T.V.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1662/23, 26/5/2026
print
Τίτλος:
T.V.B. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 1662/23, 26/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

    Υπόθεση Αρ.: 1662/23

 

26 Μαΐου 2026 

 

[ Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

                                                 T.V.B.

Αιτήτρια

 

ΚΑΙ

 

 

Κυπριακής Δημοκρατίας,

μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

  

Καθ' ων η αίτηση

 ........

 

Αγγελική Λαζάρου (κα) Δικηγόρος για Αιτήτρια

 

Χριστίνα Δημητρίου (κα) Δικηγόρος για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους καθ' ων η αίτηση 

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π. : Με την υπό εξέταση προσφυγή, η Αιτήτρια αιτείται δήλωση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 10/04/2023, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 02/05/2023, διά της οποίας απορρίφθηκε το αίτημά της για διεθνή προστασία ως μη πληρούσα τις προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου, είναι άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη παντός εννόμου αποτελέσματος.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Καμερούν. Στις 05/03/2019 υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας και αυθημερόν παρέλαβε τη σχετική βεβαίωση υποβολής αιτήματος από το Επαρχιακό Γραφείο Αλλοδαπών Πάφου.

Στις 10/02/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (E.U.A.A.), αναφορικά με το αίτημά της για διεθνή προστασία και τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της.

Στις 28/03/2023, ο/η αρμόδιος/α λειτουργός της E.U.A.A. ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη της Αιτήτριας, εισηγούμενος/η την απόρριψη του αιτήματός της για διεθνή προστασία.

Ακολούθως, στις 10/04/2023, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εν λόγω εισήγηση και αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας.

Στις 18/04/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της επίδικης απόφασης, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την Αιτήτρια στις 02/05/2023.

Η τελευταία αυτή απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρίστηκε στις 31/05/2023 ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Ο συνήγορος της Αιτήτριας, διά του εισαγωγικού δικογράφου, προβάλλει πλείονες λόγους ακύρωσης, οι περισσότεροι εκ των οποίων δεν εξειδικεύονται επαρκώς. Ομοίως, μέσω της γραπτής του αγόρευσης, βάλλει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης προβάλλοντας πλείονες λόγους ακύρωσης, οι περισσότεροι εκ των οποίων παραμένουν αόριστοι και γενικοί.

Ειδικότερα, προβάλλονται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί:

(α) Έλλειψη δέουσας έρευνας και ανεπαρκής αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, καθώς και παράλειψη των Καθ’ ων η Αίτηση να λάβουν υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και όσα ανέφερε η Αιτήτρια κατά τη συνέντευξή της και κατά την υποβολή της αίτησής της.

(β) Παρανομία της προσβαλλόμενης απόφασης ως αντίθετης προς το Σύνταγμα, τον περί Προσφύγων Νόμο του 2000, τη Σύμβαση της Γενεύης, την Οδηγία 2004/83/ΕΚ, καθώς και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(γ) Η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται νομικού ερείσματος και αποτελεί προϊόν κακής άσκησης της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η Αίτηση και/ή εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση ή κατά παράβαση των νομίμων ορίων της εξουσίας τους και/ή κατά παράβαση της αρχής της νομιμότητας. Ο σχετικός ισχυρισμός εδράζεται στη θέση ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέλειψαν να αξιολογήσουν τις ειδικές ανάγκες υποδοχής της Αιτήτριας και να της παράσχουν την απαιτούμενη ιατρική και ψυχολογική περίθαλψη, κατά παράβαση των εδαφίων (5) και (6) του άρθρου 9ΚΔ και του εδαφίου (1) του άρθρου 9ΚΣΤ του περί Προσφύγων Νόμου του 2000.

(δ) Η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε υπό καθεστώς πλάνης περί τα πράγματα και/ή τον νόμο. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση βασίστηκαν σε λανθασμένα και/ή άσχετα στοιχεία και πληροφορίες και/ή σε στοιχεία που δεν τέθηκαν ορθά ενώπιόν τους, ενώ παράλληλα παρέλειψαν να λάβουν υπόψη ουσιώδη και σχετικά περιστατικά της υπόθεσης.

Οι Καθ’ ων η Αίτηση, μέσω της γραπτής τους αγόρευσης, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος, των νόμων και των κανονισμών, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εξουσιών που τους παρέχει ο νόμος. Περαιτέρω, υποστηρίζουν ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, σύμφωνα με τις γενικές αρχές του διοικητικού δικαίου, και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Τέλος, προβάλλουν ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει εκ του νόμου.

Μέσω της απαντητικής της αγόρευσης, η Αιτήτρια επανέλαβε και υιοθέτησε όσα υποστήριξε στη γραπτή της αγόρευση. Αντέτεινε ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν αυθαίρετα στο συμπέρασμα ότι υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας αποκλειστικά προς παράταση της παραμονής της στη Δημοκρατία.

Περαιτέρω, υποστήριξε ότι παρέμεινε για περίπου δύο εβδομάδες στις κατεχόμενες περιοχές, όπου αποτάθηκε στα Ηνωμένα Έθνη ζητώντας προστασία, χωρίς όμως να λάβει οποιαδήποτε βοήθεια. Ως εκ τούτου, μετέβη στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 04/03/2019 και υπέβαλε άμεσα αίτηση διεθνούς προστασίας.

Επιπρόσθετα, υποστηρίζει ότι δεν εξετάστηκε αυτοτελώς η ιδιότητά της ως δασκάλας και ότι τεκμηρίωσε επαρκώς τους λόγους για τους οποίους κινδυνεύει και δεν επιθυμεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής της.

Σε σχέση με την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, υποστηρίζει ότι, βάσει της σχετικής νομολογίας και του άρθρου 11(4) του Νόμου 73(Ι)/2018, το Δικαστήριο δύναται και υποχρεούται να προβεί σε πλήρη έλεγχο ουσίας της υπόθεσης, ανεξαρτήτως του περιεχομένου του αιτητικού της προσφυγής.

Σημειώνεται ότι, κατόπιν σχετικής αίτησης της Αιτήτριας, στις 17/06/2024 το Δικαστήριο παραχώρησε άδεια για προσαγωγή ένορκης μαρτυρίας και πρόσθετων τεκμηρίων προς υποστήριξη της προσφυγής της.

Στο πλαίσιο αυτό, η Αιτήτρια καταχώρισε στις 10/07/2024 Ένορκη Δήλωση, διά της οποίας υποστήριξε ότι τα προσκομιζόμενα τεκμήρια σχετίζονται άμεσα με τον πυρήνα των ισχυρισμών της περί δίωξης και φόβου επιστροφής στο Καμερούν, ενώ ενισχύουν ουσιωδώς την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

Ειδικότερα, η Αιτήτρια επανέλαβε ότι δραστηριοποιείτο πολιτικά στο πλαίσιο του αγγλόφωνου κινήματος στο Καμερούν και ότι αποτελούσε μέλος της οργάνωσης Southern Cameroons National Council (SCNC). Υποστήριξε ότι, λόγω της συμμετοχής της στις κινητοποιήσεις των αγγλόφωνων εκπαιδευτικών και δικηγόρων το έτος 2016, συνελήφθη, κρατήθηκε και υπέστη κακομεταχείριση και βιασμό κατά την περίοδο κράτησής της από τις αρχές του Καμερούν. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι εξακολουθεί να καταζητείται από τις αρχές της χώρας καταγωγής της για πράξεις αποσχιστικής δράσης και τρομοκρατίας.

Προς υποστήριξη των ανωτέρω ισχυρισμών της, η Αιτήτρια προσκόμισε, μεταξύ άλλων, πιστοποιητικό γέννησης, έγγραφα καταζήτησής της από τις αρχές του Καμερούν, βεβαίωση συμμετοχής της στην οργάνωση SCNC, ιατρική έκθεση αναφορικά με ισχυριζόμενη σωματική και σεξουαλική κακοποίηση κατά την περίοδο κράτησής της, έγγραφο αποφυλάκισής της με καταβολή χρηματικής εγγύησης (bail), πανεπιστημιακό πτυχίο προς επίρρωση της ιδιότητάς της ως καθηγήτριας, πιστοποιητικά γέννησης των τέκνων της, καθώς και ένορκες δηλώσεις της μητέρας της και του δικηγόρου της στο Καμερούν.

Μέσω της ένορκης δήλωσής της, η Αιτήτρια υποστήριξε περαιτέρω ότι τα εν λόγω τεκμήρια δεν αξιολογήθηκαν επαρκώς από την Υπηρεσία Ασύλου, παρά το γεγονός ότι άπτονται ουσιωδών πτυχών του αιτήματός της περί διεθνούς προστασίας και σχετίζονται άμεσα με τους ισχυρισμούς της περί δίωξης, σύλληψης, κακομεταχείρισης και συνεχιζόμενου κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν.

Με την από 10/07/2024 Ένορκη Δήλωσή της, η Αιτήτρια προσκόμισε τα ακόλουθα έγγραφα:

  1. Πιστοποιητικό γέννησης (Τεκμήριο 1),
  2. Έγγραφο από το οποίο προκύπτει ότι καταζητείται ως υπεύθυνη για πράξεις τρομοκρατίας εναντίον της κυβέρνησης του Καμερούν (Τεκμήριο 2),
  3. Βεβαίωση της οργάνωσης Southern Cameroons National Council (SCNC), η οποία επιβεβαιώνει ότι η Αιτήτρια αποτελεί μέλος της εν λόγω οργάνωσης (Τεκμήριο 3),
  4. Ιατρικό πιστοποιητικό εκδοθέν από ιατρό στη χώρα καταγωγής της, αναφορικά με την τρίμηνη κράτησή της, κατά τη διάρκεια της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς της, υπέστη βιασμό από αστυνομικό, καθώς και ψυχική και σωματική βία (Τεκμήριο 4),
  5. Έγγραφο καταβολής χρηματικής εγγύησης (bail) για την αποφυλάκισή της στις 12/01/2017 (Τεκμήριο 5),
  6. Πτυχίο προς επίρρωση της ιδιότητάς της ως δασκάλας, ισχυριζόμενη ότι, κατόπιν της σύλληψής της, απολύθηκε από τη θέση της ως καθηγήτρια Οικονομικών και Γαλλικών σε σχολείο του Καμερούν (Τεκμήριο 6),
  7. Έγγραφο του Ανώτατου Δικαστηρίου, από το οποίο προκύπτει ότι εξακολουθεί να καταζητείται μέχρι σήμερα (Τεκμήριο 7),
  8. Πιστοποιητικά γέννησης των τέκνων της (Τεκμήρια 8 και 9), αναφορικά με τα οποία ισχυρίζεται ότι ο πατέρας τους της αφαίρεσε τη γονική μέριμνα και ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε επαφή μαζί τους, καθότι την θεωρεί προδότρια,
  9. Ένορκη δήλωση της μητέρας της σχετικά με παρέμβασή της προς δωροδοκία αστυνομικού από τον πατέρα της Αιτήτριας κατά την κράτησή της στις 17/12/2018 (Τεκμήριο 10),
  10. Ένορκη δήλωση του δικηγόρου της Αιτήτριας, NGANJE ALLEN KUM KATCHE, αναφορικά με την απόφασή της να εγκαταλείψει το Καμερούν και να ζητήσει άσυλο στην Κύπρο (Τεκμήριο 11),
  11. Εξιτήρια από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου, από τα οποία προκύπτει ότι η Αιτήτρια γέννησε (Τεκμήρια 12 και 13).

Κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία της 22/01/2025, η Αιτήτρια αντεξετάστηκε από τους Καθ’ ων η Αίτηση αναφορικά με την αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας και τα τεκμήρια που προσκομίστηκαν προς υποστήριξή της.

Κατά την αντεξέτασή της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι η μητρική της γλώσσα είναι η αγγλική.

Αναφορικά με το Τεκμήριο 2, ήτοι το έγγραφο καταζήτησής της από τις αρχές του Καμερούν, δήλωσε ότι αυτό περιήλθε στην κατοχή της μέσω του δικηγόρου της στο Καμερούν, ο οποίος της το απέστειλε μέσω της εταιρείας DHL. Ερωτηθείσα αναφορικά με το γεγονός ότι το έγγραφο φέρει ημερομηνία 20/01/2023, παρά το ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 14/02/2019, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον λόγο της συγκεκριμένης ημερομηνίας, καθότι ο δικηγόρος της ήταν εκείνος που εξασφάλισε το σχετικό αντίγραφο από το αστυνομικό τμήμα. Περαιτέρω, ερωτηθείσα για τον λόγο έκδοσης του εγγράφου αρκετά έτη μετά την αρχική της κράτηση, εξήγησε ότι, κατόπιν της αποφυλάκισής της με εγγύηση το 2016, η ποινική διαδικασία εναντίον της εξακολούθησε να εκκρεμεί και ότι είχε υποχρέωση να παρουσιαστεί ενώπιον δικαστηρίου, υποχρέωση την οποία δεν τήρησε.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 3, ήτοι τη βεβαίωση μέλους της οργάνωσης SCNC ημερομηνίας 10/05/2022, δήλωσε ότι την παρέλαβε μαζί με τα υπόλοιπα έγγραφα μέσω του δικηγόρου της, ο οποίος, κατά την εκτίμησή της, είχε αποταθεί στην οργάνωση για την έκδοσή της. Δήλωσε, περαιτέρω, ότι δεν γνωρίζει περισσότερες λεπτομέρειες αναφορικά με την ημερομηνία έκδοσης της βεβαίωσης.

Αναφορικά με το Τεκμήριο 4, ήτοι την ιατρική βεβαίωση, η Αιτήτρια εξήγησε ότι ο ιατρός Enzo James την είχε εξετάσει στις 13/01/2017, αμέσως μετά την αποφυλάκισή της, πλην όμως τότε δεν της είχε εκδοθεί οποιοδήποτε ιατρικό πιστοποιητικό, καθότι δεν γνώριζε ότι θα το χρειαζόταν στο μέλλον. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, μετά την έκδοση της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου και κατόπιν συμβουλής της δικηγόρου της στην Κύπρο να συγκεντρώσει όλα τα σχετικά αποδεικτικά στοιχεία, επικοινώνησε με τη μητέρα της, η οποία αποτάθηκε στον ιατρό το έτος 2023 και εξασφάλισε το σχετικό πιστοποιητικό από τον ιατρικό της φάκελο. Ως εκ τούτου, το έγγραφο φέρει ημερομηνία 09/05/2023, ήτοι την ημερομηνία έκδοσής του.

Ως προς το Τεκμήριο 5, η Αιτήτρια δήλωσε ότι αφορά τη σύλληψή της κατά τη διάρκεια ειρηνικής διαδήλωσης δασκάλων και δικηγόρων στις 19/10/2016 στο Καμερούν. Υποστήριξε ότι κρατήθηκε για περίοδο τριών μηνών και ακολούθως αποφυλακίστηκε κατόπιν καταβολής χρηματικής εγγύησης ύψους 500.000 φράγκων από τον πατέρα της και τον δικηγόρο της, υπό τον όρο να παρουσιαστεί ενώπιον δικαστηρίου όταν της ζητηθεί. Ερωτηθείσα από το Δικαστήριο κατά πόσον η εν λόγω υποχρέωση εξακολουθεί να ισχύει μετά την παρέλευση πέντε ετών, απάντησε καταφατικά.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 7, επιβεβαίωσε ότι το εν λόγω έγγραφο εκδόθηκε στις 18/01/2023 και εξασφαλίστηκε μέσω του δικηγόρου της. Δήλωσε ότι αφορά δικαστική διαδικασία εναντίον της λόγω της ιδιότητάς της ως μέλους του SCNC, ιδιότητα η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, αντιμετωπίζεται από τις αρχές του Καμερούν ως συνδεόμενη με τρομοκρατική δράση.

Αναφορικά με το τέκνο που απέκτησε στην Κυπριακή Δημοκρατία, δήλωσε ότι ο πατέρας του είναι Βρετανός υπήκοος και ότι το τέκνο κατέχει βρετανικό διαβατήριο.

Τέλος, κατά τις διευκρινίσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στις 19/12/2025, αμφότερες οι πλευρές υιοθέτησαν το σύνολο των γραπτών τους αγορεύσεων.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Στη βάση της σχετικής νομολογίας (βλ. Χριστοδουλίδης ν. Πανεπιστήμιου Κύπρου, Αναθ. Έφεση αρ.95/2012, ημ.6/7/2018, ECLI:CY:AD:2018:C344, ECLI:CY:AD:2018:C344 και Δημοκρατία ν. Shalaeva (2010) 3 Α.Α.Δ. 598) θα εξεταστούν μόνο οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας οι οποίοι εξειδικεύονται δεόντως στο εισαγωγικό δικόγραφο και αναπτύσσονται επαρκώς στις αγορεύσεις που επακολούθησαν, και οι οποίοι καταγράφονται κατωτέρω.

Κατόπιν των ανωτέρω, θα προχωρήσω στην εξέταση του ισχυρισμού που προβάλλει ο συνήγορος της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένης υπόψη και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου να εξετάσει την υπόθεση επί της ουσίας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας διαθέτει εξουσία ουσιαστικού ελέγχου της προσβαλλόμενης πράξης.

Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση η οποία πληροί χρονικά τις προϋποθέσεις των άρθρων 11(2) και 11(3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, δυνάμει των οποίων το Δικαστήριο υπέχει υποχρέωση ελέγχου τόσο της νομιμότητας όσο και της ορθότητας της επίδικης διοικητικής πράξης. ( βλ. C. A. Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 97/2024, Q.S. (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου ΔιεθνούςΠροστασίας Αρ. 23/2025)

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω, η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλές συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v. Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο οποίος καταχωρίστηκε ως Τεκμήριο 1, η Αιτήτρια, κατά τη συμπλήρωση της αίτησής της για διεθνή προστασία, δήλωσε ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της ότι συμμετείχε σε ειρηνική διαδήλωση δασκάλων και δικηγόρων τον Νοέμβριο του 2016. Κατά τους ισχυρισμούς της, συνελήφθη μαζί με άλλους δασκάλους και δικηγόρους και κρατήθηκε για περίοδο τριών μηνών. Ανέφερε περαιτέρω ότι ο πατέρας της, ο οποίος ήταν πρόσωπο με επιρροή στον στρατό, κατέβαλε το ποσό των 500.000 φράγκων προκειμένου να εξασφαλιστεί η αποφυλάκισή της. Δήλωσε ακόμη ότι στις 17 Δεκεμβρίου μετέβη στην Buea για να παραλάβει τα προσωπικά της αντικείμενα λόγω της ιδιότητάς της ως δασκάλας στην περιοχή, πλην όμως συνελήφθη εκ νέου από την αστυνομία σε σημείο ελέγχου στην Buea, κρατήθηκε για τρεις ημέρες και ακολούθως αφέθηκε ελεύθερη με εγγύηση. Τέλος, δήλωσε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν επειδή καταζητείται από την αστυνομία της χώρας καταγωγής της (Ερ. 3 του δ.φ.).

Κατά τη συνέντευξή της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, η Αιτήτρια δήλωσε, αναφορικά με το προσωπικό της προφίλ, ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στην Nkongsamba, όπου διέμενε μέχρι το 2005. Ακολούθως μετέβη στην Buea για σκοπούς σπουδών και εργασίας, όπου διέμενε από το 2008 μέχρι τον Οκτώβριο του 2016, ενώ ως τελευταίο τόπο διαμονής της πριν την αναχώρησή της από τη χώρα δήλωσε την Douala. Δήλωσε επίσης ότι δεν είναι έγγαμη και ότι είναι μητέρα δύο ανήλικων τέκνων, τα οποία διαμένουν με τη μητέρα, τον πατέρα και τον ανιψιό της στην Nkongsamba (Ερ. 35 1χ του δ.φ.).

Ανέφερε ότι η τελευταία επικοινωνία της με την οικογένειά της έλαβε χώρα τρεις εβδομάδες πριν τη συνέντευξη, οπότε πληροφορήθηκε από τη μητέρα της ότι ο πατέρας της είχε μεταβεί στη Yaoundé για ειδική εκπαίδευση (Ερ. 34 1χ του δ.φ.). Επεξήγησε ότι ο πατέρας της, παρά το γεγονός ότι είναι συνταξιούχος, εξακολουθεί να εκπαιδεύει νεοσύλλεκτους σε θέματα στρατιωτικής ασφάλειας αναφορικά με την αντιμετώπιση της ένοπλης σύγκρουσης στις περιοχές Northwest και Southwest, ενώ πριν τη συνταξιοδότησή του υπηρετούσε στην προεδρική φρουρά (Ερ. 34 1χ του δ.φ.).

Περαιτέρω, δήλωσε ότι έχει τρεις αδελφές και έναν αδελφό. Οι αδελφές της διαμένουν στην Bamenda, ενώ ως προς τον αδελφό της ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τον τόπο διαμονής ή υπηρεσίας του, καθότι εργάζεται στη στρατιωτική ασφάλεια και δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση του τόπου τοποθέτησής του (Ερ. 34 1χ του δ.φ.). Δήλωσε επίσης ότι είναι Χριστιανή Πρεσβυτεριανή και ότι ανήκει στην εθνοτική ομάδα Winbum (Ερ. 34 2χ του δ.φ.).

Ως προς το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι σπούδασε διδασκαλία οικονομικών για περίοδο τριών ετών στο Πανεπιστήμιο της Buea και ακολούθως παρακολούθησε εξ αποστάσεως μαθήματα ψυχολογίας μέσω δωρεάν διαδικτυακών μαθημάτων του Πανεπιστημίου της Γλασκώβης (Ερ. 33 1χ του δ.φ.). Δήλωσε περαιτέρω ότι εργάστηκε ως δασκάλα σε ιδιωτικό σχολείο από τον Σεπτέμβριο του 2008 έως τον Οκτώβριο του 2016, και συγκεκριμένα στο Presbyterian Comprehensive Secondary School (PCSS) στην Buea, όπου δίδασκε οικονομικά και γαλλική γλώσσα σε μαθητές ηλικίας 13 έως 14 ετών (Ερ. 33 1χ του δ.φ.).

Τέλος, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της στις 13/02/2019 μέσω του αεροδρομίου της Douala χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την αναχώρησή της (Ερ. 32 2χ του δ.φ.).

Αναφορικά με τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, ότι στις 19 Οκτωβρίου 2016 συμμετείχε σε διαδήλωση δασκάλων και δικηγόρων στην πόλη Buea, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, κατεστάλη βίαια από τις αρχές του Καμερούν. Ειδικότερα, ανέφερε ότι οι διαδηλωτές ξεκίνησαν πορεία στην πόλη Buea μέχρι το σημείο Molikoh, όπου τους ανέκοψαν αστυνομικές δυνάμεις και χωροφύλακες. Δήλωσε ότι, στην προσπάθειά της να διαφύγει λόγω της αναταραχής και της χρήσης δακρυγόνων, συνελήφθη από τις αρχές, δέχθηκε χτυπήματα και τοποθετήθηκε σε αστυνομικό όχημα μαζί με περίπου είκοσι ακόμη πρόσωπα.

Κατά τους ισχυρισμούς της, στη συνέχεια μεταφέρθηκε στην κεντρική φυλακή της Buea, όπου κρατήθηκε υπό δυσμενείς συνθήκες, σε κελί με ελάχιστο αερισμό και χωρίς κρεβάτι. Δήλωσε περαιτέρω ότι κατά τη διάρκεια της νύχτας μεταφέρθηκε για ανάκριση, κατά την οποία αστυνομικός την παρενόχλησε λεκτικά, αναφέροντάς της ότι θα έπρεπε να βρίσκεται στο σπίτι με τον σύζυγό της, και ακολούθως τη βίασε. Ανέφερε ότι, μετά το περιστατικό, ο εν λόγω αστυνομικός κάλεσε φρουρό να την απομακρύνει από τον χώρο χωρίς να της υποβληθούν περαιτέρω ερωτήσεις.

Η Αιτήτρια δήλωσε ότι παρέμεινε υπό κράτηση για περίοδο σχεδόν τριών μηνών, ήτοι από τις 19 Οκτωβρίου 2016 έως τις 12 Ιανουαρίου 2017, χωρίς να επιτρέπονται επισκέψεις. Ανέφερε ότι γνωστοποίησε τον βιασμό της σε γυναίκα φρουρό ονόματι Jane. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οι γονείς της πληροφορήθηκαν την κράτησή της μέσω των μέσων ενημέρωσης, στα οποία προβάλλονταν οι διαμαρτυρίες και οι συλλήψεις εκπαιδευτικών στην Buea. Η απελευθέρωσή της, κατά τους ισχυρισμούς της, επήλθε κατόπιν παρέμβασης του πατέρα της.

Μετά την αποφυλάκισή της, δήλωσε ότι μετέβη στην Nkongsamba, όπου παρέμεινε για περίπου ένα έτος σε χώρο της Πρεσβυτεριανής Εκκλησίας, προσπαθώντας να αναρρώσει από τα όσα είχε υποστεί κατά την κράτησή της. Περαιτέρω ανέφερε ότι τον Δεκέμβριο του 2018, ενώ μετέβαινε προς τη Buea προκειμένου να παραλάβει προσωπικά της αντικείμενα, σταμάτησε σε σημείο ελέγχου μεταξύ Buea και Douala, όπου στρατιωτικοί και αστυνομικοί πραγματοποίησαν έλεγχο στα προσωπικά της αντικείμενα και εντόπισαν στην τσάντα της κάρτα μέλους της οργάνωσης SCNC.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οι αρχές αντέδρασαν βίαια, τη χτύπησαν και τη μετέφεραν στο αστυνομικό τμήμα Molikoh για ανάκριση. Δήλωσε ότι κρατήθηκε εκεί για τρεις ημέρες μέχρις ότου ο πατέρας της κατέβαλε χρηματικό ποσό σε αξιωματικό προκειμένου να εξασφαλίσει την απελευθέρωσή της. Ανέφερε ακόμη ότι ο εν λόγω αξιωματικός προειδοποίησε τον πατέρα της ότι η Αιτήτρια θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα το συντομότερο δυνατόν, διότι σε περίπτωση νέας σύλληψής της δεν θα μπορούσε πλέον να τη βοηθήσει.

Κατόπιν τούτου, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο πατέρας της τη μετέφερε στην Douala, όπου διέμεινε επί ενάμιση περίπου μήνα στην οικία φίλου χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα, και ακολούθως εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της (Ερ. 31 1χ του δ.φ.)

Κληθείσα να αποκριθεί τι εκτιμά ότι θα της συμβεί σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι φοβάται πως θα συλληφθεί και θα υποστεί βλάβη από την αστυνομία και τον στρατό, καθότι, όπως ανέφερε, έχει ήδη διωχθεί από τις αρχές του Καμερούν. Περαιτέρω, δήλωσε ότι δεν θα μπορούσε να διαμείνει σε άλλη περιοχή εντός της χώρας καταγωγής της, επειδή είναι μέλος της οργάνωσης SCNC, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της, θεωρείται τρομοκρατική οργάνωση από τις αρχές του Καμερούν.

Ακολούθως, τέθηκαν ερωτήσεις αναφορικά με τη συμμετοχή της στη διαδήλωση και τον ρόλο της σε αυτήν. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι αποφάσισε να συμμετάσχει στις κινητοποιήσεις προκειμένου να προστατεύσει την αγγλόφωνη κουλτούρα και τους μαθητές της, οι οποίοι, όπως δήλωσε, δεν έδειχναν ενδιαφέρον για τη γαλλική γλώσσα. Περαιτέρω, ανέφερε ότι συμμετείχε συνολικά σε τρεις συναντήσεις, οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά τα έτη 2014, 2015 και τον Φεβρουάριο του 2016. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, κατά την τελευταία συνάντηση αποφασίστηκε και γνωστοποιήθηκε στις αρχές η πραγματοποίηση της διαδήλωσης.

Η Αιτήτρια δήλωσε επίσης ότι στις εν λόγω συναντήσεις συζητούνταν ζητήματα που αφορούσαν τις αλλαγές στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα των αγγλόφωνων σχολείων και την προσπάθεια εναρμόνισής του με το γαλλόφωνο εκπαιδευτικό σύστημα. Ανέφερε ακόμη ότι ο πατέρας της γνώριζε για τη συμμετοχή της στις συναντήσεις, πλην όμως την προειδοποιούσε επανειλημμένα να μην εμπλέκεται στις εν λόγω δραστηριότητες.

Αναφερόμενη στις συνθήκες της σύλληψής της, η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι ενώ συμμετείχε στην πορεία, αστυνομικός την κλώτσησε, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος, και ακολούθως την τράβηξε, την έσπρωξε και τη μετέφερε διά της βίας σε στρατιωτικό όχημα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, στο εν λόγω όχημα βρίσκονταν περίπου είκοσι ακόμη άτομα, εκ των οποίων γνώριζε μόνο έναν δάσκαλο, ενώ οι υπόλοιποι της ήταν άγνωστοι, καθότι στη διαδήλωση συμμετείχαν πολλοί κάτοικοι της Buea (Ερ. 29 3χ του δ.φ.).

Περαιτέρω, ανέφερε ότι μεταξύ των συλληφθέντων βρίσκονταν ο Doctor Neba Fontem και πρόσωπο με το όνομα Ayuk, ο οποίος εργαζόταν ως δάσκαλος σε άλλο σχολείο. Όπως δήλωσε, πληροφορήθηκε για τη σύλληψή τους μεταγενέστερα μέσω αναρτήσεων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης από τις οικογένειές τους, μετά την αποφυλάκισή της τον Ιανουάριο του 2017.

Η Αιτήτρια δήλωσε επίσης ότι μετά την αποφυλάκισή της δεν είχε επικοινωνία με τα εν λόγω πρόσωπα, καθότι οι αρχές είχαν κατακρατήσει το κινητό της τηλέφωνο και την κάρτα μέλους του σωματείου της. Αναφορικά με τις συνθήκες κράτησής της, επανέλαβε ότι κατά την πρώτη ημέρα της κράτησής της υπέστη σεξουαλική κακοποίηση, ενώ κατά το υπόλοιπο διάστημα της κράτησης δεν επιτρέπονταν επισκέψεις και οι κρατούμενοι περιορίζονταν στο να κοιμούνται, να τρώνε και να καθαρίζουν τον χώρο κράτησης.

Ως προς τις συνθήκες αποφυλάκισής της, δήλωσε ότι ένα βράδυ φρουρός της ζήτησε να τον ακολουθήσει, γεγονός που αρχικά της προκάλεσε φόβο ότι επρόκειτο να υποστεί περαιτέρω βλάβη. Εν συνεχεία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, ο φρουρός την οδήγησε εκτός της φυλακής, όπου την ανέμενε ο πατέρας της σε όχημα σταθμευμένο λίγα μέτρα μακριά από τον χώρο κράτησης. Ο πατέρας της, κατά τους ισχυρισμούς της, τη μετέφερε αμέσως στην Nkongsamba και συγκεκριμένα σε χώρο της εκκλησίας όπου επρόκειτο να διαμείνει για τους επόμενους μήνες.

Τέλος, η Αιτήτρια δήλωσε ότι ο πατέρας της δωροδόκησε τις αρχές προκειμένου να εξασφαλίσει την απελευθέρωσή της, πλην όμως η ίδια ουδέποτε συζήτησε μαζί του τις λεπτομέρειες της εν λόγω ενέργειας

Εν συνεχεία τέθηκαν ερωτήσεις στην Αιτήτρια αναφορικά με το χρονικό διάστημα κατά το οποίο διέμενε στον χώρο της Πρεσβυτεριανής Εκκλησίας στην Nkongsamba μετά την αποφυλάκισή της. Η Αιτήτρια ανέφερε ότι παρέμεινε εκεί από τις 12/01/2017 μέχρι τον Δεκέμβριο του 2017. Κατά τους ισχυρισμούς της, κατά το εν λόγω διάστημα η καθημερινότητά της περιοριζόταν σε βασικές δραστηριότητες, όπως ξεκούραση, φαγητό, ύπνο και παρακολούθηση της κυριακάτικης λειτουργίας. Δήλωσε περαιτέρω ότι δεν επισκεπτόταν την πατρική της οικία, καθότι ο πατέρας της δεν επιθυμούσε την παρουσία της εκεί.

Η Αιτήτρια ανέφερε ακόμη ότι κατά το διάστημα από τον Φεβρουάριο έως τον Δεκέμβριο του 2018 ταξίδευε περιστασιακά προκειμένου να επισκέπτεται συγγενείς στην Bamenda και φίλους στη Douala, καθώς και για σκοπούς αναζήτησης εργασίας, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αρχές μέχρι τη δεύτερη σύλληψή της (Ερ. 27 του δ.φ.).

Περαιτέρω, δήλωσε ότι είχε εξασφαλίσει εργασία σε σχολείο στη Douala και επρόκειτο να αρχίσει να εργάζεται τον Ιανουάριο του 2019. Για τον λόγο αυτό, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, μετέβη στη Buea στις 17/12/2018 προκειμένου να παραλάβει τα προσωπικά της αντικείμενα από τον χώρο όπου διέμενε. Ανέφερε ότι κατά τη διαδρομή, σε σημείο ελέγχου στο Miselele μεταξύ Buea και Douala, στρατιωτικοί και αστυνομικοί ανέκοψαν το όχημα στο οποίο επέβαινε μαζί με τη μικρότερη αδελφή της και άλλους επιβάτες.

Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, οι αρχές επέδειξαν φωτογραφία της, την αναγνώρισαν και ακολούθως προχώρησαν σε έλεγχο των αποσκευών της. Δήλωσε ότι όταν εντοπίστηκε στην τσάντα της κάρτα μέλους της οργάνωσης SCNC, οι αρχές την απομάκρυναν από το όχημα και την ανέκριναν αναφορικά με πιθανές συναντήσεις της οργάνωσης και την ταυτότητα άλλων μελών της. Η ίδια απάντησε ότι δεν γνώριζε και ότι δεν διατηρούσε επαφή με άλλα μέλη, καθότι, όπως ισχυρίστηκε, απλώς μετέβαινε στη Buea για να παραλάβει τα προσωπικά της αντικείμενα. Αναφορικά με τη δεύτερη κράτησή της, δήλωσε ότι κατά τη διάρκειά της δεν υπέστη οποιαδήποτε κακομεταχείριση (Ερ. 25 3χ του δ.φ.).

Κληθείσα να επεξηγήσει τη σχέση της με την οργάνωση SCNC, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εντάχθηκε στην οργάνωση το έτος 2014, επειδή θεωρούσε ότι οι αγγλόφωνοι πληθυσμοί του Καμερούν υφίστανται περιθωριοποίηση από τις γαλλόφωνες περιοχές της χώρας. Δήλωσε περαιτέρω ότι ήταν απλό μέλος της οργάνωσης και ότι συμμετείχε σε δύο συναντήσεις, εκ των οποίων η πρώτη πραγματοποιήθηκε σε ιδιωτική κατοικία και η δεύτερη μέσω της πλατφόρμας Zoom, κατά τη διάρκεια της οποίας, όπως ανέφερε, έγινε απλή γνωριμία με άλλα μέλη της διασποράς. Ανέφερε ακόμη ότι δεν κατείχε οποιοδήποτε σημαντικό ρόλο εντός της οργάνωσης και ότι είχε εγγραφεί στο SCNC στην πόλη Buea (Ερ. 26 του δ.φ.).

Ακολούθως, τέθηκαν ερωτήσεις αναφορικά με τη θέση και τα καθήκοντα του πατέρα της κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην προεδρική φρουρά (Ερ. 24 του δ.φ.).

Κληθείσα να εξηγήσει πώς κατόρθωσε να αναχωρήσει από το αεροδρόμιο της Douala χωρίς να αντιμετωπίσει πρόβλημα από τις αρχές, η Αιτήτρια ανέφερε ότι οικογενειακός φίλος τη συνόδευσε μέχρι τα σημεία ελέγχου και διατηρούσε στην κατοχή του το διαβατήριό της μέχρι την επιβίβασή της στο αεροσκάφος.

Τέλος, αναφέρθηκε σε ηλεκτρονική επικοινωνία που είχε με τη μικρότερη αδελφή της, η οποία φοιτά στο Βέλγιο, σύμφωνα με την οποία αστυνομικοί και στρατιωτικοί επισκέφθηκαν την πατρική της οικία περίπου μία εβδομάδα πριν από τη μεταξύ τους επικοινωνία το έτος 2023, αναζητώντας την. Δήλωσε επίσης ότι και μετά την αναχώρησή της από το Καμερούν το 2019, αστυνομικοί και στρατιωτικοί επισκέφθηκαν την οικία της οικογένειάς της και επέδειξαν στον πατέρα της κατάλογο με ονόματα μελών του SCNC, στον οποίο περιλαμβανόταν και το δικό της όνομα (Ερ. 24 3χ του δ.φ.). Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει τον ακριβή χρόνο κατά τον οποίο συνέβη το εν λόγω περιστατικό.

Ο αρμόδιος λειτουργός σχημάτισε την εισήγησή του επί τη βάσει τεσσάρων ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας, ήτοι:

(α) της ταυτότητας, του προσωπικού της προφίλ, της χώρας καταγωγής και της περιοχής συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής,

(β) του ισχυρισμού της ότι συνελήφθη στις 19/10/2016 μετά από συμμετοχή της στις διαμαρτυρίες στην Buea, ότι κρατήθηκε για περίοδο τριών μηνών και ότι κατά τη διάρκεια της κράτησής της υπέστη σεξουαλική κακοποίηση,

(γ) του ισχυρισμού της ότι αποτελεί μέλος της οργάνωσης SCNC,

(δ) του ισχυρισμού της ότι συνελήφθη εκ νέου από αστυνομικούς και στρατιωτικούς σε σημείο ελέγχου στο Miselele μεταξύ Buea και Douala, όταν εντοπίστηκε στην κατοχή της κάρτα μέλους της οργάνωσης SCNC, και ότι ακολούθως μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα Molikoh στην Buea, όπου κρατήθηκε για τρεις ημέρες προτού αφεθεί ελεύθερη.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας, αναφορικά με την ταυτότητά της, το προσωπικό της προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την περιοχή συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής, έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.

Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της, αναφορικά με τη σύλληψη, κράτηση και φερόμενη σεξουαλική κακοποίησή της, δεν έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι, παρά το γεγονός ότι η Αιτήτρια δήλωσε πως εργαζόταν ως καθηγήτρια οικονομικών σε ιδιωτικό σχολείο στην Buea από το 2008 έως το 2016, εντούτοις δεν ανέφερε ότι αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα λόγω της ιδιότητάς της αυτής κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα

Περαιτέρω, οι δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με τον ρόλο της στη διαδήλωση κρίθηκαν γενικές και αντιφατικές. Ειδικότερα, ενώ αρχικά δήλωσε ότι διαδραμάτιζε σημαντικό ρόλο στην οργάνωση της διαδήλωσης, τηρώντας πρακτικά κατά τη διάρκεια τριών συναντήσεων της ένωσης δασκάλων και δικηγόρων το 2014, το 2015 και το 2016, ακολούθως ανέφερε ότι απλώς συμμετείχε στη διαδήλωση χωρίς να έχει συγκεκριμένο ή παρά μόνο δευτερεύοντα ρόλο.

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι πληροφορίες που παρείχε αναφορικά με το περιεχόμενο των εν λόγω συναντήσεων ήταν γενικές και δημοσίως γνωστές, αφορώντας κυρίως τα αίτια της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν, χωρίς να καταδείξουν προσωπική και ουσιαστική εμπλοκή της ίδιας στις σχετικές δραστηριότητες.

Επιπλέον, οι εξηγήσεις της αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο πληροφορήθηκε τη σύλληψη των ηγετικών στελεχών της ένωσης κρίθηκαν ασυνεπείς. Συγκεκριμένα, αρχικά δήλωσε ότι πληροφορήθηκε τη σύλληψή τους μετά την αποφυλάκισή της μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Όταν όμως κλήθηκε να διευκρινίσει ποια συγκεκριμένα μέσα κοινωνικής δικτύωσης συμβουλεύτηκε, ανέφερε ότι το είδε στην τηλεόραση και ότι πραγματοποίησε σχετική αναζήτηση μέσω Google. Όταν της επισημάνθηκε ότι η Google δεν αποτελεί μέσο κοινωνικής δικτύωσης, δήλωσε στη συνέχεια ότι ενημερώθηκε μέσω Facebook. Παράλληλα, ανέφερε ότι ουδέποτε επιχείρησε να επικοινωνήσει με άλλα μέλη της ένωσης και ότι στη συνέχεια διέγραψε ή έκλεισε τον λογαριασμό της στο Facebook, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει περαιτέρω συγκεκριμένες πληροφορίες προς υποστήριξη των ισχυρισμών της.

Αόριστες κρίθηκαν επίσης οι δηλώσεις της αναφορικά με τις συνθήκες της σύλληψής της. Σε σχέση δε με τις συνθήκες κράτησής της, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει ρεαλιστική και λεπτομερή περιγραφή της φερόμενης τρίμηνης κράτησής της, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές περί της καθημερινότητας στη φυλακή, όπως ξύπνημα, φαγητό, καθάρισμα και ύπνος.

Παρά το γεγονός ότι της δόθηκε δεύτερη ευκαιρία να επεκταθεί επί των συνθηκών κράτησής της, οι απαντήσεις της παρέμειναν γενικές και ασαφείς, ενώ δεν ήταν σε θέση να παράσχει πληροφορίες ούτε για τα πρόσωπα με τα οποία συγκατοικούσε στο κελί ούτε για οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό που έλαβε χώρα κατά τη διάρκεια της φερόμενης τρίμηνης κράτησής της. Ως εκ τούτου, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της δεν παρουσίαζαν επαρκή λεπτομέρεια και συνοχή αναφορικά με τον ισχυρισμό της περί κράτησης και βιασμού.

Επιπρόσθετα, ασαφής κρίθηκε και η περιγραφή της σχετικά με τις συνθήκες αποφυλάκισής της, καθότι περιορίστηκε να αναφέρει ότι ο πατέρας της κατέβαλε χρηματικό ποσό για την απελευθέρωσή της και ότι φρουρός την οδήγησε εκτός της φυλακής, όπου την ανέμενε ο πατέρας της. Η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει για ποιο λόγο ο πατέρας της ανέμενε περίοδο τριών μηνών προτού ενεργήσει προς εξασφάλιση της αποφυλάκισής της, ούτε παρείχε περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο αυτή εξασφαλίστηκε. Περαιτέρω, δήλωσε ότι κατά την επιστροφή τους ουδεμία συζήτηση έλαβε χώρα μεταξύ αυτής και του πατέρα της αναφορικά με τα όσα είχαν προηγηθεί.

Τέλος, ως γενικόλογες κρίθηκαν και οι δηλώσεις της αναφορικά με τις συνθήκες διαμονής της στον χώρο της Πρεσβυτεριανής Εκκλησίας στην Nkongsamba, όπου, κατά τους ισχυρισμούς της, διέμενε για περίοδο περίπου δύο ετών, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε ενόχληση ή πρόβλημα από τις αρχές κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με τους λόγους της σύλληψής της βασίζονταν κυρίως σε ευρέως γνωστές και δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με την αγγλόφωνη κρίση στο Καμερούν, πηγές τις οποίες ο αρμόδιος λειτουργός παρέθεσε στο σώμα της εισηγητικής έκθεσης.

Βάσει των εν λόγω πληροφοριών, ο λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει επαρκώς την κύρια αιτία της αγγλόφωνης κρίσης, ήτοι τον διαχωρισμό και τη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων εκπαιδευτικών από την κυβέρνηση του Καμερούν, παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, συμμετείχε σε τρεις συναντήσεις της ένωσης δασκάλων και δικηγόρων.

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια περιορίστηκε σε γενικές πληροφορίες αναφορικά με την κρίση των αγγλόφωνων περιοχών και δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες λεπτομέρειες αναφορικά με τους λόγους της σύλληψης και κράτησής της.

Επιπλέον, εντοπίστηκε ανακρίβεια στους ισχυρισμούς της αναφορικά με την ημερομηνία σύλληψης των Doctor Neba και Lawyer Agbor Balla, καθότι, σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλέστηκε ο λειτουργός, τα εν λόγω πρόσωπα συνελήφθησαν στις 17/01/2017.

Κατόπιν της ανωτέρω ανάλυσης, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος

Ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, αναφορικά με την ιδιότητά της ως μέλους της οργάνωσης SCNC, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολό του ως μη αξιόπιστος.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει με συγκεκριμένο και επαρκή τρόπο τον τρόπο με τον οποίο εντάχθηκε στην εν λόγω οργάνωση, ούτε να θεμελιώσει επαρκώς, μέσω συγκεκριμένων πληροφοριών και προσωπικών βιωμάτων, τον ρόλο και τη συμμετοχή της σε αυτήν.

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι πληροφορίες που παρείχε αναφορικά με το σύνθημα, το έτος ίδρυσης και τον σκοπό της οργάνωσης SCNC συνιστούσαν γενικές και ευρέως γνωστές πληροφορίες, δημόσια διαθέσιμες στους πολίτες του Καμερούν, και ως εκ τούτου δεν ήταν επαρκείς ώστε να καταδείξουν προσωπική και ουσιαστική εμπλοκή της στην οργάνωση.

Επιπλέον, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ανακρίβεια στις δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με την ηγεσία της οργάνωσης, καθότι το όνομα του προέδρου που ανέφερε, ήτοι “Frederik Alobwege”, δεν κρίθηκε ακριβές βάσει των διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης, σύμφωνα με τις οποίες το ορθό όνομα ήταν “Judge Ebong Frederick Alobwede”. Παράλληλα, επισημάνθηκε ότι τελευταίος πρόεδρος της οργάνωσης πριν την απαγόρευσή της από την κυβέρνηση του Καμερούν τον Ιανουάριο του 2017 ήταν ο Nfor Ngala Nfor.

Υπό το φως των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε με επαρκή και αξιόπιστο τρόπο τον ισχυρισμό της περί συμμετοχής της στην οργάνωση SCNC.

Σε σχέση με τον τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι τον ισχυρισμό περί δεύτερης σύλληψής της από αστυνομικούς και στρατιωτικούς σε σημείο ελέγχου μεταξύ Buea και Douala λόγω της ανεύρεσης κάρτας μέλους του SCNC στην κατοχή της, αυτός επίσης δεν έγινε αποδεκτός.

Ειδικότερα, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας αναφορικά με τις συνθήκες της δεύτερης σύλληψής της ήταν αόριστες και μη επαρκώς συγκεκριμένες, ενώ διαπιστώθηκαν ασάφειες ως προς την ακριβή τοποθεσία του ελέγχου, καθώς και ως προς το μέσο μεταφοράς με το οποίο ταξίδευε κατά τον χρόνο του περιστατικού.

Περαιτέρω, επισημάνθηκε ότι η ίδια δήλωσε πως μετά τη σύλληψή της μεταφέρθηκε στο αστυνομικό τμήμα Molikoh στην Buea, όπου κρατήθηκε για τρεις ημέρες χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε κακομεταχείριση, και ακολούθως αφέθηκε ελεύθερη κατόπιν παρέμβασης του πατέρα της. Μετά την αποφυλάκισή της, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, μετέβη στη Douala, όπου παρέμεινε για περίπου δύο μήνες χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές, πριν αναχωρήσει από τη χώρα στις 13/02/2019.

Ο αρμόδιος λειτουργός έλαβε επίσης υπόψη ότι, παρά τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι καταζητείτο από τις αρχές λόγω της φερόμενης συμμετοχής της στο SCNC και ότι θεωρείτο τρομοκράτης λόγω της ιδιότητάς της αυτής, εντούτοις κατόρθωσε να αναχωρήσει από το διεθνές αεροδρόμιο της Douala χρησιμοποιώντας το διαβατήριό της χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τον έλεγχο εξόδου.

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει επαρκώς τον τρόπο με τον οποίο οικογενειακός φίλος τη βοήθησε να διέλθει από τα σημεία ελέγχου του αεροδρομίου, ούτε να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την ιδιότητα ή το επάγγελμα του εν λόγω προσώπου.

Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της περί δύο επισκέψεων στρατιωτικών και αστυνομικών στην πατρική της οικία μετά την αναχώρησή της από το Καμερούν, κρίθηκε ότι ως προς την πρώτη φερόμενη επίσκεψη το έτος 2019, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει χρονικά το περιστατικό ούτε να αναφέρει τι ακολούθησε μετά την επίδειξη λίστας με ονόματα μελών του SCNC στον πατέρα της, ούτε και να περιγράψει την αντίδραση του τελευταίου. Επιπλέον, επισημάνθηκε ότι η ίδια δήλωσε πως κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ των δύο φερόμενων επισκέψεων των αρχών, ήτοι μεταξύ 2019 και 2023, δεν έλαβε χώρα οποιοδήποτε σημαντικό περιστατικό, γεγονός που, κατά την κρίση του λειτουργού, αποδυνάμωνε τον ισχυρισμό της περί ενεργού αναζήτησής της από τις αρχές του Καμερούν.

Περαιτέρω, κρίθηκε ότι οι δηλώσεις της αναφορικά με τη θέση, τα καθήκοντα και την κατάσταση του πατέρα της στον στρατό παρουσίαζαν ασυνέπειες, στοιχείο το οποίο θεωρήθηκε ότι επηρέαζε περαιτέρω αρνητικά τη συνολική αξιοπιστία της.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του υπό εξέταση ισχυρισμού, επισημάνθηκε ότι δεν εντοπίστηκαν πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης που να επιβεβαιώνουν τη φερόμενη δεύτερη σύλληψη της Αιτήτριας. Λαμβανομένης υπόψη και της αρνητικής αξιολόγησης της εσωτερικής αξιοπιστίας του εν λόγω ισχυρισμού, αυτός απορρίφθηκε στο σύνολό του.

Κατά την αξιολόγηση του κινδύνου επιστροφής και στη βάση των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε, κατόπιν αναφοράς σε πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην περιφέρεια Littoral και ειδικότερα στην πόλη Nkongsamba, ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να υποστεί μεταχείριση ισοδύναμη με δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της λόγω της κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στην εν λόγω περιοχή.

Περαιτέρω, ο λειτουργός έλαβε υπόψη στοιχεία του προσωπικού προφίλ της Αιτήτριας και ειδικότερα το γεγονός ότι πρόκειται για νέα και μορφωμένη γυναίκα, η οποία εργαζόταν ως δασκάλα στην Buea κατά το διάστημα 2008–2016. Επισημάνθηκε επίσης ότι, πριν από την αναχώρησή της από το Καμερούν, είχε περάσει επιτυχώς συνέντευξη για θέση εργασίας ως δασκάλα στη Douala, την οποία επρόκειτο να αναλάβει τον Ιανουάριο του 2019. Επιπλέον, λήφθηκε υπόψη ότι διατηρεί υποστηρικτικό οικογενειακό δίκτυο στην περιοχή συνήθους διαμονής της στη χώρα καταγωγής της.

Ακολούθως, κατά το στάδιο της νομικής αξιολόγησης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης της Αιτήτριας σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, κατά την έννοια του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Περαιτέρω, κρίθηκε ότι δεν συντρέχει πραγματικός κίνδυνος να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19(1), (2) και (3) του περί Προσφύγων Νόμου.

Υπό το φως των ανωτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας.

Αξιολόγηση Ισχυρισμών.

Από την εξέταση του διοικητικού φακέλου, της επίδικης διοικητικής απόφασης, των εκατέρωθεν ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και της προφορικής μαρτυρίας της Αιτήτριας ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου αξιολόγησε την αίτηση διεθνούς προστασίας της στη βάση τεσσάρων ουσιωδών ισχυρισμών, εκ των οποίων αποδέχθηκε μόνον τον πρώτο, ήτοι εκείνον που αφορά την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής της στην χώρα καταγωγής της, απορρίπτοντας τους λοιπούς ισχυρισμούς περί σύλληψης, κράτησης, συμμετοχής στο SCNC και μεταγενέστερης δίωξής της από τις αρχές του Καμερούν.

Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της παρούσας προσφυγής, καλείται να εξετάσει κατά πόσον η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας και επαρκούς διερεύνησης των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, κατά πόσον η αξιολόγηση της αξιοπιστίας της Αιτήτριας διενεργήθηκε σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν το προσφυγικό δίκαιο και τις απαιτήσεις του άρθρου 4 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθώς και κατά πόσον τα συμπεράσματα της Διοίκησης ως προς την ύπαρξη ή μη βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης είναι επαρκώς αιτιολογημένα και νομικά ορθά.

Προτού εξεταστεί η ουσία των απορριφθέντων ισχυρισμών της Αιτήτριας, κρίνεται σκόπιμο να παρατεθεί η αξιολόγηση του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι αυτού που αφορά την ταυτότητα, το προσωπικό προφίλ, τη χώρα καταγωγής και την περιοχή συνήθους διαμονής της, ο οποίος έγινε αποδεκτός τόσο ως προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία από τη Διοίκηση.

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι την ταυτότητα, το προσωπικό της προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής της στο Καμερούν, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι ο εν λόγω ισχυρισμός έγινε αποδεκτός από τη Διοίκηση τόσο ως προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία.

Ειδικότερα, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Αιτήτρια παρείχε επαρκείς, συνεκτικές και λεπτομερείς πληροφορίες αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, τον τόπο γέννησής της, την εθνοτική και θρησκευτική της καταγωγή, την εκπαιδευτική και επαγγελματική της πορεία, καθώς και τις περιοχές στις οποίες διέμενε κατά τη διάρκεια της ζωής της στο Καμερούν.

Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι είναι υπήκοος Καμερούν, γεννηθείσα στις 11/06/1987 στην Nkongsamba της περιφέρειας Littoral, με μητρική γλώσσα την αγγλική, χριστιανή πρεσβυτεριανή και μέλος της εθνοτικής ομάδας Winbum. Παράλληλα, περιέγραψε με σαφήνεια την πορεία της από την Nkongsamba στην Buea, όπου μετέβη για σπουδές και εργασία, καθώς και την επαγγελματική της δραστηριότητα ως δασκάλα οικονομικών και γαλλικής γλώσσας στο Presbyterian Comprehensive Secondary School στην Buea κατά το διάστημα 2008–2016.

Περαιτέρω, οι δηλώσεις της κρίθηκαν εσωτερικά συνεκτικές ως προς τους τόπους διαμονής της, τη χρονική αλληλουχία των γεγονότων και το προσωπικό και οικογενειακό της υπόβαθρο. Η δε εξωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών της ενισχύθηκε από τα έγγραφα που προσκόμισε, περιλαμβανομένου του διαβατηρίου της, καθώς και από τις εξωτερικές πηγές πληροφόρησης στις οποίες παρέπεμψε η Διοίκηση, οι οποίες επιβεβαίωναν τα γενικά στοιχεία αναφορικά με τις περιοχές διαμονής της, τη γλωσσική κατάσταση στο Καμερούν και την ύπαρξη της εθνοτικής ομάδας Winbum.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει οποιαδήποτε πλημμέλεια στην αξιολόγηση της Διοίκησης ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ο οποίος ορθώς έγινε αποδεκτός.

Ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι ότι συνελήφθη μετά τη συμμετοχή της στις αγγλόφωνες κινητοποιήσεις του Οκτωβρίου 2016, κρατήθηκε επί τρίμηνο και υπέστη σεξουαλική κακοποίηση κατά τη διάρκεια της κράτησής της, το Δικαστήριο δεν δύναται να αποδεχθεί στο σύνολό του το σχετικό αφήγημα, πλην όμως ούτε συμμερίζεται πλήρως την κρίση της Διοίκησης περί συνολικής αναξιοπιστίας αυτού.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας παρουσιάζουν έναν σταθερό βασικό πυρήνα αναφορικά με τη συμμετοχή της στις κινητοποιήσεις των αγγλόφωνων δασκάλων και δικηγόρων στην πόλη Buea τον Οκτώριο του 2016, γεγονός το οποίο συνάδει τόσο με το προσωπικό και επαγγελματικό της προφίλ ως αγγλόφωνης δασκάλας στην εν λόγω περιοχή κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα όσο και με τις ευρέως γνωστές συνθήκες που επικρατούσαν τότε στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν. Περαιτέρω, οι δηλώσεις της ως προς τη συμμετοχή της στη διαδήλωση, τη βίαιη διάλυση αυτής από τις αρχές και την προσαγωγή της μαζί με άλλα πρόσωπα δεν εμφανίζουν ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον βασικό κορμό των γεγονότων.

Εντούτοις, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει, στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, το σύνολο των επιμέρους ισχυρισμών της αναφορικά με τη διάρκεια, τις συνθήκες και την ένταση της επικαλούμενης κράτησής της. Συγκεκριμένα, οι αναφορές της ως προς την τρίμηνη παραμονή της στη φυλακή παρέμειναν σε μεγάλο βαθμό γενικές και αποσπασματικές, περιοριζόμενες κυρίως σε γενικές περιγραφές της καθημερινότητας εντός του κελιού, χωρίς να παρασχεθούν επαρκείς βιωματικές λεπτομέρειες ή συγκεκριμένα περιστατικά που να προσδίδουν αυξημένη αληθοφάνεια στην αφήγησή της. Παρομοίως, οι δηλώσεις της αναφορικά με τις συνθήκες αποφυλάκισής της, τον τρόπο παρέμβασης του πατέρα της και τα γεγονότα που ακολούθησαν στερούνται επαρκούς συγκεκριμενοποίησης.

Ως προς δε τον ισχυρισμό περί σεξουαλικής κακοποίησης, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα ενός τέτοιου ισχυρισμού, καθώς και το γεγονός ότι θύματα τραυματικών εμπειριών ενδέχεται να δυσκολεύονται να ανακαλέσουν ή να αφηγηθούν με πληρότητα τα σχετικά περιστατικά. Ωστόσο, ακόμη και υπό το πρίσμα αυτό, οι σχετικές δηλώσεις της Αιτήτριας παρέμειναν ιδιαιτέρως περιορισμένες και χωρίς επαρκή εξατομίκευση, ώστε να μην καθίσταται δυνατή η ασφαλής κατάφαση του ισχυρισμού αυτού στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης.

Συγκεκριμένα, μολονότι η Αιτήτρια προέβη σε γενικές αναφορές αναφορικά με τις συνθήκες της κατ’ ισχυρισμό κράτησής της, δεν κατόρθωσε να αποδώσει με επαρκή σαφήνεια και βιωματική συνοχή ουσιώδεις πτυχές μιας κατ’ ισχυρισμό τρίμηνης κράτησης, όπως τη χρονική αλληλουχία σημαντικών γεγονότων, συγκεκριμένα περιστατικά που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της κράτησης, τις αλληλεπιδράσεις της με πρόσωπα εντός του χώρου κράτησης ή προσωπικά βιώματα που εύλογα θα αναμένονταν από πρόσωπο το οποίο υπέστη παρατεταμένη στέρηση ελευθερίας υπό τις συνθήκες που η ίδια περιγράφει.

Αντιστοίχως, οι δηλώσεις της αναφορικά με τον τρόπο αποφυλάκισής της και την κατ’ ισχυρισμό παρέμβαση του πατέρα της παρέμειναν ασαφείς ως προς ουσιώδεις παραμέτρους, περιλαμβανομένου του τρόπου επικοινωνίας, των ενεργειών που φέρεται να πραγματοποιήθηκαν για την εξασφάλιση της αποφυλάκισής της και των συγκεκριμένων συνθηκών υπό τις οποίες αφέθηκε ελεύθερη

 

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι, σύμφωνα με τις κατευθυντήριες οδηγίες της EUAA[1] και τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ[2], η αξιολόγηση ισχυρισμών που αφορούν βασανιστήρια, κράτηση ή σεξουαλική βία πρέπει να πραγματοποιείται με ιδιαίτερη προσοχή και ευαισθησία, λαμβάνοντας υπόψη ότι πρόσωπα που έχουν υποστεί τραυματικές εμπειρίες ενδέχεται να παρουσιάζουν δυσκολίες ως προς τη χρονολογική παράθεση, τη συναισθηματική έκφραση ή την πληρότητα των δηλώσεών τους. Ωστόσο, ακόμη και υπό το πρίσμα της αρχής του τεκμηρίου της αμφιβολίας, απαιτείται οι σχετικοί ισχυρισμοί να εμφανίζουν ένα ελάχιστο επίπεδο εσωτερικής συνοχής, εξατομίκευσης και αληθοφάνειας ώστε να δύνανται να γίνουν αποδεκτοί ως πραγματικά βιωμένα περιστατικά.

Εν προκειμένω, οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά παρατεταμένης κράτησης και σεξουαλικής κακοποίησης παρέμειναν περιορισμένες, αποσπασματικές και χωρίς επαρκή βιωματική εξειδίκευση ως προς κρίσιμες πτυχές των επικαλούμενων γεγονότων, ώστε να μην καθίσταται δυνατή η ασφαλής κατάφαση των ισχυρισμών αυτών στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγηση.

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι δύναται να γίνει αποδεκτό ότι η Αιτήτρια συμμετείχε στις κινητοποιήσεις του Οκτωβρίου 2016 στην Buea και ότι ενδέχεται να υπέστη έλεγχο, προσαγωγή ή περιορισμένης έκτασης παρέμβαση από τις αρχές στο πλαίσιο της γενικευμένης καταστολής των διαδηλώσεων της περιόδου εκείνης. Αντιθέτως, δεν δύνανται να θεωρηθούν επαρκώς θεμελιωμένοι οι επιμέρους ισχυρισμοί της περί τρίμηνης κράτησης, συστηματικής κακομεταχείρισης και βιασμού κατά τη διάρκεια της κράτησής της.

Προς επίρρωση των ανωτέρω, επισημαίνεται ότι σύμφωνα με τη μεθοδολογία της EUAA (Πρακτικός Οδηγός 2024, σελ. 67-68, 91), η αφήγηση προσωπικά βιωμένων εμπειριών αναμένεται να χαρακτηρίζεται από βιωματικό βάθος και επάρκεια λεπτομερειών (όπως αισθητηριακές αναφορές, συναισθήματα και προσωπικές παρατηρήσεις), λειτουργώντας ως «υποκειμενική κάμερα» (subjective camera). Η αδυναμία της Αιτήτριας να παραθέσει τη χρονική αλληλουχία και συγκεκριμένα συμβάντα και ειδικότερα αναφορικά με τους επιμέρους ισχυρισμοί της περί τρίμηνης κράτησης, συστηματικής κακομεταχείρισης και βιασμού κατά τη διάρκεια της κράτησής της καθιστά τον ισχυρισμό της γενικόλογο και αφηρημένο, αποστερώντας τον από την απαραίτητη πειστικότητα που απαιτείται για την αποδοχή ενός ουσιώδους πραγματικού περιστατικού (material fact).

Οπως έχει κριθεί νομολογιακά (βλ. ΕΔΔΑ, R.W. κατά Σουηδίας, Αριθ. Αιτ. 35745/11 σκέψη 66), η ασάφεια επί ουσιωδών πτυχών που άπτονται του πυρήνα του αιτήματος κλονίζει τη γενική αξιοπιστία, καθώς η παροχή της ωφέλειας της αμφιβολίας (benefit of the doubt) δεν είναι απεριόριστη, αλλά προϋποθέτει την καθιέρωση μιας συνεκτικής και αξιόπιστης prima facie υπόθεσης από πλευράς του αιτούντος. Εν προκειμένω, οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν πληρούν τη σωρευτική προϋπόθεση του Άρθρου 4(5)(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καθότι στερούνται της απαιτούμενης εσωτερικής συνοχής και βιωματικής πειστικότητας που θα δικαιολογούσε την αποδοχή τους ελλείψει αποδεικτικών στοιχείων.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή παράθεση πληροφοριών χώρας καταγωγής αναφορικά με την αγγλόφωνη κρίση στο Καμερούν, τις κινητοποιήσεις δικηγόρων και δασκάλων κατά το έτος 2016, καθώς και τη μεταγενέστερη δράση και σύλληψη ηγετικών μορφών του κινήματος των Αγγλοφώνων. Ειδικότερα, ο λειτουργός παρέθεσε πληροφορίες από πηγές όπως η Deutsche Welle, η Amnesty International, η Guardian και η International Crisis Group, από τις οποίες προκύπτει ότι οι κινητοποιήσεις των αγγλόφωνων δικηγόρων και δασκάλων κατά τον Οκτώβριο του 2016 συνδέονταν με αιτήματα ισότιμης μεταχείρισης των αγγλόφωνων πληθυσμών και αντίδραση στη συστημική περιθωριοποίησή τους από το γαλλόφωνο κρατικό σύστημα.

Περαιτέρω, ο λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί στον βασικό πυρήνα των αιτημάτων των κινητοποιήσεων, ήτοι στη διαφορετική μεταχείριση μεταξύ αγγλόφωνων και γαλλόφωνων εκπαιδευτικών και λειτουργών, περιοριζόμενη, κατά την κρίση του, σε γενικές και δημοσίως γνωστές πληροφορίες περί τροποποίησης του εκπαιδευτικού προγράμματος και «γαλλοποίησης» της εκπαίδευσης. Συναφώς, αποδόθηκε ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι, ενώ η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι συμμετείχε σε τρεις συναντήσεις της ένωσης δασκάλων και δικηγόρων και τηρούσε πρακτικά, εντούτοις δεν μπόρεσε, κατά την κρίση της Διοίκησης, να αναπτύξει με επαρκή εξειδίκευση τα ουσιώδη αιτήματα και το πολιτικό υπόβαθρο των κινητοποιήσεων.

Επιπλέον, η Διοίκηση εντόπισε αναντιστοιχία μεταξύ των δηλώσεων της Αιτήτριας και των εξωτερικών πηγών ως προς τη σύλληψη των Doctor Neba και Agbor Balla. Ενώ η Αιτήτρια ανέφερε ότι οι ανωτέρω συνελήφθησαν κατά τη διαδήλωση του Οκτωβρίου 2016, οι εξωτερικές πηγές που επικαλέστηκε ο λειτουργός καταγράφουν ότι οι συλλήψεις έλαβαν χώρα στις 17 Ιανουαρίου 2017, μετά την απαγόρευση του Cameroon Anglophone Civil Society Consortium και του SCNC από τις αρχές του Καμερούν. Η ανακρίβεια αυτή αξιολογήθηκε από τη Διοίκηση ως στοιχείο που επηρεάζει αρνητικά την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού.

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής που επικαλέστηκε η Διοίκηση επιβεβαιώνουν πράγματι ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπήρξαν εκτεταμένες κινητοποιήσεις αγγλόφωνων δικηγόρων και εκπαιδευτικών στις περιοχές των αγγλοφώνων του Καμερούν, καθώς και ότι οι αρχές προέβησαν σε συλλήψεις και καταστολή προσώπων που συνδέονταν με τις κινητοποιήσεις αυτές. Υπό το πρίσμα αυτό, οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν μπορούν να θεωρηθούν εξ ολοκλήρου αποκομμένες από το ευρύτερο πραγματικό και πολιτικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής της.

Παρά ταύτα, το γεγονός ότι η Αιτήτρια παρείχε κατά βάση γενικές πληροφορίες, σε συνδυασμό με τις ανακρίβειες ως προς κρίσιμα χρονικά στοιχεία και με την περιορισμένη εξατομίκευση της προσωπικής της εμπλοκής, δεν επιτρέπει την πλήρη επιβεβαίωση, σε επίπεδο εξωτερικής αξιοπιστίας, του συνόλου των επιμέρους περιστατικών που επικαλείται, ιδίως ως προς την έκταση της συμμετοχής της στις οργανωτικές δομές των κινητοποιήσεων, τη σύλληψη και την τρίμηνη κράτησή της.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν μεν την ύπαρξη του γενικού πλαισίου της αγγλόφωνης κρίσης και της καταστολής κινητοποιήσεων εκπαιδευτικών και δικηγόρων στο Καμερούν κατά το επίδικο διάστημα, δεν αρκούν όμως, άνευ ετέρου, για να τεκμηριώσουν πλήρως την εξατομικευμένη αφήγηση της Αιτήτριας ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία του υπό κρίση ισχυρισμού.

Υπό το φως του συνόλου των δηλώσεων της Αιτήτριας, του περιεχομένου της προσωπικής της συνέντευξης, των πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, αλλά και της συνολικής αξιολόγησης της εσωτερικής και εξωτερικής αξιοπιστίας του υπό κρίση ισχυρισμού, το Δικαστήριο δεν συμφωνεί πλήρως με την καθολική απόρριψη του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού από τη Διοίκηση.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι πληροφορίες χώρας καταγωγής που τέθηκαν ενώπιον της Διοίκησης επιβεβαιώνουν την ύπαρξη εκτεταμένων κινητοποιήσεων αγγλόφωνων δασκάλων και δικηγόρων κατά το έτος 2016 στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, καθώς και την κατασταλτική αντίδραση των αρχών έναντι προσώπων που συνδέονταν με τις κινητοποιήσεις αυτές. Παράλληλα, η Αιτήτρια παρείχε έναν βασικά συνεκτικό πυρήνα αφήγησης αναφορικά με την ιδιότητά της ως δασκάλας στην περιοχή της Buea και τη συμμετοχή της στις επίδικες κινητοποιήσεις, στοιχεία τα οποία δεν εμφανίζονται αποκομμένα από το γενικό κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο της χώρας καταγωγής της.

Εντούτοις, το Δικαστήριο κρίνει ότι ουσιώδη επιμέρους στοιχεία του ισχυρισμού της δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθούν με τον απαιτούμενο βαθμό αξιοπιστίας. Συγκεκριμένα, οι δηλώσεις της αναφορικά με τον φερόμενο οργανωτικό της ρόλο στις κινητοποιήσεις, την τρίμηνη κράτησή της, τις συνθήκες κράτησης και τον ισχυρισμό περί βιασμού χαρακτηρίζονται από γενικότητα, έλλειψη βιωματικής λεπτομέρειας και σημαντικές ασυνέπειες, παρά τις επανειλημμένες ευκαιρίες που της δόθηκαν να εξειδικεύσει τα σχετικά περιστατικά. Περαιτέρω, διαπιστώθηκαν αντιφάσεις ως προς κρίσιμα στοιχεία της αφήγησής της, περιλαμβανομένων των πληροφοριών για τις συλλήψεις ηγετικών μορφών του κινήματος των Αγγλοφώνων, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά την αξιοπιστία της ως προς την έκταση και τη σοβαρότητα της επικαλούμενης δίωξης.

Επιπλέον, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι, σύμφωνα με τις ίδιες τις δηλώσεις της Αιτήτριας, μετά την αποφυλάκισή της παρέμεινε επί μακρό χρονικό διάστημα στην Nkongsamba και ακολούθως στη Douala χωρίς να υποστεί οποιοδήποτε σοβαρό περιστατικό ή νέα στοχευμένη ενέργεια εκ μέρους των αρχών, στοιχείο που δεν συνάδει με τον ισχυρισμό περί συνεχούς και εντατικής καταδίωξής της.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δύναται να γίνει εν μέρει αποδεκτός μόνο ως προς τον βασικό πυρήνα αυτού, ήτοι ότι η Αιτήτρια συμμετείχε, υπό την ιδιότητά της ως αγγλόφωνης δασκάλας, σε κινητοποιήσεις που έλαβαν χώρα στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν και ότι ενδέχεται να αντιμετώπισε περιορισμένης έκτασης παρέμβαση ή προσαγωγή από τις αρχές στο πλαίσιο της γενικευμένης καταστολής της περιόδου εκείνης. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί περί τρίμηνης κράτησης, βιασμού και στοχευμένης, διαρκούς καταδίωξής της από τις αρχές δεν κρίνονται αξιόπιστοι και απορρίπτονται.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι, σύμφωνα με το άρθρο 10(1)(δ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, μία ομάδα δύναται να θεωρηθεί ως «ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα» μόνο όταν πληρούνται σωρευτικά δύο προϋποθέσεις: αφενός, τα μέλη της να μοιράζονται κοινό εγγενές χαρακτηριστικό ή κοινή πεποίθηση θεμελιώδους σημασίας για την ταυτότητα ή την ανθρώπινη αξιοπρέπειά τους και, αφετέρου, η ομάδα αυτή να γίνεται αντιληπτή ως διακριτή από την κοινωνία που την περιβάλλει. Όπως έχει υπογραμμιστεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η συνδρομή μόνο ενός εκ των δύο πιο πάνω στοιχείων δεν αρκεί, αλλά απαιτείται πλήρωση και των δύο προϋποθέσεων κατόπιν εξατομικευμένης και σταθμισμένης αξιολόγησης των πραγματικών συνθηκών της χώρας καταγωγής (βλ. ΔΕΕ, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-199/12 έως C-201/12, X, Y και Z, σκέψη 45).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την καθοδήγηση της EUAA, επαγγελματικές κατηγορίες, όπως οι εκπαιδευτικοί, δεν υπάγονται αυτομάτως στην έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας, εκτός εάν αποδεικνύεται ότι τα πρόσωπα αυτά στοχοποιούνται ειδικώς λόγω της επαγγελματικής τους ιδιότητας και ότι η στοχοποίηση αυτή συνδέεται με χαρακτηριστικά άρρηκτα συνδεδεμένα με την ταυτότητα, τις πεποιθήσεις ή τη συνείδησή τους. Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει διευκρινίσει ότι η έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας δεν καταλαμβάνει αυτομάτως κάθε επαγγελματική κατηγορία, αλλά απαιτεί την ύπαρξη ιδιαίτερων χαρακτηριστικών ή κοινωνικής αντίληψης που καθιστούν τα μέλη της ομάδας διακριτά εντός της κοινωνίας (βλ. ΔΕΕ, υπόθεση C-621/21, W.S.).

Εν προκειμένω, μολονότι το Δικαστήριο αποδέχεται ότι η Αιτήτρια εργαζόταν ως δασκάλα και ότι συμμετείχε σε κινητοποιήσεις που συνδέονταν με την αγγλόφωνη κρίση, δεν προέκυψε ότι αυτή κατείχε ηγετικό, οργανωτικό ή ιδιαίτερα προβεβλημένο ρόλο στις εν λόγω κινητοποιήσεις ούτε ότι αποτέλεσε πρόσωπο ειδικής και εξατομικευμένης στοχοποίησης λόγω της ιδιότητάς της ως εκπαιδευτικού. Αντιθέτως, από τα στοιχεία του φακέλου και τις πληροφορίες χώρας καταγωγής προκύπτει ότι οι κινητοποιήσεις της περιόδου εκείνης αφορούσαν ευρύτερα τμήματα του αγγλόφωνου πληθυσμού και ότι τα περιστατικά παρέμβασης των αρχών εντάσσονταν στο γενικότερο πλαίσιο των εκτεταμένων επιχειρήσεων καταστολής και ελέγχου που εφαρμόζονταν στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.

Το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη επικαιροποιημένες πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και ιδίως τις επιθέσεις κατά του εκπαιδευτικού τομέα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με εκθέσεις της Διεθνούς Αμνηστίας, του USDOS, του UNOCHA και άλλων διεθνών οργανισμών, εξακολουθούν να καταγράφονται σοβαρά περιστατικά βίας εις βάρος σχολείων, μαθητών και εκπαιδευτικών στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές Περιφέρειες του Καμερούν, περιλαμβανομένων απαγωγών, επιθέσεων, εκφοβισμού και επιβολής αναγκαστικών lockdowns από ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες.[3][4][5][6][7][8][9]

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι εν λόγω πληροφορίες περιγράφουν κυρίως ένα γενικευμένο πλαίσιο ανασφάλειας και ένοπλης βίας που επηρεάζει ευρύτερα τον εκπαιδευτικό τομέα στις αγγλόφωνες περιοχές και όχι ειδική ή εξατομικευμένη στοχοποίηση της Αιτήτριας προσωπικά.

Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες καταδεικνύουν ότι σημαντικό μέρος των επιθέσεων κατά εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και δασκάλων αποδίδεται σε μη κρατικές ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες, οι οποίες επιδιώκουν μέσω επιβολής lockdowns και επιθέσεων να παρεμποδίσουν τη λειτουργία των σχολείων στις αγγλόφωνες περιοχές.

Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω πληροφορίες, μολονότι επιβεβαιώνουν την ύπαρξη ασταθούς και επικίνδυνου περιβάλλοντος ασφαλείας σε ορισμένες αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, δεν επαρκούν αφ’ εαυτών ώστε να θεμελιώσουν ότι η Αιτήτρια διατρέχει προσωπικό, πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης ή του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η αναγνώριση καθεστώτος πρόσφυγα προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκούς αιτιώδους συνδέσμου (nexus) μεταξύ των επικαλούμενων πράξεων δίωξης και ενός εκ των προστατευόμενων λόγων της Σύμβασης της Γενεύης. Ειδικότερα, στην υπόθεση C-621/21, W.S., το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι απαιτείται σύνδεση είτε μεταξύ των λόγων δίωξης και των πράξεων βίας είτε μεταξύ των λόγων δίωξης και της απουσίας κρατικής προστασίας έναντι των πράξεων αυτών. Ομοίως, στην υπόθεση C-217/23, Laghman, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι ακόμη και η διαπίστωση αποδεδειγμένου κινδύνου σωματικής βίας δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση καθεστώτος πρόσφυγα, εφόσον δεν αποδεικνύεται η σύνδεση του κινδύνου αυτού με έναν από τους λόγους δίωξης που προβλέπει η Σύμβαση της Γενεύης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο αιτητής οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη ειδικών διακριτικών χαρακτηριστικών (special distinguishing features) που καθιστούν τον κίνδυνο προσωπικό και εξατομικευμένο ως προς τον ίδιο (βλ. A.A. κατά Ελβετίας, αρ. 58802/12). Ως εκ τούτου, η απλή επίκληση ενός δυσμενούς γενικού περιβάλλοντος ασφαλείας ή γενικευμένης βίας στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, για να θεμελιώσει πραγματικό και προσωπικό κίνδυνο διεθνούς προστασίας, εκτός εξαιρετικών περιπτώσεων ακραίας και καθολικής καταπίεσης.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ουσιωδώς από τις περιπτώσεις που εξετάστηκαν στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-608/22 και C-609/22, AH και FN, στις οποίες το ΔΕΕ αναγνώρισε ότι η ίδια η συστηματική και καθολική καταπίεση συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας δύναται να αρκεί για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης, χωρίς να απαιτείται πρόσθετη εξατομίκευση του κινδύνου. Εν προκειμένω, μολονότι οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη σοβαρής ανασφάλειας στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν και περιστατικών βίας κατά εκπαιδευτικών και σχολικών μονάδων, δεν προκύπτει ότι οι αγγλόφωνοι εκπαιδευτικοί ως κατηγορία υφίστανται τέτοιας έκτασης συστηματική και καθολική καταπίεση ώστε να τεκμαίρεται αυτομάτως ότι κάθε μέλος της ομάδας αυτής διατρέχει προσωπικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης.

Κατά συνέπεια, ελλείψει επαρκών στοιχείων που να καταδεικνύουν ότι η ίδια η Αιτήτρια αποτελεί πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ή στόχο ενεργού και εξατομικευμένου μηχανισμού καταδίωξης, οι ανωτέρω πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν επαρκούν ώστε να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν.

Ως εκ τούτου, τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν εν μέρει αποδεκτά, ήτοι ότι η Αιτήτρια άσκησε το επάγγελμα της δασκάλας και ότι ενδέχεται να συμμετείχε σε κινητοποιήσεις που συνδέονταν με την αγγλόφωνη κρίση στο Καμερούν, δεν επαρκούν ώστε να καταδεικνύουν ότι αυτή αποτέλεσε στόχο συστηματικής και εξατομικευμένης δίωξης λόγω συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή λόγω πολιτικών πεποιθήσεων κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης, ελλείψει επαρκούς αιτιώδους συνδέσμου (nexus) μεταξύ των επικαλούμενων περιστατικών και ενός εκ των προστατευόμενων λόγων δίωξης, όπως απαιτείται από τη σχετική νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (βλ. ΔΕΕ, C-621/21, W.S. και C-217/23, Laghman

Προχωρώντας και ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ήτοι του ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι υπήρξε μέλος του SCNC (Southern Cameroons National Council), το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η Διοίκηση εντόπισε ουσιώδεις αδυναμίες, ασάφειες και έλλειψη εξατομίκευσης στις σχετικές δηλώσεις της.

Ειδικότερα, η Αιτήτρια περιορίστηκε κυρίως στην παράθεση γενικών και δημοσίως γνωστών πληροφοριών αναφορικά με το SCNC, όπως η πλήρης ονομασία του μορφώματος, το έτος ίδρυσής του, το σύνθημά του και ο γενικός πολιτικός του στόχος περί ανεξαρτησίας των αγγλόφωνων περιοχών του Καμερούν. Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να εξηγήσει πώς εντάχθηκε στο εν λόγω μόρφωμα και ποιος ήταν ο προσωπικός της ρόλος, οι απαντήσεις της παρέμειναν γενικές και περιορισμένες. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι εντάχθηκε το έτος 2014, ότι συμμετείχε μόνο σε δύο συναντήσεις και ότι ο ρόλος της περιοριζόταν στην απλή παρουσία της ως μέλους χωρίς οποιαδήποτε ενεργή ή οργανωτική εμπλοκή.

Το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η ίδια η Αιτήτρια παραδέχθηκε ότι δεν διαδραμάτιζε ουσιαστικό ή ενεργό ρόλο στο SCNC και ότι οι συναντήσεις στις οποίες συμμετείχε ήταν περιορισμένες. Μάλιστα, ως προς την πρώτη συνάντηση ανέφερε ότι πραγματοποιήθηκε σε ιδιωτική οικία στην Buea κατόπιν πρόσκλησης φίλου της, ενώ για τη δεύτερη δήλωσε ότι επρόκειτο για διαδικτυακή συνάντηση μέσω Zoom με σκοπό τη γνωριμία με μέλη της διασποράς. Πέραν των γενικών αυτών αναφορών, δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με τη δομή, τη λειτουργία ή τις δραστηριότητες του μορφώματος, ούτε να εξειδικεύσει τη δική της ουσιαστική συμμετοχή σε αυτό.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, παρά τον ισχυρισμό της ότι υπήρξε μέλος του SCNC ήδη από το 2014, η Αιτήτρια δήλωσε ότι μέχρι την επικαλούμενη σύλληψή της το 2018 δεν αντιμετώπισε οποιοδήποτε πρόβλημα ή ενόχληση από τις αρχές εξαιτίας της ιδιότητάς της αυτής. Το στοιχείο αυτό αξιολογείται ως αποδυναμωτικό του ισχυρισμού περί ουσιαστικής ή ενεργού εμπλοκής της στο εν λόγω μόρφωμα.

Ωστόσο, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η Αιτήτρια ήταν σε θέση να παράσχει ορισμένες βασικές πληροφορίες για το SCNC και να περιγράψει, έστω σε περιορισμένο βαθμό, τον τρόπο με τον οποίο ήρθε σε επαφή με το μόρφωμα. Υπό το πρίσμα αυτό, δεν μπορεί να αποκλειστεί πλήρως το ενδεχόμενο να είχε χαλαρή ή περιφερειακή επαφή με πρόσωπα που συνδέονταν με το SCNC ή να συμμετείχε περιστασιακά σε συναντήσεις υποστηρικτών του.

Παρά ταύτα, οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονται από περιορισμένη λεπτομέρεια, έλλειψη βιωματικής αφήγησης και αδυναμία εξατομίκευσης της προσωπικής της εμπλοκής, στοιχεία που δεν επιτρέπουν τη θεμελίωση, με τον απαιτούμενο βαθμό αξιοπιστίας, του ισχυρισμού ότι υπήρξε ενεργό ή ουσιαστικό μέλος του SCNC ή ότι κατείχε θέση ικανή να προσελκύσει ιδιαίτερο ενδιαφέρον εκ μέρους των αρχών του Καμερούν.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός ως προς τον πυρήνα του περί ουσιαστικής ιδιότητας μέλους και ενεργού δράσης στο SCNC, δύναται όμως να γίνει δεκτό ότι η Αιτήτρια είχε περιορισμένη και χαλαρή επαφή ή περιστασιακή συμμετοχή σε κύκλους προσκείμενους στο εν λόγω μόρφωμα.

Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι υπήρξε μέλος της SCNC, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν ορισμένα γενικά στοιχεία που αυτή παρέθεσε αναφορικά με την οργάνωση, περιλαμβανομένου του αποσχιστικού χαρακτήρα της, των στόχων της, του συνθήματός της και της ύπαρξης οργανωτικής δομής και μελών. Ειδικότερα, οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν ότι η SCNC αποτελούσε αγγλόφωνο αποσχιστικό κίνημα που υποστήριζε την ανεξαρτησία των περιοχών North West και South West του Καμερούν και ότι το σύνθημά της ήταν «the force of argument and not the argument of force».

Ωστόσο, οι δηλώσεις της Αιτήτριας περιορίστηκαν σε γενικές και δημόσια διαθέσιμες πληροφορίες και δεν κατέδειξαν το επίπεδο εξειδικευμένης και προσωποποιημένης γνώσης που εύλογα θα αναμενόταν από πρόσωπο με ουσιαστική συμμετοχή στην εν λόγω οργάνωση. Περαιτέρω, ορισμένα στοιχεία που παρέθεσε δεν συνάδουν πλήρως με τις διαθέσιμες εξωτερικές πληροφορίες. Συγκεκριμένα, ενώ η Αιτήτρια ανέφερε ως πρόεδρο της SCNC τον «Frederik Alobwege», οι εξωτερικές πηγές αναφέρουν ως ηγετική μορφή τον Judge Ebong Frederick Alobwede, ενώ προκύπτει επίσης ότι ο Nfor Ngala Nfor ήταν πρόεδρος/επικεφαλής της οργάνωσης μέχρι την απαγόρευση της SCNC τον Ιανουάριο του 2017.

Οι εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν επίσης ότι οι δραστηριότητες της SCNC απαγορεύθηκαν επίσημα από τις αρχές του Καμερούν τον Ιανουάριο του 2017 και ότι πρόσωπα που συνδέονται με την οργάνωση ενδέχεται να προσελκύσουν την προσοχή των αρχών. Εντούτοις, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει ότι διαδραμάτιζε ουσιαστικό ρόλο, ότι είχε συνεχή και ενεργή συμμετοχή ή ότι ανέπτυξε πολιτική δράση τέτοιας φύσεως που να την κατατάσσει πέραν του επιπέδου ενός περιφερειακού ή παθητικού υποστηρικτή.

Ως εκ τούτου, ενώ οι εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν γενικά την ύπαρξη, τους στόχους και την καταστολή της SCNC από τις αρχές του Καμερούν, δεν επαρκούν ώστε να επιβεβαιώσουν τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί ουσιαστικής ή ενεργού συμμετοχής στην οργάνωση, αλλά ούτε και ότι αυτή αποτέλεσε πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ή στοχοποιήθηκε από τις αρχές στη βάση πραγματικής ή αποδιδόμενης αποσχιστικής ή πολιτικής δράσης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός μόνο στον βαθμό που η Αιτήτρια ενδέχεται να είχε περιορισμένη ή περιφερειακή σύνδεση με την SCNC, ενώ ο ισχυρισμός περί ουσιαστικής πολιτικής δράσης και ενεργού συμμετοχής δεν καθίσταται αποδεκτός.

Τέλος αξίζει να σημειωθεί ότι η δίωξη λόγω πολιτικών πεποιθήσεων αποτελεί έναν από τους αναγνωρισμένους λόγους χορήγησης διεθνούς προστασίας δυνάμει του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και του άρθρου 10(1)(ε) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ​. Κατά τη νομολογία, πολιτική πεποίθηση νοείται όχι μόνον ως ρητή κομματική τοποθέτηση, αλλά και ως κάθε άποψη σχετική με την οργάνωση, τη διακυβέρνηση ή την πολιτική ζωή ενός κράτους, η έκφραση ή η απόδοση της οποίας ενδέχεται να προκαλέσει δίωξη[10]​​. Η αξιολόγηση τέτοιων ισχυρισμών απαιτεί ιδίως την εξέταση της εσωτερικής συνοχής και λογικής συνέπειας των δηλώσεων του αιτητή, της γνώσης και συμμετοχής του στις πολιτικές δραστηριότητες, καθώς και της προσωπικής στοχοποίησής του​​. Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο (EUAA)[11] επισημαίνει ότι η ουσιώδης σύνδεση μεταξύ των πράξεων δίωξης και της πολιτικής πεποίθησης πρέπει να αποδεικνύεται με ικανό βαθμό συνοχής και λεπτομέρειας, λαμβάνοντας υπόψη και τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής​. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η υποχρέωση των κρατών μελών να μην εκθέτουν άτομο σε κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή ταπεινωτικής μεταχείρισης, κατοχυρωμένη στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ, ενεργοποιείται όχι μόνον σε περιπτώσεις όπου η παραβίαση έχει ήδη συντελεστεί, αλλά και όταν υφίσταται σοβαρός και προβλέψιμος κίνδυνος τέτοιας μεταχείρισης σε περίπτωση επιστροφής. Η ίδια υποχρέωση εκτείνεται και στην προστασία της ελευθερίας της έκφρασης του άρθρου 10 της ΕΣΔΑ, ιδίως όταν η πολιτική ταυτότητα ή οι πολιτικές απόψεις του αιτητή είναι ικανές να επισύρουν μέτρα δίωξης ή σοβαρής καταστολής στη χώρα καταγωγής. Συνεπώς, η διαπίστωση ύπαρξης σοβαρού και πραγματικού κινδύνου δίωξης λόγω της έκφρασης πολιτικών πεποιθήσεων αρκεί, ανεξαρτήτως του αν η δίωξη έχει ήδη επέλθει, για να θεμελιώσει παράβαση των ανωτέρω διατάξεων και να ενεργοποιήσει την αρχή της απαγόρευσης επιστροφής (non-refoulement)..[12] Συνεπώς, η θεμελίωση αιτήματος στη βάση δίωξης για πολιτικές πεποιθήσεις προϋποθέτει λεπτομερές, συνεκτικό και αληθοφανές αφήγημα, ικανό να αποδείξει τόσο την πολιτική ταυτότητα του αιτητή όσο και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της δραστηριότητάς του και του κινδύνου δίωξης.

Εφαρμόζοντας τις ανωτέρω αρχές στην παρούσα υπόθεση, το Δικαστήριο κρίνει ότι, μολονότι οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν την ύπαρξη και την καταστολή της SCNC από τις αρχές του Καμερούν, καθώς και τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίζουν πρόσωπα με ενεργό και ουσιαστική εμπλοκή σε αποσχιστικές ή πολιτικές δραστηριότητες, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει κατά τρόπο επαρκώς συνεκτικό, λεπτομερή και αληθοφανή ότι η ίδια υπήρξε πρόσωπο ουσιαστικής πολιτικής δράσης ή ενεργού συμμετοχής στην εν λόγω οργάνωση.

Ειδικότερα, οι δηλώσεις της χαρακτηρίζονταν από ασάφειες και περιορισμένη γνώση ως προς τη δομή, τη λειτουργία και τη δράση της SCNC, ενώ δεν κατέστη δυνατό να προσδιορίσει με επάρκεια τον προσωπικό της ρόλο ή τη φύση της εμπλοκής της στην οργάνωση. Περαιτέρω, δεν προέκυψαν επαρκή στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι οι αρχές του Καμερούν την αντιλαμβάνονταν ως πρόσωπο με ουσιαστική πολιτική ταυτότητα ή ως άτομο που συνδεόταν ενεργά με αποσχιστική δράση.

Εξάλλου, σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ακόμη και η ύπαρξη σοβαρού κινδύνου δίωξης λόγω πολιτικής έκφρασης ή αποδιδόμενων πολιτικών πεποιθήσεων δύναται να θεμελιώσει παραβίαση των άρθρων 3 και 10 της ΕΣΔΑ (βλ. ΕΔΔΑ, Soering v. the United Kingdom, 7 Ιουλίου 1989, §§ 88-91· F.G. v. Sweden [GC], αρ. 43611/11, 23 Μαρτίου 2016, §§ 111-113 [8: 111-113, 192-194]· βλ. επίσης J.K. and Others v. Sweden [GC], αρ. 59166/12, 23 Αυγούστου 2016, § 94 [10: 94, 344] και Vilvarajah and Others v. the United Kingdom, 30 Οκτωβρίου 1991, § 108 [22: 948)] Πλην όμως, στην παρούσα περίπτωση, η ύπαρξη τέτοιου προσωπικού και πραγματικού κινδύνου δεν τεκμηριώθηκε επαρκώς ούτε μέσω των δηλώσεων της Αιτήτριας ούτε μέσω των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου

Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η εκτίμηση του κινδύνου δίωξης πρέπει να βασίζεται σε εξατομικευμένη ανάλυση των προσωπικών χαρακτηριστικών και των πραγματικών περιστάσεων του αιτητή, και όχι σε γενικές υποθέσεις ή στατιστικές εκτιμήσεις (βλ. ΔΕΕ, ΟΑ, C-255/19, σκ. 55-57, C-621/21 (WS) σκ 59-60  και C-608/22 & C-609/22 (AH & FN), σκ 49).

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά την ύπαρξη γενικευμένης καταστολής έναντι αποσχιστικών κινημάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν του δεν επαρκούν ώστε να αποδεικνύουν ότι η Αιτήτρια αποτέλεσε πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος των αρχών ή στόχο ενεργού, εξατομικευμένης και συστηματικής δίωξης λόγω πολιτικών πεποιθήσεων ή ουσιαστικής συμμετοχής στην SCNC.

Το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της ex nunc και εξατομικευμένης αξιολόγησης της παρούσας αίτησης διεθνούς προστασίας, προέβη παράλληλα σε αυτεπάγγελτη έρευνα από αξιόπιστες και επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν, τη δράση και μεταχείριση της SCNC από τις αρχές της χώρας, το νομοθετικό και ποινικοδικονομικό πλαίσιο του Καμερούν, καθώς και τη γενικότερη κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Από τις πληροφορίες που εντοπίστηκαν προκύπτει ότι το SCNC αποτελεί αγγλόφωνο πολιτικό και αποσχιστικό κίνημα, το οποίο ιδρύθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και υποστηρίζει την αυτοδιάθεση των αγγλόφωνων περιοχών του Καμερούν.[13] Πηγές όπως το Immigration and Refugee Board of Canada[14], η CEDOCA και το Freedom House[15] αναφέρουν ότι το SCNC απαγορεύθηκε από την κυβέρνηση του Καμερούν το 2017, ενώ καταγράφονται συλλήψεις, κρατήσεις και διώξεις ηγετικών στελεχών και υποστηρικτών του κινήματος.[16]

Περαιτέρω, εκθέσεις διεθνών οργανισμών, περιλαμβανομένης της Human Rights Watch[17], επιβεβαιώνουν ότι πρόσωπα που συνδέονταν ή θεωρούνταν συνδεόμενα με αγγλόφωνες κινητοποιήσεις ή αποσχιστικές δραστηριότητες ισχυρίστηκαν ότι υπέστησαν αυθαίρετες συλλήψεις, κρατήσεις και κακομεταχείριση από τις αρχές ασφαλείας.

Ωστόσο, οι ίδιες πληροφορίες[18] καταδεικνύουν επίσης ότι η οργανωτική δομή και η πραγματική επιρροή του SCNC εντός του Καμερούν έχουν αποδυναμωθεί σημαντικά τα τελευταία έτη, ενώ μέρος των πηγών αναφέρει ότι το κίνημα έχει σε μεγάλο βαθμό αντικατασταθεί από αυτόνομες αποσχιστικές ομάδες. Παράλληλα, δεν προκύπτει από τις διαθέσιμες πληροφορίες ότι κάθε πρόσωπο αγγλόφωνης καταγωγής ή κάθε πρόσωπο με περιορισμένη ή περιφερειακή επαφή με το SCNC αντιμετωπίζεται αυτομάτως από τις αρχές ως πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος ή ως ενεργός αποσχιστής.[19][20][21][22]

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εξωτερικές πληροφορίες επιβεβαιώνουν γενικά την ύπαρξη, τη δράση και την καταστολή του SCNC από τις αρχές του Καμερούν, δεν επαρκούν όμως ώστε να επιβεβαιώσουν τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί ουσιαστικής, ενεργού και στοχευμένης συμμετοχής στην οργάνωση ή ότι αυτή αποτέλεσε πρόσωπο διαρκούς και εξατομικευμένου ενδιαφέροντος των αρχών.

Υπό τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η Αιτήτρια  δεν κατέστησε δυνατό να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης στη βάση των πολιτικών του πεποιθήσεων, κατά τα οριζόμενα στην Οδηγία 2011/95/ΕΕ και στη Σύμβαση της Γενεύης.

Σε σχέση με τον τέταρτο ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι συνελήφθη από αστυνομικούς και στρατιωτικούς στο σημείο ελέγχου Miselele μεταξύ Buea και Douala, επειδή εντοπίστηκε στην κατοχή της κάρτα μέλους της SCNC, και ότι στη συνέχεια κρατήθηκε για τρεις ημέρες στον αστυνομικό σταθμό Molikoh στην Buea, διαπιστώνεται ότι οι δηλώσεις της παρέμειναν σε γενικό και αόριστο επίπεδο και δεν χαρακτηρίζονταν από συνοχή και επαρκή λεπτομέρεια.

Ειδικότερα, αναφορικά με τις περιστάσεις της φερόμενης σύλληψης τον Δεκέμβριο του 2018, η Αιτήτρια δήλωσε ότι επέστρεφε στην Buea για να παραλάβει προσωπικά της αντικείμενα μετά από συνέντευξη εργασίας στην Douala, όταν σταμάτησε σε σημείο ελέγχου από αστυνομικούς και στρατιωτικούς, οι οποίοι έλεγξαν τις αποσκευές της και εντόπισαν την κάρτα μέλους της SCNC. Ωστόσο, οι δηλώσεις της ως προς τις συνθήκες του περιστατικού παρέμειναν γενικές, ενώ προέκυψαν και αντιφάσεις, καθώς αρχικά ανέφερε ότι ταξίδευε με αυτοκίνητο και ακολούθως ότι επρόκειτο για δημόσιο μέσο μεταφοράς.

Περαιτέρω, όταν κλήθηκε να περιγράψει τι συνέβη κατά τη σύλληψη και ανάκριση, περιορίστηκε να αναφέρει γενικά ότι οι αρχές την κτύπησαν, την κατηγόρησαν ότι η SCNC αποτελεί τρομοκρατική οργάνωση και τη ρωτούσαν για συναντήσεις και άλλα μέλη της οργάνωσης, χωρίς να είναι σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένες πληροφορίες ή σαφή αλληλουχία γεγονότων. Ομοίως, ως προς την παραμονή της στον αστυνομικό σταθμό Molikoh, ανέφερε ότι κρατήθηκε για τρεις ημέρες χωρίς να της συμβεί οτιδήποτε περαιτέρω και ότι αφέθηκε ελεύθερη κατόπιν παρέμβασης του πατέρα της, χωρίς να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τη διαδικασία κράτησης, τις συνθήκες ή τις ενέργειες των αρχών κατά το διάστημα αυτό.

Επιπλέον, η Αιτήτρια ανέφερε ότι μετά την αποφυλάκισή της διέμεινε για περίπου δύο μήνες στην Douala πριν αναχωρήσει από τη χώρα, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα ή περιστατικό κατά το διάστημα αυτό. Παράλληλα, παρότι υποστήριξε ότι οι αρχές την αναζητούσαν ως μέλος της SCNC και τη θεωρούσαν τρομοκράτη, εξήλθε από τη χώρα μέσω του αεροδρομίου της Douala χρησιμοποιώντας το διαβατήριό της και χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τον έλεγχο. Η εξήγηση που παρέθεσε, ότι οικογενειακός φίλος «κανόνισε» τη διέλευσή της από τα σημεία ελέγχου, παρέμεινε αόριστη, ενώ η ίδια δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει ποιος ήταν ο ρόλος ή η ιδιότητα του εν λόγω προσώπου.

Σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ότι μετά την αναχώρησή της από το Καμερούν οι αρχές μετέβησαν επανειλημμένα στην οικία των γονέων της προς αναζήτησή της, οι δηλώσεις της παρέμειναν επίσης γενικές και μη συγκεκριμένες. Ως προς το περιστατικό του 2019, δεν κατόρθωσε να προσδιορίσει με σαφήνεια πότε ακριβώς έλαβε χώρα ούτε τι ακολούθησε μετά την επίσκεψη των αρχών, ενώ οι αναφορές της βασίζονταν κυρίως σε πληροφορίες που φέρεται να έλαβε από την αδελφή της. Αντίστοιχα, αναφορικά με το περιστατικό του 2023, περιορίστηκε να αναφέρει ότι η αδελφή της της έστειλε μήνυμα ότι οι αρχές την αναζητούσαν, χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει περαιτέρω λεπτομέρειες ή συγκεκριμένα περιστατικά που να καταδεικνύουν συνεχιζόμενο ενδιαφέρον των αρχών εις βάρος της.

Τέλος, οι δηλώσεις της αναφορικά με τον ρόλο και τις διασυνδέσεις του πατέρα της στις στρατιωτικές αρχές παρουσιάστηκαν ασαφείς και μη συνεκτικές. Παρότι υποστήριξε ότι ο πατέρας της υπήρξε στρατιωτικός με σημαντικές διασυνδέσεις και ότι αυτός συνέβαλε στην αποφυλάκισή της, δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τις αρμοδιότητες, τη θέση ή τον τρόπο με τον οποίο ο πατέρας της μπορούσε να επηρεάσει τις αρχές.

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, ήτοι του γενικού, αόριστου και μη συνεκτικού χαρακτήρα των δηλώσεων της Αιτήτριας, καθώς και των επιμέρους αντιφάσεων και ελλείψεων ως προς τα βασικά στοιχεία του ισχυρισμού, κρίνεται ότι η εσωτερική αξιοπιστία του τέταρτου ουσιώδους ισχυρισμού δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί πλήρως. Ωστόσο, γίνεται αποδεκτό ότι η Αιτήτρια ενδέχεται να υπέστη έλεγχο ή σύντομη προσαγωγή από τις αρχές στο πλαίσιο των γενικευμένων ελέγχων που διεξάγονταν σε σχέση με την κρίση στις αγγλόφωνες περιοχές, χωρίς όμως να τεκμηριώνεται ότι υπήρξε πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις αρχές ή ότι αποτέλεσε στόχο συστηματικής δίωξης λόγω ουσιαστικής πολιτικής δράσης ή ενεργού συμμετοχής στην SCNC.

Σε σχέση με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι συνελήφθη από τις αρχές λόγω της κατοχής κάρτας μέλους της SCNC και κρατήθηκε για τρεις ημέρες στον αστυνομικό σταθμό Molikoh στην Buea, σημειώνεται ότι, παρά την έρευνα σε διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν πληροφορίες που να επιβεβαιώνουν το συγκεκριμένο περιστατικό ή να συνδέουν προσωπικά την Αιτήτρια με στοχευμένη δίωξη από τις αρχές του Καμερούν.

Εντούτοις, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής επιβεβαιώνουν γενικά ότι, κατά την περίοδο μετά το 2017 και ιδίως στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν, οι αρχές προέβαιναν σε αυξημένους ελέγχους, συλλήψεις, προσαγωγές και κρατήσεις προσώπων που θεωρούνταν ή υποπτεύονταν ότι συνδέονται με αποσχιστικές οργανώσεις, συμπεριλαμβανομένης της SCNC. Οι ίδιες πηγές επιβεβαιώνουν επίσης ότι η SCNC είχε απαγορευθεί από τις αρχές και ότι μέλη ή υποστηρικτές της ενδέχετο να αντιμετωπίζουν αυξημένο ενδιαφέρον από τις κρατικές αρχές ασφαλείας.[23][24]

Ωστόσο, οι γενικές αυτές πληροφορίες δεν επαρκούν αφ’ εαυτών ώστε να επιβεβαιώσουν τον προσωπικό ισχυρισμό της Αιτήτριας περί στοχευμένης δίωξης ή συστηματικής αναζήτησής της από τις αρχές, καθότι η ίδια δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό κατοχή της κάρτας μέλους της SCNC, τη φύση και τον βαθμό της εμπλοκής της με την οργάνωση ή τις περιστάσεις υπό τις οποίες οι αρχές φέρεται να την ταυτοποίησαν ως πρόσωπο συνδεόμενο με αποσχιστική δράση. Περαιτέρω, οι δηλώσεις της ως προς τη σύλληψη, τη μεταφορά και την τριήμερη κράτησή της παρέμειναν γενικές και περιορισμένα εξατομικευμένες, χωρίς επαρκείς βιωματικές λεπτομέρειες που να προσδίδουν αυξημένη αληθοφάνεια στον πυρήνα του ισχυρισμού της. Ως εκ τούτου, δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί, στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, ότι η Αιτήτρια αποτέλεσε πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος των αρχών ή ότι υπήρχε εις βάρος της ενεργός και διαρκής μηχανισμός καταδίωξηςΕπιπρόσθετα, οι εξωτερικές πληροφορίες δεν αναιρούν τις ουσιώδεις ελλείψεις συνοχής και λεπτομέρειας που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών της.

Συνεπώς, παρότι οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής καθιστούν εύλογο το ενδεχόμενο η Αιτήτρια να υποβλήθηκε σε έλεγχο ή σύντομη προσαγωγή στο πλαίσιο των γενικευμένων επιχειρήσεων ασφαλείας που λάμβαναν χώρα στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν κατά την επίμαχη περίοδο, δεν τεκμηριώνεται επαρκώς ότι αυτή υπήρξε πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις αρχές ή ότι αποτέλεσε στόχο συστηματικής και εξατομικευμένης δίωξης λόγω ουσιαστικής πολιτικής ή αποσχιστικής δράσης. Ομοίως, δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί, στον απαιτούμενο βαθμό πιθανολόγησης, ότι η Αιτήτρια ήταν πράγματι κάτοχος κάρτας μέλους της SCNC ή ότι οι αρχές την αντιλαμβάνονταν ως πρόσωπο ενεργά συνδεόμενο με την εν λόγω οργάνωση.

Ως εκ τούτου, ο τέταρτος ουσιώδης ισχυρισμός γίνεται αποδεκτός μόνο εν μέρει, ήτοι αποκλειστικά ως προς το ενδεχόμενο σύντομου ελέγχου ή περιορισμένης προσαγωγής από τις αρχές, ενώ απορρίπτεται κατά το μέρος που αφορά ισχυρισμούς περί συστηματικής δίωξης, ενεργού καταζήτησης ή σοβαρού προφίλ ενδιαφέροντος από τις αρχές του Καμερούν.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι, όπως έχει παγιωθεί νομολογιακά, η αντικειμενική διαπίστωση γενικευμένου κινδύνου ή ασταθούς κατάστασης ασφαλείας στη χώρα καταγωγής δεν αρκεί αφ’ εαυτής για να θεμελιώσει ατομικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης, ελλείψει επαρκούς και πειστικής σύνδεσης του αιτητή με συγκεκριμένο μηχανισμό στοχοποίησης (βλ. ΔΕΕ, C-465/07, Elgafaji και ΕΔΔΑ, R.W. κατά Σουηδίας Application no. 35745/11). Εν προκειμένω, οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας περί ενεργού καταζήτησης και συστηματικής δίωξης παρέμειναν αόριστοι και στερούμενοι επαρκών λεπτομερειών ως προς τον τρόπο, τη διάρκεια και την ένταση της κατ’ ισχυρισμό στοχοποίησής της από τις αρχές.

Περαιτέρω, ενισχυτικό της πιο πάνω κρίσης αποτελεί το γεγονός ότι η Αιτήτρια αναχώρησε από το Καμερούν με επίσημα ταξιδιωτικά έγγραφα και μέσω του διεθνούς αεροδρομίου της Douala χωρίς να προκύπτει ότι αντιμετώπισε οποιοδήποτε ουσιαστικό εμπόδιο ή παρέμβαση από τις αρχές, στοιχείο το οποίο, σύμφωνα και με την καθοδήγηση της EUAA[25], δύναται να λαμβάνεται υπόψη κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον ένα πρόσωπο αποτελούσε πράγματι αντικείμενο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος των κρατικών αρχών. Επιπλέον, δεν αποδείχθηκε επαρκώς ότι οι αρχές του Καμερούν ή άλλοι δρώντες προέβησαν σε ενεργές και συστηματικές ενέργειες αναζήτησης της Αιτήτριας μετά την αναχώρησή της από τη χώρα.

Συνοψίζοντας και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των ανωτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η αξιολόγηση της Διοίκησης ως προς τον δεύτερο, τρίτο και τέταρτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας δεν υπήρξε επαρκώς εξατομικευμένη ούτε στηρίχθηκε σε πλήρη και δέουσα αξιολόγηση όλων των σχετικών περιστάσεων της υπόθεσης. Ειδικότερα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Διοίκηση προέβη σε μάλλον αποσπασματική αξιολόγηση επιμέρους ανακολουθιών και αδυναμιών των δηλώσεων της Αιτήτριας, χωρίς να προβεί σε συνολική στάθμιση του βασικού πυρήνα των ισχυρισμών της υπό το πρίσμα του προσωπικού της προφίλ, των πληροφοριών χώρας καταγωγής και του γενικότερου πλαισίου της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν.

Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι η Διοίκηση κατέληξε σε καθολική απόρριψη των εν λόγω ισχυρισμών, χωρίς να εξετάσει επαρκώς κατά πόσον ορισμένες πτυχές αυτών θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτές έστω και εν μέρει, στη βάση της αρχής της συνολικής και σωρευτικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας που διέπει το δίκαιο διεθνούς προστασίας. Συναφώς, επισημαίνεται ότι η κρίση επί της αξιοπιστίας επιβάλλεται να είναι συνολική (assessment in the round), λαμβάνοντας υπόψη τη συμβατότητα του ισχυρισμού με τις πληροφορίες χώρας καταγωγής (Άρθρο 4(5)(γ) Οδηγίας 2011/95/ΕΕ) και αποφεύγοντας συμπεράσματα που βασίζονται σε εικασίες (βλ. Δικαστική Ανάλυση EUAA για τα Αποδεικτικά Στοιχεία, 2023, σελ. 120-121, και ΔΕΕ, C-148/13, A, B και C, σκέψη 62)

Υπό τα δεδομένα αυτά, και ως αναφέρεται ανωτέρω κατά την επιμέρους εξέταση των δεύτερου, τρίτου και τέταρτου ουσιωδών ισχυρισμών, το Δικαστήριο προέβη σε εξ υπαρχής αξιολόγηση των εν λόγω ισχυρισμών, τόσο ως προς την εσωτερική όσο και ως προς την εξωτερική τους αξιοπιστία, στη βάση του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, των δηλώσεων της Αιτήτριας, των προσκομισθέντων τεκμηρίων, της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς και των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας καταγωγής.

Υπενθυμίζεται, ότι το Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας δεν περιορίζεται σε αμιγώς ακυρωτικό έλεγχο της νομιμότητας της προσβαλλόμενης διοικητικής πράξης, αλλά επεκτείνεται στην εξέταση της ορθότητας της ουσίας της υπόθεσης. Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο οφείλει, εφόσον διαπιστώσει ελλείψεις στην αξιολόγηση της Διοίκησης ή πλημμέλειες ως προς την αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, να προβεί το ίδιο σε πλήρη και εξ υπαρχής (ex novo) αξιολόγηση των πραγματικών και νομικών ζητημάτων της υπόθεσης.(  βλ. DEVI PRASAD SIWAKOTI (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 135/2023), MBYE JALLOW (Έφεση Κaτά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 3/2022), S. M. G. (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 66/2024)

Η πιο πάνω υποχρέωση απορρέει τόσο από το άρθρο 46(3) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ όσο και από το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο, δυνάμει των οποίων το Δικαστήριο υποχρεούται να διενεργεί πλήρη και ex nunc εξέταση των πραγματικών και νομικών στοιχείων που σχετίζονται με την αίτηση διεθνούς προστασίας.(βλ. CHUKWUJI FESTUS UZU (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2022).  Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο δύναται να λαμβάνει υπόψη επικαιροποιημένα στοιχεία και γεγονότα που ανέκυψαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, να συνεκτιμά μεταβολές στις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, καθώς και να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε αναζήτηση και αξιολόγηση πληροφοριών χώρας καταγωγής (Country of Origin InformationCOI).(βλ. MBYE JALLOW (Έφεση Κaτά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 3/2022),  Β. Α.  (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025),  SHARMAAKE MOHAMED (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2021),  CHUKWUJI FESTUS UZU (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2022), GURDHIAN SINGH, Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 26/20)

Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαθέτει διαπλαστική δικαιοδοσία, δυνάμενο όχι μόνο να ακυρώσει αλλά και να υποκαταστήσει τη διοικητική κρίση με δική του κρίση επί της ουσίας της αίτησης διεθνούς προστασίας, θεραπεύοντας τυχόν πλημμέλειες ή παραλείψεις της διοικητικής διαδικασίας.(  Μ. A. L.  (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 19/2025)   Β. Α. (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2025) ARISTOTE BONSANGE MAMBULU (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ.155/2023)

Ως προς δε την αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών αιτητή διεθνούς προστασίας, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι αυτή δεν διενεργείται αποσπασματικά, αλλά μέσω συνολικής και σωρευτικής στάθμισης του συνόλου των στοιχείων της υπόθεσης, υπό το πρίσμα τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των προβαλλόμενων ισχυρισμών.

Στο εγχειρίδιο της EUAA «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου» επισημαίνεται ότι απαιτείται αντικειμενική και ισορροπημένη αξιολόγηση του κατά πόσον η αφήγηση του αιτητή ανταποκρίνεται σε αυτό που εύλογα θα αναμενόταν από πρόσωπο που περιγράφει μια πραγματική προσωπική εμπειρία.(βλ. CHUKWUJI FESTUS UZU (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2022) Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η έλλειψη επαρκών και λυσιτελών λεπτομερειών δύναται να επηρεάσει αρνητικά την αξιοπιστία των προβαλλόμενων ισχυρισμών.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μολονότι οι αιτούντες διεθνή προστασία δύνανται, λόγω της ευάλωτης θέσης τους, να τυγχάνουν του ευεργετήματος της αμφιβολίας, το τεκμήριο αυτό δεν λειτουργεί ανεπιφύλακτα ούτε απαλλάσσει τον αιτητή από την υποχρέωση να παράσχει συνεκτική, εύλογη και επαρκώς συγκεκριμένη αφήγηση των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται. Όταν δε ανακύπτουν σοβαρές ανακολουθίες ή στοιχεία που κλονίζουν την αξιοπιστία των ισχυρισμών του, ο αιτητής οφείλει να παρέχει ικανοποιητικές και πειστικές εξηγήσεις (βλ. Collins and Akasiebie κατά Σουηδίας, αρ. 23944/05, 8.3.2007· Matsiukhina and Matsiukhin κατά Σουηδίας, αρ. 31260/04, 21.6.2005).

Συναφώς, το ΕΔΔΑ έχει επανειλημμένως υπογραμμίσει ότι ο αιτητής φέρει καταρχήν το βάρος να προσκομίσει στοιχεία ικανά να θεμελιώσουν σοβαρούς λόγους ώστε να θεωρηθεί ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, θα διατρέξει πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ (βλ. N. κατά Φινλανδίας, αρ. 38885/02, §167, 26.7.2005· N.A. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ. 25904/07, §111, 17.7.2008).

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο, εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές, προέβη σε συνολική και σωρευτική αξιολόγηση των ισχυρισμών της Αιτήτριας υπό το πρίσμα τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής τους αξιοπιστίας, συνεκτιμώντας το περιεχόμενο της προσωπικής της συνέντευξης, τα προσκομισθέντα τεκμήρια, την επ’ ακροατηρίω μαρτυρία της, καθώς και τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής.

Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο δεν υιοθετεί πλήρως την κρίση της Διοίκησης περί καθολικής αναξιοπιστίας των προβαλλόμενων ισχυρισμών, καθότι ορισμένες πτυχές αυτών παρουσιάζουν βασική συνοχή με το προσωπικό και επαγγελματικό προφίλ της Αιτήτριας και με το γενικό πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν. Ωστόσο, ουσιώδη μέρη των ισχυρισμών της χαρακτηρίζονται από αοριστία, περιορισμένη βιωματική λεπτομέρεια, ασυνέπειες και έλλειψη επαρκούς εξατομίκευσης, στοιχεία τα οποία δεν επιτρέπουν την πλήρη αποδοχή τους ούτε την ασφαλή θεμελίωση πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης και του περί Προσφύγων Νόμο.

Πέραν των ανωτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια ερωτήματα ανοικτής φύσεως αναφορικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της και της δόθηκε η δυνατότητα να εκθέσει τη θέση της και να αναπτύξει τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων θεμελίωσε το αίτημά της διεθνούς προστασίας. Παρά το γεγονός ότι εντοπίστηκαν επιμέρους πλημμέλειες ως προς την αξιολόγηση ορισμένων ουσιωδών ισχυρισμών και τη στάθμιση συγκεκριμένων στοιχείων του φακέλου, δεν προκύπτει ότι η διοικητική διαδικασία στερήθηκε συνολικά του απαιτούμενου ερευνητικού χαρακτήρα ή ότι η Αιτήτρια στερήθηκε ουσιωδώς της δυνατότητας να προβάλει τους ισχυρισμούς της.

Περαιτέρω, οι πλημμέλειες που εντοπίστηκαν κατά τη διοικητική αξιολόγηση θεραπεύθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας εξ υπαρχής και ex-nunc εξέτασης από το Δικαστήριο, το οποίο προέβη σε αυτοτελή αξιολόγηση των δηλώσεων της Αιτήτριας, των προσκομισθέντων τεκμηρίων, των προσωπικών της περιστάσεων και των διαθέσιμων πληροφοριών χώρας καταγωγής.

Ωστόσο, ακόμη και υπό το πρίσμα της ευρύτερης και ευνοϊκότερης αξιολόγησης που πραγματοποιήθηκε από το Δικαστήριο, εξακολουθούν να διαπιστώνονται ουσιώδεις ελλείψεις ως προς την εσωτερική συνοχή, τη λεπτομέρεια και την αληθοφάνεια κρίσιμων πτυχών των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ιδίως ως προς τον βαθμό της κατ’ ισχυρισμό πολιτικής ή αποσχιστικής της δραστηριοποίησης και την ύπαρξη εξατομικευμένου μηχανισμού δίωξης εις βάρος της.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι δεύτερος, τρίτος και τέταρτος ουσιώδεις ισχυρισμοί της Αιτήτριας δύνανται να γίνουν αποδεκτοί μόνο εν μέρει, στον βαθμό που προκύπτει ότι αυτή ενδέχεται να είχε περιορισμένη εμπλοκή ή επαφή με κινητοποιήσεις και πρόσωπα συνδεόμενα με την αγγλόφωνη κρίση στο Καμερούν και ότι ενδέχεται να προσέλκυσε περιστασιακά το ενδιαφέρον των αρχών στο πλαίσιο των γενικευμένων επιχειρήσεων ασφαλείας της περιόδου εκείνης.

Κατά πάγια νομολογία (βλ. ΔΕΕ, C-71/11, Y και Z, σκέψη 76, και C-199/12, X, Y και Z, σκέψη 72), η κρίση περί του βασίμου του φόβου απαιτεί τη διαπίστωση ότι οι εδραιωθείσες περιστάσεις συνιστούν μια τέτοια απειλή ώστε ο Αιτητής να μπορεί ευλόγως να φοβάται, ενόψει της ατομικής του κατάστασης, ότι θα υποστεί πράξεις δίωξης σε περίπτωση επιστροφής. Η αξιολόγηση αυτή είναι κατ' ανάγκην μελλοντοστραφής (forward-looking assessment) και εστιάζει στον πραγματικό κίνδυνο (real risk) που θα αντιμετώπιζε ο Αιτητής στο ορατό μέλλον (βλ. EUAA, Πρακτικός Οδηγός 2024, σελ. 110).

Εν προκειμένω, μολονότι το Δικαστήριο αποδέχεται εν μέρει το ιστορικό περιορισμένης εμπλοκής και περιστασιακού ενδιαφέροντος των αρχών στο παρελθόν, κρίνει ότι τα εν λόγω περιστατικά, λόγω της φύσης και του χρόνου επέλευσής τους, δεν πληρούν το απαιτούμενο πρότυπο του "εύλογου βαθμού πιθανότητας" (reasonable degree of likelihood) προκειμένου ο φόβος να χαρακτηριστεί ως βάσιμος και δικαιολογημένος (βλ. Δικαστική Ανάλυση EUAA 2023, σελ. 80-81). Ελλείψει στοιχείων περί ενεργού και διαρκούς στοχοποίησης, ο προβαλλόμενος φόβος παραμένει θεωρητικός και δεν θεμελιώνει την ανάγκη διεθνούς προστασίας

Όπως έχει κριθεί, δραστηριότητες που χαρακτηρίζονται από "χαμηλό προφίλ" και δεν καθιστούν τον αιτητή "ιδιαίτερα εκτεθειμένο" στα μάτια των αρχών, δεν στοιχειοθετούν πραγματικό κίνδυνο δίωξης (βλ. ΕΔΔΑ, A.A. κατά Ελβετίας, αριθ. προσφυγής 58802/12, σκέψη 17). Το απαιτούμενο πρότυπο του "εύλογου βαθμού πιθανότητας" επιβάλλει τη διαπίστωση μιας απειλής τέτοιας έντασης, ώστε ο αιτητής να μπορεί "εύλογα να φοβάται" ότι θα υποστεί όντως πράξεις δίωξης σε περίπτωση επιστροφής (βλ. ΔΕΕ, Salahadin Abdulla, συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-175/08 κ.ά., σκέψη 89). Ελλείψει "ειδικών διακριτικών χαρακτηριστικών" στοχοποίησης, το περιστασιακό ενδιαφέρον δεν αρκεί για να μετατρέψει έναν γενικό κίνδυνο σε εξατομικευμένο βάσιμο φόβο (βλ. ΕΔΔΑ, A.A. κατά Ελβετίας, ό.π., σκέψη 39)

Προχωρώντας και αναφορικά με την ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, η οποία προσήχθη δια αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας, σημειώνεται αρχικά ότι αξιολογείται ως μέρος του συνολικού αποδεικτικού υλικού και όχι ως αυτοτελές και αδιαμφισβήτητο αποδεικτικό μέσο. Το γεγονός ότι πρόκειται για δήλωση της ίδιας της Αιτήτριας συνεπάγεται ότι η εν λόγω μαρτυρία εξυπηρετεί άμεσα τα συμφέροντά της και, ως εκ τούτου, απαιτείται προσεκτική στάθμιση ως προς την αποδεικτική της αξία.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι η αξιολόγηση εγγράφων και λοιπού αποδεικτικού υλικού στο πλαίσιο αιτήσεων διεθνούς προστασίας δεν πραγματοποιείται αποσπασματικά ή μεμονωμένα, αλλά στο πλαίσιο συνολικής και σωρευτικής αξιολόγησης όλων των στοιχείων της υπόθεσης, υπό το πρίσμα τόσο της εσωτερικής όσο και της εξωτερικής αξιοπιστίας των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Όπως επισημαίνεται και στις κατευθυντήριες οδηγίες της EUAA αναφορικά με την αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας, τα έγγραφα εξετάζονται μεταξύ άλλων ως προς τη συνάφειά τους με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του αιτητή, τη συμβατότητα του περιεχομένου τους με τις δηλώσεις του και τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, την ύπαρξη και αναγνωρισιμότητα του συγκεκριμένου τύπου εγγράφου στη χώρα προέλευσης, καθώς και ως προς τη μορφή, τυποποίηση και γενικότερη εικόνα γνησιότητάς τους.(βλ. BOLARNINWA EMMANUEL JOHNSON (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 95/2023)

Περαιτέρω, κατά πάγια αρχή του δικαίου διεθνούς προστασίας, η αυθεντικότητα της προέλευσης ενός εγγράφου και η σχετικότητα του περιεχομένου του αποτελούν δύο διακριτές αλλά αλληλένδετες προϋποθέσεις για την αποδοχή της αποδεικτικής του αξίας.(βλ. ΗΑSSAN ALI  (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 12/2023) Ως εκ τούτου, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου δεν προκύπτουν εμφανή στοιχεία πλαστότητας, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάζει κατά πόσον το περιεχόμενο του εγγράφου παρουσιάζει εσωτερική συνοχή, συμβατότητα με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και επαρκή σύνδεση με το προσωπικό βίωμα που επικαλείται ο αιτητής.

Συναφώς, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι τα προσκομιζόμενα έγγραφα έχουν κατά κανόνα υποστηρικτικό και όχι αυτοτελώς αποδεικτικό χαρακτήρα, ιδίως όταν αφορούν γεγονότα τα οποία εξαρτώνται πρωτίστως από την αξιοπιστία της προσωπικής αφήγησης του αιτητή. Ως εκ τούτου, σε περιπτώσεις όπου έχουν εντοπιστεί ουσιώδεις ασυνέπειες, αοριστία ή προβλήματα εσωτερικής αξιοπιστίας ως προς τον πυρήνα των ισχυρισμών, τα έγγραφα δεν δύνανται αφ’ εαυτών να θεραπεύσουν πλήρως τις αδυναμίες αυτές ή να υποκαταστήσουν την ανάγκη ύπαρξης συνεκτικής και πειστικής προσωπικής μαρτυρίας.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο, ασκώντας τον ανακριτικό του ρόλο, δύναται να προβεί σε αυτεπάγγελτη αξιολόγηση της μορφής, της δομής και της ευλογοφάνειας των προσκομιζόμενων εγγράφων, καθώς και να συνεκτιμήσει τυχόν ανακρίβειες, ασυνήθιστα χαρακτηριστικά, ελλείψεις ή τυπογραφικά σφάλματα, τα οποία ενδέχεται να επηρεάζουν την αποδεικτική τους αξία. (JOHN MBI EBOT (Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 141/2023)

Υπό το πρίσμα των πιο πάνω αρχών, το Δικαστήριο προχωρεί κατωτέρω στην επιμέρους αξιολόγηση της ένορκης δήλωσης της Αιτήτριας και των προσκομισθέντων τεκμηρίων, συνεκτιμώντας τη συνάφεια, τη συνοχή, τη γνησιότητα και την αποδεικτική βαρύτητα εκάστου εξ αυτών σε συνάρτηση με το σύνολο του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης.

Αρχικά παρατηρείται ότι μέσω της εν λόγω ένορκης δήλωσης η Αιτήτρια επιχειρεί να αναπτύξει περαιτέρω και να αποσαφηνίσει ουσιώδεις πτυχές των προβαλλόμενων ισχυρισμών της, παραθέτοντας εκ νέου το ιστορικό της συμμετοχής της στο SCNC, των συλλήψεων και κρατήσεών της, της κατ’ ισχυρισμό κακομεταχείρισης και σεξουαλικής βίας που υπέστη, καθώς και των λόγων για τους οποίους υποστηρίζει ότι εξακολουθεί να αναζητείται από τις αρχές του Καμερούν.

Περαιτέρω, διαπιστώνεται ότι η ένορκη δήλωση παρουσιάζει, ως προς τον πυρήνα των προβαλλόμενων περιστατικών, γενική χρονική και πραγματική συνοχή με τους ισχυρισμούς που η Αιτήτρια είχε ήδη προβάλει κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, ενώ παράλληλα συνδέεται με τα προσκομισθέντα τεκμήρια τα οποία συνοδεύουν την αίτηση προσαγωγής μαρτυρίας.

Εντούτοις, επισημαίνεται ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση δεν δύναται αφ’ εαυτής να θεραπεύσει πλήρως τις ασάφειες, αντιφάσεις και προβλήματα εσωτερικής συνοχής που είχαν εντοπιστεί κατά τη συνέντευξη της Αιτήτριας ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου, καθότι σημαντικό μέρος του περιεχομένου της βασίζεται εκ νέου στους ίδιους κατ’ ισχυρισμό ισχυρισμούς χωρίς ανεξάρτητη επιβεβαίωση.

Παρά ταύτα, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης δεν μπορεί να αξιολογηθεί απομονωμένα, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί σωρευτικά με τα λοιπά προσκομισθέντα έγγραφα και τεκμήρια προς διαπίστωση του κατά πόσον αυτά παρέχουν επαρκή εξωτερική ενίσχυση και κάλυψη των κενών αξιοπιστίας που είχαν εντοπιστεί κατά τη διοικητική διαδικασία.

Αναφορικά με το Τεκμήριο 1, το οποίο αφορά πιστοποιητικό γεννήσεως της Αιτήτριας, παρατηρείται ότι το εν λόγω έγγραφο προσκομίζεται προς υποστήριξη των προσωπικών της στοιχείων, ήτοι της ταυτότητας, της ημερομηνίας γέννησης και της χώρας καταγωγής της.

Από την εξέταση του εγγράφου προκύπτει ότι αυτό φέρει εξωτερικά χαρακτηριστικά επίσημου διοικητικού εγγράφου, περιλαμβανομένων σφραγίδων, υπογραφών και στοιχείων πολιτικής καταχώρισης. Ωστόσο, σημειώνεται ότι δεν κατέστη δυνατή η ανεξάρτητη εξακρίβωση της γνησιότητάς του μέσω επίσημης πιστοποίησης ή διασταύρωσης με τις αρμόδιες αρχές της χώρας έκδοσης, ενώ λαμβάνεται υπόψη και το γεγονός ότι πρόκειται για έγγραφο προερχόμενο από χώρα ως προς την οποία συχνά ανακύπτουν ζητήματα αξιοπιστίας και δυνατότητας επαλήθευσης δημοσίων εγγράφων.

Παρά ταύτα, δεν εντοπίζονται εκ πρώτης όψεως εμφανή στοιχεία πλαστότητας ή αλλοίωσης του περιεχομένου του, ενώ τα προσωπικά στοιχεία που αναγράφονται σε αυτό παρουσιάζουν συνοχή με τα αντίστοιχα στοιχεία που περιλαμβάνονται στα λοιπά προσκομισθέντα έγγραφα και στην αφήγηση της Αιτήτριας.

Ως εκ τούτου, το εν λόγω τεκμήριο κρίνεται ότι διαθέτει περιορισμένη αλλά υπαρκτή αποδεικτική αξία ως προς την επιβεβαίωση της ταυτότητας και της χώρας καταγωγής της Αιτήτριας, χωρίς όμως να παρέχει ουσιαστική ενίσχυση αναφορικά με τους ισχυρισμούς περί δίωξης ή φόβου επιστροφής.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 2, το οποίο η Αιτήτρια επικαλείται ως έγγραφο που αποδεικνύει ότι καταζητείται από τις αρχές του Καμερούν ως ύποπτη για πράξεις τρομοκρατίας και αποσχιστικής δράσης, το Δικαστήριο προσεγγίζει το εν λόγω τεκμήριο με ιδιαίτερη επιφύλαξη ως προς την αποδεικτική του αξία.

Ειδικότερα, παρατηρείται ότι το έγγραφο φέρει εξωτερικά χαρακτηριστικά διοικητικού ή αστυνομικού εγγράφου, περιλαμβανομένων αναφοράς σε αστυνομική αρχή, αριθμού αναφοράς, σφραγίδων και στοιχείων ταυτοποίησης της Αιτήτριας. Επιπλέον, το περιεχόμενό του παρουσιάζει γενική συνοχή με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί σύνδεσής της με το SCNC και περί ισχυριζόμενου ενδιαφέροντος των αρχών του Καμερούν προς το πρόσωπό της στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης.

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η γνησιότητα του εγγράφου δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθεί μέσω ανεξάρτητης ή επίσημης διαδικασίας πιστοποίησης, ούτε προέκυψε οποιαδήποτε επιβεβαίωση από αρμόδια αρχή της χώρας καταγωγής. Περαιτέρω, η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε κατά την αντεξέτασή της ότι το έγγραφο εξασφαλίστηκε μέσω του δικηγόρου της και αποστάληκε σε αυτή μέσω DHL, χωρίς η ίδια να γνωρίζει τον ακριβή τρόπο έκδοσης ή τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτό εξασφαλίστηκε. Το στοιχείο αυτό περιορίζει ουσιωδώς τη δυνατότητα εξακρίβωσης της προέλευσης, της αξιοπιστίας και της αλυσίδας κατοχής του εγγράφου.

Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται περαιτέρω στο γεγονός ότι το επίδικο έγγραφο φέρει ημερομηνία έκδοσης του έτους 2023, ήτοι αρκετά έτη μετά τα γεγονότα που η Αιτήτρια ισχυρίζεται ότι έλαβαν χώρα κατά τα έτη 2016 και 2018 και μετά την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της το 2019. Το στοιχείο αυτό δημιουργεί εύλογη επιφύλαξη ως προς την αξιοπιστία και τη γνησιότητα του εγγράφου, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό εξασφαλίστηκε μεταγενέστερα, μετά την απόρριψη της αίτησής της για διεθνή προστασία και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Αν και η Αιτήτρια επιχείρησε να εξηγήσει τη μεταγενέστερη έκδοση του εγγράφου αναφέροντας ότι η υπόθεσή της παρέμεινε εκκρεμής λόγω μη παρουσίας της ενώπιον δικαστηρίου, η εξήγηση αυτή δεν δύναται αφ’ εαυτής να επιβεβαιώσει την αυθεντικότητα ή ακρίβεια του εγγράφου.

Παρά ταύτα, δεν εντοπίζονται εκ πρώτης όψεως εμφανή στοιχεία αλλοίωσης ή πρόδηλης πλαστότητας του τεκμηρίου, ενώ το περιεχόμενό του παρουσιάζει ορισμένη συνοχή με άλλα προσκομισθέντα τεκμήρια και με το γενικό πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν, κατά το οποίο πρόσωπα που συνδέονταν με αποσχιστικές οργανώσεις ή θεωρούνταν ύποπτα για υποστήριξη των οργανώσεων αυτών ενδέχετο να αποτελέσουν αντικείμενο αναζήτησης ή δίωξης από τις αρχές.

Το Δικαστήριο, ασκώντας την εξουσία αυτεπάγγελτης διερεύνησης και αξιολόγησης της αξιοπιστίας των προσκομιζόμενων εγγράφων, προέβη σε έρευνα αναφορικά με το Τεκμήριο 2, ήτοι το έγγραφο με την ονομασία “Avis de Recherche”, το οποίο φέρει ημερομηνία 20/01/2023, είναι συνταγμένο στη γαλλική γλώσσα και υπογράφεται από πρόσωπο που φέρεται ως “Commissaire de Police Principal”. Στο εν λόγω έγγραφο γίνεται αναφορά σε πράξεις σχετιζόμενες με απόσχιση, τρομοκρατία και εχθρότητα έναντι της πατρίδας.

Στο πλαίσιο της ανωτέρω έρευνας, το Δικαστήριο εξέτασε το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο του Καμερούν και ειδικότερα τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Καμερούν (Νόμος 2005/007 της 27ης Ιουλίου 2005), οι οποίες ρυθμίζουν τα είδη και τη μορφή των δικαστικών και αστυνομικών διαδικασιών και ενταλμάτων.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 11 έως 14 του πιο πάνω Κώδικα προκύπτει ότι το ποινικοδικονομικό σύστημα του Καμερούν προβλέπει συγκεκριμένους τύπους δικαστικών διαδικασιών και ενταλμάτων, όπως κλήτευση, ένταλμα προσαγωγής (mandat damener), ένταλμα σύλληψης, ένταλμα έρευνας και ένταλμα προσωρινής κράτησης, τα οποία εκδίδονται από δικαστικές ή εισαγγελικές αρχές υπό καθορισμένες διαδικαστικές προϋποθέσεις. Περαιτέρω, το άρθρο 14 προβλέπει ειδική διαδικασία σε περίπτωση αδυναμίας εντοπισμού του προσώπου κατά του οποίου εκδίδεται ένταλμα προσαγωγής, περιλαμβανομένης της σύνταξης έκθεσης ανεπιτυχούς αναζήτησης και της ανάρτησης αντιγράφου του εντάλματος σε διοικητικές αρχές ή κοινοτικά κέντρα. [26]

Ωστόσο, από την έρευνα του Δικαστηρίου δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί σαφής νομοθετική πρόβλεψη ή επίσημο υπόδειγμα εγγράφου με την ακριβή ονομασία “Avis de Recherche”, ούτε προέκυψε ότι το προσκομισθέν έγγραφο αντιστοιχεί ευθέως σε έναν από τους τυποποιημένους τύπους δικαστικών διαδικασιών που προβλέπονται ρητώς στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Καμερούν.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το επίδικο έγγραφο φαίνεται να φέρει περισσότερο χαρακτηριστικά διοικητικού ή αστυνομικού σημειώματος αναζήτησης παρά τυπικού δικαστικού εντάλματος, χωρίς όμως να κατέστη δυνατό να επαληθευθεί μέσω ανεξάρτητης πηγής η αυθεντικότητα, η επίσημη μορφή ή η ακριβής νομική φύση του.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής σύμφωνα με τις οποίες η πλαστογράφηση ή μη εξουσιοδοτημένη έκδοση επίσημων εγγράφων στο Καμερούν, περιλαμβανομένων ενταλμάτων σύλληψης, κλητεύσεων, πιστοποιητικών αποφυλάκισης και άλλων δικαστικών ή αστυνομικών εγγράφων, αποτελεί διαδεδομένο φαινόμενο, ενώ η εξακρίβωση της γνησιότητάς τους είναι συχνά ιδιαιτέρως δυσχερής λόγω ελλιπούς τυποποίησης, χρήσης γνήσιων κενών εντύπων και αποκλίσεων στις διοικητικές πρακτικές των τοπικών αρχών[27][28]. Οι ανωτέρω πληροφορίες δεν οδηγούν αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο έγγραφο είναι πλαστό· πλην όμως δικαιολογούν την ανάγκη προσεκτικής στάθμισης της αποδεικτικής του αξίας και περιορίζουν τη δυνατότητα ασφαλούς κατάφασης της αυθεντικότητάς του ελλείψει ανεξάρτητης επιβεβαίωσης.

Ως εκ τούτου, μολονότι το Δικαστήριο δεν εντοπίζει εκ πρώτης όψεως πρόδηλα στοιχεία πλαστότητας, κρίνει όμως ότι η απουσία δυνατότητας ανεξάρτητης επαλήθευσης της προέλευσης, της νομικής φύσης και της διαδικαστικής εγκυρότητας του εγγράφου περιορίζει ουσιωδώς την αποδεικτική του αξία. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Τεκμήριο 2 δεν δύναται να θεωρηθεί ως πλήρης και αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι η Αιτήτρια καταζητείται πράγματι από τις αρχές του Καμερούν, αλλά δύναται μόνο να συνεκτιμηθεί επικουρικά στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης

Σε σχέση με το Τεκμήριο 3, το οποίο αφορά βεβαίωση σύμφωνα με την οποία η Αιτήτρια φέρεται να αποτελεί μέλος της οργάνωσης Southern Cameroons National Council (SCNC), το Δικαστήριο προσεγγίζει το εν λόγω έγγραφο με επιφύλαξη ως προς την αποδεικτική του αξία.

Ειδικότερα, παρατηρείται ότι το έγγραφο φέρει εξωτερικά χαρακτηριστικά οργανωτικού εγγράφου, περιλαμβανομένων λογοτύπου, σφραγίδας, ημερομηνίας έκδοσης και υπογραφής προσώπου που φέρεται να ενεργεί εκ μέρους της οργάνωσης. Επιπλέον, το περιεχόμενό του παρουσιάζει γενική συνοχή με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι διατηρούσε κάποια μορφή σύνδεσης ή επαφής με κύκλους προσκείμενους στο SCNC.

Ωστόσο, σημειώνεται ότι η γνησιότητα του εγγράφου και η ιδιότητα του υπογράφοντος προσώπου δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθούν μέσω ανεξάρτητης πηγής ή επίσημης διαδικασίας πιστοποίησης. Περαιτέρω, η ίδια η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες αναφορικά με το πρόσωπο που υπέγραψε τη βεβαίωση, τον ακριβή τρόπο έκδοσής της ή τη διαδικασία μέσω της οποίας αυτή εξασφαλίστηκε, περιοριζόμενη να αναφέρει ότι το έγγραφο εξασφαλίστηκε μέσω του δικηγόρου της.

Το Δικαστήριο αποδίδει επίσης σημασία στο γεγονός ότι το επίδικο έγγραφο φέρει ημερομηνία έκδοσης του έτους 2022, ήτοι αρκετά έτη μετά την κατ’ ισχυρισμό ένταξη της Αιτήτριας στο SCNC και μετά την αναχώρησή της από το Καμερούν. Εντούτοις, το στοιχείο αυτό δεν δύναται αφ’ εαυτού να θεωρηθεί αναξιόπιστο, καθότι σύμφωνα με διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής[29][30], το SCNC δεν διανέμει πλέον κάρτες μέλους εντός Καμερούν λόγω του κινδύνου δίωξης προσώπων που κατέχουν τέτοια έγγραφα, ενώ αναφέρεται ότι η έκδοση καρτών ή βεβαιώσεων μέλους πραγματοποιείται πλέον κυρίως εκτός της χώρας.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι οργανώσεις όπως η SCNC λειτουργούν, σύμφωνα με τις πληροφορίες χώρας καταγωγής, κατά τρόπο μη πλήρως θεσμοθετημένο ή επίσημα αναγνωρισμένο, γεγονός που καθιστά εκ των πραγμάτων δυσχερή την επαλήθευση της αυθεντικότητας αντίστοιχων εγγράφων ή της ιδιότητας των προσώπων που τα εκδίδουν.

Παρά ταύτα, το γεγονός ότι το έγγραφο αποτελεί μεταγενέστερη βεβαίωση συμμετοχής και όχι σύγχρονο της επίδικης περιόδου αποδεικτικό στοιχείο περιορίζει την αποδεικτική του βαρύτητα ως προς την τεκμηρίωση ενεργού και ουσιαστικής συμμετοχής της Αιτήτριας στην οργάνωση κατά τον κρίσιμο χρόνο. Επιπλέον, δεν εντοπίζονται εκ πρώτης όψεως εμφανή στοιχεία αλλοίωσης ή πρόδηλης πλαστότητας του εγγράφου, ενώ το περιεχόμενό του παρουσιάζει ορισμένη συνοχή με τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας και με το γενικό πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Τεκμήριο 3 δεν δύναται να θεωρηθεί ως πλήρης και αδιαμφισβήτητη απόδειξη ουσιαστικής ή ενεργού συμμετοχής της Αιτήτριας στο SCNC. Εντούτοις, το εν λόγω τεκμήριο διαθέτει περιορισμένη υποστηρικτική αποδεικτική αξία και δύναται να συνεκτιμηθεί σωρευτικά με τα λοιπά προσκομισθέντα στοιχεία ως προς το ενδεχόμενο η Αιτήτρια να διατηρούσε περιορισμένη ή περιφερειακή σχέση με πρόσωπα ή κύκλους που συνδέονταν με την εν λόγω οργάνωση.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 4, το οποίο αφορά ιατρικό πιστοποιητικό που φέρεται να εκδόθηκε από ιατρό στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό κράτηση, κακομεταχείριση και σεξουαλική βία που υπέστη, το Δικαστήριο προσεγγίζει το εν λόγω τεκμήριο με επιφύλαξη ως προς την αποδεικτική του αξία.

Ειδικότερα, παρατηρείται ότι το έγγραφο φέρει εξωτερικά χαρακτηριστικά ιατρικού πιστοποιητικού, περιλαμβανομένων στοιχείων ιατρού, ημερομηνίας, ιατρικών αναφορών και περιγραφής της κατάστασης της Αιτήτριας. Από το περιεχόμενό του προκύπτει ότι η Αιτήτρια εξετάστηκε κατόπιν της κατ’ ισχυρισμό αποφυλάκισής της και ότι αναφέρθηκαν τραυματισμοί, ψυχολογικά συμπτώματα και ισχυρισμοί περί σεξουαλικής κακοποίησης κατά τη διάρκεια της κράτησής της.

Ωστόσο, σημειώνεται ότι η γνησιότητα και η προέλευση του εν λόγω εγγράφου δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθούν μέσω ανεξάρτητης ή επίσημης διαδικασίας πιστοποίησης. Περαιτέρω, δεν κατέστη δυνατό να εξακριβωθεί μέσω ανεξάρτητων πηγών η ύπαρξη της συγκεκριμένης ιατρικής δομής ή/και η ιδιότητα του υπογράφοντος ιατρού, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα επαλήθευσης της αξιοπιστίας και προέλευσης του εγγράφου.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η αναγραφόμενη διεύθυνση του φερόμενου ιατρικού κέντρου περιορίζεται ουσιαστικά σε αναφορά ταχυδρομικής θυρίδας (“P.O. Box/B.P. 47”) χωρίς συγκεκριμένη αναφορά φυσικής διεύθυνσης, περιοχής ή άλλου στοιχείου γεωγραφικού εντοπισμού της υποτιθέμενης ιατρικής δομής. Από διαθέσιμες πληροφορίες προκύπτει ότι αναφορές σε “P.O. Box/B.P. 47” στο Καμερούν συνδέονται κυρίως με ταχυδρομικές θυρίδες πανεπιστημιακών ή διοικητικών φορέων και όχι με φυσικές τοποθεσίες λειτουργίας ιατρικών εγκαταστάσεων[31][32][33]. Το στοιχείο αυτό δημιουργεί πρόσθετη επιφύλαξη ως προς τη δυνατότητα επαλήθευσης της πραγματικής ύπαρξης και λειτουργίας της εν λόγω κλινικής.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις της ίδιας της Αιτήτριας κατά την αντεξέτασή της, το πιστοποιητικό δεν εκδόθηκε κατά τον χρόνο της κατ’ ισχυρισμό εξέτασής της το 2017, αλλά εξασφαλίστηκε μεταγενέστερα, το έτος 2023, κατόπιν αιτήματος της μητέρας της προς τον φερόμενο ιατρό στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, πρόκειται για μεταγενέστερα εκδοθέν έγγραφο, στοιχείο που περιορίζει περαιτέρω την αποδεικτική του βαρύτητα.

Περαιτέρω, επισημαίνεται ότι το εν λόγω πιστοποιητικό δεν συνιστά εξειδικευμένη ιατροδικαστική ή ψυχιατρική αξιολόγηση κατά τα διεθνώς αναγνωρισμένα πρότυπα τεκμηρίωσης βασανιστηρίων ή σεξουαλικής βίας, ούτε περιλαμβάνει σαφή ιατρικά συμπεράσματα περί συμβατότητας των διαπιστώσεων με τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά κακοποίησης. Σημειώνεται επίσης ότι σημαντικό μέρος του περιεχομένου του βασίζεται εμφανώς στο ιστορικό που η ίδια η Αιτήτρια φέρεται να παρέθεσε στον ιατρό.

Το παρόν Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι η αποδεικτική αξία μιας ιατρικής έκθεσης συναρτάται άμεσα με την ποιότητα και την οριστικότητα των συμπερασμάτων της (βλ. EUAA, Πρακτικός Οδηγός 2024, σελ. 74). Εν προκειμένω, το προσκομισθέν πιστοποιητικό, μη ακολουθώντας τα διεθνώς αναγνωρισμένα μεθοδολογικά πρότυπα του Πρωτοκόλλου της Κωνσταντινούπολης (βλ. Αιτιολογική Σκέψη 31   Οδηγία 2013/32/ΕΕ)), στερείται της απαιτούμενης εξειδικευμένης ανάλυσης που θα επέτρεπε τη διαπίστωση αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των ευρημάτων και του ισχυριζόμενου τρόπου κακοποίησης. Κατά πάγια νομολογία η αποδεικτική βαρύτητα εγγράφων που περιορίζονται στην παράθεση των δηλώσεων του αιτούντος, χωρίς ανεξάρτητη ιατρική κρίση περί συμβατότητας, είναι περιορισμένη και δεν δύναται να ανατρέψει τις διαπιστωθείσες αδυναμίες αξιοπιστίας. (βλ. ΕΔΑΔ Paposhvili κατά Βελγίου (ΕΔΔΑ) (Application no. 41738/10) MP (C-353/16 - ΔΕΕ)

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Τεκμήριο 4 δεν δύναται να θεωρηθεί ως πλήρης και αυτοτελής απόδειξη των ισχυρισμών της Αιτήτριας περί βιασμού και σοβαρής κακομεταχείρισης. Εντούτοις, το εν λόγω τεκμήριο διαθέτει περιορισμένη υποστηρικτική αποδεικτική αξία και δύναται να συνεκτιμηθεί σωρευτικά με τα λοιπά προσκομισθέντα στοιχεία κατά την αξιολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών της.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 5, το οποίο η Αιτήτρια επικαλείται ως έγγραφο καταβολής χρηματικής εγγύησης για την αποφυλάκισή της μετά την κατ’ ισχυρισμό κράτησή της το 2016, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εν λόγω τεκμήριο χρήζει προσεκτικής αξιολόγησης ως προς την αποδεικτική του αξία.

Ειδικότερα, παρατηρείται ότι το έγγραφο φέρει ορισμένα εξωτερικά χαρακτηριστικά διοικητικού ή δικαστικού εγγράφου, περιλαμβανομένων αναφορών σε χρηματικό ποσό, ημερομηνία και στοιχείων που παραπέμπουν σε διαδικασία αποφυλάκισης υπό όρους ή εγγύηση. Το περιεχόμενό του παρουσιάζει γενική συνοχή με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας ότι αφέθηκε ελεύθερη κατόπιν καταβολής χρηματικού ποσού από τον πατέρα της και τον δικηγόρο της.

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η γνησιότητα και προέλευση του εγγράφου δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθούν μέσω ανεξάρτητης ή επίσημης διαδικασίας πιστοποίησης, ούτε προέκυψε οποιαδήποτε επιβεβαίωση από αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή του Καμερούν. Περαιτέρω, η ίδια η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς πληροφορίες ως προς τη διαδικασία έκδοσης και εξασφάλισης του εγγράφου, πέραν της γενικής αναφοράς ότι αυτό εξασφαλίστηκε μεταγενέστερα μέσω του δικηγόρου της.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι το εν λόγω τεκμήριο προσκομίστηκε αρκετά έτη μετά τα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα εξακρίβωσης της αυθεντικότητας και αξιοπιστίας του.

Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής από αξιόπιστες διεθνείς πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν ότι, κατά την περίοδο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν, πρόσωπα που συνδέονταν ή θεωρούνταν ότι συνδέονταν με αγγλόφωνες κινητοποιήσεις, ενώσεις δασκάλων, δικηγόρων ή αποσχιστικά κινήματα υπέστησαν αυθαίρετες συλλήψεις, κρατήσεις και ποινικές διώξεις από τις αρχές του Καμερούν[34][35][36]. Ωστόσο, οι εν λόγω πληροφορίες δεν καθιστούν δυνατή την επαλήθευση της αυθεντικότητας ή της προέλευσης του συγκεκριμένου εγγράφου, ούτε κατέστη δυνατό να εντοπιστεί επίσημο υπόδειγμα αντίστοιχου εγγράφου προς σκοπούς σύγκρισης.

Παρά ταύτα, δεν εντοπίζονται εκ πρώτης όψεως εμφανή στοιχεία αλλοίωσης ή πρόδηλης πλαστότητας του εγγράφου, ενώ το περιεχόμενό του παρουσιάζει ορισμένη συνοχή με τον πυρήνα των ισχυρισμών της Αιτήτριας περί κράτησης και αποφυλάκισής της κατόπιν παρέμβασης του πατέρα της.

Το Δικαστήριο προέβη επίσης σε αυτεπάγγελτη έρευνα αναφορικά με το Τεκμήριο 5, το οποίο αφορά έγγραφο σχετιζόμενο με τη χορήγηση εγγύησης και αποφυλάκισης της Αιτήτριας. Στο πλαίσιο αυτό εξετάστηκε το σχετικό νομοθετικό πλαίσιο του Καμερούν και ειδικότερα οι διατάξεις των άρθρων 222–235 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Καμερούν, οι οποίες ρυθμίζουν τη διαδικασία χορήγησης εγγύησης (bail), τους όρους αποφυλάκισης υπό όρους και τις σχετικές εξουσίες των ανακριτικών και δικαστικών αρχών.

Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 222 και 223 προκύπτει ότι ο Ανακριτής δύναται, είτε αυτεπαγγέλτως είτε κατόπιν αίτησης του κατηγορουμένου ή του συνηγόρου του, να ανακαλέσει ένταλμα προσωρινής κράτησης και να χορηγήσει εγγύηση, υπό την προϋπόθεση ότι ο κατηγορούμενος αναλαμβάνει την υποχρέωση να παρουσιάζεται ενώπιον των αρμόδιων αρχών όταν καλείται και να ενημερώνει για τις μετακινήσεις του. Περαιτέρω, τα άρθρα 224 επ. προβλέπουν τη δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους, τη διαδικασία κατάθεσης αίτησης εγγύησης, καθώς και τη δυνατότητα επιβολής χρηματικής ασφάλειας προς διασφάλιση της παρουσίας του κατηγορουμένου ενώπιον των αρχών.[37]

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 5 παρουσιάζει γενική συμβατότητα με το πιο πάνω νομοθετικό πλαίσιο, υπό την έννοια ότι η έννοια της εγγύησης και της αποφυλάκισης υπό όρους πράγματι προβλέπεται στο ποινικοδικονομικό σύστημα του Καμερούν. Το στοιχείο αυτό ενισχύει, σε έναν περιορισμένο βαθμό, τη γενική ευλογοφάνεια του τύπου του εγγράφου.

Ωστόσο, παρά τη γενική αυτή συμβατότητα με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι δεν κατέστη δυνατή η ανεξάρτητη επαλήθευση της γνησιότητας, της προέλευσης ή της επίσημης έκδοσης του συγκεκριμένου εγγράφου από αρμόδια δικαστική ή διοικητική αρχή του Καμερούν. Περαιτέρω, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε συνοδευτικό αποδεικτικό στοιχείο που να επιβεβαιώνει την καταχώριση σχετικής ποινικής διαδικασίας, τη χορήγηση εγγύησης ή την ύπαρξη εκκρεμούς υπόθεσης ενώπιον των αρχών της χώρας καταγωγής.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής σύμφωνα με τις οποίες η πλαστογράφηση ή μη εξουσιοδοτημένη έκδοση επίσημων εγγράφων στο Καμερούν, περιλαμβανομένων ενταλμάτων σύλληψης, κλητεύσεων, πιστοποιητικών αποφυλάκισης και άλλων δικαστικών ή αστυνομικών εγγράφων, αποτελεί διαδεδομένο φαινόμενο, ενώ η εξακρίβωση της γνησιότητάς τους είναι συχνά ιδιαιτέρως δυσχερής λόγω ελλιπούς τυποποίησης, χρήσης γνήσιων κενών εντύπων και αποκλίσεων στις διοικητικές πρακτικές των τοπικών αρχών[38][39]. Οι ανωτέρω πληροφορίες δεν οδηγούν αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο έγγραφο είναι πλαστό· πλην όμως δικαιολογούν την ανάγκη προσεκτικής στάθμισης της αποδεικτικής του αξίας και περιορίζουν τη δυνατότητα ασφαλούς κατάφασης της αυθεντικότητάς του ελλείψει ανεξάρτητης επιβεβαίωσης.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι η αποδεικτική αξία του εγγράφου εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από την αξιοπιστία του υποκείμενου προσωπικού βιώματος της Αιτήτριας, ως προς το οποίο εντοπίστηκαν ουσιώδεις αδυναμίες, ασάφειες και προβλήματα συνοχής κατά την αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών της. Ως εκ τούτου, το εν λόγω τεκμήριο δεν δύναται αφ’ εαυτού να θεραπεύσει τις αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν ούτε να θεμελιώσει, χωρίς περαιτέρω ανεξάρτητη επιβεβαίωση, ότι η Αιτήτρια υπήρξε αντικείμενο επίσημης ποινικής διαδικασίας ή ενεργού καταδίωξης από τις αρχές του Καμερούν.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Τεκμήριο 5 διαθέτει περιορισμένη υποστηρικτική αποδεικτική αξία και δύναται να συνεκτιμηθεί μόνο επικουρικά στο πλαίσιο της συνολικής αξιολόγησης του αποδεικτικού υλικού της υπόθεσης

Σε σχέση με το Τεκμήριο 6, το οποίο αφορά πτυχίο και προσκομίζεται προς υποστήριξη του ισχυρισμού της Αιτήτριας ότι εργαζόταν ως δασκάλα οικονομικών και γαλλικής γλώσσας στην πόλη Buea κατά το διάστημα 2008–2016, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εν λόγω τεκμήριο παρουσιάζει μεγαλύτερη συνοχή και αξιοπιστία σε σχέση με ορισμένα από τα λοιπά προσκομισθέντα έγγραφα.

Ειδικότερα, παρατηρείται ότι το έγγραφο φέρει εξωτερικά χαρακτηριστικά ακαδημαϊκού τίτλου σπουδών, περιλαμβανομένων στοιχείων εκπαιδευτικού ιδρύματος, σφραγίδων, υπογραφών και προσωπικών στοιχείων της Αιτήτριας. Το περιεχόμενό του παρουσιάζει συνοχή με τις δηλώσεις της κατά τη διοικητική διαδικασία αναφορικά με το εκπαιδευτικό της υπόβαθρο και την επαγγελματική της δραστηριότητα ως δασκάλας.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας ως προς την ιδιότητά της ως δασκάλας υπήρξαν γενικά συνεπείς κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εξέτασης της αίτησής της και συνάδουν με τα προσωπικά και επαγγελματικά στοιχεία που αυτή παρέθεσε ήδη από το στάδιο της συνέντευξής της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου.

Παρότι ούτε ως προς το παρόν τεκμήριο κατέστη δυνατή η ανεξάρτητη επίσημη πιστοποίηση της γνησιότητάς του, δεν εντοπίζονται εκ πρώτης όψεως εμφανή στοιχεία αλλοίωσης ή πρόδηλης πλαστότητας, ενώ το περιεχόμενό του παρουσιάζει εσωτερική συνοχή με το υπόλοιπο αποδεικτικό υλικό της υπόθεσης.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο σημειώνει ότι η ύπαρξη του Presbyterian Comprehensive Secondary School στην Buea, όπου η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ότι εργάστηκε ως δασκάλα, επιβεβαιώνεται από πολλαπλές διαθέσιμες εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, περιλαμβανομένων εκπαιδευτικών καταλόγων και εξεταστικών εγγράφων του Cameroon General Certificate of Education Board[40]. Συνάμα η ιστοσελίδα του πανεπιστημίου University of Buea αναφέρει ότι διαθέτει Faculty of Education, η οποία προσφέρει προγράμματα Bachelor of Education (B.Ed.) σε διάφορους τομείς εκπαίδευσης. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται προγράμματα Curriculum Studies and Teaching, με ειδικεύσεις σε γνωστικά αντικείμενα όπως τα Οικονομικά, τα Αγγλικά, τα Μαθηματικά και άλλα.[41] Το στοιχείο αυτό ενισχύει περαιτέρω τη βασιμότητα του ισχυρισμού της ως προς την επαγγελματική της ιδιότητα και τη σύνδεσή της με την εν λόγω εκπαιδευτική δομή.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Τεκμήριο 6 διαθέτει ικανοποιητική αποδεικτική αξία ως προς την επιβεβαίωση του μορφωτικού υποβάθρου και της επαγγελματικής ιδιότητας της Αιτήτριας ως δασκάλας. Ωστόσο, το εν λόγω τεκμήριο δεν δύναται αφ’ εαυτού να επιβεβαιώσει τους περαιτέρω ισχυρισμούς της περί πολιτικής δραστηριότητας, σύλληψης ή δίωξής της από τις αρχές του Καμερούν.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 7, το οποίο η Αιτήτρια επικαλείται ως έγγραφο του Ανώτατου Δικαστηρίου του Καμερούν προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι εξακολουθεί να καταζητείται από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, το Δικαστήριο προσεγγίζει το εν λόγω τεκμήριο με επιφύλαξη ως προς την αποδεικτική του αξία.

Ειδικότερα, παρατηρείται ότι το έγγραφο φέρει εξωτερικά χαρακτηριστικά δικαστικού εγγράφου, περιλαμβανομένων αναφορών σε δικαστική αρχή, αριθμών αναφοράς, ημερομηνίας και στοιχείων ταυτοποίησης της Αιτήτριας. Το περιεχόμενό του παρουσιάζει γενική συνοχή με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί σύνδεσής της με το SCNC και περί φερόμενης ποινικής δίωξης στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν.

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι η γνησιότητα και προέλευση του εγγράφου δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθούν μέσω ανεξάρτητης ή επίσημης διαδικασίας πιστοποίησης, ούτε προέκυψε οποιαδήποτε επιβεβαίωση από αρμόδια δικαστική αρχή του Καμερούν. Περαιτέρω, η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε ότι το έγγραφο εξασφαλίστηκε μέσω του δικηγόρου της, χωρίς η ίδια να γνωρίζει με σαφήνεια τη διαδικασία μέσω της οποίας αυτό αποκτήθηκε ή εκδόθηκε, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα εξακρίβωσης της αλυσίδας κατοχής και αξιοπιστίας του.

Το Δικαστήριο αποδίδει επίσης σημασία στο γεγονός ότι το επίδικο έγγραφο φέρει ημερομηνία έκδοσης του έτους 2023, ήτοι αρκετά έτη μετά τα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα των ετών 2016 και 2018 και μετά την αναχώρηση της Αιτήτριας από το Καμερούν το 2019. Το στοιχείο αυτό δημιουργεί εύλογη επιφύλαξη ως προς την αξιοπιστία και αποδεικτική βαρύτητα του εγγράφου, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι αυτό προσκομίστηκε μεταγενέστερα και στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.

Περαιτέρω, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής από αξιόπιστες διεθνείς πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν ότι, κατά την περίοδο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν, πρόσωπα που θεωρούνταν ότι συνδέονταν με αποσχιστικά κινήματα ή οργανώσεις όπως το SCNC υπέστησαν συλλήψεις, ποινικές διώξεις και παραπομπές ενώπιον στρατιωτικών ή άλλων δικαστικών αρχών με κατηγορίες περί τρομοκρατίας, αποσχιστικής δράσης ή υπονόμευσης της κρατικής ασφάλειας[42][43]. Ωστόσο, οι εν λόγω πληροφορίες δεν καθιστούν δυνατή την επαλήθευση της αυθεντικότητας ή της προέλευσης του συγκεκριμένου εγγράφου, ούτε κατέστη δυνατό να εντοπιστεί επίσημο υπόδειγμα αντίστοιχου δικαστικού εγγράφου προς σκοπούς σύγκρισης.

Παρά ταύτα, δεν εντοπίζονται εκ πρώτης όψεως εμφανή στοιχεία αλλοίωσης ή πρόδηλης πλαστότητας του τεκμηρίου, ενώ το περιεχόμενό του παρουσιάζει ορισμένη συνοχή με το γενικό πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης και με τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί ισχυριζόμενου ενδιαφέροντος των αρχών προς το πρόσωπό της.

Το Δικαστήριο προέβη επίσης σε αυτεπάγγελτη έρευνα αναφορικά με το Τεκμήριο 7, ήτοι το έγγραφο με τίτλο “Mandat damener”, το οποίο φέρεται να αφορά ένταλμα προσαγωγής της Αιτήτριας και στο οποίο γίνεται αναφορά στα αδικήματα της «hostility against the fatherland», της απόσχισης (“secession”) και της τρομοκρατίας.

Στο πλαίσιο της ανωτέρω έρευνας, το Δικαστήριο εξέτασε τις σχετικές διατάξεις του Ποινικού Κώδικα του Καμερούν καθώς και το εφαρμοστέο νομοθετικό πλαίσιο περί τρομοκρατίας.

Ειδικότερα, ως προς το αδίκημα της απόσχισης, το άρθρο 111 του Ποινικού Κώδικα του Καμερούν[44] προβλέπει ότι οποιοδήποτε πρόσωπο επιχειρεί να προσβάλει την εδαφική ακεραιότητα της Δημοκρατίας τιμωρείται, σε καιρό ειρήνης, με ισόβια κάθειρξη, ενώ σε περίοδο πολέμου, κατάστασης έκτακτης ανάγκης ή εξαίρεσης η ποινή δύναται να ανέλθει μέχρι και τη θανατική ποινή.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το υποβληθέν έγγραφο αναφέρεται στην κατηγορία “hostility against the fatherland”. Ωστόσο, από την αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι το σχετικό άρθρο του Ποινικού Κώδικα του Καμερούν είναι το άρθρο 102[45], το οποίο φέρει τον τίτλο “Hostilities against the Fatherland”. Το εν λόγω άρθρο αφορά πράξεις εχθροπραξίας ή παροχής βοήθειας έναντι της Δημοκρατίας και προβλέπει το αδίκημα της εσχάτης προδοσίας.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η διατύπωση που χρησιμοποιείται στο επίμαχο έγγραφο δεν αντιστοιχεί πλήρως με την ορολογία του σχετικού νομοθετικού κειμένου, ενώ το ίδιο το άρθρο 102 δεν παρατίθεται ρητώς μεταξύ των νομοθετικών διατάξεων που αναγράφονται στο σώμα του εγγράφου. Αντιθέτως, γίνεται αναφορά στο άρθρο 114[46] του Ποινικού Κώδικα, το οποίο αφορά το αδίκημα της «Επανάστασης» (“Revolution”), ήτοι την απόπειρα ανατροπής των πολιτικών αρχών ή μεταβολής του συνταγματικού καθεστώτος δια της βίας, και όχι πράξεις εχθροπραξίας κατά της πατρίδας.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι το έγγραφο περιέχει αναφορές σε διατάξεις του νόμου περί τρομοκρατίας, χωρίς όμως να κατονομάζεται ρητώς ο σχετικός νόμος ή να παρατίθεται με σαφήνεια η ακριβής νομοθετική βάση των κατηγοριών που αποδίδονται στην Αιτήτρια.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής σύμφωνα με τις οποίες η πλαστογράφηση ή μη εξουσιοδοτημένη έκδοση επίσημων εγγράφων στο Καμερούν, περιλαμβανομένων ενταλμάτων σύλληψης, κλητεύσεων, πιστοποιητικών αποφυλάκισης και άλλων δικαστικών ή αστυνομικών εγγράφων, αποτελεί διαδεδομένο φαινόμενο, ενώ η εξακρίβωση της γνησιότητάς τους είναι συχνά ιδιαιτέρως δυσχερής λόγω ελλιπούς τυποποίησης, χρήσης γνήσιων κενών εντύπων και αποκλίσεων στις διοικητικές πρακτικές των τοπικών αρχών[47][48]. Οι ανωτέρω πληροφορίες δεν οδηγούν αυτομάτως στο συμπέρασμα ότι το επίμαχο έγγραφο είναι πλαστό· πλην όμως δικαιολογούν την ανάγκη προσεκτικής στάθμισης της αποδεικτικής του αξίας και περιορίζουν τη δυνατότητα ασφαλούς κατάφασης της αυθεντικότητάς του ελλείψει ανεξάρτητης επιβεβαίωσης.

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι οι πιο πάνω αναντιστοιχίες ως προς τη νομική ορολογία, η ελλιπής αντιστοίχιση των αδικημάτων με τις σχετικές νομοθετικές διατάξεις, καθώς και η περιορισμένη ακρίβεια των νομοθετικών παραπομπών, δημιουργούν εύλογα ερωτήματα ως προς την ακρίβεια σύνταξης και, κατ’ επέκταση, ως προς την αξιοπιστία και γνησιότητα του εγγράφου.

Μολονότι το Δικαστήριο δεν δύναται να αποκλείσει πλήρως το ενδεχόμενο ύπαρξης διοικητικών ή γλωσσικών ατελειών σε έγγραφα προερχόμενα από αλλοδαπές αρχές, εντούτοις οι πιο πάνω ανακρίβειες περιορίζουν ουσιωδώς την αποδεικτική αξία του Τεκμηρίου 7, ιδίως ελλείψει δυνατότητας ανεξάρτητης επιβεβαίωσης της αυθεντικότητας και της επίσημης προέλευσής του.

Περαιτέρω, ως προς τα τυπικά χαρακτηριστικά και τα μορφολογικά στοιχεία των προσκομισθέντων εγγράφων, περιλαμβανομένων της εμφάνισης, της μορφής, του περιεχομένου και τυχόν χαρακτηριστικών ασφαλείας των ενταλμάτων προσαγωγής και έρευνας, το Δικαστήριο σημειώνει ότι από την αυτεπάγγελτη έρευνα που διενήργησε δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστούν επίσημες ή αξιόπιστες πληροφορίες αναφορικά με τυποποιημένα υποδείγματα ή συγκεκριμένα χαρακτηριστικά ασφαλείας των εν λόγω εγγράφων στο νομικό σύστημα του Καμερούν.

Ωστόσο, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι το άρθρο 26 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας του Καμερούν προβλέπει ότι, με εξαίρεση το ένταλμα προσκόμισης (production warrant), όλα τα εντάλματα ή οι κλητεύσεις πρέπει να περιλαμβάνουν το πλήρες όνομα, την ημερομηνία και τον τόπο γέννησης, την οικογενειακή κατάσταση, το επάγγελμα και τη διεύθυνση του προσώπου που κατονομάζεται σε αυτά, καθώς επίσης να φέρουν ημερομηνία, σφραγίδα και υπογραφή του δικαστή ή της αρμόδιας δικαστικής αρχής που τα εκδίδει.[49]

Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, και ελλείψει επίσημων πληροφοριών ως προς την ακριβή μορφή και τυποποίηση τέτοιων εγγράφων, το Δικαστήριο περιορίζεται σε αξιολόγηση της γενικής συμβατότητας των προσκομισθέντων τεκμηρίων με τις πιο πάνω νομοθετικές απαιτήσεις, χωρίς ωστόσο να δύναται να καταλήξει με βεβαιότητα ως προς τη γνησιότητα ή την επίσημη προέλευσή τους αποκλειστικά βάσει των μορφολογικών χαρακτηριστικών τους

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Τεκμήριο 7 δεν δύναται να θεωρηθεί ως πλήρης και αδιαμφισβήτητη απόδειξη ότι η Αιτήτρια καταζητείται πράγματι από τις αρχές του Καμερούν ή ότι εκκρεμεί εις βάρος της ενεργή δικαστική διαδικασία. Εντούτοις, το εν λόγω τεκμήριο διαθέτει περιορισμένη υποστηρικτική αποδεικτική αξία και δύναται να συνεκτιμηθεί σωρευτικά με τα λοιπά προσκομισθέντα στοιχεία κατά την αξιολόγηση του κατά πόσον η Αιτήτρια ενδέχεται να είχε προσελκύσει το ενδιαφέρον των αρχών της χώρας καταγωγής της.

Αναφορικά με τα Τεκμήρια 8 και 9, τα οποία αφορούν πιστοποιητικά γεννήσεως των τέκνων της Αιτήτριας, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εν λόγω έγγραφα παρουσιάζουν περιορισμένη αλλά σαφή αποδεικτική αξία ως προς την επιβεβαίωση στοιχείων του προσωπικού και οικογενειακού προφίλ της Αιτήτριας.

Ειδικότερα, παρατηρείται ότι τα εν λόγω έγγραφα φέρουν εξωτερικά χαρακτηριστικά ληξιαρχικών ή διοικητικών εγγράφων, περιλαμβανομένων στοιχείων ταυτοποίησης, ημερομηνιών, σφραγίδων και αναφορών σε αρμόδιες αρχές καταχώρισης γεννήσεων. Τα στοιχεία που αναγράφονται στα έγγραφα παρουσιάζουν γενική συνοχή με τις δηλώσεις της Αιτήτριας κατά τη διοικητική διαδικασία αναφορικά με την ύπαρξη των τέκνων της και την οικογενειακή της κατάσταση.

Ωστόσο, σημειώνεται ότι ούτε ως προς τα εν λόγω τεκμήρια κατέστη δυνατή η ανεξάρτητη ή επίσημη επαλήθευση της γνησιότητάς τους μέσω αρμόδιας αρχής του Καμερούν. Περαιτέρω, τα έγγραφα αυτά δεν συνδέονται άμεσα με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί πολιτικής δραστηριότητας, σύλληψης, κακομεταχείρισης ή δίωξης από τις αρχές της χώρας καταγωγής της.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι η Αιτήτρια επικαλείται τα εν λόγω έγγραφα προς υποστήριξη του ισχυρισμού της ότι ο πατέρας της αφαίρεσε τη γονική μέριμνα των τέκνων της και ότι οι οικογενειακές σχέσεις διαταράχθηκαν λόγω της κατ’ ισχυρισμό πολιτικής της δραστηριότητας. Ωστόσο, τα ίδια τα πιστοποιητικά γεννήσεως δεν περιέχουν οποιαδήποτε πληροφορία ή αναφορά που να επιβεβαιώνει τους εν λόγω ισχυρισμούς.

Παρά ταύτα, δεν εντοπίζονται εκ πρώτης όψεως εμφανή στοιχεία αλλοίωσης ή πρόδηλης πλαστότητας των εγγράφων και τα στοιχεία τους παρουσιάζουν συνοχή με το υπόλοιπο προσωπικό προφίλ που η Αιτήτρια παρέθεσε κατά τη διάρκεια της διαδικασίας.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα Τεκμήρια 8 και 9 διαθέτουν περιορισμένη αποδεικτική αξία αποκλειστικά ως προς την επιβεβαίωση στοιχείων της οικογενειακής κατάστασης της Αιτήτριας, χωρίς ωστόσο να ενισχύουν ουσιωδώς τους ισχυρισμούς της περί δίωξης ή φόβου επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.

Σε σχέση με το Τεκμήριο 10, το οποίο αφορά ένορκη δήλωση της μητέρας της Αιτήτριας αναφορικά με τα κατ’ ισχυρισμό περιστατικά σύλληψης, κράτησης, αποφυλάκισης και αναζήτησης της Αιτήτριας από τις αρχές του Καμερούν, το Δικαστήριο προσεγγίζει το εν λόγω τεκμήριο με επιφύλαξη ως προς την αποδεικτική του αξία.

Ειδικότερα, παρατηρείται ότι η εν λόγω ένορκη δήλωση προέρχεται από πρόσωπο που συνδέεται στενά με την Αιτήτρια και έχει άμεσο προσωπικό και οικογενειακό ενδιαφέρον στην έκβαση της παρούσας διαδικασίας. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία αυτή δεν δύναται να θεωρηθεί ανεξάρτητη ή αντικειμενική επιβεβαίωση των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας, αλλά χρήζει προσεκτικής στάθμισης ως προς την αξιοπιστία και αποδεικτική της βαρύτητα.

Από το περιεχόμενο της δήλωσης προκύπτει ότι η μητέρα της Αιτήτριας επαναλαμβάνει ουσιαστικά τον πυρήνα των ισχυρισμών της τελευταίας, αναφερόμενη μεταξύ άλλων στη συμμετοχή της σε κινητοποιήσεις δασκάλων και δικηγόρων, στη σύλληψη και κράτησή της, στην κατ’ ισχυρισμό σεξουαλική κακοποίηση που υπέστη, στην παρέμβαση του πατέρα της για την αποφυλάκισή της, καθώς και στη μεταγενέστερη αναζήτησή της από τις αρχές.

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι σημαντικό μέρος του περιεχομένου της δήλωσης βασίζεται εμφανώς σε πληροφορίες που η ίδια η Αιτήτρια φέρεται να μετέφερε στη μητέρα της και όχι σε άμεση προσωπική αντίληψη όλων των αναφερόμενων γεγονότων. Περαιτέρω, δεν κατέστη δυνατό να επαληθευθεί ανεξάρτητα η γνησιότητα της ένορκης δήλωσης ή οι περιστάσεις υπό τις οποίες αυτή συντάχθηκε και επικυρώθηκε.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι η εν λόγω δήλωση προσκομίστηκε μεταγενέστερα, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και μετά την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, γεγονός που περιορίζει την αποδεικτική της βαρύτητα ως προς την αυθόρμητη και ανεπηρέαστη καταγραφή των γεγονότων.

Παρά ταύτα, η δήλωση παρουσιάζει γενική συνοχή με τον βασικό πυρήνα των ισχυρισμών της Αιτήτριας και με ορισμένα από τα λοιπά προσκομισθέντα τεκμήρια, ιδίως ως προς το ιστορικό των κατ’ ισχυρισμό συλλήψεων και της εμπλοκής του πατέρα της στην αποφυλάκισή της.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Τεκμήριο 10 δεν δύναται να θεωρηθεί ως ανεξάρτητη και αδιαμφισβήτητη επιβεβαίωση των ισχυρισμών της Αιτήτριας. Εντούτοις, το εν λόγω τεκμήριο διαθέτει περιορισμένη υποστηρικτική αποδεικτική αξία και δύναται να συνεκτιμηθεί σωρευτικά με τα λοιπά προσκομισθέντα στοιχεία κατά την αξιολόγηση της συνολικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της

Σε σχέση με το Τεκμήριο 11, το οποίο αφορά ένορκη δήλωση του φερόμενου ως δικηγόρου της Αιτήτριας στο Καμερούν, NGANJE ALLEN KUM KATCHE, αναφορικά με τους ισχυρισμούς της περί σύλληψης, κράτησης, συμμετοχής στο SCNC και αναχώρησής της από τη χώρα καταγωγής της, το Δικαστήριο κρίνει ότι το εν λόγω τεκμήριο χρήζει ιδιαίτερα προσεκτικής αξιολόγησης ως προς την αποδεικτική του αξία.

Ειδικότερα, παρατηρείται ότι η δήλωση προέρχεται από πρόσωπο το οποίο φέρεται να είχε επαγγελματική σχέση με την Αιτήτρια και να ενεργούσε υπό την ιδιότητα του νομικού της εκπροσώπου. Το στοιχείο αυτό διαφοροποιεί την παρούσα δήλωση από την ένορκη δήλωση της μητέρας της Αιτήτριας, καθότι προέρχεται από πρόσωπο το οποίο, κατ’ ισχυρισμό, είχε θεσμική ή επαγγελματική εμπλοκή με τα επίδικα γεγονότα.

Ωστόσο, επισημαίνεται ότι ούτε ως προς την παρούσα δήλωση κατέστη δυνατή η ανεξάρτητη επαλήθευση:

  • της ιδιότητας του δηλούντος ως δικηγόρου,
  • της επαγγελματικής του σχέσης με την Αιτήτρια,
  • ούτε της γνησιότητας της ίδιας της ένορκης δήλωσης και των περιστάσεων υπό τις οποίες αυτή συντάχθηκε.

Περαιτέρω, σημαντικό μέρος του περιεχομένου της δήλωσης βασίζεται σε πληροφορίες που ο δηλών φέρεται να έλαβε από την ίδια την Αιτήτρια ή την οικογένειά της, ενώ δεν προκύπτει σαφώς ποια εκ των αναφερόμενων περιστατικών περιήλθαν σε προσωπική του γνώση και ποια αποτελούν αναπαραγωγή πληροφοριών τρίτων προσώπων.

Το Δικαστήριο αποδίδει επίσης σημασία στο γεγονός ότι η εν λόγω δήλωση συντάχθηκε και προσκομίστηκε μεταγενέστερα, στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και μετά την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας, γεγονός που περιορίζει την αποδεικτική της βαρύτητα ως προς την αυθόρμητη και ανεπηρέαστη καταγραφή των γεγονότων.

Παρά ταύτα, το περιεχόμενο της δήλωσης παρουσιάζει ορισμένη συνοχή με τον βασικό πυρήνα των ισχυρισμών της Αιτήτριας, καθώς και με ορισμένα από τα λοιπά προσκομισθέντα τεκμήρια, ιδίως ως προς τους ισχυρισμούς περί συλλήψεων, αναζήτησής της από τις αρχές και φερόμενης εμπλοκής της με το SCNC.

Περαιτέρω, δεν εντοπίζονται εκ πρώτης όψεως εμφανή στοιχεία αλλοίωσης ή πρόδηλης πλαστότητας της δήλωσης, χωρίς όμως το στοιχείο αυτό να αρκεί αφ’ εαυτού για την πλήρη αποδοχή του περιεχομένου της ως αδιαμφισβήτητου.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι το Τεκμήριο 11 δεν δύναται να θεωρηθεί ως πλήρης και ανεξάρτητη επιβεβαίωση των ισχυρισμών της Αιτήτριας. Εντούτοις, το εν λόγω τεκμήριο διαθέτει περιορισμένη υποστηρικτική αποδεικτική αξία και δύναται να συνεκτιμηθεί σωρευτικά με τα λοιπά προσκομισθέντα στοιχεία κατά την αξιολόγηση της συνολικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών της.

Αναφορικά με τα Τεκμήρια 12 και 13, τα οποία αφορούν ιατρικά έγγραφα και εξιτήρια από το Γενικό Νοσοκομείο Πάφου σχετικά με τη γέννηση τέκνου της Αιτήτριας στην Κυπριακή Δημοκρατία, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εν λόγω τεκμήρια διαθέτουν ικανοποιητική αποδεικτική αξία αποκλειστικά ως προς τα γεγονότα που βεβαιώνουν άμεσα.

Ειδικότερα, παρατηρείται ότι πρόκειται για έγγραφα προερχόμενα από δημόσιο νοσηλευτήριο της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία φέρουν εξωτερικά χαρακτηριστικά επίσημων ιατρικών εγγράφων και των οποίων η αυθεντικότητα δεν τίθεται ευλόγως υπό αμφισβήτηση.

Από το περιεχόμενό τους προκύπτει ότι η Αιτήτρια πράγματι γέννησε τέκνο στην Κυπριακή Δημοκρατία, στοιχείο το οποίο συνάδει με τις δηλώσεις της κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία αναφορικά με την οικογενειακή της κατάσταση και τη γέννηση τέκνου στην Κύπρο.

Ωστόσο, τα εν λόγω τεκμήρια δεν συνδέονται άμεσα με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας περί πολιτικής δραστηριότητας, συμμετοχής στο SCNC, σύλληψης, κράτησης ή δίωξης από τις αρχές του Καμερούν, ούτε παρέχουν οποιαδήποτε επιβεβαίωση αναφορικά με τον ισχυριζόμενο φόβο επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα Τεκμήρια 12 και 13 διαθέτουν αποδεικτική αξία αποκλειστικά ως προς την επιβεβαίωση στοιχείων της προσωπικής και οικογενειακής κατάστασης της Αιτήτριας, χωρίς όμως να ενισχύουν ουσιωδώς την αξιοπιστία των προβαλλόμενων ισχυρισμών της περί δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στο Καμερούν.

Το Δικαστήριο, αξιολογώντας συνολικά την προσαχθείσα μαρτυρία και τα Τεκμήρια 1–13 που προσκομίστηκαν εκ μέρους της Αιτήτριας, κρίνει ότι τα εν λόγω στοιχεία δεν μπορούν να αγνοηθούν και πράγματι παρέχουν ορισμένη υποστηρικτική ενίσχυση σε επιμέρους πτυχές των προβαλλόμενων ισχυρισμών της.

Ειδικότερα, ορισμένα εκ των προσκομισθέντων εγγράφων παρουσιάζουν γενική συνοχή με το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, την ιδιότητά της ως δασκάλας, καθώς και με το γενικό πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν και της αντιμετώπισης προσώπων που συνδέονταν ή θεωρούνταν ότι συνδέονταν με αποσχιστικές οργανώσεις ή κινητοποιήσεις.

Ωστόσο, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι η αποδεικτική αξία σημαντικού μέρους των εν λόγω τεκμηρίων παραμένει περιορισμένη. Ειδικότερα:

  • δεν κατέστη δυνατή η ανεξάρτητη ή επίσημη επαλήθευση της γνησιότητας και προέλευσης των περισσοτέρων εγγράφων,
  • αρκετά εξ αυτών εκδόθηκαν ή εξασφαλίστηκαν μεταγενέστερα, αρκετά έτη μετά τα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα και μετά την απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας της Αιτήτριας,
  • ορισμένα προέρχονται από πρόσωπα που συνδέονται στενά με την Αιτήτρια ή ενεργούν προς υποστήριξη της υπόθεσής της,
  • ενώ σημαντικό μέρος του περιεχομένου τους βασίζεται επί της ουσίας στο ίδιο αφηγηματικό υπόβαθρο που η ίδια η Αιτήτρια είχε ήδη προβάλει.

Περαιτέρω, παρά τη σωρευτική αξιολόγηση των εν λόγω τεκμηρίων, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτά δεν επαρκούν ώστε να θεραπεύσουν πλήρως τις ουσιώδεις αδυναμίες εσωτερικής αξιοπιστίας που εντοπίστηκαν κατά τη διοικητική διαδικασία, περιλαμβανομένων των ασάφειών, των ελλείψεων λεπτομέρειας, των αντιφάσεων και των προβλημάτων συνοχής που χαρακτηρίζουν βασικές πτυχές των ισχυρισμών της Αιτήτριας.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα προσκομισθέντα τεκμήρια ενισχύουν μερικώς ορισμένες πτυχές των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας και δικαιολογούν την εν μέρει αποδοχή ορισμένων εξ αυτών, χωρίς όμως να ανατρέπουν συνολικά τα βασικά ευρήματα αναξιοπιστίας που διαπιστώθηκαν κατά την αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών της.

Όπως έχει παγιωθεί νομολογιακά, η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων διενεργείται μέσω μιας συνολικής εκτίμησης (assessment in the round), όπου τα επιμέρους τεκμήρια σταθμίζονται σωρευτικά με την προσωπική μαρτυρία του Αιτούντος. Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα προσκομισθέντα τεκμήρια ενισχύουν μερικώς ορισμένες πτυχές των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αιτήτριας, χωρίς όμως να ανατρέπουν τα βασικά ευρήματα αναξιοπιστίας στον πυρήνα του αιτήματός της. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία της EUAA (Πρακτικός Οδηγός 2024, σελ. 96-97), η αποδοχή ενός ουσιώδους γεγονότος εξαρτάται από τη σύγκλιση των αξιόπιστων ευρημάτων. Εφόσον η Αιτήτρια παρέμεινε αναξιόπιστη ως προς τα κεντρικά περιστατικά δίωξης, τα προσκομισθέντα έγγραφα που αφορούν περιφερειακά στοιχεία δεν δύνανται να προσδώσουν την απαιτούμενη πειστικότητα στον ισχυρισμό της στο σύνολό του.(βλ. βλ. ΕΔΔΑ, J.K. and Others v. Sweden [GC], αρ. 59166/12, 23.8.2016, §§ 91 & 96 [10: 91, 96]· F.G. v. Sweden [GC], αρ. 43611/11, 23.3.2016, § 113 [8: 113]· M.O. v. Switzerland, αρ. 41282/16, 20.6.2017, §§ 73 & 79 [14: 73, 79]· A.A. v. Switzerland, αρ. 58802/12, 7.1.2014, § 62 [6: 62]· Matsiukhina and Matsiukhin v. Sweden (dec.), αρ. 31260/04, 21.6.2005 [2: 16]· βλ. επίσης ΔΕΕ, M.M., C-277/11, 22.11.2012, σκ. 64 [29: 64]).

Προχωρώντας στην εκτίμηση κινδύνου επί τη βάσει των ισχυρισμών που έγιναν αποδεκτοί, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας, ήτοι η ταυτότητα, η χώρα καταγωγής, η περιοχή συνήθους διαμονής της και η ιδιότητά της ως δασκάλας στην πόλη Buea, έγινε αποδεκτός στο σύνολό του.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο αποδέχθηκε εν μέρει τους λοιπούς ουσιώδεις ισχυρισμούς της Αιτήτριας, ήτοι ότι αυτή ενδέχεται να συμμετείχε σε κινητοποιήσεις ή δραστηριότητες σχετιζόμενες με την αγγλόφωνη κρίση στο Καμερούν, ότι ενδέχεται να διατηρούσε περιορισμένη ή περιφερειακή σχέση με πρόσωπα ή κύκλους συνδεόμενους με το SCNC, καθώς και ότι ενδέχεται να υπέστη έλεγχο ή περιορισμένης έκτασης προσαγωγή από τις αρχές ασφαλείας στο πλαίσιο των γενικευμένων επιχειρήσεων που διεξάγονταν στις αγγλόφωνες περιοχές της χώρας.

Ωστόσο, το Δικαστήριο δεν αποδέχθηκε ότι η Αιτήτρια διαδραμάτιζε ουσιαστικό ή ηγετικό ρόλο στο SCNC, ούτε ότι υπήρξε πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για τις αρχές του Καμερούν. Ομοίως, δεν κατέστη δυνατό να θεμελιωθεί ότι αυτή καταζητείται ενεργά από τις αρχές ή ότι υπήρξε στόχος συστηματικής και εξατομικευμένης δίωξης λόγω πολιτικών πεποιθήσεων ή αποσχιστικής δράσης.

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι, σύμφωνα με τις ίδιες τις δηλώσεις της Αιτήτριας, μετά τη δεύτερη κατ’ ισχυρισμό σύλληψή της διέμεινε για σημαντικό χρονικό διάστημα στην Douala χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα ή ενόχληση από τις αρχές, ενώ τελικώς αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της μέσω του διεθνούς αεροδρομίου της Douala χρησιμοποιώντας το διαβατήριό της χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα κατά τον έλεγχο εξόδου.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής, σύμφωνα με τις οποίες, παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης ασφαλείας και τις αυθαίρετες συλλήψεις που καταγράφονται στο πλαίσιο της αγγλόφωνης κρίσης στο Καμερούν, ο κίνδυνος δίωξης ή σοβαρής βλάβης δεν επεκτείνεται αυτομάτως σε κάθε πρόσωπο αγγλόφωνης καταγωγής ή σε κάθε πρόσωπο που είχε περιορισμένη ή χαμηλού επιπέδου επαφή με κινητοποιήσεις ή κύκλους σχετιζόμενους με αποσχιστικές οργανώσεις.

Περαιτέρω, δεν προέκυψε ότι η Αιτήτρια έχει εκκρεμή καταδίκη ή ότι περιλαμβάνεται αποδεδειγμένα σε επίσημους καταλόγους καταζητούμενων ή προσώπων υψηλού ενδιαφέροντος των αρχών του Καμερούν. Ούτε προέκυψε ότι διαθέτει τέτοιο πολιτικό ή αποσχιστικό προφίλ ώστε να υφίσταται εύλογη πιθανότητα στοχευμένης δίωξης σε περίπτωση επιστροφής της.

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για μορφωμένο πρόσωπο με πανεπιστημιακή εκπαίδευση και προηγούμενη επαγγελματική εμπειρία ως δασκάλας, το οποίο διατηρεί οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι, σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας, η ύπαρξη γενικών πληροφοριών χώρας καταγωγής ή η διαπίστωση γενικευμένων προβλημάτων ασφαλείας και παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν αρκούν αφ’ εαυτών για να θεμελιώσουν εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης. Όπως επισημαίνεται και στον Πρακτικό Οδηγό της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων και Αξιοπιστίας, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής λειτουργούν υποστηρικτικά ως προς την κατανόηση του γενικού πλαισίου, πλην όμως σπανίως δύνανται να αποδείξουν ότι συγκεκριμένο πρόσωπο αποτελεί αντικείμενο προσωπικής και στοχευμένης δίωξης.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 4(3) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, η αξιολόγηση του αιτήματος διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε εξατομικευμένη βάση, μέσω συνολικής εκτίμησης όλων των κρίσιμων περιστάσεων της συγκεκριμένης περίπτωσης. Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει υπογραμμίσει ότι η διαπίστωση αντικειμενικού κινδύνου που απορρέει από τη γενική κατάσταση στη χώρα καταγωγής δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο αιτητής διατρέχει προσωπικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης, ελλείψει στοιχείων που να καταδεικνύουν προσωπική στοχοποίηση ή ιδιαίτερο προφίλ κινδύνου (βλ. ΔΕΕ, C-465/07, Elgafaji και C-217/23, Laghman).

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει επίσης ότι, κατά πάγια νομολογία του ΔΕΕ, η αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας προϋποθέτει την ύπαρξη επαρκούς αιτιώδους συνδέσμου (nexus) μεταξύ των επικαλούμενων πράξεων δίωξης ή σοβαρής βλάβης και ενός εκ των προστατευόμενων λόγων της Σύμβασης της Γενεύης. Ειδικότερα, στην υπόθεση C-621/21, W.S., το ΔΕΕ υπογράμμισε ότι απαιτείται σύνδεση είτε μεταξύ των λόγων δίωξης και των πράξεων βίας είτε μεταξύ των λόγων δίωξης και της απουσίας κρατικής προστασίας έναντι των πράξεων αυτών.

Ομοίως, σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, ο αιτητής οφείλει να καταδείξει την ύπαρξη ειδικών διακριτικών χαρακτηριστικών (“special distinguishing features”) που καθιστούν τον επικαλούμενο κίνδυνο προσωπικό και εξατομικευμένο ως προς τον ίδιο (βλ. A.A. κατά Ελβετίας, αρ. 58802/12). Η απλή επίκληση δυσμενούς γενικού περιβάλλοντος ασφαλείας ή περιστατικών γενικευμένης βίας δεν αρκεί, κατ’ αρχήν, για να στοιχειοθετήσει πραγματικό και προσωπικό κίνδυνο διεθνούς προστασίας.

Το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται ουσιωδώς από περιπτώσεις συστηματικής και καθολικής καταπίεσης συγκεκριμένων κοινωνικών ομάδων, όπως αυτές που εξετάστηκαν στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-608/22 και C-609/22, AH και FN, όπου το ίδιο το καθεστώς και η κοινωνική πραγματικότητα της χώρας καταγωγής δημιουργούσαν αφ’ εαυτών τεκμήριο εξατομικευμένου κινδύνου για κάθε μέλος της οικείας ομάδας. Εν προκειμένω, δεν αποδείχθηκε ότι η Αιτήτρια κατείχε τέτοιο πολιτικό, οργανωτικό ή δημόσιο προφίλ ώστε να τεκμαίρεται ότι αποτελεί πρόσωπο διαρκούς ή ενεργού ενδιαφέροντος των αρχών του Καμερούν.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα περιστατικά που έγιναν εν μέρει αποδεκτά δεν ανέρχονται στο απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας ώστε να στοιχειοθετούν παρελθούσα δίωξη ή βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο μελλοντικής δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης και του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, αντιμετωπίζει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης λόγω φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, πολιτικών πεποιθήσεων ή συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα.

Κατά συνέπεια, το Δικαστήριο καταλήγει ότι, παρά την εν μέρει αποδοχή ορισμένων πτυχών των ισχυρισμών της Αιτήτριας, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισής της ως πρόσφυγα.

Το Δικαστήριο εξετάζει περαιτέρω κατά πόσον η Αιτήτρια εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.

Ως προς το άρθρο 19(2)(α), το οποίο αφορά τον κίνδυνο επιβολής ή εκτέλεσης θανατικής ποινής, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν προκύπτει οποιοδήποτε στοιχείο από το αποδεικτικό υλικό ή τις δηλώσεις της Αιτήτριας που να καταδεικνύει ότι αυτή αντιμετωπίζει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι εκκρεμεί εις βάρος της ποινική διαδικασία που να έχει καταλήξει ή να δύναται ευλόγως να καταλήξει στην επιβολή θανατικής ποινής, ούτε ότι καταζητείται αποδεδειγμένα από τις αρχές για αδικήματα επισύροντα τέτοια ποινή. Περαιτέρω, τα προσκομισθέντα τεκμήρια δεν κρίθηκαν επαρκή ώστε να θεμελιώσουν ότι η Αιτήτρια αποτελεί πρόσωπο υψηλού ενδιαφέροντος για τις αρχές του Καμερούν ή ότι αντιμετωπίζει κίνδυνο επιβολής της εσχάτης των ποινών.

Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας στο άρθρο 19(2)(α) του περί Προσφύγων Νόμου

Ως προς το άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αφορά τον κίνδυνο υποβολής σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις πληροφορίες χώρας καταγωγής αναφορικά με την κατάσταση ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο Καμερούν και ιδίως στις αγγλόφωνες περιοχές, όπου καταγράφονται περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων, κακομεταχείρισης και υπέρμετρης χρήσης βίας από κρατικές δυνάμεις ασφαλείας.

Ωστόσο, η ύπαρξη γενικής κατάστασης έντασης ή παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων δεν αρκεί αφ’ εαυτής για τη θεμελίωση δικαιώματος συμπληρωματικής προστασίας, ελλείψει εξατομικευμένου κινδύνου που να αφορά συγκεκριμένα την Αιτήτρια.

Εν προκειμένω, το Δικαστήριο αποδέχθηκε μόνο εν μέρει ορισμένες πτυχές των ισχυρισμών της Αιτήτριας και δεν έκρινε ότι αυτή αποτέλεσε πρόσωπο συστηματικής ή στοχευμένης δίωξης από τις αρχές του Καμερούν. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι η Αιτήτρια καταζητείται ενεργά, ούτε ότι διαθέτει τέτοιο πολιτικό ή αποσχιστικό προφίλ ώστε να καθίσταται πιθανή η υποβολή της σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου σε περίπτωση επιστροφής της. Ομοίως, δεν προκύπτει ότι η ιδιότητά της ως δασκάλας, αφ’ εαυτής και υπό τις ιδιαίτερες περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, αρκεί ώστε να την καθιστά πρόσωπο που αντιμετωπίζει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης ή στοχευμένης μεταχείρισης από κρατικούς ή μη κρατικούς δρώντες κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β).

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη ότι η ίδια η Αιτήτρια παρέμεινε για χρονικό διάστημα στην Douala χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα από τις αρχές, ενώ αναχώρησε από τη χώρα καταγωγής της μέσω του διεθνούς αεροδρομίου χωρίς δυσχέρεια.

Υπό τα δεδομένα αυτά, δεν προκύπτει πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος να υποβληθεί η Αιτήτρια σε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν και, ως εκ τούτου, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής της στο άρθρο 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου.

Το Δικαστήριο εξετάζει επίσης κατά πόσον η απομάκρυνση της Αιτήτριας προς το Καμερούν θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει απολύτως τα βασανιστήρια καθώς και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.

Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, για να στοιχειοθετηθεί παραβίαση του άρθρου 3 απαιτείται να αποδεικνύεται ότι υφίστανται ουσιώδεις λόγοι ώστε να θεωρείται ότι ο ενδιαφερόμενος διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποβληθεί σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο αυτό σε περίπτωση απομάκρυνσής του.(βλ.  ΕΔΔΑ, Vilvarajah and Others v. the United Kingdom, 30 Οκτωβρίου 1991, §§ 103, 107-108 [22: 946, 950-951]· Saadi v. Italy [GC], αρ. 37201/06, 28 Φεβρουαρίου 2008, §§ 124-125, 128 [8: 132, 134]· F.G. v. Sweden [GC], αρ. 43611/11, 23 Μαρτίου 2016, §§ 111-115 [8: 111-115]· J.K. and Others v. Sweden [GC], αρ. 59166/12, 23 Αυγούστου 2016, §§ 79, 83, 86 & 94 [10: 79, 83, 86, 94]· A.A. v. Switzerland, αρ. 58802/12, 7 Ιανουαρίου 2014, §§ 38-40 [6: 38-40]).

Εν προκειμένω, παρά τις πληροφορίες που καταγράφουν προβλήματα ασφαλείας και παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι η Αιτήτρια απέδειξε την ύπαρξη τέτοιου πραγματικού και προσωπικού κινδύνου.

Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ότι η Αιτήτρια αποτελεί πρόσωπο που καταζητείται ενεργά από τις αρχές ή ότι διαθέτει τέτοιο πολιτικό ή αποσχιστικό προφίλ ώστε να καθίσταται πιθανή η υποβολή της σε μεταχείριση αντίθετη προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, τα προσκομισθέντα τεκμήρια δεν κρίθηκαν επαρκή ώστε να ανατρέψουν τα βασικά ευρήματα αναξιοπιστίας που εντοπίστηκαν κατά την αξιολόγηση των ουσιωδών ισχυρισμών της.

Το Δικαστήριο λαμβάνει περαιτέρω υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, περιλαμβανομένου του μορφωτικού και επαγγελματικού της υποβάθρου ως δασκάλας, της προηγούμενης δυνατότητάς της να διαμένει και να μετακινείται εντός της χώρας χωρίς ουσιώδη προβλήματα από τις αρχές μετά τα επίμαχα γεγονότα, καθώς και του γεγονότος ότι διατηρεί οικογενειακό και κοινωνικό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της. Τα στοιχεία αυτά δεν καταδεικνύουν ότι η Αιτήτρια βρίσκεται σε κατάσταση ιδιαίτερης προσωπικής ευαλωτότητας ή ότι διαθέτει τέτοιο εξατομικευμένο προφίλ κινδύνου ώστε η επιστροφή της να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ. Περαιτέρω, το ΔΕΕ έχει διευκρινίσει ότι γενικοί κίνδυνοι ή δυσχέρειες που επηρεάζουν ευρύτερα τον πληθυσμό της χώρας καταγωγής δεν αρκούν αφ’ εαυτών για τη στοιχειοθέτηση ατομικής σοβαρής βλάβης (βλ. απόφαση της 18.12.2014, M’Bodj, C-542/13). Ομοίως στην  απόφαση C-255/19 (Secretary of State for the Home Department κατά OA) Το Δικαστήριο τόνισε ότι η απλή οικονομική δυσπραγία (economic hardship) δεν μπορεί, κατά γενικό κανόνα, να χαρακτηριστεί ως «δίωξη» κατά την έννοια του Άρθρου 9 της Οδηγίας 2004/83.

Υπό τα δεδομένα αυτά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η επιστροφή της Αιτήτριας στο Καμερούν δεν δημιουργεί πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

Το Δικαστήριο λαμβάνει περαιτέρω υπόψη, στο πλαίσιο της αξιολόγησης των προσωπικών περιστάσεων της Αιτήτριας, ότι αυτή είναι μητέρα ανήλικου τέκνου, το οποίο γεννήθηκε στην Κυπριακή Δημοκρατία. Συναφώς, το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 24 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το άρθρο 3 της Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Παιδιού, το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού πρέπει να αποτελεί πρωταρχική μέριμνα σε κάθε διαδικασία που το αφορά. Η αρχή αυτή έχει περαιτέρω εξειδικευθεί από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία απαιτείται εξατομικευμένη και ουσιαστική αξιολόγηση των ιδιαίτερων περιστάσεων κάθε ανηλίκου, περιλαμβανομένων της ηλικίας του, του βαθμού εξάρτησής του από τους γονείς του, της οικογενειακής του κατάστασης και της πρόσβασής του σε συνθήκες φροντίδας και προστασίας (βλ. ΔΕΕ, C-112/20, M.A. κατά État belge· C-279/20, XC· C-442/19, TQ).

Το Δικαστήριο λαμβάνει επίσης υπόψη τη σχετική νομολογία του ΕΔΔΑ, σύμφωνα με την οποία οι ανήλικοι συνιστούν ιδιαιτέρως ευάλωτη κατηγορία προσώπων και οι αρχές οφείλουν να επιδεικνύουν αυξημένη επιμέλεια κατά την αξιολόγηση αποφάσεων που επηρεάζουν ουσιωδώς τη ζωή και τις συνθήκες διαβίωσής τους (βλ. Rahimi κατά Ελλάδας, αρ. 8687/08· Tarakhel κατά Ελβετίας, αρ. 29217/12).

Εν προκειμένω, ωστόσο, δεν προέκυψαν ενώπιον του Δικαστηρίου συγκεκριμένα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι το ανήλικο τέκνο της Αιτήτριας αντιμετωπίζει ιδιαίτερες συνθήκες ευαλωτότητας, σοβαρά προβλήματα υγείας ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που να διαφοροποιούν ουσιωδώς την αξιολόγηση κινδύνου στην παρούσα υπόθεση. Περαιτέρω, δεν τεκμηριώθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στο Καμερούν μαζί με το ανήλικο τέκνο της, θα δημιουργείτο πραγματικός και εξατομικευμένος κίνδυνος μεταχείρισης αντίθετης προς τα άρθρα 3 της ΕΣΔΑ ή 19(2)(β) και (γ) του περί Προσφύγων Νόμου αποκλειστικά λόγω της ιδιότητας του τέκνου ως ανηλίκου ή λόγω της γέννησής του στην Κυπριακή Δημοκρατία

Αναφορικά με το ενδεχόμενο υπαγωγής της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C 285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie,ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Σημειώνεται ωστόσο κατά την πρόσφατη απόφαση C-901/19, CF και DN[50], το Δικαστήριο επισήμανε ότι η σχετική εκτίμηση απαιτεί ποιοτική και ποσοτική αξιολόγηση της γεωγραφικής έκτασης, της έντασης των βιαιοτήτων και της φύσης των επιθέσεων.

Προκειμένου δε να διαπιστωθεί εάν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής, ο Αιτητής θα αντιμετωπίσει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιακρίτως ασκούμενης  βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ως οι διατάξεις του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το Δικαστήριο ανέτρεξε σε έγκυρες πηγές πληροφόρησης για τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας.

Σύμφωνα με  ανάλυση για την χώρα στην ιστοσελίδα του ACAPS (Φεβρουαρίου 2024) αναφέρεται πως το Καμερούν βιώνει διάφορες κρίσεις στην χώρα. Οι μακροχρόνιες δυσαρέσκειες της αγγλόφωνης κοινότητας στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές, μετά από δεκαετίες περιθωριοποίησης των μειονοτικών αγγλόφωνων περιοχών από τη γαλλόφωνη Κυβέρνηση, κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες στα τέλη του 2016. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την εμφάνιση διαφορετικών αυτονομιστών να φωνάζουν/διαδηλώνουν υπέρ της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας της Ambazonias στα βορειοδυτικά και νοτιοδυτικά. Οι συγκρούσεις μεταξύ του στρατού και των αυτονομιστικών δυνάμεων έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις ανωτέρω περιοχές, οδηγώντας 638.400 ανθρώπους σε εκτοπισμό  στο εσωτερικό της χώρας και 64.000 σε αναζήτηση καταφυγίου στη γειτονική Νιγηρία μέχρι τις 9 Φεβρουαρίου 2024. Επίσης, η εξέγερση της Boko Haram  στα βορειοανατολικά της Νιγηρίας έχει επίσης εξαπλωθεί στην περιοχή του Άπω Βορρά (extreme Nord), όπου 120.869 Νιγηριανοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στον Άπω Βορρά του Καμερούν, ενώ η βία από την Μπόκο Χαράμ και το Ισλαμικό Κράτος έχει εκτοπίσει εσωτερικά περισσότερους από 453.600 ανθρώπους.[51]

Στις περιοχές Southwest και Northwest, κοινώς γνωστές ως αγγλόφωνες περιοχές,[52] οι μάχες μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές προσπάθησαν να ιδρύσουν ένα ανεξάρτητο κράτος.[53] Το Armed Conflict Location & Event Data Project (ACLED) ανέφερε ότι το 2023, εσωτερικές διαμάχες μεταξύ των ηγετών των αυτονομιστών χώρισαν τις αυτοαποκαλούμενες «αγγλόφωνες κυβερνήσεις» σε περισσότερες από 50 αυτονομιστικές ομάδες, αποδυναμώνοντας  με αυτόν τον τρόπο τα πολιτικά τους αιτήματα και την ικανότητά τους να αντιστέκονται στις κρατικές επιθέσεις.[54] Το ACLED ανέφερε περαιτέρω ότι η συνεχιζόμενη σύγκρουση και οι ανταγωνιστικές εδαφικές διεκδικήσεις μεταξύ των αυτονομιστικών ομάδων και της κεντρικής κυβέρνησης έχουν μετατρέψει τις αγγλόφωνες περιοχές σε ένα «κατακερματισμένο σύστημα φορολογίας, ασφάλειας και δημόσιων υπηρεσιών», το οποίο διαχειρίζονται διάφοροι ασυντόνιστοι παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων των αυτονομιστών, της κυβέρνησης, ιδιωτικών εταιρειών και ανθρωπιστικών οργανώσεων.[55]

Τον Ιανουάριο του 2024, η  United Nations Office for the Coordination of Humanitarian Affairs (UNOCHA) ανέφερε ότι οι πληθυσμοί στις περιοχές Southwest και Northwest «συνέχισαν να υποφέρουν από καταχρήσεις, συμπεριλαμβανομένων δολοφονιών, καταστροφών περιουσιών, απαγωγών για λύτρα, παράνομης φορολογίας, αυθαίρετων συλλήψεων και εκβιασμών».[56] Η κατάσταση της ασφάλειας παρέμεινε «πολύ ασταθής» καθ' όλη τη διάρκεια του 2024,[57] χαρακτηριζόμενη από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές μη κρατικών ενόπλων ομάδων σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των Σωμάτων Κρατικής Ασφάλειας, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών από μη κρατικές ένοπλες ομάδες.[58]Έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας (2025) αναφέρει πως ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2025, οι πολιτικές εντάσεις κλιμακώθηκαν και οι ένοπλες συγκρούσεις και η βία συνεχίστηκαν στις περιοχές του Άπω Βορρά, Βορειοδυτικού και Νοτιοδυτικού Καμερούν.[59]

Επισημαίνεται ωστόσο ότι η Nkongsamba (Littoral)[60], η οποία αποτελεί τον τόπο  συνήθους διαμονής της αιτήτριας, δεν περιλαμβάνεται στις επηρεαζόμενες ως άνω περιφέρειες.

Επίσης, θα παρατεθούν ποσοτικά δεδομένα αναφορικά την κατάσταση ασφαλείας στην περιοχή Littoral( στην οποία εντοπίζεται η περιοχή). Σύμφωνα με έρευνα στη βάση δεδομένων ACLED κατά το τελευταίο έτος σημειώθηκαν στην περιοχή Littoral συνολικά 26 περιστατικά ασφαλείας(διαδηλώσεις, πολιτική βία, τρομοκρατική δραστηριότητα, ανταρσία, καταστολή, βιαιότητες, εμπλοκή ξένων δυνάμεων) τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 31 απώλειες.[61]  Ο πληθυσμός της Littoral περιοχής σύμφωνα με την επίσημη καταμέτρηση του 2015 ανέρχεται σε 4,498,900 κατοίκους.[62]

Από τις διαθέσιμες πηγές προκύπτει ότι το Καμερούν εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις ασφαλείας, ιδίως στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές αγγλόφωνες περιοχές, όπου συνεχίζονται συγκρούσεις μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και αυτονομιστικών ομάδων, καθώς και στην περιοχή του Άπω Βορρά λόγω της δράσης της Boko Haram. Οι σχετικές πηγές καταγράφουν περιστατικά δολοφονιών, απαγωγών, εκβιασμών, χρήσης αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών και εκτοπισμού μεγάλου αριθμού αμάχων.

Ωστόσο, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η περιοχή Littoral, όπου βρίσκεται η Douala και η Nkongsamba, δεν συγκαταλέγεται στις κύριες περιοχές όπου καταγράφεται η πιο έντονη ένοπλη δραστηριότητα και αδιάκριτη βία. Αντιθέτως, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής καταδεικνύουν ότι η σοβαρότητα των συγκρούσεων εντοπίζεται κυρίως στις Βορειοδυτικές και Νοτιοδυτικές περιφέρειες.

Περαιτέρω, σύμφωνα με δεδομένα του ACLED για το τελευταίο έτος, στην περιοχή Littoral καταγράφηκαν συνολικά 26 περιστατικά ασφαλείας με 31 απώλειες, σε πληθυσμό περίπου 4.498.900 κατοίκων. Τα ανωτέρω δεδομένα, αξιολογούμενα τόσο ποσοτικά όσο και ποιοτικά, δεν καταδεικνύουν επίπεδο αδιακρίτως ασκούμενης βίας τέτοιας έντασης ώστε κάθε άμαχος που επιστρέφει στην περιοχή να διατρέχει, λόγω της παρουσίας του και μόνον, πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Λαμβάνοντας δε υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, περιλαμβανομένου του μορφωτικού και επαγγελματικού της υποβάθρου, της προηγούμενης δυνατότητάς της να διαμένει στη Douala χωρίς προβλήματα από τις αρχές, καθώς και της ύπαρξης οικογενειακού και κοινωνικού υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής της, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν, αυτή θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας στο πλαίσιο ένοπλης σύρραξης

Υπό το πρίσμα του συνόλου των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι, παρά τις πλημμέλειες που εντοπίστηκαν κατά τη διοικητική αξιολόγηση της αίτησης και παρά το γεγονός ότι, κατόπιν εξ υπαρχής και ex nunc αξιολόγησης του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, ορισμένοι εκ των ουσιωδών ισχυρισμών της Αιτήτριας έγιναν εν μέρει αποδεκτοί, τα πραγματικά περιστατικά που τελικώς κρίθηκαν ως αξιόπιστα δεν επαρκούν ώστε να θεμελιώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου και της εφαρμοστέας ενωσιακής και διεθνούς νομοθεσίας.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο αποδέχθηκε μόνο ότι η Αιτήτρια ενδέχεται να συμμετείχε σε κινητοποιήσεις που συνδέονταν με την αγγλόφωνη κρίση, να διατηρούσε περιορισμένη ή περιφερειακή σχέση με πρόσωπα ή κύκλους σχετιζόμενους με το SCNC και να υπέστη περιορισμένης έκτασης έλεγχο ή προσαγωγή από τις αρχές στο πλαίσιο των γενικευμένων επιχειρήσεων ασφαλείας της περιόδου εκείνης. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι αυτή διαδραμάτιζε ουσιαστικό ή ηγετικό ρόλο σε αποσχιστική οργάνωση, ότι αποτέλεσε πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος των αρχών του Καμερούν ή ότι υπήρξε στόχος ενεργού, διαρκούς και εξατομικευμένης δίωξης.

Ως εκ τούτου, οι πλημμέλειες που εντοπίστηκαν στην προσβαλλόμενη διοικητική απόφαση δεν μεταβάλλουν το τελικό αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης, καθότι ακόμη και υπό το πρίσμα των πραγματικών περιστατικών που έγιναν εν μέρει αποδεκτά από το ίδιο το Δικαστήριο, δεν στοιχειοθετούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις αναγνώρισης καθεστώτος πρόσφυγα ή χορήγησης συμπληρωματικής προστασίας.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη και τα όσα προβάλλονται εκ μέρους της Αιτήτριας διά της γραπτής της αγόρευσης, περιλαμβανομένων των αναφορών σε πληροφορίες χώρας καταγωγής, νομολογία και ισχυρισμών περί πλημμελούς αξιολόγησης της αίτησής της από τη Διοίκηση. Ωστόσο, παρά τις επιμέρους πλημμέλειες που εντοπίστηκαν κατά τη διοικητική αξιολόγηση και οι οποίες θεραπεύθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας ex-nunc και εξ υπαρχής εξέτασης από το Δικαστήριο, δεν κατέστη δυνατό να αναδειχθούν επαρκή και πειστικά στοιχεία ικανά να τεκμηριώσουν ότι η Αιτήτρια πληροί τις ουσιαστικές προϋποθέσεις υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.

Το Δικαστήριο υπενθυμίζει συναφώς ότι ο αιτητής διεθνούς προστασίας φέρει την υποχρέωση να προβάλλει συγκεκριμένους, επαρκώς τεκμηριωμένους και αληθοφανείς ισχυρισμούς, ικανούς να παράσχουν το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο για την αξιολόγηση τόσο της νομιμότητας όσο και της ουσίας της προσβαλλόμενης πράξης (βλ. JOHN MBI EBOT ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 141/2023). Όταν δε οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί παραμένουν γενικοί, αόριστοι ή μη επαρκώς συνδεδεμένοι με τα προσωπικά περιστατικά της υπόθεσης, δεν αρκούν προς ανατροπή των ουσιαστικών ευρημάτων αξιοπιστίας ή προς θεμελίωση αξίωσης διεθνούς προστασίας (βλ. Κ.Ε. ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 17/2024 και RAAFAT ALFY NOUH KHALIL ν. Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας αρ. 153/2023).

Εν προκειμένω, παρά τα όσα αναφέρονται στη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας, το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, αξιολογούμενο σωρευτικά και υπό το πρίσμα των αποδεκτών πραγματικών περιστατικών, δεν καταδεικνύει ότι αυτή αντιμετωπίζει πραγματικό, παρόντα και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στο Καμερούν.

Δια τους λόγους που αναπτύχθηκαν ανωτέρω, η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται. Ωστόσο, λαμβανομένων υπόψη των πλημμελειών που εντοπίστηκαν κατά τη διοικητική αξιολόγηση της αίτησης και του γεγονότος ότι το Δικαστήριο προέβη σε εξ υπαρχής και ex nunc εξέταση της ουσίας της υπόθεσης, δεν εκδίδεται διαταγή ως προς τα έξοδα.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ Δ.Δ.Δ.Δ.Π

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



[1] Πρακτικό Οδηγό της EUAA για την Αξιολόγηση Αποδεικτικών Στοιχείων (2024, σελ. 78-81) και τη Δικαστική Ανάλυση της EUAA (2023, σελ. 254-259),

[2] βλ. ΕΔΔΑ, J.K. and Others v. Sweden [GC], αρ. 59166/12, 23.8.2016, § 97 και σκέψη 9 του παρατιθέμενου Σημειώματος της UNHCR [10: 97, 269]· I.K. c. Suisse, αρ. 21417/17, 19.12.2017, § 27 [35: 27]· A.N. c. France, αρ. 12956/15, 19.4.2016, § 44 [3: 44]· ΔΕΕ, MP κατά Secretary of State, C-353/16, 24.4.2018, σκ. 42 [30: 42]· βλ. επίσης ΔΕΕ, A, B, and C, συνεκδ. υποθέσεις C-148/13 έως C-150/13, 2.12.2014, σκ. 70 [26: 70])

[3] ACLED - Armed Conflict Location & Event Data Project, GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime: Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists, September 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2114957/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ.28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/03/2026).

[4] USDOS – US Department of State (Author): 2023 Country Report on Human Rights Practices: Cameroon, 23 April 2024 https://www.ecoi.net/en/document/2107637.html  (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 15/03/2026).

[5] UN Security Council: The situation in Central Africa and the activities of the United Nations Regional Office for Central Africa; Report of the Secretary-General [S/2024/865], 29 November 2024
https://www.ecoi.net/en/file/local/2120501/n2435075.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[6] Norwegian Refugee Council, Helping children in Cameroon to tackle trauma, 05 May 2025, https://www.nrc.no/perspectives/2025/helping-children-in-cameroon-to-tackle-trauma (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026). 

[7] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124707.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[8] UN OCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West Situation Report No.76 - April 2025’, 2 June 2025, https://www.unocha.org/publications/report/cameroon/cameroon-north-west-and-south-west-situation-report-no76-april-2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[9] GPC - Global Protection Cluster: Protection Monitoring Update; July - September 2024, 30 October 2024
https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf ,  Mime Memfo Info,  Lockdown fears cloud school resumption in Buea,   09 September 2025, https://mimimefoinfos.com/lockdown-fears-in-buea-as-schools-resume/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

 

[10] UNHCR, Handbook on Procedures and Criteria for Determining Refugee Status, παραγρ. 80-84· FRA, Εγχειρίδιο σχετικά με την ευρωπαϊκή νομοθεσία σε θέματα ασύλου, συνόρων και μετανάστευσης, Έκδοση 2020, σελ. 134-135· ΔΕΕ, υπόθεση C-255/19, ΟΑ, σκ. 55-57· Ανώτατο Δικαστήριο Καναδά, Attorney General v. Ward [1993] 2 SCR 689· Immigration Appeal Tribunal (Ηνωμένο Βασίλειο), Gomez (non-state actors: Acero-Garces disapproved) [2000] UKIAT 00007· Supreme Court (Ηνωμένο Βασίλειο), RT (Zimbabwe) [2012] UKSC 38

[11] EUAA, Judicial Analysis on Qualification for International Protection, 2η έκδοση, 2023, σελ. 49-53· EUAA, Practical Guide on Evidence Assessment, Έκδοση 2022, σελ. 91 και 98.

[12] Βλ. ΕΔΔΑ, Soering κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση 7 Ιουλίου 1989, αριθ. προσφυγής 14038/88, σκ. 88-91 (η απαγόρευση βασανιστηρίων και απάνθρωπης μεταχείρισης ενεργοποιείται σε περίπτωση σοβαρού κινδύνου)· D. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, απόφαση 2 Μαΐου 1997, αριθ. προσφυγής 30240/96, σκ. 49-54 (ο σοβαρός κίνδυνος επαρκεί για παραβίαση του άρθρου 3)· F.G. κατά Σουηδίας (Μεγάλη Σύνθεση), απόφαση 23 Μαρτίου 2016, αριθ. προσφυγής 43611/11, σκ. 111-113 (υποχρέωση εξέτασης μελλοντικού κινδύνου λόγω πολιτικών ή θρησκευτικών πεποιθήσεων)· Najafli κατά Αζερμπαϊτζάν, απόφαση 2 Οκτωβρίου 2012, αριθ. προσφυγής 2594/07, σκ. 49-54 (δίωξη λόγω πολιτικής έκφρασης).

[13] IRB Canada, 'Cameroon: The Southern Cameroons National Council (SCNC) and the Southern Cameroons Youth League (SCYL); organizational structures; leaders; activities; membership cards; treatment of their members by government authorities (2010-February 2014) [CMR104800.E]'(2014), υπό 1, διαθέσιμο σε https://www.ecoi.net/en/document/1038304.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[14] Ο.π

[15] Freedom House: Freedom in the World 2022 - Cameroon, 24 February 2022
https://www.ecoi.net/en/document/2071860.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[16] CGVS/ CGRA, 'COI Focus: CAMEROUN Situation sécuritaire liée au conflit anglophone' (2020), 8 διαθέσιμο σε https://coi.euaa.europa.eu/administration/belgium/PLib/coi_focus_cameroun._situation_securitaire_liee_au_conflit_anglophone_20201016.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[17] HRW – Human Rights Watch (Author): “How Can You Throw Us Back?”; Asylum Seekers Abused in the US and Deported to Harm in Cameroon, 10 February 2022 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 14.3.2026)https://www.ecoi.net/en/file/local/2068956/us_cameroon0222_web.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[18] DIDR (Division de l'information, de la documentation et des recherches (OFPRA)), Cameroun : Point de situation sécuritaire de janvier à décembre 2023, OFPRA (Office Français de Protection des Réfugiés et Apatrides), 14 June 2024, https://www.ofpra.gouv.fr/libraries/pdf.js/web/viewer.html?file=/sites/default/files/ofpra_flora/2406_cmr_situation_securitaire_162485_web.pdfσελ.5 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[19] IRB - Immigration and Refugee Board of Canada: Cameroon: The Southern Cameroons National Council (SCNC), including leadership, structure, objectives, activities, requirements and procedures to become a member; relations with authorities; location and contact information; documents issued to members, including letterhead, seal and authorized signatories (2015-June 2018) [CMR106136.E], 22. Juni 2018
https://www.ecoi.net/de/dokument/2006661.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[20] Freedom House, Cameroon, 2020,  https://freedomhouse.org/country/cameroon/freedom-world/2020 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[21] Bertelsmann Stiftung: BTI 2020 Country Report Cameroon, 29 April 2020
https://www.ecoi.net/en/file/local/2029555/country_report_2020_CMR.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

 

 

[23] Amnesty International Cameroon: Arrests and civil society bans risk inflaming tensions in English-speaking regions January 20, 2017 https://amnesty.ca/human-rights-news/cameroon-arrests-and-civil-society-bans-risk-inflaming-tensions-in-english-speaking-regions

[24] Amnesty International: Cameroon: More than a hundred detainees from Anglophone regions and opposition party languishing in jail for speaking out, January 24, 2022
https://www.ecoi.net/de/document/2066884.html [accessed on May 26, 2026]

[26] Cameroon: Criminal Procedure Code, Law N°2005 of 27 July 2005, Part II, Section 11, in UNODC, https://www.unodc.org/cld/uploads/res/document/criminal-procedre-code_html/Cameroon_Criminal_Procedure_Code_2005.pdf και βλ.ακόμη γαλλικό κείμενο σε   https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2005/fr/103538 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[27] Immigration and refugee board of Canada Cameroon: Notices to appear issued by the General Delegation for National Security (Délégation générale à la Sûreté nationale, DGSN), including the issuing procedure; the content and appearance of the notices to appear, and whether it is the same at all police stations in the country; possibility of obtaining a fraudulent notice to appear (2012-October 2013)

Research Directorate, Immigration and Refugee Board of Canada, Ottawa https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=455211&pls

[28] COI Query - Cameroon: Arrest Warrants and Wanted Notices January 2023 to 18 July 2025 https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-cameroon-arrest-warrants-and-wanted-notices

 

[29] DIDR (Division de l'information, de la documentation et des recherches (OFPRA)), Cameroun : Point de situation sécuritaire de janvier à décembre 2023, OFPRA (Office Français de Protection des Réfugiés et Apatrides), 14 June 2024, https://www.ofpra.gouv.fr/libraries/pdf.js/web/viewer.html?file=/sites/default/files/ofpra_flora/2406_cmr_situation_securitaire_162485_web.pdfσελ.5 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[30] IRB (Immigration and Refugee Board of Canada), Cameroon: The Southern Cameroons National Council (SCNC), including leadership, structure, objectives, activities, requirements and procedures to become a member; relations with authorities; location and contact information; documents issued to members, including letterhead, seal and authorized signatories (2015-June 2018) [CMR106136.E], 22 June 2018, https://irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=457518&pls=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

 

[31] International Journal of TROPICAL DISEASE & Health https://journalijtdh.com/index.php/IJTDH/article/view/345

[32] Malaria infection and anaemia in HIV-infected children in Mutengene, Southwest Cameroon: a cross sectional study https://link.springer.com/article/10.1186/s12879-016-1853-z  

[33] International Journal of TROPICAL DISEASE & Health https://prh.sdiarticle3.com/review-history/14111

 

[34] ΕΥΑΑ -COI QUERY-CAMEROON Treatment of individuals perceived as separatists by the state 1 January 2022 to 3 March 2024- https://www.euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2026-01/2024_03_EUAA_COI_Query_Response_Q20_Treatment_of_Individuals_Perceived_as_Separatists_by_the_State_Cameroon.pdf

[35] Austrian Red Cross - Cameroon: The Cameroon Anglophone Crisis (2021 – 2023) Query Response 4 January 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2102908/a-12289.pdf

[36] Immigration and Refugee Board of Canada - Cameroon: Situation of Anglophones, including returnees, in Bamenda, Yaoundé and Douala; treatment by society and by the authorities (2016-August 2018) Research Directorate, Immigration and Refugee Board of Canada, Ottawa https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=457577 

 

[38] Immigration and refugee board of Canada Cameroon: Notices to appear issued by the General Delegation for National Security (Délégation générale à la Sûreté nationale, DGSN), including the issuing procedure; the content and appearance of the notices to appear, and whether it is the same at all police stations in the country; possibility of obtaining a fraudulent notice to appear (2012-October 2013)

Research Directorate, Immigration and Refugee Board of Canada, Ottawa https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=455211&pls

[39] COI Query - Cameroon: Arrest Warrants and Wanted Notices January 2023 to 18 July 2025 https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-cameroon-arrest-warrants-and-wanted-notices

 

[42] Human Rights Abuses in the Cameroon Anglophone Crisis A Submission of Evidence to UK Parliament  https://www.rightofassembly.info/assets/downloads/Cameroon_Anglophone_Crisis_Report.pdf

[43] Austrian Red Cross - Cameroon: The Cameroon Anglophone Crisis (2021 – 2023) Query Response [a-12289] 4 January 2024 https://www.ecoi.net/en/file/local/2102908/a-12289.pdf

[44] No. 2016/007 of July 12, 2016, relating to the Penal Code, Cameroon, https://www.wipo.int/wipolex/en/legislation/details/16366   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[45] No. 2016/007 of July 12, 2016, relating to the Penal Code, Cameroon, https://www.wipo.int/wipolex/en/legislation/details/16366   (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

 

[46] No. 2016/007 of July 12, 2016, relating to the Penal Code, Cameroon, https://www.wipo.int/wipolex/en/legislation/details/16366 , σελ.42-43 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

 

[47] Immigration and refugee board of Canada Cameroon: Notices to appear issued by the General Delegation for National Security (Délégation générale à la Sûreté nationale, DGSN), including the issuing procedure; the content and appearance of the notices to appear, and whether it is the same at all police stations in the country; possibility of obtaining a fraudulent notice to appear (2012-October 2013)

Research Directorate, Immigration and Refugee Board of Canada, Ottawa https://www.irb-cisr.gc.ca/en/country-information/rir/Pages/index.aspx?doc=455211&pls

[48] COI Query - Cameroon: Arrest Warrants and Wanted Notices January 2023 to 18 July 2025 https://www.euaa.europa.eu/publications/coi-query-cameroon-arrest-warrants-and-wanted-notices

 

[49] Cameroon: Criminal Procedure Code, Law N°2005 of 27 July 2005, Part II, Section 11, in UNODC, https://www.unodc.org/cld/uploads/res/document/criminal-procedre-code_html/Cameroon_Criminal_Procedure_Code_2005.pdf και βλ.ακόμη γαλλικό κείμενο σε   https://www.refworld.org/legal/legislation/natlegbod/2005/fr/103538 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

 

[50] ΔΕΕ, CF και DN κατά Bundesrepublik Deutschland, C-901/19, απόφαση της 10.6.2021, σκέψεις 43–47.

[51]    ACAPS, Country analysis, CAMEROON, February 2024,  https://www.acaps.org/en/countries/cameroon# (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[52] International Crisis Group, ‘A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status’, 31 Μαρτίου 2023, διαθέσιμο στη διεύθυνση: A Second Look at Cameroon’s Anglophone Special Status | Crisis Group (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).  

[53] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[54] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 3, 13 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).  

[55] ACLED and GI-TOC - Global Initiative against Organized Crime, ‘Non-State Armed Groups and Illicit Economies in West Africa: Anglophone separatists’, Σεπτέμβριος 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf, σελ. 3 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[56] UNOCHA, ‘Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024)’, 8 Μαρτίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon: North-West and South-West - Situation Report No. 61 (January 2024) | OCHA (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026). 

[57] Global Cantre for the Responsibility to Protect (GCR2P), ‘Cameroon – Population at risk’, 1 Δεκεμβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: Cameroon - Global Centre for the Responsibility to Protect (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026). 

[58] Global Protection Cluster (GPC), ‘Protection Monitoring Update; July - September 2024’, 30 Οκτωβρίου 2024, διαθέσιμο στη διεύθυνση: UNHCR (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[59] Amnesty International: The State of the World's Human Rights; Cameroon 2024, 29 April 2025
https://www.ecoi.net/en/document/2124707.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 22.02.2026)

[60] https://www.mindat.org/feature-2223763.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).

[61] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Cameroon, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμη σε Explorer | ACLED (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 11/03/2026).    

[62] CITY POPULATION, Africa / CAMEROON:  https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/ ,  τελευταίας πρόσβασης 17/03/2026). 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο