν σαφείς, συνεκτικές και επαρκώς λεπτομερείς, τόσο κατά την καταγραφή του αιτήματός του όσο και κατά τη διεξαγωγή της προσωπικής του συνέντευξης.
Ο Αιτητής δήλωσε με συνέπεια ότι είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, γεννηθείς στην Kinshasa, χριστιανός καθολικός, καταγόμενος από την εθνοτική ομάδα Pende, ενώ ανέφερε ότι ομιλεί Lingala, Kikongo, Αγγλικά και Γαλλικά. Περαιτέρω, παρέθεσε επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τους τόπους διαμονής του στη ΛΔΚ και ειδικότερα με την περιοχή Lemba της Kinshasa, καθώς και με γειτονικές περιοχές της πόλης, γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία των σχετικών ισχυρισμών του.
Περαιτέρω, από τον Διοικητικό Φάκελο προκύπτει ότι ο Αιτητής προσκόμισε το πρωτότυπο διαβατήριό του, τα στοιχεία του οποίου συνάδουν με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς του αναφορικά με την ταυτότητα και την ιθαγένειά του. Επιπλέον, οι πληροφορίες που αντλήθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν ότι οι γλώσσες που δήλωσε ότι ομιλεί συγκαταλέγονται μεταξύ των επίσημων ή εθνικών γλωσσών της ΛΔΚ, ενώ επιβεβαιώνεται επίσης ότι ο χριστιανισμός αποτελεί τη θρησκεία της πλειοψηφίας του πληθυσμού της χώρας.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, καταλήγω ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή παρουσιάζει τόσο εσωτερική όσο και εξωτερική αξιοπιστία και, ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτός.
Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι ότι η μητέρα του δολοφονήθηκε το 2016 λόγω της συμμετοχής της στην οργάνωση Justice and Peace, κρίνω ότι η αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του από τους Καθ’ ων η αίτηση υπήρξε, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της προσωπικής συνέντευξης του Αιτητή προκύπτει ότι ο ίδιος ουδέποτε υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας του επίμαχου περιστατικού, αλλά μετέφερε αποκλειστικά πληροφορίες που, κατά δήλωσή του, έλαβε από τον πατέρα του. Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι η μητέρα του επέστρεφε από την εκκλησία όταν δέχθηκε επίθεση από αγνώστους και εν συνεχεία εντοπίστηκε νεκρή στην περιοχή Gungu της επαρχίας Kwilu. Ωστόσο, όταν κλήθηκε επανειλημμένα να εξηγήσει για ποιο λόγο θεωρεί ότι η δολοφονία της συνδεόταν με τη συμμετοχή της στην οργάνωση Justice and Peace, οι απαντήσεις του υπήρξαν ασαφείς, υποθετικές και εσωτερικά αντιφατικές.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, σε σειρά ερωτήσεων του λειτουργού της EUAA, ο Αιτητής αρχικά δήλωσε ότι «δεν γνωρίζει» τον λόγο δολοφονίας της μητέρας του, ενώ ακολούθως υπέθεσε ότι αυτή δολοφονήθηκε επειδή «αγωνιζόταν για τη δικαιοσύνη και την ειρήνη» ή επειδή η οργάνωση στην οποία συμμετείχε «ήταν εναντίον της κυβέρνησης». Εντούτοις, όταν του ζητήθηκε να αποσαφηνίσει εάν πράγματι γνωρίζει ότι η δολοφονία σχετιζόταν με τη δράση της μητέρας του, εκείνος παραδέχθηκε ότι πρόκειται ουσιαστικά για προσωπική του εκτίμηση («I just suppose»), παραδοχή η οποία αποδυναμώνει ουσιωδώς τον πυρήνα του ισχυρισμού του.
Περαιτέρω, ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με την ίδια την οργάνωση Justice and Peace. Παρότι δήλωσε ότι αμφότεροι οι γονείς του συμμετείχαν ενεργά στην οργάνωση επί σειρά ετών και ότι η μητέρα του διαδραμάτιζε ρόλο γραμματέως της τοπικής κοινότητας, εντούτοις αδυνατούσε να απαντήσει σε βασικά ερωτήματα αναφορικά με το ιστορικό, την ηγεσία, τη δομή, την ίδρυση ή τον τρόπο λειτουργίας της οργάνωσης. Ειδικότερα, δήλωσε επανειλημμένα ότι «δεν γνωρίζει» ποιος ίδρυσε την οργάνωση, πότε ιδρύθηκε, ποιος είναι ο επικεφαλής της ή ποιο είναι το οργανωτικό της υπόβαθρο.
Βεβαίως, το γεγονός ότι ο Αιτητής δεν υπήρξε ο ίδιος μέλος της εν λόγω οργάνωσης και ότι οι σχετικές πληροφορίες αφορούσαν δραστηριότητες των γονέων του, δεν θα μπορούσε αφ’ εαυτού να οδηγήσει αυτομάτως σε απόρριψη του ισχυρισμού του. Ωστόσο, στην παρούσα περίπτωση, η έλλειψη βασικών γνώσεων συνεκτιμάται με τις ουσιώδεις αντιφάσεις και τη γενικότητα που χαρακτήριζαν το αφήγημά του ως προς το κεντρικό ζήτημα της φερόμενης πολιτικά υποκινούμενης δολοφονίας της μητέρας του.
Επιπλέον, ο Αιτητής δεν προσκόμισε οποιοδήποτε στοιχείο ή έστω συνεκτική εξήγηση αναφορικά με την ταυτότητα των δραστών, τον τρόπο με τον οποίο συνδέθηκαν οι φερόμενοι δράστες με κρατικούς ή παρακρατικούς φορείς, ή οποιαδήποτε συγκεκριμένη απειλή που να είχε προηγηθεί εις βάρος της μητέρας του λόγω της δράσης της. Αντιθέτως, σε κρίσιμα σημεία της συνέντευξης παραδέχθηκε ότι δεν γνωρίζει εάν επρόκειτο για στοχευμένη δολοφονία ή για αυθαίρετη εγκληματική ενέργεια.
Συναφώς, δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο Αιτητής επικαλέστηκε επανειλημμένα έλλειψη εμπιστοσύνης προς τις αρχές της ΛΔΚ προκειμένου να εξηγήσει γιατί η οικογένειά του δεν κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία. Η εξήγηση αυτή δεν είναι εκ πρώτης όψεως παράλογη, λαμβανομένων υπόψη των πληροφοριών περί δυσλειτουργιών του κρατικού μηχανισμού στη ΛΔΚ[2]. Εντούτοις, το στοιχείο αυτό, από μόνο του, δεν αρκεί για να θεραπεύσει τις ουσιώδεις ελλείψεις συνοχής και σαφήνειας που διαπιστώνονται στον πυρήνα του αφηγήματός του.
Έτι περαιτέρω ο Αιτητής επιχειρεί να θεμελιώσει προσωπικό φόβο δίωξης στηριζόμενος πρωτίστως σε ένα περιστατικό που αφορά τη μητέρα του το 2016. Ωστόσο, ακόμη και αν ήθελε υποτεθεί ότι η μητέρα του πράγματι δολοφονήθηκε λόγω της συμμετοχής της στην Justice and Peace, ο ίδιος δεν ήταν μέλος της οργάνωσης, δεν συμμετείχε σε διαδηλώσεις, δεν είχε πολιτική ή θρησκευτική δράση και δεν προέβαλε οποιοδήποτε προσωπικό προφίλ ακτιβιστή ή αντιφρονούντα. Αντιθέτως, ο ίδιος δήλωσε ότι ουδέποτε συμμετείχε στις σχετικές κινητοποιήσεις και ότι αγνοούσε βασικά στοιχεία για τη δομή, τη δράση και τη λειτουργία της ίδιας της οργάνωσης.
Εξάλλου, από τη δική του αφήγηση δεν προκύπτει οποιαδήποτε συνέχεια ή κλιμάκωση γεγονότων που να καταδεικνύει ότι, μετά τον θάνατο της μητέρας του το 2016, οι φερόμενοι ως φορείς δίωξης στράφηκαν προσωπικά εναντίον του ιδίου. Αντιθέτως, ο Αιτητής παρέμεινε στη χώρα για αρκετά έτη χωρίς να επικαλεστεί συγκεκριμένο περιστατικό προσωπικής βλάβης, σύλληψης, επίθεσης ή στοχοποίησης. Ούτε ήταν σε θέση να προσδιορίσει ποιοι ακριβώς φέρονται να τον αναζητούν, για ποιο λόγο εξακολουθούν να ενδιαφέρονται για τον ίδιο ή πώς συνδέεται προσωπικά με τις δραστηριότητες της μητέρας του.
Η ασάφεια αυτή αποδυναμώνει ουσιωδώς τον πυρήνα του ισχυρισμού του, διότι ο επικαλούμενος φόβος δίωξης παραμένει υποθετικός και μη εξατομικευμένος. Το Δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι το προσφυγικό δίκαιο απαιτεί την ύπαρξη προσωπικού και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης και όχι απλή επίκληση γενικών γεγονότων ή περιστατικών που αφορούν τρίτα πρόσωπα, χωρίς επαρκή σύνδεση με τον ίδιο τον αιτητή.
Κατά συνέπεια, κρίνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ορθώς κατέληξαν ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν παρουσίαζε επαρκή εσωτερική αξιοπιστία, καθότι οι δηλώσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονταν από αοριστία, υποθετικότητα, έλλειψη συνοχής και απουσία επαρκούς περιγραφικής λεπτομέρειας ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του προβαλλόμενου φόβου δίωξης.
Περαιτέρω, εξέτασα κατά πόσον τα όσα προβάλλονται μεταγενέστερα δια της γραπτής αγόρευσης του Αιτητή δύνανται να θεραπεύσουν ή να αποκαταστήσουν τις ουσιώδεις ελλείψεις αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν κατά την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του. Καταλήγω, ωστόσο, ότι τα πρόσθετα αυτά στοιχεία δεν επαρκούν προς θεραπεία των διαπιστωθεισών αδυναμιών του αφηγήματός του.
Ειδικότερα, δια της γραπτής του αγόρευσης, ο Αιτητής επιχειρεί να προσδώσει μεγαλύτερη πολιτική διάσταση στη δολοφονία της μητέρας του και γενικότερα στα προβλήματα που ισχυρίζεται ότι αντιμετώπισε η οικογένειά του, συνδέοντας τα γεγονότα με τη συμμετοχή της μητέρας του στην οργάνωση Justice and Peace και με το πολιτικό κλίμα που επικρατούσε στη ΛΔΚ κατά την περίοδο των εκλογών. Παρά ταύτα, οι σχετικοί ισχυρισμοί εξακολουθούν να παραμένουν, κατά βάση, υποθετικοί και να στηρίζονται σε προσωπικές εκτιμήσεις του ιδίου, χωρίς να συνοδεύονται από συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά ή επαρκή επεξηγηματικά στοιχεία.
Σημαντικό δε είναι το γεγονός ότι, ακόμη και στη γραπτή του αγόρευση, ο Αιτητής δεν αποσαφηνίζει ποια συγκεκριμένα πρόσωπα φέρονται να ευθύνονται για τη δολοφονία της μητέρας του, ούτε παραθέτει οποιαδήποτε συγκεκριμένη απειλή, ενέργεια ή γεγονός που να καταδεικνύει σαφή σύνδεση μεταξύ της συμμετοχής της στην οργάνωση Justice and Peace και της δολοφονίας της. Αντιθέτως, ο πυρήνας του ισχυρισμού εξακολουθεί να εδράζεται στη δική του υπόθεση ότι η μητέρα του στοχοποιήθηκε λόγω της δράσης της, θέση την οποία ο ίδιος παραδέχθηκε κατά τη συνέντευξή του ότι δεν δύναται να επιβεβαιώσει με βεβαιότητα.
Επιπλέον, τα πρόσθετα στοιχεία που προβάλλονται στην αγόρευση δεν αίρουν τις ουσιώδεις αδυναμίες γνώσης που επέδειξε ο Αιτητής αναφορικά με την οργάνωση Justice and Peace. Παρά την προσπάθεια παρουσίασης της οργάνωσης ως φορέα πολιτικής και κοινωνικής δράσης συνδεδεμένου με την Καθολική Εκκλησία, ο Αιτητής εξακολουθεί να μην παρέχει ουσιαστικές πληροφορίες ως προς τη δομή, την ιστορία, τη λειτουργία ή τη δραστηριότητά της, ούτε εξηγεί επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο η μητέρα του φέρεται να συμμετείχε ενεργά σε αυτήν.
Περαιτέρω, η αναφορά στην αγόρευση ότι η οικογένεια του Αιτητή συνέχισε να αντιμετωπίζει προβλήματα μετά τη δολοφονία της μητέρας του, όπως η απώλεια της εργασίας του πατέρα του ή η φυγή συγγενικών του προσώπων, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να τεκμηριώσει ότι τα γεγονότα αυτά συνδέονται αιτιωδώς με πολιτική ή άλλη μορφή δίωξης. Οι σχετικοί ισχυρισμοί παραμένουν γενικοί, χωρίς σαφή χρονολογική, πραγματική ή αποδεικτική θεμελίωση.
Κατά συνέπεια, κρίνω ότι τα όσα προβλήθηκαν μεταγενέστερα δια της γραπτής αγόρευσης δεν θεραπεύουν τις ουσιώδεις αντιφάσεις, την αοριστία και την έλλειψη επαρκούς περιγραφικής λεπτομέρειας που διαπιστώθηκαν κατά την προσωπική συνέντευξη του Αιτητή. Ως εκ τούτου, δεν ανατρέπεται η κρίση των Καθ’ ων η αίτηση περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού.
Ως προς την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε σχετική έρευνα αναφορικά με την οργάνωση Justice and Peace στη ΛΔΚ, εντοπίζοντας πληροφορίες από εξωτερικές πηγές που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και δραστηριοποίηση της εν λόγω οργάνωσης στη χώρα καταγωγής του Αιτητή.
Ειδικότερα, από την εισηγητική έκθεση προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εντόπισαν πληροφορίες σύμφωνα με τις οποίες η οργάνωση Justice and Peace («Justitia et Pax») συνιστά εκκλησιαστική δομή συνδεδεμένη με την Καθολική Εκκλησία, η οποία δραστηριοποιείται διαχρονικά στη ΛΔΚ μέσω τοπικών επιτροπών και επισκοπικών δικτύων. Οι σχετικές πληροφορίες καταδεικνύουν ότι πρόκειται περί υπαρκτής οργάνωσης με κοινωνική και ανθρωπιστική δράση, η οποία έχει αναπτύξει παρουσία σε διάφορες περιοχές της χώρας και έχει εμπλακεί σε ζητήματα δημοκρατίας, δικαιοσύνης και κοινωνικής συνοχής.
Ως εκ τούτου, η ύπαρξη της οργάνωσης αυτής και η δραστηριοποίησή της στη ΛΔΚ δεν αμφισβητήθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση. Αντιθέτως, η έρευνα που διεξήχθη επιβεβαιώνει ότι το γενικό υπόβαθρο των σχετικών ισχυρισμών του Αιτητή συνάδει με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής.
Εντούτοις, ορθώς οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι η εξωτερική αυτή επιβεβαίωση δεν αρκούσε, αφ’ εαυτής, για να θεμελιώσει την αξιοπιστία του συγκεκριμένου προσωπικού αφηγήματος του Αιτητή. Και τούτο διότι η εξωτερική αξιοπιστία ενός ισχυρισμού δεν εξαντλείται στη γενική επιβεβαίωση της ύπαρξης μιας οργάνωσης ή μιας κατάστασης στη χώρα καταγωγής, αλλά απαιτείται επιπλέον η αξιόπιστη σύνδεση του ίδιου του αιτητή ή των οικείων του με τα προβαλλόμενα περιστατικά δίωξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, παρά το γεγονός ότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν την ύπαρξη της οργάνωσης Justice and Peace, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει με επαρκώς συγκεκριμένο, συνεκτικό και αξιόπιστο τρόπο τη φερόμενη σύνδεση της μητέρας του με στοχοποίηση ή δίωξη λόγω της συμμετοχής της στην εν λόγω οργάνωση. Ειδικότερα, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε στοιχείο ή συγκεκριμένη πληροφορία που να υποστηρίζει ότι η μητέρα του υπήρξε πρόσωπο στοχοποιημένο από κρατικούς ή άλλους φορείς, ούτε ότι η δολοφονία της συνδεόταν πράγματι με πολιτική ή κοινωνική δράση.
Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής που εξετάστηκαν δεν καταδεικνύουν ότι απλά ή τοπικά μέλη της οργάνωσης Justice and Peace υφίσταντο, κατά τρόπο γενικευμένο ή συστηματικό, δολοφονικές επιθέσεις λόγω της συμμετοχής τους στην εν λόγω οργάνωση. Παρότι πράγματι καταγράφεται κοινωνική και πολιτική ένταση στη ΛΔΚ, καθώς και περιστατικά καταστολής πολιτικών ή κοινωνικών κινητοποιήσεων, δεν προέκυψε οποιαδήποτε πληροφορία που να επιβεβαιώνει το ειδικό πραγματικό υπόβαθρο που προβάλλει ο Αιτητής αναφορικά με τη μητέρα του.
Κατά συνέπεια, κρίνω ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ορθώς κατέληξαν ότι, παρά την εξωτερική επιβεβαίωση της ύπαρξης και δράσης της οργάνωσης Justice and Peace στη ΛΔΚ, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί εξωτερικά ως προς τον προσωπικό και εξατομικευμένο πυρήνα του. Ως εκ τούτου, η κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση περί απόρριψης του συγκεκριμένου ισχυρισμού ως μη αξιόπιστου κρίνεται επαρκώς αιτιολογημένη και εύλογη υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης.
Πέραν της έρευνας που διεξήχθη από τους Καθ’ ων η αίτηση, το Δικαστήριο, ασκώντας την εξουσία πλήρους εξέτασης της ουσίας της υπόθεσης, προχώρησε αυτεπαγγέλτως σε περαιτέρω διερεύνηση αναφορικά με την οργάνωση Justice and Peace, τη φύση και τη δραστηριότητά της στη ΛΔΚ, καθώς και το γενικό πολιτικό και κοινωνικό πλαίσιο εντός του οποίου εντάσσονται οι ισχυρισμοί του Αιτητή.
Η εν λόγω έρευνα κρίθηκε αναγκαία, αφενός λόγω της υποχρέωσης εξατομικευμένης και πλήρους αξιολόγησης κάθε αιτήματος διεθνούς προστασίας και, αφετέρου, προκειμένου να διακριβωθεί κατά πόσον οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τη φερόμενη συμμετοχή της μητέρας του στην οργάνωση Justice and Peace και τη μεταξύ αυτής και της δολοφονίας της προβαλλόμενη σύνδεση, ευρίσκουν έρεισμα σε αντικειμενικές και αξιόπιστες πληροφορίες χώρας καταγωγής.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη επικαιροποιημένες πληροφορίες από διεθνείς και ανεξάρτητες πηγές, αναφορικά τόσο με τη δράση της εν λόγω οργάνωσης όσο και με τη γενικότερη κατάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και πολιτικών ελευθεριών στη ΛΔΚ κατά την επίδικη περίοδο.
Η JUSTICE ET PAIX CONGO (JPC) αποτελεί ένα μη κερδοσκοπικό οργανισμό με νομική προσωπικότητα και αποτελεί παρακλάδι της Εθνικής Επισκοπικής Διάσκεψης του Κονγκό (CENCO) μέσω της Επισκοπικής Επιτροπής για τη Δικαιοσύνη και την Ειρήνη (CEJP). Η ίδια η ιστοσελίδα της αναφέρει ότι διεξάγει τις δραστηριότητές του στο πλαίσιο των εσωτερικών του προγραμμάτων, τα οποία επικεντρώνονται κυρίως στην εκπαίδευση σε αξίες και στην υπεύθυνη ιδιότητα του πολίτη. Αυτές οι δραστηριότητες διευθύνονται από τους δικαιούχους, οι οποίοι γενικά βρίσκονται στις αντίστοιχες κοινότητές τους και στο περιβάλλον διαβίωσής τους. Το Justice and Peace Congo στοχεύει να προσεγγίσει ένα ευρύ κοινό για να διαδώσει διάφορα μηνύματα σχετικά με τις δραστηριότητές του, να επικοινωνήσει σχετικά με αυτές τις δραστηριότητες και να δημοσιεύσει τις διάφορες εκθέσεις που προορίζονται για δημόσια δημοσίευση. Όραμά της, όπως προσδιορίζεται από την ίδια, αποτελεί μία μικτή Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό όπου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες κάθε άνδρα και γυναίκας που δημιουργήθηκε κατ' εικόνα Θεού είναι σεβαστά, προστατεύονται και υπερασπίζονται. Ως εκ τούτου, οι δράσεις της χωρίζονται σε πέντε τομείς ή προγράμματα, τα οποία είναι τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και η Μετανάστευση, Γυναίκες και Δυναμική Ένταξης, Ειρήνη και Ασφάλεια, Δημοκρατία και Πολιτική Συμμετοχή και τέλος, Διακυβέρνηση και Συμμετοχή των Πολιτών[3]. Στην ιστοσελίδα της οργάνωσης, εντοπίζονται, μεταξύ άλλων, προγράμματα τα οποία σκοπεύουν να δυναμώσουν και να διατηρήσουν την πολιτική και εκλογική συμμετοχή των πολιτών στη δημοκρατική/εκλογική διαδικασία, ιδίως των γυναικών και των νέων, και των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών[4].
Ο Συνασπισμός UNCAC, ένα παγκόσμιο δίκτυο σχεδόν 400 οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών (ΟΚΠ) σε περισσότερες από 120 χώρες, που έχει δεσμευτεί να προωθήσει την επικύρωση, την εφαρμογή και την παρακολούθηση της Σύμβασης των Ηνωμένων Εθνών κατά της Διαφθοράς (UNCAC), επιβεβαιώνει ότι στη ΛΔΚ, οι περιορισμένοι οικονομικοί πόροι του Κράτους, των επαρχιών και των τοπικών αρχών αποτελούν τη λογική συνέπεια του φαινομένου της απάτης και της διαφθοράς που είναι ανεξέλεγκτο σε όλους τους τομείς της εθνικής ζωής, της κακής λειτουργίας των υπηρεσιών που είναι υπεύθυνες για την είσπραξη των κρατικών εσόδων, καθώς και της φορολογικής αγένειας του πληθυσμού, η οποία έχει λάβει απρόβλεπτες διαστάσεις. Από το 2012, η JPC έχει εφαρμόσει ένα πρόγραμμα για την προώθηση της ενεργού φορολογικής ιδιότητας του πολίτη και την καταπολέμηση της διαφθοράς μεταξύ όλων των κυβερνώντων και κυβερνωμένων, καθώς και τον έλεγχο της δημόσιας δράσης από τους πολίτες, με έμφαση στη συνεργασία μεταξύ μη κρατικών φορέων και τοπικών αρχών. Στην προσέγγισή της, η JPC στοχεύει να φέρει τις τοπικές αρχές πιο κοντά στον πληθυσμό, προκειμένου να αποκαταστήσει ένα κλίμα εμπιστοσύνης μεταξύ των ηγετών και των κυβερνωμένων, έτσι ώστε, μόλις ενημερωθεί, ο πληθυσμός να μπορεί να εκπληρώνει ελεύθερα τις φορολογικές του υποχρεώσεις και να συμμετέχει στην κοινωνική εποπτεία των δημόσιων οικονομικών σε όλα τα επίπεδα: τοπικό, επαρχιακό και εθνικό. Σε αντάλλαγμα, οι αρχές δεν θα διστάσουν για την υποχρέωσή τους να λογοδοτούν[5].
Πρόσφατες πληροφορίες επιβεβαιώνουν ότι η Επισκοπική Επιτροπή Δικαιοσύνης και Ειρήνης (JPC) της Εθνικής Επισκοπικής Διάσκεψης του Κονγκό (CENCO) στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (DRC) ανακοίνωσε την καθιέρωση μιας ετήσιας Εθνικής Ημέρας Δικαιοσύνης και Ειρήνης (JNJP) με στόχο την προώθηση της ειρηνικής συνύπαρξης και της δημοκρατίας στο κεντροαφρικανικό έθνος. Σε ένα βιντεοσκοπημένο μήνυμα που κοινοποιήθηκε στο ACI Africa την Τετάρτη 10 Σεπτεμβρίου 2025, η Εκτελεστική Επιτροπή της JPC δήλωσε ότι η ημέρα του εορτασμού έχει ευθυγραμμιστεί με την Παγκόσμια Ημέρα Ειρήνης[6].
Από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται καταρχάς η ύπαρξη και η δραστηριοποίηση της οργάνωσης Justice et Paix Congo (JPC) στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό. Οι πληροφορίες που αντλήθηκαν από επίσημες και ανεξάρτητες πηγές καταδεικνύουν ότι πρόκειται για οργανισμό συνδεόμενο με την Εθνική Επισκοπική Διάσκεψη του Κονγκό (CENCO), ο οποίος δραστηριοποιείται σε ζητήματα δημοκρατίας, πολιτικής συμμετοχής, ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ειρήνης και χρηστής διακυβέρνησης. Περαιτέρω, προκύπτει ότι η οργάνωση αναπτύσσει δράση σε κοινοτικό επίπεδο, μέσω τοπικών δομών και πρωτοβουλιών πολιτών, ενώ συμμετέχει ενεργά σε δράσεις ενίσχυσης της δημοκρατικής διαδικασίας και της συμμετοχής των πολιτών στον δημόσιο βίο.
Οι ανωτέρω πληροφορίες συνάδουν, σε γενικό επίπεδο, με ορισμένες πτυχές των δηλώσεων του Αιτητή, ιδίως ως προς τον θρησκευτικό και κοινωνικό χαρακτήρα της οργάνωσης, τη σύνδεσή της με την Καθολική Εκκλησία και τη δραστηριοποίησή της σε ζητήματα δημοκρατίας και πολιτικής συμμετοχής. Υπό την έννοια αυτή, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει λόγους αμφισβήτησης της αντικειμενικής ύπαρξης της εν λόγω οργάνωσης ούτε του ότι πρόκειται για φορέα με δημόσια και αναγνωρίσιμη δράση στη ΛΔΚ.
Εντούτοις, η επιβεβαίωση της ύπαρξης και της δράσης της οργάνωσης δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, προς θεμελίωση της αξιοπιστίας του υπό εξέταση ουσιώδους ισχυρισμού. Το κρίσιμο ζήτημα παραμένει κατά πόσον ο Αιτητής κατόρθωσε, μέσω συνεκτικών, επαρκών και ευλογοφανών δηλώσεων, να συνδέσει ειδικώς και εξατομικευμένα τη δολοφονία της μητέρας του με τη συμμετοχή της στην εν λόγω οργάνωση.
Συναφώς, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, παρά την ύπαρξη αντικειμενικών πληροφοριών για τη δράση της Justice et Paix Congo, ο Αιτητής παρέμεινε ασαφής και αόριστος ως προς τις ακριβείς περιστάσεις υπό τις οποίες η μητέρα του φέρεται να στοχοποιήθηκε. Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά απειλών, διώξεων ή ενεργειών εις βάρος της μητέρας του λόγω της δράσης της στην οργάνωση, ούτε να εξηγήσει με επαρκή συνοχή τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δολοφονία της συνδεόταν με τη συμμετοχή της στην Justice et Paix. Αντιθέτως, επανειλημμένως ανέφερε ότι πρόκειται για προσωπική του υπόθεση ή εκτίμηση, βασισμένη στη γενικότερη κατάσταση που επικρατεί στη χώρα του.
Περαιτέρω, παρά το ότι ο Αιτητής παρείχε ορισμένες γενικές πληροφορίες για τη δράση της οργάνωσης, εξακολούθησε να επιδεικνύει ουσιώδη άγνοια ως προς βασικά στοιχεία της δομής, της ιστορίας και της λειτουργίας της, γεγονός το οποίο, σε συνδυασμό με τις αντιφατικές και ελλιπείς δηλώσεις του ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού του, δεν επιτρέπει την αποδοχή του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμμετοχής της μητέρας του στην οργάνωση και της δολοφονίας της.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι η εξωτερική έρευνα επιβεβαιώνει την ύπαρξη και δημόσια δράση της οργάνωσης Justice et Paix Congo στη ΛΔΚ, δεν προκύπτουν επαρκή στοιχεία ικανά να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν στις δηλώσεις του Αιτητή. Ως εκ τούτου, συμφωνεί με το συμπέρασμα των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν κατέστη αξιόπιστος κατά το απαιτούμενο μέτρο απόδειξης.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι δέχθηκε απειλές λόγω της εργασίας του στην Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή της ΛΔΚ (CENI) κατά την εκλογική περίοδο του 2018-2019, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον οι Καθ’ ων η αίτηση ορθώς κατέληξαν ότι οι σχετικές δηλώσεις στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.
Από το περιεχόμενο της προσωπικής συνέντευξης προκύπτει ότι ο Αιτητής προέβαλε πως εργάστηκε για την CENI από τον Σεπτέμβριο μέχρι τον Δεκέμβριο του 2018, κατόπιν διαδικτυακής αίτησης, και ότι μετά τη δημοσιοποίηση των εκλογικών αποτελεσμάτων του Ιανουαρίου 2019 έλαβε τρία απειλητικά γραπτά μηνύματα από άγνωστα πρόσωπα, μεταξύ Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2019. Κατά τους ισχυρισμούς του, τα εν λόγω πρόσωπα τον απειλούσαν ότι «θα έχει την ίδια τύχη με τη μητέρα του», ενώ ο ίδιος απέδιδε τις απειλές στο γεγονός ότι εργαζόταν στην CENI και ότι διαδηλωτές θεωρούσαν πως η Επιτροπή αλλοίωσε ή ανακοίνωσε λανθασμένα εκλογικά αποτελέσματα.
Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι Καθ’ ων η αίτηση εστίασαν κυρίως στην έλλειψη επαρκούς εξειδίκευσης και σαφήνειας ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού, ήτοι τον λόγο για τον οποίο ο Αιτητής προσωπικά φερόταν να στοχοποιείται. Πράγματι, από τις απαντήσεις του κατά τη συνέντευξη προκύπτει ότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ταυτότητα των φερόμενων δραστών, ούτε να εξηγήσει με συγκεκριμένο τρόπο πώς οι αποστολείς των μηνυμάτων γνώριζαν την ταυτότητά του ή τη συμμετοχή του στην CENI. Αντιθέτως, επανειλημμένα ανέφερε ότι «υπέθετε» πως οι απειλές συνδέονταν με την εργασία του, διότι «όλοι όσοι εργάζονταν στην CENI δέχονταν τέτοιες απειλές».
Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι δηλώσεις του ως προς τη σύνδεση των απειλών με τη μητέρα του δεν χαρακτηρίζονται από επαρκή συνοχή. Ειδικότερα, ενώ αρχικά δήλωσε ότι οι απειλές ανέφεραν ότι θα έχει «την ίδια μεταχείριση» με τη μητέρα του, ακολούθως εξήγησε ότι η μητέρα του εργαζόταν επίσης στην CENI το 2006 και ότι για τον λόγο αυτό αναφερόταν το όνομά της στα μηνύματα. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός δεν είχε προβληθεί με σαφήνεια προηγουμένως και δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένα περιστατικά ή λεπτομέρειες ικανές να καταστήσουν ευλογοφανή τη σύνδεση αυτή.
Επιπλέον, ορθώς αξιολογήθηκε ως στοιχείο που αποδυναμώνει την αξιοπιστία του αφηγήματος το γεγονός ότι ο Αιτητής παρέμεινε στη χώρα του για περίπου ένα έτος μετά την τελευταία απειλή που φέρεται να έλαβε, χωρίς να δεχθεί οποιαδήποτε περαιτέρω ενόχληση ή φυσική επίθεση. Όταν δε κλήθηκε να εξηγήσει γιατί, παρά την έλλειψη οποιουδήποτε μεταγενέστερου περιστατικού, εξακολουθούσε να θεωρεί ότι κινδύνευε, ο ίδιος δήλωσε ότι ήδη σχεδίαζε να εγκαταλείψει τη χώρα για σπουδές στο εξωτερικό και ότι οι απειλές απλώς «επιβεβαίωσαν» την πρόθεσή του να αναχωρήσει. Η εν λόγω τοποθέτηση δύναται ευλόγως να θεωρηθεί ότι αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί άμεσου και εξατομικευμένου φόβου δίωξης.
Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι, παρά τις επανειλημμένες ερωτήσεις του λειτουργού, ο Αιτητής δεν παρέσχε σαφείς πληροφορίες αναφορικά με το περιεχόμενο των μηνυμάτων, πλην γενικών αναφορών περί απειλών, ούτε εξήγησε επαρκώς γιατί ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία στις αρχές, πέραν της γενικής αναφοράς ότι δεν εμπιστευόταν τη δικαιοσύνη στη χώρα του.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρείχαν επαρκή και εύλογη αιτιολογία για την απόρριψη της εσωτερικής αξιοπιστίας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού. Οι διαπιστωθείσες αοριστίες, η απουσία συγκεκριμένων και εξατομικευμένων στοιχείων, η επανειλημμένη επίκληση προσωπικών υποθέσεων αντί πραγματικών περιστατικών, καθώς και η αδυναμία του Αιτητή να εξηγήσει κατά τρόπο συνεκτικό τη σύνδεση μεταξύ των φερόμενων απειλών και της εργασίας του στην CENI, επιτρέπουν ευλόγως το συμπέρασμα ότι ο υπό εξέταση ισχυρισμός δεν κατέστη αξιόπιστος κατά το απαιτούμενο πρότυπο απόδειξης.
Το Δικαστήριο προχώρησε ακολούθως στην εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλονται στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον τα όσα αναφέρονται θεραπεύουν τις αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό.
Συναφώς, παρατηρείται ότι στη γραπτή του αγόρευση ο Αιτητής επιχειρεί κυρίως να επαναδιατυπώσει το ήδη προβληθέν αφήγημά του, ήτοι ότι στοχοποιήθηκε λόγω της εργασίας του στην CENI κατά την επίμαχη εκλογική περίοδο και ότι οι απειλές που δέχθηκε συνδέονταν με τη γενικότερη κοινωνική και πολιτική αναταραχή που επικρατούσε μετά την ανακοίνωση των εκλογικών αποτελεσμάτων. Εντούτοις, τα όσα προβάλλονται δεν συνοδεύονται από νέα συγκεκριμένα περιστατικά ή επαρκείς διευκρινίσεις ικανές να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις ελλείψεις που εντοπίστηκαν στις δηλώσεις του κατά τη συνέντευξη.
Αντιθέτως, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο Αιτητής εξακολουθεί να στηρίζει τον πυρήνα του ισχυρισμού του σε προσωπικές υποθέσεις και γενικές εκτιμήσεις περί της κατάστασης στη χώρα του, χωρίς να παρέχει συγκεκριμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι ο ίδιος αποτέλεσε πράγματι στόχο εξατομικευμένου ενδιαφέροντος. Ιδίως, δεν θεραπεύεται η αδυναμία του να προσδιορίσει ποιοι τον απειλούσαν, πώς τα πρόσωπα αυτά γνώριζαν τη συμμετοχή του στην CENI ή για ποιο λόγο ο ίδιος, ως πρόσωπο χαμηλής θέσης και περιορισμένου ρόλου, θα αποτελούσε αντικείμενο στοχοποίησης.
Περαιτέρω, δεν παρέχεται πειστική εξήγηση ως προς την αντίφαση που εντοπίστηκε αναφορικά με την παραμονή του στη ΛΔΚ επί σχεδόν ένα έτος μετά την τελευταία απειλή χωρίς οποιοδήποτε μεταγενέστερο περιστατικό. Αντίθετα, η αναφορά του ότι ήδη σχεδίαζε να αναχωρήσει από τη χώρα για σπουδές στο εξωτερικό πριν ακόμη δεχθεί τις φερόμενες απειλές εξακολουθεί να αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί άμεσου φόβου δίωξης και να ενισχύει την εκτίμηση ότι η αναχώρησή του συνδεόταν πρωτίστως με προσωπικούς και εκπαιδευτικούς λόγους.
Το Δικαστήριο παρατηρεί επίσης ότι η γραπτή αγόρευση δεν αποσαφηνίζει επαρκώς τη σύνδεση μεταξύ των απειλών και της μητέρας του, αλλά επαναλαμβάνει γενικά ότι οι δύο καταστάσεις σχετίζονται μεταξύ τους. Η δε προσπάθεια συσχέτισης των απειλών με το γεγονός ότι τόσο ο ίδιος όσο και η μητέρα του είχαν εργαστεί σε διαφορετικές χρονικές περιόδους στην CENI παραμένει ασαφής και ανεπαρκώς τεκμηριωμένη.
Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα όσα προβάλλονται στη γραπτή αγόρευση δεν θεραπεύουν τις ουσιώδεις αδυναμίες αξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν από τους Καθ’ ων η αίτηση. Αντιθέτως, σε ορισμένα σημεία ενισχύουν την εικόνα ενός αφηγήματος το οποίο στηρίζεται περισσότερο σε προσωπικές υποθέσεις και γενικές πολιτικές εκτιμήσεις παρά σε συγκεκριμένα, συνεκτικά και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά που να τεκμηριώνουν πραγματικό και προσωπικό κίνδυνο δίωξης.
Πέραν των σημείων που ήδη εντόπισαν οι Καθ’ ων η αίτηση, από το σύνολο του διοικητικού φακέλου και ειδικότερα από τις απαντήσεις του Αιτητή κατά τη συνέντευξη, προκύπτουν και επιπρόσθετα στοιχεία που αποδυναμώνουν την αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού. Ειδικότερα:
Πρώτον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Αιτητής απέδιδε τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε σε πρόσωπα τα οποία διαμαρτύρονταν για τα εκλογικά αποτελέσματα και θεωρούσαν ότι η CENI είχε ανακοινώσει λανθασμένα αποτελέσματα. Ωστόσο, ο ίδιος ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι κατείχε θέση προβολής ή ουσιαστικής επιρροής εντός της Επιτροπής. Αντιθέτως, από τις δηλώσεις του προκύπτει ότι επρόκειτο για προσωρινή και χαμηλόβαθμη εργασία, την οποία εξασφάλισε μέσω διαδικτυακής αίτησης κατόπιν τηλεοπτικής ανακοίνωσης. Δεν εξήγησε επομένως πειστικά για ποιο λόγο ο ίδιος προσωπικά θα αποτελούσε αντικείμενο στοχοποίησης μεταξύ των πολυάριθμων εργαζομένων της CENI.
Δεύτερον, παρατηρείται ότι ο Αιτητής ουδέποτε περιέγραψε συγκεκριμένο περιστατικό εξατομικευμένης απειλής πέραν των τριών φερόμενων γραπτών μηνυμάτων. Ο ίδιος επιβεβαίωσε επανειλημμένως ότι δεν δέχθηκε ποτέ προσωπική, δια ζώσης απειλή, ότι κανείς δεν τον αναζήτησε στην οικία του ή στον χώρο εργασίας του και ότι δεν αντιμετώπισε οποιαδήποτε περαιτέρω ενόχληση μετά τον Μάρτιο του 2019. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει αισθητά τον ισχυρισμό περί πραγματικού και διαρκούς ενδιαφέροντος εις βάρος του.
Τρίτον, το Δικαστήριο θεωρεί ιδιαιτέρως προβληματική την ασάφεια που χαρακτηρίζει το αφήγημα του Αιτητή αναφορικά με την υποτιθέμενη «κλήση» που του επιδόθηκε στο αεροδρόμιο λίγο πριν την αναχώρησή του. Ειδικότερα, ενώ υποστήριξε ότι του απαγορεύτηκε αρχικά η έξοδος από τη χώρα λόγω του εν λόγω εγγράφου, στη συνέχεια δήλωσε ότι τελικώς του επετράπη να ταξιδέψει χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει τι ακριβώς συνέβη ή τι ειπώθηκε από το πρόσωπο που φέρεται να μεσολάβησε. Παράλληλα, ανέφερε ότι οι αρχές τού προέβαλαν και άλλες «δικαιολογίες» σχετικές με τη VISA και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα. Οι μεταβαλλόμενες και ασαφείς αυτές εξηγήσεις αποδυναμώνουν περαιτέρω την αξιοπιστία του αφηγήματος περί στοχευμένης κρατικής δίωξης.
Τέταρτον, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο Αιτητής παρουσίασε εσωτερική ασυνέπεια ως προς τον λόγο της αναχώρησής του από τη χώρα. Από τη μία προέβαλε ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ λόγω φόβου για τη ζωή του, ενώ από την άλλη αναγνώρισε ρητώς ότι ήδη πριν από τις απειλές σχεδίαζε να μεταβεί στο εξωτερικό για σπουδές και ότι η Κύπρος του παρείχε αυτή τη δυνατότητα. Η αναφορά αυτή δεν λειτουργεί απλώς ουδέτερα, αλλά επηρεάζει δυσμενώς την αξιοπιστία του ισχυρισμού περί άμεσης ανάγκης φυγής εξαιτίας φόβου δίωξης.
Πέμπτον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο Αιτητής επιχειρεί να συνδέσει μεταξύ τους σειρά διαφορετικών περιστατικών — τη δολοφονία της μητέρας του, τις δικές του απειλές και την απόλυση του πατέρα του το 2021 — χωρίς όμως να παραθέτει συγκεκριμένα πραγματικά δεδομένα που να θεμελιώνουν αντικειμενικά αυτή τη σύνδεση. Αντιθέτως, επανειλημμένως ανέφερε ότι «πιστεύει» ή «υποθέτει» ότι όλα τα περιστατικά συνδέονται. Η συνεχής επίκληση προσωπικών εκτιμήσεων αντί συγκεκριμένων περιστατικών ενισχύει την κρίση περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας.
Συναγώς, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, μολονότι ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι απειλείτο λόγω της εργασίας του στην CENI, δεν προσκόμισε οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο σχετικά με την εργασία του εκεί, πέραν των δικών του δηλώσεων, ούτε ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες για τη θέση και τα καθήκοντά του που να καθιστούν το αφήγημά του ιδιαιτέρως πειστικό.
Το Δικαστήριο παρατηρεί περαιτέρω ότι, δια της γραπτής του αγόρευσης, ο Αιτητής προέβαλε σειρά νέων πραγματικών περιστατικών και ουσιωδών λεπτομερειών, οι οποίες ουδέποτε είχαν αναφερθεί κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και της προσωπικής του συνέντευξης, παρά το γεγονός ότι αφορούν τον ίδιο τον πυρήνα του επικαλούμενου φόβου δίωξης. Ειδικότερα, για πρώτη φορά αναφέρθηκαν ισχυρισμοί περί επίθεσης κατά των αδελφών του, περί εμπλοκής συγκεκριμένου πολιτικού προσώπου, περί απόπειρας δωροδοκίας του ιδίου, καθώς και περί κατηγοριών ότι ήταν “πράκτορας της Ρουάντα”.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι τα ανωτέρω δεν συνιστούν απλή συμπληρωματική εξειδίκευση ήδη προβληθέντων ισχυρισμών, αλλά ουσιώδη διαφοροποίηση και εμπλουτισμό της αρχικής αφήγησης του Αιτητή. Τα εν λόγω στοιχεία θα ήταν εύλογα αναμενόμενο να είχαν προβληθεί ήδη κατά την προσωπική συνέντευξη, ιδίως δεδομένου ότι συνδέονται άμεσα με τον υποτιθέμενο λόγο δίωξής του. Η μεταγενέστερη προβολή τους, χωρίς επαρκή εξήγηση για την προηγούμενη αποσιώπησή τους, αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία του αφηγήματός του και ενισχύει την εικόνα μίας εξελισσόμενης και προσαρμοζόμενης αφήγησης.
Υπό το φως όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι όχι μόνο δεν ανατρέπεται η κρίση των Καθ’ ων η αίτηση περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, αλλά αντιθέτως από το συνολικό περιεχόμενο του φακέλου αναδεικνύονται και πρόσθετα στοιχεία που ενισχύουν το συμπέρασμα ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν τεκμηριώθηκε κατά τρόπο συνεκτικό, σαφή και ευλογοφανή.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση εξέτασαν αφενός το έγγραφο που προσκόμισε ο Αιτητής και αφετέρου πληροφορίες αναφορικά με την ύπαρξη και λειτουργία της CENI στη ΛΔΚ.
Ειδικότερα, ο Αιτητής προσκόμισε αντίγραφο φερόμενης κλήσης, ημερομηνίας 08/02/2020, η οποία φέρεται να εκδόθηκε από την Εθνική Αστυνομία της ΛΔΚ και σύμφωνα με την οποία καλείτο να παρουσιαστεί ενώπιον αρμόδιας υπηρεσίας για λόγους σχετιζόμενους με την ασφάλεια του κράτους. Οι Καθ’ ων η αίτηση, ωστόσο, ορθώς αξιολόγησαν ότι το έγγραφο αυτό δεν ήταν ικανό να ενισχύσει ουσιωδώς την αξιοπιστία του ισχυρισμού, καθότι ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς και συνεκτικές εξηγήσεις ούτε ως προς τον φορέα έκδοσής του ούτε ως προς τον λόγο για τον οποίο αυτό φέρεται να του επιδείχθηκε για πρώτη φορά στο αεροδρόμιο κατά την αναχώρησή του.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν εξήγησε με πειστικό τρόπο πώς, ενώ κατά τους ισχυρισμούς του είχε σταματηθεί από τις αρχές και του είχε γνωστοποιηθεί ότι δεν μπορούσε να ταξιδέψει, τελικώς του επετράπη η έξοδος από τη χώρα κατόπιν παρέμβασης τρίτου προσώπου. Η απάντησή του παρέμεινε γενική και αόριστη, αφού περιορίστηκε να αναφέρει ότι επικοινώνησε με το πρόσωπο που οργάνωσε το ταξίδι του, χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς ειπώθηκε ή πώς κατέστη δυνατό να αρθεί το φερόμενο εμπόδιο εξόδου. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει την αποδεικτική αξία του προσκομισθέντος εγγράφου.
Ακολούθως, οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε έρευνα αναφορικά με την Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή της ΛΔΚ και εντόπισαν πληροφορίες που επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και θεσμική λειτουργία της. Η έρευνα αυτή επιβεβαιώνει, σε γενικό επίπεδο, ότι η CENI αποτελεί θεσμικό όργανο αρμόδιο για τη διοργάνωση και διεξαγωγή εκλογών στη ΛΔΚ.
Ωστόσο, η γενική επιβεβαίωση της ύπαρξης της CENI δεν αρκεί για να καταστήσει αξιόπιστο τον εξατομικευμένο ισχυρισμό του Αιτητή ότι ο ίδιος δέχθηκε απειλές λόγω της φερόμενης εργασίας του σε αυτήν. Όπως ορθώς επισημάνθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, οι δηλώσεις του Αιτητή παρέμειναν γενικές, ασαφείς και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες ως προς το κρίσιμο ζήτημα των απειλών που φέρεται να δέχθηκε και της αιτιώδους σύνδεσής τους με τη συμμετοχή του στην CENI.
Συνεπώς, μολονότι η εξωτερική έρευνα επιβεβαιώνει την ύπαρξη της CENI ως θεσμικού οργάνου στη ΛΔΚ, δεν επιβεβαιώνει τον προσωπικό πυρήνα του ισχυρισμού του Αιτητή. Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω ότι η αξιολόγηση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού είναι ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη, και ότι ο εν λόγω ισχυρισμός ορθώς απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο προχώρησε και σε αυτεπάγγελτη αξιολόγηση του εγγράφου που προσκομίστηκε από τον Αιτητή και φέρεται να αποτελεί κλήση (“convocation”) της Εθνικής Αστυνομίας της ΛΔΚ, ημερομηνίας 08/02/2020.
Από το περιεχόμενο του εγγράφου προκύπτει ότι αυτό απευθύνεται ονομαστικά στον Αιτητή, αναγράφει συγκεκριμένη διεύθυνση στην περιοχή Lemba της Kinshasa και τον καλεί να παρουσιαστεί ενώπιον του “Bureau de Renseignement” του “Département des Opérations de la Légion Nationale d’ Intervention”, στις 10/02/2020, για λόγους σχετιζόμενους με «εξέγερση και προσβολές κατά της ασφάλειας του κράτους» (“Soulèvement et atteintes à la sûreté de l’Etat”). Το έγγραφο φέρει επίσης σφραγίδα και υπογραφή αστυνομικού λειτουργού.
Ωστόσο, ακόμη και λαμβάνοντας το έγγραφο στην όψη του, το περιεχόμενό του δεν επαρκεί αφ’ εαυτού ώστε να τεκμηριώσει τον πυρήνα του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή. Και τούτο διότι το έγγραφο ουδόλως αναφέρεται σε απειλές λόγω εργασίας στην CENI, ούτε περιέχει οποιαδήποτε αναφορά σε εκλογική δραστηριότητα ή σε προσωπική εμπλοκή του Αιτητή σε πολιτικές ενέργειες. Αντιθέτως, περιορίζεται σε γενική αναφορά περί ζητημάτων κρατικής ασφάλειας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο ίδιος ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς και πειστικές εξηγήσεις αναφορικά με βασικές πτυχές του εγγράφου. Συγκεκριμένα, δεν γνώριζε ποια ακριβώς αρχή το εξέδωσε, δήλωσε ότι το πληροφορήθηκε μόλις στο αεροδρόμιο, ενώ δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με συνοχή γιατί, παρά την ύπαρξη της εν λόγω κλήσης, του επετράπη τελικώς να αναχωρήσει από τη χώρα. Οι εξηγήσεις του παρέμειναν γενικές και αόριστες, περιοριζόμενες σε αναφορά περί παρέμβασης φίλου ή προσώπου που «διευθέτησε» το ταξίδι του.
Επιπλέον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το προσκομισθέν έγγραφο υποβλήθηκε σε μορφή απλού αντιγράφου και όχι πρωτοτύπου, χωρίς να συνοδεύεται από οποιοδήποτε στοιχείο επαλήθευσης της γνησιότητάς του ή άλλη υποστηρικτική τεκμηρίωση. Υπό το φως δε των πληροφοριών περί εκτεταμένης διαφθοράς και ευχερούς κυκλοφορίας μη αυθεντικών διοικητικών εγγράφων στη ΛΔΚ, η αποδεικτική του αξία δεν μπορεί να θεωρηθεί αυξημένη ελλείψει περαιτέρω επιβεβαιωτικών στοιχείων.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο πυρήνας του υπό εξέταση ισχυρισμού στερείται εσωτερικής συνοχής και ως προς την ταυτότητα του φερόμενου φορέα δίωξης. Ειδικότερα, ο Αιτητής επανειλημμένα δήλωσε ότι δεν γνώριζε ποια πρόσωπα τον απειλούσαν, αναφέροντας ότι τα μηνύματα προέρχονταν από άγνωστους αριθμούς και από «unknown people». Την ίδια στιγμή, επιχείρησε να συνδέσει τις απειλές αφενός με πολίτες που διαμαρτύρονταν για τα εκλογικά αποτελέσματα και αφετέρου με κρατικές αρχές, λόγω της προσκομισθείσας κλήσης. Ωστόσο, ουδέποτε κατόρθωσε να αποσαφηνίσει με συνεκτικό και ευλογοφανή τρόπο πώς συνδέονται μεταξύ τους οι δύο αυτοί ισχυρισμοί. Το Δικαστήριο σημειώνει συναφώς ότι η CENI αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο κρατικό θεσμό της ΛΔΚ, αρμόδιο για τη διεξαγωγή των εκλογών, ενώ ο ίδιος ο Αιτητής δεν ισχυρίστηκε ότι είχε οποιοδήποτε πολιτικό, ηγετικό ή αντιπολιτευτικό ρόλο εντός αυτής, αλλά αντιθέτως ότι εργάστηκε για περιορισμένο χρονικό διάστημα ως χαμηλόβαθμος υπάλληλος. Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν εξηγείται με ευλογοφάνεια για ποιο λόγο οι κρατικές αρχές θα είχαν προσωπικό ενδιαφέρον εις βάρος του λόγω της εν λόγω εργασίας, ούτε πώς η περιορισμένη απασχόλησή του στην CENI τον καθιστούσε στόχο δίωξης. Η ως άνω ασάφεια και αδυναμία προσδιορισμού του φερόμενου διώκτη συνιστούν πρόσθετα στοιχεία που αποδυναμώνουν ουσιωδώς την αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού.
Συνεπώς, το εν λόγω έγγραφο δύναται μεν να καταδείξει ότι ο Αιτητής είχε στην κατοχή του μία φερόμενη κλήση από αρχές της ΛΔΚ, πλην όμως δεν επαρκεί ώστε να επιβεβαιώσει, κατά τον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, ότι ο ίδιος αποτελούσε αντικείμενο πραγματικού και εξατομικευμένου ενδιαφέροντος των αρχών λόγω της φερόμενης εργασίας του στην CENI ή ότι αντιμετώπιζε κίνδυνο δίωξης για λόγους που εμπίπτουν στις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου.
Καθοδηγητική επί του ζητήματος της αξιολόγησης εγγράφων σε διαδικασίες διεθνούς προστασίας είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Bolarninwa Emmanuel Johnson ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (95/2023), όπου υιοθετήθηκαν τα σχετικά πρότυπα αξιολόγησης του EUAA αναφορικά με την αποδεικτική αξία εγγράφων που προσκομίζονται από Αιτητές ασύλου. Ειδικότερα, επισημάνθηκε ότι η αξιολόγηση ενός εγγράφου δεν εξαντλείται σε μία απλή επισκόπηση της μορφής του, αλλά απαιτεί εξέταση, μεταξύ άλλων, της συνάφειάς του με τον προβαλλόμενο ισχυρισμό, της ύπαρξης αντίστοιχου τύπου εγγράφου στη χώρα καταγωγής, της συμβατότητας του περιεχομένου του με τις δηλώσεις του αιτούντος και τις πληροφορίες χώρας καταγωγής, του βαθμού λεπτομέρειας και ακρίβειας που αυτό παρέχει, της φύσεώς του ως άμεσης ή έμμεσης μαρτυρίας ουσιώδους πραγματικού περιστατικού, καθώς και της τυποποιημένης μορφής του σε σχέση με τη γνησιότητά του.
Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω κριτήρια στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το προσκομισθέν έγγραφο εμφανίζει μεν ορισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά επίσημης κλήσης των αρχών της ΛΔΚ, πλην όμως η αποδεικτική του αξία παραμένει περιορισμένη. Και τούτο διότι, αφενός, το περιεχόμενό του δεν τεκμηριώνει άμεσα τον πυρήνα του ισχυρισμού του Αιτητή περί στοχοποίησής του λόγω της εργασίας του στην CENI και, αφετέρου, ο ίδιος ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς, συνεκτικές και ευλογοφανείς εξηγήσεις ως προς την προέλευση, τον τρόπο επίδοσης και τις συνθήκες υπό τις οποίες φέρεται να του γνωστοποιήθηκε το έγγραφο. Επιπλέον, η αδυναμία του να εξηγήσει πώς, παρά την ύπαρξη της εν λόγω κλήσης για ζητήματα «ασφάλειας του κράτους», του επετράπη τελικώς να αναχωρήσει από τη χώρα, αποδυναμώνει περαιτέρω την αποδεικτική αξία του εγγράφου. Υπό το φως των ανωτέρω, το εν λόγω τεκμήριο δεν δύναται να θεωρηθεί επαρκές ώστε να αποκαταστήσει τις ουσιώδεις αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή.
Το Δικαστήριο εξέτασε επίσης τα έγγραφα και φωτογραφικά στιγμιότυπα που επισυνάφθηκαν στη γραπτή αγόρευση του Αιτητή, περιλαμβανομένων στιγμιότυπων συνομιλιών μέσω εφαρμογών επικοινωνίας, φωτογραφιών φερόμενων τραυματισμών συγγενικών του προσώπων, φωτογραφιών ταξιδιωτικών εγγράφων, καθώς και φωτογραφιών που, κατά τους ισχυρισμούς του, αφορούν τη συμμετοχή του στη CENI και τη μητέρα του. Ωστόσο, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εν λόγω στοιχεία παρουσιάζουν περιορισμένη αποδεικτική αξία και δεν επαρκούν για να αποκαταστήσουν τις ήδη διαπιστωθείσες ελλείψεις εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας της αφήγησής του.
Ειδικότερα, τα στιγμιότυπα συνομιλιών (screenshots) δεν συνοδεύονται από οποιοδήποτε στοιχείο πιστοποίησης της γνησιότητάς τους, ούτε προκύπτει με ασφάλεια η ταυτότητα των συνομιλητών, ο χρόνος αποστολής ή η αυθεντικότητα του περιεχομένου τους. Περαιτέρω, το περιεχόμενο των συνομιλιών παραμένει γενικό και αόριστο, χωρίς σαφή αναφορά σε συγκεκριμένους διώκτες, περιστατικά ή σύνδεση με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του Αιτητή. Αντιθέτως, οι αναφορές περιορίζονται σε γενικές αναφορές περί δυσκολιών, φόβου ή μετακίνησης συγγενικών του προσώπων, στοιχεία τα οποία δεν δύνανται αφ’ εαυτών να στοιχειοθετήσουν κίνδυνο δίωξης κατά του ιδίου.
Ομοίως, οι φωτογραφίες φερόμενων τραυματισμών και κατεστραμμένου κινητού τηλεφώνου δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε ανεξάρτητη τεκμηρίωση, ιατρική γνωμάτευση ή επίσημη καταγγελία προς τις αρχές, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί η προέλευση, οι συνθήκες ή η αιτία των απεικονιζόμενων τραυματισμών. Ως εκ τούτου, δεν είναι δυνατό να συναχθεί με ασφάλεια ότι τα περιστατικά αυτά συνδέονται με τους ισχυρισμούς του Αιτητή περί πολιτικής στοχοποίησης.
Σε σχέση δε με τις φωτογραφίες ταξιδιωτικών εγγράφων και θεωρήσεων εισόδου συγγενικών του προσώπων, αυτές δύνανται ενδεχομένως να καταδεικνύουν μετακίνηση των εν λόγω προσώπων, πλην όμως δεν αποδεικνύουν αφ’ εαυτών ότι η αναχώρησή τους υπαγορεύθηκε από πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης συνδεόμενο με τον Αιτητή.
Αναφορικά με τις φωτογραφίες που φέρονται να απεικονίζουν τον Αιτητή κατά τη συμμετοχή του στη CENI, καθώς και τη μητέρα του, ιδιαίτερη δε εντύπωση προκαλεί το γεγονός ότι οι φωτογραφίες που προσκομίστηκαν προς απόδειξη της φερόμενης συμμετοχής του Αιτητή στη CENI δεν αποτυπώνουν οποιοδήποτε επίσημο ή αναγνωρίσιμο εκλογικό περιβάλλον, ούτε προκύπτει η παρουσία άλλων λειτουργών, ψηφοφόρων ή στοιχείων που να συνδέονται αντικειμενικά με εκλογική διαδικασία. Αντιθέτως, οι φωτογραφίες απεικονίζουν τον Αιτητή μόνο του σε περιορισμένο εσωτερικό χώρο, με ηλεκτρονικό εξοπλισμό άγνωστης χρήσης, χωρίς διακριτικά, έγγραφα ή άλλα αντικειμενικά στοιχεία που να πιστοποιούν σύνδεση με τη CENI ή με εκλογικά καθήκοντα.
Υπό το πρίσμα αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω φωτογραφίες στερούνται επαρκούς αποδεικτικής δύναμης, καθότι δεν παρέχουν τη δυνατότητα επαλήθευσης του χρόνου, του τόπου, των συνθηκών λήψης ή της πραγματικής ιδιότητας υπό την οποία φέρεται να ενεργούσε ο Αιτητής. Ως εκ τούτου, δεν δύνανται να θεωρηθούν επαρκή και αξιόπιστα αποδεικτικά στοιχεία προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του περί ουσιαστικής εμπλοκής του στην εκλογική διαδικασία ή περί επακόλουθης στοχοποίησής του λόγω αυτής.
Παρομοίως, οι φωτογραφίες της μητέρας του Αιτητή, περιλαμβανομένων φωτογραφιών από κηδεία ή κοινωνική συγκέντρωση, δεν αποδεικνύουν τα αίτια του θανάτου της ούτε οποιαδήποτε σύνδεση αυτού με πολιτική ή άλλη στοχοποίηση. Το περιεχόμενό τους περιορίζεται στην αποτύπωση ενός γεγονότος οικογενειακού χαρακτήρα, χωρίς ανεξάρτητη τεκμηρίωση ή δυνατότητα εξακρίβωσης των ισχυρισμών που προβάλλονται επ’ αυτών.
Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι φωτογραφίες αυτές, ακόμη και αν γίνουν αποδεκτές ως αυθεντικές, αποδεικνύουν κατ’ ανώτατο όριο την ύπαρξη κάποιας σχέσης ή δραστηριότητας με τη CENI ή τη συμμετοχή της μητέρας του σε κοινωνική ή εκλογική δραστηριότητα. Δεν τεκμηριώνουν όμως ότι ο Αιτητής αποτέλεσε στόχο δίωξης από κρατικούς ή μη κρατικούς φορείς, ούτε αποδεικνύουν την ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου εις βάρος του.
Συνεπώς, εξεταζόμενα συνολικά και υπό το πρίσμα της συνολικής αξιολόγησης αξιοπιστίας, τα ανωτέρω στοιχεία δεν κρίνονται επαρκή ώστε να ανατρέψουν τα ευρήματα αναξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή.
Πέραν της έρευνας που διεξήγαγαν οι Καθ’ ων η αίτηση, το Δικαστήριο προχώρησε αυτεπαγγέλτως σε περαιτέρω διερεύνηση αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή, ήτοι τους ισχυρισμούς του περί στοχοποίησής του λόγω της φερόμενης εργασίας του στην Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή της ΛΔΚ (CENI), καθώς και αναφορικά με τη γενικότερη πολιτική και εκλογική κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα κατά την επίδικη περίοδο.
Η εν λόγω έρευνα κρίθηκε αναγκαία προκειμένου να διακριβωθεί κατά πόσον οι ισχυρισμοί του Αιτητή περί απειλών και ενδιαφέροντος εις βάρος του ευρίσκουν έρεισμα σε αντικειμενικές και επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής, καθώς και κατά πόσον πρόσωπα που εργάζονταν για την CENI κατά την εκλογική διαδικασία του 2018-2019 αντιμετώπιζαν πράγματι κίνδυνο στοχοποίησης, δίωξης ή άλλων σοβαρών επιπτώσεων λόγω της συμμετοχής τους στη λειτουργία της Επιτροπής.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη πληροφορίες από διεθνείς οργανισμούς, εκθέσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ανεξάρτητες πηγές αναφορικά με τον ρόλο και τη λειτουργία της CENI, τις αντιδράσεις που προκάλεσαν τα εκλογικά αποτελέσματα του 2018 στη ΛΔΚ, καθώς και τη μεταχείριση προσώπων που συνδέονταν με την εκλογική διαδικασία ή με κρατικούς θεσμούς κατά την επίδικη χρονική περίοδο.
Σύμφωνα με το Φόρουμ Εκλογικών Επιτροπών των Χωρών της SADC (ECF-SADC), μίας Κοινότητας Ανάπτυξης της Νότιας Αφρικής η οποία συνίσταται σε ένα περιφερειακό μπλοκ 16 χωρών της Νότιας Αφρικής που επικεντρώνεται στην οικονομική ολοκλήρωση, την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη, την ειρήνη και την ασφάλεια, με στόχο τη μετατροπή από ένα χαλαρό συντονιστικό όργανο (SADCC) σε μια πιο ολοκληρωμένη κοινότητα με στόχους όπως η μείωση της φτώχειας και η αυξημένη περιφερειακή ανταγωνιστικότητα, η Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή (INEC) της ΛΔΚ είναι ένας θεσμός που υποστηρίζει τη Δημοκρατία, όπως κατοχυρώνεται στον Οργανικό Νόμο αριθ. 10/013 της 28ης Ιουλίου 2010 σχετικά με την οργάνωση, τις εξουσίες και τη λειτουργία αυτού του Θεσμού. Το Σύνταγμα θεσπίζει Εκλογική Επιτροπή για τη διεξαγωγή των πρώτων δημοκρατικών εκλογών στη ΛΔΚ από το 1960. Το Άρθρο 154 του Συντάγματος θεσπίζει την Επιτροπή, η οποία αποτελείται από είκοσι ένα μέλη. Ο πρόεδρος προτείνεται από την κοινωνία των πολιτών και ο διορισμός του επικυρώνεται από την Εθνοσυνέλευση. Οι άλλοι Επίτροποι διορίζονται από κοινού από διαφορετικές οντότητες του Διακονγκολέζικου Διαλόγου και πρέπει επίσης να επικυρωθούν από την Εθνοσυνέλευση. Οι Επίτροποι διορίζονται για όλη τη διάρκεια της μεταβατικής περιόδου και μπορούν να απομακρυνθούν από τα καθήκοντά τους μόνο σε περίπτωση μη εκτέλεσης των καθηκόντων τους, υπεξαίρεσης δημόσιου χρήματος ή καταδίκης για έσχατη προδοσία ή διαφθορά. Η Επιτροπή έχει Ολομέλεια, η οποία είναι υπεύθυνη για τη διοίκησή της. Αυτή η Συνέλευση αποτελείται από τον πρόεδρο και επτά άλλους Επιτρόπους. Οι τελευταίοι εποπτεύουν διάφορες ειδικές μονάδες εντός της Επιτροπής, ενώ ο πρόεδρος είναι ο γενικός επόπτης αυτών των ειδικών μονάδων. Αυτές οι ειδικές μονάδες της επιτροπής διαιρούνται στα τμήματα της εκλογικής και πολιτικής αγωγής, εγγραφής ψηφοφόρων και υποψηφίων, logistics, εκλογικής εκπαίδευσης, νομικών και αμφιλεγόμενων ζητημάτων, εκλογικών διαδικασιών και συλλογής αποτελεσμάτων, επικοινωνίας και δημόσιων σχέσεων. Το Σύνταγμα παρέχει στην Επιτροπή νομική προσωπικότητα και ορίζει περαιτέρω ότι είναι αυτόνομη και αμερόληπτη κατά την εκτέλεση της εντολής της[7].
Αναφορικά με τα αποτελέσματα των ανωτέρω εκλογών του Δεκεμβρίου του 2018, η ιστοσελίδα African Arguments μετέδωσε ότι το πρωί της της 10ης Ιανουαρίου του 2019, ότι η Εθνική Ανεξάρτητη Εκλογική Επιτροπή (CENI) της ΛΔΚ ανακοίνωσε τα επίσημα αλλά προσωρινά αποτελέσματα από της προεδρικές εκλογές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό που διεξήχθησαν της 30 Δεκεμβρίου 2018. Ενάντια σε όλα τα διαθέσιμα ανεξάρτητα στοιχεία, η CENI ανακύρηξε νικητή τον Felix Tshisekedi της αντιπολίτευσης Union pour la Démocratie et le Progrès with Social (U5). Ο Μάρτιν Φαγιούλου, της συμμαχίας της αντιπολίτευσης Λαμούκα, λέγεται ότι συγκέντρωσε το 34,7% των ψήφων. Ο υποψήφιος του καθεστώτος, Emmanuel Ramazani Shadary, συγκέντρωσε 23,8%. Το ποσοστό συμμετοχής ήταν 47,6%. Ενώ οι φήμες για μια πιθανή νίκη του Tshisekedi κυκλοφόρησαν στην πρωτεύουσα Κινσάσα της τελευταίες ημέρες - που τροφοδοτούνται εν μέρει από υποτιθέμενες διαπραγματεύσεις μεταξύ του στρατοπέδου του και του καθεστώτος καθώς και από της πρόσφατες καλοπροαίρετες δηλώσεις του υποψηφίου της τον απερχόμενο Πρόεδρο Joseph Kabila - τα αποτελέσματα είναι ωστόσο εξαιρετικά αμφισβητούμενα, καθώς τα αξιόπιστα στοιχεία δημοσκοπήσεων από τη BERCI του Κονγκό και την IPSOS της Γαλλίας για την Ερευνητική Ομάδα του Κονγκό (CRG) τον Δεκέμβριο του 2018, καθώς και τα πραγματικά στοιχεία καταμέτρησης ψήφων από περίπου 40.000 παρατηρητές από την Καθολική Επισκοπική Επιτροπή (CENCO) δείχνουν αντ' αυτού μια σταθερή και στατιστικά ισχυρή νίκη του Fayulu[8].
To δε BBC, την ίδια ημέρα (10/01/2019) επιβεβαίωσε ότι σύμφωνα με εκλογικούς αξιωματούχους, ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης Φέλιξ Τσισεκέντι κέρδισε της προεδρικές εκλογές της ΛΔ Κονγκό. Η ανακοίνωση, που έγινε κατά τη διάρκεια της νύχτας, πυροδότησε κατηγορίες για «εκλογικό πραξικόπημα» από τον επιλαχόντα Μάρτιν Φαγιούλου. Η Καθολική Εκκλησία είπε ότι το αποτέλεσμα δεν ταίριαζε με τα στοιχεία που συλλέχθηκαν από της παρατηρητές των εκλογών της. Το κυβερνών κόμμα, του οποίου ο υποψήφιος τερμάτισε τρίτος, δεν έχει ακόμη αμφισβητήσει το αποτέλεσμα, προκαλώντας ισχυρισμούς για συμφωνία κατανομής της εξουσίας με τον κ. Tshisekedi. Ο κ. Tshisekedi υποσχέθηκε να είναι «ο πρόεδρος όλων των πολιτών της ΛΔΚ «, λέγοντας: «Κανείς δεν θα μπορούσε να φανταστεί ένα τέτοιο σενάριο όπου της υποψήφιος της αντιπολίτευσης θα έβγαινε νικητής». Επέδειξε συμφιλιωτική στάση της τον κ. Kabila όταν απευθυνόταν σε υποστηρικτές στα κεντρικά του κόμματος Ένωση για τη Δημοκρατία και την Κοινωνική Πρόοδο στην Κινσάσα. «Αποτίω φόρο τιμής στον Πρόεδρο Τζόζεφ Καμπίλα και σήμερα δεν πρέπει να τον βλέπουμε πλέον ως αντίπαλο, αλλά μάλλον ως εταίρο στη δημοκρατική αλλαγή στη χώρα της», είπε. Οι υποστηρικτές του κ. Fayulu λένε ότι αυτό υποστηρίζει την υποψία της ότι ο κ. Tshisekedi έκλεισε μια συμφωνία κατανομής της εξουσίας με τον κ. Kabila. Ο εκπρόσωπος του κ. Tshisekedi, Louis d'Or Ngalamulume, είπε ότι «δεν υπήρξε ποτέ καμία συμφωνία». Ο κ. Fayulu, πρώην μεγιστάνας του πετρελαίου, είπε ότι τα αποτελέσματα δεν είχαν «καμία σχέση με την αλήθεια». «Ο λαός του Κονγκό δεν θα δεχτεί ποτέ μια τέτοια απάτη», δήλωσε στο BBC, προσθέτοντας: «Ο Φέλιξ Τσισεκέντι δεν πήρε ποτέ 7 εκατομμύρια ψήφους;» Προέβαλε μάλιστα ότι η εκλογική επιτροπή και το κυβερνών κόμμα είχαν διαμορφώσει τα στοιχεία για να δώσουν στον κ. Tshisekedi - τον «προστάτη» της - τη νίκη[9].
Σύμφωνα με πληροφορίες που μετέδωσε η Voice of Ameria τον υπό κρίση χρόνο, η ισχυρή Καθολική Εκκλησία, η οποία έστειλε περισσότερους από 40.000 παρατηρητές της κάλπες, αμφισβήτησε της το επίσημο αποτέλεσμα, λέγοντας ότι «τα αποτελέσματα των προεδρικών εκλογών της δημοσιεύονται από το CENI δεν ανταποκρίνονται στα δεδομένα που συνέλεξε η αποστολή παρατηρητών της από τα εκλογικά τμήματα και την καταμέτρηση»[10]. Η ίδια πηγή επιβεβαιώνει ότι εκλογικοί αξιωματούχοι στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό έχουν προκαλέσει έκπληξη και οργή ανακηρύσσοντας τον ηγέτη της αντιπολίτευσης Felix Tshisekedi νικητή των προεδρικών εκλογών του έθνους, μετά από καθυστερήσεις στην καταμέτρηση και μια κάλπη που στιγματίστηκε από παρατυπίες, ανεξέλεγκτες υποψίες και χάος, καθώς την ημέρα των εκλογών, το εκλογικό υλικό έφτασε αργά, οι ψηφοφόροι δεν μπορούσαν να βρουν τα ονόματά της της καταλόγους και τα εκλογικά μηχανήματα απέτυχαν ή ήταν πολύ περίπλοκα για της ψηφοφόρους. Τα προσωρινά αποτελέσματα καθυστέρησαν, δημιουργώντας φήμες και υποψίες[11].
Σε σχέση με την εκλογική διαδικασία του 2018 στη ΛΔΚ, σχετική έκθεση του The Carter Center αναφέρει ότι κατά τη διάρκειά της τα περισσότερα εκλογικά τμήματα κατάφεραν να ολοκληρώσουν το άνοιγμα της διαδικασίας χωρίς μεγάλα προβλήματα[12].Αναφέρθηκαν ωστόσο καθυστερήσεις λόγω ελλείψεων βασικού υλικού από εκλογικά τμήματα, συμπεριλαμβανομένων των εκλογικών καταλόγων και των εκλογικών μηχανημάτων ή των εξαρτημάτων της. Ωστόσο, τα εκλογικά μηχανήματα αντιμετώπισαν σημαντικά προβλήματα χρηστικότητας που οδήγησαν σε της αναφερόμενες περιπτώσεις καθυστερήσεων και υποβοηθούμενης ψηφοφορίας. Η υποβοηθούμενη ψηφοφορία θα μπορούσε να δώσει την ευκαιρία της παράγοντες των πολιτικών κομμάτων να ασκήσουν αδικαιολόγητα επιρροή της ψηφοφόρους, θέτοντας σε κίνδυνο το απόρρητο της ψηφοφορίας. Ενώ το CENI γνώριζε αυτόν τον κίνδυνο και ανέλαβε δραστηριότητες εκλογικής εκπαίδευσης, οι προσπάθειες αυτές ήταν ανεπαρκείς δεδομένου του χρονικού πλαισίου και το μέγεθος του έργου. Η διάταξη των εκλογικών κέντρων και ιδιαίτερα η θέση των εκλογικών θαλάμων, αναφέρθηκε της ως παραβίαση του απορρήτου. Αυτά τα ζητήματα θα έπρεπε να είχαν αντιμετωπιστεί κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης του εκλογικού προσωπικού. Αν και οι κάλπες γενικά έκλεισαν στην ώρα της, η επιτροπή παράτεινε τον τερματισμό της διαδικασίας στα εκλογικά τμήματα τα οποία άνοιξαν αργά ή όπου η ψηφοφορία διεκόπη λόγω τεχνικών προκλήσεων. Η χρήση ηλεκτρονικών μηχανημάτων ψηφοφορίας εμπόδισε την παρακολούθηση των εργασιών ψηφοφορίας σε ορισμένες κάλπες, ενώ προκάλεσε ανησυχίες για το απόρρητο της ψηφοφορίας. Το ηλεκτρονικό αρχείο ψήφων, καθώς και η «γρήγορη απόκριση» ή οι κωδικοί QR[13] που εντόπιζαν ψηφοδέλτια από την επαρχία και χρησίμευαν της για την πρόληψη της πλαστογραφίας, θα μπορούσαν, εάν χρησιμοποιούντο σε διαδοχική σειρά, να συνδέσουν το περιεχόμενο του ψηφοδελτίου με συγκεκριμένο ψηφοφόρο. Ομοίως, οι αναλυτές επεσήμαναν ότι το λογισμικό θα μπορούσε να σχεδιαστεί σκόπιμα ή κατά λάθος, έτσι ώστε να μην καταγράφονται οι ψήφοι της προβλέπεται, της όφελος συγκεκριμένων υποψηφίων, ανεξάρτητα από το τι εμφανιζόταν στην οθόνη ή στην εκτύπωση. Επιπρόσθετες ανησυχίες εκφράστηκαν σχετικά με τη διαδικασία καταμέτρησης των ψηφοδελτίων και τον πιθανό αντίκτυπο της χρήσης των ηλεκτρονικών μηχανήματων ψηφοφορίας στον πίνακα αποτελεσμάτων. Ο νόμος απαιτεί από της αξιωματούχους των εκλογικών τμημάτων να μετρούν τα έντυπα ψηφοδέλτια και να χρησιμοποιούνται αυτά τα στοιχεία για να συμπληρωθούν τα έντυπα των αποτελεσμάτων, αντί να χρησιμοποιείται οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή. Ωστόσο, οι υπεύθυνοι των εκλογικών τμημάτων έλαβαν οδηγίες να συμπεριλάβουν τον ηλεκτρονικό καταλογισμό μαζί με το υλικό που μεταφέρθηκε στο τοπικό κέντρο συλλογής αποτελεσμάτων (CLRC). Σε περίπτωση αποκλίσεων, και τα δύο σύνολα αριθμών μπορούσαν να επανεξεταστούν στο CLRC και υπήρχε η δυνατότητα να αναθεωρηθούν τα επίσημα αποτελέσματα με βάση την ηλεκτρονική καταμέτρηση. Και τα δύο μεγάλα εθνικά δίκτυα παρατηρητών, το Symocel και το CENCO-JPC, ανέφεραν αναντιστοιχίες μεταξύ των χειροκίνητων και ηλεκτρονικών καταμετρήσεων. Το CENCO/JPC ανέφερε αποκλίσεις στο 7,1 % των εκλογικών τμημάτων παρατήρησε και το Symocel ανέφερε αναντιστοιχίες στο 11 τοις εκατό των εκλογικών τμημάτων που παρατηρήθηκαν. Ωστόσο, κανένας οργανισμός δεν παρείχε πληροφορίες σχετικά με την κλίμακα των αποκλίσεων και, ως εκ τούτου, είναι δύσκολο να εκτιμηθεί η κλίμακα αυτών των θεμάτων ή ο αντίκτυπός της στον πίνακα των αποτελεσμάτων[14]. Η Symocel σημείωσε επιπλέον ότι το 6 % των φύλλων αποτελεσμάτων που σε επίπεδο εκλογικών κέντρων, συμπληρώθηκαν, κατά παράβαση του νόμου βάσει ηλεκτρονικών αποτελεσμάτων[15]. Για της μελλοντικές εκλογές, το Κέντρο ενθαρρύνει σθεναρά το CENI να εισαγάγει δημόσιες πιστοποιήσεις και ελέγχους για την επανεξέταση της ακεραιότητας των ηλεκτρονικών μηχανημάτων ψηφοφορίας και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης του κοινού στη χρήση της. Αυτά τα μέτρα είναι ιδιαίτερα σημαντικά εάν ο νόμος συνεχίσει να επιτρέπει της εκλογικούς υπαλλήλους να δίνουν υιοθετούν την ηλεκτρονική καταμέτρηση των ψήφων σε επίπεδο τοπικών συγκεντρωτικών κέντρων[16].
Ομοίως, ως τις παρατυπίες της εκλογικής διαδικασίας, το ειδησεογραφικό πρακτορείο Al Jazeera μετέδωσε, τον υπό κρίση χρόνο, ότι μια αποστολή παρατηρητών της προεδρικές εκλογές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό ανέφερε ότι υπήρξε μάρτυρας 52 «μεγάλων» παρατυπιών στα 101 κέντρα καταμέτρησης ψήφων που παρατήρησε, συμπεριλαμβανομένων ατόμων που παραποίησαν τα αποτελέσματα. Υπάρχουν 179 κέντρα καταμέτρησης που καταμετρούν της ψήφους σε όλη τη ΛΔΚ. Η έκθεση που κυκλοφόρησε από τη SYMOCEL με έδρα τη ΛΔΚ, ανέφερε ότι στο 16% των κέντρων καταμέτρησης ψήφων παρατηρήθηκε ότι η καταμέτρηση των ψήφων βασίζονταν σε αποτελέσματα που μεταδίδονταν από εκλογικές μηχανές αντί να καταμετρούνται με το χέρι, της απαιτείται από τη νομοθεσία. Είπε της ότι στο 92 % των κέντρων καταμέτρησης ψήφων που είχε παρατηρήσει δεν κοινοποιήθηκαν φύλλα καταμέτρησης των ψήφων από έξω, της απαιτεί ο νόμος[17].
Σε σχέση με την καταμέτρηση των ψήφων κατά τη διάρκεια των εκλογών, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η Ανεξάρτητη Εθνική Εκλογική Επιτροπή (INEC) είναι της θεσμός για την υποστήριξη της Δημοκρατίας, του οποίου η σύσταση, η οργάνωση, οι εξουσίες και η λειτουργία του απορρέουν από τον Νόμο αριθ. 10/013 της ΛΔΚ. Στη βάση του άρθρου 154 Συντάγματος της ΛΔΚ, ιδρύθηκε η πρώτη Εκλογική Επιτροπή για τη διεξαγωγή των πρώτων δημοκρατικών εκλογών της ΛΔΚ από το 1960. Οι ειδικές μονάδες της επιτροπής χωρίζονται στα τμήματα: 1) Ενημέρωσης του πολίτη γύρω από της εκλογές, 2) Εγγραφής ψηφοφόρων και υποψηφίων, 3) 4) Νομικών και επίμαχων θέματα, 5) Διεξαγωγής εκλογών και συλλογής αποτελεσμάτων και 6) Επικοινωνίας και δημοσίων σχέσεων[18].
Αναφορικά με τα όσα εξελίχθηκαν μετά την ολοκλήρωση των εκλογών του 2018,η ιστοσελίδα Voice of America μετέδωσε, τον υπό κρίση χρόνο, ότι αρκετοί άνθρωποι τραυματίστηκαν στην πρωτεύουσα της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, καθώς η αστυνομία διέλυσε βίαια μια απαγορευμένη διαδήλωση της αντιπολίτευσης που ζητούσαν την επανάληψη των εθνικών εκλογών. Η αστυνομία περικύκλωσε της τα κεντρικά γραφεία του Μάρτιν Φαγιούλου, της από της πέντε αμφισβητίες του Προέδρου Φέλιξ Τσισεκέντι που είχαν καλέσει της υποστηρικτές της να διαδηλώσουν στην Κινσάσα την Τετάρτη κατά των προεδρικών και νομοθετικών εκλογών, οι οποίες λένε ότι ήταν νοθευμένες και πρέπει να ακυρωθούν. Η διοίκηση του Tshisekedi απέρριψε της ισχυρισμούς. Η κυβέρνηση απαγόρευσε της διαμαρτυρίες λέγοντας ότι είχε σκοπό να υπονομεύσει το έργο της εθνικής εκλογικής επιτροπής (CENI) η οποία συγκέντρωσε τα αποτελέσματα που έδωσαν στον Τσισεκέντι ένα ισχυρό προβάδισμα. Η αστυνομία εκτόξευσε δακρυγόνα και πέταξε πέτρες σε ανθρώπους έξω και μέσα στα κεντρικά γραφεία, δήλωσε μάρτυρας του Reuters, ο οποίος είπε ότι οι άνθρωποι πετούσαν και πέτρες. Ο Φαγιούλου κατηγόρησε τις δυνάμεις ασφαλείας για βαρβαρότητα και είπε ότι 11 άνθρωποι τραυματίστηκαν. Ο αρχηγός της αστυνομίας της Κινσάσα, Blaise Kilimba Limba, δήλωσε ότι δύο αστυνομικοί τραυματίστηκαν από πέτρες. Οι προσπάθειες συγκέντρωσης σε άλλα σημεία της πόλης ματαιώθηκαν γρήγορα εν μέσω της έντονης παρουσίας ασφαλείας. Ορισμένοι διαδηλωτές προσπάθησαν να κλείσουν δρόμους με αναμμένα λάστιχα προτού παρέμβει η αστυνομία[19].
Από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου επιβεβαιώνεται καταρχάς ότι η CENI/INEC αποτελεί συνταγματικά κατοχυρωμένο και θεσμικά οργανωμένο κρατικό όργανο της ΛΔΚ, αρμόδιο για τη διοργάνωση και διεξαγωγή των εκλογικών διαδικασιών στη χώρα. Οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι πρόκειται για επίσημο θεσμό με καθορισμένες αρμοδιότητες, οργανωτική δομή και διοικητική αυτοτέλεια, ο οποίος λειτουργεί στο πλαίσιο του Συντάγματος και της εκλογικής νομοθεσίας της ΛΔΚ.
Περαιτέρω, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι οι προεδρικές εκλογές του Δεκεμβρίου 2018 συνοδεύτηκαν από σοβαρές πολιτικές εντάσεις, εκτεταμένες αμφισβητήσεις των αποτελεσμάτων, καταγγελίες περί παρατυπιών και επεισόδια κοινωνικής αναταραχής. Διεθνείς οργανισμοί, εκλογικοί παρατηρητές και διεθνή μέσα ενημέρωσης κατέγραψαν αμφισβήτηση των αποτελεσμάτων που ανακοίνωσε η CENI, ιδίως σε σχέση με την ανακήρυξη του Félix Tshisekedi ως νικητή των προεδρικών εκλογών. Καταγράφονται επίσης πληροφορίες περί τεχνικών δυσλειτουργιών, προβλημάτων στην καταμέτρηση, αποκλίσεων μεταξύ χειροκίνητης και ηλεκτρονικής καταμέτρησης ψήφων, καθώς και διαδηλώσεων και επεισοδίων που ακολούθησαν την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων.
Ωστόσο, παρά την επιβεβαίωση του γενικού πολιτικού πλαισίου έντασης και αμφισβήτησης της εκλογικής διαδικασίας, το Δικαστήριο δεν εντόπισε πληροφορίες που να καταδεικνύουν ότι χαμηλόβαθμοι ή προσωρινοί εργαζόμενοι της CENI, όπως ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι ήταν, αποτελούσαν συστηματικά αντικείμενο εξατομικευμένης στοχοποίησης ή δίωξης από κρατικές αρχές ή άλλους φορείς. Αντιθέτως, οι διαθέσιμες πληροφορίες επικεντρώνονται κυρίως στη γενικότερη πολιτική αντιπαράθεση, στις διαμαρτυρίες υποστηρικτών της αντιπολίτευσης, στις καταγγελίες περί εκλογικών παρατυπιών και στη δράση κρατικών δυνάμεων ασφαλείας έναντι διαδηλωτών ή πολιτικών αντιπάλων.
Περαιτέρω, ουδεμία πληροφορία εντοπίστηκε που να επιβεβαιώνει ότι πρόσωπα με περιορισμένο διοικητικό ή τεχνικό ρόλο στην εκλογική διαδικασία, όπως η καταγραφή ψηφοφόρων σε εκλογικά κέντρα, αντιμετώπιζαν, λόγω και μόνον της εργασίας τους στην CENI, πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Το Δικαστήριο επισημαίνει συναφώς ότι ο ίδιος ο Αιτητής ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι κατείχε πολιτική, ηγετική ή αποφασιστική θέση εντός της Επιτροπής, ούτε ότι συμμετείχε στη λήψη ή ανακοίνωση εκλογικών αποτελεσμάτων.
Επιπλέον, ενώ οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταγράφουν έντονη κοινωνική δυσπιστία απέναντι στην CENI και καταγγελίες περί παρατυπιών, δεν προκύπτει από καμία πηγή ότι πρόσωπα στη θέση του Αιτητή διώκονταν από τις αρχές για «εξέγερση» ή «προσβολές κατά της ασφάλειας του κράτους» εξαιτίας της απασχόλησής τους στην Επιτροπή. Αντιθέτως, τα περιστατικά κρατικής καταστολής που καταγράφονται αφορούν κυρίως συμμετέχοντες σε διαδηλώσεις, πολιτικά στελέχη ή οργανωμένους υποστηρικτές της αντιπολίτευσης.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι οι εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν το γενικό πλαίσιο πολιτικής αστάθειας και αμφισβήτησης των εκλογών του 2018 στη ΛΔΚ, δεν παρέχουν επαρκές έρεισμα για την επιβεβαίωση του εξατομικευμένου ισχυρισμού του Αιτητή ότι ο ίδιος αποτέλεσε αντικείμενο πραγματικής και προσωπικής στοχοποίησης λόγω της περιορισμένης εργασίας του στην CENI. Κατά συνέπεια, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν θεραπεύουν τις ουσιώδεις αδυναμίες αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν στις δηλώσεις του ούτε ανατρέπουν το συμπέρασμα των Καθ’ ων η αίτηση περί μη αξιοπιστίας του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού.
Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ορθώς απέρριψαν τόσο τον δεύτερο όσο και τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό του Αιτητή λόγω έλλειψης εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας.
Ειδικότερα, ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τη φερόμενη δολοφονία της μητέρας του λόγω της συμμετοχής της στην οργάνωση Justice et Paix δεν χαρακτηρίζονταν από την απαιτούμενη συνοχή, σαφήνεια και επάρκεια λεπτομερειών, ενώ ο ίδιος επανειλημμένως περιορίστηκε σε προσωπικές υποθέσεις και εκτιμήσεις χωρίς να δύναται να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά ή στοιχεία που να θεμελιώνουν τον προβαλλόμενο αιτιώδη σύνδεσμο. Παράλληλα, μολονότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και δραστηριοποίηση της εν λόγω οργάνωσης στη ΛΔΚ, δεν προέκυψαν αντικειμενικά στοιχεία ικανά να επιβεβαιώσουν τον προσωπικό και εξατομικευμένο πυρήνα του ισχυρισμού του Αιτητή ή να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αδυναμίες που εντοπίστηκαν στις δηλώσεις του.
Ομοίως, αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή περί απειλών και στοχοποίησής του λόγω της εργασίας του στην CENI χαρακτηρίζονταν από ασάφεια, ελλιπή εξειδίκευση και έλλειψη λογικής συνοχής ως προς κρίσιμες πτυχές του αφηγήματός του, συμπεριλαμβανομένης της ταυτότητας του φερόμενου φορέα δίωξης, του λόγου για τον οποίο ο ίδιος προσωπικά φερόταν να στοχοποιείται και της σύνδεσης μεταξύ των φερόμενων απειλών και της περιορισμένης απασχόλησής του στην εν λόγω Επιτροπή. Περαιτέρω, παρότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν ότι οι εκλογές του 2018 στη ΛΔΚ συνοδεύτηκαν από πολιτική ένταση, καταγγελίες περί παρατυπιών και κοινωνική αναταραχή, δεν προέκυψαν αντικειμενικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν ότι πρόσωπα στη θέση του Αιτητή, ήτοι χαμηλόβαθμοι και προσωρινοί εργαζόμενοι της CENI, αντιμετώπιζαν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης λόγω της εργασίας τους.
Υπό το φως των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να αναφερθεί συνοπτικά στις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της αξιοπιστίας στο δίκαιο διεθνούς προστασίας, και ειδικότερα στην έννοια της εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι τα ζητήματα αυτά ανακύπτουν με ιδιαίτερη ένταση στην παρούσα υπόθεση.
Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν προϋποθέτει απόλυτη απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών του Αιτητή. Ωστόσο, απαιτεί να διαπιστωθεί ότι οι δηλώσεις του είναι συνεκτικές, επαρκώς λεπτομερείς και εύλογες, σε συνάρτηση με τα προσκομιζόμενα έγγραφα και τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Σύμφωνα με το άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως και με το εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση Αποδεικτικών και Αξιοπιστίας»[20] (σελ. 91 & 98), η έλλειψη συνοχής, χρονολογικής αλληλουχίας και σχετικών λεπτομερειών μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη των ισχυρισμών.
Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινώς γνωστά γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο λήψης απόφασης στη δημιουργία πεποίθησης για τον βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει» (UNHCR Handbook, §203–204).
Η ως άνω προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση J.K. and Others v. Sweden (αρ. 59166/12, §53), όπου κρίθηκε ότι η συνοχή, η επαρκής τεκμηρίωση και η λογική συνέπεια της αφήγησης αποτελούν κρίσιμα κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας.
Αντίστοιχα, στις υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13 (A, B και C), μέσα από τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως Sharpston, υπογραμμίστηκε ότι:
«Η αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο βάσει της εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών, αλλά και από την ικανότητα του αιτητή να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες και να διατηρεί σταθερότητα στην περιγραφή των γεγονότων.»
Την ίδια γραμμή ακολουθεί και το Εγχειρίδιο της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Αξιοπιστίας , το οποίο στην σελ. 98 αναφέρει:
«Απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη εκτίμηση κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από ένα πρόσωπο στην κατάστασή του, το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»
Περαιτέρω, στη σελ. 91 του ίδιου εγχειριδίου, επισημαίνεται ότι η απουσία στοιχειώδους χρονολογικής συνέπειας, η ασάφεια, η αδυναμία παροχής λεπτομερειών και η γενικόλογη διατύπωση αποτελούν ουσιώδεις ενδείξεις αναξιοπιστίας, όταν δεν ερμηνεύονται από ειδικά ευάλωτα χαρακτηριστικά ή αντικειμενικά εμπόδια.
Αναλόγως, η κυπριακή νομολογία, όπως στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση BOLARNINWA Emmanuel Johnson v Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση αρ. 95/2023, ημερ. 27.2.2025, επιβεβαιώνει τη θέση αυτή, καθώς τονίζει μεταξύ άλλων ότι:
«Οι ισχυρισμοί του αιτητή πρέπει να παρουσιάζουν συνοχή και αληθοφάνεια και να μην προκύπτουν αντιφάσεις και ανακρίβειες […]. Δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια».
Συνεπώς, τόσο η νομολογία όσο και οι καθοδηγητικές αρχές των διεθνών και ενωσιακών οργάνων καθιστούν σαφές ότι η εσωτερική συνοχή, η παροχή λεπτομερειών, η σταθερότητα της αφήγησης και η συνέπεια με την εξωτερική πληροφόρηση αποτελούν βασικούς άξονες αξιολόγησης της αξιοπιστίας του αιτητή, επί των οποίων εδράζεται κάθε κρίση περί του βάσιμου χαρακτήρα των ισχυρισμών του.
Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο καταλήγει ότι οι δηλώσεις του Αιτητή, τόσο ως προς τον δεύτερο όσο και ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, δεν πληρούν το απαιτούμενο πρότυπο αξιοπιστίας που τίθεται από το εθνικό, ενωσιακό και διεθνές δίκαιο.
Ειδικότερα, η αφήγηση του Αιτητή χαρακτηρίζεται από ουσιώδεις ασάφειες, ελλιπή εξειδίκευση, αδυναμία παροχής κρίσιμων λεπτομερειών και επαναλαμβανόμενη επίκληση προσωπικών εκτιμήσεων ή υποθέσεων αντί συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών. Ως προς δε κρίσιμα στοιχεία των ισχυρισμών του, ο ίδιος επέδειξε αδυναμία να διατηρήσει μία συνεκτική και λογικά συνεπή εκδοχή των γεγονότων.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να εξηγήσει με σαφήνεια και επάρκεια τον τρόπο με τον οποίο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η δολοφονία της μητέρας του συνδεόταν με τη συμμετοχή της στην οργάνωση Justice et Paix, παραδεχόμενος επανειλημμένως ότι δεν γνώριζε ποιοι ήταν οι δράστες ούτε τα ακριβή κίνητρά τους. Παράλληλα, η αδυναμία του να παράσχει ουσιαστικές πληροφορίες για την ίδια την οργάνωση, παρά το ότι επικαλείτο ενεργή συμμετοχή των γονέων του σε αυτήν, αποδυνάμωσε περαιτέρω την αξιοπιστία του αφηγήματός του.
Ομοίως, ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο Αιτητής παρέμεινε ασαφής τόσο ως προς την ταυτότητα των φερόμενων διωκτών του όσο και ως προς τον λόγο για τον οποίο ο ίδιος προσωπικά φερόταν να στοχοποιείται λόγω της περιορισμένης και χαμηλόβαθμης εργασίας του στην CENI. Οι δηλώσεις του περί απειλών από «άγνωστα πρόσωπα», σε συνδυασμό με την αδυναμία του να εξηγήσει πειστικά τη σύνδεση μεταξύ των φερόμενων απειλών, της προσκομισθείσας κλήσης και της εργασίας του στην εκλογική επιτροπή, στερούν από το αφήγημά του την απαιτούμενη συνοχή και λογική συνέπεια.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ούτε οι εξωτερικές πληροφορίες χώρας καταγωγής ούτε τα προσκομισθέντα έγγραφα κατόρθωσαν να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν. Παρότι επιβεβαιώθηκε η ύπαρξη της οργάνωσης Justice et Paix, η λειτουργία της CENI και το γενικό πολιτικό πλαίσιο έντασης στη ΛΔΚ κατά την επίδικη περίοδο, δεν προέκυψαν αντικειμενικά στοιχεία που να επιβεβαιώνουν τον προσωπικό και εξατομικευμένο πυρήνα των ισχυρισμών του Αιτητή.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση προέβησαν σε ορθή και επαρκώς αιτιολογημένη αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, σύμφωνα με τα εφαρμοστέα πρότυπα του ενωσιακού και διεθνούς δικαίου, και εύλογα κατέληξαν στην απόρριψη του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού ως μη αξιόπιστων.
Παράλληλα, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας τηρήθηκαν πλήρως οι απαιτήσεις του Περί Προσφύγων Νόμου και των εφαρμοστέων ενωσιακών προτύπων αναφορικά με τη διεξαγωγή της προσωπικής συνέντευξης και την αξιολόγηση του αιτήματος διεθνούς προστασίας του Αιτητή. Ο Αιτητής είχε επαρκή και ουσιαστική δυνατότητα να εκθέσει ελεύθερα και αναλυτικά τους ισχυρισμούς του ενώπιον αρμοδίου λειτουργού της EUAA, με τη συνδρομή διερμηνέα σε γλώσσα που δήλωσε ότι κατανοούσε πλήρως, ενώ του υποβλήθηκε μεγάλος αριθμός ανοικτού τύπου ερωτήσεων αναφορικά με όλα τα ουσιώδη στοιχεία του αιτήματός του, συμπεριλαμβανομένων των ισχυρισμών του περί δολοφονίας της μητέρας του, της συμμετοχής της στην οργάνωση Justice et Paix, της δικής του εργασίας στην CENI και των φερόμενων απειλών που ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε.
Περαιτέρω, προκύπτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός, συμμορφούμενος με τις απαιτήσεις του άρθρου 13Α(9) του Περί Προσφύγων Νόμου, προέβη σε εξατομικευμένη, επαρκή και αντικειμενική αξιολόγηση των περιστάσεων του Αιτητή, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό και κοινωνικό του υπόβαθρο, το μορφωτικό του επίπεδο, τις οικογενειακές του συνθήκες, καθώς και το περιεχόμενο των δηλώσεών του σε συνάρτηση με τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής. Από το πρακτικό της συνέντευξης διαφαίνεται ότι δόθηκε στον Αιτητή επανειλημμένα η δυνατότητα να διευκρινίσει ασάφειες, να εξηγήσει αντιφάσεις και να αναπτύξει περαιτέρω κρίσιμες πτυχές του αφηγήματός του.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η κρίση των Καθ’ ων η αίτηση περί έλλειψης αξιοπιστίας δεν εδράζεται σε αποσπασματική ή τυπική προσέγγιση των δηλώσεων του Αιτητή, αλλά προκύπτει από συνολική αξιολόγηση του περιεχομένου τους, των εσωτερικών αντιφάσεων και ασαφειών που διαπιστώθηκαν, της αδυναμίας παροχής επαρκών και συνεκτικών λεπτομερειών, καθώς και της έλλειψης στοιχειώδους χρονολογικής και λογικής συνέπειας ως προς κρίσιμα περιστατικά που συνθέτουν τον πυρήνα των ουσιωδών ισχυρισμών του.
Πέραν τούτου, τονίζεται ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας ο Αιτητής υποβλήθηκε σε επαρκείς ερωτήσεις προκειμένου να του δοθεί η δυνατότητα να εξηγήσει κάθε πτυχή του αιτήματός του, ενώ ο αρμόδιος λειτουργός του υπέβαλε τόσο ανοιχτού τύπου ερωτήσεις όσο και ερωτήσεις διευκρινιστικές των λεγομένων του, προκειμένου να καλυφθεί τόσο ο πυρήνας του αιτήματός του, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία, ενώ συνεργάστηκε με τον Αιτητή κατά το στάδιο του προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεώς του.[21] Συνεπώς, οι Καθ' ων η Αίτηση απέσεισαν την εν λόγω απαίτηση συνεργασίας που τους βαραίνει, ήτοι το καθήκον τους να αξιολογούν ενεργώς, σε συνεργασία με τον αιτούντα, τα συναφή στοιχεία της αιτήσεώς του προκειμένου να καταστεί δυνατή η συλλογή όλων των στοιχείων που τεκμηριώνουν την εν λόγω αίτηση.[22]
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του Αιτητή, σημειώνεται καταρχάς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε εξατομικευμένη βάση και υπό το φως όλων των συναφών πραγματικών και νομικών στοιχείων, συμπεριλαμβανομένων των επικρατουσών συνθηκών στη χώρα καταγωγής. Ως εκ τούτου, ο «βάσιμος φόβος» δίωξης δεν δύναται να εδράζεται αποκλειστικά σε υποκειμενικούς ισχυρισμούς του αιτητή, αλλά απαιτείται οι δηλώσεις του να αξιολογούνται σε συνάρτηση με αντικειμενικά και ανεξάρτητα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας καταγωγής (Country of Origin Information – COI).
Η αρχή αυτή υποστηρίζεται διαχρονικά και από την Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, η οποία επισημαίνει ότι η αξιολόγηση του φόβου δίωξης πρέπει να λαμβάνει υπόψη τόσο τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή όσο και τις αντικειμενικές συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του (UNHCR Handbook, §§196-198). Αντίστοιχα, το Εγχειρίδιο της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Αξιοπιστίας αναφέρει ότι η εξωτερική αξιοπιστία προϋποθέτει τη συμβατότητα των ισχυρισμών του αιτητή με διαθέσιμες, ανεξάρτητες και αξιόπιστες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (EUAA, 2018, σελ. 92-95).
Ωστόσο, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η επιβεβαίωση ενός γενικού πλαισίου πολιτικής αστάθειας, κοινωνικής αναταραχής ή παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να θεμελιώσει την ύπαρξη προσωπικού και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης. Όπως ορθώς επισημαίνει η μεθοδολογία της EUAA (Πρακτικός Οδηγός 2024, σελ. 71), οι πληροφορίες χώρας καταγωγής σπανίως μπορούν να επιβεβαιώσουν την επέλευση συγκεκριμένου ιστορικού γεγονότος σε σχέση με συγκεκριμένο πρόσωπο, ιδίως όταν η προσωπική μαρτυρία του αιτητή έχει ήδη κριθεί εσωτερικά μη αξιόπιστη.
Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ειδικότερα με την απόφαση Elgafaji (C-465/07), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αντικειμενική ύπαρξη γενικού κινδύνου ή κατάστασης αστάθειας δεν συνεπάγεται αυτομάτως και την ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης για κάθε πρόσωπο που προέρχεται από τη συγκεκριμένη χώρα ή περιοχή. Αντιθέτως, απαιτείται η ύπαρξη συγκεκριμένων και πειστικών στοιχείων που να συνδέουν προσωπικά τον αιτητή με τον επικαλούμενο κίνδυνο.
Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, μολονότι οι εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν αφενός τη δράση της οργάνωσης Justice et Paix στη ΛΔΚ και αφετέρου το γενικό κλίμα πολιτικής έντασης και αμφισβήτησης που επικράτησε μετά τις εκλογές του 2018 και τη λειτουργία της CENI, οι πληροφορίες αυτές παρέχουν αποκλειστικά το γενικό πλαίσιο αναφοράς και δεν επιβεβαιώνουν τον προσωπικό και εξατομικευμένο πυρήνα των ισχυρισμών του Αιτητή.
Ειδικότερα, ουδεμία εξωτερική πηγή επιβεβαιώνει ότι η μητέρα του Αιτητή στοχοποιήθηκε ή δολοφονήθηκε λόγω της συμμετοχής της στην οργάνωση Justice et Paix, ούτε ότι ο ίδιος αποτέλεσε αντικείμενο πραγματικού ενδιαφέροντος ή δίωξης λόγω της περιορισμένης εργασίας του στην CENI. Ως εκ τούτου, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν δύνανται να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν ούτε να υποκαταστήσουν την έλλειψη επαρκούς εξατομικευμένης τεκμηρίωσης των ισχυρισμών του.
Όπως έχει κριθεί νομολογιακά, οι εθνικές αρχές είναι οι πλέον κατάλληλες να αξιολογήσουν τη γενική αξιοπιστία της αφήγησης του αιτητή (βλ. ΕΔΔΑ, A.A. κατά Ελβετίας, αριθ. προσφυγής 58802/12, σκέψη 59). Καθόσον οι δηλώσεις του αιτητή κρίνονται ως αντιφατικές ή απίθανες, οι διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, οι οποίες αφορούν το γενικό πλαίσιο, δεν δύνανται να θεραπεύσουν την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας ούτε να λειτουργήσουν ως υποκατάστατο της απαιτούμενης εξατομικευμένης τεκμηρίωσης (βλ. ΔΕΕ, απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 2012, M.M., C-277/11, σκέψεις 64-66 A, B and C, C-148/13 κ.ά., σκ. 49 και ΕΔΔΑ, A.A. κατά Ελβετίας, ό.π., σκέψη 62 K.A.B. v. Sweden, αρ. 886/11, 5.9.2013, §§ 13-15· Matsiukhina and Matsiukhin v. Sweden (dec.), αρ. 31260/04, 21.6.2005· και M.O. v. Switzerland, αρ. 60682/16, 20.6.2017, § 79·).
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η πρόσφατη νομολογία του Εφετείου, η οποία υπογραμμίζει ότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν δύνανται να θεραπεύσουν ουσιώδεις αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας της προσωπικής αφήγησης ενός αιτητή διεθνούς προστασίας. Ειδικότερα, στην υπόθεση Ferdinand Ebele Ewelukwa v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Έφεση αρ. 18/2023), κρίθηκε ότι όταν οι δηλώσεις του αιτητή στερούνται παντελώς εσωτερικής συνοχής και αξιοπιστίας, η περαιτέρω διερεύνηση μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής καθίσταται κατ’ ουσίαν αλυσιτελής.
Ομοίως, στην υπόθεση Bolarninwa Emmanuel Johnson v. Κυπριακής Δημοκρατίας (Έφεση αρ. 95/2023), το Εφετείο επανέλαβε ότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν μπορούν να ανατρέψουν ή να υποκαταστήσουν την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή. Εφόσον ο αιτητής αποτυγχάνει να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, παρέχοντας μία συνεκτική, λεπτομερή και βιωματική αφήγηση των επικαλούμενων περιστατικών, οι γενικές πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν επαρκούν ώστε να καλύψουν την έλλειψη εξατομικευμένης τεκμηρίωσης.
Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με το άρθρο 18(5) του Περί Προσφύγων Νόμου, σύμφωνα με το οποίο ο αιτητής φέρει το πρωταρχικό βάρος απόδειξης των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών επί των οποίων εδράζεται το αίτημά του. Στο ίδιο πλαίσιο, η νομολογία του Εφετείου έχει επισημάνει ότι ο αιτητής οφείλει να προσδώσει «βιωματική διάσταση» στην αφήγησή του, ήτοι να παραθέτει συγκεκριμένα προσωπικά βιώματα, περιστατικά και λεπτομέρειες που να καθιστούν το αφήγημά του πειστικό και εξατομικευμένο (AAFAT ALFY NOUH KHALIL v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 153/2023).
Περαιτέρω, τόσο το άρθρο 18 του Περί Προσφύγων Νόμου όσο και οι κατευθυντήριες γραμμές της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες επιβάλλουν στον αιτητή την υποχρέωση να παρέχει όλες τις σχετικές πληροφορίες με όσο το δυνατόν περισσότερη σαφήνεια και λεπτομέρεια. Όταν δε οι δηλώσεις παραμένουν γενικόλογες, αόριστες και στερούμενες προσωπικού και βιωματικού στοιχείου, ούτε η διοίκηση ούτε το Δικαστήριο δύνανται να στηρίξουν κρίση περί ύπαρξης βάσιμου φόβου δίωξης επί υποθέσεων ή γενικών δεδομένων που αφορούν τη χώρα καταγωγής (S.A. v. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 102/2023).
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, στην παρούσα υπόθεση, οι γενικές πληροφορίες που επιβεβαιώνουν πολιτική ένταση, εκλογικές παρατυπίες ή τη δράση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών στη ΛΔΚ δεν αρκούν, αφ’ εαυτών, για να θεμελιώσουν τον προσωπικό και εξατομικευμένο κίνδυνο που επικαλείται ο Αιτητής, ελλείψει αξιόπιστης, συνεκτικής και βιωματικής προσωπικής αφήγησης.
Ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή το «ευεργέτημα της αμφιβολίας», όπως αυτό καθορίζεται στην §204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας. Το ευεργέτημα αυτό δίδεται μόνον όταν ο αιτητής έχει καταβάλει κάθε εύλογη προσπάθεια να τεκμηριώσει τους ισχυρισμούς του, έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία και η συνολική του παρουσία είναι γενικά αξιόπιστη. Στην παρούσα περίπτωση, ο Αιτητής δεν πληροί κανένα από τα ως άνω κριτήρια. (βλ. J.K. and Others v. Sweden [GC], αρ. 59166/12, 23.8.2016, §§ 93 & 97· F.G. v. Sweden [GC], αρ. 43611/11, 23.3.2016, § 113· Matsiukhina and Matsiukhin v. Sweden (dec.), αρ. 31260/04, 21.6.2005· M.O. v. Switzerland, αρ. 60682/16, 20.6.2017, § 79· και ΔΕΕ, A, B and C, συνεκδ. υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13, σκ. 49, 71
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί στην αξιολόγηση του κατά πόσον ο Αιτητής θεμελίωσε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Παρατηρείται ότι η διοίκηση αποδέχθηκε αποκλειστικά τα στοιχεία ταυτότητας, ιθαγένειας και τόπου συνήθους διαμονής του Αιτητή, ενώ οι ουσιώδεις ισχυρισμοί επί των οποίων θεμελιώθηκε ο επικαλούμενος φόβος δίωξης απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι η εν λόγω κατάληξη ήταν εύλογη και επαρκώς αιτιολογημένη. Παρά τις γενικές πληροφορίες περί πολιτικής έντασης και εκλογικών αμφισβητήσεων στη ΛΔΚ κατά την επίμαχη περίοδο, δεν προέκυψε οποιαδήποτε αξιόπιστη και εξατομικευμένη σύνδεση του ίδιου του Αιτητή με περιστατικά δίωξης ή πραγματικό ενδιαφέρον των αρχών ή άλλων φορέων εις βάρος του. Αντιθέτως, ο ίδιος δήλωσε επανειλημμένως ότι δεν γνώριζε ποιοι τον απειλούσαν ούτε ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια για ποιο λόγο θα στοχοποιείτο προσωπικά λόγω της εργασίας του στην CENI.
Περαιτέρω, το προσκομισθέν έγγραφο κλήσης δεν κρίθηκε ικανό να ανατρέψει τα πιο πάνω συμπεράσματα, καθότι ο Αιτητής δεν παρείχε σαφείς και πειστικές εξηγήσεις ως προς τις περιστάσεις έκδοσής του, την προέλευσή του ή τον τρόπο με τον οποίο εξήλθε από τη χώρα χωρίς οποιοδήποτε πρόβλημα, παρά την υποτιθέμενη αναζήτησή του από τις αρχές.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να αποδείξει, στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, ότι διατρέχει προσωπικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης για λόγους που εμπίπτουν στο προστατευτικό πεδίο της Σύμβασης της Γενεύης.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα, ως προς το άρθρο 19(2)(α), δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο επιβολής ή εκτέλεσης θανατικής ποινής στη χώρα καταγωγής του. Ουδέν αξιόπιστο στοιχείο καταδεικνύει ότι εκκρεμεί εις βάρος του ποινική διαδικασία τέτοιας φύσεως ή ότι καταζητείται από τις αρχές για αδίκημα το οποίο θα μπορούσε να επισύρει τέτοια ποινή. Οι σχετικοί ισχυρισμοί του περί αναζήτησής του από άγνωστα πρόσωπα ή αρχές απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι και δεν επιβεβαιώνονται από αντικειμενικά στοιχεία.
Περαιτέρω, ως προς το άρθρο 19(2)(β), το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει πραγματικό κίνδυνο ο Αιτητής να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία σε περίπτωση επιστροφής του. Παρά το γενικό πλαίσιο πολιτικής έντασης και τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων που εξακολουθούν να καταγράφονται στη ΛΔΚ, δεν προέκυψαν συγκεκριμένα εξατομικευμένα στοιχεία που να συνδέουν προσωπικά τον Αιτητή με κίνδυνο τέτοιας μεταχείρισης. Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί επί των οποίων επιχειρήθηκε να θεμελιωθεί ο εν λόγω φόβος απορρίφθηκαν λόγω έλλειψης αξιοπιστίας, ενώ οι πληροφορίες χώρας καταγωγής αφορούν γενικές συνθήκες και όχι προσωπική στοχοποίηση του ιδίου.
Το Δικαστήριο λαμβάνει περαιτέρω υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή. Πρόκειται για νεαρής ηλικίας ενήλικο άνδρα, άγαμο, χωρίς εξαρτώμενα μέλη, ο οποίος βρίσκεται σε καλή κατάσταση υγείας και δεν προέκυψε ότι αντιμετωπίζει οποιοδήποτε σοβαρό ιατρικό ή ψυχολογικό πρόβλημα. Επιπλέον, διαθέτει μορφωτικό επίπεδο και προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία, στοιχεία που καταδεικνύουν ότι είναι πρόσωπο λειτουργικό και ικανό να επανενταχθεί κοινωνικά και επαγγελματικά στη χώρα καταγωγής του. Δεν προέκυψε ότι στερείται οικογενειακού ή κοινωνικού δικτύου στη ΛΔΚ ούτε ότι ανήκει σε ιδιαίτερα ευάλωτη κατηγορία προσώπων.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του δεν θα τον εκθέσει σε πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του ΕΔΑΔ, και και ιδίως τις υποθέσεις Vilvarajah and Others v. the United Kingdom (30.10.1991, §§ 107-108 & 111), Saadi v. Italy [GC] (28.2.2008, §§ 124-125 & 128-129), F.G. v. Sweden [GC] (23.3.2016, §§ 111-115) και J.K. and Others v. Sweden [GC] (23.8.2016, §§ 79, 86 & 94) για τη στοιχειοθέτηση παραβίασης του άρθρου 3 απαιτείται η ύπαρξη σοβαρών και αποδεδειγμένων λόγων που να καταδεικνύουν ότι το ενδιαφερόμενο πρόσωπο διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο απαγορευμένης μεταχείρισης. Στην παρούσα υπόθεση, τέτοιος κίνδυνος δεν αποδείχθηκε.
Δεν προέκυψε επίσης οποιαδήποτε ευαλωτότητα υγείας ή ανάγκη ιατρικής μεταχείρισης, που να εγείρει ζητήματα υπό το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ κατά την έννοια της απόφασης Paposhvili v. Belgium προσφυγή αρ. 41738/10, απόφαση της 13.12.2016, σκέψεις 178-183.
Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN[23], το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.
Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, προς εξέταση της κατάστασης που επικρατεί σε αυτήν και συγκεκριμένα στη Kinshasa.
Σύμφωνα με περιοδική έκθεση της War Watch ( πρώην Rule of Law in Armed Conflict / RULAC) της Ακαδημίας της Γενεύης, η οποία αφορά την περίοδο μεταξύ Ιουλίου 2024 και Ιουνίου 2025, η ΛΔΚ εμπλέκεται σε διεθνείς και μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις. Αφενός μεν, εντός των εδαφών της δραστηριοποιούνται μη κρατικές ένοπλες ομάδες, μεταξύ των οποίων οι ADF (Allied Democratic Forces), Mai-Mai Yakutumba, FDLR (Forces démocratiques de libération du Rwanda), CODECO (Coopérative de développement économique du Congo) και M23[24]. Ειρηνευτική αποστολή των Ηνωμένων Εθνών (UN Organization Stabilization Mission in the Democratic Republic of the Congo- MONUSCO) υποστηρίζει τις ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ και το Συμβούλιο Ασφαλείας αποφάσισε την επέκταση της εντολής της MONUSCO μέχρι τις 20.12.2026[25].
Οι ανωτέρω συγκρούσεις ενέχουν παράλληλα χαρακτηριστικά διεθνούς σύγκρουσης, καθώς κατά την περίοδο αναφοράς, οι ένοπλες δυνάμεις της ΛΔΚ (FARDC), υποστηριζόμενες από τη MONUSCO και τις Ένοπλες Δυνάμεις του Μπουρούντι (FDNB), και οι αντίπαλες δυνάμεις της Ρουάντα που δρούσαν παράλληλα με την M23, συμμετείχαν σε μια διεθνή ένοπλη σύγκρουση με τέσσερις μορφές. Πρώτον, οι εχθροπραξίες ισοδυναμούσαν με μια παραδοσιακή διεθνή ένοπλη σύγκρουση μεταξύ της ΛΔΚ και της Ρουάντα. Δεύτερον, υπήρχε μια διεθνής ένοπλη σύγκρουση δι' αντιπροσώπων μεταξύ της ΛΔΚ και της Ρουάντα, με την M23 να λειτουργεί ως αντιπρόσωπος της Ρουάντα. Τρίτον, η Ρουάντα κατείχε μέρος της ΛΔΚ με τις δικές της δυνάμεις. Τέταρτον, η κατοχή του εδάφους της ΛΔΚ από τη Ρουάντα γινόταν μέσω της M23. Σύμφωνα με μια προσέγγιση που βασίζεται στην υποστήριξη, η MONUSCO και οι ένοπλες δυνάμεις του Burundi (FDNB) ήταν μέρη της σύγκρουσης μεταξύ της ΛΔΚ και της Ρουάντα. Επιπλέον, η ΛΔΚ βασιζόταν όλο και περισσότερο σε ιδιωτικές στρατιωτικές και ασφαλιστικές εταιρείες εναντίον της Ρουάντα και της M23[26].
Από τις ανωτέρω πληροφορίες αναφορικά με τις ένοπλες συγκρούσεις που πλήττουν τη ΛΔΚ εκλείπει οιαδήποτε αναφορά στην πρωτεύουσα Kinshasa, διαπίστωση η οποία συμβαδίζει με τις αναφορές της War Watch σχετικά τις επιθέσεις κατά των αμάχων, την επισιτιστική κρίση και τον αναγκαστικό εκτοπισμό που επέφεραν οι ένοπλες συγκρούσεις που πλήττουν τη ΛΔΚ, οι οποίες περιορίζονται αποκλειστικά στις ανατολικές επαρχίες της ΛΔΚ, Bόρειο και Νότιο Kivu, Itury και Tanganyika[27].
Η ανωτέρω εικόνα σχετικά με την Kinshasa επιβεβαιώνεται και από τα ποσοτικά και ποιοτικά της πλατφόρμας ACLED, η οποία στην ευρύτερη επαρχία της Kinshasa, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους καταγράφει 153 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν το θάνατο 56 ατόμων[28], με τον πληθυσμό μόνο της πόλης της Kinshasa να ανέρχεται, το 2026, στους περίπου 18,6 εκατομμύρια κατοίκους[29].
Υπό το φως των ανωτέρω πληροφοριών χώρας καταγωγής, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά την αδιαμφισβήτητη ύπαρξη σοβαρών και παρατεταμένων ένοπλων συγκρούσεων σε ορισμένες περιοχές της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ιδίως στις ανατολικές επαρχίες της χώρας, η κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, ήτοι τον τόπο συνήθους διαμονής και πιθανής επιστροφής του Αιτητή, δεν χαρακτηρίζεται από επίπεδο αδιακρίτως ασκούμενης βίας τέτοιας έντασης ώστε να πληρούται το κατώφλι εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, όπως αυτό ερμηνεύθηκε στη νομολογία Elgafaji και CF και DN.
Ειδικότερα, από τις διαθέσιμες και αξιόπιστες εξωτερικές πηγές προκύπτει ότι οι ένοπλες συγκρούσεις, οι μαζικές εκτοπίσεις πληθυσμών, οι επιθέσεις κατά αμάχων και οι ανθρωπιστικές επιπτώσεις εντοπίζονται κυρίως στις ανατολικές επαρχίες North Kivu, South Kivu, Ituri και Tanganyika και όχι στην πρωτεύουσα Kinshasa. Η δε απουσία αναφορών περί ενεργούς ένοπλης δραστηριότητας στην Kinshasa επιβεβαιώνεται τόσο από τις εκθέσεις της War Watch όσο και από τα ποσοτικά δεδομένα της ACLED.
Το Δικαστήριο λαμβάνει περαιτέρω υπόψη ότι, σύμφωνα με τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία, ο αριθμός περιστατικών ασφαλείας και θυμάτων στην επαρχία της Kinshasa παραμένει εξαιρετικά περιορισμένος σε αναλογία με τον συνολικό πληθυσμό της περιοχής, ο οποίος ανέρχεται σε περίπου 18,6 εκατομμύρια κατοίκους. Τα δεδομένα αυτά δεν καταδεικνύουν ύπαρξη γενικευμένης κατάστασης βίας τέτοιας έντασης ώστε κάθε άμαχος, λόγω και μόνον της παρουσίας του στην περιοχή, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει την ύπαρξη οποιωνδήποτε ιδιαίτερων προσωπικών χαρακτηριστικών ή εξατομικευμένων περιστάσεων που να διαφοροποιούν την περίπτωση του Αιτητή από τον γενικό πληθυσμό της Kinshasa ή να μειώνουν το απαιτούμενο κατώφλι αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά την έννοια της νομολογίας Elgafaji. Αντιθέτως, πρόκειται για νεαρής ηλικίας, υγιή και λειτουργικό ενήλικο άνδρα, χωρίς αποδεδειγμένα στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας.
Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στην Kinshasa της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας στο πλαίσιο διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ώστε να δικαιολογείται η υπαγωγή του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσας, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα απορρίφθηκε η αίτησή του για διεθνή προστασία. Η απόφαση της Διοίκησης, αποτελεί προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων, σύμφωνα και με το Νόμο και είναι πλήρως αιτιολογημένη.
Ορθά η Διοίκηση, κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δεν στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».
Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιον της. Οι Καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, ο λειτουργός παρείχε επαρκή αιτιολογία για το λόγο μη υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η δε αιτιολογία συμπληρώνεται και από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, ιδίως δε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, το πρακτικό της συνέντευξης και την εισήγηση του λειτουργού. (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427),
Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ.ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π
[1] www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2023-02/Evidence_credibility_judicial_analysis_second_edition.pdf
[2] Human Rights Watch Democratic Republic of Congo
Events of 2024 https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/democratic-republic-congo
[3] https://cejprdc.org/, (21/01/2026)
[4] Όπ. π.
[5] UNCAC Coalition, Episcopal Commission for Justice and Peace (CEJP), n.d., https://uncaccoalition.org/anti-corruption-platforms/africa/democratic-republic-of-the-congo/commission-episcopale-justice-et-paix/, (21/01/2026)
[6] Aciafrica, Catholic Church Commission in DR Congo Declares September 21 Annual National Day for “peace, democracy, living together”, 10/09/2025, https://www.aciafrica.org/news/17497/catholic-church-commission-in-dr-congo-declares-september-21-annual-national-day-for-peace-democracy-living-together, (21/01/2026)
[7] The Electoral Commissions Forum of SADC Countries (ECF-SADC), DRC - Commission Electorale Nationale Independante (CENI), n.d., https://www.ecfsadc.org/members/drc-commission-electorale-nationale-independante/, (21/01/2026).
[8] African Arguments, Congo's 2018 elections: An analysis of implausible results, January 2019, διαθέσιμο σε https://africanarguments.org/2019/01/drc-election-results-analysis-implausible/, (ημ. πρ. 21/01/2026).
[9] BBC, DR Congo presidential election: Outcry as Tshisekedi named winner, January 2019, διαθέσιμο σε https://www.bbc.com/news/world-africa-46819303, (ημ. πρ. 21/01/2026).
[10] VOA, Protests, Anger Predicted After Congo Names Surprise Election Winner, January 2019, διαθέσιμο σε https://www.voanews.com/a/congo-catholic-church-challenges-presidential-election-results/4737185.html, (ημ. πρόσβ. 21/01/2026).
[11] Όπ. π.
[12] MOE SYMOCEL, Déclaration Préliminaire Elections du 30 Decembre 2018, Jan. 3, 2019, p. 7; MOE
JPC/CENCO, Rapport Préliminaire de la Mission d'Observation Electorale, Jan. 2019, power point presentation, slide 16
[13] Ο κωδικός QR είναι μια μηχανικά αναγνώσιμη, δισδιάστατη οπτική ετικέτα που χρησιμοποιείται για τη μετάδοση πληροφοριών.
[14] MOE JPC/CENCO Rapport Préliminaire, PPT presentation, p. 29; MOE SYMOCEL, Déclaration Préliminaire, p. 8.
[15] MOE SYMOCEL, Déclaration Préliminaire, p. 9.
[16] The Carter Center, Democratic Republic of the Congo 2018 Harmonized Presidential, Parliamentary and Provincial Elections Expert Mission Report, 2018, διαθέσιμο σε https://www.cartercenter.org/resources/pdfs/news/peace_publications/election_reports/drc-2018-election-report-final-en.pdf, (ημ. πρόσβ. 21/01/2026)
[17] Aljazeera, 'Major' irregularities with DR Congo vote count: Poll observers, 08/01/2019, διαθέσιμο σε https://www.aljazeera.com/news/2019/1/8/major-irregularities-with-dr-congo-vote-count-poll-observers, (ημ. πρόσβ. 21/01/2026).
[18] The Electoral Commissions Forum of SADC Countries (ECF-SADC), DRC - Commission Electorale Nationale Independante (CENI) , n.d., διαθέσιμο σε https://www.ecfsadc.org/members/drc-commission-electorale-nationale-independante/, (ημ. πρόσβ. 21/01/2026).
[19] Voice of America, Several Wounded as DR Congo Police Break Up Banned Election Protest, December 2023, διαθέσιμο σε https://www.voanews.com/a/several-wounded-as-dr-congo-police-break-up-banned-election-protest/7414197.html, (ημ. πρόσβ. 21/01/2026)
[20] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-EL.pdf
[21] M. Κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, C‑277/11 22ας Νοεμβρίου 2012υποσημείωση 82, σκέψη 65. βλέπε επίσης Βλ. C‑473/16, EU:C:2018:36, σκέψη 28.
[22] Βλ. C‑349/20 σκέψη 65 και 66
[23] ΔΕΕ, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, απόφαση της 10.6.2021, σκέψεις 43-47.
[24] War Watch, Democratic Republic of the Congo Reporting period: July 2024 - June 2025
https://www.rulac.org/browse/conflicts/non-international-armed-conflict-in-democratic-republic-of-congo#collapse1accord, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/01/2026)
[25] Security Council Report, Democratic Republic of the Congo: Vote on MONUSCO Mandate Renewal*, 19/12/2025, https://www.securitycouncilreport.org/whatsinblue/2025/12/democratic-republic-of-the-congo-vote-on-monusco-mandate-renewal-3.php#:~:text=The%20draft%20resolution%20in%20blue,personnel%20in%20formed%20police%20units., (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/01/2026)
[26] War Watch, Democratic Republic of the Congo Reporting period: July 2024 - June 2025, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-congo/?tab=tab-3&subtab=573-2, (21/01/2026).
[27] Όπ. π.
[28] ACCLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PROJECT,
The Armed Conflict Location & Event Data Project, 2025, https://acleddata.com/explorer/, conflict data, data platforms, explorer, Democratic Republic of the KOngo, view country profile, Past Year, All Events, Kinshasa, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 21.01.2026)
[29] https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 18/01/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο