Η. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1467/24, 21/5/2026
print
Τίτλος:
Η. M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση αρ.1467/24, 21/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ 

                                                                                      Υπόθεση αρ.1467/24

 

21 Μαΐου 2026

 

[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Η. M.

                                                                                                                        Αιτητής

Και

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

                                                                                                                        Καθ’ ων η αίτηση

 

Κα Α. Παναγή, δικηγόρος για τον αιτητή

Κα Κ. Μιχαηλίδου, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.07/04/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η επίδικη αίτησή ως άκυρη και στερούμενη νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και απόφαση του Δικαστηρίου «με την οποία να αναγνωρίζεται […] ως πρόσφυγας και/ή ως δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας» (Αιτητικό Β).

Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων, ο αιτητής κατάγεται από τη Λ. Δ. του Κονγκό (στο εξής ΛΔΚ), εισήλθε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές μέσω κατεχομένων στις 06/10/20 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 04/03/21 (ερ.1-3, 11-13, 44).

Στις 06/03/24 διεξήχθη συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός ασύλου, όπου του δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στους οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.31-44). Μετά το πέρας της συνέντευξης ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση- Εισήγηση και στις 28/03/24 η αίτηση διεθνή προστασία απορρίφθηκε (ερ.65-74).

Ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, η οποία του δόθηκε διά χειρός στις 07/04/24 και του μεταφράστηκε σε γλώσσα την οποία κατανοεί (ερ.75, 2).

Στην επίδικη αίτηση ο αιτητής καταγράφει ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής του λόγω του ότι τον καταζητεί για να τον σκοτώσει μια πολιτικός με επιρροή (Carine Lokesa), η οποία είναι αυταρχική στρατιωτικός. Ως αναφέρει ο αιτητής ήταν για 4 έτη με την κοπέλα του, για την οποία δεν γνώριζε ότι ήταν αμφισεξουαλική, μέχρι που αυτή έκανε δεσμό με την ως άνω στρατιωτικό, ο ίδιος είχε διαμάχη με τη στρατιωτικό αυτή, την επόμενη μέρα των απήγαγαν και μετά τον «έριξαν στην Kinkole στις 20 Αυγούστου». Μετά απ’ αυτό φοβόταν να πάει σπίτι του, μίλησε γι’ αυτό με ένα φίλο του, ο οποίος του συνέστησε έναν γνωστό του, ο οποίος τον βοήθησε να διευθετήσει την άφιξη του στην Κύπρο. Ο αιτητής βρίσκεται σε κίνδυνο και χρειάζεται προστασία, ως αναφέρει.

Στη συνέντευξη ο αιτητής ανέφερε γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στην Κινσάσα, είναι άγαμος, άτεκνος, ο πατέρας του πέθανε όταν ο ίδιος ήταν 2 ετών, η μητέρα του είναι στην Κινσάσα, έχει δύο αδέλφια, ο ένας στην Κινσάσα και ο άλλος στη Γαλλία, διατηρεί επικοινωνία ο αιτητής με όλους και είναι καλά, ο ίδιος έχει ολοκληρώσει τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και εργαζόταν σε «μικρές δουλειές», πουλώντας ρούχα.

Στην ελεύθερη αφήγηση ο αιτητής ανέφερε ότι είχε δεσμό με μια κοπέλα, που δεν ήξερε ότι ήταν αμφισεξουαλική, και μια μέρα που την κάλεσε στο κινητό απάντησε μια κοπέλα, αυτός της μίλησε και της είπε ότι είναι ο σύντροφος της, αυτή εκνευρίστηκε και άρχισε να φωνάζει και τον απείλησε, λέγοντας του ότι είναι «ανώτερη εξουσία στη χώρα και μπορεί [τον] βλάψει και θα [τον] σκοτώσει» και «θα ταΐσει τους κροκόδειλους με το σώμα [του]», η οποία ήταν η Carine Lokesa, η οποία – ως ανέφερε – είναι πολύ επικίνδυνη, είναι αστυνομικός και έχει ισχυρή δικτύωση με τις Αρχές του προηγούμενου καθεστώτος. Μια μέρα, ενώ ο αιτητής έκανες τις «συνήθεις δουλειές» του, κάποια άτομα τον σταμάτησαν, τον απήγαγαν, τον πήραν σε «ένα παράξενο μέρος», τον βασάνισαν και τον εγκατέλειψαν ο αιτητής πονούσε και το σώμα του αιμορραγούσε, ένας περαστικός τον είδε και τον πήρε σε νοσοκομείο και έκτοτε ο ίδιος κατάλαβε ότι η ζωή του είναι σε κίνδυνο και άρχισε, μαζί με την οικογένεια του, να οργανώνει τη φυγή του από τη ΛΔΚ.

Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι είχε δεσμό με την κοπέλα για 4 χρόνια (2016-2020), την ήξερε από τη γειτονιά όπου μεγάλωσαν μαζί, όμως δεν ήξερε ότι αυτή διατηρούσε δεσμό με την Carine Lokesa. Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι καθ’ όλο τον χρόνο που είχε δεσμό με την κοπέλα δεν είχε κάποια ένδειξη ή υποψία για τον σεξουαλικό της προσανατολισμό και το έμαθε μόνο όταν μίλησε στο τηλέφωνο με την κατ’ ισχυρισμό διώκτη του στις 18/08/20, όπου αυτή τον απείλησε, αυτός θύμωσε και χώρισε με την κοπέλα του λίγες μέρες μετά, αφού δεν του έδωσε επαρκή εξήγηση γι’ αυτό που έγινε και έχει επικοινωνήσει μαζί της για τελευταία φορά εκείνη την μέρα, στις 18/08/20, όμως, σε επόμενη ερώτηση, ανέφερε ότι κυκλοφορούσαν φήμες από πολλούς ότι η κοπέλα του έβγαινε με κοπέλες.

Αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό απαγωγή του ο αιτητής ανέφερε ότι τον άρπαξαν πέντε άνδρες, ενώ αυτός περίμενε το λεωφορείο, στις 20/08/20, τον πήραν στο Kinkole, όπου τον βρήκε κάποιος περαστικός και ο ίδιος ανέκτησε τις αισθήσεις του στο νοσοκομείο, όπου τον κράτησαν για 11 ώρες περίπου. Ερωτώμενος τι ειπώθηκε με τους απαγωγείς του ο αιτητής ανέφερε ότι του έλεγαν ότι δεν ακούει και ότι θα τον βλάψουν, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει κάτι περαιτέρω επί τούτου. Ερωτώμενος εκ νέου πόσο καιρό ήταν στο νοσοκομείο ανέφερε ότι κρατήθηκε για 2 μέρες και – σε επόμενη ερώτηση – ανέφερε ότι κατάλαβε ότι τους απαγωγείς του έστειλε η Carine Lokesa το αντιλήφθηκε από αυτά που του έλεγαν ότι «αυτή πρέπει να είναι πίσω από [το συμβάν]», αφού συνέβη λίγες μέρες μετά το τηλεφώνημα που είχε. Ερωτώμενος σχετικά ανέφερε ότι από τότε μέχρι που έφυγε από τη ΛΔΚ στις 04/10/20 διέμενε στην Κινσάσα, σε ένα φίλο, αφού του πήρε 1 μήνα να αναρρώσει και να διευθετήσει τα απαραίτητα για το ταξίδι του, στη διάρκεια του οποίου ουδείς τον πλησίασε και ουδέν άλλο συνέβη. Ερωτώμενος ανέφερε ότι δεν είχε καταγγείλει το συμβάν στις Αρχές γιατί – ως ανέφερε – η κατ’ ισχυρισμό διώκτης του είναι άτομο με μεγάλη επιρροή και ήξερε πως δεν θα «βρει το δίκαιο [του]».

Σε σχέση με την μαρτυρία που προσκόμισε ανέφερε ότι δεν ταξίδεψε μ’ αυτό, του το έστειλε αργότερα ένας φίλος του και ήταν ιδέα της οικογένειας του η έκδοση του εγγράφου αυτού, καθώς θα ζητούσε άσυλο. Σε σχέση με το φερόμενο ένταλμα σύλληψης ανέφερε ότι δεν γνωρίζει πότε εκδόθηκε και ούτε κάτι περαιτέρω γι’ αυτό, παρά μόνο ότι του το έστειλε η μητέρα του, χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει πως και πότε το εξασφάλισε αυτή. Ερωτώμενος για το φερόμενο ιατρικό πιστοποιητικό ανέφερε ότι όλα τα έγγραφα του τα έστειλε η μητέρα του, χωρίς να είναι σε θέση να απαντήσει γιατί σ’ αυτό αναφέρεται ότι απήχθη, αφού – σύμφωνα με τα λεγόμενα του ιδίου – δεν το είχε καταγγείλει και ούτε πως ο γιατρός που φέρεται να το εξέδωσε γνώριζε για το συμβάν αφού αυτό εκδόθηκε μετά που ο αιτητής έφυγε από τη ΛΔΚ, αλλά υποθέτει ότι τον πληροφόρησε το άτομο που τον βρήκε, σε επόμενη δε ερώτηση πως το γνώριζε αυτός αφού όταν τον βρήκε ο αιτητής ήταν αναίσθητος, ο αιτητής ανέφερε ότι ίσως να το υπέθεσε γιατί τον βρήκε στο έδαφος και τραυματισμένο. Σχετικά με το φερόμενο άρθρο, ερωτώμενος πως αυτό καταγράφει πληροφορίες τις οποίες – ως είχε ο ίδιος αναφέρει – ουδέποτε κατάγγειλε στις Αρχές, ο αιτητής ανέφερε ότι υποθέτει ότι είναι από φήμες και από το άτομο που τον βρήκε, στον οποίο, ως ανέφερε, εξιστόρησε ότι είχε συμβεί. Σε ερώτηση πότε του τα ανέφερε αφού, ως ο ίδιος ανέφερε, ήταν αναίσθητος όταν τον βρήκε, ο αιτητής ανέφερε ότι του τα είπε μετά που επανέφερε τις αισθήσεις του στο νοσοκομείο γιατί, ως εξήγησε, ένιωθε ασφαλής να του τα αναφέρει.

Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι φοβάται ότι η κατ’ ισχυρισμό διώκτης του θα τον βλάψει, παρότι έχουν περάσει 4 χρόνια από τα όσα εξιστόρησε, γιατί είναι άτομο με επιρροή και θα θυμάται, παρά το ότι ουδείς – ως ανέφερε – ενόχλησε την οικογένεια του έκτοτε, σημειώνοντας, όταν ρωτήθηκε, ότι θα τον βρει η υπηρεσία πληροφοριών όταν θα κατεβεί στο αεροδρόμιο. Ερωτώμενος γιατί πιστεύει ότι θα έχει πρόβλημα αν επιστρέψει, δεδομένου ότι δεν αντιμετώπισε κάποιο πρόβλημα όταν έφυγε ανέφερε ότι ήταν Κυριακή και δεν δούλευαν, προσθέτοντας ότι δεν μπορεί να διαμείνει σε άλλο μέρος στη ΛΔΚ γιατί η κατ’ ισχυρισμό διώκτης του μπορεί να τον βρει οπουδήποτε στη ΛΔΚ.

Οι καθ’ ων η αίτηση, εξετάζοντας τα λεγόμενα του αιτητή στην αίτηση και τη συνέντευξη, κατέταξαν αυτούς στους ακόλουθους ουσιώδεις ισχυρισμούς.

1.    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής, προφίλ και τόπος διαμονής του αιτητή

2.    Ο αιτητής απήχθη στις 20/08/20 από άνδρες υπό τις εντολές της Carine Lokesa, λόγω της σχέσης του με μια κοπέλα

Οι καθ’ ων η αίτηση αποδέχθηκαν τον 1ο εκ των ως άνω ισχυρισμών, απέρριψαν όμως τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή, ως αναξιόπιστο.

Επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, πέραν της αντίφασης που εντοπίστηκε αναφορικά με το ότι, ενώ αρχικά ανέφερε ότι γνώριζε την κοπέλα με την οποία είχε δεσμό από μικρός, καθώς μεγάλωσαν στην ίδια γειτονιά, ακολούθως ανέφερε ότι τη γνώρισε στον δρόμο, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση – παρότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα του, είχαν δεσμό για 4 έτη – να αναφέρει εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες αναφορικά με την καθημερινότητα της σχέσης τους και το πως περνούσαν τον χρόνο τους και δεν ήταν σαφής, αν και αυτός ρωτήθηκε επισταμένα, ως προς τι διαμείφθηκε στο τηλεφώνημα που, ως ανέφερε, είχε με την κατ’ ισχυρισμό διώκτη του, πως τελικά έμαθε, από ποιόν και πότε την ταυτότητα της κοπέλας που κατ’ ισχυρισμό τον απειλούσε και έστειλε άτομα να τον απαγάγουν και ούτε ήταν σε θέση να αναφέρει πως ακριβώς έγινε η απαγωγή του, τι ακριβώς του είπαν οι απαγωγείς του και γιατί θεωρεί ότι ήταν απεσταλμένοι από την κατ’ ισχυρισμό διώκτη του. Ερωτώμενος σχετικά, ως κρίθηκε, ο αιτητής παρέμεινε ασαφής, γενικόλογος και δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τελικά από που συνήγαγε την εμπλοκή της κατ’ ισχυρισμό διώκτη του στα όσα αυτός υπέστη και ούτε ήταν σε θέση να παρέχει περαιτέρω στοιχεία ή πληροφορίες γι’ αυτήν, τον τίτλο και το αξίωμα της, πέραν του ότι είναι άτομο με επιρροή και δεν εξήγησε γιατί, παρότι διέμενε στην Κινσάσα για 2 μήνες μετά την απαγωγή του και μέχρι να φύγει από τη ΛΔΚ νομίμως, κατάφερε να το πράξει χωρίς δυσκολία και χωρίς να υποστεί κάτι άλλο κατά τον τότε χρόνο.

Σε σχέση με την εξωτερική συνοχή του ως άνω ισχυρισμού έγινε έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ), εκ των οποίων προέκυψε ότι όντως υπάρχει αξιωματούχος ονόματι Carine Lokeso, το όνομα της οποίας φέρεται να ενεπλάκη σε υπόθεση ανθρωποκτονίας το 2018, αν και εντούτοις φαίνεται τελικά ότι ο πραγματικός δράστης ταυτοποιήθηκε και συνελήφθη, και ότι οι απαγωγές είναι φαινόμενο που απαντάται στη ΛΔΚ. Σε σχέση δε με τα έγγραφα που προσκομίστηκαν σημειώθηκε ότι, σε ερωτήσεις επί τούτων ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει την παραμικρή λεπτομέρεια για το περιεχόμενο τους, το γιατί και πότε συντάχθηκαν και πως περιήλθαν στην κατοχή του, και γι’ αυτό, ενόψει και των ελλείψεων και κενών που παρατηρήθηκαν στην εσωτερική συνοχή των λεγομένων του αιτητή, ο ισχυρισμός κρίθηκε αναξιόπιστος και απορρίφθηκε.

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου επί τη βάσει του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του αιτητή, κατόπιν ανασκόπησης της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής (Κινσάσα), οι καθ’ ων η αίτηση κατέληξαν ότι δεν υφίσταται εύλογη πιθανότητα να εκτεθεί σε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής.  

Συνεπεία των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε απόφαση επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.

Στην αγόρευση του ο αιτητής ισχυρίζεται, παραθέτοντας σχετική νομολογία και κάνοντας εκτενείς αναφορές στην οικεία νομοθεσία, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι προϊόν ανεπαρκούς έρευνας, εκ της οποίας οι καθ’ ων η αίτηση πλανήθηκαν τόσο ως προς τον νόμο όσο και ως προς τα πράγματα, και δεν αιτιολογείται.

Οι καθ' ων η αίτηση αντιτάσσουν ότι η επίδικη απόφαση είναι προϊόν δέουσας έρευνας και εξέτασης, επαρκώς αιτιολογημένη και ουδεμία πλάνη έχει παρεισφρήσει κατά τη λήψη αυτής. Σχετικά δε με τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή υπεραμύνονται του εύλογου και της ορθότητας τους και λέγουν ότι ουδεμία πλημμέλεια εντοπίζεται στην επίδικη αίτηση και διαδικασία εξέτασης της και ότι η επίδικη απόφαση είναι ορθή και απολύτως αιτιολογημένη.

Δεδομένου ότι οι ως άνω μόνοι προωθούμενοι από τον αιτητή ισχυρισμοί συμπλέκονται άρρηκτα με την επί της ουσίας ορθότητα της επίδικης απόφασης, προχωρώ λοιπών με επί της ουσίας εξέταση της, εξ υπαρχής και επί όλων των ενώπιον μου στοιχείων, η οποία τελείται σε κάθε περίπτωση (βλ. και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ.107/2023, Q. B. T. v. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25).

Προχωρώ λοιπόν με αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και ισχυρισμών.

Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.98 του εγχειριδίου, αναφέρονται σχετικώς τα εξής:

«Εάν ένας αιτών ισχυριστεί ότι συνελήφθη σε διαδήλωση για πρώτη φορά στη ζωή του, θα προξενούσε έκπληξη η αδυναμία του να παράσχει συγκεκριμένα στοιχεία σχετικά με το πότε, πού και με ποιον τρόπο έλαβε χώρα η σύλληψή του, παρότι στην περίπτωση αυτή τίθεται το ζήτημα του βαθμού λεπτομέρειας που μπορεί εύλογα να αναμένεται. Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.».

Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι:

«[Οι] δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305).  […]

Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»

Επιστρέφοντας στα ενώπιον μου στοιχεία, διερχόμενος του πρακτικού της συνέντευξης, θα συμφωνήσω με τα επιμέρους ευρήματα και τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, ως αυτά καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.67-70) και παρατίθενται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω, και τα οποία υιοθετώ ως έχουν, για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.

Εν προκειμένω ο αιτητής ερωτήθηκε επισταμένα επί όλων των όσων ανέφερε σχετικά με την κατ’ ισχυρισμό πολυετή σχέση του με κοπέλα, η οποία ήταν – ως πληροφορήθηκε εκ των υστέρων – αμφιφυλόφιλη, διατηρούσε δεσμό με αξιωματούχο της ΛΔΚ, η οποία, μετά από λογομαχία που είχε με τον αιτητή τηλεφωνικώς, έστειλε άτομα να τον απαγάγουν και τον απειλούσε, δεν ήταν σε θέση να παραθέσει την παραμικρή λεπτομέρεια και το επί των ως άνω αφήγημα του στερούνταν παντελώς κάθε ψήγματος βιωματικού στοιχείου ή επαρκών στοιχείων και λεπτομερειών τόσο αναφορικά με τη σχέση του με την κοπέλα, το πως προέκυψε η αψιμαχία του με την κατ’ ισχυρισμό διώκτη του, γιατί θεωρεί ότι αυτή ευθύνεται για την απαγωγή, επί της οποίας – ομοίως – ουδεμία λεπτομέρεια ή βιωματικό στοιχείο ήταν σε θέση να παραθέσει και ούτε να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι κινδυνεύει ακόμα απ’ αυτή. Σε κανένα απολύτως δε σημείο των λεγομένων του δεν ήταν σε θέση  να αναφέρει το παραμικρό ψήγμα ευλογοφανούς, συνεκτικής, αρκούντως συγκεκριμένης αφήγησης και να τοποθετήσει χρονικά τα όσα ανέφερε.

Επί των προσκομισθέντων εγγραφών θα συμφωνήσω και πάλι με τους καθ’ ων η αίτηση ότι, ενόψει των ελλείψεων που παρατηρούνται επί του περιεχομένου τους, και δεδομένου του ότι, παρότι ρωτήθηκε αναφορικά με όλα τα έγγραφα, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει την παραμικρή πληροφορία σχετικά με τη σύνταξη τους και το περιεχόμενο τους (βλ. ερ.32-34), δεν θα μπορούσε σ’ αυτά να δοθεί παρά μόνον αμελητέα βαρύτητα, λαμβανομένων υπόψη και των σοβαρών αμφιβολιών που προκύπτουν για τη γνησιότητα τους, η οποία δεν αρκεί – σε κάθε περίπτωση – για να υπερκερασθούν οι πολλές και επί σημαντικών πτυχών του αφηγήματος του ελλείψεις που παρατηρήθηκαν στην εσωτερική συνοχή των λεγομένων του, ως αυτές καταγράφονται ως άνω, δεδομένης της συνολικής αποτίμησης των διαθέσιμων στοιχείων. Σημειώνω επιγραμματικά ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πως έγιναν γνωστά τα όσα εξιστόρησε, ώστε να περιληφθούν σε άρθρο (ερ.45), δεδομένου ότι δεν κατάγγειλε το συμβάν, το ερ.46 στερείται συνοχής των γραφομένων σ’ αυτό και αναφέρεται σε παντελώς άσχετο με την υπόθεση πρόσωπο (το οποίο δεν μου διαφεύγει ότι είναι το όνομα του ατόμου που σκοτώθηκε στη διαδήλωση για την οποία η κατ’ ισχυρισμό διώκτης του αιτητή καταδικάστηκε), το ερ.47 συνιστά φερόμενη μαρτυρία από το άτομο που κατ’ ισχυρισμό τον εντόπισε αιμόφυρτο, η αξία του είναι χαμηλή, δεδομένου ότι ουδέν στοιχείο προσκομίστηκε για το άτομο αυτό και, ομοίως, το φερόμενο ιατρικό πιστοποιητικό (ερ.49) δεν αναμένεται να περιέχει λεπτομέρειες για την απαγωγή του αιτητή, ως σ’ αυτό καταγράφονται, το οποίο και δημιουργεί σοβαρές αμφιβολίες για τη γνησιότητα του.

Παρεμβάλλω ότι, σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων, εξετάζονται τα εξής:

«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.

Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.

[…]

Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και αναφέρονται στην ενότητα 4.3 ανωτέρω δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»

Ουδέν λοιπόν εκ των προσκομισθέντων εγγράφων δύναται να καταστήσει αξιόπιστα τα λεγόμενα του αιτητή, δεδομένων των σοβαρών ελλείψεων που παρατηρούνται σ’ αυτά αλλά και της παντελούς άγνοιας του για το περιεχόμενο και τις περιστάσεις που αφορούν την έκδοση τους και το πως αυτά περιήλθαν στην κατοχή του.

Σημειώνω εδώ ότι οι καθ’ ων η αίτηση, ως και ανωτέρω αναφέρω, έκαναν έρευνα σε ΠΧΚ, το οποίο – δεδομένων των καταφανών ελλείψεων των ισχυρισμών του αιτητή – θεωρώ πως δεν ήταν απαραίτητο υπό τις περιστάσεις, εκ της οποίας προέκυψε ότι το πρόσωπο που αυτός κατονομάζει ως κατ’ ισχυρισμό διώκτη του είναι υπαρκτό και κατέχει αξίωμα στη ΛΔΚ, ως και ότι οι απαγωγές είναι φαινόμενο που απαντάται στη ΛΔΚ, όμως, ως ορθώς αναφέρουν, παρά τούτο, οι ελλείψεις εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών του αιτητή, για τους λόγους που εξηγώ ανωτέρω, είναι τέτοιες που, στα πλαίσια συνολικής αξιολόγησης και αποτίμησης των ενώπιον μου στοιχείων, καθίσταται μοιραία για τη γενική και συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών του.  Ως και στο εγχειρίδιο EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».

Σημειώνω για σκοπούς πληρότητας ότι η Carine Lokeso υπήρξε όντως αξιωματούχος της ΛΔΚ (βοηθός αστυνομικός διευθυντής) και επέβλεψε την καταστολή διαδηλώσεων στη Κινσάσα στις 25/02/18, όπου και έγινε χρήση πραγματικών πυρών, εκ των οποίων προέκυψε ο θάνατος διαδηλωτών, έχει προς τούτο αποπεμφθεί από την αστυνομία και καταδικάστηκε σε δια βίου φυλάκιση, η δε ποινή της έχει, κατόπιν έφεσης, μειωθεί σε 15 έτη φυλάκισης.[1]

Ενόψει όσων εξηγώ πιο πάνω κρίνω ορθά τα ευρήματα των καθ’ ων η αίτηση επί του ο 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς οιαδήποτε άλλη κατάληξη θα συνιστούσε θεωρώ αφελή και ανεπιφύλακτη αποδοχή ενός αφηγήματος στερούμενου παντελώς και σε όλη του την έκταση του παραμικρού ψήγματος συνοχής και ευλογοφάνειας.

Ενόψει της ως άνω κατάληξης μου απομένει εδώ μια αποτίμηση της γενικής κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Κινσάσα), σε επικαιροποιημένη βάση.

Έκθεση του 2021 του portal RULAC σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, αναφέρει ότι «[η] Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε πολλές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον ένοπλων ομάδων στις περιοχές  Ituri, Kasai και Kivu, ενώ δεν αναφέρεται η δραστηριοποίηση ένοπλων ομάδων στην Κινσάσα».[2]

Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 08/05/26) στην Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 42 περιστατικά πολιτικής βίας (όπου περιλαμβάνονται περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 48 θανάτους. [3] Ο πληθυσμός της Κινσάσα ανέρχεται περί τα 17 εκατομμύρια. [4] 

Είναι κατάληξη μου, αποτιμώντας τις ως άνω πληροφορίες, ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε, και στην οποία εύλογα αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή. Δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για τον αιτητή σε σύγκρισή με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω [5] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).

Εν προκειμένω λαμβάνω υπόψη και συνυπολογίζω ότι ο αιτητής είναι υγιής, ενήλικας, 31 ετών σήμερα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, προηγούμενη εργασιακή εμπειρία και διατηρεί οικογενειακό δίκτυο (μητέρα/αδελφό) στην Κινσάσα, εκ του οποίου ευλόγως αναμένεται να μπορέσει να λάβει στήριξη, μέχρις ότου να βιοποριστεί και να εξασφαλίσει τα προς το ζην, παρά τις όποιες αντιξοότητες ήθελε αντιμετωπίσει.

Έπεται λοιπόν ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει βάσιμο φόβο «καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να καταδεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής του είναι αντίθετη με την στο αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.

Για τους πιο πάνω λόγους η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ’ ων η αίτηση.

 

 

Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[2] RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, 13 April 2021, διαθέσιμο σε www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/07/2024)

[3] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: DRC, Kinshasa, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)

[4] Macrotrends.net, Kinshasa population, 2024, διαθέσιμο σε https://www.macrotrends.net/global-metrics/cities/20853/kinshasa/population,

[5] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο