Mr. Α.A.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντού Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1544/2025, 7/5/2026
print
Τίτλος:
Mr. Α.A.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντού Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 1544/2025, 7/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 1544/2025

07 Μαΐου, 2026

           [Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

Mr. Α.A.M. (ARC XXX) από Σομαλία  

Αιτητής

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Διευθυντού Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ' ων η Αίτηση

Εμφανίσεις:

Γ. Βασιλόπουλος για Γ. Βασιλόπουλος και Συνεργάτες ΔΕΠΕ, Δικηγόροι για τον Αιτητή.

E. Ιωάννου (κα) για M.  Βασιλείου (κα), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση.

Ο Αιτητής Παρών.

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Με την παρούσα προσφυγή προσβάλλεται η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου επιστολής ημερομηνίας 26/05/25, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα του για διεθνή προστασία ως άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και/ή στερούμενη οιουδήποτε νομικού αποτελέσματος και είναι αποτέλεσμα πλάνης και κακής εφαρμογής του Νόμου και/ή ζητείται η παραχώρηση στον Αιτητή του καθεστώτος διεθνούς προστασίας και/ή ακύρωση της απόφασης επιστροφής και/ή οποιαδήποτε άλλη θεραπεία υπό τις περιστάσεις.

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Ο Αιτητής υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας την 26/03/25 δηλώνοντας ασυνόδευτος ανήλικος. Στις 08/04/25 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη αξιολόγησης της ηλικίας του, κατά τη διάρκεια της οποίας συναίνεσε να υποβληθεί σε ιατρικές εξετάσεις προς εξακρίβωση της ηλικίας του. Στις 05/05/25 ο λειτουργός της Υπηρεσίας Aσύλου συνέταξε έκθεση/εισήγηση σχετικά με την ηλικία του Αιτητή και ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση του αναφορικά με την ενηλικότητα του. Στις 11/05/25 και 16/05/25 πραγματοποιήθηκαν συνεντεύξεις, στις 19/05/25 συντάχθηκε έκθεση/εισήγηση και αυθημερόν αποφασίστηκε η απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας. Η εν λόγω απόφαση αποτελεί και το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο δικηγόρος για τον Αιτητή κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία περιόρισε τους νομικούς λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης πράξης στην ουσία της αίτησης διεθνούς προστασίας που είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με ισχυρισμούς δέουσας υπό τις περιστάσεις έρευνα, αιτιολογία και πλάνη της αρμόδιας αρχής και την εξέταση του αιτήματος του Αιτητή. Υιοθέτησε το περιεχόμενο της Γραπτής του Αγόρευσης υποστηρίζοντας ότι δεν αξιολογήθηκε επαρκώς ο βάσιμος φόβος δίωξης του Αιτητή, ότι δεν εξετάστηκαν εξατομικευμένα όλες οι δηλώσεις και/ή τα στοιχεία που συνδέονται με το αίτημα του. Παραπέμπει μάλιστα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης οι οποίες ενισχύουν τις δηλώσεις του Αιτητή σε σχέση με την Al Shabaab[1] και το πεδίο δράσης της). Υποδεικνύει ότι, δεν έγινε επαρκής εκτίμηση της ατομικής του κατάστασης, ότι η διάρκεια της συνέντευξης ήτο περιορισμένη και/ή ούτε αξιολογήθηκε επαρκώς κατά πόσο με την επιστροφή του θα αντιμετωπίσει σοβαρό κίνδυνο στη χώρα καταγωγής παραπέμποντας σε σχετική νομολογία και διάφορες πηγές πληροφόρησης και/ή δεν έγινε η ορθή αξιολόγηση καθότι με τις υπάρχουσες πληροφορίες (παραπέμποντας σχετικά) θα έπρεπε να του δοθεί συμπληρωματική προστασία, λόγω του υψηλού επιπέδου περιστατικών ασφαλείας και/ή εκτυλίσσεται ένοπλη σύρραξη στα πλαίσια της οποίας παρατηρούνται συνθήκες αδιάκριτης βίας και/ή δεν υπάρχει ασφάλεια στη χώρα του λόγω της εκτεταμένης παρουσίας της Al Shabaab στην περιοχή διαμονής του, αγνοώντας, σχετικά με τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, την κατάσταση της υγείας του, καθώς ο Αιτητής πάσχει από σύφιλη. Τονίζει δε ότι ενώ γίνεται αποδεκτή ύπαρξη αδιάκριτης βίας στον τόπο συνήθους διαμονής του από τον εξεταστή-λειτουργό, αναιτιολόγητα δεν του δόθηκε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Τέλος, αναφέρει ότι ο δικαστικός έλεγχος ουσίας δεν μπορεί να υποκαταστήσει πλήρως την διοικητική κρίση σε πρώτο βαθμό και/ή να διορθώσει διοικητικές παρατυπίες.

 

Οι Καθ' ων η Αίτηση υιοθέτησαν την ένσταση τους και τη Γραπτή τους Αγόρευση, υπεραμύνονται της προσβαλλόμενης απόφασης και ισχυρίζονται ότι η επίδικη απόφαση επί της αίτησης διεθνούς προστασίας του Αιτητή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, μετά από δέουσα έρευνα και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής είναι αυτός που φέρει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που θεμελιώνουν το αίτημα του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, ενώ αποτελεί θέση τους ότι δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης. Ούτε αποδείχθηκε πραγματικός κίνδυνος να υποστεί ο Αιτητής σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής. Κρίθηκε ως αναξιόπιστος σε σχέση με τους ισχυρισμούς του και όλη η διαδικασία εξέτασης της αίτησης για παραχώρηση διεθνούς προστασίας ήτο σε πλήρη σύμπνοια με τις πρόνοιες της νομοθεσίας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Θα πρέπει να υποδειχθεί ότι μεγάλο μέρος της Γραπτής Αγόρευσης του δικηγόρου του Αιτητή αναλώνεται σε επανάληψη αρχών του διοικητικού δικαίου και/ή Νόμων και/ή κανόνων δικαίου χωρίς να γίνεται ουσιαστική υπαγωγή των πραγματικών περιστάσεων και νομικών δεδομένων της υπόθεσης με αποτέλεσμα να καθίστανται ανεπαρκούς αιτιολόγησης. Με βάση τον Κανονισμό 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, που εφαρμόζονται κατ’ αναλογία και από το παρόν Δικαστήριο (Βλέπε Κανονισμός 2 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας  Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019), επιβάλλεται η υποχρέωση στον αιτητή όχι μόνο να εγείρει με το δικόγραφο του όλα τα σημεία τα οποία υποστηρίζουν την προσφυγή του αλλά ταυτόχρονα να τα αιτιολογεί πλήρως. Η αιτιολόγηση νομικών σημείων είναι απαραίτητη για την εξέταση λόγων ακύρωσης από το Δικαστήριο, οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια, αναπόφευκτα επηρεάζει τη νομική τους βάση με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν να κριθούν αναιτιολόγητοι και ανεπίδεκτοι δικαστικής εκτίμησης. Επομένως, δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί ισχυρισμοί που δεν εξειδικεύονται ή δεν αιτιολογούνται διότι με αυτό τον τρόπο το Δικαστήριο, παρόλο που ασκεί και έλεγχο ουσίας, θα οδηγείτο σε συζήτηση σχεδόν οιουδήποτε θέματος κατά παράβαση των δικονομικών διατάξεων και του ρόλου που διαδραματίζουν στον καθορισμό των επίδικων θεμάτων και της διεξαγωγής της διοικητικής δίκης. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Latomia Estate Ltd v. Δημοκρατίας (2001) 3 Α.Α.Δ. 672, Δημοκρατία ν. Σπύρου (2007) 3 Α.Α.Δ. 533, Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598, επίσης - Ιωσηφίδης ν. Γενικού Εισαγγελέα (1990) 3 Α.Α.Δ. 4599Kadivari ν. Δημοκρατίας (αρ. 2) (1992) 4 Α.Α.Δ. 2924, βλέπε επίσης Υπόθ. Αρ. 107/2017, Χριστόδουλος Μιχαήλ (Συνταγματάρχης) κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπουργού Άμυνας, ημερομηνίας 11/12/2017 -όπου γίνεται επανάληψη της πάγιας νομολογίας επί του ζητήματος και ειδικά την Ε.Δ.Δ.Δ.Π. Αρ. 61/2022, LOUISE GARCIA NYEMB v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, ημερ.30/10/24 αναφορικά με τους δικονομικά παραδεκτούς λόγους ακύρωσης). Πρόσθετα, δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη οι ηλεκτρονικοί σύνδεσμοί και/ή οι παραπομπές στις ιστοσελίδες μέσω Γραπτής Αγόρευσης του Αιτητή οι οποίες υποβάλλονται κατά παράβαση του Κανονισμού 10 των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 έως 2022 (3/2019) όπου ορίζεται ότι «Πληροφορίες για την χώρα καταγωγής του αιτητή (ΠΧΚ) δύνανται να υποβληθούν σε έντυπη ή/και ηλεκτρονική μορφή, με σχετικό υπόμνημα, το οποίο επισυνάπτεται στην αγόρευση του μέρους που επιθυμεί να την υποβάλει. Στο υπόμνημα  περιλαμβάνονται τα ακόλουθα στοιχεία: (i) κατάλογος των σχετικών ΠΧΚ, (ii) καταγραφή της πηγής τους (για διαδικτυακές πηγές υποδεικνύεται ο ιστότοπος και παρατίθεται ο σύνδεσμος της σχετικής ιστοσελίδας), (iii) επεξήγηση της συνάφειας της υποβληθείσας μαρτυρίας με συγκεκριμένο ισχυρισμό ή/ και επίδικο ζήτημα, (iv) υπόδειξη του συναφούς αποσπάσματος των ΠΧΚ.». (Βλέπε σχετικά Υποθ. Αρ.1000/23, DGD κ.α ν Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 09/02/2024). Εξάλλου, το αντικείμενο προς συζήτηση ήτοι η κατάσταση ασφαλείας στην χώρα καταγωγής, οι συγκρούσεις που παρατηρούνται από παραστρατιωτικές ένοπλες ομάδες (ειδικά Al-Shabaab), οι προβαλλόμενοι λόγοι δίωξης από τον Αιτητή αποτελούν ζητήματα που αφορούν πυρήνα του αιτήματος ασύλου του όπως θα αναλυθεί κατωτέρω στην έκταση που ενδιαφέρει επί της αξιολόγησης ουσίας του αιτήματος του. Σημειώνεται επί τούτου ότι οιαδήποτε παράλειψη της αρμόδιας αρχής (σε περίπτωση που διαπιστωθεί από το Δικαστήριο) κατά την εξέταση αίτησης ασύλου δεν καθιστά άκυρη όλη την διοικητική ενέργεια που οδήγησε σε απόρριψη αιτήματος ασύλου (λόγω της ευρείας εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου για έλεγχο ορθότητας της απόφασης βλέπε σχετικά C‑283/24 B. F. ν Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ.03/04/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.107/2023, Κυπριακή Δημοκρατία ν. Q.B.T., ημερ. 11/02/2025, ΕΔΔΔΔ Αρ.17/2021 Janelidze ν. Δημοκρατίας, ημερ.21/09/2021). Τέλος, οι λόγοι ακύρωσης που καταγράφονται στην προσφυγή, αλλά δεν έχουν αναπτυχθεί μέσω της Γραπτής Αγόρευσης θεωρείται, με βάση την πάγια νομολογία, ότι έχουν εγκαταλειφθεί και/ή δεν έχουν προωθηθεί. Εξάλλου, ο συνήγορος του Αιτητή κάλεσε το Δικαστήριο όπως επικεντρωθεί στην ουσία της υπόθεσης και/ή ειδικά στην μη παραχώρηση σε αυτόν τουλάχιστον του καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ανεξάρτητα, της πιο πάνω διαπίστωσης αντλώντας τις εξουσίες που ορίζονται στο Άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμων του 2018 έως 2025 (Ν.73(Ι)/2018), προχωρώ σε αξιολόγηση μόνο των λόγων ακύρωσης που καλύπτονται επαρκώς από τους νομικούς ισχυρισμούς του δικογράφου της προσφυγής και πληρούν τις προϋποθέσεις αιτιολόγησης. Η εξέταση της ουσίας της αίτησης ασύλου του Αιτητή, των στοιχείων του φακέλου, των πηγών πληροφόρησης σε σχέση με την χώρα καταγωγής και των ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τους λόγους ακύρωσης μη δέουσας έρευνας, αιτιολογίας και πλάνης σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς για μη παροχή σε αυτόν του καθεστώτος πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας και/ή άπτονται ζητημάτων ουσίας της αίτησης τα οποία το Δικαστήριο εξετάζει συνδυαστικά και/ή στην ολότητα τους.

 

Όπως προκύπτει από τον φάκελο της υπόθεσης, κατά την υποβολή της αίτησής του ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή για λόγους ασφαλείας, καθώς η Al Shabaab του ζήτησε να γίνει μέλος της και επειδή εκείνος αρνήθηκε, απείλησαν ότι θα σκοτώσουν εκείνο και τον πατέρα του, τονίζοντας δε ότι δεν αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα με την υγεία του (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου στο εξής «ΔΦ»). Κατά τη συνέντευξη αναφορικά με τον προσδιορισμό της ηλικίας του, δήλωσε ότι γεννήθηκε στην πόλη Hiran, επαρχίας Jalalaqsi και μετά το θάνατο του πατέρα του περί τα τέλη του 2024, η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην πόλη Mogadishu, όπου παρέμεινε για τρεις μήνες στην οικία του πατρικού του θείου μέχρι να εγκαταλείψει τη χώρα του. Αποσαφήνισε ως τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής την επαρχία Jalalaqsi. Δήλωσε άτεκνος και άγαμος, εξηγώντας ότι η μητέρα του και η αδερφή του εξακολουθούν να διαμένουν στην πόλη Mogadishu, ότι ουδέποτε φοίτησε στο σχολείο ή εργάστηκε. Αναφορικά με το θρήσκευμά του και τη φυλετική του καταγωγή, δήλωσε Μουσουλμάνος Σουνίτης, μέλος της φυλής Xawadle. Στα πλαίσια συνέντευξης επί της ουσίας του αιτήματός του, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα του διότι η Al Shabaab ενημέρωσε τον πατέρα του και τη μητέρα του ότι ήθελε να στρατολογηθεί στις δυνάμεις της μαζί με τον αδερφό του. Η οργάνωση επισκέφτηκε την πατρογονική του εστία σε δύο περιπτώσεις όπου προειδοποιήθηκε ο πατέρας του για την εκπαίδευση τους (του Αιτητή και του αδελφού του). Μετά από άρνηση του πατέρα του το βράδυ της ίδιας μέρας δέχθηκαν επίθεση από δύο μέλη της Al Shabaab όπου σκότωσαν τον πατέρα του και από εκείνη την ημέρα αγνοείται ο αδερφός του. Ένα μήνα μετά την κηδεία του πατέρα του και ενώ ακόμα αγνοείτο ο αδερφός του, ο Αιτητής εγκαταστάθηκε με τη μητέρα του και τη νεότερη αδελφή του στην πόλη Mogadishu, όπου φιλοξενήθηκαν από τον πατρικό του θείο. Παρόλα αυτά η μητέρα του εξακολούθησε να δέχεται τηλεφωνικές απειλές από την Al Shabaab. Στη συνέχεια η μητέρα του τον ενημέρωσε ότι θα επιστρέψει στον τόπο διαμονής τους προκειμένου να φροντίσει τον άρρωστο αδερφό της και δρομολόγησε το ταξίδι του εκτός Σομαλία, αφού τον έφερε σε επαφή με το φερόμενο διακινητή ο οποίος οργάνωσε το ταξίδι του στην Ευρώπη (ερυθρό 71/1Χ ΔΦ). Δήλωσε ο Αιτητής ότι η Al Shabaab συνήθιζε να στρατολογεί αγόρια στον τόπο καταγωγής του ειδικά όταν γίνονται περίπου 14-15 ετών, εξηγώντας επιδερμικά την διαδικασία. Ερωτήθηκε να περιγράψει τον τρόπο στρατολόγησης, απαντώντας ότι τα ζητάνε από τους γονείς τους, με αποτέλεσμα πολλοί εξ αυτών, σε περίπτωση που δεν επιθυμούν τη στρατολόγηση των τελευταίων, να δραπετεύουν με τα παιδιά τους ή να τα στέλνουν στην Ευρώπη. Σε σχέση με την πρακτική που ακολουθεί η Al Shabaab μετά την ενημέρωση των γονέων, δήλωσε ότι εάν ο πατέρας αρνηθεί, τον σκοτώνουν και απαγάγουν το παιδί. Περιέγραψε δε ότι οι γονείς διαφεύγουν κρυφά στην πρωτεύουσα και από εκεί στέλνουν τα παιδιά τους στην Ευρώπη ενώ στη συνέχεια δέχονται τηλεφωνικές απειλές, καθώς η πόλη Mogadishu δεν ελέγχεται από την Al Shabaab.

 

Σε ερώτηση κατά πόσο η πόλη Jalalaqsi ελέγχεται από την Al Shabaab, απάντησε ότι πλέον ελέγχεται από τις κυβερνητικές δυνάμεις, ενώ επέδειξε άγνοια για το πότε ανέκτησαν τον έλεγχο της περιοχής. Σε ερώτηση εάν στην περιοχή διαμονής του υπήρχαν σημεία ελέγχου ή περιπολίες της Al Shabaab απάντησε ότι στα σημεία ελέγχου υπάρχει μία σημαία  και ένας άνδρας που στέκεται εκεί, ο οποίος είτε σου ζητάει να επιστρέψεις πίσω, ή, εαν προσπαθήσεις να διέλθεις με τη βία, σε σκοτώνει. Εξήγησε ωστόσο ότι στην περιοχή Jalalaqsi δεν υπήρχαν, αν και παρατήρησε κάποια καθ’ οδόν για την πόλη Mogadishu. Ζητηθείς να περιγράψει τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να διέλθει των σημείων ελέγχου της Al Shabaab χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, ανέφερε ότι εάν ο οδηγός διαθέτει σχετική άδεια διέλευσης (ως ο οδηγός τους) η οργάνωση επιτρέπει την διέλευση. Κληθείς να περιγράψει μία τυπική ημέρα της διαβίωσής του σε περιοχή που ελέγχεται από την Al Shabaab, απάντησε ότι ζούσαν φυσιολογικά και υπέβαλε ότι πλην της δολοφονίας του πατέρα του, δεν αντιμετώπισε κάποιο άλλο πρόβλημα. Ανέφερε, επίσης, ότι η οργάνωση απαγόρευε στους αμάχους να κολυμπούν στο ποτάμι, ωστόσο εκείνος και οι φίλοι του  το έπρατταν και ότι επιτρεπόταν σε διεθνείς οργανισμούς που προσέφεραν οικονομική βοήθεια να εισέλθουν εντός της περιοχής του ελέγχου της. Προσέθεσε μάλιστα ότι κατά τη διάρκεια της προσευχής απαγορευόταν η κυκλοφορία και επιτρεπόταν σε ένα άνδρα να κυκλοφορήσει με γυναίκα που ήτο σύζυγος ή μητέρα του.

 

Σε σχέση με το ζήτημα στρατολόγησης, δήλωσε ότι τον 4ο/2024 μέλη της οργάνωσης επισκέφτηκαν την πατρική του οικία και ενημέρωσαν τον πατέρα του ότι θέλουν να στρατολογήσουν τα παιδιά του. Στη συνέχεια ο πατέρας του συζήτησε με τη μητέρα του και απάντησαν στην Al Shabaab πως τα παιδιά τους είναι ακόμα πολύ νέα για να στρατολογηθούν. Περιέγραψε, ότι ο πατέρας του ενημερώθηκε σχετικά με τις προθέσεις της Al Shabaab όσο βρισκόταν στο χώρο εργασίας του. Σε ερώτηση εάν από τον 4ο/2024-11ο/2024 όπου εγκατέλειψε τη Σομαλία, δέχτηκε κάποια άλλη παρενόχληση απάντησε αρνητικά.

 

Όταν ρωτήθηκε να περιγράψει τη δολοφονία του πατέρα του, ανέφερε ότι είχε συμβεί μία μέρα όπου εκείνος είχε επιστρέψει στο σπίτι νωρίτερα με τον αδελφό όπου την ώρα της άφιξής τους είδε τη μητέρα του να τους ζητά να προσευχηθούν. Στη συνέχεια πλησίασαν τον Αιτητή και τον αδερφό του δύο άνδρες και τους ανάγκασαν να καθίσουν με τον πατέρα τους, ενώ η μητέρα του και η αδερφή του στεκόταν όρθιες. Στη συνέχεια τα μέλη της Al Shabaab ζήτησαν από τον πατέρα του να του μιλήσουν κατ΄ ιδίαν. Ο Αιτητής πλησίασε τον πατέρα του και του κράτησε το χέρι. Ένα από τα μέλη της Al Shabaab ζήτησε από τον Αιτητή να απομακρυνθεί και ένας άλλος άνδρας πυροβόλησε τον πατέρα του στο κεφάλι. Ακολούθως τα μέλη της Al Shabab διέφυγαν και κληθείς να περιγράψει τι συνέβη στη συνέχεια, δήλωσε ότι μαζεύτηκε ο κόσμος που προσευχόταν στο τζαμί, ενώ μετέφεραν το πτώμα εντός της οικίας του, όπου το κάλυψαν με υφάσματα. Στη συνέχεια έπλυναν το σώμα του πατέρα του, το οποίο ενταφίασαν την επόμενη ημέρα. Μετά την κηδεία του πατέρα του επισκέφτηκαν την οικία του κάποια μέλη της φυλής του προκειμένου να συζητήσουν με τη μητέρα του τις επόμενες κινήσεις της. Έτσι αποφάσισαν από κοινού ότι θα ήταν καλύτερο για τον Αιτητή και τον αδερφό του να εγκαταλείψουν την περιοχή με αποτέλεσμα να διαφύγουν στην πόλη  Mogadishu με τη μητέρα τους. Ερωτηθείς πως γνωρίζει ότι τα άτομα που δολοφόνησαν τον πατέρα του ήταν μέλη της Al Shabaab, απάντησε ότι ενημερώθηκε σχετικώς μετά τη συζήτηση που είχε η μητέρα του με τα μέλη της φυλής του. Κληθείς να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο ο πατέρας του του επέτρεψε να τον ακολουθήσει έξω από το σπίτι όταν τον σκότωσε η Al Shabaab, απάντησε ότι ο πατέρας του δεν ήξερε ότι θα τον σκοτώσουν. Ως προς το εάν η μητέρα του κατήγγειλε τη δολοφονία του πατέρα του και την εξαφάνιση του αδερφού του, ο Αιτητής ανέφερε ότι το είπε στα μέλη της φυλής τους, επέδειξε ωστόσο άγνοια εάν είχε προβεί σε καταγγελία ενώπιον των αρχών. Δεν έδωσε δε επαρκή απάντηση κληθείς να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο μετά τη δολοφονία του πατέρα του, τα μέλη της οργάνωσης δεν πήραν μαζί τους τον ίδιο και τον αδερφό του. Κληθείς να εξηγήσει πως χρηματοδότησε το ταξίδι του μέχρι την Κύπρο δεδομένου ότι δεν είχε χρήματα, υπέβαλε ότι η μητέρα του πούλησε ένα κομμάτι γης που βρισκόταν στην κατοχή της. Εξήγησε μάλιστα ότι καθώς διέφυγαν στην πόλη Mogadishu, την πώληση του ακινήτου ανέλαβαν τα μέλη της φυλής του. Ως προς το εάν δέχτηκε κάποια άλλη ενόχληση από την Al Shabaab κατά τη διάρκεια της διαμονής του στην πόλη Jalalaqsi μετά το θάνατο του πατέρα του, απάντησε αρνητικά. Κληθείς να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο δεν δέχτηκε κάποια άλλη ενόχληση από την οργάνωση, ανέφερε ότι η εν λόγω οργάνωση στρατολογεί τον Ιανουάριο. Του υποδείχθηκε ότι πηγές πληροφόρησης δεν αναφέρουν ότι η Al Shabaab στρατολογεί αποκλειστικά τον Ιανουάριο, με τον Αιτητή να απαντά ότι μεταξύ 1ου-4ου ενημερώνει η οργάνωση τις οικογένειες των παιδιών και εάν οι γονείς αρνηθούν, τους σκοτώνουν και παίρνουν τα παιδιά. Ερωτηθείς ως εκ τούτου για ποιο λόγο τα μέλη της Al Shabaab δεν πήραν και τον ίδιο, επικαλέστηκε το γεγονός ότι διέφυγαν με τη μητέρα του στην πόλη Mogadishu. Ως προς το λόγο για τον οποίο δε τον πήραν κατά τη παραμονή του στην πόλη Jalalaqsi αποκρίθηκε ότι κατά τη διάκρεια του εν λόγω μήνα τα μέλη της φυλής του βρισκόταν συνέχεια στο σπίτι του προκειμένου να μη συμβεί κάποιο αντίστοιχο περιστατικό και μέχρι να σταθεροποιηθεί η κατάσταση. Κληθείς τέλος να σχολιάσει το ότι οι αντληθείσες πηγές αναφέρουν ότι η οργάνωση στρατολογεί τους νέους χωρίς να τους δώσει χρόνο να το σκεφτούν, απάντησε ότι στην περίπτωσή του προσευχήθηκε και έγινε ότι ήταν γραφτό. Στην συνέχεια ρωτήθηκε σε σχέση με τις προετοιμασίες που ζητήθηκαν από την Al Shabaab, χωρίς να δώσει ιδιαίτερες λεπτομέρειες, επανέλαβε δε επί της πλύσης εγκεφάλου αγοριών και/ή στρατολόγησης νεαρών ανδρών και/ή αγοριών 14-15 ετών. Επανέλαβε δε ότι εγκατέλειψε την πόλη Mogadishu διότι η μητέρα του συνέχισε να δέχεται τηλεφωνικές απειλές. Σε σχέση με το τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής δήλωσε ότι θα τον σκοτώσουν τα μέλη της Al Shabaab επειδή διαθέτουν παντού κατασκόπους και/ή ότι δεν θα μπορούσαν να τον προστατεύσουν οι αρχές της Σομαλίας.

 

Ακολούθως, ο Αιτητής υποβλήθηκε και σε δεύτερη προφορική συνέντευξη κατά τη διάρκεια της οποίας του υποβλήθηκαν ερωτήσεις αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του. Μετά το πέρας των προφορικών του συνεντεύξεων διαγνώστηκε με σύφιλη και ξεκίνησε αντίστοιχη φαρμακευτική αγωγή. Σημειώνεται ότι επέδειξε άγνοια ως προς την ασθένεια και τις επιπτώσεις της, ενώ αγνοεί εάν στην πόλη Mogadishu διατίθεται φαρμακευτική αγωγή ή πως αυτό μπορεί να επηρεάσει τη ζωή του.

 

Στη βάση των δηλώσεων του Αιτητή καταγράφηκαν στην έκθεση/εισήγηση (α) τα προσωπικά στοιχεία, χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του, (β) περί φόβου στρατολόγησης από την οργάνωση Al Shabaab, και (γ) το ότι διαγνώστηκε με σύφιλη. Από τις απαντήσεις του Αιτητή ο λειτουργός αποδέχθηκε το προφίλ, τα προσωπικά στοιχεία και τόπο συνήθους διαμονής του ως επίσης το ότι διαγνώστηκε με σύφιλη. Απορρίφθηκε, όμως, ο δεύτερος ισχυρισμός του.

 

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ισχυρισμού, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις του ήταν ασαφείς, αντιφατικές και ασυνεπείς. Ειδικότερα, ερωτηθείς εάν η Al Shabaab στρατολογεί παιδιά στην περιοχή του,  υπέβαλε αντιφατικά, αρχικά ότι η εν λόγω οργάνωση στρατολογεί νεαρά αγόρια μεταξύ 14 και 15 ετών αλλά στην συνέχεια ότι στρατολογεί και άνδρες μέχρι 24 ετών, προβάλλοντας ανεπαρκώς ότι η προηγούμενη αναφορά του σε ηλικία μεταξύ 14 και 15 ετών ήτο ενδεικτική. Ως προς τη στρατολόγησή του, οι δηλώσεις του κρίθηκαν ως στερούμενες περιγραφικής λεπτομέρειας και βιωματικού χαρακτήρα, ενώ υπέπεσε και σε αντιφάσεις σχετικά με το χρόνο κατά τον οποίο ο πατέρας του ενημέρωσε τον ίδιο και τον αδερφό του σχετικά με τις προθέσεις της Al Shabaab. Κληθείς να σχολιάσει την ασυνέπειά του, ενέμεινε ασαφώς στις δηλώσεις του περί του ότι οι γονείς τους τους ενημέρωσαν κατόπιν κατ’ ιδίαν συζήτησης μεταξύ τους. Αν και του ζητήθηκε κατ’ επανάληψη να περιγράψει τη στιγμή που πληροφορήθηκε τις προθέσεις της Al Shabaab από τον πατέρα του, ήτο απρόθυμος να απαντήσει, επικαλούμενος αόριστα ότι η οργάνωση μίλησε στον πατέρα του στο χώρο εργασίας του και αργότερα προχώρησε στη δολοφονία του. Θα αναμενόταν δε από τον Αιτητή να περιγράψει λεπτομερώς και με βιωματικό τρόπο τη στιγμή που αποτέλεσε το εφαλτήριο της φυγής του από τη χώρα καταγωγής του. Ζητηθείς ακολούθως να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο η Al Shabaab παρέλειψε να απαγάγει τον ίδιο και τον αδερφό του μετά τη δολοφονία του πατέρα του, απάντησε χωρίς νοηματική συνοχή και ευλογοφάνεια, κατά τον λειτουργό, ότι οι δράστες δε μπορούσαν να κάνουν δύο πράγματα παράλληλα, επικαλούμενος αόριστα ότι δε μπορούσαν να τους πάρουν γιατί σκότωσαν τον πατέρα τους. Ούτε, όμως, οι δηλώσεις του περί εξαφάνισης του αδερφού του την ημέρα της δολοφονίας του πατέρα του κρίθηκαν ως επαρκείς και σαφείς, αφού επικαλέστηκε γενικόλογα ότι ο αδερφός του άρχισε να τρέχει και έφυγε μακριά. Ούτε μπόρεσε να παραθέσει πληροφορίες αναφορικά με τον τρόπο που ενήργησε η οικογένειά του μετά το θάνατο του πατέρα του. Υπέβαλε δε ανεπαρκώς, ότι δε μπορούσε να κάνει κάτι και ότι τα μέλη της φυλής του γνώριζαν τι είχε συμβεί. Ούτε, όμως, ήταν σε θέση να περιγράψει επαρκώς τις συνθήκες διαβίωσής του τον ένα μήνα μετά το θάνατο του πατέρα του που διέμεινε στην πόλη Jalalaqsi,  προβάλλοντας χωρίς συνοχή τις διαδικασίες που ακολουθεί η φυλή του μετά την ταφή των νεκρών και ότι αυτό τον συμβούλεψαν να εγκαταλείψει την περιφέρειά που ζούσε. Ερωτηθείς ωστόσο εάν κατά τη διάρκεια του εν λόγω μήνα δέχτηκε κάποια όχληση από την οργάνωση, απάντησε αρνητικά. Ακολούθως, κρίθηκε ότι δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο ο ίδιος και η οικογένειά του δεν εγκατέλειψαν άμεσα την πόλη Jalalaqsi, αφού αρχικά μεν δήλωσε ότι δεν είχαν χρήματα και ότι τους βοήθησαν τα μέλη της φυλής τα οποία μάζεψαν χρήματα, στη συνέχεια, όμως, υπέβαλε χωρίς νοηματική συνοχή ότι τα έξοδα του ταξιδιού του καλύφθηκαν από την πώληση ενός ακινήτου της μητέρας του, η οποία τελέστηκε από τα μέλη της φυλής του ενώ η μητέρα του βρισκόταν στην πόλη Mogadishu. Ζητηθείς τέλος να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο η Al Shabaab ουδέποτε στρατολόγησε τον ίδιο και τον αδερφό του αν και ενημέρωσε σχετικώς τον πατέρα τους τον 4o/2024, ο Αιτητής αποκρίθηκε ανεπαρκώς, ότι η Al Shabαab στρατολογεί σε συγκεκριμένα τον Ιανουάριο, ενώ ακολούθως υπέβαλε ασαφώς ότι προσεγγίζουν τους γονείς από τον Ιανουάριο μέχρι τον Απρίλιο και εάν εκείνοι αρνηθούν, τους σκοτώνουν και παίρνουν τα παιδιά. Κληθείς να εξηγήσει καταληκτικά το λόγο για τον οποίο κατάφερε να διαφύγει της στρατολόγησης απέδωσε τη φυγή του στη βοήθεια του Θεού. Στη βάση της ανωτέρω ανάλυσης, ο υπό κρίση ισχυρισμός κρίθηκε ως εσωτερικά αξιόπιστος. Αναφορικά με την αξιολόγηση της εξωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, ο λειτουργός προχώρησε σε σχετική έρευνα, εκ της εντόπισε πληροφορίες οι οποίες επιβεβαιώνουν τα περί στρατολόγησης νεαρών ανδρών από την Al Shabaab. Ωστόσο, αναφορικά με τον τρόπο στρατολόγησης νεαρών ανδρών, οι αντληθείσες πληροφορίες ανέδειξαν ότι τα μέλη της οργάνωσης προσφεύγουν στους πρεσβύτερους της φυλής, η δε άρνηση τους επιφέρει αντίστοιχες ποινές. Σύμφωνα, μάλιστα, με περαιτέρω πηγές,  πρεσβύτερα μέλη των φυλών έχουν απαχθεί επειδή δεν κατάφεραν να προμηθεύσουν την οργάνωση με νέα μέλη. Σχετικά με τις οικογένειες που αρνούνται τη στρατολόγηση των τέκνων τους, πληροφορίες ανέδειξαν ότι απειλούνται και στιγματίζονται ως προδότες του Ισλάμ, ενώ πρακτική στρατολόγησης της Al Shabaab είναι η απαγωγή νεαρών αγοριών από τα σχολεία τους και εγκλεισμό τους σε στρατιωτικές βάσεις όπου λαμβάνουν αντίστοιχη στρατιωτική εκπαίδευση και οδηγίες όπως δολοφονήσουν εχθρούς της οργάνωσης. Στη βάση της αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεων του Αιτητή, ο υπό εξέταση ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.

 

Από συνολική αξιολόγηση της γενικότερης αξιοπιστίας του Αιτητή και των όσων τέθηκαν ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου υπό μορφή δηλώσεων[2] επί του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού που είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με κατ΄ ισχυρισμό φόβο δίωξης, διαπιστώνω ότι δε θεμελιώνεται η αξιοπιστία του αφηγήματος περί εξαναγκασμού του σε στρατολόγηση από την οργάνωση Al Shabaab. Η πλήρης εικόνα που διαμορφώνεται μέσω των στοιχείων του φακέλου του, κατόπιν ορθολογικής ανάλυσης και δίκαιης στάθμισής τους[3], επιβεβαιώνει τα συμπεράσματα του λειτουργού. Επιπρόσθετα, από τις απαντήσεις του, κατά τη διαδικασία της συνέντευξης, διαπιστώνεται ότι δεν παρείχε κάθε διαθέσιμη βοήθεια με τις απαντήσεις του στον εξεταστή για τη διαπίστωση των στοιχείων της υπόθεσής του, ούτε τεκμηρίωσε τους ισχυρισμούς του με επαρκή λεπτομέρεια και πληροφορίες (βλέπε σχετικά Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων, Μάρτιος 2015, σελ.11 και Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System της EUAA, February 2023, σελ.57-72, 103-112, 120-131 – Βλέπε επίσης, §205 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες). Σε αρκετές διευκρινιστικές ερωτήσεις του λειτουργού για αριθμό ζητημάτων δεν ήταν ικανός ο Αιτητής να παράσχει ικανοποιητικές πληροφορίες[4] και υπήρξε αντιφατικός. Συνεπώς, δεν θα μπορούσε να τύχει του ευεργετήματος της αμφιβολίας το οποίο δίνεται μόνο όταν έχουν προσκομισθεί όλα τα διαθέσιμα αποδεικτικά στοιχεία και όταν ο εξεταστής είναι γενικά ικανοποιημένος από την αξιοπιστία του αιτούντα (Βλέπε §204 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Από τα γεγονότα της περίπτωσης του σε συνάρτηση με τα στοιχεία του φακέλου και τις αιτιάσεις του δεν προκύπτει να συντρέχουν στο πρόσωπο του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά κριτήρια που μπορούν να στοιχειοθετήσουν το γεγονός ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του και δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτή λόγω δικαιολογημένου φόβου δίωξης (§37-38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, του Ύπατου Αρμοστή των Ηνωμένων Εθνών). Μπορεί να αποτελεί καθήκον της αρμόδιας αρχής να αξιολογεί σε συνεργασία με τον αιτούντα τα συναφή στοιχεία της αίτησής του και/ή ότι αυτή η ευθύνη μοιράζεται μεταξύ του λειτουργού και του αιτούντα, αυτό όμως δεν αναιρεί την υποχρέωση του ιδίου να υποβάλει το συντομότερο δυνατό όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για την τεκμηρίωση της αίτησης του, ήτοι δηλώσεις/έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την ηλικία του, το προσωπικό του ιστορικό, καθώς και το ιστορικό των οικείων συγγενών του, την ταυτότητα, την ιθαγένεια, τη χώρα και το μέρος προηγούμενης διαμονής του, τις προηγούμενες αιτήσεις ασύλου, το δρομολόγιο που ακολούθησε, το δελτίο ταυτότητας και τα ταξιδιωτικά του έγγραφα και τους λόγους για τους οποίους ζητεί διεθνή προστασία και/ή ότι εναπόκειται πρώτα στον ίδιο τον αιτούντα να έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του. Υπάρχουν δε επί της έκθεσης-εισήγησης εκτεταμένες καταγραφές του λειτουργού ως προς τα ευρήματα αναξιοπιστίας του Αιτητή ως επίσης και εκτενείς παραπομπές σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σε σχέση με το τί επικρατεί στην χώρα καταγωγής σε σχέση με την στρατολόγηση της Al Shabaab που είναι σε πλήρη συνάφεια με έρευνα και του παρόντος δικαστηρίου[5]. Εξάλλου, κάποιες εκ των δηλώσεων του Αιτητή έρχονται και σε αντίφαση (ως οι ανωτέρω καταγραφές) και με εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Ούτε θεωρώ ότι κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασία υποδείχθηκαν επαρκή σημεία επί της συνέντευξης του Αιτητή ή της έκθεσης/εισήγησης που να τεκμηριώνουν ελλιπή υπό τις περιστάσεις έρευνα της αρμόδιας αρχής κατά την αξιολόγηση των ισχυρισμών του σε σχέση με την παροχή σε αυτόν προσφυγικού καθεστώτος. Συνεπώς δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000) καθώς οι σχετικοί ισχυρισμοί του απορρίφθηκαν ως μη αξιόπιστοι στο σύνολό τους και δεν κατάφερε να καταδείξει και/ή να τεκμηριώσει ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής, υπάρχει κίνδυνος δίωξής της για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων.

 

Ούτε η περίπτωση του Αιτητή εμπίπτει στις προϋποθέσεις παροχής σε αυτόν καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας. Ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση και/ή κατά την υπαγωγή των προσωπικών του δεδομένων του Αιτητή εξέτασε κατά πόσο θα υπόκειτο σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής σε οποιαδήποτε τέτοια σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη ως προσδιορίζεται στο Άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου 2000 έως 2025, (Ν.6(Ι)/2000), καταλήγοντας ότι τέτοιος κίνδυνος δεν υφίσταται. Ουδείς εκ των ισχυρισμών που πρόβαλε τεκμηριώνει την ύπαρξη ουσιωδών λόγων ώστε να πιστεύεται ότι ο ίδιος προσωπικά, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα υποβληθεί σε κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης ή σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Ειδικά δε ως προς το σκέλος της διακινδύνευσης λόγω βίας ασκούμενης αδιακρίτως σε καταστάσεις ένοπλης σύρραξης, ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή ότι δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την έννοια του Άρθρου 15 (γ) της Οδηγίας 95/11/ΕΕ δηλαδή λόγω ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης ασκήσεως βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. Η ύπαρξη «ένοπλης σύρραξης» στο έδαφος μιας χώρας ή μιας περιοχής της ή διάφορων περιοχών της, (όπως στην προκειμένη περίπτωση) αν και αναγκαία, δεν είναι επαρκής προϋπόθεση από μόνη της για παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας. Σημειώνεται σε αυτό το σημείο ότι υπάρχει εκτενέστατη αξιολόγηση όλων των συναφών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή από τον λειτουργό στο μέρος της έκθεσης/εισήγησης και/ή αξιολόγησης κινδύνου επιστροφής σε συνάρτηση με την περιοχή διαμονής του όπου γίνεται παράθεση πληροφοριών αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και/ή εκτενής καταγραφή εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

 

Είναι βασική θέση του συνηγόρου του Αιτητή ότι εφόσον ο λειτουργός κατέληξε σε σημεία της έκθεσης του ότι «υπάρχουν εύλογοι/βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι, εάν ο αιτών επιστρέψει στην χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη ως απόρροια της κατάστασης ανασφάλειας στην πόλη Mogadishu, περιφέρεια Banadir» (ερυθρό 198 ΔΦ) θα έπρεπε να του αναγνωριστεί τουλάχιστον το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και/ή λόγω της κατάστασης της υγείας του.

Αρχικά θα πρέπει να τονιστεί ότι ο λειτουργός κατά την νομική ανάλυση όπου εξέτασε σε συνάρτηση με τη περιοχή προηγούμενης διαμονής του Αιτητή και των προσωπικών του συνθηκών, κατ’  εφαρμογή της έννοιας της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, έκρινε ότι ο Αιτητής δεν θα επηρεαστεί προσωπικά κατά την επιστροφή του (ερυθρό 116 - 112 ΔΦ). Στα πλαίσια των εξουσιών του, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Mogadishu, τόπου που ευλόγως αναμένεται να επιστρέψει λόγω και της παρουσίας των μελών της οικογένειάς του εκεί. Η πύλη War Watch (πρώην RULAC), εξηγεί ότι η Σομαλία εμπλέκεται σε δύο μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις. Mία μεταξύ των ενόπλων δυνάμεων της χώρας και άλλων δυνάμεων υποστήριξης κατά της Al Shabab και μία ανέμεσα στις ένοπλες δυνάμεις της χώρας και το Ισλαμικό Κράτος στη Σομαλία (ISIS)[6]. Η έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας γενικά στη Σομαλία του 2025 κατέγραψε σχεδόν 6.000 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν σχεδόν 15.000 θανάτους. Περισσότερο από το ένα τρίτο όλων των εκτιμώμενων θανάτων που καταγράφηκαν μεταξύ 4ου/2023 – 3ου/2025 εμπίπτουν σε μεγάλες στρατιωτικές και αστυνομικές επιχειρήσεις[7]. Ταυτόχρονα, άλλες έντονες ένοπλες συγκρούσεις έλαβαν χώρα στις περιοχές Κάτω Σαμπέλε, Κάτω Τζούμπα και Μπακούλ από 7ο-9ο /2023. Αυτά τα δύο γεγονότα μόνο είχαν ως αποτέλεσμα περισσότερους από 2.800 θανάτους[8]. Μια δε ανανεωμένη επίθεση της οργάνωσης εναντίον κυβερνητικών και συμμάχων δυνάμεων περί τον 2ο/2025 σε εξέλιξη στο τέλος 3ου/2025, η οποία πραγματοποιήθηκε κυρίως στις περιοχές Χιράαν, Μέση Σαμπέλε και Κάτω Σαμπέλε[9], ενώ παράλληλα με αυτή την επιχείριση, στο Puntland η επιχείρηση Hilaac κατά του ISIS αναπτύχθηκε στα βουνά al-Miskaad στην περιοχή Bari κατά τη διάρκεια 1ου/-2ου  2025[10]. Σχεδόν άλλοι 2.000 θάνατοι εκτιμάται ότι προκλήθηκαν από την απελευθέρωση αυτών των άλλων δύο συνόλων επιχειρήσεων στην περίοδο 1ου/3ου/2025[11]. Άλλες στρατιωτικές επιχειρήσεις και αντιπαραθέσεις κατά της Al Shabaab, αδιάκριτες και εκτεταμένες μορφές στοχοποίησης σε όλη τη χώρα, αυξανόμενη ένταση των συγκρούσεων μεταξύ φυλών[12] και άλλων επιπέδων σύγκρουσης, έχουν συμβάλει σε συνεχιζόμενες πηγές ανασφάλειας στη χώρα[13]. To International Crisis Group, αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση στη Σομαλία το 2026 αναφέρει ότι τον 1o οι δυνάμεις ασφαλείας αύξησαν την πίεση στην οργάνωση και ανάκτησαν τα χωριά Νταχάνε, Τζιλίμπ Μάρκα και Γκέντερσε οδηγώντας στην αποχώρηση των μαχητών της Al Shabaab. Οι υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ ειδικές δυνάμεις της Ντανάμπ στόχευσαν θέσεις των μαχητών, συμπεριλαμβανομένων στις 4/1 κοντά στην Τζιλίμπ στην περιοχή Μέση Τζούμπα (πολιτεία Τζουμπαλάντ) και στις 09/01/26 κοντά στο Μπουόλο Φουλάι στην περιοχή Μπέι (νοτιοδυτικά). Οι δυνάμεις της Ντανάμπ και της Τζουμπαλάντ στις 21-22/01/26 απώθησαν επίσης την επίθεση της οργάνωσης στην στρατηγική πόλη Κούντα (Τζουμπαλάντ), ενώ οι κυβερνητικές δυνάμεις στις 26/01 απώθησαν τους μαχητές στην περιοχή Τζαμπαντγκοντάν της περιοχής Μέση Σαμπέλ (πολιτεία Χιρσαμπέλ). Η κυβέρνηση και οι εταίροι ασφαλείας ενέτειναν τις αεροπορικές επιδρομές που στόχευαν την ηγεσία της Al Shabaab σε περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχό της ήτοι Qaahira της Middle Shabelle (πολιτεία Hirshabelle), περιοχή Sakow της Middle Juba (πολιτεία Jubaland) τον 2ο/2026 φέρεται να σκότωσαν αρκετούς τοπικούς ηγέτες της Al Shabaab. Ο στρατός στις 22/02/26 ξεκίνησε επίσης επιχείρηση με στόχο μαχητές στην περιοχή Hawadley της Middle Shabelle. Αναφορικά με την επικρατούσα κατάσταση  στην πόλη Mogadishu, η έκθεση της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου το 2025[14] αναφέρει ότι ενώ η οργάνωση δεν έχει μόνιμες εγκαταστάσεις στη πρωτέυουσα, ωστόσο δραστηριοποιείται στην πόλη[15], βασιζόμενη στην παρουσία πρακτόρων της υπηρεσίας πληροφοριών Amniyat σε περιοχές που ελέγχονται από την κυβέρνηση, τις επιχειρήσεις των οποίων οι υπηρεσίες κρατικής ασφάλειας έχουν δυσκολευτεί να διαταράξουν[16]. Παρά τα χρόνια προσπαθειών κατά της τρομοκρατίας από την Ομοσπονδιακή Υπηρεσία Ασφαλείας και τις διεθνείς δυνάμεις[17], η Al Shabaab έχει επιδείξει ανθεκτικότητα και προσαρμοστικότητα, βρίσκοντας τρόπους να διεισδύει στην πόλη[18]. Αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας στην περιφέρεια Benadir και την πόλη Mogadishu, βάση ACLED διαπιστώνεται ότι, κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους στην περιφέρεια καταγράφηακαν 530 περιστατικά ασφαλείας, τα οποία επέφεραν 226 εκτιμώμενες απώλειες[19]. Σημειώνεται ότι μόνο ο πληθυσμός της πόλης Mogadishu, πρωτεύουσας της εν λόγω επαρχίας αλλά και της Σομαλίας, ανέρχεται σύμφωνα με μετρήσεις του 2026, σε περίπου 2.970.000 κακτοίκους[20]. Σύμφωνα δε και με τις κατευθυντήριες αρχές της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Υποστήριξης Ασύλου για τη Σομαλία, του  10/2025, η περιφέρεια Benadir συγκαταλέγεται στις περιοχές στις οποίες τα επίπεδα της αδιακρίτως ασκούμενης βίας είναι υψηλά ωστόσο απαιτείται ένας χαμηλός βαθμός επιβραυντικών περιστάσεων για να καταδειχθεί ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι για να πιστεύεται ότι οι άμαχοι που θα επιστρέψουν σε αυτές τις περιοχές θα διατρέξουν πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης[21]. Ως εκ των ανωτέρω δεδομένων, το Δικαστήριο προχωρά σε επαναξιολόγηση του κινδύνου που ενδεχομένως ο Αιτητής να αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών του, σε συνάρτηση με τον υψηλό αριθμό περιστατικών ασφαλείας και σε συσχέτιση και τον υψηλό αριθμό πληθυσμού της περιοχής - για λόγους εφαρμογής της «αναπροσαρμοσμένης κλίμακας» όπως αυτή απορρέει από τη Νομολογία του Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης[22] (ως διατυπώθηκε από το ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji C-465/07[23] και στην υπόθεση Diakité C-285/12[24]).  Ως προς το στοιχείο της σοβαρής και προσωπικής απειλής, το ΔΕΕ στην απόφαση Elgafaji διευκρίνισε πως «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους. Θα πρέπει δε να εκτιμάται ότι ο άμαχος/αιτούντας άσυλο ο οποίος θα επιστρέψει στην χώρα του και ακολούθως περιοχή συνήθους διαμονής του ενδεχομένως, λόγω της παρουσίας του και μόνον εκεί θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή. Κατά το Δικαστήριο το ενδεχόμενο μιας τέτοιας εξαιρετικής κατάστασης, στην οποία ο βαθμός κινδύνου είναι τόσο υψηλός, αξιολογείται το κατά πόσο υπάρχουν σοβαροί λόγοι να θεωρηθεί ότι το πρόσωπο διατρέχει ατομικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ακόμη και χωρίς να στοχοποιείται ειδικά. Ακολούθως, διατυπώνεται στην απόφαση ότι η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, όπου: «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας». Η δε «εξατομίκευση» που απαιτείται για να θεωρηθεί η απειλή ως «προσωπική» μπορεί να προκύπτει είτε από παράγοντες ειδικού κινδύνου, οι οποίοι σχετίζονται με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ή τις περιστάσεις ενός προσώπου, είτε από παράγοντες «γενικού κινδύνου», οι οποίοι προκύπτουν από εξαιρετική κατάσταση πολύ υψηλού βαθμού βίας.[25] Επομένως, η έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, παρέχει ένα ενιαίο ερμηνευτικό πλαίσιο για τη στάθμιση μεταξύ γενικού κινδύνου (όταν υπάρχει αδιακρίτως ασκούμενη βία σε τόσο υψηλό βαθμό ώστε και μόνο η ιδιότητα του αμάχου συνιστά κίνδυνο) και του ειδικού κινδύνου (όταν υπάρχει εξατομικευμένη απειλή). Ως προς την εκτίμηση του βαθμού/έντασης της αδιάκριτης βίας, το ΔΕΕ στις αποφάσεις Elgafaji και Diakite δεν παρείχε συγκεκριμένες κατευθύνσεις προς στα εθνικά δικαστήρια σχετικά με τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθούν για να αξιολογούν ήτοι (α) την ένταση της βίας που επικρατεί σε συγκεκριμένη περιοχή ή περιφέρεια μιας χώρας, και (β) το κατά πόσον η εν λόγω βία δημιουργεί πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, είτε για τον άμαχο πληθυσμό συνολικά, είτε για άτομα με βάση τις προσωπικές τους περιστάσεις, είτε βάσει συνδυασμού των δύο. Το ζήτημα της σοβαρής και προσωπικής απειλής τέθηκε εκ νέου ενώπιον του ΔΕΕ αρκετά χρόνια αργότερα, στην υπόθεση CF και DN[26]  όπου επικαλούμενο τη συλλογιστική στην υπόθεση Elgafagi, έκρινε ότι η ποσοτική αξιολόγηση του κινδύνου θανάτου και τραυματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως ο λόγος του αριθμού των θυμάτων στην οικεία περιοχή προς τον συνολικό αριθμό των ατόμων που αποτελούν τον πληθυσμό της περιοχής αυτής είναι κρίσιμη για τη διαπίστωση της ύπαρξης σοβαρής και προσωπικής απειλής, αλλά ότι «η διαπίστωση αυτή δεν μπορεί να αποτελέσει το μόνο καθοριστικό κριτήριο».

 

Σε αυτό το σημείο λαμβάνεται δεόντως υπόψη και το ζήτημα προβλήματος υγείας του Αιτητή ότι πάσχει/έπασχε από σύφιλη[27]. Τονίζεται ότι κατόπιν σχετικής έρευνας, ο λειτουργός ανέτρεξε σε εξωτερικές πηγές και εντόπισε ότι η σύφιλη είναι μία σεξουαλικώς μεταδιδόμενη λοίμωξη που μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρές επιπλοκές εάν δεν αντιμετωπιστεί. Οι εν λόγω πληροφορίες ανέδειξαν ότι η πρόσβαση σε εξειδικευμένη ιατρική φροντίδα για τη διάγνωση και θεραπεία της σύφιλης είναι περιορισμένη, ελλείψει επαρκών υποδομών, φαρμάκων και καταρτισμένου ιατρικού προσωπικού. Ωστόσο, υπάρχει πρόσβαση σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη ενώ ως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ο Αιτητής στις 29/04/25 υποβλήθηκε σε 2 ενέσεις αντιβίωσης κατά της σύφιλης, διαδικασία την οποία προγραμματίστηκε να επαναλάβει στις 06/05/25 και 13/05/25. Στη συνέχεια ενημερώθηκε ότι θα πρέπει να έρθει σε επικοινωνία με τη θεράποντα ιατρό του. Αν και ο Αιτητής φέρεται να ξεκίνησε τη διαδικασία θεραπείας από τη σύφιλη πριν ένα χρόνο, δεν είναι σαφές εάν την ολοκλήρωσε και εάν έχει θεραπευτεί. Ούτε δε εξάλλου προσκομίστηκε κατά την δικαστική διαδικασία ως όφειλε μέσω του συνηγόρου του, οποιαδήποτε μαρτυρία επί τούτου σε σχέση με την εξέλιξη της θεραπείας του (που ήτο ενεργή κατά τον χρόνο εξέτασης του αιτήματος ασύλου του ως το ερυθρό 83-82)– για νόσο που είναι ιάσιμη μέσω φαρμακευτικής αγωγής την οποία ως προκύπτει έλαβε κατά τον χρόνο εξέτασης της αίτησης του. Ολιστικά από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν από τον Αιτητή προκύπτουν τα εξής ευρήματα: (α) δεν διαπιστώνεται κάποια σκοπιμότητα/πρόθεση ηθελημένης παρεμπόδισης πρόσβασης του από συγκεκριμένο φορέα δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε κατάλληλη θεραπεία επί της κατάστασης της υγείας του στη χώρα του - ούτε προκύπτει οποιαδήποτε υπαίτια αποστέρηση από αυτόν της πρόσβασής της σε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, (β) δεν προκύπτει από τις εξωτερικές πηγές που παρατέθηκαν μέσω του λειτουργού  ότι υπάρχει σε τέτοιο βαθμό έλλειψη κατάλληλης θεραπευτικής αγωγής στη χώρα καταγωγής του που να καθιστά αδύνατη και/ή επικίνδυνη για την ζωή του την επάνοδο στην χώρα του, (γ) δεν έχει τεκμηριώσει με αποδεικτικά στοιχεία και/ή μέσω μαρτυρίας και/ή εμπεριστατωμένης ιατρικής έκθεσης ότι η κατάσταση της υγείας του σε περίπτωση απομάκρυνσης του ελλείψει κατάλληλης αγωγής στη χώρα προορισμού, διατρέχει κίνδυνο να εκτεθεί σε ταχεία, σημαντική και μη αναστρέψιμη επιδείνωση της υγείας του, (δ) όπως προκύπτει από τα στοιχεία της αίτησης του κατά τη διαμονή του στην Κύπρο έλαβε θεραπεία παρά την προκύπτουσα διάγνωση και αποτελεί σημαντική ένδειξη ότι η κατάσταση της υγείας του δεν είναι ανησυχητική, (ε) εξάλλου δεν αποτελεί αυτοτελή λόγο παραχώρησης διεθνούς προστασίας λόγω μόνο του εν λόγω προβλήματος υγείας που αντιμετωπίζει (βλέπε σχετικά ΔΕΕ C-542/13, Mohamed M’Bodj v Βελγικού Δημοσίου, ημερ.18/12/2014).

 

Προσαρμόζοντας την ανωτέρω νομολογία και δη την έννοια της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας στην περίπτωση του Αιτητή, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πρόκειται για ενήλικο, νεαρό, αρτιμελή, ικανό προς εργασία άνδρα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας (πέραν της σύφιλης που έλαβε θεραπεία και είναι ιάσιμη), o οποίος διαθέτει οικογενειακό δίκτυο στην πόλη Mogadishu και κατόπιν συναναξιολόγησης των προσωπικών του περιστάσεων, της κατάστασης ασφαλείας, τον συνολικό αριθμό θανάτων αμάχων και σε συνάρτηση με τον αριθμό πληθυσμού της γενικότερης περιοχής, καταλήγει ότι δεν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι με την επιστροφή του στην  πρωτεύουσα της Σομαλίας, o  Αιτητής θα αντιμετωπίσει προσωπικά πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη – ευρήματα που είναι σε πλήρη σύμπνοια και με τα συμπεράσματα εξατομικευμένης αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή από την αρμόδια αρχή (ερυθρά 202 - 198 ΔΦ).

 

Βάσει των στοιχείων του φακέλου και της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού (ως αναλύονται ανωτέρω) διαπιστώνω επαρκή έρευνα υπό τις περιστάσεις από την Υπηρεσία Ασύλου κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθήθηκε από την αρμόδια αρχή (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας (2002) 3 Α.Α.Δ. 345) ήταν σύμφωνα με την νομοθεσία και υπό την καθοδήγηση σχετικών επί του θέματος εγχειριδίων. Η απόφαση είναι επαρκώς αιτιολογημένη και είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με τα πραγματικά και νομικά περιστατικά της υπόθεσης, ενώ η αιτιολογία της προσβαλλόμενης πράξης συμπληρώνεται και/ή αναπληρώνεται μέσα από τα στοιχεία του φακέλου του Αιτητή ήτοι της έκθεσης/εισήγησης της λειτουργού η οποία αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της απόφασης του εξουσιοδοτημένου από τον Υπουργό Εσωτερικών αρμόδιου λειτουργού, όπως επίσης και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο δικαστικός έλεγχος (Βλέπε Φράγκου ν. Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ.270). Μετά δε από έλεγχο νομιμότητας/ορθότητας και πραγματικό έλεγχο των περιστάσεων του Αιτητή, όπως αναλύεται ανωτέρω, το Δικαστήριο στα πλαίσια των εξουσιών του, καταλήγει στο ίδιο εύρημα ότι δηλαδή δεν μπορεί να του αναγνωριστεί το καθεστώς του πρόσφυγα ή συμπληρωματικής προστασίας.

 

Ως εκ τούτου, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται με €1300 έξοδα εναντίον του Αιτητή και υπέρ των Καθ' ων η αίτηση και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

                         

 

Μ. ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] EUAA, Country Guidance Somalia (August 2023) p.71 - Al-Shabaab is an Islamist Sunni Salafi jihadist armed group based in Somalia. Formed in the early 2000s, the group seeks to establish an Islamic State in the country. Its main unifying idea is the ‘opposition to the Western-backed government’

[3] High Court (Ανώτερο Δικαστήριο) (Ιρλανδία), IR κατά Minister for Justice Equality and Law Reform and Refugee Appeals Tribunal, [2009] IEHC 353, ημερ. 24/07/09, σκέψη 11

[4] EYAA, Evidence and Credibility Assessment in the Context of the Common European Asylum System, Judicial Analysis 2nd Edition, February 2023, σελ.122-123

[5] Counter Terrorism, AL-SHABAAB, n.d., https://www.dni.gov/nctc/groups/al_shabaab.html, EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Somalia; Security situation, February 2023, EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Somalia; Targeted Profiles, September 2021, p. 21-25, RB - Immigration and Refugee Board of Canada: Somalia: Al-Shabaab, including leadership, structure, objectives, activities, areas of operation, ability to track persons of interest, and individuals who are targeted (2021-March 2023) [SOM201366.E], 7.3.2023,
https://www.ecoi.net/en/document/2090361.html (28/04/2026),USDOL - US Department of Labor: 2023 Findings on the Worst Forms of Child Labor: Somalia, 5.9.2024, https://www.ecoi.net/en/document/2116134.html (28/04/2026), Central Intelligence Agency (CIA) (14.7.2024) The World Factbook 2024 - Somalia, https://www.cia.gov/the-world-factbook/countries/somalia/ RDC - Refugee Documentation Centre, Legal Aid Board: COI Query Response - Somalia - Recruitment of young men by AL-Shabaab, 25.7.2024 Bertelsmann Stiftung (19.3.2024) Bertelsmann Stiftung's Transformation Index (BTI) 2024 Country Report - Somalia, p.19, Norway, Landinfo, Somalia: Respons: Rekruttering til al-Shabaab, 26 January 2018, p.3, Denmark, DIS, South and Central Somalia - Security situation, forced recruitment, and conditions for returnees [sources: Mary Harper; representative of an international organisation], July 2020, p. 13, Danish Refugee Council (2017), 'South and Central Somalia: Security Situation, Al Shabab Presence and Target Groups', p. 21, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.ft.dk/samling/20161/almdel/uui/bilag/140/1730460.pdf,  (ημερ.πρόσβ. 28/04/26)

 

 [6] War Watch, Non-international armed conflicts in Somalia Reporting period: July 2024 - June 2025

[8] EUAA analysis based on ACLED data. Curated Data Files, Somalia, 21 March 2025, https://acleddata.com/data-export-tool/, (22/04/2026)

[9] Soufan Center (The), Between Islamic State and Al-Shabaab: An Embattled Mogadishu?, 2 April 2025, https://thesoufancenter.org/intelbrief-2025-april-2/, (22/04/2026)

[10] ADF, Puntland Forces Believe They Have ISSOM on the Run, 18 March 2025, https://adf-magazine.com/2025/03/puntland-forces-believe-they-have-issom-on-the-run/,

[11] EUAA analysis based on ACLED data. Curated Data Files, Somalia, 21 March 2025, https://acleddata.com/data-export-tool/, (22/04/2026)

[12] ACAPS, Somalia – Impact of clan conflicts, 19 March 2025

[14] EUAA, Security Situation Somalia, May 2025, https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-report-somalia-security-situation-3, σελ. 88, (28/04/2026)

[15] HIPS, Mogadishu: City Report, 28 August 2024, σελ. 10, https://heritageinstitute.org/wp-content/uploads/2024/08/Mogadishu-City-report.pdf, (28/04/2026)

[16] UNSC, Report of the Panel of Experts on Somalia pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024,

[17] Somali Digest (The), Al-Shabab Establishes Bases North of Mogadishu, Temporarily Cleared by Government Forces, 28 September 2024, https://thesomalidigest.com/al-shabab-establishes-bases-north-of-mogadishu-temporarily-cleared-by-government-forces/, (28/04/2026)

[18] UNSC, Report of the Panel of Experts on Somalia pursuant to resolution 2713 (2023), S/2024/748, 28 October 2024, παρ. 10, https://digitallibrary.un.org/record/4066421/files/S_2024_748-EN.pdf?ln=en, (28/04/2026)

[19] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Somalia, Benadir, Events / Fatalities,  Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22/04/2026)

[21] EUAA, Country Guidance: Somalia, Common analysis and guidance note, August 2023, https://euaa.europa.eu/publications/country-guidance-somalia-1 , σελ.51

[22] EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική Ανάλυση, Νοέμβριος 2014, σελ. 26 – 1.6.2. έννοια της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» (https://easo.europa.eu/sites/default/files/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf)

[23]Απόφαση του ΔΕΕ (τμήμα μείζονος συνθέσεως) της 17/02/09 C-465/07, MekiElgafaji και NoorElgafaji κατά StaatssecretarisvanJustitie

[24]Απόφαση του ΔΕΕ της 30/01/14 στην υπόθεση C-285/12, Aboubacar Diakité κατά Commissaire général aux réfugiés etaux apatrides

[25] European Asylum Support Office, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, Δεκέμβριος 2014, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf ,  σελ.36

[26]  ΔΕΕ, απόφαση της 10ης Ιουνίου 2021, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, EU:C:2021:472, https://curia.europa.eu/juris/document/document.jsf?text=&docid=242566&pageIndex=0&doclang=EL&mode=lst&dir=&occ=first&part=1&cid=24708794 ,  σκέψεις 30, 31, 32


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο