D. D. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1858/2024, 29/5/2026
print
Τίτλος:
D. D. A. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 1858/2024, 29/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. 1858/2024

 

29 Μαΐου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

 D. D. A.

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση.

 …………………….

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Τζόναθαν Μπετίτο για Πιερίδης & Πιερίδη, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Θεοφανώ Βασιλάκη, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση

 

[Παρούσα η κυρία Μαρίνα Κατσατριάν για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα.]

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 24/02/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας στις 19/07/2022, αφού εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).

 

Στις 25/09/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου. Στις 19/02/2024, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου εισηγούμενος την απόρριψη του αιτήματος του αιτητή.  Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης στις 24/02/2024.  Ακολούθως, στις 02/04/2024 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή, στην οποία συμπεριέλαβε την απορριπτική της απόφαση σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον αιτητή στις 29/04/2024.  Ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την προαναφερόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. 

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος που εκπροσωπούσε τον αιτητή, προβάλλει μέσω της γραπτής του αγόρευσης, ότι η απόφαση δεν είναι αποτέλεσμα δέουσας έρευνας και αιτιολογίας.  Ο νέος δικηγόρος του αιτητή που υπέβαλε Σημείωμα Εμφάνισης στις 3/12/2025, υιοθέτησε την Γραπτή Αγόρευση του συνηγόρου που εκπροσωπούσε τον αιτητή και δεν θέλησε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων να αναφέρει οτιδήποτε επιπρόσθετο.

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, προχωρώ να εξετάσω τον πρώτο νομικό ισχυρισμό, για τη μη δέουσα έρευνα και αιτιολογία, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής του, ο αιτητής κατέγραψε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, επειδή ο θείος του δολοφόνησε τους γονείς του, εξαιτίας μιας κτηματικής διαφοράς που είχε με τον πατέρα του και στη συνέχεια απείλησε να σκοτώσει και τον ίδιο (ερυθρό 1, του διοικητικού φακέλου). 

 

Κατά την διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ο αιτητής επιβεβαίωσε πως έχει καταγωγή από τη Νιγηρία και συγκεκριμένα ότι γεννήθηκε στο χωριό Ovom Amasaa, στην πολιτεία Abia.  Ο αιτητής στο συγκεκριμένο χωριό έμεινε μέχρι το 2012 και στη συνέχεια, μετακόμισε στο Port Harcourt στο River State μέχρι το 2016 όπου και πήγε στο χωριό Okoro της πολιτείας Abia όπου διέμεινε με το φίλο του πατέρα του.  Επιπρόσθετα, ο αιτητής δήλωσε ότι φοίτησε σε σχολείο για 9 έτη και ότι ομιλεί Αγγλικά και Igbo.  Όπως ανέφερε από το έτος 2010 μέχρι και το έτος 2012 εργαζόταν σε ξενοδοχείο και στη συνέχεια ήταν αγρότης με ένα φίλο του πατέρα του.  Όπως δήλωσε στη Νιγηρία βρίσκονται τα δύο ενήλικα αδέλφια του με τους οποίους έχει συχνή επικοινωνία.

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι ο πατέρας του με το θείο του είχαν προβλήματα μεταξύ τους λόγω κάποιου ακινήτου και διαπληκτίζονταν αρκετές φορές.  Μετά από ένα καυγά που είχε η μητέρα του, αυτή αρρώστησε και μετά από μία εβδομάδα απεβίωσε και ο πατέρας του κατηγόρησε τον αδελφό του για το θάνατο της μητέρας του.  Ένα χρόνο μετά το θάνατο της μητέρας του ο ίδιος με τον πατέρα του πήγαν στο αγρόκτημά τους όπου είδαν τέσσερα άτομα εκεί, οι οποίοι σκότωσαν τον πατέρα του και έτρεξαν να ακολουθήσουν τον ίδιο.  Ο αιτητής επειδή φοβόταν το θείο του και αφού είδε στο όνειρό του τον πατέρα του αποφάσισε να εγκαταλείψει τη χώρα του για να σώσει τη ζωή του.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο αιτητής, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιτητή ως κατωτέρω: (1) Τα προσωπικά στοιχεία, την χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή και (2) ότι αναχώρησε από τη χώρα του λόγω του ότι φοβόταν ότι κινδύνευε η ζωή του από το θείο του εξαιτίας περιουσιακών διαφορών.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό του αιτητή ως προς τα προσωπικά του στοιχεία καθώς οι δηλώσεις του κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.  Ο δεύτερος ισχυρισμός του αιτητή περί του ότι απειλείτο η ζωή του από το θείο του λόγω περιουσιακών διαφορών δεν έγινε αποδεκτός.  Ωστόσο, κατά τη συνέντευξη δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτική, σαφή και επαρκή περιγραφή των κρίσιμων περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του.  Συγκεκριμένα, δήλωσε ότι τα προβλήματα ξεκίνησαν όταν ο πατέρας του είχε διαφωνίες με τον αδελφό του αναφορικά με κάποιο ακίνητο. Σύμφωνα με τον αιτητή, οι δύο αδελφοί διαπληκτίζονταν συχνά και σε μία περίπτωση, η μητέρα του μετέβη στο αγρόκτημα όπου ακολούθησε καβγάς με τον θείο του. Μετά το περιστατικό αυτό, η μητέρα του ασθένησε και απεβίωσε λίγες εβδομάδες αργότερα. Ο πατέρας του φέρεται να του ανέφερε ότι υπεύθυνος για τον θάνατο της μητέρας του ήταν ο θείος του.

 

Ο αιτητής δήλωσε επίσης ότι περίπου ένα χρόνο αργότερα, ενώ ο ίδιος και ο πατέρας του εργάζονταν στο αγρόκτημα, συνάντησαν τέσσερα άτομα με καλυμμένα πρόσωπα, τα οποία επιτέθηκαν στον πατέρα του και τον μαχαίρωσαν θανάσιμα. Ο αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε το σημείο και όταν επέστρεψε μαζί με άλλα άτομα βρήκε τον πατέρα του νεκρό. Κατόπιν, ενημέρωσε τα άτομα που τον συνόδευαν για όσα είχε δει. Μετά την κηδεία του πατέρα του, διέμενε με τον αδελφό του στο οικογενειακό σπίτι και ισχυρίστηκε ότι είδε τον πατέρα του σε όνειρο, ο οποίος του είπε να εγκαταλείψει την περιοχή διότι ο θείος του επρόκειτο να τον σκοτώσει.

 

Ως προς τον ισχυρισμό ότι ο θείος του επιθυμούσε να τον σκοτώσει, διαπιστώθηκε ότι ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και συγκεκριμένες πληροφορίες και ότι οι δηλώσεις του δεν κρίθηκαν επαρκώς εύλογες και συνεκτικές.  Ειδικότερα, όταν του ζητήθηκε να εξηγήσει γιατί θεωρεί ότι ο θείος του επιθυμεί να τον σκοτώσει, ο αιτητής απάντησε ότι φίλος του πατέρα του είχε δει όνειρο στο οποίο ο πατέρας του ζητούσε να απομακρύνουν τον αιτητή από το σπίτι. Οι ισχυρισμοί του βασίζονταν αποκλειστικά σε όνειρο τρίτου προσώπου και δεν συνοδεύονταν από συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία ή προσωπική γνώση γεγονότων.

 

Κληθείς να αναφέρει πότε συνέβη το εν λόγω περιστατικό, ανέφερε ότι έλαβε χώρα το 2015. Δήλωσε ότι μετέβη στην κατοικία φίλου του πατέρα του και ακολούθως, στην περιοχή River, όπου δύο άγνωστα άτομα τον σταμάτησαν, του ζήτησαν το τηλέφωνό του και τον προσφώνησαν με το όνομά του. Ανέφερε ότι στη συνέχεια τον χτύπησαν, τον τραυμάτισαν ελαφρά και του είπαν ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα διότι ο θείος του επιθυμούσε να τον σκοτώσει. Όταν ρωτήθηκε εάν κατήγγειλε το περιστατικό στην αστυνομία, απάντησε αρνητικά, αναφέροντας ότι δεν γνώριζε πώς να ενεργήσει. Η μη αναφορά του περιστατικού στις αρχές κρίθηκε ότι αποδυναμώνει την αξιοπιστία του ισχυρισμού.

 

Ο αιτητής δήλωσε επίσης ότι το 2022 ο φίλος του πατέρα του είδε εκ νέου παρόμοιο όνειρο, στο οποίο ο πατέρας του φερόταν να ζητά την απομάκρυνση του αιτητή από τη χώρα. Οι δηλώσεις αυτές κρίθηκαν ανεπαρκώς τεκμηριωμένες, καθότι βασίζονταν και πάλι αποκλειστικά σε όνειρο τρίτου προσώπου.  Αναφορικά με το ζήτημα της περιουσίας, ο αιτητής δήλωσε ότι ο φίλος του πατέρα του πώλησε την περιουσία και διευθέτησε τα έγγραφα για την αποχώρησή του από τη χώρα. Ανέφερε ακόμη ότι ο παππούς του είχε μεταβιβάσει περιουσία στον πατέρα του, γεγονός που προκάλεσε διαφωνία με τον θείο του, ο οποίος επιθυμούσε να αποκτήσει τη γη. Ωστόσο, ο αιτητής δεν παρείχε σαφείς λεπτομέρειες ή αποδεικτικά στοιχεία αναφορικά με την ιδιοκτησία ή τη διαφορά επί της γης και οι δηλώσεις του κρίθηκαν ότι στηρίζονται σε υποθέσεις.

 

Κατά τη συνέντευξη προέκυψαν επίσης αντιφάσεις στις δηλώσεις του. Συγκεκριμένα, ανέφερε ότι η τελευταία επαφή του με τον θείο του ήταν όταν τον είδε και εκείνος δεν του απάντησε. Στη συνέχεια όμως, δήλωσε ότι ο θείος του τον είχε απειλήσει τον Δεκέμβριο του 2015 λέγοντάς του ότι εάν δεν εγκατέλειπε τη γη, θα είχε την ίδια τύχη με τον πατέρα του.  Επιπλέον, ο αιτητής ανέφερε ότι ο θείος του επιθυμούσε να τον σκοτώσει προκειμένου να αποκτήσει την περιουσία. Ωστόσο, επιβεβαίωσε ότι έχει ακόμη δύο αδέλφια, τα οποία επίσης θα είχαν δικαιώματα κληρονομιάς. Οι εξηγήσεις του ως προς το πώς ο θείος του θα αποκτούσε τελικά την περιουσία κρίθηκαν ασαφείς και υποθετικές.

 

Ο αιτητής ισχυρίστηκε ακόμη ότι ο θείος του δηλητηρίασε τη μητέρα του, χωρίς όμως να προσκομίσει οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο. Δήλωσε ότι μετά από καβγά κάποιος έδωσε στη μητέρα του ποτό, εκείνη αισθάνθηκε αδιαθεσία και στη συνέχεια απεβίωσε. Ο ισχυρισμός αυτός κρίθηκε ατεκμηρίωτος.  Τέλος, ως προς τον φόβο που εξέφρασε για τον ίδιο και τα αδέλφια του, κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό πως ο αιτητής δεν παρείχε επαρκείς λεπτομέρειες ή συγκεκριμένα περιστατικά που να τεκμηριώνουν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο.  Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως οι ισχυρισμοί του αιτητή αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του λαμβάνοντας υπόψη πως ούτε η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού τεκμηριώθηκε. 

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή και κατόπιν αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του και στην περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμοδίως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από το συνήγορό του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός. 

 

Αναφορικά με το δεύτερο ισχυρισμό, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού, ο οποίος έκρινε πως ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει βασικές και επαρκείς πληροφορίες για να στηρίξει και να τεκμηριώσει το αφήγημά του. Οι δηλώσεις του κρίνονται ως ιδιαίτερα συνοπτικές και γενικές, ενώ παρατηρώ ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε συγκεκριμένες πληροφορίες.  Οι ισχυρισμοί του αιτητή στερούνται συνοχής, σαφήνειας και εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του προέκυψαν ουσιώδεις αντιφάσεις, ασάφειες και ανακολουθίες σε σχέση με στοιχεία της υπόθεσής του.

 

Ειδικότερα, ο αιτητής αρχικά ανέφερε ότι πληροφορήθηκε τον κίνδυνο εναντίον του μέσω ονείρου που είδε αρχικά ο ίδιος και στη συνέχεια κάποιος φίλος του πατέρα του, στο οποίο ο πατέρας του φέρεται να προειδοποιούσε ότι έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα. Ακολούθως, διαφοροποίησε την εκδοχή του, υποστηρίζοντας ότι είχε δεχθεί άμεσες απειλές και επίθεση από αγνώστους, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες λεπτομέρειες για τα πρόσωπα αυτά ή να εξηγήσει επαρκώς πώς αυτά συνδέονταν με τον θείο του.  Περαιτέρω, ο αιτητής υπέπεσε σε αντίφαση ως προς την τελευταία επαφή του με τον θείο του. Σε διαφορετικά σημεία της συνέντευξής του, ανέφερε ότι κατά την τελευταία φορά που τον συνάντησε δεν υπήρξε οποιαδήποτε συνομιλία ή απειλή, ενώ στη συνέχεια ισχυρίστηκε ότι ο θείος του τον είχε απειλήσει ευθέως ότι θα είχε την ίδια κατάληξη με τον πατέρα του εάν δεν εγκατέλειπε τη γη.

 

Ασάφεια και έλλειψη πειστικότητας διαπιστώθηκε και αναφορικά με το κίνητρο που αποδίδει στον θείο του. Παρότι ο αιτητής υποστήριξε ότι ο θείος του επιθυμούσε να τον σκοτώσει για να αποκτήσει την περιουσία, ο ίδιος αναγνώρισε ότι διαθέτει αδέλφια που αυτά θα κληρονομήσουν την περιουσία του σε περίπτωση που τον δολοφονούσε ο θείος του. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός ότι ο θείος του θα προέβαινε στη θανάτωσή του προκειμένου να αποκτήσει τη γη δεν κρίθηκε λογικά συνεπής ούτε επαρκώς τεκμηριωμένος.  Επιπλέον, οι αναφορές του αιτητή περί δηλητηρίασης της μητέρας του και δολοφονίας του πατέρα του αποδόθηκαν στον θείο του χωρίς οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο, αποδεικτικό μέσο ή επίσημη καταγγελία στις αρμόδιες αρχές. Το γεγονός ότι ο αιτητής ουδέποτε προσέφυγε στην αστυνομία ή σε άλλη κρατική αρχή προς αναζήτηση προστασίας αποδυναμώνει περαιτέρω την αξιοπιστία των ισχυρισμών του περί άμεσου και πραγματικού κινδύνου. 

 

Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω, κρίνω ότι οι δηλώσεις του αιτητή χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις, αοριστία και έλλειψη επαρκούς τεκμηρίωσης και, ως εκ τούτου δεν δύνανται να θεωρηθούν αξιόπιστες ούτε ικανές να θεμελιώσουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.  Κατά την αξιολόγηση του αφηγήματός του, διαπιστώνεται ότι δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτική, σαφή και επαρκή περιγραφή των ουσιωδών περιστατικών που θεμελιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό.  Συγκεκριμένα, παρατηρούνται ουσιώδεις αντιφάσεις και ασυνέπειες ως προς την ιδιότητα και τον ρόλο του θείου του, τα κίνητρα της φερόμενης απειλής.  Παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία, περιοριζόμενος σε γενικές και αόριστες αναφορές, οι οποίες στερούνται της απαιτούμενης λογικής συνοχής και ευλογοφάνειας.

 

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί περί πρόθεσης του θείου να προβεί σε ανθρωποκτονία για την απόκτηση της περιουσίας τους, δεν υποστηρίζονται από συγκεκριμένα ή αντικειμενικά στοιχεία. Ο αρμόδιος λειτουργός παρείχε στον αιτητή στα πλαίσια της συνέντευξης τη δυνατότητα να εκθέσει διεξοδικά τους ισχυρισμούς του και να τεκμηριώσει τον πυρήνα του αιτήματός του, περιλαμβανομένου του ισχυριζόμενου κινδύνου που αναφέρει ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του.  Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώνεται.

 

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία, διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή αποτελούν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός του, χωρίς να υφίστανται άλλα ανεξάρτητα στοιχεία ή πηγές πληροφόρησης που να τους ενισχύουν. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων και δεδομένης της ανεπάρκειας της εσωτερικής αξιοπιστίας του αφηγήματός της, δεν συντρέχουν λόγοι περαιτέρω διερεύνησης ή επιβεβαίωσης των ισχυρισμών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.  Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, απαιτείται και συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή.  Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός στο σύνολό του.

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.  Ο αιτητής είχε την ευκαιρία στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία να προσκομίσει με το ορθό δικονομικό διάβημα οτιδήποτε θεωρούσε ότι έπρεπε να γνωρίζει το Δικαστήριο πράγμα που δεν έπραξε.  Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν προώθησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το προαναφερόμενο άρθρο, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37,38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών). 

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, διαφαίνεται πως ο αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα (άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000). Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία.

 

Η μελέτη των στοιχείων του διοικητικού φακέλου δεν στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής της.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν. 6 (Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας που συνέβησαν στη συνήθη περιοχή διαμονής του αιτητή, πολιτεία Abia, με τελευταία ημερομηνία ενημέρωσης 22/05/2026, σημειώθηκαν συνολικά 35 περιστατικά ασφαλείας, (που περιλαμβάνουν 3 περιστατικά βίας κατά αμάχων με αποτέλεσμα 3 ανθρώπινες απώλειες, 1 περιστατικό μαχών με 3 ανθρώπινες απώλειες, 6 περιστατικά διαμαρτυριών με καμία ανθρώπινη απώλεια, ενώ δεν σημειώθηκε κανένα περιστατικό εξέγερσης) με 64 ανθρώπινες απώλειες[1]. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με εκτίμηση του 2026, ο πληθυσμός της πολιτείας Abia ανέρχεται περίπου σε 4,2 εκατομμύρια κατοίκους.[2]

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω παρατέθηκαν και το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι ορθώς κρίθηκε επί της ουσίας ότι o αιτητής δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς του πρόσφυγα ή για την παραχώρηση σε αυτόν συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των προνοιών του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων.

 

Επιπρόσθετα, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών στα πλαίσια των εξουσιών του  δυνάμει του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6 (Ι)/2000) με την Κ.Δ.Π. 242/2026, καθόρισε τη χώρα καταγωγής του αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιήθηκε βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική  μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.

 

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς η αίτηση του αιτητή για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δεν έχει γίνει αποδεκτή. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολο του.  Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου και από τον κατ’ ουσίαν έλεγχο που έχω διεξάγει, προκύπτει πως δεν μπορεί να χορηγηθεί στον αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας, ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε για υποστήριξη του αιτήματός του.

 

Σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, με τον δεύτερο λόγο ακυρώσεως, η συνήγορος του αιτητή ισχυρίζεται πως η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επαρκούς αιτιολογίας.  Η δικηγόρος των καθ’ ων η αίτηση αντιτείνει μέσω της Γραπτής του Αγόρευσης πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι πλήρως και επαρκώς αιτιολογημένη και συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου.

 

Η αιτιολόγηση των αποφάσεων της διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο πού βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (Γρηγορόπουλος κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, (1997) 4 ΑΑΔ 1414).

 

Μέσα από την αιτιολογία του οργάνου θα πρέπει να διαφαίνεται ο συλλογισμός του, ο οποίος οδήγησε στην προσβαλλόμενη απόφαση ή τουλάχιστον να υπάρχουν στοιχεία στον φάκελο της υπόθεσης που να μπορούν να συμπληρώσουν την αιτιολογία της απόφασης του αρμόδιου οργάνου (βλ. Στέφανος Φράγκου v. Κυπριακή Δημοκρατίας, (1998) 3ΑΑΔ 270).

 

Από το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνίδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Συνεπώς, από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση και ως εκ τούτου, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός απορρίπτεται.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματός της, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ (βλ. Πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 29/05/2025 – 29/05/2026, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: ALL EVENTS (Battles / Violence against civilians / Riots / Protests) και ΠΕΡΙΟΧΗ: Nigeria-Abia State) (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 29/05/2026)

[2] ORTI Sweden. (n.d.). Abia State. Retrieved May 29, 2026, from https://orti.se/en/country/nigeria/abia-state (ημερ. τελευταίας πρόσβασης 29/05/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο