ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
13 Μαΐου 2025
[Ε. ΡΗΓΑ, Δ. Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
M.N.D.
από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό
Αιτητής
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας,
μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Ο Αιτητής εμφανίζεται αυτοπροσώπως
Δικηγόροι για τους Καθ' ων η αίτηση: Ε. Ιωάννου (κα) για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
[Μ. Σταύρου (κα)- Διερμηνέας, για διερμηνεία από την γαλλική στην ελληνική και αντίστροφα]
ΑΠΟΦΑΣΗ
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, ο Αιτητής στρέφεται εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 30.04.2024, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημά του για διεθνή προστασία και αποφασίστηκε η επιστροφή του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Προτού εξεταστούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται η σκιαγράφηση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση του Αιτητή, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου ο οποίος κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»):
Ο Αιτητής κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη ως «ΛΔΚ»), την οποία εγκατέλειψε στις 16.03.2021 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 05.04.2021. Αίτηση ασύλου υπέβαλε στις 15.05.2021 και ακολούθως προσήλθε σε συνέντευξη με λειτουργό του Οργανισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το Άσυλο (EUAA) (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός») και κατόπιν εξέτασης της ουσίας της υπόθεσής του, η αίτηση απορρίφθηκε στις 30.04.2024. Εναντίον της απόφασης αυτής ο Αιτητής καταχώρισε την υπό κρίση προσφυγή στο παρόν Δικαστήριο.
ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο Αιτητής, ο οποίος εμφανίζεται αυτοπροσώπως, στο εισαγωγικό δικόγραφο της διαδικασίας δεν παραθέτει έκθεση των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεσή του, ούτε εξειδικεύει οποιονδήποτε λόγο ακυρώσεως της επίδικης απόφασης. Καταγράφει δε, στο χειρόγραφα συμπληρωμένο Έντυπο αρ. 1[1], την ένστασή του εναντίον της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι εξακολουθεί να διατρέχει κίνδυνο από τη θεία, τον θείο και τον υιό τους, οι οποίοι επιδιώκουν να του προκαλέσουν κακό, καθώς θεωρούν ότι η γέννησή του επέφερε συμφορά και ότι η μητέρα του απεβίωσε κατά τον τοκετό εξαιτίας του, αποδίδοντάς του ακόμη και πρακτικές μαγείας.
Στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, ο Αιτητής επανέλαβε πως εγκατέλειψε τη χώρα του λόγω των απειλών θανάτου. Ως κατέγραψε, η μητέρα του πέθανε στη γέννα και για τον λόγο αυτό η οικογένεια του πατέρα του και της μητέρας τους θεώρησαν ότι ο ίδιος έφερε κακή μαγεία. Προσθέτει ότι το Νοέμβριο του 2018, ο γιος του θείου του, ο Joseph, του επιτέθηκε με τους φίλους του με μανσέτες, τον δε Ιανουάριο του 2021 επαναλήφθηκε το ίδιο πράγμα. Ο Joseph, σύμφωνα με τον Αιτητή, ανήκει στην συμμορία «Kuluna» που σκορπίζει πανικό στη Κινσάσα.
Από την πλευρά τους οι Καθ' ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε ορθώς και νομίμως, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής ενάσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης καθώς και ότι η επίδικη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη.
Ισχυρίζονται περαιτέρω, ότι οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης, το οποίο ο ίδιος φέρει, τόσο ως προς τους λόγους ακυρώσεως που προωθεί με την προσφυγή, όσο και προς την ύπαρξη βάσιμου φόβου δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης δυνάμει του άρθρου 19 του ίδιου Νόμου. Οι Καθ’ ων η αίτηση τονίζουν πως έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι ο αιτητής πρέπει να πείσει, καταβάλλοντας ειλικρινή προσπάθεια να θεμελιώσει την αφήγησή του, ότι υπήρξε θύμα πολιτικής ή άλλης δίωξης στη χώρα του και προσθέτουν ότι οι ισχυρισμοί που επικαλέστηκε ο Αιτητής προς υποστήριξη του αιτήματός του δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα ούτε θα μπορούσαν να υποστηρίξουν όπως του χορηγηθεί το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΚΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Ως έχω ήδη παρατηρήσει και ανωτέρω, κανένας συγκεκριμένος λόγος ακύρωσης δεν προβάλλεται και κατά μείζονα λόγο δεν αιτιολογείται από τον Αιτητή στο πλαίσιο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας. Δεδομένου ωστόσο του γεγονότος ότι ο Αιτητής εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου προσωπικά, ο Κανονισμός 7 του Διαδικαστικού Κανονισμού του Ανωτάτου Δικαστηρίου του 1962 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Διαδικαστικός Κανονισμός») τον απαλλάσσει από την υποχρέωση καθορισμού των νομικών σημείων, εφόσον δεν εκπροσωπείται από δικηγόρο.
Ανάλογη, όμως, χαλάρωση δεν προβλέπεται αναφορικά με την υποχρέωση για συμμόρφωση με την πρόνοια του Κανονισμού 4 του Διαδικαστικού Κανονισμού, ο οποίος διέπει τον καταρτισμό και καταχώριση της αίτησης ακυρώσεως, καθώς είναι ο Αιτητής που έχει ιδιάζουσα γνώση τόσο των γεγονότων της υπόθεσής του όσο και των λόγων για τους οποίους η προσβαλλόμενη πράξη ή απόφαση θίγει τα συμφέροντα του. Δεν θα ήταν άλλωστε παραδεκτό για το Δικαστήριο να παρέμβει στην ανίχνευση του παραπόνου του προσφεύγοντος, προσδιορίζοντας και το επίδικο θέμα της δίκης[2].
Ενόψει της μη συμπερίληψης οιουδήποτε νομικού ισχυρισμού, απομένει η επί της ουσίας εξέταση της παρούσας αιτήσεως αφού η προσβαλλόμενη πράξη εκδόθηκε κατόπιν αίτησης η οποία υποβλήθηκε στην αρμόδια διοικητική αρχή μετά την 20ή Ιουλίου 2015[3] και συνεπώς το Δικαστήριο διατηρεί εξουσία να εξετάσει και επί της ορθότητάς της την προσβαλλόμενη απόφαση.
Στη βάση λοιπόν των ως άνω, έχω εξετάσει την προσβαλλόμενη απόφαση υπό το πρίσμα όλων των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν του Δικαστηρίου. Στην υποβληθείσα αίτησή του ο Αιτητής κατέγραψε ότι εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του λόγω απειλών κατά της ζωής του, προσθέτοντας πως η μητέρα του απεβίωσε κατά τη γέννησή του και στη συνέχεια, όταν το 2006 απεβίωσε και ο πατέρας του, οι συγγενείς του τον κατηγόρησαν πως ήταν μάγος και υπεύθυνος για το θάνατο των γονιών του (βλ. ερυθ. 1 και 17 δ.φ.).
Ακολούθως, στις 05.04.2021 στα πλαίσια της συνέντευξής του για την εκτίμηση τυχόν ευαλωτότητάς του, ο Αιτητής δήλωσε ότι έφυγε από τη χώρα καταγωγής διότι μετά το θάνατο του πατέρα του το 2006, η οικογένειά του τον κατηγόρησε ως υπεύθυνο για τον θάνατο λόγω της περιουσίας του αποθανόντος πατέρα του την οποία ήθελαν. Πρόσθεσε ότι οι συγγενείς του πλήρωσαν μια συμμορία για να τον σκοτώσει και κατέληξε λέγοντας ότι γνώρισε έναν άντρα από το Λίβανο, ήτοι τον κ. Hassan, ο οποίος τον βοήθησε να φύγει από τη χώρα.
Ακολούθως, κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης ο Αιτητής επιβεβαίωσε
ότι είναι υπήκοος ΛΔΚ, γεννημένος στην Κινσάσα και με τελευταίο τόπο διαμονής την περιοχή Mont Ngafula της Κινσάσα έως και την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής. Είναι Καθολικός Χριστιανός στο θρήσκευμα και ανήκει στη φυλή Mukongo. Ως ο ίδιος ανέφερε, είναι άγαμος και άτεκνος. Πρόσθεσε ότι δεν έχει αδέρφια και ότι η μητέρα του απεβίωσε κατά τη γέννησή του ενώ ο πατέρας του απεβίωσε το 2006. Πρόσθεσε ότι στην Κινσάσα ζει η μητρική γιαγιά του, 3 θείοι και 2 θείες, με τους οποίους συγγενείς βρίσκεται σε επαφή. Ως προς το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δήλωσε πως είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και πως ομιλεί τη Γαλλική, την Kikongo και την Lingala. Επιπλέον, αναφορικά με την επαγγελματική του εμπειρία δήλωσε ότι στη ΛΔΚ εργαζόταν ως αχθοφόρος και ως μικροπωλητής (βλ. ερυθ. 60-58 δ.φ.).
Αναφορικά με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής δήλωσε, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης, ότι εγκατέλειψε τη ΛΔΚ επειδή δεχόταν απειλές κατά της ζωής του. Ειδικότερα, ανέφερε ότι η οικογένεια της μητέρας του, η οποία απεβίωσε κατά τη γέννησή του, τον θεωρούσε υπεύθυνο για τον θάνατό της, προσθέτοντας ότι ιδίως οι θείοι του διατηρούσαν εχθρική στάση απέναντί του. Μετά τον θάνατο και του πατέρα του, η κατάσταση επιδεινώθηκε, καθώς μετακόμισε στην οικία της μητρικής του γιαγιάς, όπου διέμεναν επίσης οι θείοι και η θεία του, η οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, δεν τον αποδεχόταν.
Ο Αιτητής ανέφερε περαιτέρω ότι οι συγγενείς του άρχισαν να τον απειλούν, γεγονός που τον οδήγησε να εγκαταλείψει δύο φορές την οικία. Την πρώτη φορά επέστρεψε κατόπιν παρότρυνσης της γιαγιάς του, ωστόσο στη συνέχεια δέχθηκε απειλές από τον εξάδελφό του, επ’ ονόματι Joseph, ο οποίος, σύμφωνα με τον ίδιο, ήταν μέλος συμμορίας Kuluna. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι ο εν λόγω εξάδελφος αποτέλεσε τον κύριο λόγο για τον οποίο αποφάσισε τελικά να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του (βλ. ερυθ. 57 2Χ δ.φ.).
Περαιτέρω, δήλωσε ότι δέχθηκε επίθεση από τον εξάδελφό του και ακόμη πέντε άτομα, οι οποίοι έφεραν ματσέτες και του αφαίρεσαν χρήματα και το κινητό του τηλέφωνο. Αναφέρθηκε επίσης σε προγενέστερο περιστατικό αντιπαράθεσης με τον εξάδελφό του, όταν ο τελευταίος είχε αφαιρέσει την τηλεόραση της γιαγιάς τους και ο Αιτητής τον επέπληξε για την πράξη του. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο εξάδελφός του συνέχισε έκτοτε να τον απειλεί επανειλημμένα, μέχρις ότου ο ίδιος απευθύνθηκε στον εργοδότη του ζητώντας βοήθεια. Κατέληξε δε αναφέροντας ότι ο εργοδότης του, Λιβανέζος επιχειρηματίας, συνέδραμε στην οργάνωση του ταξιδιού του από τη ΛΔΚ προς τη Δημοκρατία (βλ. ερυθ. 56 1Χ δ.φ.).
Ερωτηθείς σχετικά με το τι πιστεύει ότι θα αντιμετωπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, ο Αιτητής δήλωσε ότι, εάν επιστρέψει, θα ήταν προτιμότερο να εγκατασταθεί στο χωριό του, στην περιοχή Kisantu της επαρχίας Kongo Central, το οποίο βρίσκεται περίπου 160 χιλιόμετρα από την Κινσάσα. Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι σε περίπτωση επιστροφής του στην Κινσάσα φοβάται ότι ο Joseph ενδέχεται να τον σκοτώσει (βλ. ερυθ. 56 1Χ δ.φ.).
Ερωτηθείς σχετικά, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν διατηρεί οποιαδήποτε σύγκρουση με τη γιαγιά και τη θεία του (βλ. ερυθ. 56 2Χ δ.φ.), ενώ ανέφερε ότι οι συγκρούσεις του αφορούν τον θείο του B.T. , τον θείο του και πατέρα του Joseph, επ’ ονόματι P.T.K., την A.T., καθώς και τον εξάδελφό του Joseph T. (βλ. ερυθ. 55 1Χ δ.φ.).
Περαιτέρω, υποστήριξε ότι ο θείος του P.T.K. επισκεπτόταν συχνά τη γιαγιά του και της ανέφερε ότι ο Αιτητής δεν είναι καλός άνθρωπος και ότι δεν θα έπρεπε να του παρέχει στέγη, αλλά να τον απομακρύνει από την οικία και να τον στείλει να διαμείνει με την οικογένεια του πατέρα του. Ο ίδιος θείος, σύμφωνα με τον Αιτητή, φώναζε και προς τον ίδιο, χωρίς ωστόσο ο Αιτητής να γνωρίζει τον ακριβή λόγο αυτής της συμπεριφοράς.
Ο Αιτητής περιέγραψε επίσης περιστατικό που φέρεται να έλαβε χώρα στα τέλη του 2007 ή στις αρχές του 2008, όταν η τότε αρραβωνιαστικιά του επισκέφθηκε τη γιαγιά του. Κατά τους ισχυρισμούς του, ο ίδιος θείος ανέφερε προς εκείνη ότι ο Αιτητής είναι μάγος και υπεύθυνος για τον θάνατο της μητέρας του, γεγονός που, σύμφωνα με τον ίδιο, οδήγησε τελικά στον χωρισμό τους (βλ. ερυθ. 53 2Χ και 52 1Χ δ.φ.).
Απαντώντας σε διευκρινιστικές ερωτήσεις αναφορικά με τα εν λόγω πρόσωπα, ο Αιτητής δήλωσε ότι πρόκειται για άτομα «με κακό χαρακτήρα», τα οποία απειλούσαν τη γιαγιά του προκειμένου να τον απομακρύνει από την οικογενειακή οικία. Πρόσθεσε ακόμη ότι γείτονές του τον προειδοποιούσαν να είναι προσεκτικός μαζί τους, καθώς δεν τον συμπαθούσαν και έθεταν τη ζωή του σε κίνδυνο (βλ. ερυθ. 55 2Χ δ.φ.). Ερωτηθείς περαιτέρω σχετικά με τη σχέση που διατηρούσε με τα πρόσωπα αυτά, δήλωσε ότι μέχρι τον θάνατο του πατέρα του οι σχέσεις τους ήταν καλές, πλην όμως αργότερα άρχισαν οι συγκρούσεις (βλ. ερυθ. 54 1Χ δ.φ.).
Αναφορικά με τις συνθήκες θανάτου του πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι ο τελευταίος παρουσίασε υψηλό πυρετό ένα απόγευμα και το επόμενο πρωί είχε, κατά τους ισχυρισμούς του, χάσει μυστηριωδώς σημαντικό βάρος. Ανέφερε ότι επισκέφθηκαν διάφορα νοσοκομεία και υποβλήθηκαν σε πολλαπλές εξετάσεις, ενώ στο Γενικό Νοσοκομείο Maman Yemo οι ιατροί τους ενημέρωσαν ότι ο πατέρας του έπασχε από άγνωστη ασθένεια για την οποία δεν μπορούσαν να προσφέρουν θεραπεία. Σύμφωνα με τον Αιτητή, οι ιατροί τούς συμβούλευσαν να επιστρέψουν στην οικία τους και να προσευχηθούν για τον ασθενή, ο οποίος απεβίωσε την 01.06.2006. Ο Αιτητής διευκρίνισε ότι δεν διενεργήθηκε νεκροτομή προκειμένου να εξακριβωθεί η αιτία θανάτου και πρόσθεσε ότι δεν γνωρίζει για ποιο λόγο δεν πραγματοποιήθηκε τέτοια διαδικασία (βλ. ερυθ. 54 2Χ δ.φ.).
Τέλος, ο Αιτητής ανέφερε ότι από το 2006 διέμενε με τη γιαγιά του, τον έναν θείο του και τη σύζυγο αυτού, ενώ πρόσθεσε ότι για περίοδο περίπου οκτώ μηνών, γύρω στο 2010 ή 2011, ήταν άστεγος (βλ. ερυθ. 53 1Χ δ.φ.).
Ερωτηθείς σχετικά με τις απειλές που ισχυρίζεται ότι δέχθηκε, ο Αιτητής ανέφερε ότι απειλήθηκε επανειλημμένα σε λεκτικό επίπεδο από τον θείο του B.T., τον θείο του και πατέρα του Joseph, P.T.K., καθώς και από τον εξάδελφό του Joseph. Διευκρίνισε ότι οι απειλές ξεκίνησαν το 2007, με αφορμή το περιστατικό που είχε περιγράψει αναφορικά με την πρώην αρραβωνιαστικιά του. Ερωτηθείς να παραθέσει συγκεκριμένα παραδείγματα απειλών, ο Αιτητής δήλωσε ότι του ανέφεραν πως είναι μάγος και ότι δεν έπρεπε να διαμένει με τη μητέρα τους αλλά να επιστρέψει στην οικογένεια του πατέρα του, ενώ παράλληλα τον προσέβαλλαν ενώπιον τρίτων. Όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει για ποιο λόγο εξέλαβε τις εν λόγω συμπεριφορές ως απειλές, ο ίδιος απάντησε ότι το συμπέρασμα αυτό προέκυπτε από τον τρόπο με τον οποίο του απευθύνονταν και από τον τρόπο με τον οποίο του ζητούσαν να αποχωρήσει (βλ. ερυθ. 52 2Χ δ.φ.).
Αναφορικά με τον εξάδελφό του Joseph, ο Αιτητής δήλωσε ότι από το 2015 γνώριζε πως ήταν μέλος συμμορίας Kuluna, καθώς κυκλοφορούσε συστηματικά στη γειτονιά τους συνοδευόμενος από μέλη της εν λόγω συμμορίας, τα οποία έφεραν ματσέτες. Πρόσθεσε δε ότι υπήρχαν αναφορές σύμφωνα με τις οποίες τα εν λόγω άτομα επιτίθεντο σε πολίτες κατά τις νυχτερινές ώρες, αφαιρώντας χρήματα και κινητά τηλέφωνα (βλ. ερυθ. 51 1Χ δ.φ.).
Ο Αιτητής περιέγραψε δύο περιστατικά επίθεσης από τον Joseph και τη συμμορία του. Το πρώτο, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, έλαβε χώρα μία Πέμπτη του Νοεμβρίου 2018 σε δρόμο της γειτονιάς του. Όπως ανέφερε, ενώ περπατούσε μόνος του, μέλη της συμμορίας τον προσπέρασαν και στη συνέχεια επέστρεψαν, τον περικύκλωσαν, έβγαλαν ματσέτες και τον απείλησαν ότι θα τον σκοτώσουν αν επιχειρούσε να κινηθεί. Κατά τον ίδιο, του αφαίρεσαν το κινητό τηλέφωνο και τα χρήματα που είχε στην κατοχή του, ενώ ο εξάδελφός του τον απείλησε ότι δεν θα ηρεμούσε αν δεν τον σκότωνε. Ο Αιτητής δήλωσε ότι φοβήθηκε ιδιαίτερα, καθώς θεωρούσε τα άτομα αυτά ικανά να τραυματίσουν ή και να σκοτώσουν ανθρώπους χωρίς δισταγμό. Περιέγραψε τους δράστες ως τρία άτομα, ντυμένα με πολιτικά ρούχα και καπέλα που κάλυπταν τα χαρακτηριστικά τους, ενώ υποστήριξε ότι αναγνώρισε τον εξάδελφό του από τη φωνή του (βλ. ερυθ. 50 1Χ-2Χ δ.φ.).
Αναφορικά με το δεύτερο περιστατικό, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό συνέβη στις 04/01/2021 και αποτέλεσε τον καθοριστικό λόγο για την αποχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι περίπου στις 23:00, ενώ επέστρεφε στην οικία του, περικυκλώθηκε από τον εξάδελφό του και τα ίδια δύο πρόσωπα που συμμετείχαν και στην πρώτη επίθεση, οι οποίοι του δήλωσαν ότι «αυτή τη φορά» θα τον σκότωναν. Ο Αιτητής υποστήριξε ότι κατόρθωσε να διαφύγει τρέχοντας, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια τον τρόπο διαφυγής του όταν του ζητήθηκαν διευκρινίσεις. Ανέφερε ότι στη συνέχεια κατέφυγε στην οικία της γιαγιάς τους και την ενημέρωσε για το περιστατικό. Την επόμενη ημέρα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, η γιαγιά του ενημέρωσε τον πατέρα του Joseph, ο οποίος όμως δεν προέβη σε οποιαδήποτε αντίδραση ή σχόλιο σχετικά με το συμβάν (βλ. ερυθ. 50 2Χ δ.φ.).
Ο Αιτητής δήλωσε περαιτέρω ότι μετά τη δεύτερη επίθεση ο εξάδελφός του συνέχισε να του αποστέλλει απειλητικά μηνύματα μέσω κοινών γνωστών, αναφέροντας ότι θα τον σκότωνε εάν τον συναντούσε στον δρόμο (βλ. ερυθ. 49 1Χ-2Χ δ.φ.). Πρόσθεσε δε ότι απευθύνθηκε δύο φορές στο τοπικό αστυνομικό τμήμα της Kindele για να καταγγείλει τα περιστατικά. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, μετά την πρώτη επίθεση η αστυνομία αναζήτησε τον εξάδελφό του στην οικία του χωρίς να τον εντοπίσει και χωρίς να προβεί σε περαιτέρω ενέργειες. Αναφορικά με το δεύτερο περιστατικό, ο Αιτητής δήλωσε ότι ενημέρωσε την αστυνομία για την τοποθεσία όπου βρίσκονταν ο εξάδελφός του και οι συνεργοί του και ότι τρεις αστυνομικοί προχώρησαν στη σύλληψή τους παρουσία του ιδίου. Υποστήριξε, ωστόσο, ότι ο πατέρας του εξάδελφού του μετέβη αργότερα στο αστυνομικό τμήμα, κατέβαλε χρηματικό ποσό και εξασφάλισε την αποφυλάκιση του υιού του, χωρίς να κινηθεί οποιαδήποτε ποινική διαδικασία εναντίον του. Πρόσθεσε ακόμη ότι ο θείος του μετέβη στη συνέχεια στην οικία της γιαγιάς τους και διαμαρτυρήθηκε έντονα για την καταγγελία που είχε υποβληθεί (βλ. ερυθ. 48 1Χ, 47 1Χ-2Χ δ.φ.).
Τέλος, ερωτηθείς σχετικά με την περίοδο κατά την οποία ήταν άστεγος για περίπου οκτώ μήνες, ο Αιτητής δήλωσε ότι δεν υπέστη οποιαδήποτε βλάβη ούτε συνέβη κάποιο αξιοσημείωτο περιστατικό, αν και η διαβίωσή του ήταν εξαιρετικά δύσκολη (βλ. ερυθ. 46 2Χ δ.φ.). Απαντώντας σε ερώτηση κατά πόσον ο εξάδελφός του θα μπορούσε να τον εντοπίσει σε περίπτωση επιστροφής του στην Κινσάσα, ο Αιτητής ανέφερε ότι υπήρχε τέτοιο ενδεχόμενο και ότι θα ήταν ασφαλέστερο να εγκατασταθεί στο χωριό του πατέρα του. Επεσήμανε ότι δεν είχε μεταβεί εκεί πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του λόγω έλλειψης οικονομικών μέσων. Κατέληξε δε δηλώνοντας ότι θεωρεί πως θα μπορούσε να επιστρέψει και να διαβιώσει με ασφάλεια στην Kisantu, η οποία απέχει περίπου 160 χιλιόμετρα από την Κινσάσα, όπου διαμένουν δύο εξάδελφοί του και μία θεία από την πατρική του οικογένεια (βλ. ερυθ. 46 2Χ δ.φ.).
Η αξιολόγηση των ισχυρισμών του Αιτητή από τους Καθ' ων η αίτηση
Προχωρώντας στην αξιολόγηση που διενεργήθηκε, επί των όσων ο Αιτητής παρέθεσε κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του από τους Καθ' ων η αίτηση, διαφαίνεται ότι ο Λειτουργός εντόπισε και εξέτασε δύο ισχυρισμούς:
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και έγινε αποδεκτός. Ως τελευταίος τόπος διαμονής του Αιτητή στη χώρα καταγωγής κρίθηκε η πόλη της Κινσάσα της ΛΔΚ.
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τις κατηγορίες κατά του Αιτητή για μαγεία, τις απειλές και τις επιθέσεις που εξαπέλυσαν εναντίον του συγγενείς του. Ο Λειτουργός έκρινε πως οι δηλώσεις του Αιτητή δεν ήταν επαρκώς συγκεκριμένες και συναφείς ώστε να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό. Συγκεκριμένα, ο Λειτουργός τόνισε πως ο Αιτητής αναφέρθηκε με ακρίβεια στα άτομα με τα οποία βρισκόταν σε σύγκρουση, όμως δεν κατάφερε να παρέχει επαρκείς λεπτομέρειες σχετικά με τον χαρακτήρα τους παρόλο που ερωτήθηκε δύο φορές σχετικά, ενώ έκρινε περαιτέρω, πως οι δηλώσεις του Αιτητή αναφορικά με τον ξάδερφό του και τη συμμορία Kuluna στην οποία συμμετείχε δεν ήταν ακριβείς.
Στη συνέχεια ο Λειτουργός αναφέρθηκε στη δήλωση του Αιτητή σχετικά με το πως πληροφορήθηκε για πρώτη φορά ότι τον κατηγορούν πως είναι μάγος και υπεύθυνος για το θάνατο της μητέρας του και κατέληξε ότι η περιγραφή του Αιτητή δεν ήταν ακριβής. Επιπλέον, ο Λειτουργός έκρινε ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να παρέχει επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες σχετικά με τις απειλές που δέχτηκε από τους δύο θείους του και τον ξάδερφό του.
Όσον αφορά τις δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με την πρώτη επίθεση που δήλωσε ότι δέχτηκε από τον ξάδερφό του και τη συμμορία του, ο Λειτουργός κατέληξε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με ακρίβεια ούτε τους δράστες, ούτε το τι ακριβώς συνέβη ούτε το πώς αναγνώρισε τον ξάδερφό του εφόσον το πρόσωπό του ήταν καλυμμένο.
Αναφορικά με τη δεύτερη επίθεση στην οποία αναφέρθηκε ο Αιτητής, ο Λειτουργός έκρινε πως παρόλο που ο Αιτητής περιέγραψε τον τόπο και το χρόνο της επίθεσης, δεν παρείχε επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες σχετικά με την επίθεση αυτή καθαυτή και σχετικά με τον τρόπο που κατάφερε να διαφύγει από τους επιτιθέμενους, λέγοντας απλά πως τον βοήθησε ο θεός. Επιπλέον, ο Λειτουργός έκρινε πως ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρεια τις απειλές που δήλωσε ότι δεχόταν από τον ξάδερφό του με τη μορφή προφορικών μηνυμάτων μέσω τρίτων κοινών γνωστών τους.
Τέλος, οι δηλώσεις του Αιτητή σχετικά με τις δύο καταγγελίες που έκανε στην αστυνομία και του τι ακολούθησε αυτές κρίθηκαν αόριστες καθώς ο Αιτητής δεν κατάφερε να περιγράψει με επαρκείς πληροφορίες τη διαδικασία των δύο καταγγελιών και το τι συνέβη κατά τη σύλληψη του ξαδέρφου του και μετέπειτα.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο Λειτουργός τόνισε καταρχάς πως εξωτερικές πηγές πληροφοριών επιβεβαιώνουν την ύπαρξη συμμοριών Kuluna στην Κινσάσα καθώς και την πρακτική να κατηγορούνται παιδιά ως μάγοι και μάγισσες μετά από θανάτους ή ασθένειες, χωρίς όμως να επιβεβαιώνονται τα συγκεκριμένα περιστατικά στα οποία αναφέρθηκε ο Αιτητής. Ως εκ τούτου, οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δε μπορούν να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς του Αιτητή και δεδομένου ότι η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δε θεμελιώθηκε, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε στο σύνολό του.
Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού, ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων του Αιτητή, ο Λειτουργός έκρινε, αφού έλαβε υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή (νέος ανύπαντρος άνδρας, χωρίς προβλήματα υγείας και με επαρκές εκπαιδευτικό και επαγγελματικό υπόβαθρο) και την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα της ΛΔΚ, ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης, σε περίπτωση επιστροφής του στην χώρα καταγωγής του και στον τόπο συνήθους διαμονής του.
Ακολούθως, κατά τη νομική ανάλυση κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του Περί Προσφύγων Νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του Περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως ο Αιτητής κατά την επιστροφή του στη ΛΔΚ, δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, εφόσον η χώρα καταγωγής του δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
Αξιολογώντας λοιπόν τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Αιτητή, όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς του Αιτητή ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική, όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:
Αρχικά, συντάσσομαι με την κρίση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την αποδοχή του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο οποίος αφορά την ταυτότητα, το προφίλ, τη χώρα καταγωγής και τον τελευταίο τόπο διαμονής του Αιτητή. Οι δηλώσεις του ως προς τα στοιχεία αυτά υπήρξαν σαφείς, σταθερές και δεν προέκυψε οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να τις κλονίσει.
Αναφορικά, ωστόσο, με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι ότι ο Αιτητής κατηγορήθηκε από συγγενικά του πρόσωπα ως μάγος και υπεύθυνος για τον θάνατο των γονέων του, δεχόμενος συνακόλουθα απειλές και επιθέσεις από τον εξάδελφό του Joseph και μέλη συμμορίας Kuluna, κρίνω ότι ορθώς αυτός απορρίφθηκε ως στερούμενος εσωτερικής αξιοπιστίας. Η αφήγηση του Αιτητή, αν και εκ πρώτης όψεως περιλαμβάνει ορισμένα χρονολογικά και αληθοφανή στοιχεία, δεν συνοδεύεται από την απαιτούμενη συνοχή, σαφήνεια και επαρκή λεπτομέρεια ως προς τον πυρήνα του ισχυρισμού.
Ειδικότερα, ως προς τις κατηγορίες περί μαγείας, ο Αιτητής παρέμεινε σε γενικές αναφορές ότι οι συγγενείς του τον θεωρούσαν υπεύθυνο για τον θάνατο της μητέρας του και αργότερα του πατέρα του, χωρίς να είναι σε θέση να εξηγήσει με πειστικό και συγκεκριμένο τρόπο πώς οι κατηγορίες αυτές εξελίχθηκαν σε πραγματική και εξατομικευμένη απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας. Οι αναφορές του ότι τον αποκαλούσαν μάγο, ότι τον προσέβαλλαν ενώπιον τρίτων και ότι του ζητούσαν να εγκαταλείψει την οικία της γιαγιάς του καταδεικνύουν μεν οικογενειακή ένταση και εχθρική στάση, πλην όμως δεν αποτυπώνουν, από μόνες τους, συγκεκριμένη απειλητική συμπεριφορά τέτοιας έντασης ώστε να θεμελιώνεται ο ισχυριζόμενος φόβος.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τα πρόσωπα με τα οποία φέρεται να βρισκόταν σε σύγκρουση δεν υπήρξαν επαρκώς ανεπτυγμένες. Παρότι κατονόμασε συγκεκριμένους συγγενείς, ήτοι τους θείους του, την A.T. και τον εξάδελφό του Joseph, δεν κατόρθωσε να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά για όλους εξ αυτών, ούτε να εξηγήσει με σαφήνεια τον ιδιαίτερο ρόλο εκάστου στην προβαλλόμενη δίωξή του. Η περιγραφή των προσώπων αυτών ως ατόμων «με κακό χαρακτήρα» και οι γενικές αναφορές ότι δεν τον συμπαθούσαν ή ότι τον έθεταν σε κίνδυνο δεν επαρκούν για να προσδώσουν στον ισχυρισμό την αναγκαία εσωτερική συνοχή.
Ως προς τις φερόμενες απειλές, ο Αιτητής δεν κατάφερε να προσδιορίσει με σαφήνεια το ακριβές περιεχόμενο, τη συχνότητα, τον χρόνο και τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτές διατυπώθηκαν. Όταν κλήθηκε να αναφέρει συγκεκριμένες απειλές, περιορίστηκε στην αναφορά ότι του έλεγαν πως είναι μάγος, ότι δεν έπρεπε να διαμένει με τη μητέρα τους και ότι έπρεπε να επιστρέψει στην οικογένεια του πατέρα του. Η δε εξήγησή του ότι εξέλαβε τις εν λόγω προσβολές ως απειλές λόγω του τρόπου με τον οποίο του απευθύνονταν και του ζητούσαν να φύγει παραμένει αόριστη και δεν αποσαφηνίζει τον τρόπο με τον οποίο οι λεκτικές αυτές συμπεριφορές συνδέονται με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Ιδίως ως προς τον εξάδελφό του Joseph, ο οποίος παρουσιάζεται ως το κεντρικό πρόσωπο του ισχυριζόμενου κινδύνου, η αφήγηση του Αιτητή εμφανίζει ελλείψεις σε ουσιώδη σημεία. Ο Αιτητής ανέφερε ότι γνώριζε από το 2015 πως ο Joseph ήταν μέλος συμμορίας Kuluna, επειδή κυκλοφορούσε στη γειτονιά με άλλα άτομα που έφεραν ματσέτες. Ωστόσο, οι αναφορές αυτές παρέμειναν γενικές και δεν συνοδεύτηκαν από επαρκή στοιχεία ως προς τη θέση, τη δράση ή τον ειδικό ρόλο του Joseph εντός της συμμορίας, ούτε ως προς το πώς η ιδιότητα αυτή συνδέθηκε εξατομικευμένα με την προβαλλόμενη δίωξη του Αιτητή.
Αναφορικά με την πρώτη επίθεση του Νοεμβρίου 2018, η περιγραφή του Αιτητή δεν ήταν επαρκώς λεπτομερής ως προς τις ακριβείς περιστάσεις του περιστατικού. Παρότι ανέφερε ότι περικυκλώθηκε από τρία άτομα, τα οποία έφεραν ματσέτες και του αφαίρεσαν το κινητό και χρήματα, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με επάρκεια τους δράστες, δεδομένου μάλιστα ότι, κατά τα λεγόμενά του, είχαν καλυμμένα τα πρόσωπά τους. Η αναγνώριση του Joseph αποκλειστικά από τη φωνή του, χωρίς περαιτέρω επεξήγηση των συνθηκών υπό τις οποίες αυτό κατέστη δυνατό, εύλογα κρίθηκε ανεπαρκής για να στηρίξει με ασφάλεια τον ισχυρισμό.
Ομοίως, ως προς το δεύτερο περιστατικό της 04.01.2021, το οποίο ο Αιτητής προβάλλει ως τον καθοριστικό λόγο εγκατάλειψης της χώρας του, η αφήγησή του παραμένει ελλιπής σε κρίσιμο σημείο. Συγκεκριμένα, αν και ανέφερε ότι περικυκλώθηκε από τον Joseph και τα ίδια δύο άτομα και ότι απειλήθηκε πως «αυτή τη φορά» θα τον σκοτώσουν, δεν μπόρεσε να εξηγήσει με σαφήνεια πώς κατόρθωσε να διαφύγει από πρόσωπα τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, τον είχαν περικυκλώσει και ήταν αποφασισμένα να τον σκοτώσουν. Η αδυναμία αυτή αφορά τον πυρήνα του αφηγήματος και όχι δευτερεύουσα λεπτομέρεια, καθότι η δεύτερη επίθεση παρουσιάζεται ως το γεγονός που οδήγησε στην τελική του αναχώρηση.
Περαιτέρω, οι αναφορές του Αιτητή ότι μετά τη δεύτερη επίθεση λάμβανε απειλητικά μηνύματα μέσω τρίτων κοινών γνωστών παραμένουν επίσης γενικές και ατεκμηρίωτες. Δεν προσδιορίστηκαν επαρκώς τα πρόσωπα που μετέφεραν τα μηνύματα, ο χρόνος και η συχνότητα των μηνυμάτων, ούτε το ακριβές περιεχόμενό τους, πέραν της γενικής δήλωσης ότι ο Joseph θα τον σκότωνε εάν τον συναντούσε στον δρόμο. Η απουσία συγκεκριμένων στοιχείων αποδυναμώνει την αξιοπιστία του ισχυρισμού, ιδίως εφόσον τα μηνύματα αυτά προβάλλονται ως συνέχεια του κινδύνου μετά το τελευταίο περιστατικό.
Επιπλέον, αόριστες κρίνονται και οι δηλώσεις του αναφορικά με τις καταγγελίες στην αστυνομία. Ο Αιτητής ανέφερε ότι προσέφυγε δύο φορές στο τοπικό αστυνομικό τμήμα της Kindele, πλην όμως δεν περιέγραψε με επαρκή λεπτομέρεια τη διαδικασία που ακολουθήθηκε, το περιεχόμενο των καταγγελιών, τα πρόσωπα στα οποία απευθύνθηκε ή τα επακόλουθα της φερόμενης σύλληψης του Joseph και των συνεργών του. Ιδίως η αναφορά ότι ο πατέρας του Joseph κατέβαλε χρηματικό ποσό και ο τελευταίος αφέθηκε ελεύθερος, χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω ποινική διαδικασία, παρέμεινε γενική και χωρίς επαρκή εξειδίκευση ως προς τις περιστάσεις που θα καθιστούσαν τον ισχυρισμό εσωτερικά πειστικό.
Πρόσθετα, από τη συνολική αποτίμηση των δηλώσεων του Αιτητή προκύπτει ότι η αιτιώδης σύνδεση μεταξύ των οικογενειακών κατηγοριών περί μαγείας, της εχθρικής στάσης των συγγενών του, της εμπλοκής του Joseph σε συμμορία Kuluna και των δύο επιθέσεων δεν αναπτύσσεται με σαφή και συνεκτικό τρόπο. Ο Αιτητής φαίνεται να συνδέει διαφορετικά περιστατικά μεταξύ τους, χωρίς όμως να παρέχει επαρκή εξήγηση ως προς το πώς η αρχική οικογενειακή αντιπαράθεση εξελίχθηκε σε οργανωμένη και συνεχιζόμενη απειλή κατά της ζωής του.
Περαιτέρω, η ίδια η αφήγησή του περιλαμβάνει στοιχεία που αποδυναμώνουν την ένταση και την αμεσότητα του επικαλούμενου κινδύνου. Ο Αιτητής ανέφερε ότι κατά την περίοδο των περίπου οκτώ μηνών κατά την οποία ήταν άστεγος δεν υπέστη οποιαδήποτε βλάβη ούτε συνέβη κάποιο αξιομνημόνευτο περιστατικό. Επίσης, δήλωσε ότι θα μπορούσε να επιστρέψει και να ζήσει με ασφάλεια στην Kisantu, όπου διαμένουν συγγενείς της πατρικής του οικογένειας. Οι δηλώσεις αυτές δεν συνάδουν πλήρως με την εικόνα ενός κινδύνου γενικευμένου, διαρκούς και αναπόφευκτου από τα φερόμενα πρόσωπα δίωξης.
Κατά συνέπεια, τα σωρευτικά στοιχεία ασάφειας, γενικότητας, ελλιπούς εξειδίκευσης και ανεπαρκούς αιτιώδους συνάφειας στα κρίσιμα σημεία της αφήγησης οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή δεν θεμελιώνεται με την απαιτούμενη εσωτερική αξιοπιστία. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός περί κατηγοριών μαγείας, απειλών και επιθέσεων από συγγενικά πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένου του εξαδέλφου του Joseph και φερόμενων μελών συμμορίας Kuluna, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός ως πραγματική βάση για περαιτέρω αξιολόγηση κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του Αιτητή, το Δικαστήριο προχώρησε σε έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την αντιμετώπιση παιδιών που κατηγορούνται για μαγεία στην ΛΔΚ, από την οποία προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Η έκθεση του USDOS του Απριλίου 2024, που καλύπτει το έτος αναφοράς 2023, επιβεβαιώνει ότι το Σύνταγμα της ΛΔΚ απαγορεύει τη γονική εγκατάλειψη παιδιών που κατηγορούνται για μαγεία. Παρά ταύτα, γονείς ή άλλοι φροντιστές εγκατέλειπαν ή κακοποιούσαν τα παιδιά αυτά, επικαλούμενοι συχνά τη μαγεία ως αιτιολογία. Ο νόμος προέβλεπε φυλάκιση των γονέων και άλλων ενηλίκων που καταδικάζονταν για κατηγορίες μαγείας κατά παιδιών. Οι αρχές ωστόσο δεν εφάρμοσαν τον νόμο. Πολλές εκκλησίες διενήργησαν εξορκισμούς παιδιών που κατηγορούνταν για μαγεία. Οι εξορκισμοί περιλάμβαναν απομόνωση, ξυλοδαρμό και μαστίγωμα, λιμοκτονία και αναγκαστική κατάποση καθαρτικών. Σύμφωνα με τη UNICEF, ορισμένες κοινότητες χαρακτήριζαν παιδιά με αναπηρίες ή προβλήματα ομιλίας ως μάγους. Η πρακτική αυτή οδηγούσε ενίοτε στην εγκατάλειψη των παιδιών από τους γονείς τους. Η UNICEF και η MONUSCO απέδωσαν ορισμένες περιπτώσεις κακοποίησης παιδιών, συμπεριλαμβανομένης της σεξουαλικής βίας κατά νεαρών κοριτσιών, σε επιβλαβείς παραδοσιακές και θρησκευτικές πρακτικές.[4]
· Σε βίντεο που δημοσιεύτηκε τον Ιούνιο του 2024 από το UNiFeed (Οπτικοακουστική υπηρεσία του ΟΗΕ) και τη UNICEF, το φαινόμενο των κατηγοριών μαγείας κατά παιδιών στη ΛΔΚ παραμένει διαδεδομένο. Χιλιάδες παιδιά κατηγορούνται για μαγεία, με υποκείμενα αίτια την οικονομική δυσπραγία, τη σύγκρουση, την αστικοποίηση, την εκτόπιση και τη διάλυση των οικογενειών. Η υπεύθυνη της οργάνωσης Children’s Voice στη Goma ανέφερε ότι, στο παρελθόν, παιδιά κατηγορούμενα για μαγεία λιθοβολούνταν μέχρι θανάτου ή καίγονταν ζωντανά, ενώ όποιος τολμούσε να υπερασπιστεί ένα κατηγορούμενο παιδί κινδύνευε να κατηγορηθεί κι αυτός για μαγεία. Η ειδική αστυνομική μονάδα για την προστασία γυναικών και παιδιών επιβεβαίωσε ότι ο νόμος προβλέπει 1 έως 3 έτη φυλάκισης για όσους κατηγορούν παιδιά για μαγεία, ωστόσο ο πληθυσμός δεν γνωρίζει την ύπαρξη του νόμου.[5]
· Ακαδημαϊκή έρευνα που δημοσιεύτηκε τον Αύγουστο του 2024 στο περιοδικό Law & Social Inquiry του Cambridge University Press, βασισμένη σε εννέα μήνες επιτόπιας έρευνας στην ανατολική ΛΔΚ, ανέδειξε τη σύνδεση μεταξύ πεποιθήσεων περί μαγείας και αυτοδικίας στην επαρχία South Kivu. Σύμφωνα με την έρευνα, το κρατικό νομικό σύστημα είναι σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικό και οι κατηγορίες μαγείας αντιμετωπίζονται συχνά με αυτοδικία από τον όχλο, ιδιαίτερα σε σοβαρές περιπτώσεις. Οι πεποιθήσεις περί μαγείας είναι βαθιά ενσωματωμένες στην καθημερινή ζωή του πληθυσμού και θεωρούνται ικανές να επηρεάσουν τα πάντα, από την υγεία έως τις σοδειές και τον θάνατο. Η έρευνα επισήμανε ότι το διεθνές ενδιαφέρον για τη μαγεία στη ΛΔΚ εστιάζεται κυρίως σε δύο τομείς: τη στοχοποίηση παιδιών που κατηγορούνται για μαγεία και τη χρήση μαγικών φαρμάκων («dawa») από ένοπλες ομάδες Mai-Mai.[6]
· Σε άρθρο του Δεκεμβρίου 2024, το Borgen Project ανέφερε ότι οι κατηγορίες μαγείας στην υποσαχάρια Αφρική στοχεύουν κυρίως παιδιά, τα οποία υφίστανται βία, εγκατάλειψη, σεξουαλική εκμετάλλευση και ενίοτε δολοφονία. Για τη ΛΔΚ ειδικότερα, το άρθρο αναφέρει τη δράση του Διεθνούς Καθολικού Γραφείου για την Παιδική Ηλικία (BICE), το οποίο δραστηριοποιείται στη ΛΔΚ από το 1996 και έχει δημιουργήσει κέντρα αποκατάστασης και εκπαίδευσης με στόχο την εξάλειψη της αντίληψης ότι τα «παιδιά-μάγοι» ευθύνονται για κοινωνικά δεινά, καθώς και την επανένταξη των εκδιωγμένων παιδιών στις κοινότητές τους. Παρά τις προσπάθειες του ΟΗΕ και των ΜΚΟ, το άρθρο εκτιμά ότι το ζήτημα είναι απίθανο να εκλείψει στο εγγύς μέλλον.[7]
· Η έκθεση του USDOS για τη Διεθνή Θρησκευτική Ελευθερία για το 2023 (δημοσιεύτηκε τον Ιούλιο του 2024) επιβεβαιώνει ότι ορισμένες εκκλησίες και θρησκευτικές κινήσεις στη ΛΔΚ συνεχίζουν να διενεργούν εξορκισμούς σε παιδιά που κατηγορούνται για μαγεία, ενώ η πίστη στη μαγεία παραμένει ευρέως διαδεδομένη σε όλα τα τμήματα του πληθυσμού.[8]
· Συμπερασματικά, οι διαθέσιμες πηγές επιβεβαιώνουν ότι το φαινόμενο των κατηγοριών μαγείας κατά παιδιών στη ΛΔΚ παραμένει διαδεδομένο και συνεχίζει να συνοδεύεται από σοβαρές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Παρά την ύπαρξη νομικού πλαισίου (Νόμος περί Προστασίας του Παιδιού του 2009), οι αρχές δεν εφαρμόζουν επαρκώς τον νόμο. Οι εξορκισμοί, η εγκατάλειψη, η κακοποίηση και η αυτοδικία εναντίον κατηγορουμένων για μαγεία συνεχίζονται, ενώ η ανεπάρκεια του κρατικού νομικού συστήματος διαιωνίζει την ατιμωρησία.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, διαπιστώνω ότι οι διαθέσιμες και αξιόπιστες πηγές πληροφόρησης επιβεβαιώνουν γενικώς πως στη ΛΔΚ εξακολουθούν να υφίστανται κατηγορίες περί μαγείας, ιδίως εις βάρος παιδιών και νεαρών προσώπων, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις συνδέονται με κοινωνικό αποκλεισμό, κακοποίηση και πράξεις αυτοδικίας. Οι ίδιες πηγές επιβεβαιώνουν επίσης την ύπαρξη συμμοριών και φαινομένων εγκληματικής βίας στην Κινσάσα, καθώς και την περιορισμένη αποτελεσματικότητα της κρατικής προστασίας.
Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί του Αιτητή δεν αντίκεινται κατ’ αρχήν στις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής και δεν μπορούν να θεωρηθούν εξωτερικά απίθανοι. Πλην όμως, αξιολογείται ως σημαντικό το γεγονός ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του σε ώριμη ενήλικη ηλικία, ενώ οι σχετικές πληροφορίες αφορούν κυρίως ανήλικα ή ιδιαίτερα ευάλωτα πρόσωπα εξαρτώμενα από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Επιπλέον, ο ίδιος δήλωσε ότι εργαζόταν, διέμενε επί σειρά ετών στην Κινσάσα και, ακόμη και κατά την περίοδο που ήταν άστεγος, δεν υπέστη οποιαδήποτε σοβαρή βλάβη.
Σε κάθε περίπτωση, οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν μόνον τη γενική ύπαρξη του φαινομένου και όχι τα συγκεκριμένα περιστατικά που επικαλείται ο Αιτητής. Ως εκ τούτου, οι πληροφορίες χώρας καταγωγής δεν επαρκούν ώστε να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις ασάφειες και ελλείψεις συνοχής που εντοπίστηκαν στην προσωπική του αφήγηση. Συνεπώς, παρά τη γενική εξωτερική συμβατότητα του ισχυρισμού με το πλαίσιο της χώρας καταγωγής, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν δύναται να γίνει αποδεκτός λόγω έλλειψης επαρκούς εσωτερικής αξιοπιστίας.
Υπό το φως των όσων έχω αναφέρει ανωτέρω, αλλά και των σχετικών διατάξεων του Νόμου, κρίνω ότι ορθά η Υπηρεσία Ασύλου έκρινε ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και ότι η περίπτωσή του δεν πληρούσε τις υπό του Νόμου προβλεπόμενες προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, σύμφωνα με το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.
Ειδικότερα είναι και η δική μου κατάληξη ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την επιστροφή του στην Κινσάσα, γεγονός που αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για τη χορήγηση καθεστώτος πρόσφυγα. Φρονώ, με βάση τα όσα τέθηκαν ενώπιόν μου ότι ο Αιτητής δεν πληροί τα κριτήρια για τη χορήγηση προσφυγικού καθεστώτος, όπως αυτά ορίζονται από τη Σύμβαση της Γενεύης και το Άρθρο 1Α(2). Συγκεκριμένα, δεν υπάρχει καμία ένδειξη ότι ο Αιτητής υπήρξε θύμα δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, πολιτικών απόψεων ή συμμετοχής σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα.
Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκομένων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland[9]). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[10] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[11] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης του Αιτητή, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την Κινσάσα της ΛΔΚ, από την οποία προέκυψε ότι δεν δραστηριοποιούνται μη κρατικοί ένοπλοι φορείς στην Κινσάσα, αλλά μόνον στις ανατολικές περιοχές της ΛΔΚ.[12]
Ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, ανέτρεξα σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στην πόλη Κινσάσα, εκ των οποίων προέκυψαν τα ακόλουθα:
· Το War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Γενεύης, στην επισκόπησή του για την κατάσταση ασφαλείας στη Λ.Δ.Κ. ανέφερε ότι η χώρα εμπλέκεται σε αρκετές μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις στο έδαφός της εναντίον ορισμένων ένοπλων ομάδων καθώς και σε διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις.[13]
· Στις 2 Φεβρουαρίου του 2026, η κυβέρνηση της Λ.Δ.Κ. και η οργάνωση M23 υπέγραψαν στη Ντόχα τους όρους αναφοράς για την εφαρμογή εκεχειρίας.[14] Παρά την συμφωνία στη Ντόχα, η κυβέρνηση του Κονγκό και η M23 συνέχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβιάσεις.[15] Στις 2 Φεβρουαρίου, οι αρχές του Κονγκό κατηγόρησαν την M23 ότι εξαπέλυσε επίθεση με drone κατά του αεροδρομίου Κισανγκάνι στη βορειοανατολική Λ.Δ.Κ. το οποίο επαληθεύθηκε την επόμενη ημέρα από την οργάνωση, η οποία ισχυρίστηκε ότι η επίθεση έλαβε χώρα διότι η κυβέρνηση του Κονγκό χρησιμοποιούσε το αεροδρόμιο ως βάση για αεροπορικές επιχειρήσεις κατά των θέσεών της.[16] Η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο μερών.[17] Παρά την συμφωνία, αμφότερα μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για παραβίαση της συμφωνίας∙ στην Ουβίρα, πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο ώστε να αποφύγουν τις εχθροπραξίες.[18] Σύμφωνα με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, δυνάμεις Wazalendo που υποστηρίζουν το Κονγκό συγκρούστηκαν με μαχητές Twirwaneho που υποστηρίζονται από το M23 στο ανατολικό τμήμα της χώρας.[19] Άρθρο τοπικού τύπου, δημοσιευθέν στις 26 Φεβρουαρίου 2026, αναφέρει ότι οι μαχητές της M23 ανακατέλαβαν δύο χωριά στο North Kivu, μία ημέρα αφότου είχαν απωλέσει τον έλεγχό τους.[20]
· Ως αναφέρεται σε μία έκθεση του Centre for Documentation and Research (Cedoca) σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Κινσάσα, δημοσιευθείσα τον Οκτώβριο του 2025, που κάνει επίκληση σε έτερες πηγές, τον Ιανουάριο του 2025, μετά την κατάληψη της Goma από την M23, διαδηλωτές επιχείρησαν να επιτεθούν σε αρκετές πρεσβείες στην πρωτεύουσα, μεταξύ άλλων της Γαλλίας, του Βελγίου και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και σε γραφεία του ΟΗΕ.[21] Περαιτέρω, ως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, το United Nations Joint Human Rights Office (UNJHRO) κατατάσσει την επαρχία της Κινσάσα μεταξύ αυτών που δεν επηρεάζονται από ένοπλες συγκρούσεις.[22] Σύμφωνα με τα μηνιαία δελτία παρακολούθησης συγκρούσεων του International Crisis Group, δεν διαφαίνεται να έχουν σημειωθεί περιστατικά στην Κινσάσα από τον Ιανουάριο του 2025.[23]
· Οι πιο πρόσφατες εκθέσεις της Human Rights Watch και της Διεθνούς Αμνηστίας δεν κάνουν λόγο για προβλήματα ασφαλείας στην Κινσάσα.[24] Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα γεγονότα του 2024 σημειώνει ότι καταγράφηκαν διαδηλώσεις σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων στην πρωτεύουσα Κινσάσα για την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των M23 και των κυβερνητικών δυνάμεων της Λ.Δ.Κ. και των συμμάχων.[25]
Ως προς τα περιστατικά ασφαλείας που σημειώθηκαν στην Κινσάσα κατά το τελευταίο έτος, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED (The Armed Conflict Location & Event Data Project), κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 27.03.2026), καταγράφηκαν στην επαρχία Κινσάσα συνολικά 53 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 49 πολιτών[26]. Την ίδια περίοδο, στην πόλη της Κινσάσα καταγράφηκαν συνολικά 7 περιστατικά ασφαλείας πολιτικής βίας (“Political violence”, η οποία περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες) από τα οποία επήλθε ο θάνατος συνολικά 3 πολιτών[27]. Επισημαίνεται ότι ο πληθυσμός της επαρχίας Kinshasa με βάση την εκτίμηση του 2020 υπολογίζεται σε 14,565,700 κατοίκους[28] και ο πληθυσμός της πόλης της Κινσάσα με βάση την καταμέτρηση του 2004 ανέρχεται σε 7,273,947 κατοίκους[29].
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν προκύπτει εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει, σε περίπτωση επιστροφής του στη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό και ειδικότερα στον τόπο συνήθους διαμονής του, κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ούτε διαφαίνεται ότι εκτίθεται σε κίνδυνο εκ μόνου του λόγου της παρουσίας του στην εν λόγω περιοχή.
Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, παρατηρώ ότι πρόκειται για ενήλικα άνδρα, ο οποίος, κατά τις δηλώσεις του, είναι υγιής, απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και διαθέτει επαρκές μορφωτικό επίπεδο. Περαιτέρω, είναι ικανός προς εργασία, έχοντας αποκτήσει επαγγελματική εμπειρία ως αχθοφόρος και μικροπωλητής στη ΛΔΚ, γεγονός που καταδεικνύει δυνατότητα βιοπορισμού και επανένταξης στην αγορά εργασίας της χώρας καταγωγής του. Επιπλέον, διατηρεί οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο στη ΛΔΚ, καθότι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, στην Κινσάσα διαμένουν η μητρική του γιαγιά, θείοι και θείες του, ενώ στην Kisantu διαμένουν συγγενείς από την πατρική του οικογένεια, με τους οποίους βρίσκεται σε επαφή. Σημειώνεται επίσης ότι ο ίδιος δήλωσε πως θα μπορούσε να εγκατασταθεί στην Kisantu, την οποία θεωρεί ασφαλέστερη περιοχή για τον ίδιο.
Δεν προκύπτουν στοιχεία ιδιαίτερης ευαλωτότητας ή άλλα προσωπικά χαρακτηριστικά που να τον καθιστούν εκτεθειμένο σε αυξημένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Αντιθέτως, ο Αιτητής παρέμεινε επί σειρά ετών στη χώρα καταγωγής του μετά τα φερόμενα περιστατικά, εργαζόταν και, ακόμη και κατά την περίοδο που ήταν άστεγος, δεν υπέστη οποιαδήποτε σοβαρή βλάβη ή άλλο αξιοσημείωτο περιστατικό. Πρόσθετα, ο Αιτητής δεν επικαλέστηκε ούτε τεκμηρίωσε οποιοδήποτε συγκεκριμένο και εξατομικευμένο στοιχείο που να καταδεικνύει ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη ΛΔΚ, θα αντιμετωπίσει πραγματικό και προσωπικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).
Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €500 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του Αιτητή.
Ε. Ρήγα, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Προβλεπόμενος τύπος στους Περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019 (3/2019).
[3] Άρθ. 11(3)(β)(α) του Νόμου 73(I)/2018.
[4]USDOS – US Department of State (Author): 2023 Country Report on Human Rights Practices: Democratic Republic of the Congo, 22 April 2024, available at: https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[5]UNICEF / UNiFeed, DRC / Witchcraft, 13 June 2024, available at: https://media.un.org/unifeed/en/asset/u130/u130627d (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[6]Rush Smith, C., Legal Consciousness and Vigilantism: Seeking Justice for Witchcraft Harms in the Eastern Democratic Republic of Congo, Law & Social Inquiry, Volume 49, Issue 3, August 2024, pp. 879–910, Cambridge University Press, available at: https://www.researchgate.net/publication/374564297_Legal_Consciousness_and_Vigilantism_Seeking_Justice_for_Witchcraft_Harms_in_the_Eastern_Democratic_Republic_of_Congo/link/654d4277b86a1d521bc883ba/download?_tp=eyJjb250ZXh0Ijp7ImZpcnN0UGFnZSI6InB1YmxpY2F0aW9uIiwicGFnZSI6InB1YmxpY2F0aW9uIn19 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[7]The Borgen Project, Sub-Saharan Witchcraft Accusations, 14 December 2024, available at: https://borgenproject.org/sub-saharan-witchcraft-accusations/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[8]USDOS – US Department of State: 2023 Report on International Religious Freedom: Democratic Republic of the Congo, 2 July 2024, available at: https://www.state.gov/reports/2023-report-on-international-religious-freedom/democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[9] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland
[10] Απόφαση στην υπόθεση C465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji ;κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009
[11] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).
[12] βλ. ενδεικτικά RULAC, Non-international Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.rulac.org/news/drc-a-new-conflict-in-ituri-involving-the-cooperative-for-development-of-th, UN Security Council Resolutions για τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/un-documents/democratic-republic-of-the-congo/ , καθώς και το πλέον πρόσφατο ψήφισμα που υιοθετήθηκε στις 30/06/2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.securitycouncilreport.org/atf/cf/%7B65BFCF9B-6D27-4E9C-8CD3-CF6E4FF96FF9%7D/s_res_2641.pdf, HRW, Democratic Republic of Congo, Events of 2021, 13 January 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.hrw.org/world-report/2022/country-chapters/democratic-republic-congo, UNHCR, Attacks by armed groups displace 20 000 civilians in eastern DRC, 16 July 2021, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.unhcr.org/news/briefing/2021/7/60f133814/attacks-armed-group-displace-20000-civilians-eastern-drc.html , USAID, Democratic Republic of the Congo - Complex Emergency, Fact Sheet #3, 13 May 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.usaid.gov/sites/default/files/documents/2022-05-13_USG_Democratic_Republic_of_the_Congo_Complex_Emergency_Fact_Sheet_3_0.pdf και CFA, Global Conflict Tracker, Center for Preventive Action, Instability in the Democratic Republic of Congo, last updated 03 August 2022, διαθέσιμο στη διεύθυνση: https://www.cfr.org/global-conflict-tracker/conflict/violence-democratic-republic-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 27/08/2025)
[13] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Reporting period: July 2023 – June 2025, τελευταία ενημέρωση 28 Ιανουαρίου 2026, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-cong… (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[14] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 05/03/2026)
[15] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[16] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[17] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[18] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[19] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[20] Actualite.cd, Masisi : les rebelles de l’AFC/M23 reprennent le contrôle de Kasenyi et Luke après de violents combats, 26 Φεβρουαρίου 2026, https://actualite.cd/2026/02/26/masisi-les-rebelles-de-lafcm23-reprennent-le-controle-de-kasenyi-et-luke-apres-de (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[21] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, σελ. 7, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026); Le Monde, En RDC, plusieurs ambassades, dont celles de la France et du Rwanda, attaquées par des manifestants pour dénoncer la guerre dans l’Est, 29 Ιανουαρίου 2025, https://www.lemonde.fr/afrique/article/2025/01/28/en-rdc-la-ville-de-goma-toujours-sous-les-tirs-plusieurs-ambassades-attaquees-a-kinshasa_6519926_3212.html (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026); International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, Ιανουάριος 2025, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?created=&location%5B0%5D=7&page=1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[22] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, σελ. 8, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[23] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location%5B%5D=7&crisis_state=&created=-12+months&from_month=1&from_year=2025&to_month=1&to_year=2025 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[24] Human Rights Watch, World Report 2025, Democratic Republic of Congo Events of 2024, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/democratic-republic-congo (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης30/03/2026); Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[25] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)
[26] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: D.R.C., Kinshasa province, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[27] Πλατφόρμα ACLED Explorer, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: D.R.C., Kinshasa province, Events / Fatalities, All Events, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[28] City Population, DRC: Kinshasa District, https://citypopulation.de/en/drcongo/cities/?admid=7296 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
[29] City Population, DRC: Kinshasa, https://citypopulation.de/en/drcongo/cities/?cityid=1860 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 31/03/2026)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο