ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
27 Μαΐου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
B.J., από τη Νιγηρία
Αιτήτρια
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Τζ. Μπετίτο (κος) για ΠΙΕΡΙΔΗΣ & ΠΙΕΡΙΔΗΣ, Δικηγόροι της Αιτήτριας
Π. Βρυωνίδου (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, η Αιτήτρια αιτείται δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ’ ων η Αίτηση, ημερομηνίας 13.07.2023, η οποία κοινοποιήθηκε στην Αιτήτρια στις 03.08.2023 και με την οποία απορρίφθηκε η αίτησή της για διεθνή προστασία, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, καθώς και από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φακέλου (στο εξής «δ.φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στο πλαίσιο των διευκρινίσεων της παρούσας προσφυγής, τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης έχουν ως ακολούθως:
Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση παροχής διεθνούς προστασίας στις 10/11/2022. Στις 13/07/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος αυθημερόν συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου αναφορικά με τη συνέντευξη της Αιτήτριας. Την ίδια ημερομηνία, ήτοι στις 13/07/2023, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου της Αιτήτριας.
Ακολούθως, στις 03/08/2023, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή, συνοδευόμενη από την αιτιολογία της απόφασης αναφορικά με το αίτημα της Αιτήτριας, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφηκε ιδιοχείρως από την ίδια κατά την ίδια ημερομηνία. Εναντίον της εν λόγω απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου καταχωρήθηκε η παρούσα προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
Ο συνήγορος της Αιτήτριας, διά της καταχωρηθείσας προσφυγής, προέβαλε πληθώρα λόγων ακύρωσης, τους οποίους, ωστόσο, δεν ανέπτυξε περαιτέρω διά της γραπτής του αγόρευσης. Στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσής του, προωθεί τη θέση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε κατόπιν μη ορθής άσκησης της διοικητικής και/ή αποφασιστικής αρμοδιότητας και/ή της διακριτικής εξουσίας των Καθ’ ων η Αίτηση, καθώς και χωρίς να προηγηθεί πραγματική και/ή επαρκής έρευνα και αξιολόγηση των περιστατικών της υπόθεσης, με αποτέλεσμα την αυθαίρετη και/ή εσφαλμένη απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας.
Περαιτέρω, υποστηρίζει ότι δεν προκύπτει κατά πόσον ο λειτουργός με κωδικό CAS66, ο οποίος διενήργησε τη συνέντευξη και ετοίμασε την Έκθεση/Εισήγηση, ήταν δεόντως καταρτισμένος για τον σκοπό αυτό. Επιπλέον, προβάλλει ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής και/ή εσφαλμένη.
Τέλος, προωθεί τον ισχυρισμό ότι ακολουθήθηκε εσφαλμένη διοικητική διαδικασία, κατά παράβαση των άρθρων 13Α και 18 του περί Προσφύγων Νόμου, καθώς και του δικαιώματος ακρόασης της Αιτήτριας. Ειδικότερα, υποστηρίζει ότι η συνέντευξη διεξήχθη χωρίς τη συνδρομή διερμηνέα, χωρίς προηγουμένως να διαπιστωθεί τόσο το επίπεδο γνώσης της αγγλικής γλώσσας εκ μέρους της Αιτήτριας όσο και η ικανότητα του αρμόδιου λειτουργού να διεξαγάγει τη συνέντευξη χωρίς τη συνδρομή διερμηνέα.
Υποστηρίζει, περαιτέρω, ότι η πρόσβαση σε υπηρεσίες διερμηνείας συνιστά ουσιώδη διαδικαστική εγγύηση στο πλαίσιο της διαδικασίας ασύλου και ότι η στέρηση της εν λόγω εγγύησης συνιστά παράβαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας, οδηγώντας σε ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η Αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της επίδικης πράξης, αντικρούοντας όλους τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Υποδεικνύουν ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εξουσιών που παρέχει ο Νόμος στους Καθ’ ων η Αίτηση, αφού αξιολογήθηκαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, και ότι η επίδικη πράξη είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και με τους λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους. (Βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407, Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2020 (2000) 3 ΑΑΔ 21, Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.α. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).
Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, όλοι οι λόγοι προσφυγής που αναφέρονται ως τίτλοι στο πλαίσιο του δικογράφου της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση της Αιτήτριας θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες.
Ως προς τον ισχυρισμό ότι το πρόσωπο που διενήργησε τη συνέντευξη και ετοίμασε την Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, το οποίο προσδιορίζεται ως CAS66, δεν διαθέτει την απαιτούμενη κατάρτιση, παρατηρώ ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προβάλλεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο. Σε κάθε περίπτωση, ο συνήγορος της Αιτήτριας δεν προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε στοιχεία ικανά να ανατρέψουν το τεκμήριο κανονικότητας που περιβάλλει τις πράξεις και αποφάσεις της Διοίκησης.
Περαιτέρω, το βάρος απόδειξης ως προς τον ισχυρισμό ότι ο συγκεκριμένος λειτουργός δεν έτυχε της απαιτούμενης εκπαίδευσης φέρει η Αιτήτρια, πλην όμως τα όσα προβάλλονται επ’ αυτού δεν κρίνονται επαρκή ώστε να ανατρέψουν το τεκμήριο κανονικότητας που διέπει τη δράση της Διοίκησης (βλ. Βασιώτης Κονστράξιονς Λτδ ν. Δήμου Λεμεσού (1989) 3 Α.Α.Δ. 3193).
Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός δεν δύναται να εξεταστεί περαιτέρω και απορρίπτεται.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό περί απουσίας διερμηνέα κατά τη διάρκεια της συνέντευξης, σημειώνω ότι σύμφωνα με το άρθρο 13 Α (9)(γ) η Υπηρεσία Ασύλου λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να εξασφαλίσει ότι οι προσωπικές συνεντεύξεις διεξάγονται σε συνθήκες που επιτρέπουν στον Αιτητή να εκθέσει διεξοδικά τους λόγους της αίτησής του. Για το σκοπό αυτό, η Υπηρεσία Ασύλου μεριμνά ώστε να επιλέγει διερμηνέα ικανό να διασφαλίζει τη δέουσα επικοινωνία μεταξύ του Αιτητή και του αρμόδιου λειτουργού που διεξάγει τη συνέντευξη. Η επικοινωνία διενεργείται στη γλώσσα που προτιμά ο Αιτητής, εκτός εάν υπάρχει άλλη γλώσσα, την οποία κατανοεί και στην οποία είναι σε θέση να επικοινωνήσει με σαφήνεια.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 18 του περί Προσφύγων Νόμου, μεταξύ άλλων προνοεί:
«(1) Κατά τη διάρκεια οποιασδήποτε προσωπικής συνέντευξης πραγματοποιείται με τον αιτητή, στα πλαίσια είτε της ταχύρυθμης είτε της κανονικής διαδικασίας εξέτασης αιτήσεων, κανένα πρόσωπο πλην του αιτητή, του δικηγόρου ή του νομικού του συμβούλου, του αρμόδιου λειτουργού, του κηδεμόνα ανηλίκου και του αναγκαίου διερμηνέα δύναται να παρευρίσκεται, εκτός εάν άλλως ζητήσει ο ίδιος ο αιτητής. […]
(2) Κατά την υποβολή της αίτησης, κατά την εξέταση της αίτησης και όποτε άλλοτε οι αρχές της Δημοκρατίας καλούν τον αιτητή, παρέχονται στον αιτητή δωρεάν υπηρεσίες διερμηνέα, όπου αυτό είναι αναγκαίο, για δε τους σκοπούς του παρόντος άρθρου θεωρείται ότι αυτό είναι πάντοτε αναγκαίο στην περίπτωση κατά την οποία η Υπηρεσία Ασύλου καλεί τον αιτητή σε προσωπική συνέντευξη και δεν είναι δυνατή η απαραίτητη επικοινωνία χωρίς τις υπηρεσίες αυτές.
(2Α) (α) Ο αρμόδιος λειτουργός που διεξάγει προσωπική συνέντευξη με τον αιτητή σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο-
(i) δύναται να μεριμνά για την ακουστική ή/και οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης και, σε τέτοια περίπτωση, λαμβάνει τα δέοντα μέτρα ώστε η καταγραφή ή/και το κείμενο της απομαγνητοφώνησης να διατίθεται σε σχέση με το φάκελο του αιτητή∙
(ii) (ii) είτε συντάσσει διεξοδική και εμπεριστατωμένη γραπτή έκθεση η οποία περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία επί των γεγονότων, είτε απομαγνητοφωνεί την τυχόν ακουστική ή/και οπτικοακουστική καταγραφή της προσωπικής συνέντευξης∙
(iii) (iii) παρέχει την ευκαιρία στον αιτητή να διατυπώσει τυχόν παρατηρήσεις ή/και να παράσχει διευκρινίσεις προφορικά ή/και γραπτώς σε σχέση με τυχόν εσφαλμένες μεταφράσεις ή παρερμηνείες που περιλαμβάνονται στην γραπτή έκθεση ή στο κείμενο της απομαγνητοφώνησης, στο τέλος της προσωπικής συνέντευξης ή εντός καθορισμένου χρονικού ορίου πριν λάβει απόφαση ο Προϊστάμενος επί της αίτησης∙
(iv) (iv) για τους σκοπούς της υποπαραγράφου (iii), ενημερώνει πλήρως τον αιτητή για το περιεχόμενο της γραπτής έκθεσης ή για ουσιώδη στοιχεία του κειμένου της απομαγνητοφώνησης, με τη συνδρομή διερμηνέα εάν είναι απαραίτητο, και κατόπιν ζητά από τον αιτητή να επιβεβαιώσει ότι το περιεχόμενο της γραπτής έκθεσης ή του κειμένου της απομαγνητοφώνησης αντικατοπτρίζει σωστά την συνέντευξη· σε περίπτωση που ο αιτητής αρνείται να επιβεβαιώσει ότι το περιεχόμενο της γραπτής έκθεσης ή του κειμένου της απομαγνητοφώνησης αντικατοπτρίζει σωστά την προσωπική συνέντευξη, οι λόγοι άρνησής του καταχωρίζονται στον προσωπικό του φάκελο και η άρνηση αυτή δεν εμποδίζει τον Προϊστάμενο να λάβει απόφαση επί της αίτησης.[..]»
Το δε Άρθρο 12(1)(β) της Οδηγίας 2013/32/ΕΕ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 26ης Ιουνίου 2013 σχετικά με κοινές διαδικασίες για τη χορήγηση και ανάκληση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας (αναδιατύπωση), προνοεί ότι:
«1. Τα κράτη μέλη, με τις διαδικασίες του κεφαλαίου III, μεριμνούν ώστε να παρέχονται σε όλους τους αιτούντες οι ακόλουθες εγγυήσεις:
[.]
β) να τους παρέχονται υπηρεσίες διερμηνέα, όταν αυτό είναι απαραίτητο για να εκθέσουν την περίπτωσή τους στις αρμόδιες αρχές. Τα κράτη μέλη θεωρούν απαραίτητο να παρέχουν αυτές τις υπηρεσίες τουλάχιστον όταν ο αιτών πρέπει να εξετασθεί στο πλαίσιο συνέντευξης όπως αναφέρεται στα άρθρα 14 έως 17 και 34 και δεν μπορεί να εξασφαλισθεί η δέουσα επικοινωνία χωρίς διερμηνέα. Σε αυτήν την περίπτωση και σε άλλες περιπτώσεις όπου οι αρμόδιες αρχές καλούν τον αιτούντα, οι εν λόγω υπηρεσίες αμείβονται από το Δημόσιο·»
Άρα και αναφορικά με τον ισχυρισμό της Αιτήτριας περί παραβίασης των άρθρων 13Α και 18 του περί Προσφύγων Νόμου, λόγω διεξαγωγής της προσωπικής συνέντευξης χωρίς τη συνδρομή διερμηνέα, δεν δύναμαι να συμφωνήσω με τις θέσεις που προβάλλονται.
Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η συνέντευξη διεξήχθη στην αγγλική γλώσσα, την οποία η ίδια η Αιτήτρια δήλωσε ότι κατανοεί και ομιλεί. Ειδικότερα, κατά την έναρξη της συνέντευξης ενημερώθηκε ότι η διαδικασία θα διεξαγόταν χωρίς τη συνδρομή διερμηνέα και αποδέχθηκε ρητώς τη μη παρουσία του, ενώ ερωτηθείσα κατά πόσον κατανοεί την αγγλική γλώσσα απάντησε καταφατικά (βλ. ερ. 35 δ.φ.).
Περαιτέρω, στο τέλος της συνέντευξης, η Αιτήτρια επιβεβαίωσε το περιεχόμενο των πρακτικών και τα υπέγραψε, βεβαιώνοντας ότι κατανόησε πλήρως τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν και τις απαντήσεις που καταγράφηκαν. Σημειώνεται δε ότι ουδέποτε, κατά τη διάρκεια της διοικητικής διαδικασίας, εξέφρασε οποιαδήποτε δυσκολία κατανόησης, αίτημα παροχής διερμηνέα ή άλλο παράπονο αναφορικά με τη γλωσσική επικοινωνία με τον αρμόδιο λειτουργό.
Ως έχει παγίως νομολογηθεί, η βασική υποχρέωση της Διοίκησης εξαντλείται στη διεξαγωγή της συνέντευξης σε γλώσσα καταληπτή από τον αιτητή (βλ. Noel De Silva ν. Δημοκρατίας, Υπ. Αρ. 1694/11, ημερ. 07.02.2014). Εφόσον η ίδια η Αιτήτρια επιβεβαίωσε ότι κατανοούσε την αγγλική γλώσσα και υπέγραψε τα πρακτικά βεβαιώνοντας την ακρίβειά τους, χωρίς να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο μεταγενέστερος ισχυρισμός περί έλλειψης επαρκούς κατανόησης ή ανάγκης διερμηνέα στερείται ερείσματος (βλ. επίσης Chukwuji Festus Uzu, Έφ. 36/2022 και Clinton Tamoje Njimoh, Έφ. 41/2022).
Περαιτέρω, οι σχετικές πρόνοιες του άρθρου 13Α του περί Προσφύγων Νόμου δεν επιβάλλουν απόλυτη και άνευ εξαιρέσεως υποχρέωση παρουσίας διερμηνέα σε κάθε προσωπική συνέντευξη, αλλά απαιτούν τη διασφάλιση ουσιαστικής και αποτελεσματικής επικοινωνίας μεταξύ του αιτητή και της αρμόδιας αρχής. Στην παρούσα περίπτωση, από το περιεχόμενο της συνέντευξης δεν προκύπτει ότι η επικοινωνία υπήρξε προβληματική ή ανεπαρκής ούτε ότι επηρεάστηκε ουσιωδώς η δυνατότητα της Αιτήτριας να εκθέσει τους ισχυρισμούς της.
Ως προς δε τον ισχυρισμό ότι δεν αποδεικνύεται επαρκώς η γνώση της αγγλικής γλώσσας εκ μέρους του αρμόδιου λειτουργού, παρατηρώ ότι αυτός προβάλλεται κατά τρόπο γενικό και αόριστο, χωρίς να συνοδεύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ικανό να ανατρέψει το τεκμήριο κανονικότητας που περιβάλλει τις πράξεις της Διοίκησης.
Τέλος, η απόφαση στην προσφυγή υπ’ αριθμ. 1061/22 του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας, στην οποία παραπέμπει η συνήγορος της Αιτήτριας, διαφοροποιείται ουσιωδώς από τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, καθότι στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο διαπίστωσε αδυναμία δικαστικού ελέγχου ως προς την επάρκεια της γλωσσικής επικοινωνίας. Αντιθέτως, στην παρούσα περίπτωση, από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και των πρακτικών της συνέντευξης προκύπτει επαρκώς ότι η Αιτήτρια ήταν σε θέση να επικοινωνήσει αποτελεσματικά και να εκθέσει τους ισχυρισμούς της.
Υπό το φως των ανωτέρω, δεν διαπιστώνω παραβίαση ουσιώδους τύπου της διαδικασίας ούτε προσβολή του δικαιώματος ακρόασης της Αιτήτριας και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος ακύρωσης απορρίπτεται.
Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλει ο συνήγορος της Αιτήτριας, περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, λαμβανομένης υπόψιν και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc). Επομένως, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345) JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008 ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Στην αίτησή της για παροχή διεθνούς προστασίας, η Αιτήτρια δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της διότι ο θείος της επιχείρησε να τη σκοτώσει, προκειμένου να αποκτήσει την περιουσία του πατέρα της (βλ. ερ. 1 δ.φ.).
Κατά το κρίσιμο στάδιο της προσωπικής της συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά της στοιχεία, η Αιτήτρια δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, αναφέροντας ως τόπο καταγωγής και διαμονής της την πόλη Benin της πολιτείας Edo της Νιγηρίας (βλ. ερ. 33/χ1 δ.φ.). Επιπλέον, ανέφερε ότι είναι Χριστιανή ως προς το θρήσκευμα και ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα, καθώς και τη διάλεκτο Auchi (βλ. ερ. 33/χ2, χ3, χ4 δ.φ.).
Ως προς το εκπαιδευτικό και εργασιακό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτη τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ότι δεν εργαζόταν, καθότι τη συντηρούσε ο πατέρας της (βλ. ερ. 33 δ.φ.). Αναφορικά με το οικογενειακό της περιβάλλον, η Αιτήτρια ανέφερε ότι είναι άγαμη και άτεκνη, ότι ο πατέρας της απεβίωσε το 2021 και ότι η μητέρα της, καθώς και τα πέντε αδέλφια της, διαμένουν στην πόλη Benin, με τους οποίους διατηρεί επικοινωνία (βλ. ερ. 32/χ2-χ6 δ.φ.).
Ως προς τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής της, η Αιτήτρια, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής της, ανέφερε ότι ο θείος της επιθυμούσε να τη σκοτώσει λόγω της περιουσίας του πατέρα της (βλ. ερ. 29 δ.φ.). Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι, πριν εγκαταλείψει τη χώρα της, ο θείος της την αναζητούσε στην οικία της. Πρόσθεσε δε ότι αποτέλεσε στόχο επειδή είναι το πρωτότοκο τέκνο της οικογένειας και ότι δεν αποτάθηκε στις αρχές της χώρας καταγωγής της, διότι ο θείος της «είχε περισσότερη δύναμη» (βλ. ερ. 29/χ2, χ3 δ.φ.).
Σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων που κλήθηκε να απαντήσει αναφορικά με την περιουσία του πατέρα της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι το ακίνητο βρίσκεται στην πόλη Benin, ενώ δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον επιθυμεί η ίδια την κατοχή της περιουσίας. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο πατέρας της ήταν ιδιοκτήτης και άλλων ακινήτων, πλην όμως δεν γνώριζε κατά πόσον είχε προβεί στη σύνταξη διαθήκης. Ισχυρίστηκε, δε, ότι η μητέρα της τής ανέφερε πως το επίδικο ακίνητο ανήκει στην ίδια την Αιτήτρια (βλ. ερ. 28 δ.φ.).
Αναφορικά με τον θείο της, η Αιτήτρια ανέφερε ότι εκείνος την στοχοποίησε προσωπικά, διότι θεωρούσε πως το όνομά της περιλαμβανόταν στη διαθήκη, ενώ η μεταξύ τους διαφορά άρχισε το 2021, μετά τον θάνατο του πατέρα της. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι δέχθηκε απειλές και, κληθείσα να τις εξειδικεύσει, ανέφερε ότι ο θείος της επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τη μητέρα της και της είπε να παραμείνει μακριά από την περιουσία, διαφορετικά θα τη σκότωνε (βλ. ερ. 28/χ2 και ερ. 27/χ2 δ.φ.).
Επιπρόσθετα, ανέφερε ότι στις αρχές του έτους 2022 ο θείος της, συνοδευόμενος από άλλα πρόσωπα, μετέβη στην οικία της, με αποτέλεσμα η ίδια να διαφύγει από την πίσω πόρτα και να μεταβεί στην οικία της θείας της, όπου και παρέμεινε για μερικούς μήνες (βλ. ερ. 27 δ.φ.).
Η Αιτήτρια ισχυρίστηκε ακόμη ότι, μετά την αναχώρησή της από τη χώρα καταγωγής της, πληροφορήθηκε από τη μητέρα της πως ο θείος της απέκτησε την περιουσία, χωρίς ωστόσο να γνωρίζει με ποιον τρόπο. Επιπλέον, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει πώς εμπλέκεται προσωπικά στην εν λόγω κτηματική διαφορά ούτε ποιος είναι ο ρόλος της σε αυτήν (βλ. ερ. 26 δ.φ.).
Τέλος, ανέφερε ότι ουδέποτε συνελήφθη ή κρατήθηκε στη χώρα καταγωγής της και ότι, σε περίπτωση επιστροφής της, οι αρχές θα της επέτρεπαν την είσοδο στη χώρα (βλ. ερ. 26 δ.φ.).
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από το αφήγημα της Αιτήτριας.
Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας, ο οποίος έγινε αποδεκτός. Ειδικότερα, κρίθηκε ότι πρόκειται για υπήκοο της Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής και διαμονής την πόλη Benin της πολιτείας Edo της Νιγηρίας (βλ. ερ. 53 δ.φ.).
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την κατ’ ισχυρισμόν δίωξη της Αιτήτριας από τον θείο της, με σκοπό την κατάσχεση της περιουσίας της (βλ. ερ. 52-51 δ.φ.). Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες, υπέπεσε σε ασυνέπειες και οι δηλώσεις της στερούνταν ευλογοφάνειας.
Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι η Αιτήτρια ανέφερε πως η πρώτη φορά που δέχθηκε απειλές από τον θείο της ήταν το έτος 2021, όταν διέμενε στην περιοχή Auchi, δηλώνοντας με αοριστία ότι εκείνος επικοινώνησε με τη μητέρα της και της ζήτησε να παραμείνει μακριά από το επίδικο ακίνητο.
Περαιτέρω, αναφορικά με την ύπαρξη διαθήκης του πατέρα της, αρχικά δήλωσε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον υφίσταται τέτοια διαθήκη, ενώ ακολούθως ανέφερε ότι ο λόγος στοχοποίησής της από τον θείο της ήταν η αναφορά του ονόματός της σε αυτήν. Επιπλέον, η δήλωσή της ότι δεν γνώριζε κατά πόσον επιθυμούσε η ίδια την κατοχή του ακινήτου κρίθηκε ασαφής.
Κληθείσα να διευκρινίσει τον λόγο για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα της αφήνοντας το ακίνητο στη διάθεση του θείου της, η Αιτήτρια δήλωσε ότι δεν επρόκειτο για έλλειψη ενδιαφέροντος ως προς το ακίνητο, αλλά ότι εγκατέλειψε τη χώρα λόγω κινδύνου για τη ζωή της, απάντηση η οποία κρίθηκε αντιφατική.
Επισημάνθηκε, περαιτέρω, ότι η Αιτήτρια ουδέποτε αποτάθηκε στις αρχές της χώρας καταγωγής της αναφορικά με τις απειλές και την κατ’ ισχυρισμόν επίθεση που δέχθηκε από τον θείο της.
Ο αρμόδιος λειτουργός παρατήρησε επίσης ασάφεια, ασυνέπεια και έλλειψη ευλογοφάνειας στις δηλώσεις της αναφορικά με την ιδιοκτησία του ακινήτου, καθότι η ίδια ισχυρίστηκε ότι το ακίνητο της ανήκει επειδή είναι το πρωτότοκο τέκνο της οικογένειας, ενώ, κληθείσα να διευκρινίσει κατά πόσον αυτό ισχύει και για τους πρωτότοκους άρρενες απογόνους, απάντησε ότι και αυτοί έχουν μερίδιο στην περιουσία.
Επιπρόσθετα, ερωτηθείσα κατά πόσον ο θείος της είχε αντίστοιχες διαφορές και με τα αδέλφια της, ανέφερε, κατά τρόπο αντιφατικό, ότι οι διαφορές αφορούσαν κυρίως την ίδια.
Τέλος, κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν παρείχε επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες αναφορικά με το κατ’ ισχυρισμόν περιστατικό επίθεσης, περιοριζόμενη να αναφέρει αορίστως ότι ο θείος της επισκέφθηκε την οικία τους και ότι η ίδια διέφυγε.
Ως εκ τούτου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων της Αιτήτριας δεν τεκμηριώθηκε.
Υπό το σκέλος της εξωτερικής αξιοπιστίας, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια αποτελούσαν το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο προς υποστήριξη του αιτήματός της και ότι δεν υπήρχαν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν περαιτέρω ανάλυση μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.
Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού αναφορικά με την ταυτότητα, τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ, καθώς και τη χώρα και τον τόπο καταγωγής της Αιτήτριας, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ότι δεν υφίστανται εύλογοι ή βάσιμοι λόγοι ώστε, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και ειδικότερα στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας, να αντιμετωπίσει κίνδυνο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.
Προς τον σκοπό αυτό, οι Καθ’ ων η Αίτηση διεξήγαγαν έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής και ειδικότερα στον τόπο καταγωγής της Αιτήτριας (βλ. ερ. 45-46 δ.φ.).
Προχωρώντας στη νομική αξιολόγηση της αίτησης, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας σε έναν εκ των πέντε λόγων δίωξης που προβλέπονται περιοριστικώς στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, ότι η ίδια δεν δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα.
Επιπλέον, κρίθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία, η Αιτήτρια δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, κατά την έννοια του άρθρου 15(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ούτε να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δυνάμει του άρθρου 15(β) της ίδιας Οδηγίας.
Αναφορικά δε με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν επίσης ότι η Αιτήτρια δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια της εν λόγω διάταξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Ειδικότερα, από τις πληροφορίες που αντλήθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας, όπου αναμένεται να επιστρέψει η Αιτήτρια, διαπιστώθηκε ότι δεν επικρατούν συνθήκες διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. ερ. 42-44 δ.φ.).
Ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής της σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Αξιολογώντας, συνεπώς, τα όσα ανωτέρω αναφέρθηκαν υπό το φως των σχετικών νομοθετικών προνοιών και μελετώντας επισταμένως τόσο την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου όσο και τους ισχυρισμούς που προέβαλε ο συνήγορος της Αιτήτριας κατά την ενώπιόν μου διαδικασία, καταλήγω στα ακόλουθα:
Αρχικά, συντάσσομαι με τη θέση των Καθ’ ων η Αίτηση ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο καταγωγής της Αιτήτριας, ο οποίος ορθώς έγινε αποδεκτός.
Ακολούθως, συμφωνώ με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού των Καθ’ ων η Αίτηση αναφορικά με την αναξιοπιστία της Αιτήτριας ως προς τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό.
Ειδικότερα, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου προκύπτει ότι η Αιτήτρια, στο πλαίσιο επεξήγησης του πυρήνα του αιτήματός της, δεν παρείχε συγκεκριμένες, επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες ή λεπτομέρειες αναφορικά με το επίδικο ακίνητο, τις κατ’ ισχυρισμόν απειλές και το περιστατικό επίθεσης από τον θείο της, ούτε στοιχειοθέτησε κατά τρόπο επαρκή ότι η ίδια διατρέχει προσωπικό κίνδυνο. Ως εκ τούτου, οι σχετικοί ισχυρισμοί της δεν κρίνονται ευλογοφανείς.
Περαιτέρω, από τις απαντήσεις που έδωσε στα ερωτήματα που της υποβλήθηκαν, διαπιστώνονται ασυνέπειες, ασάφειες και γενικόλογες διατυπώσεις, στοιχεία που δημιουργούν σοβαρές αμφιβολίες ως προς τη γνησιότητα του αιτήματός της.
Ιδιαίτερη ασάφεια παρατηρείται στις δηλώσεις της αναφορικά με την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου. Συγκεκριμένα, η Αιτήτρια ανέφερε ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ο πατέρας της κατείχε νόμιμο τίτλο ιδιοκτησίας, ούτε εάν, μετά τον θάνατό του, το ακίνητο περιήλθε στην ίδια μέσω διαθήκης, γεγονός που αποδυναμώνει ουσιωδώς τον ισχυρισμό περί προσωπικής στοχοποίησής της.
Επιπλέον, οι δηλώσεις της αναφορικά με τις απειλές και το κατ’ ισχυρισμόν περιστατικό επίθεσης στην οικία της ουδόλως τεκμηριώθηκαν, περιοριζόμενη σε γενικές αναφορές περί τηλεφωνικών κλήσεων και επίσκεψης του θείου της, συνοδευόμενου από άλλα πρόσωπα, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένες λεπτομέρειες.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι η εξήγηση που δόθηκε αναφορικά με τη μη καταγγελία των εν λόγω περιστατικών στις αστυνομικές αρχές, ήτοι ότι ο θείος της «είχε περισσότερη εξουσία», στερείται επαρκούς ευλογοφάνειας.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνεται ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παραθέσει αναμενόμενες και εύλογες πληροφορίες αναφορικά με γεγονότα τα οποία ισχυρίζεται ότι βίωσε προσωπικά, ούτε να εξηγήσει κατά τρόπο ικανοποιητικό την έλλειψη προσφυγής σε κρατική προστασία. Ως εκ τούτου, η εσωτερική και εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού περί δίωξης πλήττεται καθοριστικά.
Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνω σκόπιμο να υπενθυμίσω ότι, σύμφωνα με το άρθρο 16 του περί Προσφύγων Νόμου [Ν. 6(Ι)/2000, ως έχει τροποποιηθεί], το βάρος απόδειξης φέρει καταρχάς ο αιτών διεθνή προστασία, ο οποίος οφείλει να υποστηρίξει την αίτησή του με όλα τα διαθέσιμα έγγραφα και στοιχεία που έχει στην κατοχή του, καθώς και να συνεργαστεί με τις αρμόδιες αρχές προς διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσής του. Ως έχει νομολογηθεί, ο αιτών διεθνή προστασία οφείλει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια προς θεμελίωση του αφηγήματός του και ειδικότερα να τεκμηριώσει ότι υπήρξε θύμα δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ώστε να πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας (βλ. WILLIAM CRISANTHA MAL FRANCIS KARUNARATHNA ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά., Υπόθεση Αρ. 1875/2008, ημερ. 01/03/2010).
Συναφώς, κατά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, καθοριστικής σημασίας είναι η αξιοπιστία του αιτούντος. Η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διερεύνηση του κατά πόσον οι δηλώσεις του αιτούντος και τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία που ο ίδιος προσκομίζει μπορούν να γίνουν αποδεκτά ως αξιόπιστα προς θεμελίωση των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών της αίτησής του. Η εν λόγω αξιολόγηση περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, εξέταση της συνοχής, της επάρκειας λεπτομερειών, της ευλογοφάνειας και της συμβατότητας των δηλώσεων του αιτούντος τόσο με τα λοιπά στοιχεία του φακέλου όσο και με τις διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης.
Περαιτέρω, όπως επισημαίνεται τόσο από τη νομολογία όσο και από τις κατευθυντήριες οδηγίες της Ύπατης Αρμοστείας, ένας αιτών κρίνεται αξιόπιστος όταν προβάλλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή, λογική αλληλουχία και ευλογοφάνεια και δεν αντιφάσκουν προς τα κοινώς γνωστά πραγματικά δεδομένα. Η προσέγγιση αυτή υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην υπόθεση JK and Others v. Sweden, αρ. προσφ. 59166/12, παρ. 53.
Επιπλέον, στο εγχειρίδιο της EASO με τίτλο «Δικαστική Ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του Κοινού Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασύλου» (2018), επισημαίνεται ότι απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση ως προς το κατά πόσον η αφήγηση του αιτούντος αντανακλά πραγματική προσωπική εμπειρία προσώπου που τελεί υπό τις ίδιες περιστάσεις. Στο ίδιο εγχειρίδιο αναφέρεται επίσης ότι είναι εύλογο να αναμένεται από έναν αιτούντα διεθνή προστασία να παρέχει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, ιδίως ως προς τα πλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της αίτησής του, ενώ η αδυναμία παροχής τέτοιων πληροφοριών δύναται να συνιστά έλλειψη λυσιτελών στοιχείων.
Περαιτέρω, σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ειδικότερα στην υπόθεση C-277/11, M. v. Minister for Justice, Equality and Law Reform, ημερ. 22/11/2012, η αξιολόγηση αίτησης διεθνούς προστασίας πραγματοποιείται σε δύο αυτοτελή στάδια. Το πρώτο αφορά τη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών που στοιχειοθετούν την αίτηση, ενώ το δεύτερο αφορά τη νομική αξιολόγηση των περιστατικών αυτών, προκειμένου να διαπιστωθεί κατά πόσον πληρούνται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή διεθνούς προστασίας.
Υπό το φως των πιο πάνω αρχών και εφαρμόζοντάς τες στα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι οι δηλώσεις της Αιτήτριας δεν πληρούν τα απαιτούμενα εχέγγυα αξιοπιστίας. Η αφήγησή της χαρακτηρίζεται από ασάφειες, ελλιπείς λεπτομέρειες και ουσιώδεις αντιφάσεις ως προς τον πυρήνα του αιτήματός της, ήτοι την κατ’ ισχυρισμόν στοχοποίησή της από τον θείο της λόγω περιουσιακής διαφοράς. Ειδικότερα, η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να παραθέσει συνεκτικές και επαρκείς πληροφορίες ούτε αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου ακινήτου ούτε ως προς τον τρόπο με τον οποίο η ίδια συνδέεται προσωπικά με αυτό.
Παράλληλα, οι δηλώσεις της αναφορικά με τις κατ’ ισχυρισμόν απειλές και το περιστατικό επίθεσης παρέμειναν γενικές και αόριστες, χωρίς επαρκή εξειδίκευση ουσιωδών πτυχών των γεγονότων που ισχυρίζεται ότι βίωσε προσωπικά. Περαιτέρω, η εξήγηση που έδωσε αναφορικά με τη μη προσφυγή της στις αρμόδιες αρχές της χώρας καταγωγής της δεν κρίθηκε ικανοποιητική ούτε εύλογη υπό τις περιστάσεις.
Ως εκ τούτου, και λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων του διοικητικού φακέλου, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να τεκμηριώσει, στον απαιτούμενο βαθμό, πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Συναφώς, τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν επανειλημμένα τονίσει ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας του αιτητή αποτελεί κρίσιμο και καθοριστικό παράγοντα στην εκτίμηση αιτήσεων διεθνούς προστασίας,. Όπως κρίθηκε στην υπόθεση C. E. O. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 113/2024), η αναξιόπιστα των απαντήσεων του αιτητή, ειδικά όταν αυτές είναι γενικές, αόριστες και ασαφείς και χαρακτηρίζονται από έλλειψη ευλογοφάνειας, είναι ικανή να υπονομεύσει τον πυρήνα του αιτήματός του και να δικαιολογήσει την απόρριψή του.
Στην ίδια κατεύθυνση κινείται και η απόφαση Wiranda Darshana Guiniyagoda ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 29/2023), όπου υπογραμμίστηκε ότι η αοριστία και η παντελής έλλειψη λεπτομερειών πλήττουν μοιραία τον πυρήνα της αξιοπιστίας, καθώς το αφήγημα στερείται εσωτερικής συνοχής. Περαιτέρω, στην υπόθεση B. R. N. ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 11/2024), τονίστηκε ότι για κομβικά σημεία που ανάγονται στον πυρήνα του αιτήματος, είναι ευλόγως αναμενόμενο ο αιτητής να αναφέρεται σε αυτά με πληρότητα και συνεκτικό τρόπο, δημιουργώντας μια «σαφή και βιωματική εικόνα».
Επιπλέον, στις υποθέσεις Chukwuji Festus Uzu ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 36/2022) και Ferdinand Ebele Ewelukwa ν. Δημοκρατίας (Έφεση Αρ. 18/2023), το Δικαστήριο υιοθετεί πλήρως τον δικαστικό οδηγό του EUAA (πρώην EASO), σημειώνοντας ότι «είναι γενικά εύλογο να αναμένεται ότι το αίτημα θα πρέπει να παρουσιάζεται τεκμηριωμένα και με επαρκείς λεπτομέρειες, αλλιώς η έλλειψη στις λεπτομέρειες μπορεί να συνιστά έλλειψη σχετικών στοιχείων»,.
Συνεπώς, η εσωτερική συνοχή, η πληρότητα και η βιωματική διάσταση των δηλώσεων του αιτητή αποτελούν βασικά κριτήρια αξιολόγησης, ενώ κατά πάγια νομολογία, όταν υπάρχει παντελής έλλειψη εσωτερικής συνέπειας, η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) καθίσταται περιττή.
Εν προκειμένω, η αδυναμία της Αιτήτριας να παραθέσει συνεκτική, συγκεκριμένη και βιωματική αφήγηση αναφορικά με τα κατ’ ισχυρισμόν περιστατικά δίωξης πλήττει καίρια την εσωτερική αξιοπιστία του αιτήματός της. Υπό τις περιστάσεις, η περαιτέρω διερεύνηση της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής καθίσταται περιορισμένης αποδεικτικής αξίας, καθότι οι σχετικές πληροφορίες δεν είναι δυνατόν να υποκαταστήσουν την έλλειψη αξιόπιστου προσωπικού αφηγήματος.
Σε κάθε περίπτωση, συνεκτιμάται ότι ο πυρήνας του αιτήματος της Αιτήτριας αφορά κατ’ ισχυρισμόν δίωξη προερχόμενη από μη κρατικό παράγοντα. Τέτοια μορφή δίωξης δύναται να θεμελιώσει καθεστώς διεθνούς προστασίας μόνον εφόσον αποδειχθεί ότι οι αρχές της χώρας καταγωγής είτε αδυνατούν είτε δεν επιθυμούν να παράσχουν αποτελεσματική προστασία στον αιτούντα.[1] Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν προέβαλε συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού, ούτε προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ότι αποτάθηκε στις αρμόδιες αρχές της Νιγηρίας ή ότι εξάντλησε διαθέσιμα εναλλακτικά μέτρα προστασίας (βλ. ΕΔΑΔ, A.A. v. Switzerland, αρ. προσφ. 58802/12, σκ. 36 και 59). Καθώς η προστασία από εγκληματικές πράξεις ιδιωτών αποτελεί πρωτίστως ευθύνη των εγχώριων αρχών (βλ. Bello v. Sweden, αρ. 15154/03, 14.12.2004 και R.W. and Others v. Sweden, αρ. 17865/11, 7.7.2015) και η παράλειψη της Αιτήτριας να αναζητήσει τέτοια συνδρομή ή να εξετάσει τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης κλονίζει την αντικειμενική βασιμότητα του φόβου της (βλ. Salah Sheekh v. the Netherlands, αρ. 1948/04, 11.1.2007, § 141).
Περαιτέρω, δεν προκύπτει ότι η επίδικη διαφορά ως προς την ακίνητη περιουσία συνοδευόταν από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο ή νόμιμο τίτλο κατοχής υπέρ της Αιτήτριας ή του πατέρα της. Η απουσία σχετικών εγγράφων, σε συνδυασμό με τις ασάφειες, τις αντιφάσεις και την περιορισμένη γνώση της Αιτήτριας αναφορικά με ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να σχηματίσει ασφαλή κρίση ότι η ίδια αποτελεί τον πραγματικό δικαιούχο της επίδικης γης ή ότι στοχοποιείται προσωπικά και ειδικώς εξαιτίας αυτής.
Εξάλλου, κατά πάγια αρχή του προσφυγικού δικαίου, μία ιδιωτικής φύσεως περιουσιακή διαφορά εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στο πεδίο της αστικής ή ποινικής δικαιοδοσίας της χώρας καταγωγής και δεν δύναται, αφ’ εαυτής, να θεμελιώσει δικαίωμα διεθνούς προστασίας. Τέτοια διαφορά θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας μόνον κατ’ εξαίρεση, εφόσον ο αιτών αποδείξει, με συγκεκριμένα και πειστικά στοιχεία, ότι η εν λόγω διαφορά χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για συστηματική δίωξη για λόγους που εμπίπτουν στα άρθρα 9 και 10 της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ ή ότι το κράτος της χώρας καταγωγής αρνείται, κατά τρόπο ουσιώδη και συστηματικό, να του παράσχει προστασία λόγω ιδιαίτερου χαρακτηριστικού ή ιδιότητάς του κατά την έννοια του άρθρου 6 της ίδιας Οδηγίας. (βλ. ΔΕΕ WS (C-621/21 σκ.67, 70). Περαιτέρω, κατ’ εξαίρεση, θα μπορούσε να τεθεί ζήτημα διεθνούς προστασίας εάν η απώλεια της περιουσίας οδηγούσε τον αιτούντα σε κατάσταση ακραίας υλικής στέρησης ασύμβατης με την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, σύμφωνα με τα νομολογιακώς κριθέντα (βλ. ΔΕΕ, συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-608/22, AH και C-609/22, FN, σκ. 59, Jawo (C-163/17)σκ 92 όπου το Δικαστήριο παρέπεμψε στην απόφαση του ΕΔΔΑ της 21ης Ιανουαρίου 2011, M.S.S. κατά Βελγίου και Ελλάδας (σκ, § 252 έως 263).).
Τέτοιες περιστάσεις, ωστόσο, δεν προκύπτουν από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ούτε τεκμηριώθηκαν από τις δηλώσεις της Αιτήτριας στην παρούσα υπόθεση.
Ως έχει νομολογιακώς κριθεί, η αόριστη επίκληση κινδύνου, χωρίς την παράθεση επαρκώς τεκμηριωμένων και εξατομικευμένων ισχυρισμών, δεν αρκεί για τη θεμελίωση βάσιμου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης (βλ. απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας στην υπόθεση υπ’ αριθμ. 121/20, A.S.R. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, ημερ. 31.07.2020).
Συνεπώς, υπό το φως του συνόλου των ενώπιόν μου στοιχείων, καθώς και της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου ως δικαστηρίου ουσίας, υιοθετώ τα συμπεράσματα της Υπηρεσίας Ασύλου και κρίνω ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας δεν θεμελιώθηκε κατά τρόπο επαρκή για σκοπούς αναγνώρισης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Γενικότερα, από τα όσα προέβαλε η Αιτήτρια ενώπιον τόσο της Διοίκησης όσο και του παρόντος Δικαστηρίου, δεν προκύπτει ότι η ίδια αντιμετώπισε κατά το παρελθόν ή ότι αντιμετωπίζει σήμερα κίνδυνο εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής της έννοιας του πρόσφυγα, όπως αυτή καθορίζεται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου. Αντιθέτως, ο πυρήνας του αιτήματός της αφορά ιδιωτικής φύσεως διαφορά με συγγενικό της πρόσωπο, χωρίς σύνδεση με οποιονδήποτε από τους εξαντλητικώς προβλεπόμενους λόγους δίωξης της Σύμβασης της Γενεύης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά χαρακτηριστικά της Αιτήτριας, ήτοι την ηλικία της, το μορφωτικό και εκπαιδευτικό της υπόβαθρο, καθώς και την απουσία οποιωνδήποτε ενδείξεων περί ιδιαίτερης ευαλωτότητας[2], κρίνω ότι εύλογα θα αναμενόταν από την ίδια να είναι σε θέση να παραθέσει συνεκτική και βιωματική αφήγηση αναφορικά με τα γεγονότα που ισχυρίζεται ότι βίωσε προσωπικά.
Εντούτοις, οι δηλώσεις και επεξηγήσεις της δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς της την απαιτούμενη βιωματική χροιά, ώστε να ενισχύεται η αξιοπιστία τους. Αντιθέτως, η γενικότητα των απαντήσεών της, η έλλειψη επαρκών λεπτομερειών, καθώς και οι ασάφειες και η έλλειψη ευλογοφάνειας που εντοπίζονται σε ουσιώδεις πτυχές του αφηγήματός της, όπως εύλογα προκύπτει και από το περιεχόμενο της Έκθεσης/Εισήγησης, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο φόβο δίωξης απορρέοντα από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς της.
Υπενθυμίζεται δε ότι το βάρος απόδειξης προς θεμελίωση των προϋποθέσεων παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας εναποτίθεται πρωτίστως στον ίδιο τον αιτούντα, δυνάμει του Άρθρου 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, ο οποίος οφείλει να καταβάλει ειλικρινή προσπάθεια προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του περί δίωξης στη χώρα καταγωγής του, ώστε να αποδεικνύεται, επί τη βάσει των πραγματικών περιστατικών, ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις αναγνώρισης της ιδιότητας του πρόσφυγα ή παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.
Εν προκειμένω, φρονώ ότι η Αιτήτρια απέτυχε να ανταποκριθεί στο εν λόγω αποδεικτικό βάρος (βλ. William Crisantha Mal Francis Karunarathna ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1875/08, ημερ. 01.03.2010· βλ. επίσης Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας του Ο.Η.Ε. για τους Πρόσφυγες, όπου επισημαίνεται η υποχρέωση του αιτούντος να θεμελιώνει με ειλικρίνεια το αίτημά του, καθώς και FARHAN KHALIL ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 1119/2009, ημερ. 31.01.2012).
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στην Αιτήτρια «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»,[3] όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος.[4] Εν προκειμένω, η Αιτήτρια δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή. (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας υποβλήθηκαν στην Αιτήτρια ανοικτής φύσεως ερωτήματα, τα οποία είχε τη δυνατότητα να απαντήσει, όσο και διευκρινιστικές ερωτήσεις επί των ανωτέρω ερωτημάτων. Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε επαρκείς ερωτήσεις, για να καλύψει τόσο τον πυρήνα του αιτήματος, όσο και τα επιμέρους θέματα, ακολουθώντας την ορθή διερευνητική διαδικασία. Οι ισχυρισμοί αυτοί που επικαλείται δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα έτσι όπως αυτή η έννοια ερμηνεύεται από την Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6 (Ι)/2000.
Συνεπώς, και λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω αναφερθέντα, το προσωπικό προφίλ της Αιτήτριας σε συνάρτηση με τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης της, δεν αποδεικνύεται ότι η Αιτήτρια εμπίπτει και διώκεται για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 (δίωξη λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων) και ως εκ τούτου οι ισχυρισμοί της δεν αποτελούν βάση για την αναγνώριση ενός προσώπου ως πρόσφυγα σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί Προσφύγων Νόμου.
Ούτε και επί της παρούσας δικαστικής διαδικασίας η Αιτήτρια προβάλλει τέτοιους συγκεκριμένους και ειδικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι να ανατρέπουν την κατάληξη των Καθ'ων η Αίτηση και οι οποίοι εν δυνάμει θα δικαιολογούσαν την υπαγωγή της στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Όπως έχει κριθεί στην υπόθεση John Mbi Ebot ((Έφεση Κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 141/2023)), ο Αιτητής οφείλει να εφοδιάζει το Δικαστήριο με το απαραίτητο υλικό που θα επέτρεπε τον έλεγχο της νομιμότητας και της ουσίας· ελλείψει αυτού, η επίδικη απόφαση παραμένει νομικά και πραγματικά αλώβητη. Ομοίως, στην υπόθεση Chukwuji Festus Uzu ((Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 36/2022)), τονίστηκε ότι στην απουσία περαιτέρω μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου που να εξηγεί τα κενά της συνέντευξης, η διοικητική απόρριψη κρίνεται ορθή.
Επιπρόσθετα, κρίνω ότι η Αιτήτρια δεν εμπίπτει ούτε στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, το οποίο παρέχεται σε περιπτώσεις όπου αποδεικνύεται ότι ο αιτητής, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου.
Συναφώς, σύμφωνα με το άρθρο 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου, απαιτείται η ύπαρξη ουσιωδών λόγων που να καταδεικνύουν ότι ο αιτητής διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα ιθαγένειάς του. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 19(2) του Νόμου, ως «σοβαρή βλάβη» νοείται, μεταξύ άλλων, ο κίνδυνος επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης [άρθρο 19(2)(α)], ο κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας [άρθρο 19(2)(β)], καθώς και σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου λόγω αδιάκριτης βίας σε συνθήκες ένοπλης σύρραξης [άρθρο 19(2)(γ)].
Εξετάζοντας τα πραγματικά περιστατικά της παρούσας υπόθεσης υπό το πρίσμα των ανωτέρω διατάξεων, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια, σε περίπτωση επιστροφής της στη Νιγηρία και ειδικότερα στην πολιτεία Edo, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο επιβολής θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α) του Νόμου. Ουδέν στοιχείο τέθηκε ενώπιόν μου που να καταδεικνύει ότι η ίδια καταζητείται από τις αρχές της χώρας καταγωγής της, ότι εκκρεμεί εις βάρος της οποιαδήποτε ποινική διαδικασία ή ότι αντιμετωπίζει οποιονδήποτε κίνδυνο κρατικής καταστολής τέτοιας φύσεως.
Ομοίως, δεν προκύπτει ότι η Αιτήτρια διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου και του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Οι ισχυρισμοί της περί απειλών από συγγενικό της πρόσωπο δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι, ενώ δεν τεκμηριώθηκε αδυναμία ή άρνηση των αρχών της χώρας καταγωγής της να της παράσχουν προστασία.
Περαιτέρω, λαμβάνω υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις της Αιτήτριας, ήτοι ότι πρόκειται για ενήλικη γυναίκα, με τριτοβάθμιο μορφωτικό επίπεδο, γνώση της αγγλικής γλώσσας, οικογενειακό υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της —καθότι η μητέρα και τα αδέλφια της εξακολουθούν να διαμένουν εκεί— καθώς και την απουσία οποιωνδήποτε στοιχείων που να καταδεικνύουν ιδιαίτερη ευαλωτότητα, σοβαρό πρόβλημα υγείας ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις που θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής της.
Δεν προκύπτει επίσης ότι η ενδεχόμενη επιστροφή της θα την οδηγήσει σε κατάσταση ακραίας υλικής στέρησης ή συνθηκών διαβίωσης ασύμβατων με τον πυρήνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, ώστε να ενεργοποιείται η προστασία του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Ως εκ τούτου, κρίνω ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής της Αιτήτριας ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19(2)(α) ή 19(2)(β) του περί Προσφύγων Νόμου ούτε στοιχειοθετείται παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19,ημερομηνίας 10/06/2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. απόφαση στην C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji - Staatssecretaris van Justitie, ημερομηνίας 17/12/2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία εμπλέκεται σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και Ισλαμικού Κράτους (Islamic State in West Africa Province/ISWAP). Επιπλέον, υπάρχει μια μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους (ISWAP) και της Boko Haram. Επί της ίδιας ιστοσελίδας καταγράφεται πως «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) διεξήχθησαν με αμφισβητούμενη αιτιολόγηση».[5]
Σύμφωνα με πρόσφατη Έκθεση της EUAA, που αφορά την περίοδο 1 Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, στη πολιτεία Edo, καταγράφεται πως σύμφωνα με την εφημερίδα Nigerian Observer, τον Ιούλιο του 2025, η βία από συμμορίες/λατρεία («cultism») και οι στοχευμένες απαγωγές, αποτελούν σημαντικές προκλήσεις για την ασφάλεια, ιδίως στην πόλη Benin, Ekpoma και Auchi και στις γύρω περιοχές. Η PIND ανέφερε ως τις κύριες πηγές ανασφάλειας στις αρχές του 2025, εγκληματικές δραστηριότητες, όπως ανθρωποκτονίες, απαγωγές για λύτρα και κοινοτική βία, και κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2025, επισήμανε μια μείωση στον αριθμό των αναφερόμενων θανάτων, παρά την αύξηση του αριθμού των περιστατικών ασφαλείας. Οι εγκληματικές δραστηριότητες, οι συγκρούσεις που σχετίζονται με λατρείες και οι κοινοτικές συγκρούσεις παρέμειναν οι κύριες προκλήσεις για την ασφάλεια. Η εγκληματική βία ήταν επίσης ένας «σημαντικός» παράγοντας ανασφάλειας το 2024, παράλληλα με τη βία που σχετίζεται με λατρείες/συμμορίες, ενώ όσον αφορά τις κοινοτικές συγκρούσεις, η πολιτεία Edo ήταν μία από τις τρεις πολιτείες που κατέγραψαν τον χαμηλότερο αριθμό θανάτων το 2024, σύμφωνα με το Nigeria Watch. Επιπλέον, πηγές μέσων ενημέρωσης ανέφεραν συγκρούσεις μεταξύ συμμοριών λατρείας, οι οποίες οφείλονταν κυρίως σε διαμάχες για την υπεροχή όσον αφορά τον έλεγχο της επικράτειας.[6]
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Edo της Νιγηρίας, τόπος καταγωγής της Αιτήτριας, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 06/03/2026), καταγράφηκαν 97 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 80 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[7] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Edo το 2022 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 4,777,000 κατοίκους.[8]
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, καταλήγω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι τα περιστατικά ασφαλείας στη ανωτέρω περιοχή, δεν είναι τέτοιας συχνότητας ή έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Περαιτέρω, δεν υφίστανται ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο που πιθανό να διατρέξει η Αιτήτρια ειδικά σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω (βλ. και ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland).
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιόν μου και αφού εξέτασα τόσο τη νομιμότητα όσο και την ουσία της παρούσας προσφυγής, καταλήγω ότι το αίτημα της Αιτήτριας εξετάστηκε επιμελώς και δεόντως σε κάθε στάδιο της διοικητικής διαδικασίας και ότι εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή της για διεθνή προστασία.
Ορθώς η Διοίκηση κατέληξε ότι τα πραγματικά περιστατικά της υπό εξέταση υπόθεσης δεν στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για αναγνώριση της Αιτήτριας ως πρόσφυγα, σύμφωνα με τα άρθρα 3 έως 3Δ του περί Προσφύγων Νόμου, καθότι δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης για λόγους φυλής, θρησκείας, ιθαγένειας, ιδιότητας μέλους ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή πολιτικών πεποιθήσεων.
Περαιτέρω, ορθώς κρίθηκε ότι η Αιτήτρια δεν εμπίπτει ούτε στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 19 του περί Προσφύγων Νόμου, αφού δεν αποδείχθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, διατρέχει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη κατά την έννοια του άρθρου 19(2) του Νόμου.
Ως έχει παγίως νομολογηθεί, η έρευνα της Διοίκησης θεωρείται επαρκής όταν εκτείνεται στη διερεύνηση όλων των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που σχετίζονται με το εξεταζόμενο ζήτημα, ώστε να καθίσταται δυνατός ο σχηματισμός ασφαλούς συμπεράσματος (βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά., Α.Ε. 1518, ημερ. 01.11.1996· Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575, ημερ. 14.07.1997· Motorways Ltd ν. Δημοκρατίας, Α.Ε. 2371, ημερ. 25.06.1999).
Από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι η Υπηρεσία Ασύλου προέβη στη δέουσα διερεύνηση όλων των ζητημάτων που τέθηκαν από την Αιτήτρια ενώπιόν της και συνεκτίμησε το σύνολο των στοιχείων και ισχυρισμών της προτού καταλήξει στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, κρίνω ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη. Η αιτιολογία της προκύπτει τόσο από το ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης όσο και συμπληρωματικώς από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου και ιδίως από την αίτηση της Αιτήτριας για διεθνή προστασία, το πρακτικό της προσωπικής της συνέντευξης και την Έκθεση/Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού (βλ. Παναγιωτίδης ν. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 Α.Α.Δ. 342· Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ ν. Υπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 Α.Α.Δ. 427).
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, στα πλαίσια των εξουσιών του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, με την Κ.Δ.Π. 145/2025 καθόρισε τη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή, η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον της Αιτήτριας.
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Άρθρο 6 οδηγία 2011/95/ΕΕ
[2] Βλ ΔΕΕ Βλ. C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57.
[3] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[4] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.
[5] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 23.03.2026]
[6] EUAA - European Union Agency for Asylum: Nigeria - Security situation, November 2025, p. 151, https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 23.03.2026]
[7] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Edo, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 06.03.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 23.03.2026]
[8] City Population - Nigeria – Edo https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 23.03.2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο