C.T.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2643/2023, 22/5/2026
print
Τίτλος:
C.T.M. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ.: 2643/2023, 22/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθεση Αρ.:  2643/2023

22 Μαΐου, 2026

[Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ:

C.T.M.,

από Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ)

            Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Υπηρεσίας Ασύλου

                                            Καθ' ων η Αίτηση

 

Δικηγόρος για Αιτήτρια: Α. Πλιάκα (κα) για Δ. Κυριάκου (κα)

Δικηγόρος για Καθ' ων η αίτηση: Θ. Παπανικολάου (κα)

 

Η Αιτήτρια παρούσα

[Διερμηνέας: Ευστράτιος Θεοδοσίου, για διερμηνεία από την αγγλική στην ελληνική και αντίστροφα] 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ε. ΡΗΓΑ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό κρίση προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η αίτηση ημερ. 13.07.2023 με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα της για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας, καθότι κρίθηκε ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις των άρθρων 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου του 2000, Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής αναφερόμενος ως «ο περί Προσφύγων Νόμος»).

 

ΓΕΓΟΝΟΤΑ

 

Προτού  εξεταστούν  οι  εκατέρωθεν ισχυρισμοί, επιβάλλεται  η  σκιαγράφηση των

γεγονότων που περιβάλλουν την υπό κρίση υπόθεση, όπως αυτά προκύπτουν από την αίτηση της Αιτήτριας, την ένσταση των Καθ' ων η αίτηση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου που κατατέθηκε στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής αναφερόμενος ως «ο δ.φ.» ή «ο διοικητικός φάκελος»).

 

Η Αιτήτρια κατάγεται από τη Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (στο εξής αναφερόμενη και ως «ΛΔΚ»), την οποίαν εγκατέλειψε στις 12.11.2021 και αφίχθηκε παράνομα στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας περιοχές στις 21.11.2021. Στις 07.02.2022 υπέβαλε αίτηση διεθνούς προστασίας και στις 12.07.2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στην Αιτήτρια από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενος ως «ο Λειτουργός»), ο οποίος στις 13.07.2023 συνέταξε Έκθεση/Εισήγηση, εισηγούμενος την απόρριψη της υποβληθείσας αίτησης. Αυθημερόν, ο ασκών καθήκοντα Προϊσταμένου λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση, αποφασίζοντας την απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, απόφαση η οποία κοινοποιήθηκε σε αυτήν στις 20.07.2023, μέσω σχετικής επιστολής της Υπηρεσίας Ασύλου ίδιας ημερομηνίας. Εναντίον της απόφασης αυτής η Αιτήτρια καταχώρησε την υπό κρίση προσφυγή στο παρόν Δικαστήριο.

 

ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ

 

Η Αιτήτρια μέσω της συνηγόρου της, προέβαλε στα πλαίσια τόσο του εισαγωγικού δικογράφου της διαδικασίας όσο και της γραπτής της αγόρευσης διάφορους λόγους ακυρώσεως, τους οποίους ωστόσο απέσυρε κατά το στάδιο των Διευκρινίσεων και περιορίστηκε μόνο στην προώθηση ισχυρισμών περί έλλειψης δέουσας έρευνας.  

 

Από την πλευρά τους οι Καθ΄ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, υποβάλλοντας ότι αυτή λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης.   

 

ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΕΚΑΤΕΡΩΘΕΝ ΙΣΧΥΡΙΣΜΩΝ

 

Αναφορικά με τον εναπομείναντα λόγο ακυρώσεως περί έλλειψης δέουσας έρευνας, επισημαίνεται ότι, το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης, ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στην διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος  οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση.[1]

 

Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η αίτηση είχαν στη διάθεση τους.

 

Ειδικότερα, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια κατά την υποβολή της αίτησής της για διεθνή προστασία δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της λόγω σεξουαλικής κακοποίησης που υπέστη (βλ. ερυθρό 1 και μετάφραση αυτού ερυθρό 15 δ.φ.).       

 

Κατά το κρίσιμο στάδιο της συνέντευξης, η Αιτήτρια δήλωσε ως τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πρωτεύουσα Kinshasa. Ως προς την οικογενειακή της κατάσταση δήλωσε άγαμη μητέρα μίας θυγατέρας δεκαπέντε ετών, η οποία εξακολουθεί να διαμένει στην Kinshasa με την θεία της. Ως προς την οικογένεια καταγωγής της, δήλωσε ότι οι γονείς της και τρία από τα αδέρφια της απεβίωσαν, και έχει επικοινωνία με την θεία της στην οποία διαμένει η θυγατέρα της, και με την αδερφή της η οποία διαμένει στην Γαλλία. Πρόσθεσε επίσης ότι ο σύντροφός της διαμένει επίσης σε κοινότητα στην Κινσάσα (Ngaliema Commune) και υποστηρίζει οικονομικά τη θυγατέρα της, εργαζόμενος ως δάσκαλος σε σχολείο της κοινότητας αυτής. Όσον αφορά το μορφωτικό της επίπεδο, η Αιτήτρια ανέφερε ότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, και ως προς την εργασιακή της πείρα ανέφερε ότι εργάστηκε ως πωλήτρια και ως μεταφορέας σε εταιρεία (βλ. ερυθρά 38-35 δ.φ.).

 

Αναφορικά με την ουσία του αιτήματός της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι ακολουθούσε καθημερινά συγκεκριμένη διαδρομή για να μεταβεί στην εργασία της. Ένα πρωινό, όταν έφθασε στη στάση του λεωφορείου, διαπίστωσε ότι βρισκόταν μόνη της, ενώ ο οδηγός του λεωφορείου εμφανίστηκε με ταξί, στο οποίο επέβαιναν ήδη δύο άτομα. Δήλωσε ότι δεν αντιλήφθηκε τι ακριβώς συνέβη στη συνέχεια, εκτιμά όμως ότι της χορηγήθηκε κάποια ναρκωτική ουσία. Όταν ανέκτησε τις αισθήσεις της, βρισκόταν σε δασώδη περιοχή του Maluku. Επειδή αδυνατούσε να σταθεί όρθια, αντιλήφθηκε ότι είχε πέσει θύμα βιασμού και ξυλοδαρμού. Παρέμεινε στο σημείο μέχρι που την εντόπισε ένας αγρότης, ο οποίος τη μετέφερε αναίσθητη στην οικία του και της χορήγησε φαρμακευτικά βότανα προκειμένου να συνέλθει. Αφού του αφηγήθηκε τα γεγονότα, εκείνος τη μετέφερε στην κατοικία της.

 

Όταν ενημέρωσε τη θεία της για το περιστατικό, πληροφορήθηκε ότι ο κ. J. (ο οδηγός) είχε απαχθεί και δολοφονηθεί από τα άτομα που επέβαιναν μαζί του στο ταξί. Έκτοτε, άρχισε να εκδηλώνει κρίσεις πανικού κάθε φορά που έβλεπε ταξί στη στάση του λεωφορείου, ενώ εμφάνισε και υπέρταση. Η αδελφή της, η οποία διαμένει στη Γαλλία, την προέτρεψε να αναζητήσει θεραπεία στην πρωτεύουσα Brazzaville της Δημοκρατίας του Κονγκό, πράγμα που και έπραξε. Ωστόσο, με την επιστροφή της στην Kinshasa, οι τραυματικές μνήμες επανήλθαν, με αποτέλεσμα η θεία της να τη συμβουλεύσει να εγκαταλείψει τη χώρα, ώστε να μην επιδεινωθεί περαιτέρω η κατάσταση της υγείας της. Με οικονομική βοήθεια από έναν ιερέα, μία φίλη της, τον σύντροφό της, καθώς και αξιοποιώντας τις προσωπικές της οικονομίες, εγκατέλειψε τελικά τη χώρα, επιδιώκοντας να αισθανθεί ασφαλής (βλ. ερυθρό 34/1Χ δ.φ.).

 

Σε απάντηση σχετικών ερωτήσεων του Λειτουργού, η Αιτήτρια ανέφερε ότι, ενώ βρισκόταν στο ταξί, ένας από τους συνεπιβάτες της τοποθέτησε ένα χαρτομάντηλο στο στόμα της, με αποτέλεσμα να χάσει τις αισθήσεις της. Όταν ανέκτησε μερικώς τις αισθήσεις της, η όρασή της ήταν θολή και βρισκόταν σε μία οικία, όπου άκουγε άντρες να συνομιλούν. Όταν επιχείρησε να σηκωθεί και να διαφύγει, ένας από τους άντρες τη χτύπησε στο πρόσωπο και της τοποθέτησε εκ νέου χαρτομάντηλο στη μύτη, με αποτέλεσμα να χάσει και πάλι τις αισθήσεις της. Όταν συνήλθε εκ νέου, βρισκόταν στην οικία του αγρότη (βλ. ερυθρό 31/2Χ δ.φ.).

 

Ερωτηθείσα κατά πόσο έλαβε οποιαδήποτε ιατροφαρμακευτική περίθαλψη μετά το περιστατικό, η Αιτήτρια δήλωσε ότι, όταν ξύπνησε, είχε πυρετό και ο αγρότης τη μετέφερε σε μικρό νοσοκομείο, όπου της παρασχέθηκαν πρώτες βοήθειες, προτού την οδηγήσει στην κατοικία της (βλ. ερυθρό 30/1Χ δ.φ.). Όπως υποστήριξε, επισκέφθηκε κλινική στρατοπέδου, καθώς δεν διέθετε τους οικονομικούς πόρους για να μεταβεί σε νοσοκομείο (βλ. ερυθρό 30/2Χ δ.φ.). Παράλληλα, ανέφερε ότι δεν προέβη σε καταγγελία του περιστατικού στις αρμόδιες αρχές, κατόπιν παρότρυνσης της θείας της, η οποία θεώρησε το γεγονός ντροπιαστικό και εκτίμησε ότι θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις προοπτικές γάμου της (βλ. ερυθρό 32/4Χ δ.φ.).

 

Κατά την αξιολόγηση της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας, ο Λειτουργός σχημάτισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς: ο πρώτος αναφορικά με τα προσωπικά στοιχεία, την χώρα καταγωγής και περιοχή συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, και ο δεύτερος αναφορικά με την σεξουαλική κακοποίηση και τον ξυλοδαρμό που υπέστη από άγνωστους άντρες. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός ενώ ο δεύτερος απορρίφθηκε.

 

Πιο συγκεκριμένα, σε σχέση με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο Λειτουργός έκρινε ότι η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει ικανοποιητικές και επαρκείς πληροφορίες αναφορικά με το περιστατικό βιασμού της, ενώ παρατηρήθηκε ασυνέπεια στις δηλώσεις της που αφορούσαν την λήψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, όπου αναφέρθηκε σε επισκέψεις σε νοσοκομεία σε διαφορετικές χρονικές περιόδους χωρίς να αναφέρεται σε εξειδικευμένη εξέταση για τον βιασμό που υπέστη. Ως καταγράφεται στην Έκθεση/Εισήγηση, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να παρουσιάσει τα γεγονότα με συνοχή, ενώ δεν κατάφερε να τοποθετήσει σε χρονική αλληλουχία τα διαφορετικά μέρη διαμονής της, προβάλλοντας ως απάντηση ότι «ξέχασε». Ως επισήμανε ο Λειτουργός, ο τόπος διαβίωσης της είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τον τόπο του ισχυριζόμενου περιστατικού και θα αναμένετο να είναι συγκεκριμένη και συνεπής. Καταληκτικά, σημειώνεται ότι σύμφωνα με τις δηλώσεις της δεν έχει συμβεί οποιοδήποτε άλλο περιστατικό που να εμπεριείχε κίνδυνο για την Αιτήτρια∙ ενώ ως προς τους λόγους που εγκατέλειψε τη χώρα και δεν επιθυμεί να επιστρέψει αναφέρθηκε σε ψυχολογικούς λόγους.  

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο Λειτουργός έκρινε ότι τα όσα η Αιτήτρια ανέφερε κατά τη διάρκεια της συνέντευξης της δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης λόγω της υποκειμενικής φύσεώς τους. Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός απορρίφθηκε λόγω μη τεκμηρίωσης της εσωτερικής αξιοπιστίας. 

 

Εν συνεχεία, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ενόψει του ισχυρισμού ο οποίος έγινε αποδεκτός, ήτοι των προσωπικών στοιχείων της Αιτήτριας (ενήλικη, νεαρή γυναίκα, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, εργασιακή πείρα και υποστηρικτικό δίκτυο) και την κατάσταση ασφαλείας στη ΛΔΚ, ο Λειτουργός κατέληξε ότι δεν συντρέχει εύλογη πιθανότητα να αντιμετωπίσει δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στον τόπο συνήθους διαμονής της, ήτοι την πρωτεύουσα Kinshasa

 

Ακολούθως, κατά την νομική ανάλυση, κρίθηκε πως δεν προκύπτει βάσιμος φόβος δίωξης βάσει του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, αλλά ούτε και πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 του ιδίου νόμου. Ειδικότερα, κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, κρίθηκε πως η Αιτήτρια κατά την επιστροφή της στην ΛΔΚ δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο   βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. Κατά την αξιολόγηση των προϋποθέσεων του άρθρου 19 (2) (γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο Λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, εφόσον η χώρα καταγωγής της δεν βρίσκεται σε συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.    

 

Η ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ

 

Αξιολογώντας λοιπόν  τα όσα έχουν ανωτέρω αναφερθεί υπό το φως και των νομοθετημένων προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Εισηγητική Έκθεση του Λειτουργού όσο και τους λοιπούς ισχυρισμούς της Αιτήτριας ως αυτοί παρουσιάστηκαν τόσο κατά την διοικητική διαδικασία όσο και κατά την ενώπιόν μου δικαστική διαδικασία, καταλήγω στα εξής:

 

Συμφωνώ και συντάσσομαι με την κρίση των Καθ' ων η αίτηση ως προς την αξιοπιστία του πρώτου ουσιώδους ισχυρισμού τον οποίον και αποδέχομαι

 

Αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, ήτοι τη σεξουαλική κακοποίηση και τον ξυλοδαρμό που φέρεται να υπέστη από άγνωστα πρόσωπα, συντάσσομαι με τα ευρήματα περί έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας, όπως αυτά καταγράφηκαν στην Έκθεση/Εισήγηση, και επισημαίνω περαιτέρω τα ακόλουθα συμπληρωματικά στοιχεία:

 

Καταρχάς, παρατηρώ ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παραθέσει τα γεγονότα κατά τρόπο σαφή, συνεκτικό και χρονικά οργανωμένο, παρά τις επανειλημμένες διευκρινιστικές ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά τη συνέντευξη. Οι αναφορές της χαρακτηρίζονταν από παλινδρομήσεις και αποσπασματικότητα, με αποτέλεσμα να δημιουργείται σύγχυση ως προς την αλληλουχία των πραγματικών περιστατικών αντί να αποσαφηνίζονται τα κρίσιμα σημεία του ισχυρισμού της. Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει με συνέπεια ούτε τον χρόνο ούτε τη σειρά των μετακινήσεών της μεταξύ Kinshasa, Brazzaville και των λοιπών σημείων όπου ισχυρίστηκε ότι διέμεινε ή έλαβε θεραπεία, επικαλούμενη επανειλημμένα ότι «ξέχασε».

 

Περαιτέρω, διαπιστώνεται ουσιώδης ασυνέπεια αναφορικά με τη λήψη ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης μετά το φερόμενο περιστατικό. Συγκεκριμένα, σε ένα σημείο των δηλώσεών της ανέφερε ότι, αμέσως μετά το συμβάν, ο αγρότης που τη βοήθησε τη μετέφερε σε μικρό νοσοκομείο όπου της παρασχέθηκαν πρώτες βοήθειες, ενώ σε άλλο σημείο δήλωσε ότι επισκέφθηκε κλινική στρατοπέδου επειδή δεν διέθετε οικονομικούς πόρους για νοσοκομειακή περίθαλψη. Επιπλέον, αναφέρθηκε και σε μεταγενέστερη αναζήτηση θεραπείας στην Brazzaville, χωρίς να αποσαφηνίζεται επαρκώς ποια ήταν η φύση της θεραπείας που έλαβε, σε ποιο χρονικό σημείο αυτή πραγματοποιήθηκε και κατά πόσο συνδεόταν άμεσα με το περιστατικό της κακοποίησης. Παρά τις σχετικές ερωτήσεις του Λειτουργού, η Αιτήτρια δεν ήταν σε θέση να δώσει συγκεκριμένες, συνεπείς και επαρκώς εξατομικευμένες πληροφορίες ως προς το είδος της φροντίδας που έλαβε, τους χώρους περίθαλψης ή τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή παρασχέθηκε.

 

Παράλληλα, το αφήγημά της χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από γενικές, επιγραμματικές και αόριστες αναφορές, χωρίς ουσιώδη λεπτομέρεια ή βιωματική εξατομίκευση ως προς κρίσιμες πτυχές του πυρήνα του ισχυρισμού της. Ειδικότερα, οι περιγραφές της ως προς τις συνθήκες της απαγωγής, της μεταφοράς της, της κράτησής της στην οικία όπου ισχυρίζεται ότι μεταφέρθηκε, καθώς και ως προς τα πρόσωπα που εμπλέκονταν, παρέμειναν ασαφείς και περιορισμένες, χωρίς να προκύπτει επαρκής συνοχή ή λογική σύνδεση μεταξύ των επιμέρους γεγονότων.

 

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός ότι ο οδηγός του λεωφορείου που χρησιμοποιούσε καθημερινά εμφανίστηκε την ημέρα του περιστατικού ως οδηγός ταξί, στο οποίο επέβαιναν ήδη άγνωστα πρόσωπα, κρίνεται ως περιορισμένης ευλογοφάνειας, ιδίως ελλείψει επαρκών διευκρινίσεων ως προς τις περιστάσεις υπό τις οποίες αυτό συνέβη. Η δε μεταγενέστερη αναφορά της ότι ο εν λόγω οδηγός απήχθη και δολοφονήθηκε από τα ίδια πρόσωπα δεν συνοδεύτηκε από οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφορία ως προς τον τρόπο με τον οποίο έλαβε γνώση του γεγονότος ή άλλα στοιχεία που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την αξιοπιστία του σχετικού ισχυρισμού.

 

Σημειώνεται επίσης ότι η ίδια η Αιτήτρια ανέφερε πως δεν υπήρξε οποιοδήποτε άλλο περιστατικό απειλής, δίωξης ή κακοποίησης εις βάρος της πριν ή μετά το επίδικο συμβάν, ενώ οι λόγοι που προέβαλε για την αποχώρησή της από τη χώρα συνδέονταν κυρίως με ψυχολογική επιβάρυνση και αισθήματα φόβου που της προκαλούσαν οι αναμνήσεις του περιστατικού. Ωστόσο, τα στοιχεία αυτά, αφ’ εαυτών, δεν κρίνονται επαρκή για να τεκμηριώσουν με το απαιτούμενο αποδεικτικό μέτρο την αξιοπιστία του βασικού της ισχυρισμού.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, και λαμβανομένου ιδίως υπόψη ότι οι διαπιστωθείσες αντιφάσεις, ασυνέπειες και ελλείψεις αφορούν τον πυρήνα του προβαλλόμενου ισχυρισμού και δεν αποκαταστάθηκαν παρά τις ευκαιρίες που δόθηκαν στην Αιτήτρια να παράσχει διευκρινίσεις, συντάσσομαι με την κρίση του Λειτουργού ότι ο εν λόγω ισχυρισμός δεν πληροί το απαιτούμενο αποδεικτικό όριο ως προς την εσωτερική του αξιοπιστία και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.

 

Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ανωτέρω ισχυρισμού το  Δικαστήριο προσέτρεξε σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την έμφυλη βία, με τα ακόλουθα ευρήματα:

 

Σύμφωνα με την UNFPA[2] η έμφυλη βία στη ΛΔΚ αποτελεί ένα ευρέως διαδεδομένο πρόβλημα.[3] Σύμφωνα με το Ίδρυμα Panzi, στη ΛΔΚ, η σεξουαλική βία και ειδικότερα ο βιασμός χρησιμοποιείται συστηματικά ως όπλο πολέμου για πάνω από δύο δεκαετίες.[4] Η συγκεκριμένη πληροφορία επιβεβαιώνεται και από δημοσίευμα του Παρατηρητηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα περιστατικά, ενώ παράλληλα γίνονται εισηγήσεις προς αντιμετώπιση του συγκεκριμένου φαινομένου καλώντας την κυβέρνηση να αυξήσει την στήριξη προς την διερεύνηση και εκδίκαση των συγκεκριμένων υποθέσεων.[5] Παράλληλα, σύμφωνα με έκθεση (2024) για τα ανθρώπινα δικαιώματα, της Διεθνούς Αμνηστίας, η ΛΔΚ θέσπισε νόμο που ποινικοποιεί τον εκφοβισμό και τον στιγματισμό λόγω φύλου,[6] πληροφορία στην οποία γίνεται αναφορά και σε έκθεση (2025) του Συμβουλίου Μετανάστευσης και Προσφύγων του Καναδά.[7]

 

Υπό το φως των ανωτέρω πηγών, διαπιστώνεται ότι οι γενικοί ισχυρισμοί της Αιτήτριας αναφορικά με την ύπαρξη περιστατικών σεξουαλικής και έμφυλης βίας στη χώρα καταγωγής της συνάδουν, σε γενικό επίπεδο, με τις διαθέσιμες εξωτερικές πληροφορίες περί της κατάστασης στη ΛΔΚ. Επιπλέον, η αναφορά της ότι απέφυγε να καταγγείλει το περιστατικό λόγω φόβου κοινωνικού στιγματισμού και επιπτώσεων στις προοπτικές γάμου της δεν αντίκειται στις ανωτέρω πληροφορίες χώρας καταγωγής, οι οποίες καταγράφουν την ύπαρξη έντονων κοινωνικών στερεοτύπων και αποθάρρυνσης των θυμάτων από την αναφορά τέτοιων περιστατικών.

 

Ωστόσο, παρά το γεγονός ότι οι εξωτερικές πηγές επιβεβαιώνουν τη γενικευμένη ύπαρξη έμφυλης και σεξουαλικής βίας στη ΛΔΚ, δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθούν τα ειδικά και εξατομικευμένα πραγματικά περιστατικά που προέβαλε η Αιτήτρια, ήτοι η φερόμενη απαγωγή, κακοποίηση και μεταγενέστερη δολοφονία του οδηγού, καθότι οι ισχυρισμοί αυτοί είναι εκ της φύσεώς τους προσωπικοί και μη επιδεκτικοί ανεξάρτητης εξωτερικής επαλήθευσης. Ως εκ τούτου, οι διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής ενισχύουν μεν την ευλογοφάνεια του γενικού πλαισίου των ισχυρισμών της, πλην όμως δεν επαρκούν, αφ’ εαυτών, για να θεραπεύσουν τις ουσιώδεις αντιφάσεις, ασυνέπειες και ελλείψεις που εντοπίστηκαν κατά την αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του πυρήνα του ισχυρισμού της. Συνεπώς, ο δεύτερος ισχυρισμός της Αιτήτριας απορρίπτεται.

 

Υπό το φως των προλεχθέντων και του ισχυρισμού περί προσωπικών στοιχείων της Αιτήτριας που έγινε αποδεκτός από το παρόν Δικαστήριο, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η υπαγωγή της Αιτήτριας στο καθεστώς του πρόσφυγα, καθώς δεν διαπιστώνονται δείκτες κινδύνου έναντι της ζωής της, σε περίπτωση επιστροφής της στη ΛΔΚ, ιδιαιτέρως υπό τον ορισμό και προϋποθέσεις του προφίλ του πρόσφυγα, άρθρο 1Α της Συνθήκης της Γενεύης και άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου.

 

Ως εκ τούτου, απομένει να εξεταστεί το κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα υπαγωγής της στο καθεστώς της επικουρικής προστασίας, ή αλλιώς συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με το άρθρο 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Το άρθρο 19(1) προβλέπει ότι επικουρική προστασία αναγνωρίζεται σε αιτητή, ο οποίος, μολονότι δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 3, αντιμετωπίζει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του. 

 

Η έννοια της «σοβαρής βλάβης» περιορίζεται εξαντλητικά στις περιπτώσεις του άρθρου 19(2), ήτοι στη θανατική ποινή ή εκτέλεση, στα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, και στη σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης. 

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης, δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις των περιπτώσεων (α) και (β) του άρθρου 19(2). Συνεπώς, εξετάζεται αποκλειστικά η εφαρμογή της περίπτωσης (γ).

 

Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για την εκτίμηση της ύπαρξης αδιάκριτης βίας λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η ένταση και η διάρκεια της ένοπλης σύρραξης, ο βαθμός οργάνωσης των εμπλεκόμενων δυνάμεων, η γεωγραφική έκταση της βίας, καθώς και η ύπαρξη επιθέσεων κατά αμάχων (βλ. απόφαση ΔΕΕ   CFDN κατά  Bundesrepublic Deutschland[8]).

 

Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου στην απόφασή του Sufi and Elmi[9] αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης. Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Meki Elgafaji, Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie[10] η σοβαρή και προσωπική απειλή κατά την έννοια του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ προϋποθέτει εξαιρετική κατάσταση, στην οποία το επίπεδο της αδιάκριτης βίας είναι τόσο υψηλό ώστε η απλή παρουσία του αμάχου στην οικεία περιοχή να συνεπάγεται πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.   

 

Στη βάση της νομολογίας αυτής, προς τον σκοπό εξέτασης των προϋποθέσεων που διαλαμβάνει το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ως αυτός ενσωματώνει το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ[11] και λαμβάνοντας υπόψη ότι έχει παρέλθει μεγάλο χρονικό διάστημα από την πρωτοβάθμια εξέταση της αίτησης της Αιτήτριας, προχώρησα σε έρευνα σε διεθνείς πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, ήτοι την Kinshasa της ΛΔΚ από την οποία προκύπτουν τα ακόλουθα:

 

·         Ως προς τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας σύμφωνα με το διαδραστικό χάρτη του War Watch [πρώην Rule of Law in Armed Conflicts project (RULAC)] της Ακαδημίας Διεθνούς Ανθρωπιστικού Δικαίου και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Ακαδημίας της Γενεύης, η Λαϊκή Δημοκρατία του Κονγκό (ΛΔΚ) εμπλέκεται σε διεθνείς και μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις (NIAC) εντός των εδαφών της εναντίον αριθμού ενόπλων ομάδων.[12]

 

·         Στις 2 Φεβρουαρίου του 2026, η κυβέρνηση της ΛΔΚ και η οργάνωση M23 υπέγραψαν στη Ντόχα τους όρους αναφοράς για την εφαρμογή εκεχειρίας. Παρά την συμφωνία στη Ντόχα, η κυβέρνηση του Κονγκό και η M23 συνέχισαν να ανταλλάσσουν κατηγορίες για παραβιάσεις. Στις 2 Φεβρουαρίου, οι αρχές του Κονγκό κατηγόρησαν την M23 ότι εξαπέλυσε επίθεση με drone κατά του αεροδρομίου Kisangani στο βορειοανατολικό μέρος της ΛΔΚ το οποίο επαληθεύθηκε την επόμενη ημέρα από την οργάνωση, η οποία ισχυρίστηκε ότι η επίθεση έλαβε χώρα διότι η κυβέρνηση του Κονγκό χρησιμοποιούσε το αεροδρόμιο ως βάση για αεροπορικές επιχειρήσεις κατά των θέσεών της. Η εκεχειρία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Φεβρουαρίου κατόπιν της σύμφωνης γνώμης και των δύο μερών. Παρά την συμφωνία, αμφότερα μέλη αλληλοκατηγορήθηκαν για παραβίαση της συμφωνίας∙ στην πόλη Uvira πολίτες αναζήτησαν καταφύγιο σε ένα πρόχειρο στρατόπεδο ώστε να αποφύγουν τις εχθροπραξίες.[13] Σύμφωνα με ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, δυνάμεις Wazalendo που υποστηρίζουν το Κονγκό συγκρούστηκαν με μαχητές Twirwaneho που υποστηρίζονται από το M23 στο ανατολικό τμήμα της χώρας.[14] Άρθρο τοπικού τύπου, δημοσιευθέν στις 26 Φεβρουαρίου 2026, αναφέρει ότι οι μαχητές της M23 ανακατέλαβαν δύο χωριά στο North Kivu, μία ημέρα αφότου είχαν απωλέσει τον έλεγχό τους.[15]

 

·         Ως αναφέρεται σε έκθεση του φορέα Centre for Documentation and Research (Cedoca) σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στην Kinshasa, δημοσιευθείσα τον Οκτώβριο του 2025, που κάνει επίκληση σε έτερες πηγές, τον Ιανουάριο του 2025, μετά την κατάληψη της Goma από την M23, διαδηλωτές επιχείρησαν να επιτεθούν σε αρκετές πρεσβείες στην πρωτεύουσα, μεταξύ άλλων της Γαλλίας, του Βελγίου και των Ηνωμένων Πολιτειών, καθώς και σε γραφεία του ΟΗΕ.[16] Περαιτέρω, ως αναφέρεται στην ίδια έκθεση, το United Nations Joint Human Rights Office (UNJHRO) κατατάσσει την επαρχία της Kinshasa μεταξύ αυτών που δεν επηρεάζονται από ένοπλες συγκρούσεις.[17] Σύμφωνα με τα μηνιαία δελτία παρακολούθησης συγκρούσεων του International Crisis Group, δεν διαφαίνεται να έχουν σημειωθεί περιστατικά στην Kinshasa από τον Ιανουάριο του 2025.[18]

 

·         Οι πιο πρόσφατες εκθέσεις της Human Rights Watch και της Διεθνούς Αμνηστίας δεν κάνουν λόγο για προβλήματα ασφαλείας στην Κinshasa.[19] Η έκθεση της Διεθνούς Αμνηστίας για τα γεγονότα του 2024 σημειώνει ότι καταγράφηκαν διαδηλώσεις σε εθνικό επίπεδο, συμπεριλαμβανομένων στην πρωτεύουσα Kinshasa για την ένοπλη σύγκρουση μεταξύ των M23 και των κυβερνητικών δυνάμεων της ΛΔΚ και των συμμάχων.[20]

 

Για λόγους πληρότητας της έρευνας, παρατίθενται τα πιο πρόσφατα ποσοτικά στοιχεία από τη βάση δεδομένων ACLED όπου σύμφωνα με την εν λόγω βάση, στην πρωτεύουσα Kinshasa της ΛΔΚ, τόπος συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 01.05.2026), καταγράφηκαν 54 περιστατικά πολιτικής βίας[21] τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 48 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[22] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πρωτεύουσας Kinshasa εκτιμάται ότι ανέρχεται στα 21,852,144 (2026) κατοίκους.[23]

 

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω δεδομένα δε διακρίνω την ύπαρξη κατάστασης αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης στην πόλη Kinshasa, ή έστω αδιάκριτης βίας λόγω ένοπλης σύρραξης η οποία να εξικνείται σε τέτοιο βαθμό ώστε η Αιτήτρια λόγω της παρουσίας της και μόνο στο έδαφος της περιοχής αυτής να έρχεται αντιμέτωπη με πραγματικό κίνδυνο σοβαρής απειλής κατά το άρθρο 19 στοιχείο (2)(γ).

 

Επισημαίνεται ότι από τις διαθέσιμες πληροφορίες χώρας καταγωγής προκύπτει ότι οι γυναίκες στη ΛΔΚ, και ιδίως οι ανύπαντρες γυναίκες χωρίς οικογενειακό ή ανδρικό υποστηρικτικό δίκτυο, ενδέχεται να αντιμετωπίζουν αυξημένες δυσκολίες ως προς την πρόσβαση σε εργασία, στέγαση και κοινωνική προστασία[24],[25]. Ωστόσο, η περίπτωση της Αιτήτριας διαφοροποιείται ουσιωδώς, καθότι η ίδια διαθέτει ενεργό οικογενειακό και κοινωνικό δίκτυο στην Kinshasa, όπου εξακολουθούν να διαμένουν η ανήλικη θυγατέρα της μαζί με τη θεία της, με την οποία διατηρεί επικοινωνία.

 

Ιδιαίτερης σημασίας κρίνεται περαιτέρω το γεγονός ότι η Αιτήτρια διαθέτει και ανδρικό υποστηρικτικό πλαίσιο στη χώρα καταγωγής της, καθώς δήλωσε ότι ο σύντροφός της διαμένει και εργάζεται ως δάσκαλος στην κοινότητα Ngaliema της Kinshasa, παρέχοντας οικονομική στήριξη προς τη θυγατέρα της. Το στοιχείο αυτό αξιολογείται ως ουσιώδες υπό το πρίσμα των κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που επικρατούν στη ΛΔΚ, όπου η ύπαρξη ανδρικού υποστηρικτικού δικτύου δύναται να συμβάλει σημαντικά στην πρόσβαση σε στέγαση, οικονομική υποστήριξη και βασικές συνθήκες διαβίωσης. Επιπλέον, η Αιτήτρια διατηρεί επαφή και με την αδελφή της που διαμένει στη Γαλλία, γεγονός που καταδεικνύει την ύπαρξη ευρύτερου υποστηρικτικού δικτύου τόσο εντός όσο και εκτός χώρας καταγωγής.

 

Περαιτέρω, πρόκειται για γυναίκα νεαρής ηλικίας, υγιή, ικανή προς εργασία και με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, καθότι είναι απόφοιτος δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Διαθέτει δε προηγούμενη εργασιακή εμπειρία, έχοντας εργαστεί ως πωλήτρια και ως μεταφορέας σε εταιρεία, στοιχεία που καταδεικνύουν δυνατότητα επαγγελματικής δραστηριοποίησης και κοινωνικοοικονομικής επανένταξης.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, δεν έχουν εγερθεί ούτε προκύψει εξατομικευμένα χαρακτηριστικά ή ιδιαίτερες περιστάσεις που να υποδηλώνουν ότι η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της, θα περιέλθει σε κατάσταση αυξημένου κινδύνου σοβαρής βλάβης, ικανή να αντισταθμίσει το επίπεδο αδιάκριτης βίας βάσει της εφαρμοστέας αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας.

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα όσα ανωτέρω αναπτύχθηκαν, είναι η κατάληξή μου ότι ορθώς κρίθηκε και επί της ουσίας ότι η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο δίωξης για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων και, περαιτέρω, ορθώς θεωρήθηκε ότι δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ότι υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς της, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται από την οικεία νομοθεσία (άρθρα 3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Συνακόλουθα, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η αίτηση, και εναντίον της Αιτήτριας.

  

Ε. Ρήγα,  Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] Απόφαση αρ. 128/2008 JAMAL KAROU v Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, ημερ. 01.02.2010

[2] United Nations Population Fund, is the United Nations sexual and reproductive health agency.

[3] UNFPA DRC, Gender Based Violence, https://drc.unfpa.org/en/topics/gender-based-violence [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.05.2026]

[4] Panzi Foundation, Rape: A Weapon of War, https://panzifoundation.org/rape-as-a-weapon-of-war/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.05.2026]

[5] Human Rights Watch, DR Congo: Surge in Conflict-Related Sexual Violence, 12 January 2026, https://www.hrw.org/news/2026/01/12/dr-congo-surge-in-conflict-related-sexual-violence [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.05.2026]

[6] Amnesty International, The State of the World’s Human Rights, April 2024, σελ. 30, file:///C:/Users/User/Downloads/POL1072002024ENGLISH.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.05.2026]

[7] IRB – Immigration and Refugee Board of Canada, Democratic Republic of the Congo: Violence against women, including domestic violence and gender-based violence (GBV); treatment of survivors by society and authorities; legislation; state protection and support services available to survivors, 2023 – March 2025, https://www.ecoi.net/en/document/2124880.html [Ημερομηνία Πρόσβασης: 12.05.2026] 

[8] ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.06.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland

[9] ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών  8319/07 and 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011

[10] Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.02.2009

[11] ΟΔΗΓΙΑ 2011/95/ΕΕ ΤΟΥ ΕΥΡΩΠΑΪΚΟΥ ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ της 13ης Δεκεμβρίου 2011 σχετικά με τις απαιτήσεις για την αναγνώριση των υπηκόων τρίτων χωρών ή των απάτριδων ως δικαιούχων διεθνούς προστασίας, για ένα ενιαίο καθεστώς για τους πρόσφυγες ή για τα άτομα που δικαιούνται επικουρική προστασία και για το περιεχόμενο της παρεχόμενης προστασίας (αναδιατύπωση).

[12] War Watch, Armed Conflicts in Democratic Republic of Congo, Reporting period: July 2023 - June 2025, τελευταία ενημέρωση 28 Ιανουαρίου 2026, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-democratic-republic-of-the-cong. [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[13] Security Council Report, March 2026 Monthly Forecast, 2 Μαρτίου 2026, https://www.securitycouncilreport.org/monthly-forecast/2026-03/democratic-republic-of-the-congo-33.php [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[14] Africa News, Fighting resumes in eastern DRC in violation of ceasefire deal, 23 Φεβρουαρίου 2026, https://www.africanews.com/2026/02/23/fighting-resumes-in-eastern-drc-in-violation-of-ceasefire-deal/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[15] Actualite.cd, Masisi : les rebelles de l'AFC/M23 reprennent le contrôle de Kasenyi et Luke après de violents combats, 26 Φεβρουαρίου 2026, https://actualite.cd/2026/02/26/masisi-les-rebelles-de-lafcm23-reprennent-le-controle-de-kasenyi-et-luke-apres-de [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[16] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, σελ. 7, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]; Le Monde, En RDC, plusieurs ambassades, dont celles de la France et du Rwanda, attaquées par des manifestants pour dénoncer la guerre dans l'Est, 29 Ιανουαρίου 2025, https://www.lemonde.fr/afrique/article/2025/01/28/en-rdc-la-ville-de-goma-toujours-sous-les-tirs-plusieurs-ambassades-attaquees-a-kinshasa_6519926_3212.html [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]; International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, Ιανουάριος 2025, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?created=&location%5B0%5D=7&page=1 ([Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[17] Cedoca, COI Focus Republique Democratique Du Congo Situation sécuritaire à Kinshasa, 14 Οκτωβρίου 2025, σελ. 8, https://www.cgrs.be/sites/default/files/rapporten/coi_focus_rdc._situation_securitaire_a_kinshasa_20251015.pdf [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[18] International Crisis Group, Tracking Conflict Worldwide, Democratic Republic of Congo, https://www.crisisgroup.org/crisiswatch/database?location%5B%5D=7&crisis_state=&created=-12+months&from_month=1&from_year=2025&to_month=1&to_year=2025 [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[19] Human Rights Watch, World Report 2025, Democratic Republic of Congo Events of 2024, https://www.hrw.org/world-report/2025/country-chapters/democratic-republic-congo [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]; Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[20] Amnesty International, Democratic Republic of the Congo 2024, https://www.amnesty.org/en/location/africa/east-africa-the-horn-and-great-lakes/democratic-republic-of-the-congo/report-democratic-republic-of-the-congo/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[21] Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, η Πολιτική Βία (Political Violence) περιλαμβάνει τις ακόλουθες κατηγορίες περιστατικών: Βία κατά Αμάχων (Violence Against Civilians), Μάχες (Battles), Ταραχές (Riots), Εκρήξεις/Απομακρυσμένη Βία (Explosions/Remote Violence), Διαδηλώσεις (Protests).

[22] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/platform/explorer  (βλ. πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: METRIC: Event Counts/Fatality Counts, EVENT CATEGORIES: Political Violence, DATE RANGE: Past Year of ACLED Data, COUNTRY: Democratic Republic Congo, Kinshasa) [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[23] World Population Review, https://worldpopulationreview.com/cities/dr-congo/kinshasa [Ημερομηνία Πρόσβασης: 11.05.2026]

[24] EUAA - European Union Agency for Asylum (formerly: European Asylum Support Office, EASO) (Author): Situation of women without a support network in Kinshasa [Q28-2023], 25 August 2023

https://coi.euaa.europa.eu/administration/easo/PLib/2023_08_EUAA_COI_Query_Response_Q28_DRC_Situation_of_women_without_network.pdf , ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.

[25] UK Home Office, Country Policy and Information Note: Democratic Republic of Congo (DRC): Gender Based Violence, V.2, September 2018, σ. 8-11

https://www.refworld.org/reference/countryrep/ukho/2018/en/39582, ημερομηνία πρόσβασης 6.4.2026.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο