E.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2502/23, 29/5/2026
print
Τίτλος:
E.N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2502/23, 29/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.: 2502/23

29 Μαΐου 2026

[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

E.N.

Αιτητής

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η αίτηση

........

Μ. Μπαγιαζίδου (κα), Δικηγόρος για τον Αιτητή

Χ. Καστανάς (κος), Δικηγόροι για Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, για τους Καθ' ων η αίτηση

Ο Αιτητής παρών

Α Π Ο Φ Α Σ Η

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται δήλωση ή/και απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 17/08/2023, η οποία του κοινοποιήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή του για χορήγηση καθεστώτος πολιτικού πρόσφυγα και/ή συμπληρωματικής προστασίας, είναι άκυρη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος, καθότι ο Αιτητής δικαιούται να αναγνωριστεί ως πολιτικός πρόσφυγας και/ή, τουλάχιστον, να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Περαιτέρω, υπό το αιτητικό Β, ο Αιτητής ζητά την έκδοση νέας απόφασης από το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας επί της ουσίας του αιτήματός του για διεθνή προστασία, προς αντικατάσταση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενώ υπό το αιτητικό Γ ζητά οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις.

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως: Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 28/01/2020. Ακολούθως, στις 14/03/2023, υποβλήθηκε σε συνέντευξη ενώπιον λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου. Κατόπιν της συνέντευξης, στις 21/03/2023, αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση και Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με το αίτημα του Αιτητή, εισηγούμενος την απόρριψη της αίτησής του για διεθνή προστασία. Η εν λόγω εισήγηση εγκρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου στις 25/03/2023. Στη συνέχεια, στις 28/06/2023, εκδόθηκε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολόγηση της σχετικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από τον Αιτητή στις 03/07/2023. Η τελευταία αυτή απόφαση αποτελεί το αντικείμενο της παρούσας προσφυγής, η οποία καταχωρήθηκε μέσω του συνηγόρου του Αιτητή στις 01/08/2023.

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

Στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής του, ο Αιτητής προβάλλει ως λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης ότι αυτή εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο, χωρίς τη διενέργεια της δέουσας έρευνας και χωρίς να ληφθούν υπόψη όλα τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ότι οι Καθ’ ων κατέληξαν εσφαλμένα σε συμπέρασμα περί αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του, καθώς και ότι η απόφαση στερείται επαρκούς και δέουσας αιτιολογίας. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι ο αρμόδιος λειτουργός δεν προέβη σε επαρκή διερεύνηση αναφορικά με τον ισχυριζόμενο φόβο δίωξής του από την τρομοκρατική οργάνωση Fulani, ούτε εξέτασε επαρκώς τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασής του, καθώς και την κατάσταση ασφαλείας που επικρατεί στη χώρα καταγωγής του.

Από την άλλη πλευρά, οι Καθ’ ων η Αίτηση αντιτείνουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί αποτέλεσμα ενδελεχούς έρευνας, ορθής αξιολόγησης των ενώπιον τους τεθέντων στοιχείων και ορθής εφαρμογής των σχετικών νομοθετικών διατάξεων. Περαιτέρω, υποβάλλουν ότι η απόφαση είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη και ότι δεν εμφιλοχώρησε οποιαδήποτε νομική ή πραγματική πλάνη, είτε λόγω παρερμηνείας είτε λόγω εσφαλμένης εκτίμησης των στοιχείων που ο Αιτητής έθεσε ενώπιον των αρμοδίων οργάνων.

Επιπρόσθετα, οι Καθ’ ων υποστηρίζουν ότι ο Αιτητής δεν έχει κατορθώσει, μέσω των προβαλλόμενων ισχυρισμών του, να αποσείσει το βάρος απόδειξης που φέρει, ούτε να τεκμηριώσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους συγκεκριμένης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων. Περαιτέρω, επισημαίνουν ότι η χώρα καταγωγής του Αιτητή, ήτοι η Νιγηρία, περιλαμβάνεται στις ασφαλείς χώρες καταγωγής δυνάμει του περί Καθορισμού Ασφαλών Χωρών Καταγωγής Διατάγματος του Υπουργού Εσωτερικών Κ.Δ.Π. 191/2024, το οποίο εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή του άρθρου 12Βτρις του περί Προσφύγων Νόμου.

Καταληκτικά, οι Καθ’ ων υποβάλλουν ότι ο Αιτητής απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη οποιουδήποτε νόμιμου λόγου που να δικαιολογεί την επέμβαση του Δικαστηρίου, με αποτέλεσμα η παρούσα προσφυγή να πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμη και η προσβαλλόμενη απόφαση να επικυρωθεί δυνάμει του άρθρου 146.3(α) του Συντάγματος.

Κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων, στις 23/03/2026, η συνήγορος του Αιτητή απέσυρε τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του εκδόντος οργάνου και περιόρισε την επιχειρηματολογία της αποκλειστικά στον ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Καταρχάς και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όλοι οι λόγοι προσφυγής που αναφέρονται ως τίτλοι στο πλαίσιο του δικογράφου της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).

Εν προκειμένω, ο Αιτητής στο πλαίσιο της γραπτής του αγόρευσης, προωθεί συγκεκριμένα ως λόγο ακύρωσης ότι η απόφαση των Καθ' ων λήφθηκε χωρίς να διενεργηθεί η δέουσα έρευνα. Δια ταύτα κρίνω, ότι τα εγειρόμενα νομικά σημεία περί έλλειψης δέουσας έρευνας, μεταξύ των οποίων και η ελλιπής έρευνα σε συνάρτηση με τους ειδικούς ισχυρισμούς που εγείρει ο Αιτητής και τα γεγονότα που προβάλλει αναφορικά με την υποστήριξη των νομικών αυτών σημείων, αποτελούν επαρκή εξειδίκευση των υπό αναφορά νομικών σημείων που αυτή προωθεί (Βλ. συναφώς Μαρία Ευθυμίου ν. Ε.Δ.Υ., (1997) 3 ΑΑΔ 281, 14.7.1997). Αποτελεί βεβαίως διακριτό γεγονός το κατά πόσον οι ισχυρισμοί που εγείρονται και τα γεγονότα που προβάλλονται αναφορικά με τον πυρήνα του αιτήματός του για άσυλο, επαρκούν για την αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας και κατά πόσον αυτοί τεκμηριώνονται.  

Ως προς τους πιο πάνω λόγους προσφυγής, είναι κρίσιμο και απαραίτητο να καταστεί αντιληπτό ότι η δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο στο λυσιτελές της προβολής τέτοιων ισχυρισμών. Ειδικότερα, το παρόν Δικαστήριο ως δικαστήριο ουσίας δικάζει την υπόθεση που άγεται ενώπιον του εξ αρχής, κατά το νόμο και κατά την ουσία, δεν περιορίζεται μόνο στην εξέταση της διαδικασίας και των στοιχείων κρίσης της διοικητικής αρχής που εξέδωσε την προσβαλλόμενη πράξη, αλλά προχωρεί παραπέρα και εξετάζει την ουσιαστική ορθότητα της επίδικης πράξεως (στο πλαίσιο πάντα που καθορίζουν οι ισχυρισμοί του εκάστοτε Αιτητή).

Ως εκ τούτου, θα προχωρήσω στην εξέταση του ισχυρισμού που προβάλλει η συνήγορος του Αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λαμβανομένης και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου, όπου και σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν.73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η παρούσα υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 11 (2) και (3) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν.73(Ι)/2018, οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου της νομιμότητας και ορθότητας της πράξης.

Έχει πλειστάκις νομολογηθεί ότι η έκταση της έρευνας, ο τρόπος και η διαδικασία που ακολουθείται ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια της διοίκησης. Περαιτέρω η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το  κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371,Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99).  

Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση. (βλ. απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).

Υπό το φως της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου ως αναφέρθηκε, προχωρώ να εξετάσω τα ενώπιόν μου δεδομένα:

Σύμφωνα με τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, ο οποίος καταχωρήθηκε ως Τεκμήριο 1, ο Αιτητής, κατά τη συμπλήρωση της αίτησής του για παροχή διεθνούς προστασίας, ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του εξαιτίας επιθέσεων που πραγματοποιούσε η οργάνωση Boko Haram στο χωριό του (ερυθρό 6 διοικητικού φακέλου, στο εξής «δ.φ.»).

Κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας και Χριστιανός στο θρήσκευμα. Ως περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του ανέφερε την πόλη Umuchu της τοπικής διοικητικής περιοχής Aguata, η οποία υπάγεται στην πολιτεία Anambra. Παράλληλα, δήλωσε ότι, στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας, διέμενε από το 2014 έως το 2016 στην πόλη Owerri της πολιτείας Imo και ακολούθως επέστρεψε στο Umuchu (ερυθρό 31 δ.φ.).

Αναφορικά με το εκπαιδευτικό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και ότι ομιλεί την αγγλική και την Igbo γλώσσα (ερυθρό 32 δ.φ.). Ως προς το εργασιακό του υπόβαθρο, ανέφερε ότι διατηρούσε δική του επιχείρηση στην πολιτεία Imo κατά το χρονικό διάστημα 2014–2016, η οποία έκλεισε λόγω προβλημάτων, ενώ μετά το κλείσιμό της εργαζόταν σε διάφορες εργασίες προς εξασφάλιση των προς το ζην (ερυθρό 31 δ.φ.).

Σε σχέση με την οικογενειακή του κατάσταση, ο Αιτητής δήλωσε ότι η οικογένειά του αποτελείται από τη μητέρα και μία αδελφή του, οι οποίες εξακολουθούν να διαμένουν στη Νιγηρία (ερυθρό 32 δ.φ.). Αναφορικά με το ταξίδι του, δήλωσε ότι στις 07/11/2019 αναχώρησε με πλοίο από την πολιτεία Lagos και, μέσω Λιβύης, εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία στις 26/01/2020. Περαιτέρω, ανέφερε ότι κατά την είσοδό του στην Κύπρο κατείχε διαβατήριο, το οποίο αργότερα απώλεσε (ερυθρό 32 δ.φ.).

Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ανέφερε ότι στο χωριό του επικρατούσαν συγκρούσεις και ότι, μετά τον θάνατο του πατέρα του, ορισμένα πρόσωπα επιδίωκαν να τον σκοτώσουν. Επιπλέον, δήλωσε ότι στη Νιγηρία επικρατεί γενικευμένη ανασφάλεια, κάνοντας ειδική αναφορά στην ένοπλη ομάδα Fulani Herdsmen (ερυθρό 29 1Χ δ.φ.).

Ερωτηθείς, στο πλαίσιο διευκρινιστικών ερωτήσεων, αναφορικά με τον χρόνο θανάτου του πατέρα του, ο Αιτητής απάντησε ότι αυτός απεβίωσε το 2012, διευκρινίζοντας ότι ο θάνατός του επήλθε εν μέσω «διαμαχών», όρο τον οποίο χρησιμοποίησε για να περιγράψει κατάσταση πολέμου ή συγκρούσεων. Ερωτηθείς περαιτέρω ως προς τις ακριβείς συνθήκες του θανάτου, αρχικώς ανέφερε ότι ο πατέρας του «κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε». Ωστόσο, σε μεταγενέστερη ερώτηση, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε δια δηλητηρίασης από διαφορετικά πρόσωπα, τα οποία, κατά τους ισχυρισμούς του, ανήκαν σε «πολλές μαφίες» (“different people, many mafias”).

Σε ερώτηση κατά πόσον ο πατέρας του είχε δεχθεί απειλές πριν από τον θάνατό του, ο Αιτητής απάντησε ότι, κατά την τελευταία επίσκεψή του στο χωριό, ο πατέρας του τον είχε συμβουλεύσει να είναι προσεκτικός με ορισμένα πρόσωπα. Παράλληλα, ο ίδιος ανέφερε ότι δεχόταν επανειλημμένες απειλές ότι θα είχε την ίδια κατάληξη με τον πατέρα του.

Ερωτηθείς πότε δέχθηκε για πρώτη φορά απειλές, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό συνέβη μετά την επιστροφή του στο χωριό, κατόπιν του κλεισίματος της επιχείρησής του, όταν απειλήθηκε από το πρόσωπο το οποίο, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε καταστρέψει την επιχείρησή του. Επιπλέον, ανέφερε ότι δεχόταν απειλές και από κατοίκους του χωριού, εξηγώντας ότι οι γηραιότεροι συχνά επιδιώκουν να «βλάψουν» πρόσωπα τα οποία θεωρούν ότι προοδεύουν.

Ερωτηθείς εάν, πέραν των απειλών, είχε συμβεί οποιοδήποτε άλλο περιστατικό, ο Αιτητής απάντησε ότι, μετά το κλείσιμο της επιχείρησής του, άρχισε να βλέπει φίδια και να παρατηρεί αλλοιώσεις στο δέρμα του, αναφέροντας χαρακτηριστικά: «I always saw snakes. This is no good. And I saw my skin pulling out» (βλ. ερ. 28Χ δ.φ.).

Κατά τη συνέχεια των διευκρινιστικών ερωτήσεων, ο Αιτητής ανέφερε ότι, εάν συγκέντρωνε επαρκή χρηματικά μέσα, θα επέστρεφε στο χωριό του. Ερωτηθείς σχετικά με τη σύνδεση μεταξύ του θανάτου του πατέρα του και των ισχυριζόμενων απειλών που ο ίδιος δεχόταν, καθώς και ως προς το ποιοι θεωρούνται υπεύθυνοι για τον θάνατο αυτό, υπέδειξε ως υπεύθυνους κατοίκους του χωριού. Αναφορικά δε με τον λόγο για τον οποίο οι γηραιότεροι τον απειλούσαν, απάντησε ότι, επειδή ο πατέρας του ήταν χαρούμενος και κοινωνικός άνθρωπος, μετά τον θάνατό του οι γηραιότεροι φοβούνταν μήπως και ο ίδιος εξελισσόταν κατά τον ίδιο τρόπο.

Ερωτηθείς ειδικότερα ως προς το περιεχόμενο των απειλών που δεχόταν από τους γηραιότερους, ο Αιτητής ανέφερε ότι του έλεγαν: «we are going to kill you, nobody will survive on your fathers name». Περαιτέρω, ερωτηθείς πώς εξηγεί το γεγονός ότι δεχόταν απειλές ήδη από το 2016 αλλά συνέχισε να διαμένει στο χωριό μέχρι το 2019, απάντησε ότι παρέμεινε εκεί έως το 2018 και ακολούθως μετέβη στην Abuja, επιστρέφοντας ωστόσο αργότερα στο χωριό λόγω συγκρούσεων με τους Fulani.

Τέλος, αναφορικά με περιστατικό που αφορούσε πελάτη του ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, του είχε δώσει πλαστά ναϊρα, ο Αιτητής δήλωσε ότι είχε προβεί σε καταγγελία στον αστυνομικό σταθμό του Owerri, χωρίς όμως να μπορεί να ανακαλέσει τη σχετική ημερομηνία. Ερωτηθείς κατά πόσον υπέστη οποιαδήποτε βλάβη ή επίθεση από το εν λόγω πρόσωπο, απάντησε ότι επρόκειτο για πολιτικό πρόσωπο, το οποίο τον απειλούσε να εγκαταλείψει το Owerri, διαφορετικά θα τον σκότωνε, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει ή να δύναται να αναφέρει το όνομά του.

Αναφορικά με το κατά πόσον υπέστη οποιοδήποτε περιστατικό από το εν λόγω πρόσωπο μετά την αποχώρησή του από το Owerri, ο Αιτητής απάντησε αρνητικά, δηλώνοντας ότι δεν γνώριζε οτιδήποτε σχετικά με αυτό μετά την αναχώρησή του από την πόλη.

Ακολούθως, στο πλαίσιο διευκρινιστικών ερωτήσεων αναφορικά με το γεγονός ότι στην αρχική του αίτηση είχε αναφέρει την οργάνωση Boko Haram, ο Αιτητής απάντησε ότι οι επιθέσεις στο χωριό του πραγματοποιούνταν μόνο από τους Fulani. Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσον οι αρχές της χώρας καταγωγής του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει στη Νιγηρία, δήλωσε ότι δεν θα αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα.

Ακολούθως, η αρμόδια λειτουργός προέβη στον διαχωρισμό τριών (3) ουσιωδών ισχυρισμών, οι οποίοι απορρέουν από το αφήγημα του Αιτητή.

Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε την ταυτότητα, την ιθαγένεια, καθώς και την περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, ήτοι την πόλη Umuchu της τοπικής διοικητικής περιοχής Aguata, στην πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, και έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας με τόπο συνήθους διαμονής την πολιτεία Anambra State της Νιγηρίας.

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τον κατ’ ισχυρισμό φόβο δίωξης από κατοίκους του χωριού του και απορρίφθηκε λόγω έλλειψης αξιοπιστίας. Ειδικότερα, η αρμόδια λειτουργός διαπίστωσε ελλείψεις ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του αιτήματος, καθότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και συνεκτικές πληροφορίες προς υποστήριξη του ισχυρισμού του περί φόβου δίωξης, ενώ οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από αοριστία, ασάφεια και αντιφάσεις.

Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία των ισχυρισμών του, καταγράφηκαν σημαντικές ανακολουθίες αναφορικά με τις συνθήκες θανάτου του πατέρα του. Συγκεκριμένα, ο Αιτητής αρχικώς ανέφερε ότι ο πατέρας του απεβίωσε κατά τη διάρκεια «πολέμου», στη συνέχεια διευκρίνισε ότι με τον όρο αυτό αναφερόταν σε γενικές διαμάχες που επικρατούσαν στη Νιγηρία, ενώ αργότερα δήλωσε ότι «κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε ξανά». Μεταγενέστερα δε, υποστήριξε ότι ο πατέρας του δολοφονήθηκε διά δηλητηρίασης, χωρίς ωστόσο να είναι σε θέση να προσδιορίσει τους φερόμενους δράστες, περιοριζόμενος σε αόριστες αναφορές περί «different people, many mafias».

Αντιφάσεις εντοπίστηκαν επίσης αναφορικά με τα πρόσωπα που φέρονται να τον απειλούσαν. Ειδικότερα, ο Αιτητής απέδωσε τις απειλές τόσο σε πελάτη του, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε καταστρέψει την επιχείρησή του, όσο και σε κατοίκους του χωριού του και ειδικότερα στους γηραιότερους (“elders”). Ωστόσο, σε μεταγενέστερο στάδιο της συνέντευξης ανέφερε ότι ο εν λόγω πελάτης δεν σχετιζόταν με τον θάνατο του πατέρα του, αποδίδοντας την ευθύνη αποκλειστικά σε κατοίκους του χωριού του, γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με προηγούμενες δηλώσεις του, σύμφωνα με τις οποίες δεν γνώριζε ποιοι ευθύνονταν για τον θάνατο αυτό. Επιπλέον, όταν κλήθηκε να εξηγήσει τους λόγους των απειλών, περιορίστηκε σε γενικές και αόριστες αναφορές περί ζήλιας των γηραιότερων προς άτομα που προοδεύουν, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά ή άλλα στοιχεία προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του.

Περαιτέρω, η αρμόδια λειτουργός διαπίστωσε ότι οι αναφορές του Αιτητή στα περιστατικά απειλών χαρακτηρίζονταν από γενικότητα και έλλειψη σαφήνειας, καθώς, παρά το ότι υποστήριξε ότι δεχόταν απειλές, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με ακρίβεια τον χρόνο έναρξής τους ούτε να περιγράψει συγκεκριμένα περιστατικά, πέραν μίας αόριστης αναφοράς σε συμβάν με ποδήλατο, για το οποίο δεν παρείχε επαρκείς εξηγήσεις ως προς τη σύνδεσή του με τους φερόμενους δράστες.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του αιτήματος, η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή κατά τη συνέντευξή του αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη των ισχυρισμών του και ότι δεν υφίσταντο εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω ανάλυση ή επιβεβαίωση των ισχυρισμών αυτών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

Ενόψει των ανωτέρω, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος.

Ο τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορούσε τον κατ’ ισχυρισμό φόβο δίωξης από πελάτη του Αιτητή, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς του, δημιούργησε προβλήματα στην επιχείρησή του, και απορρίφθηκε επίσης ως μη αξιόπιστος. Η αρμόδια λειτουργός διαπίστωσε ελλείψεις ως προς την εσωτερική αξιοπιστία του συγκεκριμένου ισχυρισμού, καθότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με τη μορφή και τη φύση της φερόμενης δίωξης από το εν λόγω πρόσωπο.

Ειδικότερα, ο Αιτητής ανέφερε κατά την αρχική φάση της συνέντευξής του ότι διατηρούσε επιχείρηση κατά το χρονικό διάστημα 2014–2016 και ότι ένας πελάτης του τού παρέδωσε πλαστά ναϊρα, με αποτέλεσμα να εξαντληθούν οι προμήθειές του και τελικώς να αναγκαστεί να κλείσει την επιχείρησή του λόγω οικονομικών προβλημάτων.

Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί απειλών από το εν λόγω πρόσωπο, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτός ήταν πολιτικό πρόσωπο και ότι τον απείλησε να εγκαταλείψει την πόλη Owerri. Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε πως είχε προβεί σε καταγγελία στην αστυνομία, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει ούτε το όνομα του συγκεκριμένου προσώπου.

Περαιτέρω, η αρμόδια λειτουργός διαπίστωσε ότι ο Αιτητής απέφευγε να απαντήσει με σαφήνεια στα τεθέντα ερωτήματα, ενώ, από τον χρόνο κατά τον οποίο εγκατέλειψε την περιοχή Owerri —όπου, κατά τους ισχυρισμούς του, συνέβησαν τα επίμαχα περιστατικά— μέχρι και το 2019, όταν αναχώρησε από τη Νιγηρία, δεν ανέφερε οποιοδήποτε περαιτέρω περιστατικό εις βάρος του.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού αυτού, η αρμόδια λειτουργός κατέγραψε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή κατά τη συνέντευξή του αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός του και ότι δεν υφίσταντο εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω διερεύνηση ή ανάλυση των εν λόγω ισχυρισμών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.

Υπό το φως των ανωτέρω, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι ο Αιτητής δεν αναφέρθηκε σε οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό πέραν γενικών απειλών, δεν γνώριζε το όνομα του φερόμενου δράστη, δεν παρείχε σαφείς απαντήσεις στα ερωτήματα της λειτουργού και, από τον χρόνο εγκατάλειψης της περιοχής Owerri μέχρι την αναχώρησή του από τη Νιγηρία το 2019, δεν ισχυρίστηκε ότι υπέστη οποιαδήποτε περαιτέρω βλάβη ή απειλή.

Με βάση τον μοναδικό αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητα και την περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν, κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ότι δεν υφίστανται εύλογοι ή βάσιμοι λόγοι ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, να αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης (βλ. ερ. 47 δ.φ.). Περαιτέρω, λήφθηκαν υπόψη και οι προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, και συγκεκριμένα ότι πρόκειται για υγιή ενήλικα, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα υγείας, ο οποίος διαθέτει στοιχειώδη εκπαίδευση και δεν παρουσιάζει στοιχεία ευαλωτότητας.

Προχωρώντας και  όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση που περιλαμβάνεται στον διοικητικό φάκελο, κατά την αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Νιγηρία, ο αρμόδιος λειτουργός εξέτασε την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του, ήτοι την πολιτεία Anambra, υπό το πρίσμα του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, καταλήγοντας ότι το επίπεδο αδιάκριτης βίας στην εν λόγω περιοχή δεν ανέρχεται σε τέτοιο βαθμό ώστε να θεωρείται ότι ένας άμαχος διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη λόγω και μόνης της παρουσίας του στην περιοχή αυτή. Παράλληλα, καταγράφηκε ότι στην πολιτεία Anambra δεν λαμβάνει χώρα κατάσταση ένοπλης σύρραξης.

Έχω εξετάσει με προσοχή το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου του Αιτητή και κρίνω ότι, για τους λόγους που εκτίθενται αναλυτικά στην εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού (βλ. ερυθρά 45–56 δ.φ.), η οποία αποτελεί την αιτιολογική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, ορθώς η Υπηρεσία Ασύλου κατέληξε στην απόρριψη του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή ως αναξιόπιστων, λόγω της αοριστίας, της γενικότητας, των ουσιωδών αντιφάσεων και της έλλειψης επαρκούς τεκμηρίωσης που χαρακτήριζαν το αφήγημά του. Ως εκ τούτου, οι εν λόγω ισχυρισμοί δεν κρίθηκαν ικανοί να θεμελιώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης κατά την έννοια της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και των σχετικών διατάξεων του περί Προσφύγων Νόμου.

Στο Εγχειρίδιο του EASO με τίτλο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», αναφέρεται στη σελίδα 98, παράγραφος 4.5.3, ότι απαιτείται σε κάθε περίπτωση αντικειμενική και ισορροπημένη στάθμιση ως προς το κατά πόσον οι ισχυρισμοί του αιτητή αντανακλούν όσα ευλόγως αναμένονται από πρόσωπο που επικαλείται πραγματική προσωπική εμπειρία. Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι: «Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία». Περαιτέρω, στην αμέσως προηγούμενη σελίδα του ίδιου εγχειριδίου επισημαίνεται ότι εύλογα αναμένεται από τον αιτούντα να παρουσιάζει το αίτημά του με επαρκείς λεπτομέρειες και συνοχή, διαφορετικά οι ελλείψεις αυτές δύνανται να συνιστούν απουσία λυσιτελών στοιχείων, κατά την έννοια του άρθρου 4(5)(β) της Οδηγίας για την Αναγνώριση. (βλ. απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023  όπου υιοθετείται το περιεχόμενο του εγχειριδίου)

Πράγματι, εναπόκειται στον αιτούντα διεθνή προστασία να υποβάλει το συντομότερο δυνατόν όλα τα αναγκαία στοιχεία προς τεκμηρίωση της αίτησής του και να συνεργάζεται ουσιαστικά με τις αρμόδιες αρχές για τη διακρίβωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσής του. Παρότι δεν απαιτείται η προσκόμιση αποδεικτικών εγγράφων για κάθε επιμέρους πραγματικό περιστατικό που προβάλλεται, όταν τα βασικά στοιχεία του αιτήματος δεν επιβεβαιώνονται κατά τη διαδικασία αξιολόγησης, το βάρος τεκμηρίωσης φέρει ο ίδιος ο αιτών.

Όπως έχει παγίως κριθεί (βλ. John Mbi Ebot (έφεση 141/2023) και Sharmaake Mohamed ( έφεση 36/2021)), το βάρος απόδειξης του αιτήματος βαραίνει αρχικά τον ίδιο τον Αιτητή δυνάμει του Άρθρου 18(5) του Νόμου. Ενώ η διαδικασία διέπεται από πνεύμα συνεργασίας (βλ. Bolarninwa Emmanuel Johnson (έφεση 95/2023)), ο αιτητής οφείλει να παρουσιάζει το αίτημά του με επαρκείς λεπτομέρειες και συνοχή, ώστε να προσδίδει βιωματική διάσταση στο αφήγημά του (βλ. Chukwuji Festus Uzu (έφεση 36/2022)). Ελλείψει συγκεκριμένων ισχυρισμών που να ανατρέπουν τα διοικητικά ευρήματα, η απορριπτική κρίση παραμένει ισχυρή.

Ομοίως Όπως επιβεβαιώνεται από τη νομολογία του ΔΕΕ, το βάρος της στοιχειοθέτησης και τεκμηρίωσης του αιτήματος διεθνούς προστασίας φέρει καταρχήν ο αιτών (βλ. ΔΕΕ, C-277/11, M.M., σκέψεις 65-66). Παρόλο που η αρχή οφείλει να συνεργάζεται ενεργά για τη συγκέντρωση των στοιχείων, η υποχρέωση αυτή δεν αναιρεί το καθήκον του αιτούντος να παρουσιάσει ένα αφήγημα συνεκτικό και εύλογο, προκειμένου να εδραιώσει τη γενική του αξιοπιστία και να επωφεληθεί, όπου απαιτείται, από το ευεργέτημα της αμφιβολίας (βλ. ΔΕΕ, C-277/11, M.M., σκέψεις 64-70 και ΔΕΕ, C-585/16, Alheto, σκέψη 116).

Στην παρούσα περίπτωση, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση έλαβαν υπόψη όλα τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν ενώπιόν τους και προέβησαν σε αξιολόγηση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, προτού καταλήξουν στην εκτίμηση κινδύνου. Ο βασικός λόγος απόρριψης του αιτήματός του συνίστατο στη μη απόδειξη της αληθοφάνειας των βασικών ισχυρισμών του και στον κλονισμό της αξιοπιστίας του, λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ασάφειας, ελλείψεων και αδυναμιών που εντοπίστηκαν κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης. Το δε ζήτημα της αξιοπιστίας του αιτούντος αναγνωρίζεται ρητώς ως κρίσιμο στοιχείο για την αποδοχή ή απόρριψη αιτήματος διεθνούς προστασίας τόσο στη νομολογία όσο και στις κατευθυντήριες αρχές του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου. (βλ. σχετικά EDWARD ESKANDAZ ν. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά., Υπόθ. Αρ. 1673/2010, ημερ. 04/07/2013).

Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας,. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.

Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».

Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.

Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή.

Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στον Αιτητή ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις, για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία και επιπρόσθετα συνεργάστηκαν με τον αιτούντα κατά το στάδιο προσδιορισμού των συναφών στοιχείων της αιτήσεως αυτής[2]. Ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε εκτενή ανάλυση των εκάστων ουσιωδών ισχυρισμών του Αιτητή ώστε να αξιολογήσει τον πιθανό κίνδυνο που θα διατρέξει σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, προβαίνοντας παράλληλα σε έρευνα και αντιστοίχισή τους προς διαθέσιμες πληροφορίες από τη χώρα καταγωγής ως προνοείται στο άρθρο 18(3)(α) του περί Προσφύγων Νόμου.

Παράλληλα η Καθ' ων η Αίτηση αξιολόγησαν επαρκώς και δεόντως τις δηλώσεις που προέβη ο Αιτητής συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές του περιστάσεις (άρθρο 13 Α (9) του Περί Προσφύγων Νόμου 2000 (6(I)/2000). Επί των όσων ανέφερε ό Αιτητής εύλογα παρατηρούνται  ασυνέπειες και ανακολουθίες στα λεγόμενα του που  άπτονται των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών και οδηγούν σε σαφές και βέβαιο συμπέρασμα ότι τα αποδεικτικά στοιχεία του αιτούντος στερούνται εσωτερικής αξιοπιστίας.

Ούτε, εξάλλου, στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας, και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως και της έκτασης του ασκούμενου από το παρόν Δικαστήριο ελέγχου, κατέστη ο Αιτητής σε θέση να τεκμηριώσει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη βάση των ισχυρισμών του περί κινδύνου από κατοίκους του χωριού του ή από τον φερόμενο πελάτη του, ούτε να ανατρέψει, κατ’ ουσίαν, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι Καθ’ ων η Αίτηση. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν προέβαλε συγκεκριμένα, συνεκτικά και επαρκώς εξειδικευμένα πραγματικά περιστατικά, ικανά να καταδείξουν, έστω και χωρίς την προσκόμιση τυπικών αποδεικτικών στοιχείων, ότι υφίσταται αντικειμενικώς δικαιολογημένος φόβος δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του για έναν από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

Η σχετική νομολογία του Εφετείου έχει επανειλημμένα υπογραμμίσει ότι το βάρος τεκμηρίωσης των ουσιωδών ισχυρισμών φέρει ο ίδιος ο αιτητής διεθνούς προστασίας, ο οποίος οφείλει να προβάλλει συγκεκριμένα στοιχεία και επαρκώς εξειδικευμένους ισχυρισμούς, ικανούς να θέσουν υπό αμφισβήτηση τα διοικητικά ευρήματα και την αξιολόγηση αξιοπιστίας των αρμοδίων αρχών (βλ. σχετικά John Mbi Ebot ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 141/2023 και Sharmaake Mohamed ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 36/2021). Περαιτέρω, έχει νομολογιακά αναγνωριστεί ότι η αφήγηση του αιτητή πρέπει να φέρει τα χαρακτηριστικά βιωματικής εμπειρίας, εσωτερικής συνοχής και λογικής ακολουθίας, ώστε να καθίσταται αληθοφανής και πειστική ως προς την εξιστόρηση πραγματικών προσωπικών περιστατικών (βλ. Chukwuji Festus Uzu ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 36/2022 και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,  Έφεση Αρ. 18/2023). Επιπλέον, πάγια είναι και η θέση της νομολογίας ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων δεν συνιστούν μαρτυρία ούτε δύνανται, αφ’ εαυτών, να υποκαταστήσουν την έλλειψη αξιόπιστου πραγματικού υποβάθρου εκ μέρους του αιτητή (βλ. Hassan Ali ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση Αρ. 12/2023).

Σύμφωνα με την πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το βάρος απόδειξης περί της έλλειψης δέουσας έρευνας βαρύνει τον αιτητή (βλ. Παπαδόπουλος ν. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων (1990) 3 Α.Α.Δ. 262). Δεν φαίνεται να υπάρχει οτιδήποτε στον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης που να στηρίζει τη θέση του Αιτητή ότι υπήρξε έλλειψη δέουσας έρευνας, και επιπλέον δεν έχει εξειδικεύσει τον ισχυρισμό του αυτό με συγκεκριμένες θέσεις.  Πέραν τούτου, δεν επικαλέστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ούτε έχει προσκομίσει με την καταχώρηση της παρούσας προσφυγής νέα στοιχεία ώστε να εξεταστούν από το Δικαστήριο.

Εξετάζοντας τη συνέντευξη που διεξήχθη, την εισηγητική έκθεση του αρμόδιου λειτουργού, καθώς και το σύνολο του υλικού που περιέχεται στον διοικητικό φάκελο και βρίσκεται ενώπιόν μου, κρίνω ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη σε επαρκή και δέουσα διερεύνηση όλων των ουσιωδών στοιχείων του αιτήματος του Αιτητή, και ειδικότερα του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού του. Από το περιεχόμενο της συνέντευξης προκύπτει ότι δόθηκε στον Αιτητή πλήρης και ουσιαστική ευκαιρία να εκθέσει τους ισχυρισμούς του και να παράσχει διευκρινίσεις αναφορικά με τα πραγματικά περιστατικά επί των οποίων εδράζεται το αίτημά του, μέσω σειράς στοχευμένων, διευκρινιστικών και επαναλαμβανόμενων ερωτήσεων από την αρμόδια λειτουργό.

Εντούτοις, οι απαντήσεις του Αιτητή χαρακτηρίζονταν από αοριστία, γενικότητα, ασάφεια και έλλειψη εσωτερικής συνοχής, ενώ σε καίρια σημεία του αφηγήματός του προέκυψαν ουσιώδεις αντιφάσεις, μεταβολές και ελλείψεις. Ειδικότερα, ως προς τον θάνατο του πατέρα του, ο Αιτητής αρχικώς ανέφερε ότι αυτός απεβίωσε κατά τη διάρκεια «πολέμου», στη συνέχεια ότι «κοιμήθηκε και δεν ξύπνησε», ενώ αργότερα ισχυρίστηκε ότι δηλητηριάστηκε από «different people, many mafias», χωρίς να είναι σε θέση να προσδιορίσει τους φερόμενους δράστες ή να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά που να στοιχειοθετούν τον ισχυρισμό αυτό. Περαιτέρω, ενώ αρχικά δήλωσε ότι δεν γνώριζε ποιοι ευθύνονταν για τον θάνατο του πατέρα του, μεταγενέστερα απέδωσε την ευθύνη στους κατοίκους του χωριού και ειδικότερα στους γηραιότερους (“elder people”), χωρίς ωστόσο να παρέχει επαρκή και πειστική εξήγηση ως προς τη μεταβολή αυτή των ισχυρισμών του.

Ασυνέπειες εντοπίζονται και ως προς τη χρονική αφετηρία των κατ’ ισχυρισμό προβλημάτων του. Ενώ αρχικώς συνέδεσε τις απειλές με το χρονικό σημείο κατά το οποίο επέστρεψε στο χωριό του μετά το κλείσιμο της επιχείρησής του το 2016, μεταγενέστερα δήλωσε ότι τα προβλήματα είχαν αρχίσει ήδη από το 2013, μετά τον θάνατο του πατέρα του. Ωστόσο, παρά τους ισχυρισμούς αυτούς περί σοβαρού κινδύνου, ο ίδιος συνέχισε να διαμένει στο χωριό του επί σειρά ετών, ενώ ακολούθως μετέβη στην πολιτεία Imo και αργότερα στην Abuja, χωρίς να επικαλείται οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό δίωξης εις βάρος του στις περιοχές αυτές, επιστρέφοντας μάλιστα εκ νέου στο χωριό του.

Παρόμοιες ασάφειες και αντιφάσεις εντοπίζονται και ως προς τις κατ’ ισχυρισμό απειλές που δεχόταν από τους κατοίκους του χωριού του. Ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξειδικεύσει με σαφήνεια ούτε τα πρόσωπα που τον απειλούσαν ούτε τη φύση, τη συχνότητα και την ένταση των απειλών αυτών. Αντιθέτως, περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί «elder people» που δεν επιθυμούσαν να τον δουν να προοδεύει, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένα περιστατικά ή γεγονότα που να καταδεικνύουν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης. Εξίσου αόριστες υπήρξαν και οι αναφορές του στο περιστατικό με το ποδήλατο, το οποίο επιχείρησε να συνδέσει με τις απειλές που φέρεται να δεχόταν από κατοίκους του χωριού του, χωρίς όμως να είναι σε θέση να εξηγήσει επαρκώς τη σύνδεση αυτή ή να τεκμηριώσει γιατί το εν λόγω περιστατικό σχετιζόταν με τις κατ’ ισχυρισμό απειλές.

Περαιτέρω, ως προς τον τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό και ειδικότερα τον ισχυρισμό περί κινδύνου από τον πελάτη που, κατά τους ισχυρισμούς του, προκάλεσε το κλείσιμο της επιχείρησής του, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να παράσχει συγκεκριμένες και πειστικές πληροφορίες. Παρά το γεγονός ότι ισχυρίστηκε πως το εν λόγω πρόσωπο ήταν πολιτικός, ότι τον απείλησε και ότι προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία, δεν ήταν σε θέση ούτε να αναφέρει το όνομά του ούτε να εξηγήσει πειστικά πώς γνώριζε την ιδιότητά του ως πολιτικού. Αντιθέτως, από τις απαντήσεις του προέκυπτε ότι η γνώση αυτή βασιζόταν σε πληροφορίες που φέρεται να έλαβε από τρίτους κατοίκους του χωριού. Επιπλέον, παρά τη σοβαρότητα των ισχυρισμών του, παραδέχθηκε ότι μετά την αποχώρησή του από το Owerri ουδέν περαιτέρω περιστατικό συνέβη εις βάρος του από το εν λόγω πρόσωπο μέχρι την αναχώρησή του από τη Νιγηρία.

Περαιτέρω, ιδιαίτερης σημασίας κρίνεται και το γεγονός ότι ο Αιτητής προέβη σε ουσιώδη διαφοροποίηση του αφηγήματός του αναφορικά με την αναφορά του στην οργάνωση Boko Haram. Ενώ στην αρχική αίτησή του ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του λόγω επιθέσεων της Boko Haram στο χωριό του, κατά τη συνέντευξη ανασκεύασε πλήρως τον ισχυρισμό αυτό, δηλώνοντας ότι οι επιθέσεις πραγματοποιούνταν από Fulani Herdsmen και ότι η αναφορά στη Boko Haram «δεν ήταν αλήθεια». Το στοιχείο αυτό επηρεάζει περαιτέρω τη συνολική αξιοπιστία του αφηγήματός του.

Ιδιαίτερης σημασίας κρίνεται επίσης το γεγονός ότι, παρά τους ισχυρισμούς του περί σοβαρού κινδύνου για τη ζωή του, ο ίδιος δήλωσε ότι θα μπορούσε να επιστρέψει στο χωριό του εφόσον διέθετε επαρκή χρήματα, αναφέροντας χαρακτηριστικά ότι «money speaks». Η θέση αυτή εύλογα αποδυναμώνει τον ισχυρισμό περί ύπαρξης πραγματικού και αντικειμενικώς δικαιολογημένου φόβου δίωξης. Συναφώς, ο ίδιος δήλωσε επίσης ότι οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει στη Νιγηρία και ότι δεν θα αντιμετώπιζε οποιοδήποτε πρόβλημα κατά την επιστροφή του.

Περαιτέρω, δεδομένου ότι οι φερόμενοι φορείς δίωξης ήταν, κατά τους ισχυρισμούς του, κάτοικοι του χωριού του και μη κρατικοί δρώντες, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς εξηγήσεις ως προς τους λόγους για τους οποίους δεν μπορούσε να μετακινηθεί και να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της Νιγηρίας, ιδίως λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος είχε ήδη διαμείνει κατά το παρελθόν στις πολιτείες Imo και Abuja χωρίς να επικαλείται οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό δίωξης εις βάρος του εκεί.

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω ότι οι παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα της αρμόδιας λειτουργού, όπως αυτά καταγράφονται στην έκθεση-εισήγηση, ερείδονται επί εύλογης αξιολόγησης του περιεχομένου της συνέντευξης και των στοιχείων του διοικητικού φακέλου και πλήττουν καίρια την εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού του Αιτητή. Ως εκ τούτου, δεν εντοπίζω οποιοδήποτε λόγο παρέμβασης ή διαφοροποίησης από τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν οι Καθ’ ων η Αίτηση.

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου και τρίτου ουσιώδους ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι, λόγω της αμιγώς ιδιωτικής και προσωπικής φύσης των προβαλλόμενων περιστατικών, δεν κατέστη δυνατή η ανεύρεση εξωτερικών πηγών πληροφόρησης προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του Αιτητή. Η προσέγγιση αυτή κρίνεται εύλογη και συνάδει με τη σχετική νομολογία, η οποία αναγνωρίζει ότι ισχυρισμοί που αφορούν προσωπικές ή οικογενειακές διαφορές, ιδιωτικές απειλές ή μεμονωμένα περιστατικά που φέρονται να έλαβαν χώρα στο πλαίσιο ιδιωτικών σχέσεων, δεν είναι, κατά κανόνα, επιδεκτικοί εξωτερικής επαλήθευσης μέσω γενικών πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής (Country of Origin InformationCOI).

Συναφώς, στην υπόθεση Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2023, επισημάνθηκε ότι, όταν οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί αφορούν ζητήματα αμιγώς προσωπικής φύσης, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί εξωτερικής αξιοπιστίας υπό την κλασική έννοια, ακριβώς επειδή τέτοια περιστατικά δεν δύνανται να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης. Στις περιπτώσεις αυτές, η αξιολόγηση επικεντρώνεται πρωτίστως στην εσωτερική αξιοπιστία του αφηγήματος του αιτητή, ήτοι στη συνοχή, συνέπεια, λεπτομέρεια και βιωματική διάσταση των ισχυρισμών του.

Περαιτέρω, η πιο πάνω προσέγγιση συνάδει και με τις κατευθυντήριες αρχές του EASO/EUAA[1] αναφορικά με την αξιολόγηση αξιοπιστίας, σύμφωνα με τις οποίες η διερεύνηση εξωτερικών πηγών καθίσταται περιορισμένης ή και μηδενικής χρησιμότητας όταν διαπιστώνεται ουσιώδης έλλειψη εσωτερικής συνοχής στον πυρήνα του αφηγήματος του αιτητή. Εξωτερικές πηγές πληροφόρησης δεν δύνανται να θεραπεύσουν ή να ανατρέψουν ένα αφήγημα το οποίο χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις, ασάφεια και έλλειψη αληθοφάνειας ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που προβάλλονται.

Επιπλέον, λαμβάνω υπόψη ότι τα έγγραφα που προσκόμισε ο Αιτητής προς υποστήριξη της αίτησής του, ήτοι αντίγραφο χρεωστικής κάρτας εκδοθείσας από τράπεζα της Νιγηρίας και αντίγραφο πιστοποιητικού συμμετοχής στις εξετάσεις West African Senior School Certificate Examination, δεν φέρουν ουσιώδη αποδεικτική αξία ως προς τον δεύτερο και τρίτο ουσιώδη ισχυρισμό. Τα εν λόγω έγγραφα δύνανται, το πολύ, να υποστηρίξουν επιμέρους στοιχεία της ταυτότητας ή του εκπαιδευτικού υποβάθρου του Αιτητή, πλην όμως δεν τεκμηριώνουν τα προβαλλόμενα περιστατικά απειλών, δίωξης ή κινδύνου, ούτε συνδέονται άμεσα με τους ισχυρισμούς περί φόβου από κατοίκους του χωριού του ή από τον φερόμενο πελάτη του. Ως εκ τούτου, ορθώς κρίθηκε ότι δεν ενισχύουν αποδεικτικά τους υπό εξέταση ουσιώδεις ισχυρισμούς.

Εκ του περισσού, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα σχετικά με τη δράση των Fulani. Έκθεση της EASO (νυν EUAA) για το 2021, στην πολιτεία Anambra (η οποία βρίσκεται νοτιοανατολικά της χώρας). Το 2020, η πολιτεία Anambra βίωσε αρκετές διακοινοτικές συγκρούσεις. Το υπόβαθρο των συγκρούσεων αυτών σχετιζόταν με συγκρούσεις για τη γη και τους πόρους της. Οι κύριοι πρωταγωνιστές αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Anambra ήταν οι αστυνομικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της SARS, άγνωστοι ένοπλοι και κοινοτικές πολιτοφυλακές, αιρέσεις και κοινότητες αγροτών και κτηνοτρόφων που συγκρούονταν για τη γη. Οι κρατικές δυνάμεις της Νιγηρίας προέβησαν σε επιχειρήσεις προκειμένου να παράσχουν ασφάλεια στις περιοχές γης που βρίσκονται υπό αμφισβήτηση από τους αγρότες και τους κτηνοτρόφους.[2]

Πρόσφατη έκθεση της EUAA του 2024 για τη Νιγηρία αναφέρει ότι σύμφωνα με το Nigeria Watch, τα θύματα που συνδέονται με συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων αυξήθηκαν από 579 το 2022 σε 860 το 2023. Η τάση των δολοφονιών που λαμβάνουν χώρα σε βοσκοτόπια και κατά τη διάρκεια επιδρομών σε αγροκτήματα στις κοινότητες των Fulani συνεχίστηκε και κατά το 2023. Οι πολιτείες που επλήγησαν περισσότερο από αυτές τις συγκρούσεις ήταν η BenuePlateau στη βόρεια-κεντρική ζώνη και η Taraba στη βορειοανατολική ζώνη της χώρας.[3]

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης των διαθέσιμων πληροφοριών για τη χώρα καταγωγής, προκύπτει ότι, μολονότι στην πολιτεία Anambra καταγράφονται περιστατικά διακοινοτικών συγκρούσεων και εντάσεων μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων Fulani, εντούτοις η εν λόγω πολιτεία δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των περιοχών που πλήττονται σε εντονότερο βαθμό από τη συγκεκριμένη μορφή βίας. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της EUAA, οι σοβαρότερες και πλέον εκτεταμένες συγκρούσεις μεταξύ αγροτών και κτηνοτρόφων Fulani εντοπίζονται κυρίως στις πολιτείες Benue, Plateau και Taraba, γεγονός που διαφοροποιεί ουσιωδώς την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία καταγωγής του Αιτητή.

Περαιτέρω, από τις ίδιες τις δηλώσεις του Αιτητή δεν προκύπτει οποιαδήποτε προσωπική, άμεση ή εξατομικευμένη στοχοποίησή του από κτηνοτρόφους Fulani. Αντιθέτως, οι αναφορές του περιορίζονται σε γενικές και αόριστες αναφορές περί της κατάστασης ανασφάλειας που επικρατεί στη Νιγηρία και περί της δράσης των Fulani Herdsmen, χωρίς να περιγράφει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό προσωπικής επίθεσης, απειλής ή άλλης μορφής βλάβης εις βάρος του από μέλη της συγκεκριμένης ομάδας. Ούτε προέβαλε ισχυρισμό ότι υπήρξε προσωπικά στόχος των Fulani, ούτε ότι δέχθηκε εξατομικευμένες απειλές από αυτούς, αλλά περιορίστηκε σε γενικές αναφορές περί συγκρούσεων και ανασφάλειας στη χώρα του.

Μάλιστα, σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση, ο ίδιος ανέφερε ότι επέστρεψε από την Abuja στο χωριό του «because of Fulani problem», χωρίς όμως να εξηγεί επαρκώς σε τι συνίστατο το εν λόγω πρόβλημα, πώς αυτό τον επηρέαζε προσωπικά ή για ποιο λόγο δεν μπορούσε να παραμείνει σε άλλη περιοχή της χώρας του. Περαιτέρω, ενώ στην αρχική αίτησή του είχε αποδώσει την εγκατάλειψη της χώρας του σε επιθέσεις της Boko Haram στο χωριό του, κατά τη συνέντευξη προέβη σε ουσιώδη διαφοροποίηση του αφηγήματός του, δηλώνοντας ότι οι επιθέσεις σχετίζονταν τελικώς με Fulani Herdsmen και παραδεχόμενος ότι η προηγούμενη αναφορά του στη Boko Haram «δεν ήταν αλήθεια». Η μεταβολή αυτή πλήττει περαιτέρω την αξιοπιστία του αφηγήματός του ως προς την πηγή και τη φύση του επικαλούμενου κινδύνου.

Επιπλέον, λαμβάνεται υπόψη ότι τα λοιπά μέλη της οικογένειας του Αιτητή, και συγκεκριμένα η μητέρα και η αδελφή του, εξακολουθούν να διαμένουν στη Νιγηρία, χωρίς να προκύπτει ότι έχουν υποστεί οποιοδήποτε περιστατικό σοβαρής βλάβης ή δίωξης από Fulani ή άλλα πρόσωπα. Το στοιχείο αυτό αποδυναμώνει περαιτέρω τον ισχυρισμό περί ύπαρξης πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου εις βάρος του Αιτητή.

Δεδομένης, συνεπώς, της έλλειψης τεκμηριωμένης εσωτερικής αξιοπιστίας των σχετικών ισχυρισμών, όπως αναλύεται εκτενώς ανωτέρω, σε συνδυασμό με την απουσία στοιχείων που να καταδεικνύουν προσωπική στοχοποίηση του Αιτητή από τους Fulani ή οποιονδήποτε άλλο φορέα δίωξης, οι ισχυρισμοί του περί φόβου δίωξης από κατοίκους του χωριού του, από τον φερόμενο πελάτη του ή από τους Fulani δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί και, ως εκ τούτου, απορρίπτονται στο σύνολό τους.

Λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, και δεδομένου ότι ο δεύτερος και τρίτος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή απορρίφθηκαν ως αναξιόπιστοι, η αξιολόγηση κινδύνου περιορίζεται στον μοναδικό αποδεκτό ουσιώδη ισχυρισμό, ήτοι την ταυτότητα, την ιθαγένεια και την περιοχή καταγωγής και συνήθους διαμονής του Αιτητή στην πολιτεία Anambra της Νιγηρίας.

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, τις δηλώσεις του ίδιου του Αιτητή, καθώς και τις διαθέσιμες πληροφορίες αναφορικά με τη χώρα καταγωγής του, δεν προκύπτει ότι συντρέχει οποιαδήποτε από τις βασικές προϋποθέσεις του περί Προσφύγων Νόμου ώστε να αναγνωριστεί στο πρόσωπό του καθεστώς πρόσφυγα δυνάμει του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου. Ειδικότερα, από τα όσα επικαλείται ο Αιτητής δεν πιθανολογείται ευλόγως ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην πολιτεία Anambra, θα αποτελέσει στόχο δίωξης ή ότι διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο υποβολής σε πράξεις δίωξης, όπως αυτές ορίζονται στο άρθρο 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 και στο άρθρο 9 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (αναδιατύπωση).

Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί που προβλήθηκαν από τον Αιτητή δεν συνδέονται αιτιωδώς με κάποιον από τους λόγους δίωξης που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, ήτοι λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων. Αντιθέτως, οι ισχυρισμοί του αφορούσαν, κατά βάση, προσωπικές και ιδιωτικής φύσεως διαφορές με κατοίκους του χωριού του και με φερόμενο πελάτη του, οι οποίες, ακόμη και αν ήθελαν θεωρηθεί αληθείς, δεν αρκούν αφ’ εαυτών για υπαγωγή στο προστατευτικό πεδίο της Σύμβασης της Γενεύης και του περί Προσφύγων Νόμου, ελλείψει διαπίστωσης του απαιτούμενου αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των επικαλούμενων πράξεων βίας ή της υποτιθέμενης απουσίας κρατικής προστασίας και ενός εκ των προστατευόμενων λόγων δίωξης. Συναφώς, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έχει επισημάνει ότι για τη στοιχειοθέτηση φόβου δίωξης απαιτείται η ύπαρξη επαρκούς αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων δίωξης και ενός εκ των λόγων που προβλέπονται στη Σύμβαση της Γενεύης (βλ. C-217/23, Laghman).

Επιπλέον, δεν προκύπτει ότι οι επικαλούμενες από τον Αιτητή βλάβες ανέρχονται στο απαιτούμενο επίπεδο σοβαρότητας ώστε να συνιστούν πράξεις δίωξης κατά την έννοια του άρθρου 9 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ή σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι υφίσταται πραγματικός κίνδυνος διακινδύνευσης της ζωής, της σωματικής του ακεραιότητας, της προσωπικής του ελευθερίας ή της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς του σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη συγκεκριμένου φορέα δίωξης ή πρόκλησης σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια των σχετικών διατάξεων του Νόμου.

Αντιθέτως, από τα ενώπιόν μου στοιχεία προκύπτει ότι ο Αιτητής είναι υγιής ενήλικας, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα υγείας ή άλλα στοιχεία ευαλωτότητας, με προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα και εμπειρία διαβίωσης σε διαφορετικές περιοχές της Νιγηρίας, ενώ μέλη της οικογένειάς του εξακολουθούν να διαμένουν στη χώρα καταγωγής του χωρίς να προκύπτει ότι αντιμετωπίζουν οποιοδήποτε σοβαρό περιστατικό δίωξης ή βλάβης. Ως εκ τούτου, δεν τεκμηριώνεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, ο Αιτητής θα εκτεθεί σε πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, στην παρούσα περίπτωση δεν δύναται να αποδοθεί στον Αιτητή το ευεργέτημα της αμφιβολίας (“benefit of the doubt”). Σύμφωνα με το άρθρο 4(5) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το ευεργέτημα της αμφιβολίας δεν παρέχεται αυτομάτως σε κάθε αιτητή διεθνούς προστασίας, αλλά μόνο όταν πληρούνται σωρευτικά συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων ότι ο αιτητής έχει καταβάλει πραγματική προσπάθεια να τεκμηριώσει την αίτησή του, έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα στοιχεία που είχε στη διάθεσή του, οι δηλώσεις του κρίνονται συνεκτικές και εύλογες, δεν αντιφάσκουν με τις διαθέσιμες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του και, κυρίως, έχει διαπιστωθεί η γενική αξιοπιστία του.

Εν προκειμένω, όπως έχει ήδη αναλυθεί εκτενώς ανωτέρω, οι ουσιώδεις ισχυρισμοί του Αιτητή κρίθηκαν εσωτερικά αναξιόπιστοι λόγω ουσιωδών αντιφάσεων, ασάφειας, ελλείψεων, μεταβολών και έλλειψης βιωματικής συνοχής στο αφήγημά του. Ως εκ τούτου, δεν πληρούται η βασική προϋπόθεση της γενικής αξιοπιστίας του αιτητή, ώστε να μπορεί να ενεργοποιηθεί η αρχή του ευεργετήματος της αμφιβολίας.

Συναφώς, η νομολογία του ΕΔΔΑ αναγνωρίζει ότι, παρότι σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας είναι συχνά αναγκαίο να παρέχεται το ευεργέτημα της αμφιβολίας, εντούτοις όταν υφίστανται σοβαροί λόγοι αμφισβήτησης της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή, ο ίδιος φέρει το βάρος να παράσχει επαρκείς και πειστικές εξηγήσεις για τις ανακρίβειες και αντιφάσεις του αφηγήματός του (βλ. Matsiukhina and Matsiukhin v. Sweden (dec.), αρ. 31260/04, ημερ. 21.06.2005). Περαιτέρω, στην υπόθεση J.K. and Others v. Sweden [GC], αρ. 59166/12, ημερ. 23.08.2016, το ΕΔΔΑ υπογράμμισε ότι η εφαρμογή της αρχής αυτής προϋποθέτει την ύπαρξη συνεκτικού και εύλογου αφηγήματος (“coherent and plausible story”). Αντιστοίχως, στην υπόθεση M.O. v. Switzerland, αρ. 41282/16, ημερ. 20.06.2017, το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η κοινή υποχρέωση απόδειξης (“shared burden of proof”) δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να μεταθέτει στις αρχές την υποχρέωση να αποδείξουν οι ίδιες τα πραγματικά περιστατικά όταν το συνολικό αφήγημα του αιτητή έχει ήδη κριθεί μη αξιόπιστο. Τέλος, στην υπόθεση A.A. v. Switzerland, αρ. 58802/12, ημερ. 07.01.2014, επισημάνθηκε ότι ένα αίτημα δεν μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο όταν εμφανίζει ουσιώδεις αντιφάσεις ή ελλείψεις ως προς τον πυρήνα των προβαλλόμενων ισχυρισμών.

Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβανομένης υπόψη της συνολικής αξιολόγησης της αξιοπιστίας του Αιτητή, κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της αρχής του ευεργετήματος της αμφιβολίας στην παρούσα υπόθεση.

Ούτε, όμως, δύναται να αναγνωριστεί στον Αιτητή καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 19(1) του Νόμου, συμπληρωματική προστασία παρέχεται όταν υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη.

Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» εξειδικεύεται στο άρθρο 19(2) του Νόμου και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής [άρθρο 19(2)(α)], καθώς και τα βασανιστήρια ή την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του [άρθρο 19(2)(β)].

Στην παρούσα περίπτωση, από το σύνολο του ενώπιόν μου υλικού δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή να εκτελεστεί σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ώστε να ενεργοποιείται το άρθρο 19(2)(α) του Νόμου. Ούτε προκύπτει ότι υπάρχει εις βάρος του οποιαδήποτε ποινική διαδικασία, καταδίκη ή άλλος παράγοντας που να δημιουργεί τέτοιο ενδεχόμενο.

Ομοίως, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποβληθεί σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του Νόμου. Οι ισχυρισμοί που προέβαλε κρίθηκαν αναξιόπιστοι για τους λόγους που αναλύθηκαν εκτενώς ανωτέρω, ενώ δεν εντοπίστηκε οποιοδήποτε αντικειμενικό στοιχείο που να καταδεικνύει ότι ο ίδιος αποτελεί πρόσωπο ιδιαίτερου ενδιαφέροντος για κρατικούς ή μη κρατικούς φορείς στη χώρα καταγωγής του ή ότι υφίσταται εξατομικευμένος κίνδυνος σοβαρής βλάβης εις βάρος του.

Περαιτέρω, δεν διαπιστώνεται ότι η απομάκρυνση του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει τα βασανιστήρια και την απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία. Η νομολογία του ΕΔΔΑ είναι πάγια ότι, για να ενεργοποιηθεί η προστασία του άρθρου 3 ΕΣΔΑ στο πλαίσιο απομάκρυνσης αλλοδαπού, απαιτείται η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο αυτό.

Κατά πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ, η προστασία του Άρθρου 3 της ΕΣΔΑ ενεργοποιείται μόνον εφόσον στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος (real risk) κακομεταχείρισης, ο οποίος βασίζεται σε ειδικά διακριτικά χαρακτηριστικά (special distinguishing features) που καθιστούν την απειλή προσωπική και συγκεκριμένη για τον αιτητή (βλ. ΕΔΔΑ, A.A. κατά Ελβετίας, αριθ. προσφυγής 58802/12, σκέψεις 38-39 και ΕΔΔΑ, NA. κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αριθ. προσφυγής 25904/07, σκέψεις 114-115). Η απλή επίκληση ενός δυσμενούς γενικού περιβάλλοντος δεν αρκεί, καθώς η εξατομικευμένη εξέταση επιβάλλει τη διαπίστωση ουσιαστικών λόγων που να καθιστούν την κακομεταχείριση προβλέψιμη για το συγκεκριμένο άτομο (βλ. ΕΔΔΑ, Saadi κατά Ιταλίας, αριθ. προσφυγής 37201/06, σκέψη 125 και ΕΔΔΑ, Tarakhel κατά Ελβετίας, αριθ. προσφυγής 29217/12, σκέψη 126).

Στην παρούσα περίπτωση, ο Αιτητής δεν προσκόμισε συγκεκριμένα και αξιόπιστα στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, θα εκτεθεί σε τέτοιο κίνδυνο. Αντιθέτως, από τα ενώπιόν μου στοιχεία προκύπτει ότι πρόκειται για υγιή ενήλικα χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ευαλωτότητας, ενώ ούτε η γενική κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Anambra, ούτε οι προσωπικές του περιστάσεις καταδεικνύουν πραγματικό κίνδυνο μεταχείρισης αντίθετης προς το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ.

Αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) και ως  προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» ( βλ ΔΕΕ, C-901/19, σκέψη 43).

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011, αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.

Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. ΔΕΕ C-465/07). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».

Ως προς τη γενική κατάσταση στην περιοχή τελευταίας διαμονής του, τη πολιτεία Anambra (όπου ανήκει η περιοχή Umuchu της τοπικής αρχής Aguata) το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα αναφορικά με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες.

Ο τόπος συνήθους διαμονής του Αιτητή, ανήκει γεωγραφικά στην πολιτεία Anambra, η οποία με τη σειρά της γεωγραφικά ανήκει στην νοτιοανατολική ζώνη της Νιγηρίας.[4] 

·         Σύμφωνα με το Portal του Rule of Law in Armed Conflict (RULAC), πρωτοβουλία της Ακαδημίας της Γενεύης για το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η Νιγηρία είναι αναμεμειγμένη σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συρράξεις, με τις μη κρατικές ένοπλες ομάδες Boko Haram και Islamic State in West Africa Province (ISWAP).[5] Από τη μια, το ISWAP είναι μια σουνιτική ισλαμική εξτρεμιστική ομάδα που η δραστηριότητά της εντοπίζεται στη βορειοανατολική Νιγηρία και στη νότια λεκάνη της λίμνης Chad της χώρας, στις βόρειες συνοριακές περιοχές της Νιγηρίας με τον Νίγηρα και το Καμερούν, ενώ περί το έτος 2021 φαίνεται ότι η δραστηριότητά του επεκτάθηκε προς τα νότια της χώρας καταγωγής του Αιτητή.[6] Εν συνεχεία, αναφορικά με την Boko Haram καταγράφεται ότι οι επιθέσεις της σημειώνονται κυρίως στις βορειοανατολικές, βορειοκεντρικές και κεντρικές πολιτείες της χώρας καταγωγής του Αιτητή και στοχεύουν κυρίως την αστυνομία, το στρατό και την κυβέρνηση, αλλά και χριστιανικές εκκλησίες και σχολεία όπως και Μουσουλμάνους που ασκούν κριτική στην εν λόγω ομάδα. Σύμφωνα με τον χάρτη που είναι αναρτημένος στη σελίδα Britannica η πολιτεία Anambra δεν ανήκει στις πολιτείες όπου δραστηριοποιείται κυρίως η Boko Haram.[7]

 

·         Σύμφωνα με έκθεση της EUAA για το 2020, στην πολιτεία Anambra σημειώθηκαν αρκετές διακοινοτικές ("intercommunal") αντιπαραθέσεις οι οποίες σχετίζονταν με τη γη και τους πόρους. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, κύριοι δρώντες που επηρέασαν την κατάσταση ασφαλείας της πολιτείας (state), υπήρξαν οι αστυνομικές δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένης της ομάδας SARS, άγνωστες ένοπλες και κοινοτικές πολιτοφυλακές ("communal militias"), αδελφότητες ("cults"), και κοινότητες αγροτών και βοσκών που συγκρούονταν για τη γη.[8]

 

·         Αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στις νοτιοανατολικές πολιτείες, μία εκ των οποίων και η πολιτεία Anambra, το 2023, οι κύριοι παράγοντες που ενεπλάκησαν σε εντάσεις ήταν οι «αποσχιστικές φατρίες»,  ή η Ομάδα Αυτοχθόνων του Biafra (Indigenous People of Biafra - IPOB) και το Ανατολικό Δίκτυο Ασφαλείας (Eastern Security Network - ESN).[9]

 

·         Σύμφωνα με την 2024 έκθεση του Nigeria Watch, «το 2024, περίπου το 75% των θανάτων από βίαια περιστατικά στη Νιγηρία σημειώθηκαν στον Βορρά. Αυτό το υψηλό ποσοστό αποδόθηκε κυρίως στην ανταρσία, τη ληστεία στην ύπαιθρο και τις αντιστασιακές επιχειρήσεις από τις κυβερνητικές δυνάμεις, ενώ ο Νότος επηρεάστηκε κυρίως από την εγκληματικότητα, τις διεκδικήσεις υπέρ της Biafra και τα κοινοτικά ζητήματα.» 

 

·         Περαιτέρω,  όπως αναφέρεται στην έκθεση του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών αναφορικά με τις εξελίξεις στην Δυτική Αφρική και την περιοχή Σάχελ κατά την χρονική περίοδο Δεκεμβρίου 2024 - Μαρτίου 2025, «[β]άσει δεδομένων από το Armed Conflict Location and Event Data Project, οι δραστηριότητες των ενόπλων, που αρχικά ήταν συγκεντρωμένες στη βορειοανατολική Νιγηρία, έχουν μετατοπιστεί ολοένα και περισσότερο προς τις βορειοδυτικές και ορισμένες νότιες περιοχές της χώρας.[10]

 

Σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης δεδομένων ACLED  (The  Armed  Conflict  Location  &  Event  Data  Project ) , κατά το  τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 30.03.2026), στην πολιτεία Anambra, καταγράφηκαν 62 περιστατικά πολιτικής βίας ("Political violence", που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 83 θάνατοι.[11] Σημειώνεται πως ο εκτιμώμενος πληθυσμός για την πολιτεία Anambra το 2022 ανήλθε σε 5,953,500 κατοίκους[12], ενώ, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία της Nigerian Investment Promotion Commission (NIPC), για το 2026 εκτιμάται σε 5,846,198 κατοίκους[13].

Ως προς το ενδεχόμενο παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν προκύπτει από τα ενώπιόν μου στοιχεία ότι, σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στη Νιγηρία και ειδικότερα στην πολιτεία Anambra, αυτός θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής του ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης βίας σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.

Συναφώς, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναφορικά με τα κριτήρια αξιολόγησης της αδιάκριτης βίας κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ. Ειδικότερα, στην υπόθεση C-901/19 επισημάνθηκε ότι, για την εκτίμηση της ύπαρξης πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση των συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων ομάδων, η διάρκεια της σύρραξης, η γεωγραφική έκταση της αδιάκριτης βίας, καθώς και ο αριθμός των αμάχων που πλήττονται. Περαιτέρω, σύμφωνα με την απόφαση Elgafaji (C-465/07), απαιτείται το επίπεδο της αδιάκριτης βίας να είναι τόσο υψηλό ώστε η παρουσία και μόνον του αμάχου στην οικεία περιοχή να αρκεί για να δημιουργείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης.

Περαιτέρω, το ΕΔΔΑ στην απόφαση Sufi and Elmi v. United Kingdom (αρ. προσφ. 8319/07 και 11449/07, ημερ. 28.06.2011), επεσήμανε ότι για την αξιολόγηση της έντασης της αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη παράγοντες όπως η χρήση μεθόδων πολέμου που στοχοποιούν αμάχους, η έκταση της βίας και ο αριθμός των θυμάτων, τραυματισμών και εκτοπισμών αμάχων.

Στην παρούσα περίπτωση, από τις επικαιροποιημένες πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής προκύπτει ότι η πολιτεία Anambra, όπου βρίσκεται η περιοχή συνήθους διαμονής του Αιτητή, δεν συγκαταλέγεται στις περιοχές της Νιγηρίας που πλήττονται στον μεγαλύτερο βαθμό από τις δραστηριότητες των Boko Haram ή ISWAP, οι οποίες εντοπίζονται κυρίως στις βορειοανατολικές και βορειοκεντρικές περιοχές της χώρας. Παρότι στην πολιτεία Anambra καταγράφονται περιστατικά πολιτικής και εγκληματικής βίας, διακοινοτικές συγκρούσεις και δραστηριότητα αποσχιστικών ομάδων, τα διαθέσιμα στοιχεία δεν καταδεικνύουν επίπεδο αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε κάθε άμαχος, λόγω της παρουσίας του και μόνον στην περιοχή, να διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τα πρόσφατα δεδομένα της βάσης ACLED για το τελευταίο έτος, στην πολιτεία Anambra καταγράφηκαν 62 περιστατικά πολιτικής βίας και 83 θάνατοι, σε πληθυσμό που υπερβαίνει τα 5,8 εκατομμύρια κατοίκους. Τα στοιχεία αυτά, αξιολογούμενα υπό το πρίσμα της σχετικής νομολογίας του ΔΕΕ και του ΕΔΔΑ, δεν καταδεικνύουν ύπαρξη κατάστασης γενικευμένης αδιάκριτης βίας τέτοιας έντασης ώστε να ενεργοποιείται το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.

Περαιτέρω, λαμβάνεται υπόψη ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε οποιαδήποτε ιδιαίτερα προσωπικά χαρακτηριστικά ή περιστάσεις που να τον καθιστούν ειδικώς εκτεθειμένο σε αυξημένο κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής του. Αντιθέτως, πρόκειται για υγιή ενήλικα, χωρίς ιδιαίτερα χαρακτηριστικά ευαλωτότητας, με προηγούμενη επαγγελματική δραστηριότητα και εμπειρία διαβίωσης σε διαφορετικές περιοχές της Νιγηρίας.

Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται ότι ο Αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής του στην πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου και, συνεπώς, δεν δικαιούται ούτε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.

Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα απορρίφθηκε η αίτησή της για διεθνή προστασία. Η απόφαση της Διοίκησης, αποτελεί προϊόν επαρκούς έρευνας και ορθής αξιολόγησης όλων των δεδομένων και στοιχείων, σύμφωνα και με το Νόμο και είναι πλήρως αιτιολογημένη.

Ορθά η Διοίκηση, κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δε στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτή «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».

Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, στα πλαίσια των εξουσιών του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, με την Κ.Δ.Π. 145/2025 ημερ. 30/05/25  καθόρισε τη χώρα καταγωγής του Αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή, η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.

Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.

 

Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 



[1] Βλ. FERDINAND EBELE EWELUKWA Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023)

[2] EASO Country Guidance: Nigeria Common analysis and guidance note, October 2021, σ. 116

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2022-01/Country_Guidance_Nigeria_2021.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)

[3] EUAA, Nigeria - Country Focus, July 2024, σ. 21-22

https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-07/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)

[4] UK Home Office - GOV.UK, 'Guidance Country policy and information note: separatist groups in the South-East, Nigeria: 1.2.1, last update: 12/08/22,  https://www.gov.uk/government/publications/nigeria-country-policy-and-information-notes/country-policy-and-information-note-separatist-groups-in-the-south-east-nigeria-march-2022-accessible (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)

[5] Rulac, 'Nigeria', last updated: 10/11/22, https://www.rulac.org/browse/countries/nigeria (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)

[6] Australian National Security, 'Islamic State West Africa Province', last updated: 03/07/23, https://www.nationalsecurity.gov.au/what-australia-is-doing/terrorist-organisations/listed-terrorist-organisations/islamic-state-west-africa-province#:~:text=ISWAP%20is%20a%20Sunni%20Islamic,extended%20south%20into%20southern%20Nigeria. (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)

[7] Britannica, 'Boko Haram - Nigerian Islamic group, last updated: 11/03/24, https://www.britannica.com/topic/Boko-Haram (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)

[8] EUAA, Country Guidance: “Anambra”, October 2021, https://euaa.europa.eu/country-guidance-nigeria-2021/anambra (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)

[9] Nigeria Watch, Thirteenth Report On Violence In Nigeria 2023, σελ. 14, Annual report 2023 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/08/2025); ISS, Nigeria's military mistakes cost the country its civilians, 13 Δεκεμβρίου 2023, https://issafrica.org/iss-today/nigerias-military-mistakes-cost-the-country-its-civilians (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 07/08/2025); European Union Agency for Asylum, Nigeria - Country Focus, Country of Origin Information Report, Ιούλιος 2024, σελ. 45, https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/2024-07/2024_07_EUAA_COI_Report_Nigeria_Country_Focus.pdf (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)

[10] United Nations Security Council, Activities of the United Nations Office for West Africa and the Sahel, Report of the Secretary-General, S/2025/187, 26 Μαρτίου 2025, παρ. 22, σελ. 6, https://docs.un.org/en/S/2025/187 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)

[11] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφήςμε χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Anambra, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 30/03/2026)

[12] City Population, Anambra - Nigeria)https://www.citypopulation.de/en/nigeria/admin/NGA004__anambra/, (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)

[13] Nigerian Investment Promotion Commission, Anambra State Profile:
Anambra State – NIPC (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 03/04/2026)


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο