ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 138/25
7 Μαΐου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
G.B.M.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω του Υπουργού Εσωτερικών,
Της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
..................................................
Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου
Ραφαέλλα Β. Μαλεκκίδου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Χαράλαμπος Καστάνας, Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 25/11/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Λαϊκής Δημοκρατίας του Κονγκό (στο εξής «Λ.Δ.Κ.») και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 15/01/2022, αφού εισήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στις 26/01/2022 παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 08/10/2024 πραγματοποιήθηκε προφορική συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής «ο αρμόδιος λειτουργός»). Ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή. Στις 25/11/2024, συγκεκριμένος λειτουργός που δύναται δυνάμει σχετικής εξουσιοδότησης από τον Υπουργό Εσωτερικών να εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης. Στις 19/12/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιο αυθημερόν. Ο αιτητής καταχώρισε στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
H ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή, με τη γραπτή του αγόρευση, προβάλλει τους πιο κάτω νομικούς ισχυρισμούς: 1) Η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, 2) Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν πλάνης περί τα πράγματα και κατάχρησης εξουσίας και 3) Η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης αιτιολογίας. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου, η συνήγορος του αιτητή απέσυρε όλους τους ισχυρισμούς και δήλωσε ότι προωθεί μόνο το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο. Η συνήγορος του αιτητή, στα πλαίσια της Γραπτής της Αγόρευσης, ισχυρίζεται πως η μητέρα του αιτητή είναι δασκάλα στο αγγλόφωνο Καμερούν και ότι αντιμετώπισε προβλήματα με τους αποσχιστές. Τα γεγονότα αυτά δεν συνδέονται καθόλου με τους ισχυρισμούς που προωθεί ο αιτητής κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του. Επιπρόσθετα, δεν έθεσε τα ζητήματα αυτά αναλυτικά ενώπιόν μου με το ορθό δικονομικό διάβημα και κατά συνέπεια οι ισχυρισμοί αυτοί ακόμα και να ήταν σχετικοί, προβάλλονται με γενικό και αόριστο τρόπο και ως τέτοιοι δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και απορρίπτονται.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας, χωρίς να εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη και είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Επιπρόσθετα, εισηγείται ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημά του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, αλλά ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας των απειλών που δεχόταν κατά της ζωής του, καθώς ήταν επικεφαλής λατρείας και βοηθούσε τον πάστορα σε εκκλησία αφύπνισης. Πρόσθεσε ότι μία ημέρα ένας από τους πιστούς απεβίωσε αιφνιδίως εντός της εκκλησίας κατά τη διάρκεια της λειτουργίας και ότι, σε αντίποινα, η οικογένεια του εν λόγω προσώπου επιδίωκε να τον σκοτώσει, προκειμένου να εκδικηθεί τον θάνατό του.
Κατά τη διάρκεια της προφορικής του συνέντευξης και ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο αιτητής δήλωσε ως τόπο καταγωγής του την Kinshasa και συγκεκριμένα τη περιοχή Limete όπου διέμενε πριν από την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής του (ερυθρό 39 5x 6x 7x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι είναι άγαμος, ότι ο πατέρας του απεβίωσε το 2023 λόγω καρδιακής προσβολής και ότι η μητέρα του διαβιεί μαζί με έναν εκ των αδελφών του στην περιοχή Limete της Kinshasa, ενώ έχει πέντε αδελφές, εκ των οποίων τέσσερις διαβιούν στην Kinshasa και μία στη Lubumbashi (ερυθρό 40 1x 2x του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με το μορφωτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση (ερυθρό 41 6x 7x του διοικητικού φακέλου). Ως προς την εργασιακή του εμπειρία, ανέφερε ότι από το 2005 μέχρι και την αναχώρησή του από τη χώρα εργαζόταν ως βαφέας (ερυθρό 40 7x 39 1x του διοικητικού φακέλου).
Όσον αφορά το ταξίδι του προς τη Δημοκρατία, αξίζει να σημειωθεί ότι εγκατέλειψε τη χώρα του στις 24/11/2021 από την Kinshasa, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την έξοδo του από το αεροδρόμιο, και εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, όπου διέμεινε για διάστημα δύο εβδομάδων (ερυθρό 38 2x του διοικητικού φακέλου). Τέλος, δήλωσε ότι ταξίδεψε μόνος του και ότι οργάνωσε το ταξίδι του με τη βοήθεια κάποιου φίλου του (ερυθρό 38 3x 4x του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής ανέφερε, κατά τη διάρκεια της ελεύθερης αφήγησής του, ότι ήταν πάστορας στην εκκλησία Pierre Vivante και ότι μία ημέρα, αφού ολοκλήρωσε το κήρυγμα, κάλεσε τους πιστούς να προσέλθουν ενώπιον του για να προσευχηθεί για αυτούς. Πρόσθεσε ότι, κατά την προσευχή, τοποθετεί μικρή ποσότητα λαδιού στο χέρι του και αγγίζει το κεφάλι τους. Ακολούθως, ανέφερε ότι ενώ ολοκλήρωνε την προσευχή, κατά λάθος του έπεσε το μπουκάλι με το λάδι και κάλεσε έναν νεαρό άνδρα να καθαρίσει, ο οποίος λόγω της ολισθηρότητας, έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του στις σκάλες. Ανέφερε επίσης ότι ο εν λόγω άνδρας τραυματίστηκε και αιμορραγούσε, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να συνεχίσουν τη λειτουργία και ότι ζήτησε από τους πιστούς να αποχωρήσουν, ενώ ο ίδιος μαζί με έναν άλλο άνδρα, τον μετέφεραν στο νοσοκομείο, όπου τον ανέλαβε το τμήμα επειγόντων περιστατικών.
Ισχυρίστηκε πως όταν μετέβησαν στο νοσοκομείο, βρίσκονταν εκεί μέλη της οικογένειας του εν λόγω προσώπου, στα οποία εξήγησε τι συνέβη, ενώ ιατρός τον συμβούλευσε να μεταβεί σε ασφαλές μέρος, καθώς το πρόσωπο αυτό είχε αποβιώσει. Όταν ανακοινώθηκε ο θάνατος, ανέφερε ότι μέλη της οικογένειας επιχείρησαν να τον χτυπήσουν και τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν, ενώ η ασφάλεια του νοσοκομείου τον μετέφερε σε άλλο χώρο και τον βοήθησε να αποχωρήσει. Ακολούθως, ανέφερε ότι μετέβη στην οικία του και την επόμενη ημέρα πήγε στην αστυνομία για να καταγγείλει το περιστατικό, όπου είδε τον πατέρα του αποβιώσαντος. Πρόσθεσε ότι κρατήθηκε στο αστυνομικό τμήμα για πέντε ημέρες και στη συνέχεια αφέθηκε προσωρινά ελεύθερος. Μερικές ημέρες αργότερα, μέλη της οικογένειας του αποβιώσαντος μετέβησαν στην οικία του, τον χτύπησαν με ξύλινα αντικείμενα, προκάλεσαν ζημιές στην κατοικία του και ο ίδιος κατάφερε να διαφύγει, ενώ την επόμενη ημέρα μετέβη εκ νέου στην αστυνομία. Περαιτέρω, ανέφερε ότι στις 27 Οκτωβρίου ο μεγαλύτερος αδελφός του αποβιώσαντος, μαζί με τρεις άλλους άνδρες, μετέβησαν στην οικία του, τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν και τον χτύπησαν με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις του και να ξυπνήσει στο νοσοκομείο όπου διαπίστωσε ότι το πρόσωπο του ήταν πρησμένο και ότι αντιμετώπιζε προβλήματα ακοής.
Ισχυρίστηκε πως ο γείτονας του τον ενημέρωσε για τα γεγονότα, καθώς ο ίδιος δεν είχε συνείδηση των όσων συνέβησαν και όπως ισχυρίστηκε, αφού έλαβε περίθαλψη, μετέβη εκ νέου στην αστυνομία. Στη συνέχεια, ανέφερε ότι μετέβη σε άλλο μέρος, πλην όμως η οικογένεια που τον αναζητούσε πληροφορήθηκε ότι ήταν εν ζωή, καθώς είχε απευθυνθεί στην αστυνομία και μετέβη στην οικία του, όπου απείλησε τον αδελφό του, με αποτέλεσμα εκείνος να μεταβεί προκειμένου να διαμείνει με τη μητέρα τους. Πρόσθεσε ότι, επειδή ο μεγαλύτερος αδελφός του αποβιώσαντος είναι γνωστός στην περιοχή και έχει τη δυνατότητα να σκοτώσει όποιον έχει διαφορά μαζί του, απευθύνθηκε σε φίλο του που εργαζόταν σε ταξιδιωτικό γραφείο για να τον βοηθήσει να εγκαταλείψει τη χώρα. Τέλος, ανέφερε ότι, μετά την αναχώρηση του, η οικογένεια του αποβιώσαντος συνέχισε να απειλεί την οικογένεια του και μετέβη στην οικία των γονέων του προκαλώντας εκτεταμένες ζημιές και τους είπε ότι αφού ο γιος σας σκότωσε τον δικό μας, θα τον σκοτώσουμε και εμείς, ενώ ταυτόχρονα επιτέθηκαν στους γονείς του, με αποτέλεσμα ο πατέρας του να υποστεί καρδιακή προσβολή. Ανέφερε ότι έκτοτε απειλούν τη μητέρα του σε μηνιαία βάση (ερυθρό 42 1x του διοικητικού φακέλου). Τέλος, ανέφερε πως σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, θα τον σκοτώσουν (ερυθρό 32 12x του διοικητικού φακέλου).
Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή μέσω πρόσθετων ερωτήσεων να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και του τέθηκαν αρχικά ερωτήματα αναφορικά με την ιδιότητα του ως πάστορας. Σε σχέση με τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις, ο αιτητής ανέφερε ότι είναι μέλος χριστιανικού κινήματος αναζωπύρωσης, ότι προσεύχεται και ότι είναι πάστορας σε εκκλησία αφύπνισης, ενώ, όταν ερωτήθηκε εάν επιθυμεί να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω, απάντησε αρνητικά (ερυθρό 36 5x 6x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς αναφορικά με την εκκλησία στην οποία ήταν πάστορας, απάντησε ότι πρόκειται για εκκλησία αφύπνισης στην περιοχή Kinganbwa, στην Kinshasa, προσθέτοντας ότι απέχει περίπου μιάμιση ώρα από την οικία των γονέων του (ερυθρό 36 7x 9x του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του, ανέφερε ότι ήταν πάστορας και καθοδηγούσε τόσο τα νεαρά όσο και τα μεγαλύτερα άτομα στην εκκλησία, διευκρινίζοντας ότι πρόκειται για πρόσωπο που καθοδηγεί τους πιστούς και τους υποδεικνύει πως να είναι καλοί χριστιανοί, ενώ, όταν ερωτήθηκε εάν επιθυμεί να προσθέσει οτιδήποτε επιπρόσθετο, απάντησε αρνητικά (ερυθρό 35 1x 2x 3x του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, ανέφερε ότι αμειβόταν για την ιδιότητα του ως πάστορας, ενώ, όταν ερωτήθηκε γιατί δεν το ανέφερε νωρίτερα ως μέρος της εργασιακής του εμπειρίας, απάντησε ότι πρόκειται για λειτούργημα και όχι για εργασία, καθώς εργαζόταν ως βαφέας κατά τη διάρκεια της ημέρας και στη συνέχεια μετέβαινε στην εκκλησία (ερυθρό 35 7x 8x 9x του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως, του τέθηκαν ερωτήματα αναφορικά με το περιστατικό που οδήγησε στον θάνατο του πιστού στην εκκλησία. Όταν του ζητήθηκε να παράσχει περισσότερες πληροφορίες για το εν λόγω άτομο, απάντησε ότι εργαζόταν στην εκκλησία, καλωσορίζοντας τους πιστούς και υποδεικνύοντας τους που να κάθονται, ενώ ταυτόχρονα οργάνωνε το μικρόφωνο και κάλυπτε τις ανάγκες του πάστορα (ερυθρό 35 12x του διοικητικού φακέλου). Σε επαναληπτική ερώτηση για το εν λόγω άτομο, απάντησε ότι ανήκε στο τυπικό της εκκλησίας, ενώ, όταν ερωτήθηκε για τον λόγο για τον οποίο δεν μπορούσε να το περιγράψει, ανέφερε ότι δεν το γνώριζε εκτός του χώρου της εκκλησίας, αλλά μόνο εντός αυτής (ερυθρό 34 1x 2x 3x του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τον θάνατο του εν λόγω ατόμου, δήλωσε ότι ο ιατρός τους ενημέρωσε πως είχε αποβιώσει κατά τη μεταφορά του στο νοσοκομείο, ενώ, όταν του ζητήθηκε να διευκρινίσει τι ακριβώς του είπε ο ιατρός, απάντησε ότι του ανέφερε πως το άτομο που μετέφεραν ήταν ήδη νεκρό (ερυθρό 34 8x 10x 11x του διοικητικού φακέλου). Περαιτέρω, ερωτήθηκε πως η οικογένεια του εν λόγω ατόμου γνώριζε ότι μετέβαιναν στο νοσοκομείο, δεδομένου ότι ανέφερε πως βρισκόταν ήδη εκεί, επί του οποίου απάντησε ότι δεν γνωρίζει, αλλά ότι υπήρχαν πολλά άτομα στην εκκλησία και πιθανόν κάποιος να τους ενημέρωσε (ερυθρό 33 2x του διοικητικού φακέλου).
Επιπλέον, του τέθηκαν ερωτήματα αναφορικά με τις απειλές στις οποίες αναφέρθηκε. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει όλες τις απειλές, απάντησε ότι έλαβε μία απειλή στις 14, μία στις 23 και μία στις 27 του μηνός, ενώ, όταν ερωτήθηκε εάν επιθυμεί να προσθέσει οτιδήποτε περαιτέρω, απάντησε αρνητικά (ερυθρό 33 6x 7x του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την παρέμβαση της αστυνομίας, δήλωσε ότι μετέβη στο αστυνομικό τμήμα τρεις φορές. Όταν του ζητήθηκε να παράσχει περισσότερες πληροφορίες επί αυτού, ανέφερε ότι μετέβη στις 15, 24 και 27 του μηνός, ενώ, όταν ερωτήθηκε σχετικά με την κράτηση του, απάντησε ότι, αφού μετέβη και εξήγησε τι συνέβη, του ζητήθηκε να παραμείνει εκεί (ερυθρό 32 1x 2x 4x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς ως προς τη διαφοροποίηση σε σχέση με τις προηγούμενες δηλώσεις του ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε, διευκρίνισε πως δεν επρόκειτο για σύλληψη, καθότι μετέβη ο ίδιος στην αστυνομία (ερυθρό 32 6x του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως, δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή να εξηγήσει την αντίφαση στα λεγόμενα του σε σχέση με προγενέστερες δηλώσεις του. Αρχικώς, ερωτήθηκε ως προς τη διαφοροποίηση στις δηλώσεις του αναφορικά με τον τόπο τελευταίας διαμονής του, καθότι αφενός ανέφερε ότι διέμενε στην ίδια οικία μέχρι και την αναχώρηση του και αφετέρου ότι κρυβόταν, όπου ο αιτητής διευκρίνισε πως όταν αποχώρησε από την οικία του, δεν διέθετε σταθερή διεύθυνση, καθώς διέμενε εκτός κατοικίας (ερυθρό 30 1x του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, ερωτήθηκε πως αφενός περιέγραψε μία συνήθη ημέρα κατά τη διάρκεια των έξι τελευταίων μηνών της διαμονής του στη χώρα καταγωγής και αφετέρου, ισχυρίστηκε ότι δεχόταν απειλές και κρυβόταν, επί του οποίου απάντησε ότι ενδεχομένως δεν είχε κατανοήσει ορθά την ερώτηση (ερυθρό 30 4x του διοικητικού φακέλου). Τέλος, σχετικά με τη δυνατότητα να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της ΛΔΚ, υπήρξε αρνητικός, επικαλούμενος ότι δεν έχει κάποιο μέρος να διαμείνει (ερυθρό 31 3x του διοικητικού φακέλου).
Ο αρμόδιος λειτουργός, αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του αιτητή κατά τη συνέντευξή του, διέκρινε στην έκθεση-εισήγησή του πέντε ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι αφορούν: 1) τα προσωπικά του στοιχεία, 2) την ιδιότητα του ως πάστορα, 3) το περιστατικό κατά το οποίο τραυματίστηκε πιστός εντός της εκκλησίας, 4) τις καταγγελίες του αιτητή στην αστυνομία, την κράτηση του και τις απειλές που δέχθηκε από την οικογένεια του αποβιώσαντος και 5) τον φόβο επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του, καθώς κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του παρουσίαζαν συνοχή και συνέπεια και ότι αυτές συνάδουν με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή διακρίνονταν από έλλειψη επαρκών πληροφοριών, ενώ παρουσίαζαν και αντιφάσεις. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν αιτιολόγησε επαρκώς την ιδιότητα του ως πάστορας, καθότι αναμενόταν να δηλώσει εξ υπαρχής ότι λάμβανε χρηματική αμοιβή και να το αναφέρει ως μέρος της εργασιακής του εμπειρίας, ενώ έκρινε επίσης ότι δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τις δηλώσεις του αναφορικά με την πίστη του, δεδομένου ότι αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει τι ακριβώς πρεσβεύει το θρήσκευμα του, καθώς και πληροφορίες για την εκκλησία, τους πιστούς που τη συγκροτούν και την απόσταση που διένυε για να μεταβαίνει σε αυτήν. Έκρινε επίσης ο λειτουργός ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει αναλυτικά τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του ως πάστορας, ενώ εντοπίστηκαν ασυνέπειες σε σχέση με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, καθότι η εκκλησία στην οποία αναφέρθηκε δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί. Κατά συνέπεια, κρίθηκε πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του δεν τεκμηριώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι η εκκλησία και η συγκεκριμένη ιδιότητα του αιτητή ως πάστορα δεν επιβεβαιώθηκαν και κατά συνέπεια, βάσει των διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης για τις ευαγγελικές εκκλησίες, καθώς και δεδομένης της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού, κατέληξε ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός, καθότι, αφενός οι δηλώσεις του αιτητή δεν συνάδουν με τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και αφετέρου, δεν θεμελιώνεται η εσωτερική αξιοπιστία των λεγομένων του.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή διακρίνονταν από έλλειψη ικανοποιητικών πληροφοριών, ενώ παρατηρήθηκαν αντιφάσεις και ασάφειες. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή ως προς το περιστατικό και τον θάνατο του εν λόγω ατόμου στερούνταν ικανοποιητικών πληροφοριών, καθότι αναμενόταν να αναφέρει το όνομα του νοσοκομείου, την περιοχή στην οποία αυτό βρισκόταν, το όνομα και την ειδικότητα του ιατρού, να είναι σε θέση να τον περιγράψει, καθώς και να αναφέρει την απόσταση που διήνυσε και τον τρόπο με τον οποίο μετέβη στο νοσοκομείο. Επιπλέον, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αναφορικά με τον αποθανόντα ήταν ασαφείς και στερούνταν ικανοποιητικών πληροφοριών, καθότι αναμενόταν να είναι σε θέση να περιγράψει την εξωτερική εμφάνιση του ατόμου, να παρέχει βασικές πληροφορίες για αυτό, να προβεί σε στοιχειώδεις αναφορές σε σχέση με την προσωπικότητά του, να αιτιολογήσει τον θάνατό του και να παράσχει πληροφορίες σχετικά με τον τραυματισμό του. Εν κατακλείδι, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με τα συμβάντα που ακολούθησαν δεν αιτιολογήθηκαν επαρκώς, καθότι αναμενόταν να είναι σε θέση να τεκμηριώσει πως τα μέλη της οικογένειας του αποθανόντος βρίσκονταν ήδη στο νοσοκομείο, ποια ήταν τα συγκεκριμένα πρόσωπα και τι είδους απειλές δέχθηκε. Κατά συνέπεια, ούτε η εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού τεκμηριώθηκε.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού, δεν υπάρχουν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα του, ενώ τα όσα ανέφερε αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό για τις καταγγελίες του αιτητή στην αστυνομία, την κράτηση του και τις απειλές που δέχθηκε από την οικογένεια του αποβιώσαντος, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή διακρίνονταν από έλλειψη επαρκών πληροφοριών, ενώ παρουσίαζαν και αντιφάσεις. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του αφηγήματος του, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του ήταν αντιφατικές ως προς το γεγονός της σύλληψης και κράτησης του, καθώς και ως προς τον τόπο της τελευταίας του διαμονής. Επιπλέον, έκρινε ότι ο αιτητής δεν αιτιολόγησε τον λόγο της κράτησης του, ούτε τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες αφέθηκε ελεύθερος, ως αναμενόταν. Κρίθηκε επίσης ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με τις απειλές που δέχθηκε στερούνταν επαρκών λεπτομερειών, καθότι αναμενόταν από τον ίδιο να παράσχει ακριβείς ημερομηνίες, μήνες και έτη των σχετικών περιστατικών. Παρομοίως, έκρινε ότι δεν παρείχε ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με τα άτομα που επιθυμούσαν να τον βλάψουν, καθότι αναμενόταν να είναι σε θέση να περιγράψει την εξωτερική τους εμφάνιση, τον τρόπο με τον οποίο γνώριζε ότι ήταν συγγενείς του αποθανόντος, τα επιμέρους περιστατικά και τι ακριβώς συνέβη, καθώς και τον τρόπο με τον οποίο τον χτύπησαν και τι ακριβώς κατέστρεψαν στην οικία του.
Επιπρόσθετα, ο λειτουργός έκρινε ότι ο αιτητής δεν παρείχε ικανοποιητικές πληροφορίες ως προς το περιστατικό που τον οδήγησε στο νοσοκομείο, καθότι αναμενόταν να αναφέρει πότε και από ποιον μεταφέρθηκε, τη διάρκεια της περίθαλψης του, το όνομα και την τοποθεσία του νοσοκομείου, την ιατρική διάγνωση που έλαβε, καθώς και λοιπές συναφείς πληροφορίες. Εν κατακλείδι, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με την καταγγελία των περιστατικών στην αστυνομία στερούνταν ικανοποιητικών πληροφοριών και, δεδομένου ότι η ιδιότητα του ως πάστορα δεν έγινε δεκτή, όπως αναλύθηκε σε προγενέστερο ουσιώδη ισχυρισμό, δεν έγιναν αποδεκτά ούτε τα επιμέρους ζητήματα που ανέκυψαν.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός έκρινε ότι, λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού, δεν υπάρχουν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώνουν τα λεγόμενα του, ενώ τα όσα ανέφερε αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Αναφορικά με τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό για το φόβο της επιστροφής του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή διακρίνονταν από έλλειψη επαρκών πληροφοριών, ενώ παρατηρήθηκαν αντιφάσεις. Επιπλέον, έκρινε ότι δεν τεκμηρίωσε επαρκώς τον ισχυρισμό του ότι αφενός, ο πατέρας του απεβίωσε μετά την αναχώρηση του από τη χώρα καταγωγής και αφετέρου, ότι ο θάνατος του συνδέεται με τις απειλές που δέχεται η οικογένεια του. Εν κατακλείδι, ο λειτουργός έκρινε ότι, δεδομένου ότι δεν έγιναν δεκτές οι απειλές του αιτητή από την οικογένεια του αποβιώσαντος, ο ισχυριζόμενος φόβος επιστροφής δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο λειτουργός ανέφερε πως λόγω της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού, δεν υπάρχουν εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώνουν τα λεγόμενά του, ενώ τα όσα ανέφερε αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι ο ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός στο σύνολο του.
Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ο οποίος αφορά τα προσωπικά στοιχεία του αιτητή, έλαβε υπόψη τις προσωπικές του περιστάσεις, οι οποίες δύνανται να εγγυηθούν ένα επαρκές επίπεδο διαβίωσης, καθώς και την κατάσταση ασφάλειας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Kinshasa, ο αιτητής θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της επικρατούσας κατάστασης ασφάλειας.
Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν δύνανται να αποτελέσουν λόγο παραχώρησης καθεστώτος πρόσφυγα ή καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως προνοείται στα άρθρα 3 και 19 (1) και (2) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ο λειτουργός κατέληξε ότι στην περιοχή καταγωγής του αιτητή δεν παρατηρείται ένοπλη σύρραξη. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι ο αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και συνεπώς, το αίτημά του απορρίφθηκε στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών, λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ.
Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό για την ιδιότητα του ως πάστορας, θα πρέπει να αναφερθεί πως διαφαίνεται από το αφήγημα του αιτητή, πως δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον ουσιώδη ισχυρισμό του. Ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με την ιδιότητα του αυτή και αρκέστηκε στο να αναφερθεί σε γενικές και αόριστες αναφορές. Στο αφήγημα του αιτητή παρουσιάζονται ελλείψεις όσον αφορά την συνοχή των γεγονότων καθώς επίσης και ελλείψεις πληροφοριών που στοιχειοθετούν και τεκμηριώνουν τα λεγόμενα και τους ισχυρισμούς του. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του δεν τεκμηριώθηκε.
Στα πλαίσια αξιολόγησης της εξωτερικής αξιοπιστίας του ισχυρισμού του, διεξήγαγα έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναφορικά με την ιδιότητά του αιτητή ως πάστορας και τις εκκλησίες αφύπνισης στη ΛΔΚ, όπου αναφέρεται ότι οι εκκλησίες αναζωπύρωσης (Églises de Réveil) εμφανίστηκαν τη δεκαετία του 1970, προερχόμενες κυρίως από τις προτεσταντικές εκκλησίες, αλλά και από τον καθολικισμό. Μεταξύ των επιρροών περιλαμβάνονται το Καθολικό Χαρισματικό Κίνημα Ανανέωσης, οι Assemblies of God (οι οποίες αποτελούν επίσης προτεσταντική εκκλησία [ECC]) και άλλες προτεσταντικές διακονίες που επικεντρώνονται στο Άγιο Πνεύμα και στα χαρίσματα του Πνεύματος.[1] Η ίδια πηγή αναφέρει ότι δεν βρέθηκαν ακριβή στοιχεία για το πόσοι πάστορες της Καθολικής, της Προτεσταντικής, των Αφρικανικών Ανεξάρτητων ή των Εκκλησιών Αναζωπύρωσης υπάρχουν στην Kinshasa, αν και και οι τέσσερις κατηγορίες είναι παρούσες σε μεγάλο αριθμό.[2] Αναφορικά με τα ηγετικά πρόσωπα στις εν λόγω εκκλησίες η ανωτέρω πηγή αναφέρει ότι οι Εκκλησίες Αναζωπύρωσης δίνουν σε μια ποικιλία τίτλων ηγεσίας, όπως Προφήτης, Πάστορας, Ευαγγελιστής, Απόστολος και Διδάκτορες ή Διδάσκαλοι της Εκκλησίας.[3]
Επιπρόσθετα, μετά από έρευνα σε άλλες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, κατέστη δυνατός ο εντοπισμός εκκλησιών με την ονομασία Pierre Vivante, στην οποία φέρεται να αναφέρθηκε ο αιτητής, οι οποίες εντοπίζονται στην Kinshasa, επί διαφορετικών τοποθεσιών και συγκεκριμένα επί της Avenue Kalala Nzau 32[4] και Makala 19,[5] διευθύνσεις οι οποίες δεν συνάδουν με εκείνη που ανέφερε ο αιτητής, Kinganbwa 5th Avenue, καθότι οι εν λόγω εκκλησίες βρίσκονται σε διαφορετικές περιοχές/δήμους. Κατά συνέπεια, επιβεβαιώθηκε μέρος των δηλώσεων του αιτητή από εξωτερικές πηγές πλροφόρησης και όχι το σύνολό τους. Ενόψει του ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Αναφορικά με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, σε σχέση με το περιστατικό κατά το οποίο τραυματίστηκε πιστός μέσα στην εκκλησία, διαπίστωσα ότι οι δηλώσεις του αιτητή χαρακτηρίζονταν από έλλειψη επαρκών πληροφοριών, ενώ εντοπίστηκαν αντιφάσεις και ασάφειες. Επιπρόσθετα, οι αναφορές του αιτητή σχετικά με το περιστατικό και τον θάνατο του εν λόγω ατόμου δεν παρείχαν ικανοποιητικό επίπεδο λεπτομέρειας, δεδομένου ότι αναμενόταν να είναι σε θέση να προσδιορίσει το όνομα του νοσοκομείου, την περιοχή όπου αυτό βρίσκεται, καθώς και το όνομα και την ειδικότητα του ιατρού, να προβεί σε περιγραφή του και να αναφέρει την απόσταση που διήνυσε και τον τρόπο μετάβασής του στο νοσοκομείο. Επιπλέον, οι δηλώσεις του αναφορικά με τον αποθανόντα παρέμεναν ασαφείς και ανεπαρκώς τεκμηριωμένες, καθώς αναμενόταν να μπορεί να περιγράψει την εξωτερική εμφάνιση του ατόμου, να παράσχει βασικές πληροφορίες γι’ αυτό, να προβεί σε στοιχειώδεις αναφορές σχετικά με την προσωπικότητά του, να αιτιολογήσει τον θάνατό του και να δώσει πληροφορίες για τον τραυματισμό του. Τέλος, οι δηλώσεις του αιτητή ως προς τα επακόλουθα γεγονότα δεν τεκμηριώθηκαν επαρκώς, δεδομένου ότι αναμενόταν να είναι σε θέση να εξηγήσει πώς τα μέλη της οικογένειας του αποθανόντος βρίσκονταν ήδη στο νοσοκομείο, ποια ήταν τα συγκεκριμένα πρόσωπα και το είδος των απειλών που φέρεται να δέχθηκε. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν τεκμηριώνεται.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή σε σχέση με τον τραυματισμό πιστού στην εκκλησία, κατόπιν έρευνας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης και ελεύθερης περιήγησης στο διαδίκτυο, δεν εντοπίστηκαν περιστατικά που να αφορούν τον τραυματισμό ατόμου στην εκκλησία Pierre Vivante, στην οποία αναφέρθηκε ο αιτητής. Πηγή πληροφόρησης για περιστατικά τραυματισμών σε εκκλησίες στη Kinshasa αναφέρει ότι οι δυνάμεις ασφαλείας στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό χρησιμοποίησαν υπερβολική βία, συμπεριλαμβανομένων δακρυγόνων και πραγματικών πυρών, εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών σε καθολικές εκκλησίες στην πρωτεύουσα Kinshasa και σε άλλες πόλεις, στις 31 Δεκεμβρίου 2017. […] Τουλάχιστον οκτώ άνθρωποι σκοτώθηκαν και δεκάδες τραυματίστηκαν, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 27 με τραύματα από πυροβολισμούς, αλλά ο πραγματικός αριθμός των νεκρών και των τραυματιών μπορεί να είναι πολύ υψηλότερος.[6] Κατά συνέπεια, από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν επιβεβαιώθηκε η εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του και έτσι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ούτε ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, λαμβάνοντας υπόψη και την κατάληξή μου περί μη τεκμηρίωσης των εσωτερικών δηλώσεων του ισχυρισμού του.
Αναφορικά με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό σε σχέση με τις καταγγελίες του αιτητή στην αστυνομία, την κράτησή του και τις απειλές που δέχθηκε από την οικογένεια του αποβιώσαντος, διαπίστωσα ότι οι δηλώσεις του αιτητή χαρακτηρίζονταν από έλλειψη επαρκών πληροφοριών, ενώ παρουσίαζαν και αντιφάσεις. Οι δηλώσεις του αιτητή ήταν αντιφατικές αναφορικά με το γεγονός της σύλληψης και κράτησής του, καθώς και ως προς τον τόπο της τελευταίας του διαμονής. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής δεν αιτιολόγησε τον λόγο της κράτησής του ούτε τον τρόπο και τις συνθήκες υπό τις οποίες αφέθηκε ελεύθερος, ως αναμενόταν. Επιπλέον, οι δηλώσεις του σχετικά με τις απειλές που φέρεται να δέχθηκε στερούνταν επαρκούς λεπτομέρειας, δεδομένου ότι αναμενόταν να παράσχει συγκεκριμένες ημερομηνίες, μήνες και έτη των σχετικών περιστατικών. Παρομοίως, διαπίστωσα ότι δεν παρείχε ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με τα πρόσωπα που επιθυμούσαν να τον βλάψουν, καθώς αναμενόταν να είναι σε θέση να περιγράψει την εξωτερική τους εμφάνιση, να εξηγήσει τον τρόπο με τον οποίο γνώριζε ότι επρόκειτο για συγγενείς του αποθανόντος, να αναφέρει τα επιμέρους περιστατικά και το ακριβές περιεχόμενό τους, καθώς και να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο φέρεται να δέχθηκε επίθεση και τι ακριβώς καταστράφηκε στην οικία του.
Επιπρόσθετα, ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με το περιστατικό που οδήγησε στη μεταφορά του στο νοσοκομείο, δεδομένου ότι αναμενόταν να αναφέρει πότε και από ποιο πρόσωπο μεταφέρθηκε, τη διάρκεια της περίθαλψής του, το όνομα και την τοποθεσία του νοσοκομείου, την ιατρική διάγνωση που έλαβε, καθώς και λοιπές συναφείς λεπτομέρειες. Τέλος, οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με την καταγγελία των περιστατικών στην αστυνομία στερούνταν επαρκούς τεκμηρίωσης και δεδομένου ότι η ιδιότητά του ως πάστορα δεν έγινε αποδεκτή, όπως αναλύθηκε σε προγενέστερο ουσιώδη ισχυρισμό, δεν γίνονται αποδεκτά ούτε τα επιμέρους ζητήματα που απορρέουν από αυτήν.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του σε σχέση με τις απειλές που δέχθηκε από την οικογένεια του αποθανόντος και δεδομένης της ιδιωτικής φύσης του ισχυρισμού, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός σχετικών πηγών πληροφόρησης κατόπιν έρευνας σε πλατφόρμες αναζήτησης και ελεύθερης περιήγησης στο διαδίκτυο. Γενικότερες παλαιότερες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με φαινόμενα αυτοδικίας όχλου αναφέρουν ότι η αυτοδικία όχλου, κατά την οποία μεγάλα πλήθη αντιδρούν, συχνά βίαια, σε πραγματικές ή υποτιθέμενες παραβιάσεις του νόμου, βρίσκεται σε άνοδο στην Kisangani. Ο Jacques Yaetema, ακτιβιστής της κοινωνίας των πολιτών, δηλώνει ότι οι άνθρωποι στην Kisangani επιλέγουν να παίρνουν τη δικαιοσύνη στα χέρια τους επειδή η αστυνομία δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις της απέναντι στο κοινό. Ωστόσο, η μειωμένη εμπιστοσύνη προς την αστυνομία έχει αφήσει ανθρώπους στην Kisangani να ξυλοκοπούνται, να καίγονται ή να σκοτώνονται σε πράξεις αντεκδίκησης. Ο συνταγματάρχης της αστυνομικής διοίκησης Deogratias Mapoli αναφέρει ότι η αυτοδικία όχλου έχει γίνει τόσο διαδεδομένη, ώστε η αστυνομία δεν έχει καταφέρει να εκτιμήσει επίσημα τον αριθμό των περιστατικών.[7] Θα πρέπει βέβαια να αναφερθεί πως οι ισχυρισμοί που προβάλλονται ότι πρέπει να συνοδεύονται από εξατομικευμένα στοιχεία που αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό. Συνεπώς, εφόσον ο αιτητής δεν τεκμηρίωσε ούτε την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του, κατά συνέπεια δεν γίνεται αποδεκτός.
Σε σχέση με τον πέμπτο ουσιώδη ισχυρισμό, που αφορά τον προβαλλόμενο φόβο επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του δεν χαρακτηρίζονταν από την απαιτούμενη σαφήνεια και πληρότητα, ενώ εντόπισε και ουσιώδεις ασυνέπειες στο περιεχόμενό τους. Περαιτέρω, διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής δεν προσκόμισε επαρκή στοιχεία προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του ότι, αφενός, ο πατέρας του απεβίωσε μετά την αποχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του και αφετέρου, ότι ο εν λόγω θάνατος συνδεόταν αιτιωδώς με τις φερόμενες απειλές κατά της οικογένειάς του. Υπό το πρίσμα αυτό, και λαμβανομένου υπόψη ότι οι ισχυρισμοί περί απειλών εκ μέρους της οικογένειας του θανόντος δεν έγιναν αποδεκτοί, δεν μπορεί να τεκμηριωθεί ότι ο επικαλούμενος φόβος επιστροφής μπορούσε να θεωρηθεί βάσιμος.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, θα πρέπει να αναφερθεί πως λόγω της ιδιωτικής φύσης των προβαλλόμενων περιστατικών, δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός ανεξάρτητων πηγών πληροφόρησης ικανών να επιβεβαιώσουν τα αναφερόμενα από τον αιτητή. Οι δηλώσεις του ίδιου αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του αιτήματός του, με αποτέλεσμα να καταλήγω πως ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Θα πρέπει να επισημανθεί πως ο αιτητής στην ενώπιον μου διαδικασία είχε τη δυνατότητα να παρουσιάσει τον πυρήνα του αιτήματός του, να αντικρούσει τις αναφορές της Υπηρεσίας Ασύλου επί του αφηγήματός του, να προσκομίσει νέα στοιχεία και να ενισχύσει τον ισχυρισμό του περί τον κίνδυνο που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής του, με το ορθό δικονομικό διάβημα. Παρόλα αυτά ο αιτητής σε ουδεμία ενέργεια προέβη προς την κατεύθυνση αυτή, ούτε προσκόμισε νεότερα στοιχεία ή ισχυρισμούς. Όπως αναλύω ανωτέρω, το αφήγημα του αιτητή δεν παρατέθηκε με λεπτομέρεια και δεν πρόβαλε ισχυρισμούς ικανούς να στοιχειοθετήσουν την ανάγκη χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του. Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτητή, επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, η σύγκρουση στις ανατολικές επαρχίες, ιδίως με τη συμμετοχή της αντάρτικης ομάδας M23 που υποστηρίζεται από τις αρχές της Rwanda, συνεχίστηκε καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους [2024]. […] Ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης (IOM) ανέφερε ότι έως το τέλος Μαΐου, 1,77 εκατομμύρια άνθρωποι στο North Kivu είχαν εκτοπιστεί λόγω επιθέσεων της M23, ενώ σημείωσε αύξηση της σεξουαλικής βίας και της εκμετάλλευσης που στοχεύει γυναίκες και κορίτσια.[8] Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από άλλες διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης στις οποίες αναφέρεται ότι οι επιθέσεις κατά αμάχων συνεχίστηκαν καθώς η σύγκρουση μεταξύ ένοπλων ομάδων και κυβερνητικών δυνάμεων κλιμακώθηκε. Τουλάχιστον 100 άμαχοι σκοτώθηκαν ως αποτέλεσμα αδιάκριτων βομβαρδισμών από κυβερνητικές δυνάμεις και ένοπλες ομάδες. Κυβερνητικές δυνάμεις προχώρησαν σε εξωδικαστικές εκτελέσεις 250 ατόμων.[9] Σε πρόσφατη έκθεση της η Διεθνή Αμνηστία αναφέρει ότι ένοπλες ομάδες, ορισμένες από τις οποίες υποστηρίζονταν από κυβερνητικές δυνάμεις, διέπραξαν ολοένα και περισσότερο σοβαρές παραβιάσεις του διεθνούς δικαίου ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, οι οποίες ενδέχεται να συνιστούν εγκλήματα πολέμου. Το Κίνημα της 23ης Μαρτίου (M23) εκτέλεσε συνοπτικά αμάχους και υπέβαλε κρατούμενους σε βασανιστήρια και άλλες μορφές κακομεταχείρισης και απάνθρωπες συνθήκες. Οι μαχητές του επιτέθηκαν σε νοσοκομεία στην Goma και απήγαγαν ασθενείς, φροντιστές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, Κονγκολέζους στρατιώτες που κρύβονταν στα νοσοκομεία.[10]
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής και προηγούμενης διαμονής του αιτητή, και συγκεκριμένα στην πόλη Kinshasa, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, σποραδικά περιστατικά ασφαλείας αναφέρθηκαν κατά τη διάρκεια του 2024, συμπεριλαμβανομένων διαδηλώσεων, μιας απόπειρας πραξικοπήματος, μιας απόδρασης από τη φυλακή Makala, καθώς και ορισμένων περιστατικών στην αγροτική περιοχή της κοινότητας Maluku λόγω της σύγκρουσης που λαμβάνει χώρα στη γειτονική επαρχία Mai-Ndombe. Το Κοινό Γραφείο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων των Ηνωμένων Εθνών θεωρεί την επαρχία Kinshasa ως μη επηρεαζόμενη από ένοπλη σύγκρουση. Από την επιδείνωση της κατάστασης ασφάλειας στα ανατολικά το 2025, πέραν των διαδηλώσεων κατά δυτικών πρεσβειών, δεν έχουν αναφερθεί σοβαρά περιστατικά ασφαλείας στην Kinshasa.[11] Επιπροσθέτως, η Διεθνής Αμνηστία αναφέρει ότι [κατά τη διάρκεια του 2024] πραγματοποιήθηκαν διαδηλώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, συμπεριλαμβανομένης της πρωτεύουσας, Kinshasa, σε σχέση με την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του March 23 Movement (M23), μιας ένοπλης ομάδας που φέρεται να υποστηρίζεται από τη Rwanda, και των κυβερνητικών δυνάμεων της Democratic Republic of the Congo (DRC) και των συμμάχων τους. Οι διαδηλώσεις αφορούσαν επίσης την φερόμενη υποστήριξη δυτικών χωρών, συμπεριλαμβανομένων της France, του UK και των USA, προς τη Rwanda.[12]
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στην βάση δεδομένων του ACLED και για τη πληρότητα της έρευνας, κατά το προηγούμενο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης το Μάιο του 2026) στην Kinshasa, καταγράφηκαν 154 περιστατικά ασφαλείας, από τα οποία προκλήθηκαν 52 ανθρώπινες απώλειες.[13] Σημειώνεται, ότι σύμφωνα με πρόσφατες εκτιμήσεις [2026] ο πληθυσμός της πόλης Κinshasa το 2026 εκτιμάται ότι ανέρχεται στους 18,552,800 κατοίκους.[14]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του όπου αναμένεται και να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι ενήλικας υγιής, πλήρως ικανός προς εργασία, με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της ευπαίδευτης συνηγόρου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας των στοιχείων που σχετίζονται με την προσβαλλόμενη απόφαση εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Robert J. Priest, Abel Ngolo and Timothy Stabell, Christian Pastors and Alleged Child Witches in Kinshasa, DRC, Ιανουάριος 2020, σελ. 14, διαθέσιμο σε: https://www.researchgate.net/publication/338958125_Christian_Pastors_and_Alleged_Child_Witches_in_Kinshasa_DRC
[2] Robert J. Priest, Abel Ngolo and Timothy Stabell, Christian Pastors and Alleged Child Witches in Kinshasa, DRC, Ιανουάριος 2020, σελ. 14, διαθέσιμο σε: https://www.researchgate.net/publication/338958125_Christian_Pastors_and_Alleged_Child_Witches_in_Kinshasa_DRC
[3] Robert J. Priest, Abel Ngolo and Timothy Stabell, Christian Pastors and Alleged Child Witches in Kinshasa, DRC, Ιανουάριος 2020, σελ. 19, διαθέσιμο σε: https://www.researchgate.net/publication/338958125_Christian_Pastors_and_Alleged_Child_Witches_in_Kinshasa_DRC
[4] Mapcarta, Eglise Pierre Vivante, διαθέσιμο σε: https://mapcarta.com/W1481124966
[5] Eglise Missionnaire Pierre Vivante, διαθέσιμο σε: https://cd.geoview.info/eglise_missionnaire_pierre_vivante%2C6584448849n
[6] Human Rights Watch, DR Congo: Security Forces Fire on Catholic Churchgoers, Ιανουάριος 2018, διαθέσιμο σε: https://www.hrw.org/news/2018/01/19/dr-congo-security-forces-fire-catholic-churchgoers
[7] Global Press, As Faith in Police Dwindles, Kisangani Residents Turn to Mob Justice, Δεκέμβριος 2019, διαθέσιμο σε: https://globalpressjournal.com/africa/democratic-republic-of-congo/faith-police-dwindles-kisangani-residents-turn-mob-justice/index.html
[8] Freedom House, Democratic Republic of the Congo, 2025, διαθέσιμο σε: https://freedomhouse.org/country/democratic-republic-congo/freedom-world/2025
[9] Robert J. Priest, Abel Ngolo and Timothy Stabell, Christian Pastors and Alleged Child Witches in Kinshasa, DRC, Ιανουάριος 2020, σελ. 15, διαθέσιμο σε: https://www.researchgate.net/publication/338958125_Christian_Pastors_and_Alleged_Child_Witches_in_Kinshasa_DRC
[10] Amnesty International, Democratic Republic Of The Congo 2025, Απρίλιος 2026, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[11] CEDOCA, COI Focus, Republique Democratique du Congo: Situation sécuritaire [Democratic Republic of the Congo: Security Situation], Φεβρουάριος 2025, σελ. 2, διαθέσιμο σε: https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_20250225_2.pdf
[12] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, Απρίλιος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/
[13] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[14] World Population Review, Kinshasa DR Congo, διαθέσιμο σε: https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο