ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
04 Μαΐου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
1. Μ. Ν. Κ.
προσωπικά και ως κηδεμόνας του F. M. M.
Αιτητές
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
....................
Κ. Κουπαρή (κα), Δικηγόρος Αιτητών
Μ. Αμπελώμος (κος), Δικηγόρος για τους Kαθ' ων η αίτηση.
Αιτήτρια παρούσα
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Οι Αιτητές 1 και 2 με την παρούσα προσφυγή αξιώνουν την ακύρωση της απόφασης των Καθ' ων η αίτηση ημερομηνίας 22/02/2022, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια 1 στις 28/02/2022 και με την οποία έλαβε γνώση της απόρριψης της αίτησής της για παραχώρηση σε αυτήν καθεστώτος διεθνούς προστασίας καθότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του Περί Προσφύγων Νόμο.
Γεγονότα
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, μέσω της ευπαίδευτης συνηγόρου που τον εκπροσωπεί, τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης συνοψίζονται ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια 1 είναι υπήκοος Καμερούν, ενώ ο Αιτητής 2 είναι το ανήλικο τέκνο αυτής, το οποίο γεννήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 06/03/2019.
Η Αιτήτρια 1 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 06/11/2018. Ακολούθως, στις 12/04/2021, διενεργήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας 1 από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.
Στις 14/01/2022, ο αρμόδιος λειτουργός συνέταξε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, αναφορικά με τα αποτελέσματα της συνέντευξης της Αιτήτριας 1.
Εν συνεχεία, στις 22/02/2022, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου των Αιτητών.
Κατόπιν τούτου, εκδόθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης αναφορικά με το αίτημα των Αιτητών 1 και 2, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια 1 στις 28/02/2022.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Η συνήγορος των Αιτητών, δια της καταχωρηθείσας προσφυγής, προέβαλε πλείονας λόγους ακύρωσης, οι οποίοι, εντούτοις, δεν αναπτύχθηκαν επαρκώς δια της γραπτής της αγόρευσης. Ειδικότερα, με τη γραπτή αγόρευση υποστηρίζεται ότι εσφαλμένως η Αιτήτρια 1 δεν αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων και, συνακόλουθα, ως ευάλωτο πρόσωπο. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι δεν ελήφθη δεόντως υπόψη το γεγονός ότι η χώρα καταγωγής της δεν συγκαταλέγεται στις ασφαλείς χώρες ιθαγένειας.
Η συνήγορος των Αιτητών ισχυρίζεται, επιπροσθέτως, ότι η Αιτήτρια 1 δεν παραπέμφθηκε για την αναγκαία ψυχολογική υποστήριξη, παρά τα όσα φέρεται να έχει υποστεί. Τονίζεται ότι η Αιτήτρια 1 κατάγεται από το νοτιοδυτικό τμήμα του Καμερούν και είναι αγγλόφωνη, στοιχείο το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς, την εκθέτει σε κίνδυνο, λόγω των συνεχιζόμενων ένοπλων συγκρούσεων μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων πληθυσμών στη χώρα καταγωγής της. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της μαζί με το ανήλικο τέκνο της, δεν διαθέτει υποστηρικτικό δίκτυο. Τέλος, επισημαίνεται ότι το βέλτιστο συμφέρον του ανηλίκου τέκνου της, ήτοι του Αιτητή 2, αγνοήθηκε πλήρως.
Αντιθέτως, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης. Υποδεικνύουν ότι οι προβαλλόμενοι λόγοι προσφυγής δεν εγείρονται κατά τρόπο σύμφωνο με τις επιταγές του Κανονισμού 7 των περί Διαδικασίας Κανονισμών του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962, επισημαίνοντας περαιτέρω ότι λόγοι οι οποίοι δεν αναπτύσσονται επαρκώς στη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας θα πρέπει, κατά πάγια νομολογία, να θεωρηθούν ως εγκαταλειφθέντες και, ως εκ τούτου, μη δεκτικοί εξέτασης από το παρόν Δικαστήριο.
Περαιτέρω, στο πλαίσιο της αντίκρουσης των ισχυρισμών των Αιτητών, οι Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν δέουσας και επαρκούς έρευνας, κατόπιν ορθής άσκησης των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος, και αφού ελήφθησαν υπόψη όλα τα ουσιώδη πραγματικά και νομικά στοιχεία της υπόθεσης. Ως εκ τούτου, προβάλλεται ότι η επίδικη πράξη είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη.
Με την απαντητική της γραπτή αγόρευση, η συνήγορος των Αιτητών επαναλαμβάνει και εξειδικεύει τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι η Αιτήτρια 1 συνιστά θύμα εμπορίας προσώπων, ότι υπέστη παρελθούσα δίωξη συνεπεία των βιωμάτων της, και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου για την αναγνώρισή της ως προσώπου ανήκοντος σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.
Τέλος, προβάλλεται ότι δεν παρασχέθηκε στην Αιτήτρια 1 η αναγκαία ευχέρεια να παράσχει διευκρινίσεις αναφορικά με διαπιστωθείσα ασυνέπεια στις δηλώσεις της, και δη ως προς το ζήτημα του θανάτου ή μη της μητέρας της, κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 13Α(10)(β) και 18(5)(ε) του περί Προσφύγων Νόμου.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Αρχικά θα συμφωνήσω με όσα επικαλούνται δια μέσου της γραπτής τους αγόρευσης οι Καθ' ων η αίτηση, ήτοι ότι τα όσα υποβάλλει τόσο στο εισαγωγικό δικόγραφο της προσφυγής αλλά και στην γραπτή αγόρευση της η Αιτήτρια δεν αναλύονται, δεν εξειδικεύονται και δεν τεκμηριώνονται οι εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης ούτε και γίνεται υπαγωγή των γεγονότων της υπόθεσης στα νομικά σημεία που προωθούνται κατά παράβαση του Κανονισμού 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Συνταγματικού Δικαστηρίου του 1962 ο οποίος εφαρμόζεται κατ' αναλογία και στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς προστασίας (βλέπε κανονισμό 2 του περί της λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών 3/2019) και ο οποίος ρητώς επιτάσσει όπως:
«7. Εκάστος διαδικος δέον διά των εγγράφων προτάσεων αυτού να εκθέτη τα νομικά σημεία επί των οποίων στηρίζεται αιτιολογών συγχρόνως ταύτα πλήρως»
Σύμφωνα δε με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η απλή επίκληση της παραβίασης ενός συνταγματικού άρθρου, συγκεκριμένων νόμων και γενικών διοικητικών αρχών χωρίς οποιαδήποτε συγκεκριμενοποίηση δεν είναι αρκετοί για την εξέταση από το δικαστήριο της νομιμότητας μιας διοικητικής απόφασης (Δημοκρατία v Κουκκουρή (1993 3 Α.Α.Δ. 598). Οι ισχυρισμοί για την ακύρωση μιας διοικητικής απόφασης πρέπει να είναι συγκεκριμένοι και να εξειδικεύουν ποια νομοθετική πρόνοια ή αρχή διοικητικού δικαίου παραβιάζεται (Latomia Estate Ltd v Δημοκρατία (2001) 3 .Α.Α.Δ. 672). Τέλος στην υπόθεση Βασιλείου v Δήμου Παραλιμνίου (1995) 4 Α.Α.Δ.1275, τονίστηκε ότι τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία και ότι προφορική ή γραπτή αγόρευση δεν αποτελεί δικόγραφο ούτε αποδεικτικό μέσο. Δεν αρκεί η παράθεση των συγκεκριμένων διατάξεων της νομοθεσίας που κάτ' ισχυρισμό παραβιάζει η προσβαλλόμενη πράξη αλλά θα πρέπει επίσης τα επικαλούμενα νομικά σημεία να αιτιολογούνται πλήρως. Οποιαδήποτε αοριστία ή ασάφεια σε σχέση με αυτά μπορεί να έχει ως συνέπεια την απόρριψη της προσφυγής. (Δημοκρατία v Shalaeva (2010) 3 A.A.Δ 598).
Συνεπώς όλοι οι εγειρόμενοι λόγοι ακύρωσης απορρίπτονται ως απαράδεκτοι ένεκα της γενικότητας με την οποία αυτοί εγείρονται. (βλ. Md Moin Uddin c Κυπριακή Δημοκρατία μέσω αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων 27.4.2007 Δημοκρατία v Κουκκουρή (1993) 3 ΑΑΔ 598, Latomia Estates Ltd και Άλλοι v Kυπριακή Δημοκρατία (1999) 4 ΑΑΔ 391, U Β v Κυπριακή Δημοκρατία μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου , Υποθ. Αριθ. 1191/2020, 30/07/2021, ΑΜΑ v Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υποθ. Αριθ. 194/20 11/11/2020)
Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω στην εξέταση του ισχυρισμού που προβάλλει η συνήγορος των Αιτητών, περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένης και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.
Θα πρέπει πρωτίστως να αναφερθεί πως το αρμόδιο όργανο οφείλει να προβαίνει σε επαρκή έρευνα σε σχέση με όλα τα γεγονότα που αφορούν το αίτημα που έχει ενώπιον του. Δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στην διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2( Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο έχει υποχρέωση να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωση του για επαρκή έρευνα. (βλ. JMNA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, Υπόθεση Αρ. 1429/20, 9/1/2024)
Αναφορικά με την αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414). Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στο φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).
Η αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου δύναται να συμπληρωθεί από το διοικητικό φάκελο (άρθρο 29 του Ν. 158 (Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ., 371). Η δυνατότητα αυτή υπάρχει όταν τα στοιχεία που βρίσκονται στο φάκελο του Δικαστηρίου συνδέονται με την απόφαση και αποκαλύπτουν τους λόγους που οδήγησαν στην προσβαλλόμενη απόφαση. Από τα στοιχεία του φακέλου θα πρέπει να μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την απόφαση που λήφθηκε (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97).
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου.
Σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε η Αιτήτρια, όπως αυτά καταγράφονται στην Έκθεση του αρμόδιου λειτουργού και προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 1 κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων – στοιχεία τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν – διαπιστώνεται ότι, κατά την υποβολή της αίτησής της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε στην αίτησή της για παροχή διεθνούς προστασίας, εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς της, ο στρατός του Καμερούν προέβη στη θανάτωση των γονέων της, οι οποίοι φέρονται να ήταν μέλη του αποκαλούμενου «νότιου στρατού του Καμερούν» (“the Southern Cameroonian army”). Η ίδια εξέφρασε φόβο ότι οι αρχές θα την αναζητούσαν, λόγω της ιδιότητάς της ως μέλους οικογένειας προσώπων που συνδέονται με την εν λόγω οργάνωση (βλ. ερ. 2 δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της προφορικής συνέντευξης και σε σχέση με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι γεννήθηκε και διέμενε συνήθως στην πόλη Kumba της νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, συγκεκριμένα στην περιοχή Ntoko, ενώ για περίοδο τεσσάρων μηνών πριν την αναχώρησή της από τη χώρα, διέμενε στην πόλη Mamfe (βλ. ερ. 27 δ.φ.).
Ως προς το μορφωτικό και επαγγελματικό της υπόβαθρο, ανέφερε ότι έλαβε δευτεροβάθμια εκπαίδευση μέχρι το σχολικό έτος 2016–2017, χωρίς να ολοκληρώσει τη φοίτησή της, και εν συνεχεία πραγματοποίησε πρακτική άσκηση, αποκτώντας εργασιακή εμπειρία ως βοηθός σε εστιατόριο (βλ. ερ. 28/17Χ, 18Χ και 27/3Χ–5Χ δ.φ.).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι είναι μητέρα ενός κοριτσιού, το οποίο διαμένει στην πόλη Douala υπό τη φροντίδα φιλικών της προσώπων. Αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση, ανέφερε ότι οι γονείς της είχαν τεθεί υπό κράτηση· για τον πατέρα της δήλωσε ότι αγνοεί μέχρι σήμερα την τύχη του, ενώ η μητέρα της εντοπίστηκε και διαμένει στην πόλη Kumba. Επιπλέον, δήλωσε ότι διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα της, ενώ τα πέντε αδέλφια της έχουν αποβιώσει (βλ. ερ. 28/1Χ–5Χ, 8Χ–10Χ, 13Χ–15Χ δ.φ.).
Ως προς το ιστορικό του ταξιδιού της, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι αναχώρησε από την πόλη Mamfe του Καμερούν στις 10/05/2018 και μετέβη στη Νιγηρία, όπου παρέμεινε για περίοδο μίας εβδομάδας. Ακολούθως, στις 22/05/2018, αφίχθη στην Κυπριακή Δημοκρατία (βλ. ερ. 27/2Χ, 10Χ δ.φ.).
Κατά την παραμονή της στη Νιγηρία, δήλωσε ότι γνώρισε γυναίκα η οποία της προσέφερε βοήθεια και της υποσχέθηκε εργασία σε εστιατόριο (βλ. ερ. 26/3Χ–4Χ δ.φ.). Εν συνεχεία, κατόπιν παρότρυνσης της εν λόγω γυναίκας, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη Νιγηρία και, μαζί με άλλο πρόσωπο ονόματι «Μ.Μ.», ταξίδεψε στην Κυπριακή Δημοκρατία με σκοπό την εξεύρεση εργασίας (βλ. ερ. 26/5Χ, 7Χ, 8Χ δ.φ.).
Μετά την άφιξή της στην Κυπριακή Δημοκρατία, μεταφέρθηκε σε άγνωστης τοποθεσίας κατοικία, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Νοέμβριο του 2018 (βλ. ερ. 26/9Χ–11Χ δ.φ.). Ερωτηθείσα για τις συνθήκες διαβίωσής της, ανέφερε ότι αυτές προσομοίαζαν με συνθήκες κράτησης, περιγράφοντας τον χώρο ως «φυλακή», και ισχυρίστηκε ότι εξαναγκαζόταν σε πορνεία (βλ. ερ. 26/13Χ–16Χ δ.φ.).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι στην εν λόγω κατοικία διέμεναν και άλλα πρόσωπα, ωστόσο δεν είχε επαφή μαζί τους, καθότι τα δωμάτια ήταν διαρκώς κλειδωμένα, συμπεριλαμβανομένου και του δικού της χώρου διαμονής (βλ. ερ. 26/17Χ–18Χ δ.φ.).
Τέλος, αναφέρθηκε σε περιστατικό κατά το οποίο της επετράπη να εξέλθει της κατοικίας με την πρόφαση μετάβασης σε νοσοκομείο. Κατά τη διάρκεια της μετακίνησης, το πρόσωπο που τη συνόδευε την εγκατέλειψε, όταν διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος. Στη συνέχεια, με τη συνδρομή τρίτου προσώπου και της αστυνομίας, μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο σε νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι βρισκόταν στον πέμπτο μήνα κύησης. Ακολούθως, κατόπιν σχετικής συνέντευξης, μεταφέρθηκε σε κατοικία (βλ. ερ. 26/21Χ–24Χ δ.φ.).
Αναφορικά με τους προβαλλόμενους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, από την Αιτήτρια 1 προκύπτουν τα ακόλουθα, ως αυτά καταγράφηκαν κατά το στάδιο της προσωπικής της συνέντευξης:
Κατά την ελεύθερη αφήγησή της, η Αιτήτρια 1 ισχυρίστηκε ότι στο Καμερούν υφίστανται δύο αντιμαχόμενες δυνάμεις, ήτοι ο κρατικός στρατός και οι αποκαλούμενοι Ambazonians. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο πατέρας της, ο οποίος ασχολείτο με γεωργικές δραστηριότητες και μετακινείτο συχνά, δέχθηκε πιέσεις και απειλές από τους Ambazonians προκειμένου να τους παρέχει οικονομική υποστήριξη. Υπό το καθεστώς φόβου, φέρεται να συναίνεσε σε συνεργασία μαζί τους.
Περαιτέρω, η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι οι γονείς της προμήθευαν τρόφιμα στους εν λόγω ένοπλους, και ότι, όταν ο κρατικός στρατός αντιλήφθηκε τη δραστηριότητά τους, άρχισε να αναζητεί τον πατέρα της καθώς και λοιπά μέλη της οικογένειας. Κατά τους ισχυρισμούς της, σε χρονικό σημείο κατά το οποίο η ίδια και η θυγατέρα της απουσίαζαν από την οικία, στρατιωτικές δυνάμεις μετέβησαν στην κατοικία και προέβησαν στη σύλληψη των γονέων της. Κατόπιν τούτου, και κατόπιν προτροπής γειτόνων της, αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα, φοβούμενη ότι θα εντοπιστεί σε περίπτωση που αναζητείτο από τις αρχές (βλ. ερ. 25/2Χ δ.φ.).
Κατά τη διαδικασία υποβολής διευκρινιστικών ερωτημάτων, η Αιτήτρια 1 προσδιόρισε ως ημερομηνία σύλληψης των γονέων της την 9η Μαΐου 2018, αναφέροντας ότι ενημερώθηκε σχετικά από γείτονες (βλ. ερ. 24/1Χ–3Χ δ.φ.). Ερωτηθείσα ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές έλαβαν γνώση της υποτιθέμενης συνεργασίας του πατέρα της με τους Ambazonians, δήλωσε άγνοια. Προσδιόρισε, ωστόσο, χρονικά την έναρξη της εν λόγω συνεργασίας περί το διάστημα 2017–2018 (βλ. ερ. 24/5Χ, 10Χ δ.φ.).
Ακολούθως, η Αιτήτρια 1 διευκρίνισε ότι αρχικά ο πατέρας της ήταν εκείνος που παρείχε υποστήριξη στους Ambazonians, πλην όμως, όταν ο στρατός αντιλήφθηκε τη δραστηριότητα αυτή, στράφηκε κατά του συνόλου της οικογένειας (βλ. ερ. 24/15Χ δ.φ.). Περαιτέρω, αναφέρθηκε στη σύλληψη και μετέπειτα απελευθέρωση της μητέρας της, η οποία, σύμφωνα με τα λεγόμενά της, της διηγήθηκε ότι μεταφέρθηκε μαζί με άλλα πρόσωπα σε οικία, όπου κατηγορήθηκαν ως προδότες, υπέστησαν κακομεταχείριση και εν συνεχεία χωρίστηκε από τον σύζυγό της, του οποίου έκτοτε αγνοείται η τύχη (βλ. ερ. 24/18Χ δ.φ.).
Η Αιτήτρια 1 ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι οι αρχές την αναζητούν προσωπικά, καθότι η ίδια και η μητέρα της ήταν εκείνες που προμήθευαν τρόφιμα στους Ambazonians. Ωστόσο, ερωτηθείσα κατά πόσον η μητέρα της αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα μετά την επιστροφή της στην πόλη Kumba ή αν αναζητήθηκε από τις αρχές, απάντησε αρνητικά (βλ. ερ. 23/2Χ–5Χ δ.φ.).
Επιπλέον, δήλωσε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, φοβάται για τη ζωή της, επικαλούμενη την ύπαρξη ποινικής καταγγελίας εις βάρος της λόγω της υποτιθέμενης συνδρομής της προς τους Ambazonians. Εντούτοις, ερωτηθείσα κατά πόσον οι αρχές της χώρας της θα της επέτρεπαν την είσοδο, δήλωσε άγνοια, ενώ παραδέχθηκε ότι ουδέποτε απευθύνθηκε στις αρμόδιες αρχές για προστασία, αποδίδοντας τούτο στο γεγονός ότι είναι αγγλόφωνη και, κατά τους ισχυρισμούς της, το κράτος δεν παρέχει προστασία στους αγγλόφωνους πληθυσμούς.
Τέλος, ερωτηθείσα ως προς τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή του Καμερούν, ανέφερε ότι τούτο θα ήταν δυσχερές για την ίδια, επικαλούμενη δυσκολίες προσαρμογής, όπως αυτές που αντιμετώπισε κατά την άφιξή της στην Κυπριακή Δημοκρατία, επισημαίνοντας ότι πλέον είναι ικανοποιημένη από την παραμονή της στη Δημοκρατία (βλ. ερ. 23 δ.φ.).
Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου προέβη σε διάκριση τριών (3) ουσιωδών ισχυρισμών που προβάλλονται από την Αιτήτρια 1. Συγκεκριμένα, ο πρώτος ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, την υπηκοότητα και το προσωπικό της προφίλ· ο δεύτερος τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής της από τις αρχές του Καμερούν, λόγω της φερόμενης σύνδεσης των γονέων της με την αποσχιστική ομάδα των Ambazonians· και ο τρίτος την κατ’ ισχυρισμόν θυματοποίησή της μέσω σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης.
Ο λειτουργός αποδέχθηκε τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίνοντας ότι πληρούνται τόσο τα κριτήρια εσωτερικής όσο και εξωτερικής αξιοπιστίας. Ειδικότερα, διαπίστωσε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας 1 ως προς τα προσωπικά της στοιχεία ήταν συνεκτικές και επιβεβαιώνονταν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αντιθέτως, οι δεύτερος και τρίτος ουσιώδεις ισχυρισμοί δεν έγιναν αποδεκτοί, λόγω ελλείψεων ως προς την αξιοπιστία τους.
Ειδικότερα, σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό και την εσωτερική του αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός διαπίστωσε ότι η Αιτήτρια 1 δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς, σαφείς και συγκεκριμένες πληροφορίες επί ζητημάτων που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός της, υποπίπτοντας σε αντιφάσεις, ασάφειες και γενικόλογες αναφορές.
Συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες ως προς το χρονικό πλαίσιο της εμπλοκής του πατέρα της με τους Ambazonians, ισχυριζόμενη ότι ο πατέρας της απέκρυπτε τη δραστηριότητά του και ότι, κατά τις επισκέψεις του στην πόλη Kumba, διέμενε σε διαφορετική οικία προς διασφάλιση της οικογένειας. Ως μη εύλογος αξιολογήθηκε ο ισχυρισμός ότι η ίδια μετέβη να διαμείνει μαζί του στην πόλη Mamfe, παρά τον επικαλούμενο κίνδυνο, με την αιτιολογία ότι δεν επιθυμούσε να τον αφήσει μόνο.
Περαιτέρω, ως ανεπαρκείς κρίθηκαν οι εξηγήσεις της αναφορικά με τη σύλληψη των γονέων της, καθότι προέβαλε ασυνεπείς εκδοχές: αφενός ότι οι Ambazonians ζητούσαν οικονομική συνδρομή από τον πατέρα της και, αφετέρου, ότι ο στρατός άρχισε να καταδιώκει το σύνολο της οικογένειας όταν πληροφορήθηκε τη συνεργασία αυτή.
Ο λειτουργός εντόπισε, επιπλέον, ουσιώδη αντίφαση ως προς τον τρόπο γνώσης των γεγονότων σύλληψης των γονέων της. Ενώ αρχικά η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ενημερώθηκε από γειτονικό πρόσωπο, σε μεταγενέστερο στάδιο ισχυρίστηκε ότι διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα της, η οποία της αφηγήθηκε τα όσα υπέστη κατά την αιχμαλωσία της.
Αντίφαση διαπιστώθηκε και ως προς τα πρόσωπα που παρείχαν υποστήριξη στους Ambazonians, καθότι αρχικά ανέφερε ότι οι γονείς της προμήθευαν τρόφιμα, ενώ εν συνεχεία ισχυρίστηκε ότι η ίδια και η μητέρα της ήταν εκείνες που παρείχαν τη σχετική υποστήριξη.
Ως στερούμενος ευλογοφάνειας κρίθηκε, επίσης, ο ισχυρισμός ότι η μητέρα της απελευθερώθηκε λόγω της χριστιανικής της πίστης.
Ο λειτουργός, καταληκτικά, έλαβε υπόψη το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις ίδιες δηλώσεις της Αιτήτριας 1, η μητέρα της δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε περαιτέρω πρόβλημα μετά την επιστροφή της στην πόλη Kumba, ούτε προέκυψε ότι οι αρχές αναζήτησαν την ίδια την Αιτήτρια μέσω της μητέρας της. Τα στοιχεία αυτά κρίθηκαν ενδεικτικά της ανυπαρξίας εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης.
Τέλος, ο λειτουργός επισήμανε ουσιώδη διαφοροποίηση μεταξύ των αρχικών δηλώσεων της Αιτήτριας 1 κατά την υποβολή της αίτησής της και των όσων ανέφερε κατά τη συνέντευξή της. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά ισχυρίστηκε ότι ο στρατός του Καμερούν εισέβαλε στην οικία τους και θανάτωσε τους γονείς της λόγω της ένταξής τους στον λεγόμενο νότιο στρατό, μεταγενέστερα προέβαλε διαφορετική εκδοχή των γεγονότων, σύμφωνα με την οποία η μητέρα της είναι εν ζωή.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας 1 συνιστούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς θεμελίωση του αιτήματός της, χωρίς να υποστηρίζονται από οποιαδήποτε ανεξάρτητα ή αντικειμενικά στοιχεία.
Ειδικότερα, έκρινε ότι δεν υφίστανται εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση ή διασταύρωση των προβαλλόμενων ισχυρισμών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης, καθότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας 1 στερούνται επαρκούς συνοχής και αξιοπιστίας ήδη σε επίπεδο εσωτερικής αξιολόγησης.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, ο λειτουργός κατέληξε ότι δεν πληρούνται τα κριτήρια ούτε της εσωτερικής ούτε της εξωτερικής αξιοπιστίας αναφορικά με τον εν λόγω ισχυρισμό, με αποτέλεσμα αυτός να απορριφθεί ως μη τεκμηριωμένος.
Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυρισμό ότι η Αιτήτρια 1 υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην ακόλουθη αξιολόγηση:
Καταρχάς, κατέγραψε ότι, κατά την παραμονή της στη Νιγηρία, η Αιτήτρια 1 γνώρισε γυναίκα ονόματι «Μ.Μ.», η οποία φέρεται να της προσέφερε βοήθεια για τη μετάβασή της στην Κυπριακή Δημοκρατία. Κατά την άφιξή τους στη Δημοκρατία, η Αιτήτρια 1 μεταφέρθηκε σε άγνωστης τοποθεσίας κατοικία.
Ο λειτουργός επισήμανε ότι η Αιτήτρια 1 δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τη διεύθυνση ή τον ακριβή εντοπισμό της εν λόγω κατοικίας. Περαιτέρω, η ίδια ισχυρίστηκε ότι η «Μ.Μ.» ανέλαβε την έκδοση του διαβατηρίου της και της το παρέδωσε μόνο για σκοπούς ελέγχου κατά την άφιξή της στο αεροδρόμιο, χωρίς να της το επιστρέψει, προβάλλοντας ως αιτιολογία ότι όφειλε να εξοφλήσει χρηματικό ποσό προκειμένου να το ανακτήσει.
Επιπροσθέτως, καταγράφηκε ότι η Αιτήτρια 1 παρέμεινε στην εν λόγω κατοικία μέχρι τον Νοέμβριο του 2018, διάστημα κατά το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, εξαναγκαζόταν σε πορνεία. Όπως ανέφερε, η μοναδική φορά που της επετράπη να εξέλθει της κατοικίας ήταν όταν εγκαταλείφθηκε από τα πρόσωπα που τη συνόδευαν, αφότου διαπιστώθηκε ότι ήταν έγκυος.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός, παραπέμποντας σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αναγνώρισε ότι υφίσταται φαινόμενο εκμετάλλευσης υπηκόων του Καμερούν, ιδίως προερχόμενων από ευάλωτα κοινωνικά στρώματα, από δίκτυα διακινητών, τόσο εντός όσο και εκτός της Ευρώπης.
Ωστόσο, σημείωσε ότι είχαν διενεργηθεί όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες για τη διερεύνηση του κατά πόσον η Αιτήτρια 1 συνιστά θύμα εμπορίας προσώπων εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Στο πλαίσιο αυτό, κατόπιν σχετικής επικοινωνίας της Υπηρεσίας Ασύλου με τις αρμόδιες αρχές, και συγκεκριμένα μέσω τηλεφωνικής επικοινωνίας που έλαβε χώρα στις 18/12/2019, γνωστοποιήθηκε ότι η Αιτήτρια 1 δεν αναγνωρίστηκε ως θύμα εμπορίας προσώπων, δυνάμει σχετικής απόφασης ημερομηνίας 11/01/2019.
Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, στη βάση του μοναδικού αποδεκτού ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι των προσωπικών στοιχείων και του προφίλ της Αιτήτριας 1, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα έκθεσής της σε μεταχείριση που να ισοδυναμεί με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, ο λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας 1 σε οποιονδήποτε από τους πέντε λόγους δίωξης που προβλέπονται περιοριστικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι όροι για την αναγνώρισή της ως πρόσφυγα.
Περαιτέρω, ως προς το ενδεχόμενο υπαγωγής σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, κρίθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, η Αιτήτρια 1 δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο: επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 15(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ή υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά το άρθρο 15(β) της Οδηγίας.
Επιπροσθέτως, αναφορικά με το άρθρο 15(γ) της εν λόγω Οδηγίας, οι Καθ’ ων η αίτηση, κατόπιν εξέτασης των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας 1 σε συνδυασμό με τις προσωπικές της περιστάσεις, κατέληξαν ότι δεν υφίσταται πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη λόγω αδιάκριτης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης. Ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 18/03/2026, η Αιτήτρια 1 επανέλαβε και εν μέρει εξειδίκευσε τους ισχυρισμούς της αναφορικά με τις συνθήκες άφιξης και παραμονής της στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι, μετά την άφιξή της, μεταφέρθηκε σε διαμέρισμα με πέντε υπνοδωμάτια, όπου την υποδέχθηκε άγνωστη σε αυτήν λευκή γυναίκα, η οποία αρχικά της ανέφερε ότι θα εργαζόταν ως οικιακή βοηθός. Ωστόσο, κατά τους ισχυρισμούς της, από την επόμενη ημέρα άνδρες επισκέπτονταν την οικία και την εξανάγκαζαν σε σεξουαλικές πράξεις.
Η Αιτήτρια 1 επανέλαβε ότι είχε μεταβεί στη Δημοκρατία συνοδευόμενη από τη «Μ.Μ.», η οποία στη συνέχεια την εγκατέλειψε. Αναφορικά με το πρόσωπο αυτό, δήλωσε ότι κατάγεται από το Καμερούν, ότι τη γνώρισε στην πόλη Lagos της Νιγηρίας και ότι η ίδια παρουσιαζόταν ως συγγενικό της πρόσωπο, ισχυριζόμενη ότι γνώριζε τον πατέρα της.
Σε σχέση με τη γυναίκα που την παρέλαβε κατά την άφιξή της, η Αιτήτρια 1 δήλωσε ότι αγνοεί την ταυτότητά της, αν και διέμεναν στην ίδια οικία. Ερωτηθείσα ως προς τον ακριβή εντοπισμό της κατοικίας, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, ενώ ως προς τη διάρκεια παραμονής της ανέφερε ότι αυτή διήρκεσε λίγους μήνες.
Περαιτέρω, επανέλαβε ότι της ανακοινώθηκε πως θα μεταφερόταν σε νοσοκομείο λόγω της εγκυμοσύνης της, πλην όμως, κατά τη διάρκεια της μετακίνησης, το πρόσωπο που τη συνόδευε την εγκατέλειψε σε περίπτερο, όπου είχε σταματήσει για να ζητήσει νερό. Κατά τους ισχυρισμούς της, εξήγησε την κατάστασή της στον ιδιοκτήτη του περιπτέρου, ο οποίος ειδοποίησε την αστυνομία.
Τέλος, επιβεβαίωσε ότι η θυγατέρα της εξακολουθεί να διαμένει με φιλικό της πρόσωπο στην πόλη Douala, ενώ ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε ότι απέκτησε και τρίτο τέκνο, με πατέρα αιτητή ασύλου στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Αξιολόγηση των ισχυρισμών
Αξιολογώντας το σύνολο των ενώπιόν μου τεθέντων στοιχείων, υπό το φως των εφαρμοστέων νομοθετικών διατάξεων, και κατόπιν ενδελεχούς μελέτης τόσο της Έκθεσης/Εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού όσο και των ισχυρισμών της Αιτήτριας 1, όπως αυτοί προβλήθηκαν τόσο κατά τη διοικητική όσο και κατά τη δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα:
Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας 1, δεν διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος απόκλισης από τα πορίσματα του αρμόδιου λειτουργού. Ως εκ τούτου, συμφωνώ με την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση και υιοθετώ πλήρως το σχετικό εύρημα.
Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξης της Αιτήτριας 1 από τις αρχές του Καμερούν λόγω της φερόμενης εμπλοκής των γονέων της με την αποσχιστική ομάδα των Ambazonians, το Δικαστήριο προβαίνει στην ακόλουθη αξιολόγηση ως προς την αξιοπιστία:
Καταρχάς, από τη μελέτη της Έκθεσης/Εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού, σε συνδυασμό με τα πρακτικά της προσωπικής συνέντευξης της Αιτήτριας 1, διαπιστώνεται ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν παρουσιάζει την απαιτούμενη εσωτερική συνοχή και επάρκεια και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο συντάσσεται με τα συμπεράσματα του λειτουργού.
Ειδικότερα, η Αιτήτρια 1 δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με τον πυρήνα του ισχυρισμού της, ήτοι την εμπλοκή του πατέρα της με τους Ambazonians. Όπως προκύπτει από τις απαντήσεις της, περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές, τοποθετώντας χρονικά τα γεγονότα σε ένα ευρύ και απροσδιόριστο πλαίσιο («2017-2018»), χωρίς να δύναται να προσδιορίσει με σαφήνεια πότε και υπό ποιες συνθήκες ξεκίνησε η εν λόγω δραστηριότητα.
Περαιτέρω, εντοπίζονται ουσιώδεις ασάφειες ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι Ambazonians προσέγγισαν τον πατέρα της, καθώς και ως προς τον τρόπο με τον οποίο οι κρατικές αρχές έλαβαν γνώση της φερόμενης συνεργασίας του. Η ίδια δήλωσε άγνοια ως προς το κρίσιμο αυτό στοιχείο, περιοριζόμενη σε εικασίες περί ύπαρξης πληροφοριοδοτών, χωρίς να παρέχει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό ή ένδειξη.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και οι αντιφάσεις που ανακύπτουν αναφορικά με τα γεγονότα της σύλληψης των γονέων της. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι δεν είχε προσωπική γνώση και ενημερώθηκε από γειτονικό πρόσωπο, στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα της και ότι αυτή της αφηγήθηκε λεπτομερώς τα όσα συνέβησαν κατά την αιχμαλωσία. Η διαφοροποίηση αυτή πλήττει την αξιοπιστία της ως προς την πηγή και την ακρίβεια των πληροφοριών της.
Περαιτέρω, προκύπτει ασυνέπεια ως προς το ποια πρόσωπα παρείχαν υποστήριξη στους Ambazonians. Ενώ αρχικά απέδωσε τη σχετική δραστηριότητα αποκλειστικά στους γονείς της, μεταγενέστερα ισχυρίστηκε ότι και η ίδια, μαζί με τη μητέρα της, συμμετείχε στην παροχή τροφίμων, γεγονός που μεταβάλλει ουσιωδώς το αφήγημά της.
Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατηρεί έλλειψη ευλογοφάνειας σε επιμέρους ισχυρισμούς της. Ενδεικτικά, δεν παρέχεται πειστική εξήγηση ως προς το γιατί, ενώ ο πατέρας της φερόταν ως το πρόσωπο που παρείχε υποστήριξη στους Ambazonians, οι αρχές θα στρέφονταν εναντίον της ίδιας. Ομοίως, η αναφορά ότι η μητέρα της αφέθηκε ελεύθερη λόγω της θρησκευτικής της πίστης στερείται αντικειμενικής βάσης και κρίνεται ως μη πειστική.
Καθοριστικής σημασίας είναι, επίσης, το γεγονός ότι, σύμφωνα με τις ίδιες δηλώσεις της Αιτήτριας 1, η μητέρα της, η οποία φέρεται να είχε εμπλακεί στα ίδια γεγονότα, διαμένει σήμερα στην πόλη Kumba χωρίς να αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα ή δίωξη από τις αρχές, ενώ δεν προκύπτει ότι οι αρχές αναζήτησαν την ίδια την Αιτήτρια μέσω αυτής. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης.
Τέλος, ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των αρχικών δηλώσεων της Αιτήτριας 1 κατά την υποβολή της αίτησής της και των μεταγενέστερων ισχυρισμών της. Συγκεκριμένα, ενώ αρχικά ανέφερε ότι οι γονείς της θανατώθηκαν από τον στρατό, κατά τη συνέντευξη προέβαλε διαφορετική εκδοχή, σύμφωνα με την οποία η μητέρα της είναι εν ζωή. Η αντίφαση αυτή πλήττει καίρια τη συνολική αξιοπιστία του αφηγήματός της.
Υπό το φως των ανωτέρω διαπιστώσεων και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οποιαδήποτε πλάνη ή έλλειψη δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αξιολόγηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της Αιτήτριας 1.
Η απόρριψη του εν λόγω ισχυρισμού εδράζεται σε πλήρη, επαρκώς αιτιολογημένη και εύλογη κρίση περί έλλειψης εσωτερικής συνοχής, σαφήνειας και αληθοφάνειας, σύμφωνη με τις αρχές που απορρέουν από την Οδηγία 2011/95/ΕΕ, τη μεθοδολογία αξιολόγησης της European Union Agency for Asylum και τη σχετική νομολογία.
Ειδικότερα, κατόπιν εξατομικευμένης εξέτασης του ισχυρισμού σε συνάρτηση με το σύνολο των υποβληθέντων στοιχείων, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η αφήγηση της Αιτήτριας 1 παρουσιάζει ουσιώδη προβλήματα ως προς την εσωτερική της συνοχή, τα οποία υπονομεύουν την αξιοπιστία της στο σύνολό της.
Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν προϋποθέτει την απόλυτη απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών του αιτητή. Απαιτεί, ωστόσο, να διαπιστωθεί ότι οι δηλώσεις του παρουσιάζουν εσωτερική συνοχή, επαρκή λεπτομέρεια και ευλογοφάνεια, σε συνάρτηση με τα προσκομιζόμενα στοιχεία και τις διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης. Στο πλαίσιο αυτό, ο αιτητής οφείλει να προσδίδει βιωματική διάσταση στην αφήγησή του, ιδίως ως προς τα κομβικά σημεία που άπτονται του πυρήνα του αιτήματός του, για τα οποία ευλόγως αναμένεται να αναφέρεται με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας σαφή και συγκεκριμένη εικόνα των επικαλούμενων γεγονότων. Αντιθέτως, γενικόλογες, αόριστες ή αποσπασματικές αναφορές αποδυναμώνουν την εσωτερική συνοχή της αφήγησης και υπονομεύουν την αξιοπιστία του αιτήματος. (βλ. JOHN MBI EBOT v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ Έφεση Αρ. 141/2023), WIRANDA DARSHANA GUINIYAGODA . ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ (Έφεση Αρ. 29/2023)
Γενικά, είναι εύλογο να αναμένεται ότι μια αίτηση διεθνούς προστασίας θα παρουσιάζεται με πληρότητα και επαρκή λεπτομέρεια, τουλάχιστον ως προς τα καθοριστικά γεγονότα που την στηρίζουν. Σύμφωνα με το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το βάρος της απόδειξης φέρει πρωτίστως ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να προσκομίσει όλα τα απαραίτητα στοιχεία που διαθέτει για να στηρίξει τους ισχυρισμούς του, ενώ τυχόν ελλιπείς ή ασαφείς αναφορές στις ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης συνιστούν, κατά την έννοια του άρθρου 4(5)(β), «έλλειψη σχετικών στοιχείων».
Σύμφωνα με το άρθρο 4(5)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, όπως και με το εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση Αποδεικτικών και Αξιοπιστίας»[1] (4.5 δείκτες αξιοπιστίας σελ. 93 -105 ), η έλλειψη συνοχής, χρονολογικής αλληλουχίας και σχετικών λεπτομερειών μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη των ισχυρισμών. Η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινώς γνωστά γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο λήψης απόφασης στη δημιουργία πεποίθησης για τον βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει» (UNHCR Handbook, §203–204).
Η ως άνω προσέγγιση έχει υιοθετηθεί και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση J.K. and Others v. Sweden (αρ. 59166/12, §51, 52 ), όπου κρίθηκε ότι η συνοχή, η επαρκής τεκμηρίωση και η λογική συνέπεια της αφήγησης αποτελούν κρίσιμα κριτήρια αξιολόγησης της αξιοπιστίας.
Αντίστοιχα, στις υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13 (A, B και C), μέσα από τις προτάσεις της Γενικής Εισαγγελέως Sharpston, υπογραμμίστηκε ότι:
«Η αξιοπιστία δεν κρίνεται μόνο βάσει της εσωτερικής συνοχής των ισχυρισμών, αλλά και από την ικανότητα του αιτητή να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες και να διατηρεί σταθερότητα στην περιγραφή των γεγονότων.»
Συμπερασματικά, η απόφαση στις υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13 επιβεβαιώνει ότι η αξιοπιστία αξιολογείται με βάση τη συνοχή των ισχυρισμών (εσωτερική και εξωτερική), την παροχή επαρκών λεπτομερειών/τεκμηρίωσης και τη σταθερότητα/συνέπεια της αφήγησης στο χρόνο.[2]
Την ίδια γραμμή ακολουθεί και το Εγχειρίδιο της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Αξιοπιστίας , το οποίο στην σελ. 98 αναφέρει:
«Απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη εκτίμηση κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει αυτό που θα ήταν εύλογα αναμενόμενο από ένα πρόσωπο στην κατάστασή του, το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.»
Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας,. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».
Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.
Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή
Επομένως, τόσο η σχετική νομολογία όσο και οι καθοδηγητικές αρχές των διεθνών και ενωσιακών οργάνων καθιστούν σαφές ότι η εσωτερική συνοχή, η παροχή επαρκών και συγκεκριμένων λεπτομερειών, η σταθερότητα της αφήγησης και η συνέπεια με την εξωτερική πληροφόρηση αποτελούν βασικούς άξονες για την αξιολόγηση της αξιοπιστίας ενός αιτητή, επί των οποίων εδράζεται κάθε κρίση περί του βάσιμου χαρακτήρα των ισχυρισμών του (βλ. European Union Agency for Asylum, Evidence and Credibility Assessment – Judicial Analysis, 2η έκδ., 2023).
Συνεπώς, υπό το φως των ανωτέρω και εφαρμόζοντας τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης της αξιοπιστίας κατά την πρακτική της EUAA, τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας και τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ και του ΔΕΕ, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν πληροί τα κριτήρια αξιοπιστίας και δεν δύναται να στηρίξει αίτημα χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Περαιτέρω, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι δεν είναι κάθε ανακρίβεια ή ασάφεια επαρκής, καθαυτή, για να οδηγήσει σε απόρριψη αιτήματος διεθνούς προστασίας. Όταν, όμως, οι ασυνέπειες και οι ασαφείς ή μη πειστικές δηλώσεις του αιτητή άπτονται του κεντρικού πυρήνα του αιτήματος – ήτοι του φερόμενου κινδύνου δίωξης – και δεν συνοδεύονται από τεκμηρίωση ή αιτιολογημένες εξηγήσεις, τότε η συνολική αναξιοπιστία του αιτητή καθίσταται ουσιώδης και δύναται θεμιτά να οδηγήσει στην απόρριψη της αίτησης. (βλ. αποφάσεις ΕΔΑΔ N. v. Sweden, no. 23505/09, 20 July 2010; Hakizimana v. Sweden (dec.), no. 37913/05, 27 March 2008; and Collins and Akaziebie v. Sweden (dec.), no. 23944/05, 8 March 2007). Επίσης, η αξιοπιστία ενός αιτήματος διαπιστώνεται όταν ο αιτών έχει παρουσιάσει ένα αίτημα που είναι συνεκτικό και εύλογο, δεν έρχεται σε αντίθεση με γενικώς γνωστά γεγονότα, και επομένως, συνολικά, είναι ικανό να γίνει πιστευτό.[3]
Κατά την παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας 1, ήτοι ο ισχυριζόμενος φόβος δίωξης από τις αρχές του Καμερούν λόγω της φερόμενης εμπλοκής των γονέων της με τους Ambazonians, δεν πληροί τα ανωτέρω κριτήρια αξιοπιστίας.
Υπό το φως των ανωτέρω, η αφήγηση της Αιτήτριας 1 στερείται της απαιτούμενης βιωματικής πληρότητας, λογικής συνέπειας και σταθερότητας, ώστε να μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστη κατά την έννοια των προαναφερθεισών αρχών. Οι διαπιστωθείσες ασάφειες και αντιφάσεις δεν αφορούν δευτερεύοντα ή επουσιώδη στοιχεία, αλλά άπτονται του πυρήνα του ισχυρισμού περί δίωξης και, ελλείψει επαρκών εξηγήσεων ή τεκμηρίωσης, υπονομεύουν τη συνολική αληθοφάνειά του.
Κατ’ επέκταση, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη πραγματική βάση για τη θεμελίωση βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης, κατά την έννοια της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, και συνεπώς δεν δύναται να στηρίξει αίτημα χορήγησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Ο βασικός λόγος για τον οποίο απορρίπτεται ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας 1 έγκειται στη μη απόδειξη της εσωτερικής αξιοπιστίας του και στη συνακόλουθη απουσία αληθοφάνειας ως προς τα φερόμενα περιστατικά δίωξης. Όπως προκύπτει από την ανάλυση της προσωπικής της συνέντευξης και του διοικητικού φακέλου, οι σχετικοί ισχυρισμοί πάσχουν σε επίπεδο λογικής συνοχής, επαρκούς λεπτομέρειας και βιωματικής αποτύπωσης, ενώ εντοπίζονται ουσιώδεις ασάφειες, ελλείψεις και αντιφάσεις ως προς τον χρόνο, τον τρόπο και τη φύση της φερόμενης δίωξης, καθώς και ως προς την αιτιώδη σύνδεση αυτής με την ίδια.
Υπό τις περιστάσεις, και ελλείψει πειστικής και αξιόπιστης θεμελίωσης του ισχυρισμού, δεν δύναται να τύχει εφαρμογής η αρχή του ευεργετήματος της αμφιβολίας, όπως αυτή αποτυπώνεται στην §204 του Εγχειριδίου της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, δεδομένου ότι η ενεργοποίησή της προϋποθέτει την προηγούμενη διαπίστωση γενικής αξιοπιστίας του αιτητή, στηριζόμενης σε συνεκτική αφήγηση και ουσιαστική συνεργασία με τις αρμόδιες αρχές, στοιχεία τα οποία εν προκειμένω δεν στοιχειοθετούνται.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο συμφωνεί με την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση ότι αυτή δεν τεκμηριώνεται.
Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο, τα όσα προέβαλε η Αιτήτρια 1 αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό υλικό προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού, χωρίς να συνοδεύονται από οποιαδήποτε αντικειμενικά στοιχεία ή επαρκείς ενδείξεις που να επιτρέπουν την επαλήθευσή τους μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Η απουσία συγκεκριμενοποίησης των ισχυρισμών της, σε συνδυασμό με τις διαπιστωθείσες ασάφειες και αντιφάσεις, καθιστά αδύνατη την αντιπαραβολή τους με αξιόπιστα δεδομένα χώρας καταγωγής.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η εξωτερική αξιοπιστία προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστου συνεκτικού και συγκεκριμένου αφηγήματος, το οποίο δύναται να ελεγχθεί σε συνάρτηση με αντικειμενικές πληροφορίες. Εν προκειμένω, η έλλειψη επαρκών και σαφών πραγματικών περιστατικών ως προς τον τρόπο, τον χρόνο και τις συνθήκες της φερόμενης δίωξης δεν παρέχει το αναγκαίο υπόβαθρο για μια τέτοια αξιολόγηση.
Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη ότι τα στοιχεία που η ίδια η Αιτήτρια 1 παρέθεσε, και ιδίως η απουσία οποιασδήποτε ενέργειας των αρχών εις βάρος της μητέρας της, η οποία φέρεται να είχε εμπλακεί στα ίδια γεγονότα, δεν συνάδουν με την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης, αλλά αντιθέτως αποδυναμώνουν τον σχετικό ισχυρισμό.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, ελλείψει αξιόπιστης εσωτερικής βάσης και επαρκών αντικειμενικών ενδείξεων, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν τεκμηριώνεται ούτε ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία. Ως εκ τούτου, η σχετική κρίση της Διοίκησης παρίσταται εύλογη, επαρκώς αιτιολογημένη και σύμφωνη με τις καθιερωμένες αρχές αξιολόγησης αιτημάτων διεθνούς προστασίας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να επισημάνει ότι, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, η ανάγκη προσφυγής σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής (COI) προς αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού περιορίζεται ουσιωδώς, έως και καθίσταται περιττή. Και τούτο διότι, όπως έχει παγίως κριθεί από τη νομολογία, η εξέταση της εξωτερικής αξιοπιστίας προϋποθέτει την ύπαρξη ενός ελάχιστα συνεκτικού και αξιόπιστου αφηγήματος, ικανού να αποτελέσει βάση σύγκρισης με αντικειμενικά δεδομένα.
Συναφώς, στην υπόθεση Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Εφετείο έκρινε ρητώς ότι, σε περιπτώσεις όπου οι ισχυρισμοί του αιτητή χαρακτηρίζονται από κατάφωρη έλλειψη εσωτερικής συνοχής και ευλογοφάνειας, δεν ανακύπτει υποχρέωση του διοικητικού οργάνου ή του Δικαστηρίου να προβεί σε περαιτέρω διερεύνηση της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω αναφοράς σε πληροφορίες χώρας καταγωγής. Η προσέγγιση αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με τη μεθοδολογία της European Union Agency for Asylum,[4] σύμφωνα με την οποία η αναζήτηση σχετικών πληροφοριών δύναται να είναι περιττή όταν διαπιστώνεται αρνητικό εύρημα αξιοπιστίας, ιδίως σε περιπτώσεις εμφανών αντιφάσεων ή μη επαρκώς εξηγημένων αποκλίσεων ως προς τα ουσιώδη στοιχεία του αιτήματος.
Η ως άνω αρχή έχει επαναβεβαιωθεί και σε μεταγενέστερη νομολογία, όπως στην υπόθεση Stanley Tochukwu Ngoli ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 148/2023), όπου υπογραμμίζεται ότι η επίκληση εξωτερικών πηγών δεν δύναται να θεραπεύσει ή να ανατρέψει την εσωτερική αναξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή. Ομοίως, στην υπόθεση Gloria Lubangamu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 35/2023), επισημαίνεται ότι, όταν οι ίδιοι οι ισχυρισμοί του αιτητή δεν τον εντάσσουν στο προστατευτικό πεδίο της σχετικής νομοθεσίας, δεν καθίσταται αναγκαία οποιαδήποτε περαιτέρω διερεύνηση μέσω εξωτερικών δεδομένων.
Εφαρμόζοντας τα ανωτέρω στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι, εφόσον ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας 1 έχει ήδη κριθεί ως στερούμενος εσωτερικής αξιοπιστίας σε βαθμό που πλήττει τον πυρήνα του, η περαιτέρω αναζήτηση και ανάλυση πληροφοριών χώρας καταγωγής δεν δύναται να προσδώσει αξιοπιστία σε έναν κατ’ αρχήν αναξιόπιστο ισχυρισμό, ούτε να θεραπεύσει τις διαπιστωθείσες ουσιώδεις πλημμέλειες αυτού.
Συνεπώς, καταλήγω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός ορθώς αξιολογήθηκε και απορρίφθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση.
Σημειώνεται επίσης ότι η διοικητική διαδικασία που ακολουθήθηκε σε σχέση με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας 1 πληρούσε τις επιταγές της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ και του άρθρου 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά τη διάρκεια της προσωπικής της συνέντευξης υποβλήθηκαν προς αυτήν ερωτήματα ανοικτής και στοχευμένης φύσεως, με σκοπό την πλήρη και ουσιαστική διερεύνηση του ισχυριζόμενου φόβου δίωξης από τις αρχές του Καμερούν.
Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε διακριτή και εξατομικευμένη αξιολόγηση του εν λόγω ισχυρισμού, εξετάζοντας τις δηλώσεις της Αιτήτριας 1 ως προς τα ουσιώδη στοιχεία τους και παρέχοντάς της επανειλημμένες ευκαιρίες να εξηγήσει και να διευκρινίσει σημεία που παρουσίαζαν ασάφειες, αντιφάσεις ή ελλείψεις. Παρά ταύτα, οι απαντήσεις της παρέμειναν γενικές και αόριστες, χωρίς να καταστεί δυνατή η αποσαφήνιση κρίσιμων πτυχών του ισχυρισμού της.
Περαιτέρω, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης και αξιολογήθηκαν υπό το πρίσμα των ατομικών χαρακτηριστικών και προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας 1, σύμφωνα με το άρθρο 13Α(9) του Ν. 6(Ι)/2000. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλημμέλεια ως προς τη διερεύνηση του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού ούτε ως προς την τήρηση της υποχρέωσης δέουσας έρευνας εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση.
Σε σχέση με τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας 1, ήτοι ότι υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης κατόπιν μεταφοράς της από τη Νιγηρία προς την Κυπριακή Δημοκρατία, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, παρότι ο ισχυρισμός αυτός ορθώς απομονώθηκε προς αυτοτελή αξιολόγηση, η εξέτασή του από τον αρμόδιο λειτουργό δεν υπήρξε επαρκής ούτε δεόντως αιτιολογημένη, ιδίως ως προς την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του αφηγήματος της Αιτήτριας 1.
Ειδικότερα, από το περιεχόμενο της προσωπικής συνέντευξης προκύπτει ότι η Αιτήτρια 1 προέβαλε ένα αφήγημα το οποίο, ως προς τον πυρήνα του, εμφανίζει στοιχεία συνοχής και λογικής αλληλουχίας. Περιέγραψε τον τρόπο προσέγγισής της στη Νιγηρία από συγκεκριμένα πρόσωπα, την οργάνωση της μετάβασής της στην Κυπριακή Δημοκρατία, την αφαίρεση και κατοχή των ταξιδιωτικών της εγγράφων από τρίτο πρόσωπο, καθώς και τις συνθήκες μεταφοράς και εγκατάστασής της σε οικία, όπου, κατά τους ισχυρισμούς της, τελούσε υπό καθεστώς περιορισμού και εξαναγκαζόταν σε σεξουαλικές πράξεις. Περαιτέρω, παρέθεσε συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς τη διάρκεια παραμονής της, τον αριθμό των δωματίων της οικίας, την παρουσία άλλων προσώπων, καθώς και τις συνθήκες υπό τις οποίες της επιτράπηκε να εξέλθει από την οικία, γεγονός που, κατά τα λεγόμενά της, οδήγησε στην εμπλοκή της Αστυνομίας και τη μεταφορά της σε νοσοκομείο.
Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι τα ανωτέρω στοιχεία δεν συνιστούν γενικές ή αόριστες αναφορές, αλλά συγκροτούν ένα αφήγημα με επιμέρους πραγματολογικά χαρακτηριστικά, τα οποία θα ανέμενε κανείς από πρόσωπο που περιγράφει προσωπική εμπειρία. Η δε αδυναμία της Αιτήτριας 1 να προσδιορίσει τη διεύθυνση της οικίας όπου φέρεται να κρατείτο δεν δύναται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να θεωρηθεί καθοριστικό στοιχείο προς αμφισβήτηση της αξιοπιστίας της, λαμβανομένων υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, μεταφέρθηκε και παρέμεινε σε άγνωστο περιβάλλον, χωρίς ελευθερία κινήσεων και χωρίς κατοχή των προσωπικών της εγγράφων.
Παρά ταύτα, ο αρμόδιος λειτουργός φαίνεται να περιορίστηκε σε αποσπασματική αξιολόγηση του ισχυρισμού, εστιάζοντας στο ανωτέρω μεμονωμένο στοιχείο, χωρίς να προβεί σε συνολική εκτίμηση της συνοχής, της ευλογοφάνειας και της βιωματικής διάστασης του αφηγήματος της Αιτήτριας 1, ούτε να συνεκτιμήσει τα επιμέρους στοιχεία που προκύπτουν από τη συνέντευξή της.
Περαιτέρω, ως προς τη διερεύνηση του ισχυρισμού, από τη μελέτη του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι υφίσταται απλή καταγραφή τηλεφωνικής επικοινωνίας μεταξύ λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου και του Τμήματος Καταπολέμησης Εμπορίας Προσώπων της Αστυνομίας, χωρίς να καθίσταται σαφές κατά πόσον διενεργήθηκαν όλες οι αναγκαίες ενέργειες για την πλήρη διερεύνηση του ισχυρισμού ή αν η Αιτήτρια 1 παραπέμφθηκε πράγματι στις αρμόδιες υπηρεσίες ως πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων (βλ. ερυθρό 68 και σχετική καταχώριση minute sheet του διοικητικού φακέλου).
Επιπροσθέτως, διαπιστώνεται ότι έχει συμπληρωθεί έντυπο καταγραφής ειδικών αναγκών αιτητή διεθνούς προστασίας, δυνάμει του άρθρου 9ΚΔ(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου, στο οποίο περιλαμβάνεται χειρόγραφη επισήμανση ότι η Αιτήτρια 1 ενδέχεται να εμπίπτει σε κατηγορίες ευάλωτων προσώπων, και συγκεκριμένα ως «πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων», «άτομο που πιθανόν να έχει υποστεί βασανιστήρια, βιασμό ή άλλες σοβαρές μορφές ψυχολογικής, σωματικής ή σεξουαλικής βίας» και «εγκυμονούσα». Παρά ταύτα, δεν προκύπτει οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια, αξιολόγηση ή παραπομπή προς αρμόδιες υπηρεσίες, όπως θα ανέμενε κανείς υπό τις περιστάσεις (βλ. ερ. 8–7 δ.φ.).
Το Δικαστήριο, έχοντας πλήρη επίγνωση της φύσης του ισχυρισμού της Αιτήτριας ως θύματος εμπορίας προσώπων, προσεγγίζει την παρούσα αξιολόγηση με τη δέουσα επιείκεια και ευαισθησία, αναγνωρίζοντας την εγγενή ευαλωτότητα που απορρέει από τέτοιες τραυματικές εμπειρίες. Όπως υποδεικνύεται στις κατευθυντήριες γραμμές της EUAA (Δικαστική Ανάλυση 2023, σελ. 107 και 245) και της UNHCR (Guideline No. 7), παράγοντες όπως το μετατραυματικό στρες και το κοινωνικό στίγμα δύνανται να επηρεάσουν την ικανότητα παροχής μιας πλήρως συνεπούς αφήγησης ή να οδηγήσουν σε καθυστερημένη αποκάλυψη ουσιωδών στοιχείων. Υπό το πρίσμα αυτό, η έλλειψη εγγράφων ή ορισμένες ασαφείς αναφορές δεν θεωρούνται αφ’ εαυτών καθοριστικές για την απόρριψη του ισχυρισμού, εφόσον η ατομική μαρτυρία, αξιολογούμενη στο σύνολό της (assessment in the round), καταδεικνύει ένα πειστικό προσωπικό βίωμα.
Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξιολόγηση του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού πάσχει, καθότι δεν στηρίζεται σε συνολική και ουσιαστική εκτίμηση των δηλώσεων της Αιτήτριας 1, ούτε συνοδεύεται από την αναγκαία διερεύνηση των κρίσιμων στοιχείων που προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο, γεγονός που επηρεάζει ουσιωδώς την ορθότητα και τη νομιμότητα της σχετικής κατάληξης της Διοίκησης.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι στοιχειοθετείται έλλειψη δέουσας και επαρκούς έρευνας εκ μέρους της Διοίκησης, καθώς και ενδεχόμενη πλάνη περί τα πραγματικά περιστατικά, η οποία επηρεάζει ουσιωδώς τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Συναφώς, επισημαίνεται ότι αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι ακόμη και η πιθανολόγηση της ορθότητας ισχυρισμού περί εσφαλμένου πραγματικού βάθρου της προσβαλλόμενης πράξης, ή η απλή θεμελίωση ενδεχομένου πλάνης, αρκεί για την ακύρωση αυτής, ώστε το ζήτημα να επανεξεταστεί από το αρμόδιο διοικητικό όργανο επί ορθής πραγματικής βάσης και απαλλαγμένο από τις διαπιστωθείσες πλημμέλειες (βλ. Κ. ν. Συμβουλίου Αμπελουργικών Προϊόντων (1992) 3 Α.Α.Δ. 228 και Ιορδανού ν. Ε.Δ.Υ (1997) 3 Α.Α.Δ. 250).
Οι ουσιώδεις ισχυρισμοί, άλλως ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, είναι γεγονότα που συνδέονται άμεσα με τον ορισμό του πρόσφυγα [άρθρο 1(Α)(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για τους πρόσφυγες και άρθρο 2(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ] ή του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία (άρθρο 2(στ) και άρθρο 15 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ] και άπτονται του πυρήνα της αίτησης. Ο δε εντοπισμός και η αξιολόγηση όλων των ουσιωδών ισχυρισμών αποτελεί υποχρέωση των Καθ' ων η αίτηση, ως αυτή απορρέει και από το άρθρο 18 (3) (α) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο επιβάλλει όπως η αξιολόγηση της αίτησης διεθνούς προστασίας γίνεται σε εξατομικευμένη βάση, αντικειμενικά και αμερόληπτα και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών με την αίτηση στοιχείων που σχετίζονται με τη χώρα καταγωγής, κατά το χρόνο λήψης της απόφασης, συμπεριλαμβανομένων των νόμων και των κανονισμών στη χώρα καταγωγής και του τρόπου εφαρμογής τους,
Ως εκ των ανωτέρω, κρίνω ότι η διοίκηση προέβη σε πλημμελή έρευνα, καθώς και πλάνη περί τα πράγματα, ως προς τα ουσιώδη πραγματικά γεγονότα και συγκεκριμένα την ιδιότητα της Αιτήτριας ως πιθανό θύμα εμπορίας προσώπων και κατ' επέκταση κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ότι ανήκει σε μια κοινωνική ομάδα στη βάση του «έχουν κοινά εγγενή χαρακτηριστικά ή κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί» σύμφωνα με το άρθρο 3Δ (1) (δ) του Περί Προσφύγων Νόμου και ιστορικό χαρακτηριστικό, δηλαδή να έχουν υποστεί σωματεμπορία και θεωρούνται, ή θα γινόταν, κοινωνικά αντιληπτοί ως ομάδα.[5]
Οι ως άνω παρατηρήσεις, ωστόσο, δεν σφραγίζουν άνευ ετέρου την τύχη της επίδικης απόφασης. Έχοντας υπόψη, εκ νέου, τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου προς έλεγχο τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, μέσω πλήρους και ex nunc εξέτασης των πραγματικών και νομικών ζητημάτων που τη διέπουν, θα προχωρήσω σε αυτοτελή αξιολόγηση κινδύνου, προκειμένου να διαπιστώσω κατά πόσον προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας 1, στη βάση των ισχυρισμών της.
Η πρακτική του Δικαστηρίου να προβαίνει σε αυτοτελή εξέταση ισχυρισμών που παραλείφθηκαν από τη Διοίκηση συνάδει με τη διαπλαστική του ικανότητα[6] και τον ανακριτικό του ρόλο[7]. Όπως προκύπτει από την υπόθεση Aristote Bonsange Mambulu (155/2023), η δικαστική κρίση ουσίας υποκαθιστά τη διοικητική, θεραπεύοντας πλημμέλειες στην έρευνα μέσω της ex nunc αξιολόγησης του συνόλου των στοιχείων του φακέλου[8].
Καταρχάς, το Δικαστήριο δέχεται ότι η Αιτήτρια 1, εφόσον γίνει αποδεκτός ο ισχυρισμός περί σεξουαλικής εκμετάλλευσης, δύναται να υπαχθεί στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, υπό την ιδιότητα της ως πρώην θύμα εμπορίας προσώπων, καθόσον η εν λόγω ιδιότητα συνιστά κοινό ιστορικό παρελθόν το οποίο δεν δύναται να μεταβληθεί, πληρώντας έτσι την πρώτη (αμετάβλητο χαρακτηριστικό) από τις δύο σωρευτικές προϋποθέσεις για τη συγκρότηση Ιδιαίτερης Κοινωνικής Ομάδας (Ι.Κ.Ο.) κατά την έννοια του Άρθρου 10(1)(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. (βλ. απόφαση ΔΕΕ C-217/23 βλ. επίσης Κατευθυντήριες γραμμές της EASO σχετικά με την ιδιότητα μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας Μάρτιος 2020)
Ο πληρέστερος και συνεκτικότερος ορισμός της εμπορίας ανθρώπων έχει δοθεί στο Πρωτόκολλο για την Αποτροπή, Καταστολή και Τιμωρία της Εμπορίας Προσώπων (Πρωτόκολλο του Palermo), σύμφωνα με το οποίο ως εμπορία νοείται η στρατολόγηση, μεταφορά, μετακίνηση ή υποδοχή προσώπων, μέσω απειλής, βίας, εξαπάτησης ή κατάχρησης ευάλωτης θέσης, με σκοπό την εκμετάλλευση, η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη σεξουαλική εκμετάλλευση, την καταναγκαστική εργασία και πρακτικές δουλείας[9]. Ο εν λόγω ορισμός έχει ενσωματωθεί και διατηρείται στο ενωσιακό δίκαιο μέσω της Οδηγίας 2011/36/ΕΕ, η οποία αναγνωρίζει την εμπορία ως σοβαρή μορφή παραβίασης θεμελιωδών δικαιωμάτων.[10]
Ιδιαίτερη σημασία στην παρούσα υπόθεση έχει η σεξουαλική εκμετάλλευση ως μορφή εμπορίας, η οποία δύναται να συντρέχει ακόμη και σε περιπτώσεις όπου το θύμα αρχικώς συγκατατέθηκε σε εργασία, αλλά εν συνεχεία εξαναγκάστηκε, μέσω βίας, απειλών, ψυχολογικής πίεσης ή «δεσμού χρέους», να παραμείνει σε καθεστώς εκμετάλλευσης. Υπό το πρίσμα αυτό, η συναίνεση του προσώπου καθίσταται νομικά αδιάφορη, εφόσον αποδεικνύεται ότι η εκμετάλλευση διατηρήθηκε μέσω καταναγκασμού ή κατάχρησης ευάλωτης θέσης.
Περαιτέρω, από τις διεθνείς και ενωσιακές κατευθυντήριες γραμμές προκύπτει ότι τα θύματα εμπορίας προσώπων δύνανται να εντάσσονται σε διαφορετικά πραγματικά σενάρια, περιλαμβανομένων περιπτώσεων όπου η εκμετάλλευση λαμβάνει χώρα είτε στη χώρα καταγωγής είτε σε τρίτη χώρα ή ακόμη και στη χώρα ασύλου. Στο πλαίσιο αυτό, αναγνωρίζεται ότι τα πρόσωπα που έχουν υποστεί εμπορία φέρουν ένα κοινό ιστορικό παρελθόν, το οποίο δεν δύναται να μεταβληθεί, στοιχείο που δύναται να αποτελέσει τη βάση για την ένταξή τους σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του προσφυγικού δικαίου.
Ωστόσο, για τη στοιχειοθέτηση της εν λόγω ομάδας δεν αρκεί το κοινό αυτό χαρακτηριστικό, αλλά απαιτείται περαιτέρω να διαπιστωθεί ότι τα πρόσωπα αυτά γίνονται αντιληπτά ως διακριτά από την κοινωνία της χώρας καταγωγής τους. Η ύπαρξη κοινωνικού στιγματισμού, διακρίσεων ή περιθωριοποίησης δύναται να συνιστά ένδειξη τέτοιας διαφοροποίησης, ιδίως σε περιπτώσεις θυμάτων σεξουαλικής εκμετάλλευσης, όπου η κοινωνική αντίληψη συχνά συνοδεύεται από αποξένωση ή ηθικό στιγματισμό[11].
Εντούτοις, η διαπίστωση ότι ένα πρόσωπο εμπίπτει σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, όπως αυτή των πρώην θυμάτων εμπορίας προσώπων, δεν αρκεί αφ’ εαυτής για την αναγνώρισή του ως πρόσφυγα. Απαιτείται, επιπροσθέτως, να αποδειχθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της ιδιότητας αυτής και ενός βάσιμου φόβου δίωξης, ήτοι ότι το πρόσωπο, λόγω της ένταξής του στην εν λόγω ομάδα, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη, είτε μέσω στοχοποίησης από ιδιώτες είτε μέσω κοινωνικών πρακτικών που συνεπάγονται ουσιώδη προσβολή των θεμελιωδών του δικαιωμάτων[12].
Κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ (βλ. ενδεικτικά υποθέσεις C-621/21, W.S. και C-217/23, A.N.), για τη συγκρότηση ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας απαιτείται, αφενός, τα μέλη της να μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό εγγενές στην ταυτότητά τους ή ένα κοινό ιστορικό παρελθόν που δεν δύναται να μεταβληθεί και, αφετέρου, η ομάδα να διαθέτει ιδιαίτερη ταυτότητα στη χώρα καταγωγής, καθότι γίνεται αντιληπτή ως διακριτή από τον περιβάλλοντα κοινωνικό χώρο.
Ως προς την πρώτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο δέχεται ότι η ιδιότητα του θύματος εμπορίας ανθρώπων δύναται να συνιστά «κοινό ιστορικό παρελθόν» κατά την έννοια της Οδηγίας, εφόσον πρόκειται για εμπειρία που δεν μπορεί να αναιρεθεί εκ των υστέρων.
Ωστόσο, ως προς τη δεύτερη και καθοριστική προϋπόθεση της «ιδιαίτερης ταυτότητας», η πρόσφατη νομολογία του ΔΕΕ στην υπόθεση C-217/23, A.N. (Μάρτιος 2025), διευκρινίζει ότι το κριτήριο αυτό ταυτίζεται ουσιαστικά με την έννοια της κοινωνικής αντίληψης, ήτοι ότι η ομάδα πρέπει να γίνεται αντιληπτή ως διαφορετική από την κοινωνία στο σύνολό της ή από σημαντικό μέρος αυτής. Δεν αρκεί η αντίληψη αυτή να περιορίζεται στους ίδιους τους δράστες της δίωξης, ούτε η υποκειμενική αυτοαντίληψη των μελών της ομάδας.
Περαιτέρω, η ύπαρξη τέτοιας κοινωνικής διαφοροποίησης πρέπει να αποδεικνύεται βάσει αντικειμενικών ενδείξεων, όπως ο κοινωνικός στιγματισμός, οι δυσμενείς διακρίσεις ή πρακτικές αποκλεισμού που οδηγούν στην περιθωριοποίηση των μελών της ομάδας, στο πλαίσιο των κοινωνικών και πολιτισμικών δεδομένων της χώρας καταγωγής.
Ωστόσο, η υπαγωγή αυτή δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Απαιτείται περαιτέρω η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης, ήτοι πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου, ο οποίος να συνδέεται αιτιωδώς με την εν λόγω ιδιότητα.
Ο «βάσιμος φόβος» εμπεριέχει κατ’ ανάγκην μελλοντική αξιολόγηση του κινδύνου δίωξης, το άρθρο 4(4) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ επιβάλλει, στο πλαίσιο της εν λόγω αξιολόγησης, να λαμβάνεται υπόψη τυχόν προηγούμενη δίωξη ή σοβαρή βλάβη την οποία ενδέχεται να υπέστη ο αιτητής, ως σοβαρή ένδειξη ύπαρξης βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, εκτός εάν συντρέχουν βάσιμοι λόγοι να θεωρηθεί ότι η δίωξη ή η σοβαρή βλάβη δεν πρόκειται να επαναληφθεί. Στο πλαίσιο της εμπορίας προσώπων ως βάσιμου λόγου δίωξης, αυτό προφανώς συνεπάγει προσεκτική εξέταση οποιασδήποτε βίας και εκμετάλλευσης που έχει υποστεί προηγουμένως ο αιτητής.[13] Το άρθρο 4 παράγραφος 4 της οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση) είναι επίσης σχετικό κατά την αξιολόγηση του κινδύνου εκ νέου εμπορίας. Απαιτεί αξιολόγηση οποιασδήποτε προηγούμενης δίωξης ή σοβαρής βλάβης και απειλών τέτοιας μεταχείρισης.
Όσον αφορά πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής του αιτητή, επισημαίνω ότι η αξιολόγηση του κινδύνου περιλαμβάνει αναπόφευκτα την εξέταση των ισχυρισμού του αιτούντος στο πλαίσιο των συνθηκών που επικρατούν στη χώρα καταγωγής του. Άρα η συνάφεια των δηλώσεων ενός αιτούντος με πληροφορίες από την χώρα καταγωγής του και άλλα αποδεικτικά στοιχεία είναι επομένως ένας σημαντικός παράγοντας εάν ένας αιτών έχει τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του. [14] Η αξιολόγηση πρέπει να είναι ex nunc, διασφαλίζοντας ότι η συνεκτίμηση των συνθηκών της χώρας καταγωγής παραμένει επίκαιρη κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης, λαμβάνοντας υπόψη κάθε μεταβολή που θα μπορούσε να επηρεάσει τον κίνδυνο. (Βλ. απόφαση ΔΕΕ C−156/23 Ararat)
Στη παρούσα περίπτωση, η Αιτήτρια διέμενε στη Νιγηρία (χώρα διέλευσης) για περίοδο μιας εβδομάδας, προτού εισέλθει νόμιμα στη Δημοκρατία, όπου σύμφωνα με τα λεγόμενα της προκύπτει ότι ενδεχομένως ήταν θύμα εμπορίας στη Νιγηρία. Αναφορικά με την εμπορία προσώπων στη Νιγηρία, σημειώνονται τα ακόλουθα:
Η εμπορία ανθρώπων παραμένει ένα επίμονο και σοβαρό ανθρωπιστικό πρόβλημα στη Νιγηρία. Η χώρα αποτελεί σημαντική πηγή, σημείο διέλευσης και προορισμό για τα θύματα εμπορίας ανθρώπων. Γυναίκες και κορίτσια αποτελούν αντικείμενο εμπορίας με σκοπό τη σεξουαλική εκμετάλλευση σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων η Αυστρία, η Ελλάδα, η Ιρλανδία, η Λετονία, η Ιταλία, η Πορτογαλία, η Σουηδία, η Μάλτα και η Δανία. Γενικά, οι νεαρές γυναίκες που πέφτουν θύματα εμπορίας ανθρώπων στη Νιγηρία – όπως και σε άλλες αφρικανικές χώρες – στρατολογούνται στην πορνεία μέσω βίαιης απαγωγής, υπό την πίεση των γονιών τους και μέσω παραπλανητικών συμφωνιών μεταξύ των γονιών τους και των διακινητών, συμπεριλαμβανομένων «μη αναγνωρισμένων εκπροσώπων» εγκληματικών ομάδων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι Νιγηριανές γυναίκες που πέφτουν θύματα εμπορίας ανθρώπων συχνά δεν θεωρούν τον εαυτό τους θύματα. Ορισμένες αναζητούν οι ίδιες τους διακινητές ή συστήνονται από συγγενείς ή φίλους, επιδιώκοντας οικονομικές ευκαιρίες. Η φτώχεια, οι συγκρούσεις, η ανεπαρκής εκπαίδευση, η κοινωνική πίεση και οι πολιτισμικές νόρμες αποτελούν βασικούς παράγοντες που καθιστούν τις γυναίκες ευάλωτες στους διακινητές. Η εμπορία ανθρώπων λαμβάνει χώρα τόσο εσωτερικά στη Νιγηρία όσο και διασυνοριακά, με άτομα να μεταφέρονται από τη Νιγηρία σε αφρικανικές και ευρωπαϊκές χώρες, ενώ τα θύματα μπορεί επίσης να προέρχονται από άλλες περιοχές. Οι διακινητές εκμεταλλεύονται επίσης αλλοδαπούς, συμπεριλαμβανομένων ατόμων που κατάγονται από τη Δυτική και Κεντρική Αφρική (όπως το Πράσινο Ακρωτήρι, την Ακτή Ελεφαντοστού, τη Γκάμπια, το Μάλι και τη Σενεγάλη) και, σε μικρότερο βαθμό, από την Ανατολική και Νότια Αφρική, σε εργασίες καταναγκαστικής εργασίας στον αγροτικό τομέα εντός της Νιγηρίας. Οι διακινητές δραστηριοποιούνται επίσης σε περιβάλλοντα προσφύγων και εκτοπισμένων, στρατολογώντας ευάλωτους εσωτερικά εκτοπισμένους (IDPs) και πρόσφυγες για εκμετάλλευση σε όλη τη Νιγηρία και στο εξωτερικό.[15]
Το Υπουργείο Εξωτερικών των Ηνωμένων Πολιτειών (USDOS) ανέφερε το 2023 η κυβέρνηση ενέτεινε τις προσπάθειές της για την πρόληψη της εμπορίας ανθρώπων. Οι προσπάθειες αυτές περιλάμβαναν τη διερεύνηση περισσότερων διακινητών, συμπεριλαμβανομένων αξιωματούχων που φέρονται ως συνεργοί σε εγκλήματα διακίνησης, καθώς και την αύξηση των διώξεων και των καταδικών, τον εντοπισμό περισσότερων θυμάτων και την παραπομπή τους σε δομές φροντίδας, την οριστικοποίηση και εφαρμογή του πρωτοκόλλου παράδοσης για την παραπομπή παιδιών-στρατιωτών, συμπεριλαμβανομένων ορισμένων θυμάτων εμπορίας, σε δομές φροντίδας.[16]
Εξετάζοντας τα ανωτέρω δεδομένα, διαφαίνεται ότι η Αιτήτρια 1 δύναται να εμπίπτει στο προφίλ προσώπου που ενδέχεται να έχει καταστεί θύμα εμπορίας προσώπων.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την αφήγησή της κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, η Αιτήτρια 1 εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, το Καμερούν, στις 10/05/2018 και αφίχθη στη Νιγηρία στις 12/05/2018, όπου παρέμεινε μέχρι τις 22/05/2018. Κατά την παραμονή της εκεί, γνώρισε γυναίκα, ιδιοκτήτρια εστιατορίου, στην οποία εξέθεσε την προσωπική της κατάσταση και η οποία φέρεται να της προσέφερε βοήθεια, συστήνοντάς την σε τρίτο πρόσωπο, ονόματι «Μ.Μ.», με σκοπό την εξεύρεση εργασίας στην Κυπριακή Δημοκρατία.
Η Αιτήτρια 1 ανέφερε ότι ταξίδεψε μαζί με την «Μ.Μ.» στη Δημοκρατία, μέσω νόμιμης οδού, και ότι η τελευταία είχε αναλάβει τη διαδικασία έκδοσης του διαβατηρίου της, το οποίο διατηρούσε στην κατοχή της, παραδίδοντάς το στην Αιτήτρια μόνο για σκοπούς ελέγχου κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, με την προϋπόθεση ότι θα της επιστρεφόταν πλήρως μετά την αποπληρωμή σχετικού χρηματικού ποσού.
Κατά την άφιξή της, η Αιτήτρια 1 ισχυρίστηκε ότι μεταφέρθηκε με ταξί σε οικία, όπου και παρέμεινε μέχρι τον Νοέμβριο του 2018. Περιγράφοντας τις συνθήκες διαβίωσής της, ανέφερε ότι αυτές προσομοίαζαν με συνθήκες κράτησης, καθότι η οικία ήταν διαρκώς κλειδωμένη, η ίδια περιοριζόταν στο δωμάτιό της και εξαναγκαζόταν σε πορνεία, με πελάτες να την επισκέπτονται σε τακτική βάση. Υπεύθυνη για την εν λόγω οικία φέρεται να ήταν γυναίκα ευρωπαϊκής καταγωγής, η οποία της παρείχε βασικές ανάγκες, όπως τροφή, ενώ της απαγορευόταν η έξοδος από τον χώρο.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι η μοναδική φορά κατά την οποία εξήλθε της οικίας ήταν όταν της γνωστοποιήθηκε ότι θα μεταφερόταν σε νοσοκομείο. Κατά τη διαδρομή, η συνοδός της την εγκατέλειψε σε περίπτερο, όπου, κατόπιν επικοινωνίας με τον ιδιοκτήτη, ειδοποιήθηκε η αστυνομία. Ακολούθως, μεταφέρθηκε σε νοσοκομείο, όπου διαπιστώθηκε ότι βρισκόταν στον πέμπτο μήνα κύησης και, κατόπιν σχετικής συνέντευξης, μεταφέρθηκε σε κατοικία φιλοξενίας (βλ. ερ. 25–26 δ.φ.).
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 18/03/2026, η Αιτήτρια 1 επανέλαβε ουσιωδώς τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, επιβεβαιώνοντας ότι το διαβατήριο εκδόθηκε μέσω ενεργειών της «Μ.Μ.», η οποία το διατηρούσε στην κατοχή της. Επανέλαβε επίσης ότι, μετά την άφιξή της στο αεροδρόμιο Λάρνακας, μεταφέρθηκε σε οικία με πέντε υπνοδωμάτια, όπου γυναίκα αγνώστων στοιχείων την ενημέρωσε ότι θα εργαζόταν, πλην όμως, από την επόμενη ημέρα, άνδρες εισέρχονταν στον χώρο και την εξανάγκαζαν σε σεξουαλικές πράξεις.
Αναφορικά με την «Μ.Μ.», η Αιτήτρια ανέφερε ότι αφίχθηκαν μαζί στη Δημοκρατία, πλην όμως εκείνη την εγκατέλειψε και έκτοτε δεν διατηρούν επικοινωνία. Πρόσθεσε ότι η γνωριμία της με τη «Μ.Μ.» προέκυψε μέσω τρίτου προσώπου στη Νιγηρία, το οποίο επιθυμούσε να τη βοηθήσει, ενώ η ίδια η «Μ.Μ.» παρουσιαζόταν ως συγγενικό της πρόσωπο. Σε σχέση με τη γυναίκα που τη φιλοξενούσε στην οικία, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ούτε το όνομά της ούτε την τοποθεσία της κατοικίας.
Υπό το φως των ανωτέρω, διαπιστώνω ότι το αφήγημα της Αιτήτριας 1 παρουσιάζει ουσιώδη συνοχή και συνέπεια, καθότι οι δηλώσεις της κατά τη διοικητική διαδικασία δεν αποκλίνουν ουσιωδώς από εκείνες που προέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ειδικότερα, παρατηρείται ευλογοφάνεια ως προς κρίσιμες πτυχές της αφήγησης, ήτοι:
- τον τρόπο μετακίνησής της από τη Νιγηρία προς την Κυπριακή Δημοκρατία,
- τη γνωριμία και τον ρόλο της «Μ.Μ.»,
- τις συνθήκες παραμονής της στην οικία, όπου φέρεται να εξαναγκαζόταν σε πορνεία, και
- τις περιστάσεις εγκατάλειψής της, που οδήγησαν στην εμπλοκή των αρχών.
Ως εκ τούτου, κρίνω ότι ο εν λόγω ισχυρισμός χρήζει ουσιαστικής επανεξέτασης υπό το πρίσμα των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση ευάλωτων προσώπων και πιθανών θυμάτων εμπορίας προσώπων.
Τονίζεται ότι σε αιτήματα διεθνούς προστασίας η βασική ιστορία του αιτούντος θα πρέπει να παρουσιάζει συνέπεια καθ' όλη τη διάρκεια των διαδικασιών, ακόμη και αν ορισμένες πτυχές της αφήγησης ενδέχεται να είναι αβέβαιες ή «κατά κάποιον τρόπο απίθανες», υπό την προϋπόθεση ότι δεν υπονομεύουν τη συνολική αξιοπιστία των ισχυρισμών.[17] Το ΕΔΔΑ έχει αποφανθεί ότι κατά την αξιολόγηση της γενικής αξιοπιστίας των δηλώσεων δεν είναι δυνατόν να αναμένεται απόλυτη ακρίβεια όσον αφορά τις ημερομηνίες και τα γεγονότα.[18] Ωστόσο, μπορεί να υπάρξει ένα σημείο, ακόμη και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης αναγνώρισης στους αιτούντες του ευεργετήματος της αμφιβολίας κατά την αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων τους, στο οποίο οι πληροφορίες που παρουσιάζονται δημιουργούν ισχυρούς λόγους αμφισβήτησης της αλήθειας των ισχυρισμών. Στις περιπτώσεις αυτές ο αιτών πρέπει να παράσχει ικανοποιητική εξήγηση των προβαλλόμενων ανακριβειών.[19]
Συναφώς επισημαίνεται ότι μπορεί να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»,[20] όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος.[21] Εν προκειμένω, η Αιτήτρια τεκμηρίωσε, κατά τη κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τόσο στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας όσο και επί της παρούσας διαδικασίας, τον ισχυρισμό περί σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης.
Με βάση τα ανωτέρω, κρίνω ότι η Αιτήτρια 1 ήταν σε θέση να παραθέσει περιστατικά αρκούντως συγκεκριμένα, σαφή και συνεκτικά αναφορικά με ουσιώδεις πτυχές του ισχυρισμού της περί σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης, ήτοι ως προς τα πρόσωπα που ενεπλάκησαν στη μεταφορά της, τη συμφωνία εργοδότησής της, τη διαδρομή από τη χώρα προέλευσης μέχρι την άφιξή της στην Κυπριακή Δημοκρατία, τον χώρο και τις συνθήκες κράτησής της, καθώς και τις περιστάσεις της μετέπειτα εγκατάλειψής της. Ως εκ τούτου, φρονώ ότι στοιχειοθετείται η εσωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού.
Πλην όμως, η ενδεχόμενη υπαγωγή της Αιτήτριας 1 στην κατηγορία θυμάτων εμπορίας προσώπων δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση προσφυγικού καθεστώτος. Κατά τα καθοδηγητικά κριτήρια της European Union Agency for Asylum, απαιτείται η ύπαρξη σύνδεσης μεταξύ της ιδιότητας αυτής και βάσιμου φόβου δίωξης, καθώς και η διαπίστωση έλλειψης αποτελεσματικής κρατικής προστασίας[22].
Συναφώς, μολονότι η εμπορία ανθρώπων αναγνωρίζεται τόσο στη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ως μορφή σοβαρής βλάβης, ικανή να εμπίπτει στο πεδίο προστασίας των άρθρων 3 και 4 της ΕΣΔΑ (βλ. κατ’ αναλογία ΔΕΕ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-608/22 και C-609/22, AH και FN, καθώς και ΕΔΔΑ, F.G. κατά Σουηδίας, αρ. προσφ. 43611/11, Rantsev κατά Κύπρου και Ρωσίας, (Application no. 25965/04) . και Λοιποί κατά Αυστρίας, (Application no. 58216/12)), η διαπίστωση αυτή δεν απαλλάσσει τον αιτούντα από την υποχρέωση απόδειξης εξατομικευμένου και πραγματικού κινδύνου.
Επιπλέον, το γεγονός ότι τα θύματα εμπορίας ανθρώπων συγκαταλέγονται μεταξύ των ευάλωτων προσώπων κατά το άρθρο 20(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (βλ. συναφώς και προτάσεις Γενικού Εισαγγελέα στις υποθέσεις C-608/22 και C-609/22, AH και FN, C-163/17 σκ 135) δεν αρκεί, αφ’ εαυτού, για τη θεμελίωση δικαιώματος διεθνούς προστασίας, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν την ύπαρξη πραγματικού και προσωπικού κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ.
Εν προκειμένω, διαπιστώνεται ότι η Αιτήτρια 1 δεν προέβαλε, σε κανένα στάδιο της διαδικασίας, ισχυρισμό περί φόβου δίωξης συνδεόμενου με τα περιστατικά εκμετάλλευσης που επικαλείται. Περαιτέρω, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι το πρόσωπο που φέρεται να οργάνωσε τη μετακίνησή της διαμένει εκτός της χώρας καταγωγής της, και δη στη Νιγηρία, χωρίς να προκύπτει ότι υφίσταται οποιαδήποτε υφιστάμενη σχέση, επικοινωνία ή οικονομική εξάρτηση μεταξύ τους.
Επιπροσθέτως, λαμβάνεται υπόψη ότι η Αιτήτρια 1 απομακρύνθηκε από τον χώρο όπου φέρεται να τελούσε υπό εκμετάλλευση και έκτοτε δεν αναζητήθηκε από οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με το προσωπικό της προφίλ, ήτοι πρόσωπο με στοιχειώδες μορφωτικό επίπεδο και ικανότητα προσαρμογής, συνηγορεί υπέρ του συμπεράσματος ότι οι πιθανότητες εντοπισμού και στοχοποίησής της από τα εν λόγω πρόσωπα είναι περιορισμένες.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό της, κατά την ακροαματική διαδικασία, ότι η «Μ.Μ.» είναι αδελφή της, τούτος δεν τεκμηριώνεται από τα λοιπά στοιχεία του φακέλου και δύναται ευλόγως να εκληφθεί ως στοιχείο εξαπάτησης εκ μέρους τρίτων προσώπων.
Περαιτέρω, το γεγονός ότι έχει παρέλθει σημαντικό χρονικό διάστημα, ήτοι περίπου οκτώ έτη από τα επίμαχα περιστατικά, μειώνει αισθητά την πιθανότητα επανεμφάνισης κινδύνου εις βάρος της Αιτήτριας 1.
Εν προκειμένω, δεν προκύπτουν στοιχεία που να καταδεικνύουν δυνατότητα εντοπισμού της Αιτήτριας 1 από τους φερόμενους διακινητές, ούτε υφίσταται οποιαδήποτε υφιστάμενη σχέση, επικοινωνία ή εξάρτηση μεταξύ αυτών. Συνοψίζοντας το γεγονός ότι η Αιτήτρια απομακρύνθηκε από τον χώρο εκμετάλλευσης χωρίς να αναζητηθεί έκτοτε, σε συνδυασμό με την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος, αποδυναμώνει ουσιωδώς την πιθανότητα επαναθυματοποίησης. Ως εκ τούτου, ο σχετικός κίνδυνος δεν στοιχειοθετείται.
Σύμφωνα με το ΔΕΕ επί της εκτιμήσεως του «κατά πόσον ο αιτών έχει βάσιμο φόβο δίωξης» συνίσταται στην απαίτηση όπως, οι αρμόδιες αρχές, όταν αξιολογούν αν ένας αιτών έχει βάσιμο φόβο διώξεως, εξετάζουν αν οι αποδεδειγμένες περιστάσεις συνιστούν ή όχι τέτοια απειλή ώστε το πρόσωπο αυτό εύλογα να φοβάται, όσον αφορά την ατομική του κατάσταση, ότι όντως θα αποτελέσει το αντικείμενο πράξεων διώξεως (βλ., στο ίδιο πνεύμα, προαναφερθείσα απόφαση Y και Z, σκέψη 76).[23] Ως εκ τούτου για το ΔΕΕ, η εκτίμηση του βάσιμου φόβου δεν απαιτεί τη διαπίστωση ότι ο αιτών έχει υποκειμενικό φόβο, το μόνο που χρειάζεται είναι ένα αντικειμενικό κριτήριο που λαμβάνει υπόψη τη συνεκτίμηση τόσο ατομικών, όσο και γενικών περιστάσεων σύμφωνα με το άρθρο 4 παράγραφος 3 οδηγία 2011/95/EΕ (αναδιατύπωση). Όπως επισημάνθηκε ως άνω, για το ΔΕΕ, ο «βάσιμος φόβος» πρέπει να είναι ο φόβος ότι ο προσφεύγων «προσωπικά θα υπόκεινται σε δίωξη [...]».[24]Με άλλα λόγια, τα προσωπικά χαρακτηριστικά του αιτούντος και οι περιστάσεις θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τον προσδιορισμό του επιπέδου κινδύνου για το οποίο ο αιτών θα εκτεθεί στη χώρα προέλευσης.
Επιπροσθέτως, ο «βάσιμος φόβος» εδράζεται επί εκτίμησης κινδύνου κατ’ ουσίαν μελλοντοστραφούς χαρακτήρα. Λόγω των εγγενών δυσχερειών που συνεπάγεται η πρόγνωση των συνεπειών μιας ενδεχόμενης επιστροφής του αιτητή στη χώρα καταγωγής του, ο κίνδυνος υποκειμενικής αποτίμησης είναι αυξημένος. Ως εκ τούτου, καθίσταται επιτακτική η ανάγκη η αξιολόγηση του βάσιμου φόβου να διενεργείται βάσει αντικειμενικής και τεκμηριωμένης μεθοδολογίας, απαλλαγμένης από εικασίες ή αυθαίρετες παραδοχές.
Στο πλαίσιο αυτό, για την πλήρωση του αντικειμενικού στοιχείου του «βάσιμου», η εξέταση πρέπει να επικεντρώνεται στο κατά πόσον ο επικαλούμενος φόβος είναι υπαρκτός και δικαιολογημένος κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης επί της αίτησης διεθνούς προστασίας, ήτοι κατά πόσον συνιστά παρόν και ενεργό κίνδυνο. Πράγματι, οι περιστάσεις που οδήγησαν ένα πρόσωπο στην εγκατάλειψη της χώρας του ενδέχεται να μεταβληθούν ή να εκλείψουν με την πάροδο του χρόνου ή, αντιστρόφως, να ανακύψουν μεταγενέστερα της αναχώρησής του.
Εν προκειμένω, στη βάση των διαπιστωθέντων πραγματικών περιστατικών, της διενεργηθείσας εκτίμησης κινδύνου, καθώς και των διαθέσιμων πληροφοριών αναφορικά με την τρίτη χώρα διέλευσης, ήτοι τη Νιγηρία, διαπιστώνεται ότι δεν πληρούται το αντικειμενικό στοιχείο του βάσιμου φόβου δίωξης. Συγκεκριμένα, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ότι η Αιτήτρια 1 θα εκτεθεί, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, ήτοι το Καμερούν, σε μεταχείριση δυνάμενη να ανέλθει σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη, λόγω της ιδιότητάς της ως φερόμενου θύματος σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, στο πλαίσιο της εν λόγω μελλοντοστραφούς εκτίμησης κινδύνου, δεν προκύπτει με βάση τα ενώπιόν του στοιχεία, τις ατομικές περιστάσεις της Αιτήτριας 1 και την παρούσα κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της, οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου για την αναγνώρισή της ως πρόσφυγα ή, εναλλακτικώς, οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου για την υπαγωγή της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο προχωρεί, κατά τα επιτασσόμενα από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ιδίως υποθέσεις C-621/21 και C-217/23), σε εξέταση της κοινωνικής αντιμετώπισης της Αιτήτριας 1 στη χώρα καταγωγής της, ήτοι το Καμερούν, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον η ιδιότητά της ως πρώην θύμα εμπορίας συνεπάγεται τέτοιας έντασης στιγματισμό, αποκλεισμό ή διακριτική μεταχείριση, ώστε να ισοδυναμεί με δίωξη ή να συνεπάγεται ουσιώδη αδυναμία παροχής κρατικής προστασίας.
Συναφώς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, ακόμη και ελλείψει κινδύνου από τον αρχικό φορέα εκμετάλλευσης, δύναται να στοιχειοθετηθεί βάσιμος φόβος δίωξης, εφόσον αποδεικνύεται ότι η επιστροφή του αιτούντος θα τον εκθέσει σε κοινωνικές πρακτικές ή συμπεριφορές που συνεπάγονται κατάφωρη προσβολή θεμελιωδών δικαιωμάτων του.
Εντούτοις, στην παρούσα περίπτωση, δεν προκύπτουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία, είτε από τους ισχυρισμούς της ίδιας της Αιτήτριας 1 είτε από τα λοιπά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ότι η ίδια, λόγω της ιδιότητάς της ως πρώην θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης, θα αντιμετωπίσει στη χώρα καταγωγής της κοινωνικό στιγματισμό ή περιθωριοποίηση τέτοιας έντασης και έκτασης που να ισοδυναμεί με δίωξη. Η Αιτήτρια 1, κατά τη διοικητική και τη δικαστική διαδικασία, δεν προέβαλε συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί κοινωνικού αποκλεισμού, απόρριψης από το οικογενειακό της περιβάλλον ή αδυναμίας επανένταξης, ούτε προκύπτει ότι η επιστροφή της θα συνεπάγεται ουσιώδη στέρηση πρόσβασης σε βασικά μέσα διαβίωσης ή προστασίας.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια 1 στερείται πλήρως οικογενειακού ή κοινωνικού υποστηρικτικού πλαισίου στη χώρα καταγωγής της, καθόσον, σύμφωνα με τα αποδεκτά στοιχεία του προσωπικού της προφίλ, διατηρεί επικοινωνία με τη μητέρα της, η οποία διαμένει στην πόλη Kumba, χωρίς να προκύπτουν προβλήματα με τις αρχές, ενώ δεν τεκμηριώνεται ότι έχει αποκοπεί πλήρως από το οικογενειακό της περιβάλλον. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετούνται πρόσθετοι παράγοντες ευαλωτότητας που να ενισχύουν την πιθανότητα κοινωνικού αποκλεισμού ή εκ νέου εκμετάλλευσής της.
Κατά συνέπεια, μολονότι το Δικαστήριο δέχεται την υπαγωγή της Αιτήτριας 1 σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, εντούτοις δεν διαπιστώνει, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης, είτε υπό τη μορφή κινδύνου επανθυματοποίησης είτε υπό τη μορφή σοβαρής κοινωνικής περιθωριοποίησης.
Ως εκ τούτου, ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός, παρότι κρίνεται εσωτερικά αξιόπιστος και ικανός να θεμελιώσει την ιδιότητα της Αιτήτριας ως μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, δεν επαρκεί για τη στοιχειοθέτηση των προϋποθέσεων του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Υπό το φως των ανωτέρω, και στη βάση των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί, το Δικαστήριο προχωρεί σε αξιολόγηση του κινδύνου που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια 1 σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, ήτοι το Καμερούν.
Κατά την εν λόγω αξιολόγηση, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι για τη στοιχειοθέτηση βάσιμου φόβου δίωξης απαιτείται η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου, ο οποίος να συνδέεται αιτιωδώς με έναν εκ των προστατευόμενων λόγων, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Η εκτίμηση αυτή είναι κατ’ εξοχήν μελλοντοστραφής και στηρίζεται στην εξέταση των προσωπικών περιστάσεων του αιτητή σε συνδυασμό με τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα καταγωγής κατά τον χρόνο λήψης της απόφασης.
Στην παρούσα περίπτωση, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, αφενός, την αποδοχή του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία, ήτοι ότι η Αιτήτρια 1 υπήρξε θύμα σεξουαλικής κακοποίησης και εκμετάλλευσης, και αφετέρου, την απόρριψη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού περί δίωξης από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, λόγω έλλειψης αξιοπιστίας. Ως εκ τούτου, η αξιολόγηση του κινδύνου επικεντρώνεται στις ενδεχόμενες συνέπειες που απορρέουν από την ιδιότητά της ως πρώην θύμα εμπορίας προσώπων, περιλαμβανομένου του κατά πόσον υφίσταται κίνδυνος βλάβης είτε από ιδιώτες είτε λόγω αδυναμίας παροχής αποτελεσματικής προστασίας από τις αρμόδιες αρχές.
Ως προς το ενδεχόμενο κινδύνου επαναθυματοποίησης, το Δικαστήριο, παραπέμποντας στην ανωτέρω αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών, δεν διαπιστώνει την ύπαρξη συγκεκριμένου και εξατομικευμένου κινδύνου. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι υφίσταται ενεργός φορέας εκμετάλλευσης ή οποιοδήποτε στοιχείο που να καταδεικνύει δυνατότητα εντοπισμού ή επαναστόχευσης της Αιτήτριας 1 στη χώρα καταγωγής της, ενώ δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη μηχανισμού εξάρτησης ή άλλων παραγόντων που να συντηρούν τον κίνδυνο εκ νέου εκμετάλλευσής της. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος επαναθυματοποίησης.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η επιστροφή της Αιτήτριας 1 ενδέχεται να την εκθέσει σε κοινωνική μεταχείριση τέτοιας έντασης και σοβαρότητας που να ισοδυναμεί με δίωξη, λόγω της ιδιότητάς της ως πρώην θύμα σεξουαλικής εκμετάλλευσης. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η ύπαρξη τέτοιας κοινωνικής διαφοροποίησης δεν τεκμαίρεται, αλλά πρέπει να αποδεικνύεται βάσει αντικειμενικών ενδείξεων, όπως κοινωνικός στιγματισμός, δυσμενείς διακρίσεις ή πρακτικές αποκλεισμού που οδηγούν σε ουσιώδη περιθωριοποίηση, στο πλαίσιο των κοινωνικών και πολιτισμικών δεδομένων της χώρας καταγωγής.
Εν προκειμένω, δεν προκύπτουν επαρκή και συγκεκριμένα στοιχεία ότι η Αιτήτρια 1 θα αντιμετωπίσει τέτοιας έντασης κοινωνικό στιγματισμό ή περιθωριοποίηση. Η ίδια δεν προέβαλε εξατομικευμένους ισχυρισμούς περί κοινωνικού αποκλεισμού ή απόρριψης από το οικογενειακό ή κοινωνικό της περιβάλλον, ούτε τεκμηριώνεται ότι η κρατική προστασία καθίσταται ανύπαρκτη ή ανεπαρκής λόγω διάκρισης εις βάρος της.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια 1 στερείται πλήρως οικογενειακού ή κοινωνικού υποστηρικτικού πλαισίου στη χώρα καταγωγής της, καθόσον, σύμφωνα με τα αποδεκτά στοιχεία του προσωπικού της προφίλ, διατηρεί επικοινωνία με μέλη της οικογένειάς της. Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετούνται πρόσθετοι παράγοντες ευαλωτότητας που να ενισχύουν την πιθανότητα έκθεσής της σε σοβαρή βλάβη.
Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, μολονότι η Αιτήτρια 1 δύναται να υπαχθεί στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ως πρώην θύμα εμπορίας προσώπων, εντούτοις δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης, είτε υπό τη μορφή κινδύνου επαναθυματοποίησης είτε υπό τη μορφή σοβαρής κοινωνικής περιθωριοποίησης. Ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Πέραν των ανωτέρω, και στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης των προσωπικών περιστάσεων των Αιτητών, καθώς και της αξιολόγησης του κινδύνου στη βάση των αποδεκτών ισχυρισμών, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσον, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης, ελήφθη δεόντως υπόψη η θέση του ανηλίκου Αιτητή 2 και, ιδίως, το βέλτιστο συμφέρον αυτού.
Εν προκειμένω, από τη μελέτη του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου δεν προέβη σε οποιαδήποτε ειδική ή αυτοτελή αξιολόγηση της κατάστασης του ανηλίκου τέκνου της Αιτήτριας 1, παρά το γεγονός ότι αυτός καταγράφηκε ως αιτητής διεθνούς προστασίας (βλ. ερ. 30 δ.φ.). Περαιτέρω, μολονότι προκύπτει η οικογενειακή κατάσταση της Αιτήτριας 1 και ο ρόλος της ως μητέρας (βλ. ερ. 16 δ.φ.), δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε αναφορά ή συνεκτίμηση των συνεπειών που ενδέχεται να έχει η επιστροφή της επί του ανηλίκου τέκνου της.
Ιδίως, δεν προκύπτει ότι εξετάστηκε το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού, ούτε ότι αξιολογήθηκαν οι ιδιαίτερες ανάγκες του, η σχέση εξάρτησής του από τη μητέρα του ή οι συνθήκες που θα επικρατούν για αυτό σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της. Η παράλειψη αυτή καθίσταται ουσιώδης, καθόσον το ανήλικο τέκνο δεν αποτελεί απλώς συνοδό πρόσωπο, αλλά υποκείμενο αυτοτελών δικαιωμάτων, τα οποία όφειλαν να ληφθούν υπόψη κατά τη διοικητική διαδικασία.
Συναφώς, στην απόφαση αρ. 124/2018 του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, η Δικαστής Β. Καρλεττίδου κατέληξε σε συμπεράσματα με τα οποία συμφωνώ και τα οποία υιοθετώ, κρίνοντας ότι η απουσία ειδικής αναφοράς και αξιολόγησης της ιδιότητας ανηλίκου αιτητή, καθώς και η μη αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού, πλήττουν τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω εσφαλμένης αιτιολογίας και μη διενέργειας δέουσας έρευνας, κατά τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου και τις ειδικές πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 24(2) του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σε όλες τις πράξεις που αφορούν παιδιά, είτε αυτές επιχειρούνται από δημόσιες αρχές είτε από ιδιωτικούς οργανισμούς, πρωταρχική σημασία πρέπει να δίδεται στο βέλτιστο συμφέρον του παιδιού. Η ίδια αρχή κατοχυρώνεται και στο άρθρο 3(1) της Διεθνούς Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, σύμφωνα με το οποίο το συμφέρον του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται πρωτίστως υπόψη σε όλες τις αποφάσεις που το αφορούν.
Η υποχρέωση αυτή έχει ερμηνευθεί και εξειδικευθεί περαιτέρω από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο έχει καταστήσει σαφές ότι η αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού δεν μπορεί να είναι αφηρημένη ή τυπική, αλλά πρέπει να στηρίζεται στις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την ηλικία του παιδιού και τη σωματική και συναισθηματική του ανάπτυξη (βλ. απόφαση της 11.3.2021, C-112/20, M.A. κατά État belge). Περαιτέρω, έχει υπογραμμιστεί ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχική συνεκτίμηση σε κάθε διαδικασία που το αφορά (βλ. C-279/20, XC), ενώ απαιτείται συνολική και εις βάθος αξιολόγηση της κατάστασής του, ιδίως όταν πρόκειται για ανήλικα πρόσωπα σε ευάλωτη θέση (βλ. C-442/19, TQ).
Στην ίδια κατεύθυνση, η νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επιβεβαιώνει ότι η αξιολόγηση του συμφέροντος του παιδιού πρέπει να προηγείται και να πραγματοποιείται αυτοτελώς πριν από τη λήψη οποιασδήποτε απόφασης που επηρεάζει ουσιωδώς τη ζωή του (βλ. Rahimi κατά Ελλάδας, αρ. 8687/08), ενώ η ιδιαίτερη ευαλωτότητα των ανηλίκων επιβάλλει στις αρχές αυξημένο καθήκον επιμέλειας και προστασίας (βλ. Mubilanzila Mayeka και Kaniki Mitunga κατά Βελγίου, αρ. 13178/03· Tarakhel κατά Ελβετίας, αρ. 29217/12).
Κατά το Γενικό Σχόλιο αρ. 14 (2013) της Επιτροπής για τα Δικαιώματα του Παιδιού, η αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος προϋποθέτει συνεκτίμηση, μεταξύ άλλων, της ταυτότητας του παιδιού, της διατήρησης του οικογενειακού περιβάλλοντος και των οικογενειακών δεσμών, της φροντίδας, προστασίας και ασφάλειάς του, της τυχόν ευαλωτότητάς του, καθώς και της πρόσβασής του στην υγεία και στην εκπαίδευση.
Η υποχρέωση αυτή ενσωματώνεται και στο πλαίσιο της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ιδίως στις αιτιολογικές σκέψεις 18, 19, 27 και 38, καθώς και στα άρθρα 20(5) και 31 αυτής, τα οποία επιβάλλουν τη συνεκτίμηση του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού κατά την εφαρμογή των κανόνων διεθνούς προστασίας. Επομένως, όταν αιτητής διεθνούς προστασίας είναι ανήλικος, η αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση των κριτηρίων υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, έστω και αν η αρχή αυτή δεν μνημονεύεται ρητώς σε κάθε επιμέρους διάταξη[25].
Στην παρούσα περίπτωση, η Διοίκηση δεν προέβη σε τέτοια αξιολόγηση. Δεν εξέτασε τις ιδιαίτερες περιστάσεις του Αιτητή 2, την ηλικία του, το γεγονός ότι γεννήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία, τη σχέση εξάρτησής του από την Αιτήτρια 1, τις συνθήκες υποδοχής του σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της μητέρας του, ούτε τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει η απομάκρυνσή του στο οικογενειακό, κοινωνικό, εκπαιδευτικό και αναπτυξιακό του περιβάλλον.
Ως εκ τούτου, κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω πλημμελούς έρευνας και ελλιπούς αιτιολογίας, καθότι οι Καθ’ ων η αίτηση παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ουσιώδη πραγματικά και νομικά δεδομένα που αφορούσαν τον ανήλικο Αιτητή 2 και το βέλτιστο συμφέρον του.
Υπό το φως των ανωτέρω, και δεδομένης της διαπιστωθείσας πλημμέλειας ως προς τη μη αξιολόγηση του βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου Αιτητή 2 εκ μέρους της Διοίκησης, το Δικαστήριο, ασκώντας τη δικαιοδοσία του ως δικαστήριο ουσίας και προβαίνοντας σε πλήρη και επικαιροποιημένη (ex nunc) εξέταση των πραγματικών και νομικών δεδομένων της υπόθεσης, οφείλει να εξετάσει το ζήτημα αυτό αυτοτελώς.
Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο θα προβεί σε αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων του ανηλίκου Αιτητή 2, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, την ηλικία του, τη σχέση εξάρτησής του από την Αιτήτρια 1, τις συνθήκες διαβίωσής του μέχρι σήμερα, καθώς και τις ενδεχόμενες συνέπειες που θα είχε η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής της μητέρας του, υπό το πρίσμα των αντικειμενικών δεδομένων που προκύπτουν από τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης.
Ειδικά ως προς τη μεταχείριση των μόνων μητέρων στο Καμερούν, σύμφωνα με το Freedom House το Σύνταγμα στο Καμερούν εγγυάται το ίδιο νομικό καθεστώς και δικαιώματα σε άνδρες και γυναίκες, στην πράξη, ωστόσο οι παραδοσιακοί κανόνες και πρακτικές συχνά υπερισχύουν και δεν εξασφαλίζουν πάντα στις γυναίκες τα πλήρη δικαιώματά τους.[26] Οι ανισότητες μεταξύ ανδρών και γυναικών εξακολουθούν να υφίστανται (επιπλέον των ανισοτήτων μεταξύ πλουσίων και φτωχών και μεταξύ διαφορετικών περιοχών), ιδίως όσον αφορά την πρόσβαση στην υγεία, την εκπαίδευση και την απασχόληση.[27] Οι γυναίκες χωρίς ανδρική υποστήριξη που ζουν σε εκτοπισμό είναι ευάλωτες καθώς μπορεί να εκτεθούν σε σεξουαλική βία από μέλη ένοπλων ομάδων, κοινότητες υποδοχής και συγγενείς.[28]
H έκθεση του Συμβουλίου του Καναδά για τη Μετανάστευση και τους Πρόσφυγες με θέμα την κατάσταση και την αντιμετώπιση των μόνων γυναικών στο Καμερούν το διάστημα 2020-2022, αναφέρει σχετικά με το καθεστώς της άγαμης ότι «είναι ως επί το πλείστον «πολιτιστικά και κοινωνικά ταπεινωτικό», ειδικά για τις έφηβες μητέρες ή τις άγαμες αρχηγούς νοικοκυριών με παιδιά. Η ίδια πηγή σημείωσε ότι οι ανύπαντρες γυναίκες «συνήθως αντιμετωπίζονται στερεοτυπικά» και θεωρείται ότι έχουν έναν «κακό χαρακτήρα» ή κάποιο «πρόβλημα» που τις «αποτρέπει» από το να παντρευτούν, καθώς ο γάμος χαίρει «υψηλής εκτίμησης» στην κουλτούρα του Καμερούν. Ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε από έναν ανταποκριτή από το Καμερούν στο Your Commonwealth, έναν ιστότοπο που δημιουργήθηκε από το Commonwealth Youth Program ως «μια πλατφόρμα για τις φωνές των νέων από χώρες της Κοινοπολιτείας» και επιμελήθηκε από «έμπειρους δημοσιογράφους» (Commonwealth Youth Program n.d.), αναφέρει επίσης ότι «πολλές ανύπαντρες γυναίκες, ιδιαίτερα εκείνες στα τέλη της δεκαετίας των 20 με 30», βιώνουν «τεράστιο στίγμα» και «συνήθως ερωτώνται γιατί δεν είναι παντρεμένες ή πού είναι ο σύζυγός τους».»[29]
Η ίδια Έκθεση αναφέρει σχετικά με τις πληροφορίες για την ικανότητα των ανύπαντρων γυναικών και γυναικών που είναι αρχηγοί των νοικοκυριών τους να μετεγκατασταθούν αλλού στο Καμερούν, ιδιαίτερα στη Douala και στο Yaoundé, ότι είναι σπάνιες. Οι ανύπαντρες γυναίκες και οι γυναίκες αρχηγοί νοικοκυριού συνήθως αναζητούν βοήθεια από φίλους και γνωστούς που είναι ήδη εγκατεστημένοι στις μεγάλες πόλεις όταν μετακομίζουν. Μία από τις «κυριότερες» προκλήσεις είναι να το να βρεθεί μία στέγη ενώ η γυναίκα αναζητεί μόνιμη κατοικία και εργασία. Κάποιες ανέφεραν ότι κοιμούνται στους δρόμους, αφού δεν γνώριζαν κανέναν στην πόλη με χώρο να τους φιλοξενήσει. Η μετεγκατάσταση είναι «ευκολότερη» όταν η γυναίκα έχει σχέσεις με κάποιον στον τομέα της απασχόλησής της. [30] Η απάντηση της EUAA επιβεβαιώνει τις ως άνω πληροφορίες από παλαιότερες πηγές σχετικά με την πρόσβαση στην στέγαση για τις μόνες γυναίκες στις δύο αυτές πόλεις: «Σε συνέντευξή που έδωσαν το 2012 στο Συμβούλιο Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά (IRB), δύο τοπικές ΜΚΟ δήλωσαν ότι στις πόλεις Yaoundé και Douala είναι δυνατό για μια ανύπαντρη γυναίκα να ζει μόνη της, αρκεί να έχει τους απαραίτητους πόρους. Σημειώνουν, επίσης, ότι το είδος της απασχόλησής τους εξαρτάται από το επίπεδο εκπαίδευσής τους. Μία από τις πηγές σημείωσε περαιτέρω ότι ορισμένοι ιδιοκτήτες μπορεί να ζητήσουν να μάθουν την οικογενειακή κατάσταση των πιθανών ενοικιαστών. Μία από τις ΜΚΟ που έδωσε συνέντευξη στο IRB δήλωσε επίσης ότι οι γυναίκες που ζουν μόνες μπορεί να έχουν «κακή φήμη», αφού - σύμφωνα με την παράδοση - οι γυναίκες πρέπει να ζουν με τους γονείς τους μέχρι να παντρευτούν. Ως εκ τούτου, πρόσθεσε η πηγή, τα μέλη της οικογένειάς τους μπορεί να χρειαστεί να λειτουργήσουν ως εγγυητές για τις ανύπαντρες γυναίκες για να έχουν πρόσβαση σε καταλύματα».[31]
Όσον αφορά την απασχόληση, «οι γυναίκες κατά βάση δεν χρειάζεται να μιλούν γαλλικά. Ωστόσο, αυτές οι δουλειές πληρώνουν «πενιχρούς μισθούς» που «συνήθως» δεν επαρκούν για να στηρίξουν το νοικοκυριό. Επιπλέον, οι εργαζόμενοι σε αυτούς τους τομείς δεν αμείβονται «τακτικά», περιμένοντας ενδεχομένως «πολλούς μήνες» για πληρωμή. Χωρίς «σχετικό» κοινωνικό δίκτυο και γνώση γαλλικών, οι γυναίκες μπορεί να έχουν δυσκολία πρόσβασης στην επίσημη απασχόληση. Όσο πιο «επίσημη» είναι η δουλειά, τόσο πιο απαραίτητη είναι η γνώση γαλλικών. […] Επιπλέον, όσοι ήταν προηγουμένως αυτοαπασχολούμενοι (όπως κομμωτές, ράφτες, μικροέμποροι, μακιγιέρ κ.λπ.) μπορούν πιο εύκολα να ξεκινήσουν μια νέα επιχείρηση στην πόλη, αφού χρειάζονται μικρό κεφάλαιο εκκίνησης και έχουν ήδη τα απαραίτητα εργαλεία. Ωστόσο, οι γυναίκες ιδιοκτήτριες επιχειρήσεων στον άτυπο τομέα θα δυσκολευτούν αν δεν μιλούν γαλλικά, αφού η πελατειακή τους βάση είναι «σε μεγάλο βαθμό» γαλλόφωνη». [32]
Στην απάντηση της EUAA σημειώνεται ο κίνδυνος που διατρέχουν οι γυναίκες χωρίς υποστηρικτικό δίκτυο του να καταφύγουν στην πορνεία τόσο στη Douala[33] όσο και στη Yaounde,[34] λόγω της αδυναμίας πρόσβασης σε πόρους. Πολλές γυναίκες που εκτοπίστηκαν από τις αγγλόφωνες περιοχές έχουν χάσει στενά και/ή μέλη της ευρύτερης οικογένειας, παραμένοντας χωρίς καμία οικονομική και συναισθηματική υποστήριξη. Για αυτές τις γυναίκες, η στροφή στην πορνεία ήταν ένας μηχανισμός αντιμετώπισης για να εξασφαλίσουν τον εαυτό τους και τα εξαρτώμενα από εκείνες άτομα. Οι γυναίκες που στρέφονται στην πορνεία είναι ευάλωτες στη σεξουαλική βία και στη βία λόγω φύλου, καθώς και σε σεξουαλικά μεταδιδόμενα νοσήματα.[35]
Ως προς την πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες υγείας και στην εκπαίδευση στη Douala και στη Yaoundé, «όλες» οι δημόσιες υπηρεσίες είναι «αρκετά προσβάσιμες», αν και οι πολίτες πρέπει να πληρώσουν για να έχουν πρόσβαση σε αυτές. Η ίδια πηγή σημείωσε έναν «πολλαπλασιασμό» αγγλόφωνων σχολείων που παρέχουν εκπαίδευση στους εκτοπισμένους στο εσωτερικό. Σχετικά με την επαγγελματική κατάρτιση σε ορισμένες περιπτώσεις, τα μέλη της οικογένειας μπορεί να είναι σε θέση να βοηθήσουν τις γυναίκες να αποκτήσουν πρόσβαση σε επαγγελματική εκπαίδευση και ότι "λίγες" ΜΚΟ προσφέρουν δωρεάν εκπαίδευση για τις εσωτερικά εκτοπισμένες γυναίκες. Οι δημόσιες υπηρεσίες, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής περίθαλψης, είναι "αρκετά προσβάσιμες". Η ίδια πηγή πρόσθεσε ότι οι εγκαταστάσεις υγειονομικής περίθαλψης ποικίλλουν ως προς το κόστος και ότι απαιτείται «εμπειρία» για να γνωρίζει μία γυναίκα ποιες είναι οι πιο προσιτές οικονομικά.[36]
Εν προκειμένω, κατά την αξιολόγηση των προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας 1 και του ανηλίκου Αιτητή 2 υπό το πρίσμα των αντικειμενικών δεδομένων που προκύπτουν από τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η Αιτήτρια είναι ανύπαντρη γυναίκα και μητέρα ανηλίκων τέκνων, στοιχείο το οποίο, κατ’ αρχήν, δύναται να συνιστά παράγοντα αυξημένης ευαλωτότητας.
Πράγματι, από τις προσκομισθείσες πηγές προκύπτει ότι, παρά τη συνταγματική κατοχύρωση της ισότητας στο Καμερούν, στην πράξη οι γυναίκες, και ιδίως οι ανύπαντρες μητέρες, ενδέχεται να αντιμετωπίζουν κοινωνικά στερεότυπα, περιορισμένες οικονομικές ευκαιρίες και δυσχέρειες πρόσβασης σε στέγαση και απασχόληση, ιδίως ελλείψει υποστηρικτικού δικτύου. Περαιτέρω, καταγράφεται ότι γυναίκες χωρίς οικογενειακή ή κοινωνική στήριξη ενδέχεται να εκτεθούν σε συνθήκες ευαλωτότητας, περιλαμβανομένου του κινδύνου εκμετάλλευσης.
Ωστόσο, τα ανωτέρω γενικά δεδομένα πρέπει να αξιολογούνται σε συνάρτηση με τα εξατομικευμένα χαρακτηριστικά της εκάστοτε περίπτωσης. Στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η Αιτήτρια 1 δεν στερείται πλήρως υποστηρικτικού πλαισίου στη χώρα καταγωγής της. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα αποδεκτά στοιχεία του διοικητικού φακέλου, η μητέρα της διαμένει στην πόλη Kumba και η ίδια η Αιτήτρια διατηρεί επικοινωνία μαζί της, δηλώνοντας ότι είναι ασφαλής (βλ. ερ. 28/10Χ, 23/3Χ δ.φ.). Περαιτέρω, ένα εκ των τέκνων της διαμένει ήδη στη Douala με φιλικό της πρόσωπο, με την ίδια να επιβεβαιώνει ότι το παιδί είναι ασφαλές στο εν λόγω περιβάλλον (βλ. ερ. 24 δ.φ.).
Επιπλέον, η Αιτήτρια 1 είναι νεαρή γυναίκα, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, στοιχεία τα οποία, υπό το πρίσμα των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα, ενισχύουν τη δυνατότητα προσαρμογής και ένταξής της, ιδίως σε αστικά κέντρα όπως η Douala ή η Yaoundé, όπου, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, υφίστανται δυνατότητες διαβίωσης για ανύπαντρες γυναίκες, υπό την προϋπόθεση ύπαρξης βασικών πόρων ή κοινωνικών επαφών.
Ως προς τον ανήλικο Αιτητή 2, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη σχέση πλήρους εξάρτησής του από την Αιτήτρια 1, πλην όμως δεν προκύπτει ότι η επιστροφή του στη χώρα καταγωγής της μητέρας του θα τον εκθέσει σε συνθήκες που να συνιστούν σοβαρή βλάβη ή παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του. Δεν προβάλλονται ούτε τεκμηριώνονται συγκεκριμένοι ισχυρισμοί περί αδυναμίας πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες, όπως υγεία ή εκπαίδευση, ούτε προκύπτει ότι το παιδί θα στερηθεί κάθε μορφής οικογενειακής ή κοινωνικής στήριξης.
Συνεπώς, μολονότι αναγνωρίζεται ότι η ιδιότητα της Αιτήτριας ως ανύπαντρης μητέρας ενδέχεται να συνεπάγεται ορισμένες κοινωνικές και οικονομικές δυσχέρειες δύνανται να ανακύψουν σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας. Εντούτοις, ενόψει των συγκεκριμένων περιστάσεων της υπόθεσης, δεν αποδεικνύεται ότι οι δυσχέρειες αυτές ανέρχονται σε επίπεδο τέτοιας έντασης και σοβαρότητας που να συνιστούν δίωξη ή σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου.
Συναφώς, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το κατώφλι σοβαρότητας για τη στοιχειοθέτηση σοβαρής βλάβης λόγω συνθηκών διαβίωσης είναι ιδιαίτερα υψηλό και προϋποθέτει την έκθεση του αιτητή σε κατάσταση έσχατης υλικής στέρησης, η οποία συνεπάγεται αδυναμία κάλυψης των πλέον στοιχειωδών αναγκών και οδηγεί σε προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας (βλ. απόφαση της 19.3.2019, Jawo, C-163/17). Περαιτέρω, το ΔΕΕ έχει διευκρινίσει ότι γενικοί κίνδυνοι ή δυσχέρειες που επηρεάζουν ευρύτερα τον πληθυσμό της χώρας καταγωγής δεν αρκούν αφ’ εαυτών για τη στοιχειοθέτηση ατομικής σοβαρής βλάβης (βλ. απόφαση της 18.12.2014, M’Bodj, C-542/13). Ομοίως στην απόφαση C-255/19 (Secretary of State for the Home Department κατά OA) Το Δικαστήριο τόνισε ότι η απλή οικονομική δυσπραγία (economic hardship) δεν μπορεί, κατά γενικό κανόνα, να χαρακτηριστεί ως «δίωξη» κατά την έννοια του Άρθρου 9 της Οδηγίας 2004/83.
Επιπλέον, όπως επιβεβαιώθηκε και σε νεότερη νομολογία, η χορήγηση διεθνούς προστασίας προϋποθέτει την ύπαρξη κατάστασης τέτοιας έντασης, ώστε να οδηγεί σε πραγματική και αφόρητη προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ισοδύναμη με άρνηση των πλέον θεμελιωδών δικαιωμάτων του προσώπου (βλ. απόφαση της 5.10.2023, AH και FN, C-608/22).
Εφαρμοζόμενα τα ανωτέρω στην παρούσα περίπτωση, οι τυχόν κοινωνικοοικονομικές δυσχέρειες που ενδέχεται να αντιμετωπίσει η Αιτήτρια, ακόμη και σε συνδυασμό με την ιδιότητά της ως μόνης μητέρας, δεν προκύπτει ότι υπερβαίνουν το ως άνω υψηλό κατώφλι σοβαρότητας, ώστε να στοιχειοθετούν σοβαρή βλάβη ή μεταχείριση αντίθετη προς την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Κατά συνέπεια, και λαμβάνοντας υπόψη τόσο το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας 1 όσο και τις ιδιαίτερες περιστάσεις του ανηλίκου Αιτητή 2, το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης για λόγους που εμπίπτουν στο πεδίο προστασίας της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, ούτε προκύπτουν προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον, στη βάση των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας 1 και του ανηλίκου Αιτητή 2 σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19(2) του περί Προσφύγων Νόμου.
Ως προς το άρθρο 19(2)(α), δεν προκύπτει από οποιοδήποτε στοιχείο του διοικητικού φακέλου ή της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας ότι η Αιτήτρια 1 ή ο ανήλικος Αιτητής 2 διατρέχουν πραγματικό κίνδυνο να υποστούν θανατική ποινή ή εκτέλεση σε περίπτωση επιστροφής τους στη χώρα καταγωγής.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(β), ήτοι τον κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών, δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη εξατομικευμένου κινδύνου τέτοιας φύσεως. Ειδικότερα, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός περί δίωξης από τις αρχές της χώρας καταγωγής απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος, ενώ ο τρίτος ισχυρισμός, παρότι έγινε δεκτός ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία, δεν θεμελιώνει, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, υφιστάμενο ή μελλοντικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ενόψει τούτων, δεν διαπιστώνεται ότι η επιστροφή της Αιτήτριας 1 και του ανηλίκου τέκνου της θα τους εκθέσει σε μεταχείριση που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 19(2)(β).
Συναφώς, το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον η επιστροφή των Αιτητών θα συνεπαγόταν παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η ύπαρξη γενικών συνθηκών ανασφάλειας ή βίας σε μια χώρα δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση παραβίασης του άρθρου 3, ελλείψει συγκεκριμένων στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι ο αιτητής θα εκτεθεί προσωπικά σε πραγματικό κίνδυνο κακομεταχείρισης (βλ. N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 25904/07· JK and Others κατά Σουηδίας, αρ. 59166/12).
Η προσέγγιση αυτή συνάδει και με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κατά την οποία η ύπαρξη γενικευμένων συνθηκών ανασφάλειας ή κοινωνικοοικονομικών δυσχερειών δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση διεθνούς προστασίας, ελλείψει σύνδεσης με εξατομικευμένο κίνδυνο (βλ. ΔΕΕ OA, C-255/19, καθώς και EZ v Bundesrepublik Deutschland, C-238/19, σκ. 21. ΕΔΑΔ Salah Sheekh κατά Κάτω Χωρών: Αριθμός προσφυγής 1948/04. (§ 141) N. κατά Ηνωμένου Βασιλείου [GC]: Αριθμός προσφυγής 26565/05. (§§ 42-45) Vilvarajah και Λοιποί κατά Ηνωμένου Βασιλείου: Αριθμοί προσφυγών 13163/87, 13164/87, 13165/87, 13447/87, 13448/87 (συνεκδικασθείσες (§§ 111-112)).
Στην παρούσα υπόθεση, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια 1 ή ο ανήλικος Αιτητής 2 θα αποτελέσουν στόχο ειδικής ή εξατομικευμένης κακομεταχείρισης σε περίπτωση επιστροφής τους. Οποιοσδήποτε κίνδυνος απορρέει από τις γενικές συνθήκες στη χώρα καταγωγής δεν υπερβαίνει το υψηλό κατώφλι σοβαρότητας που απαιτείται για την εφαρμογή του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Ειδικότερα, ως προς τον ανήλικο Αιτητή 2, λαμβάνεται υπόψη ότι, λόγω της ηλικίας του, εξαρτάται πλήρως από τη μητέρα του, πλην όμως δεν προκύπτουν ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ευαλωτότητας πέραν της ανηλικότητας καθαυτής, ούτε τεκμηριώνεται ότι θα εκτεθεί σε συνθήκες που να συνιστούν απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση. Αντιθέτως, το γεγονός ότι θα επιστρέψει συνοδευόμενος από τη μητέρα του, η οποία αποτελεί το πρωτογενές του υποστηρικτικό πλαίσιο, λειτουργεί ως παράγοντας που μειώνει τον σχετικό κίνδυνο.
Αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, CF, DN , σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση C-465/07, Meki Elgafaji). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής των Αιτητών, η ετήσια έκθεση της Amnesty International που κάλυπτε τα γεγονότα του 2025, οι αυτονομιστές ανέλαβαν την ευθύνη για αρκετές επιθέσεις στις αγγλόφωνες περιοχές της Βορειοδυτικής και Νοτιοδυτικής περιφέρειας. Ο ΟΗΕ ανέφερε ότι ο πληθυσμός συνέχιζε να υφίσταται στοχευμένες δολοφονίες, συχνές ομηρίες, επιβολή παράνομων φόρων, οδοφράγματα, εκβιασμούς, περιορισμούς στην κυκλοφορία και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών, μεταξύ άλλων σε δημόσιους χώρους και κατά μήκος των κύριων οδικών αρτηριών. Το OCHA ανέφερε πολυάριθμες επιθέσεις τον Ιούνιο από ένοπλες ομάδες αυτονομιστών εναντίον εκπαιδευτικών, μαθητών και γονέων τους, με σκοπό να τους εμποδίσουν να συμμετάσχουν ή να διευκολύνουν τη διεξαγωγή εξετάσεων. Οι βίαιες συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των ένοπλων αυτονομιστικών ομάδων συνεχίστηκαν στις αγγλόφωνες περιοχές και σε συνδυασμό με τις συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων στη βορειοδυτική περιοχή, οδήγησαν σε εσωτερική εκτόπιση σχεδόν 1 εκατομμυρίου ανθρώπων. Ο Paul Biya, ο οποίος ήταν πρόεδρος για 43 χρόνια, ανακηρύχθηκε νικητής των προεδρικών εκλογών τον Οκτώβριο 2025.[37]
Σύμφωνα με τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest, περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές, «αφήνοντας πάνω από 334.000 άτομα εσωτερικά εκτοπισμένα και περισσότεροι από 76.000 να αναζητούν καταφύγιο στη γειτονική Νιγηρία, μέχρι τον Φεβρουάριο του 2025.».[38]
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην Νοτιοδυτική περιφέρεια, όπου εμπίπτει η πόλη Kumba (τόπος καταγωγής και συνήθους διαμονής της Αιτήτριας) κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 10/04/2026), καταγράφηκαν 1087 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 705 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[39] Στη πόλη Kumba, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 10/04/2026), καταγράφηκαν 11 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 5 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[40] Σημειώνεται πως ο πληθυσμός για τη Νοτιοδυτική περιφέρεια ανέρχεται σύμφωνα με εκτιμήσεις ανέρχεται το 2025 ανήλθε σε 2,098,500[41] κατοίκους ενώ για την πόλη Kumba, σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2026, ανέρχεται σε 144,413 κατοίκους.[42]
Από το φως των ανωτέρω νομολογιακών αρχών και των αντικειμενικών δεδομένων που προκύπτουν από τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης, το Δικαστήριο προχωρεί στην εκτίμηση κατά πόσον, στην παρούσα περίπτωση, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας 1 ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό έντασης ώστε να πληρούται το κατώφλι του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, και ιδίως στη Νοτιοδυτική περιφέρεια, υφίσταται κατάσταση ένοπλης έντασης μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, συνοδευόμενη από περιστατικά βίας, στοχευμένων επιθέσεων, απαγωγών, εκβιασμών και εκτεταμένου εκτοπισμού πληθυσμών. Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνονται τόσο από διεθνείς οργανισμούς όσο και από βάσεις καταγραφής περιστατικών βίας.
Ωστόσο, κατά την έννοια που αποδίδεται από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, και ιδίως στην απόφαση Elgafaji (C-465/07), η ύπαρξη ένοπλης σύρραξης και περιστατικών βίας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση δικαιώματος συμπληρωματικής προστασίας, εάν δεν αποδεικνύεται ότι το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αιτούντος στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στην παρούσα περίπτωση, από τα προσκομισθέντα στοιχεία δεν προκύπτει ότι η ένταση της βίας στη Νοτιοδυτική περιφέρεια, και ειδικότερα στην πόλη Kumba, ανέρχεται σε τέτοιο επίπεδο. Ειδικότερα, τα καταγεγραμμένα περιστατικά βίας και ο αριθμός των απωλειών, όταν εκτιμώνται σε συνάρτηση με το συνολικό πληθυσμό της περιοχής, δεν καταδεικνύουν ύπαρξη κατάστασης τέτοιας γενικευμένης και ακραίας έντασης ώστε κάθε άμαχος να εκτίθεται, λόγω της παρουσίας του και μόνον, σε πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο εξετάζει την περίπτωση της Αιτήτριας 1 υπό το πρίσμα της λεγόμενης «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας», όπως αυτή αναπτύχθηκε στην απόφαση Elgafaji, σύμφωνα με την οποία όσο περισσότερο ο αιτών αποδεικνύει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των ατομικών του χαρακτηριστικών, τόσο χαμηλότερο επίπεδο αδιάκριτης βίας απαιτείται για τη θεμελίωση δικαιώματος προστασίας.
Εν προκειμένω, λαμβάνοντας υπόψη το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας 1, ήτοι το γεγονός ότι πρόκειται για νεαρή γυναίκα, με ολοκληρωμένη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, καθώς και το ότι διατηρεί οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, καθόσον η μητέρα της διαμένει στην Kumba και παραμένει σε επικοινωνία μαζί της, δεν προκύπτει ότι διαθέτει χαρακτηριστικά τα οποία την καθιστούν ιδιαιτέρως εκτεθειμένη στον κίνδυνο που απορρέει από τη γενική κατάσταση ασφάλειας.
Ομοίως, ως προς τον ανήλικο Αιτητή 2, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι, παρά την εγγενή ευαλωτότητα που συνεπάγεται η ανηλικότητα, δεν προκύπτουν ειδικές περιστάσεις που να διαφοροποιούν ουσιωδώς τη θέση του από εκείνη της μητέρας του ή να τον καθιστούν ιδιαιτέρως εκτεθειμένο σε κίνδυνο πέραν του γενικού πληθυσμού. Περαιτέρω, η επιστροφή του συνοδευόμενου από τη μητέρα του, η οποία αποτελεί το βασικό του υποστηρικτικό πλαίσιο, λειτουργεί ως παράγοντας περιορισμού του κινδύνου.
Εν προκειμένω, παρατηρώ ότι, παρότι η Αιτήτρια είναι ανύπαντρη γυναίκα και μητέρα ανήλικων τέκνων, το προσωπικό της προφίλ δεν καταδεικνύει τέτοιο βαθμό εξατομικευμένης ευαλωτότητας που να μειώνει το απαιτούμενο επίπεδο αδιάκριτης βίας κατά την έννοια της ανωτέρω νομολογίας. Ειδικότερα, ένα εκ των τέκνων της διαβιεί στη Douala υπό τη φροντίδα φιλικού προσώπου, με την ίδια να δηλώνει ότι είναι ασφαλές (βλ. ερ. 24 δ.φ.), γεγονός που καταδεικνύει την ύπαρξη, έστω περιορισμένου, κοινωνικού και υποστηρικτικού πλαισίου στη χώρα καταγωγής της. Περαιτέρω, η μητέρα της Αιτήτριας διαμένει στην Kumba, ήτοι στον τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής της, και, κατά τις δηλώσεις της, βρίσκεται σε καθεστώς ασφάλειας (βλ. ερ. 28-10χ, 23-3χ δ.φ.). Τα στοιχεία αυτά αξιολογούνται σωρευτικά και συνηγορούν υπέρ της διαπίστωσης ότι η Αιτήτρια δεν στερείται παντελώς οικογενειακού ή κοινωνικού δικτύου υποστήριξης, ούτε βρίσκεται σε κατάσταση πλήρους απομόνωσης ή εγκατάλειψης.
Περαιτέρω, πρόκειται για νεαρή γυναίκα, ικανοποιητικού μορφωτικού επιπέδου, με προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, στοιχεία τα οποία ενισχύουν την ικανότητά της να ανταποκριθεί στις βασικές συνθήκες διαβίωσης σε περίπτωση επιστροφής. Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνονται πρόσθετοι εξατομικευμένοι παράγοντες που να την καθιστούν ιδιαιτέρως εκτεθειμένη σε κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση ασφαλείας στη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, καθώς και τα δεδομένα που αφορούν ειδικότερα την περιοχή της Kumba, διαπιστώνεται ότι, μολονότι υφίσταται κατάσταση έντασης και περιστατικά βίας, το επίπεδο της αδιάκριτης βίας δεν ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεμελιώνει, άνευ ετέρου, πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο για κάθε άμαχο που επιστρέφει στην περιοχή. Ενόψει δε της απουσίας ειδικών χαρακτηριστικών που να διαφοροποιούν ουσιωδώς τη θέση της Αιτήτριας από τον γενικό πληθυσμό, δεν πληρούται το κατώφλι εφαρμογής του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, όπως αυτό ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της αρχής της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, καταλήγω ότι δεν στοιχειοθετούνται οι αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτή «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».
Περαιτέρω, και ανεξαρτήτως των ανωτέρω περί απαραδέκτου των προβαλλόμενων λόγων ακύρωσης, το Δικαστήριο εξέτασε τους ισχυρισμούς της συνηγόρου των Αιτητών και επί της ουσίας τους. Διαπιστώνεται, ωστόσο, ότι αυτοί παραμένουν σε επίπεδο γενικών αναφορών και δεν συνοδεύονται από συγκεκριμένη και εξατομικευμένη τεκμηρίωση, ικανή να ανατρέψει τα ευρήματα της Διοίκησης ή να διαφοροποιήσει την αξιολόγηση του κινδύνου, όπως αυτή διενεργήθηκε ανωτέρω.
Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι, κατά πάγια νομολογία, οι γραπτές ή προφορικές αγορεύσεις των συνηγόρων δεν συνιστούν αποδεικτικό μέσο ούτε δύνανται να θεμελιώσουν πραγματικά περιστατικά, ελλείψει σχετικής μαρτυρίας που να έχει προσαχθεί νομότυπα ενώπιον του Δικαστηρίου (βλ. Δημοκρατία ν. Κουκκουρή (1993) 3 Α.Α.Δ. 598, Ελισσαίου ν. Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου (2004) 3 Α.Α.Δ. 412, Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας (2009) 3 Α.Α.Δ. 384, καθώς και Miah ν. Δημοκρατίας, Έφ. Αρ. 47/2021, ημερ. 25.9.2024· Hassan Ali ν. Δημοκρατίας, Έφ. Αρ. 12/2023).
Ειδικότερα, οι αναφορές περί μη αναγνώρισης της Αιτήτριας ως θύματος εμπορίας προσώπων, περί έλλειψης υποστηρικτικού δικτύου, καθώς και περί της κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής, δεν εξειδικεύονται κατά τρόπο που να καταδεικνύει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο, ενώ ούτε κατά την ακροαματική διαδικασία προέκυψαν πρόσθετα στοιχεία εκ μέρους της Αιτήτριας που να ανατρέπουν τα ανωτέρω συμπεράσματα.
Λαμβάνοντας υπόψη ότι το βάρος απόδειξης φέρει κατ’ αρχήν ο αιτητής, κρίνω ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί δεν είναι ικανοί να κλονίσουν τις διαπιστώσεις της Διοίκησης ως προς την αξιολόγηση των πραγματικών περιστατικών. Εξάλλου, όπως έχει παγίως κριθεί, γενικόλογες αναφορές ή μη εξειδικευμένοι ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν συνοδεύονται από επαρκή τεκμηρίωση ή συγκεκριμένη σύνδεση με τις ατομικές περιστάσεις του αιτητή, δεν επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν πλημμέλεια της διοικητικής κρίσης ή να οδηγήσουν σε ανατροπή της (βλ. ενδεικτικά Stanley Tochukwu Ngoli ν. Δημοκρατίας, Έφ. Αρ. 148/2023· Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας, Έφ. Αρ. 29/2023· Hassan Ali ν. Δημοκρατίας, Έφ. Αρ. 12/2023).
Τούτο ισχύει κατά μείζονα λόγο στην παρούσα περίπτωση, όπου, πέραν των ισχυρισμών της συνηγόρου, ούτε η ίδια η Αιτήτρια 1, κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου ακροαματική διαδικασία, προέβαλε πρόσθετα ή συγκεκριμένα στοιχεία ικανά να διαφοροποιήσουν ουσιωδώς την αξιολόγηση του κινδύνου ή να θεμελιώσουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Κατά συνέπεια, ακόμη και υπό το πρίσμα ουσιαστικής εξέτασης των εν λόγω ισχυρισμών, αυτοί δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης ή να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής των Αιτητών σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Παρά ταύτα, λαμβάνοντας υπόψη ότι κατά την εξέταση της υπόθεσης αναδείχθηκαν επιμέρους πλημμέλειες στη διοικητική αξιολόγηση, οι οποίες θεραπεύτηκαν μέσω της πλήρους και ex nunc κρίσης του παρόντος Δικαστηρίου, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως μην επιδικαστούν έξοδα.
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/EASO-Evidence-and-Credibility-Assessment-JA-EL.pdf
[2] C-148/13 έως C-150/13 (A, B και C) σκ 5,57, 73,77,88, 103, 107
[3] Βλ. παρ. 11 UNHCR 1998 Note on Burden and Standard of Proof in Refugee Claims
https://www.refworld.org/policy/legalguidance/unhcr/1998/en/23696
[4] βλ. EASO Evidence and credibility assessment in the context of the Common European Asylum System, Judicial analysis Feb 2023 - Second edition σελ.168, υποπαράφος 4.8.4.3. Reference to sources in the decision όπου αναφέρεται ότι η αναζήτηση πληροφοριών για την χώρα καταγωγής του αιτητή δεν είναι απαραίτητη σε τέτοιες περιπτώσεις:
«This will be necessary insofar as the rationale of the judgment relies on the appreciation of conditions prevailing in the country of origin. This would not be the case in all situations. For example, it may well be unnecessary in respect of a negative credibility finding based on a blatant lack of internal consistency or on unsatisfactorily explained discrepancies and variations on the essential elements of a claim, nor a fortiori if an appeal is rejected on inadmissibility grounds. »
[5]Βλ. Απόφαση εφετείου, Court of Appeal (England and Wales, United Kingdom), απόφαση ημερ. 24 Οκτωβρίου 2007, PO (Nigeria) v Secretary of State for the Home Department, [2007] EWCA Civ 1183.
[6] B.A v Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Υπηρεσίας Ασύλου (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025)
[7] GURDHIAN SINGH, v ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ Δ/ΝΤΗ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ, (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 26/20)
[8] ARISTOTE BONSANGE MAMBULU v ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ ΑΣΥΛΟΥ (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.155/2023)
[9] Trafficking in human beings, Εurostat, 2015 edition, σελ. 29, διαθέσιμο σε: https://ec.europa.eu/eurostat/documents/3888793/6648090/KS-TC-14-008-EN-1.pdf/b0315d39-e7bd-4da5-8285-854f37bb8801?t=1424684734000
[10] DIRECTIVE 2011/36/EU OF THE EUROPEAN PARLIAMENT AND OF THE COUNCIL, 5 April 2011, on preventing and combating trafficking in human beings and protecting its victims, and replacing Council Framework Decision 2002/629/JHA.
[11] EASO Guidance on membership of a particular social group, March 2020, σ. 40-41 https://euaa.europa.eu/sites/default/files/EASO-Guidance-on%20MPSG-EN.pdf
[12] Απόφαση ΕΔΑΔ, 23/8/2016, JK and Others v Sweden, Παρ.. 114.
[13] Βλ. GRETA, Guidance Note on the Entitlement of Victims of Trafficking to International Protection, op. cit., fn. 1247, para. 4.
[14] Απόφαση ΕΔΑΔ, 23/8/2016, JK and Others v Sweden όπου το ο Δικαστήριο ορίζει ότι η αξιοπιστία θεμελιώνεται όταν ο ισχυρισμός είναι συνεκτικός, ευλογοφανής και δεν έρχεται σε αντίθεση με γενικά γνωστά γεγονότα για τη χώρα καταγωγής
[15] EUAA, COI Report - Nigeria: Country Focus, November 2025, σελ. 27,32,34 [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[16] USDOS, Trafficking in Persons Report 2023 - Nigeria, 15 June 2023, https://www.state.gov/reports/2023-trafficking-in-persons-report/nigeria [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[17] ΕΔΔΑ, Said κατά Κάτω Χωρών, Αιτ. Αριθ. 2345/02 ημερ 05/10/2005. ό.π. υποσημείωση 231, σκέψη 53,
[18] Βλ. για παράδειγμα στο ίδιο.· ΕΔΔΑ, απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 2006, Bello κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 32213/04.
[19] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, Προσφυγή υπ' αριθ. 59166/12 ημερ. 23 Αυγούστου 2016 ό.π. υποσημείωση 20, σκέψη 93· και ΕΔΔΑ, R.H. κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 235, σκέψη 58
[20] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[21] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.
[22] C-217/23 (για την κοινωνική αντίληψη της ομάδας) και της C-621/21 (για την έμφυλη διάσταση και την προστασία)
[23] Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑199/12 έως C‑201/12, 7/11/2013 Παρ. 72
[24] Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C‑199/12 έως C‑201/12, 7/11/2013 Παρ. 51
[25] CJEU, judgment of 6 June 2013, MA, BT and DA v Secretary of State for the Home Department, C-648/11, EU:C:2013:367 (hereinafter CJEU, 2013, MA, BT and DA), το ΔΕΕ διευκρινίζει ότι, ακόμη και όταν δεν γίνεται ρητή αναφορά στο συμφέρον του ανηλίκου σε διάταξη του παράγωγου δικαίου της ΕΕ, η ισχύς του άρθρου 24 παράγραφος 2 του Χάρτη της ΕΕ, σε συνδυασμό με το άρθρο 51 παράγραφος 1 αυτού, είναι ότι το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχικό μέλημα κατά την ερμηνεία και την εφαρμογή αυτής της διάταξης.
[26] Freedom in the World 2024: Cameroon https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2024 [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[27] UN SDGs, UNITED NATIONS SUSTAINABLE DEVELOPMENT COOPERATION FRAMEWORK FOR CAMEROON 2022-2026, p. 13, https://unsdg.un.org/sites/default/files/2021-06/Cameroon_Cooperation_Framework_2022-2026-ENG.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[28]UNOCHA (2021), 'Humanitarian Needs Overview: Cameroon', p. 56-57, https://cameroon.un.org/sites/default/files/2021-07/Cameroon%20Humanitarian%20Needs%20Overview%202021%20%28issued%20Mar%202021%29.pdf [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[29] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458612&pls=1 [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[30]Ό.π.
[31] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada: Cameroon: Forced marriages; treatment of and protection available to women who try to flee a forced marriage; whether it is possible for a woman to live alone in the country’s large cities such as Yaoundé and Douala [CMR104129.FE], 20 September 2012 https://www.ecoi.net/en/document/1067526.html [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[32] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458612&pls=1 [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[33] EUAA – European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO): Cameroon; Situation of single women in Yaoundé and Douala [Q2-2022], 26 January 2022, σελ. 6 https://www.ecoi.net/en/file/local/2067455/2022_01_Q2_EUAA_COI_Query_Response_CAMEROON_Single_Women.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 17/03/2023); AfrikMag, Cameroun: La prostitution dans la ville de Douala, un « métier » en pleine expansion (Cameroon: prostitution in the city of Douala, a booming ‘profession’ – Informal translation), 3 January 2017, https://www.afrikmag.com/cameroun-prostitution-ville-douala-metier-pleine-expansion-opinion/ [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[34] Cameroon Intelligence Report, Forced into prostitution in Yaoundé: the nightmare of trying to survive in a divided Cameroon, 3 November 2020, https://www.cameroonintelligencereport.com/forced-into-prostitution-in-yaounde-the-nightmare-of-trying-to-survive-in-a-divided-cameroon/ [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[35] PC (USA), Presbyterian Mission, Anglophone Crisis Pushes Young Girls into Prostitution for Survival, 9 December 2019, https://www.presbyterianmission.org/together-justice/2019/12/09/anglophone-crisis-pushes-young-girls-into-prostitution-for-survival/ [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[36] Immigration and Refugee Board of Canada (2022), 'Cameroon: Situation and treatment of single women and women who head their own households, including their ability to live on their own and access housing, income, education, health care, and support services, particularly in Douala and Yaoundé; impact of COVID-19 (2020-May 2022)', https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=458612&pls=1 [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[37] Amnesty International, The State of the World's Human Rights - Cameroon, https://www.amnesty.org/en/location/africa/west-and-central-africa/cameroon/report-cameroon/ [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[38] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon
https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[39] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Sud-Ouest, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 10.04.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[40] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Kumba, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 10.04.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[41] City Population - Cameroon– Sud-Ouest, https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/[Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
[42] World Population Review, Cameroon Cities by Population 2026 - Kumba [Table], Cameroon Cities by Population 2026[Ημερομηνία πρόσβασης 21/04/2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο