R.S.B.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3189/24, 14/5/2026
print
Τίτλος:
R.S.B.K. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών, Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθ. Αρ.: 3189/24, 14/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υπόθ. Αρ.: 3189/24

14 Μαΐου, 2026

[Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΔΔΔΔΠ.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

Μεταξύ

R.S.B.K.  

Αιτήτρια

-και-

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπουργείου Εσωτερικών,

Υπηρεσίας Ασύλου

Καθ' ων η Αίτηση

 

Ορ. Ηλιάδης (κος) για Χ. Λαζάρου Αρτέμη (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Ρ. Χαραλάμπους (κα) για Αν. Φιλίππου (κος), Δικηγόρος για τους Καθ' ων η Αίτηση

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π:  Με την παρούσα προσφυγή η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση, ημερομηνίας 21/06/2024, με την οποίαν απορρίφθηκε το αίτημα της για διεθνή προστασία ως άκυρη, αντισυνταγματική, παράνομη και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.  Περαιτέρω, αιτείται  την έκδοση νέας απόφασης του Δικαστηρίου επί της ουσίας του αιτήματος της.

 

Τα ουσιώδη γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως έχουν τεθεί στην Ένσταση των Καθ' ων η Αίτηση, έχουν ως ακολούθως:

 

Η Αιτήτρια είναι υπήκοος Λιβερίας και εισήλθε παράνομα στην Κυπριακή Δημοκρατία.  Στις 25/11/2022, υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Στις 20/06/2024, πραγματοποιήθηκε συνέντευξη της Αιτήτριας ενώπιον αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου προς εξέταση του αιτήματός της για διεθνή προστασία.  Μετά τη συνέντευξη, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση ημερ. 21/06/2024 προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου.  Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών ως ο Νόμος ορίζει,  λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου, ενέκρινε για λογαριασμό του Προϊσταμένου την ανωτέρω εισήγηση στις 21/06/2024 και απέρριψε την αίτηση για διεθνή προστασία.

 

Στις 23/07/2024, ετοιμάστηκε επιστολή ενημέρωσης της Αιτήτριας για την απόφαση του Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία της επιδόθηκε δια χειρός αυθημερόν.

 

Στις 19/08/2024,  καταχωρήθηκε η υπό κρίση προσφυγή στο Δικαστήριο.

 

Η συνήγορος της Αιτήτριας με τη γραπτή της αγόρευση θέτει σε σχέση την προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνιστά προϊόν πλάνης περί τα πράγματα, αφού εμφιλοχώρησε πλάνη στη διαδικασία λήψης της, ότι λήφθηκε χωρίς τη διεξαγωγή δέουσας έρευνας αφ’ ης στιγμής οι Καθ’ ων η Αίτηση παρέλειψαν να σχηματίσουν ισχυρισμό για το φόβο για τη ζωή του ανήλικου τέκνου της Αιτήτριας στην περίπτωση της εκεί επιστροφής της και περαιτέρω ότι η περίπτωση της εμπίπτει στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου και άρα, θα έπρεπε να της αναγνωριστεί το προσφυγικό καθεστώς.  Επιπρόσθετα, ότι η απόφαση στερείται αιτιολογίας με δεδομένο το ότι δεν εξειδικεύθηκαν οι λόγοι απόρριψης της αίτησης της Αιτήτριας και ο τρόπος κατάληξης στο συμπέρασμα ότι δεν πληρούσε τις προϋποθέσεις της εκχώρησης διεθνούς προστασίας.  Τέλος, η απόφαση πάσχει λόγω αναρμοδιότητας του ατόμου που διεξήγαγε τη συνέντευξη και συνέταξε την έκθεση/ εισήγηση, αφ’ ης στιγμής δεν προκύπτει κατά πόσο ο εν λόγω λειτουργός βρισκόταν σε καθεστώς εργοδότησης ορισμένου χρόνου.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ' ων η Αίτηση αντικρούοντας τους ισχυρισμούς, μέσω της γραπτής αγόρευσής του, υποβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, κατόπιν δέουσας έρευνας και σωστής ενάσκησης των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ' ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, είναι δε επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος της απόδειξης που της αναλογεί.  Ως εκ τούτου, εισηγείται όπως απορριφθεί η παρούσα προσφυγή και επικυρωθεί η απόφαση. 

 

Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της παρούσας υπόθεσης στις 18/11/2025, ο συνήγορος της Αιτήτριας δήλωσε ότι θα προωθήσει μόνο το λόγο ακύρωσης που αφορά την έλλειψη δέουσας έρευνας.

 

Δεδομένου του περιορισμού της υπό εξέταση προσφυγής στην έλλειψη δέουσας και λαμβάνοντας υπόψιν ότι σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν. 73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας και όχι μόνο ως ακυρωτικό Δικαστήριο, προχωρώ στην εξέταση της επίδικης απόφασης σε συνάρτηση με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως προκύπτουν από τον διοικητικό φάκελο της υπόθεσης.

 

Περί τούτου, κρίνω σκόπιμη την παράθεση αρχικά των ισχυρισμών της Αιτήτριας, ως αυτοί προβλήθηκαν καθ' όλη τη διαδικασία εξέτασης του αιτήματός της και οι οποίοι συμπεριλαμβάνονται στο περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου. 

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησης διεθνούς προστασίας η Αιτήτρια κλήθηκε να καταγράψει τους λόγους για τους οποίους εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής της και τους λόγους για τους οποίους δεν επιθυμεί να επιστρέψει σε αυτήν. Συγκεκριμένα, ισχυρίστηκε (σε ελεύθερη μετάφραση):« Μεγάλωσα μόνο με τον πατέρα μου.  Όταν τελείωσα το σχολείο, ο πατέρας μου, μου ζήτησε να παντρευτώ έναν άντρα, μουσουλμάνο στο θρήσκευμα, ο οποίος επρόκειτο για το πρόσωπο που χρηματοδότησε την εκπαίδευσή μου.  Αρνήθηκα λόγω της ηλικιακής μας διαφοράς και της χριστιανικής μου πίστης.  Ακολούθως, ο πατέρας μου, άρχισε να με χτυπά για να με αναγκάσει να τον παντρευτώ και ως εκ τούτου, έφυγα από τη χώρα» (ερυθρό 1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά το στάδιο διεξαγωγής της προσωπικής της συνέντευξης, ως προς τα προσωπικά της στοιχεία, ανέφερε ότι είναι υπήκοος της Λιβερίας, γεννηθείσα και μεγαλωμένη στην πόλη Monrovia, η οποία αποτελεί και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της στη χώρα. (ερυθρά 43 x10-x11 και 42 x3 του διοικητικού φακέλου).  Είναι χριστιανή στο θρήσκευμα και εκεί βιοποριζόταν με το να βοηθά τον πατέρα της στην επιχείρηση που διατηρούσε όπου πωλούσε διάφορα αντικείμενα.  (ερυθρά 43 x1, x6-x7 του διοικητικού φακέλου).  Για το οικογενειακό της υπόβαθρο, δήλωσε ότι ουδέποτε γνώρισε τη μητέρα της και ότι ο πατέρας και τα πέντε αδέλφια της διαμένουν στο ίδιο σπίτι στη Monrovia.  Πλέον, έχει έναν ανήλικο γιο ο οποίος ζει μαζί με την πνευματική της μητέρα στη Monrovia. (ερυθρά 45 x1,x6 και 44 x5,x11 του διοικητικού φακέλου).

 

Ως προς τους λόγους που την ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα της, κατά την ελεύθερη αφήγησή της, ανέφερε ότι έφυγε από τη Λιβερία επειδή ο πατέρας της προσπαθούσε να την αναγκάσει να παντρευτεί κάποιον που δεν ήθελε  (ερυθρό 41x1 του διοικητικού φακέλου).

 

Κατά το στάδιο υποβολής διευκρινιστικών ερωτήσεων, σε ερωτήσεις για τις από πλευράς του πατέρα της απειλές, απάντησε ότι αφού ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση και συγκεκριμένα το 2011, ο πατέρας της, της είπε ότι έπρεπε να παντρευτεί ένα φίλο του και αυτό λόγω του ότι πλήρωσε τα έξοδα του σχολείου της.  Κληθείσα να περιγράψει το άτομο αυτό, ανέφερε ότι ήταν ψηλός.  Στήριξε τη συμπεριφορά της σε σχέση με την άρνησή της να τον παντρευτεί στις διαφορετικές τους θρησκευτικές πεποιθήσεις και πρόσθεσε ότι τα αδέλφια της, τη στήριζαν στο εν λόγω θέμα  (ερυθρά 41 x5,9x-11x και 40 x2, 3x-4x του διοικητικού φακέλου).  Περαιτέρω, το 2011 διέμενε με τον πατέρα της και εργαζόταν στην επιχείρησή του και αργότερα ζούσε με το παιδί και την πνευματική της μητέρα.  Οι απειλές άρχισαν το 2011, πλην όμως εγκατέλειψε τη χώρα μετά από 10 χρόνια επειδή έμεινε έγκυος και συμβίωνε με τον πατέρα του παιδιού της.  Πλέον, δεν μιλούσε με τον πατέρα της και δεν γνώριζε αν άλλαξε γνώμη για τον εξαναγκαστικό γάμο.  Ζητηθείσα να αναφέρει τι της έλεγαν τα αδέλφια της δεδομένου του ότι επικοινωνούσε μαζί τους, απάντησε ότι δεν διατηρούν επαφές (ερυθρά 40 x10,x12,x15 και 39 x1 του διοικητικού φακέλου).   Δήλωσε ότι δεν μετακόμισε σε ασφαλή περιοχή με το παιδί της καθώς ο πατέρας της ήταν παραδοσιακός και μπορούσε να τη βρει μέσω πνευμάτων (ερυθρό 39 x6-x7 του διοικητικού φακέλου).

 

Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ουδέποτε συνελήφθη ή τέθηκε υπό κράτηση στη χώρα της και ότι σε περίπτωση τυχόν επιστροφής της, θα είχε μια διαφορετική ζωή λόγω του πατέρα της (ερυθρό 38 του διοικητικού φακέλου). 

 

Ο αρμόδιος λειτουργός στην Έκθεση-Εισήγησή της, εντόπισε δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς στη βάση των δηλώσεων της Αιτήτριας, ως ακολούθως:

(1)    Ταυτότητα, χώρα καταγωγής και προσωπικά στοιχεία/προφίλ της Αιτήτριας.

(2)    Ο πατέρας της την απειλούσε να τελέσει εξαναγκαστικό γάμο.

 

Ως προς τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό της Αιτήτριας, αναφορικά με την ταυτότητα, τη χώρα καταγωγής και τα προσωπικά στοιχεία/προφίλ της, o αρμόδιος λειτουργός τον έκανε αποδεκτό ως αξιόπιστο, λαμβάνοντας υπόψη την εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών της, καθώς και το προσκομισθέν διαβατήριο και τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής της, ως προς την εξωτερική του αξιοπιστία.

 

Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός της Αιτήτριας αναφορικά με τις από πλευράς του πατέρα της απειλές για εξαναγκαστικό γάμο, έτυχε απόρριψης λόγω μη στοιχειοθέτησης της εσωτερικής αξιοπιστίας των δηλώσεών της.     Ο αρμόδιος λειτουργός των Καθ΄ ων η Αίτηση διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί της διέπονταν από γενικότητα, αοριστία, αντιφατικότητα και στερούνταν συνοχής και ευλογοφάνειας.  Ειδικότερα, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει επαρκή στοιχεία για τις κατ’ ισχυρισμόν απειλές, σχολιάζοντας μόνο ότι ο πατέρας της, της έλεγε να παντρευτεί κάποιον που κατέβαλε τα έξοδα του σχολείου της και ότι το άτομο αυτό, είχε χρήματα και θα έφερνε οικονομική ευημερία στην οικογένεια.  Δεν ανέφερε ουσιώδεις πληροφορίες γι’ αυτές τις απειλές, αφού δεν μίλησε για το είδος και τη συχνότητα τους και περαιτέρω δεν τις τοποθέτησε χρονικά ούτε αναφέρθηκε σε συγκεκριμένα περιστατικά για να στηρίξει τους ισχυρισμούς της.  Περαιτέρω, στερούνταν λογικής οι δηλώσεις της ότι δεν γνώριζε αν εξακολουθούσε να δέχεται απειλές από τον πατέρα της και ότι δεν ήξερε αν άλλαξε γνώμη ή όχι για το γάμο, αφ’ ης στιγμής οι συγκεκριμένες απειλές/ πιέσεις ήταν και αυτές που την οδήγησαν στο να εγκαταλείψει τη χώρα.  Πλέον, δεν μπόρεσε να περιγράψει εμφανισιακά το εν λόγω άτομο, καθώς αναφέρθηκε μόνο στο ύψος του.  Ακόμη, ερωτηθείσα για τα συναισθήματα και τις σκέψεις της την περίοδο που δεχόταν τις απειλές, απάντησε μόνο ότι δεν ήθελε να παντρευτεί.  Τέλος, υπέπεσε σε αντίφαση αφού ενώ αρχικά ανέφερε ότι είχε επικοινωνία με την οικογένειά της, στην πορεία δήλωσε ότι δεν διατηρούσαν επαφές.

 

Περαιτέρω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέγραψε ότι οι αναφορές της ότι εγκατέλειψε τη χώρα 10 χρόνια αφότου άρχισαν οι απειλές, διέπονταν από έλλειψη συνοχής και συνέπειας με δεδομένο το ότι αν όντως δεχόταν απειλές και φοβόταν για τη ζωή της, θα προσπαθούσε άμεσα να βρει τρόπο διαφυγής και αντιμετώπισής τους.  Επιπλέον, αφού αντιμετώπιζε τέτοιες απειλές, θα έπρεπε να αποταθεί σε άτομα για βοήθεια, πράγμα που επίσης δεν έπραξε. 

 

Αξιολογώντας την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι τα όσα ανέφερε η Αιτήτρια στη συνέντευξή της αποτελούσαν το μοναδικό τεκμήριο προς υποστήριξη του αιτήματός της. Λαμβάνοντας υπόψη τις αντιφάσεις, την έλλειψη ευλογοφάνειας, συνοχής και την έλλειψη επαρκών πληροφοριών στο αφήγημά της, ο ισχυρισμός δεν έτυχε αποδοχής.

 

Προχωρώντας στη συνέχεια σε αξιολόγηση κινδύνου βάσει του μόνου ουσιώδους γεγονότος το οποίο έγινε αποδεκτό, ήτοι της ταυτότητας, της χώρας καταγωγής και των προσωπικών στοιχείων/προφίλ της Αιτήτριας και λαμβάνοντας υπόψη σχετικές πληροφορίες σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της και στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της (ήτοι πρωτεύουσα Monrovia), κρίθηκε πως δεν προέκυπτε εύλογη πιθανότητα η Αιτήτρια να αντιμετώπιζε κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της.

 

Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αξιολόγηση του νομοθετικού πλαισίου για το προσφυγικό καθεστώς, καθώς επίσης και αυτό της συμπληρωματικής προστασίας, σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας, προκειμένου να εξακριβωθεί εάν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της Αιτήτριας σε οιοδήποτε καθεστώς διεθνούς προστασίας.  Ως αναφέρεται στην Έκθεση-Εισήγηση, βάσει των ισχυρισμών της Αιτήτριας, δεν προέκυψε βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης στο πλαίσιο του άρθρου 1Α(2) της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων και του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και ως εκ τούτου η Αιτήτρια δεν δικαιούτο το καθεστώς του πρόσφυγα.  

 

Επιπλέον, κρίθηκε ότι δεν προέκυψε πραγματικός κίνδυνος θανατικής ποινής ή εκτέλεσης σύμφωνα με το άρθρο 19 (2) (α) του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε μπορούσε να θεωρηθεί ως πραγματικός κίνδυνος βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας δυνάμει του άρθρου 19 (2) (β) του περί Προσφύγων Νόμου.  Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, σε περίπτωση επιστροφής της Αιτήτριας στη Λιβερία και συγκεκριμένα στην πρωτεύουσα Monrovia, η Αιτήτρια δεν θα αντιμετώπιζε πραγματικό κίνδυνο να υφίστατο σοβαρή βλάβη, υπό την έννοια της σοβαρής και προσωπικής απειλής κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας ως αμάχου λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης.  Ως εκ τούτου, δεν μπορούσε να παραχωρηθεί στην Αιτήτρια ούτε το καθεστώς της συμπληρωματικής προστασίας.

 

Αξιολογώντας το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και την Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού των Καθ΄ ων η Αίτηση, κρίνω ότι έγιναν στην Αιτήτρια επαρκείς ερωτήσεις για να διερευνηθεί ο πυρήνας του αιτήματός της για διεθνή προστασία και ορθά κρίθηκε επί της ουσίας ότι οι ισχυρισμοί της Αιτήτριας ήταν ανεπαρκείς και μη ικανοποιητικοί και ως εκ τούτου αναξιόπιστοι.  Για τις κατ΄ισχυρισμόν απειλές, παρατηρώ ότι, παρέλειψε να παραθέσει ουσιώδη στοιχεία για να στηρίξει τους ισχυρισμούς της, περιοριζόμενη στο να δηλώνει συνεχώς ότι ο πατέρας της, απαιτούσε από εκείνην όπως παντρευτεί κάποιον ο οποίος πλήρωσε τα έξοδα του σχολείου της.  Για τα συναισθήματα και τις σκέψεις της την περίοδο των απειλών, δήλωσε μόνο ότι δεν ήθελε να παντρευτεί.  Ως οι αναφορές της, γνωστοποίησε στον πατέρα της την άρνησή της να παντρευτεί το άτομο που επέλεξε γι’ αυτήν χωρίς ωστόσο να έχει υποστεί το οτιδήποτε και το σημαντικότερο, παρά τις απειλές που δεχόταν για να προβεί σε γάμο,             οι οποίες άρχισαν το 2011, έφυγε από τη χώρα το 2021, ήτοι 10 χρόνια μετά την έναρξη τους.

 

Στο σημείο αυτό, οφείλω να σημειώσω ότι η κρίση περί αναξιοπιστίας των ισχυρισμών της Αιτήτριας ενισχύεται και από το γεγονός ότι έχω εντοπίσει και επιπρόσθετες μη ευλογοφανείς αναφορές της, ως ακολούθως:  Η Αιτήτρια ανέφερε ότι ο πατέρας της ξεκίνησε τις απειλές το 2011 και ότι τότε διέμενε μαζί του και εργαζόταν στην επιχείρησή του και αργότερα ζούσε με το παιδί και την πνευματική της μητέρα.  Δεν έχει λογική να δεχόταν μεν τέτοιου είδους συμπεριφορά από τον πατέρα της, πλην όμως να εξακολουθούσε να μένει μαζί του.  Περαιτέρω, ερωτηθείσα για το λόγο που επέλεξε να φύγει από τη χώρα 10 χρόνια μετά την έναρξη των απειλών, απάντησε ότι έμεινε έγκυος και συμβίωνε με τον πατέρα του παιδιού της.  Στερείται λογικής να προσπαθούσε ο  πατέρας της να την εξαναγκάσει σε γάμο όταν η ίδια συμβίωνε με άλλον άντρα και μάλιστα κυοφορούσε και γέννησε το παιδί του. 

 

Ακολούθως, το Δικαστήριο προέβη σε σχετική έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ως προς το ζήτημα των εξαναγκαστικών γάμων, και πιο κάτω παραθέτω τα ευρήματα που έχουν εντοπιστεί:

 

Σε έκθεση του 2024, η Ευρωπαϊκή Ένωση ανέφερε ότι τα δικαιώματα των γυναικών εξακολουθούν να αποτελούν σημαντική πρόκληση στη Λιβερία[1]. Σύμφωνα με την εν λόγω πηγή, μεταξύ άλλων, τα φαινόμενα των παιδικών γάμων, εξακολουθούν να εμφανίζονται με μεγάλη συχνότητα[2].

 

Σύμφωνα με Έκθεση του USDOS για τη Λιβερία που δημοσιεύθηκε το 2024 και αφορά το έτος 2023, «οι νόμοι σχετικά με την ελάχιστη ηλικία γάμου ήταν ασυνεπείς, ορίζοντας την ελάχιστη ηλικία γάμου για όλα τα άτομα είτε στα 18 έτη, αλλά επιτρέποντας επίσης στα κορίτσια να παντρεύονται στην ηλικία των 16 ετών. Οι χαμηλότερες μέσες ηλικίες γάμου σημειώνονταν σε αγροτικές περιοχές και η μέση ηλικία πρώτου γάμου γενικά αυξανόταν με την αύξηση του πλούτου μεταξύ των γυναικών ηλικίας 25 έως 40 ετών.» (ελεύθερη μετάφραση).[3]

 

Πληροφορίες από έτερη εξωτερική πηγή πληροφόρησης, επιβεβαιώνουν την πρακτική των πρόωρων και εξαναγκαστικών γάμων ανήλικων κοριτσιών στη Λιβερία[4]. Σημειώνεται ότι, οι πληροφορίες που ανευρέθησαν σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ως προς το ζήτημα των εξαναγκαστικών γάμων, αφορούσε την εν λόγω πρακτική, σε σχέση με ανήλικα κορίτσια.

 

Υπό το φως των ανωτέρω πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός της ενηλικίωσης της Αιτήτριας (τόσο εντός του χρονικού διαστήματος που δεχόταν απειλές από τον πατέρα της, όσο και σήμερα), καθώς επίσης και  το γεγονός ότι όπως εκτενώς αναλύεται ανωτέρω, δεν έχει στοιχειοθετηθεί η εσωτερική αξιοπιστία των σχετικών ισχυρισμών της που συνδέονται με τον πυρήνα του αιτήματός της, ο ισχυρισμός της περί εξαναγκασμού της σε γάμο, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.

 

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι έγινε δέουσα έρευνα πριν τη λήψη της επίδικης απόφασης, η αιτιολόγηση της οποίας συμπληρώνεται από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου ως ανωτέρω αναλύεται (βλ. άρθρο 29 του Ν. 158(Ι)/1999, Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου κ.α. ν. Δημοκρατίας (1990) 3 Α.Α.Δ. 1171 και Διογένους ν. Δημοκρατίας (1999) 4 Α.Α.Δ. 371 και Στέφανος Φράγκου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1998) 3 Α.Α.Δ. 270). Είναι δε πάγια νομολογημένο ότι η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται (βλ. Motorways Ltd v. Δημοκρατίας Α.Ε. 2371/25.6.99).   Εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός, μετά από μελέτη της Έκθεσης-Εισήγησης, ενέκρινε την εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού και ορθά και νόμιμα απορρίφθηκε το αίτημα της Αιτήτριας.  Η έρευνα που είχε προηγηθεί ήταν επαρκής και είχαν συλλεγεί και διερευνηθεί όλα τα ουσιώδη στοιχεία σε συνάρτηση πάντα με τους ισχυρισμούς που είχε προβάλει η Αιτήτρια, όπως αναλύεται ανωτέρω. Ως εκ τούτου, απορρίπτεται ο λόγος ακύρωσης που έχει προβληθεί από το συνήγορο της Αιτήτριας περί έλλειψης δέουσας έρευνας.

 

Πέραν των ανωτέρω, κατά τη διάρκεια της εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης, η Αιτήτρια ουδέν στοιχείο έχει προσκομίσει στο Δικαστήριο ώστε να ανατρέψει το εύρημα αναξιοπιστίας των Καθ' ων η Αίτηση επί του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού της, ούτε έχει αναφέρει οποιονδήποτε λόγο που να καταδεικνύει ότι έχει γνήσιο αίτημα διεθνούς προστασίας ή ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε παράνομα και/ή λανθασμένα. Τονίζω δε ότι το βάρος απόδειξης του αιτήματός του βαραίνει αρχικά την ίδια την Αιτήτρια (Άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου).

 

Κατά συνέπεια, στην προκειμένη περίπτωση, κρίνω ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο της Αιτήτριας εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που δικαιολογούν την θεμελίωση δικαιολογημένου φόβου δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου.  Επίσης, με βάση το προσωπικό της προφίλ υπό το φως των ισχυρισμών που η ίδια προώθησε και σε σχέση με το άρθρο 19(1) και 19(2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου, δεν θεωρώ ότι σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, υπό την μορφή θανατικής ποινής ή εκτέλεσης, ή βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας. 

 

Αναφορικά με την υπαγωγή της Αιτήτριας σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου  19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, το οποίο προϋποθέτει ουσιώδεις λόγους να πιστεύεται ότι η Αιτήτρια θα υποστεί σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής της ακεραιότητας, λόγω αδιακρίτως ασκούμενης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της, υπάρχει ευρεία νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κύπρου (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619) όσο και του ΔΕΕ (βλ. C-285/12, A. Diakité vCommissaire general aux réfugiés et aux apatrides, 30/01/2014, C-465/07, Meki Elgafaji and Noor Elgafaji v. Staatssecretaris van Justitie, 17/02/2009), καθώς επίσης και του ΕΔΔΑ (βλ. K.A.B. v. Sweden, 886/11, 05/09/2013 (final 17/02/2014), Sufi and Elmi v. the United Kingdom, 8319/07 and 11449/07, 28/11/2011) στις οποίες ερμηνεύεται η έννοια της «αδιακρίτως ασκούμενης βίας» και της «ένοπλης σύρραξης» και τίθενται κριτήρια ως προς τη σοβαρότητα του κινδύνου που προϋποτίθεται για την αξιολόγηση των περιπτώσεων στις οποίες εξετάζεται η πιθανότητα παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, το οποίο αντιστοιχεί στο άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου. 

 

Για την εξέταση του άρθρου 19(2)(γ) του Περί Προσφύγων Νόμου, δέον να εξεταστεί εκ νέου η κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής της Αιτήτριας  και στον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής της, ήτοι την πόλη Monrovia που βρίσκεται στην Κομητεία Montserrado.

 

Σύμφωνα με πληροφορίες από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης, παρατηρείται γενικά πολιτική σταθερότητα στη χώρα[5], πλην όμως συχνά λαμβάνουν χώρα διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες οι οποίες μερικές φορές έτυχε να οδηγήσουν σε βία ή σε χρήση δακρυγόνων από τις αρχές[6]. Στην ετήσια έκθεση του USDOS για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Λιβερία αναφορικά με το έτος 2023, αναφέρεται ότι διεξήχθησαν διαδηλώσεις καθ' όλη τη διάρκεια του έτους από διάφορες ομάδες, ακόμη και έξω από το νομοθετικό σώμα και το Υπουργείο Εξωτερικών[7].

Τα επίπεδα εγκληματικότητας στη Λιβερία παραμένουν σε κρίσιμο επίπεδο σε ολόκληρη τη χώρα, λόγω της αυξανόμενης δημόσιας δυσαρέσκειας με την παραπαίουσα οικονομία και το δυσλειτουργικό δικαστικό σύστημα της χώρας.[8] Οι αναφορές για εισβολές σε κατοικίες είναι συχνές, όπως και οι βίαιες ληστείες σε αστικές περιοχές και δημόσιες παραλίες[9]. Η τοπική αστυνομία δεν διαθέτει τους πόρους για να ανταποκριθεί αποτελεσματικά σε σοβαρά εγκλήματα και το δικαστικό σώμα σπάνια διασφαλίζει καταδίκες για εγκληματικές δραστηριότητες[10].

 

Σύμφωνα με πληροφορίες που εντοπίζονται στην ιστοσελίδα της Κυβέρνησης του Ηνωμένου Βασιλείου, η κυριότερη μορφή εγκλήματος στη Λιβερία είναι οι κλοπές, αλλά υπάρχουν και οργανωμένες εγκληματικές συμμορίες. Οι κλέφτες είναι συχνά οπλισμένοι με μαχαίρια ή ματσέτες και περιστασιακά φέρουν πυροβόλα όπλα[11]. Στην ετήσια έκθεση του USDOS για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη Λιβερία αναφορικά με το έτος 2023 εντοπίζεται κιόλας αναφορά ότι η βία του όχλου («mob violence») που αποδίδεται εν μέρει στην έλλειψη εμπιστοσύνης του κοινού στην αστυνομία και το δικαστικό σύστημα, ήταν σύνηθες  και συχνά οδηγούσε σε θανάτους και τραυματισμούς[12].

 

Σημειώνεται συναφώς ως προς την κατάσταση ασφαλείας στην κομητεία Montserrado, όπου υπάγεται και η πρωτεύουσα Monrovia, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης τις 02/01/2026), καταγράφηκαν 10 περιστατικά πολιτικής βίας (“political violence”, που περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/ απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 4 θάνατοι.  Στην πόλη Monrovia, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, σημειώθηκε 1 περιστατικό πολιτικής βίας, με καμία ανθρώπινη απώλεια[13].  Σημειωτέον δε ότι ο πληθυσμός της Monrovia εκτιμάται ότι ανέρχεται το 2025 στους 1,794,650 κατοίκους[14].

 

Κατά συνέπεια, η Κομητεία Montserrado στην οποία βρίσκεται η πρωτεύουσα Monrovia, την οποία το Δικαστήριο θεωρεί ως τον τελευταίο τόπο προηγούμενης συνήθους διαμονής της Αιτήτριας, βάσει των αποδεκτών ισχυρισμών της, δεν φαίνεται να πλήττεται σε τέτοιο βαθμό από συγκρούσεις και περιστατικά βίας, τα οποία να ανάγονται σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να θεωρείται ότι πληρείται το όριο του άρθρου 15(γ) της Οδηγίας, ως αυτό ερμηνεύθηκε από τη νομολογία του ΔΕΕ[15]. Λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες περιστάσεις της Αιτήτριας, θεωρώ ότι δεν εγείρονται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι αυτή θα διατρέξει κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής της στη χώρα καταγωγής της και συγκεκριμένα στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής της.

 

Επομένως, στη βάση των όσων αναλύθηκαν ανωτέρω, κρίνω πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να αποδείξει ότι πάσχει η ορθότητα και νομιμότητα της επίδικης απόφασης και ότι στο πρόσωπό της πληρούνται οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στο καθεστώς του πρόσφυγα ή της παραχώρησης συμπληρωματικής προστασίας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Προσφύγων Νόμου (Ν. 6(Ι)/2000) και της Σύμβασης της Γενεύης του 1951.  

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Επιδικάζονται €800 έξοδα εναντίον της Αιτήτριας και υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση.  Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.

 

 

Μ. ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.

 

 

 

 

 

 



[1] EEAS, EU Annual Report on Human Rights and Democracy - 2024 Human Rights and Democracy in the World (country reports) (2024) σελ. 109 διαθέσιμο σε https://www.eeas.europa.eu/eeas/eu-annual-reports-human-rights-and-democracy_en (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026)

[2] Ibid

[3] USDOS - US Department of State: Liberia 2024 Human Rights Report, σελ15-16 διαθέσιμο σε https://www.state.gov/reports/2024-country-reports-on-human-rights-practices/liberia/  (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026).

[4] Independent National Commission on Human Rights of Liberia (INHCR), Report on early and forced marriage in Liberia διαθέσιμο σε https://view.officeapps.live.com/op/view.aspx?src=https%3A%2F%2Fwww.ohchr.org%2Fsites%2Fdefault%2Ffiles%2FDocuments%2FIssues%2FWomen%2FWRGS%2FHumanitarianSettings%2FLiberia_NHRI.docx&wdOrigin=BROWSELINK (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026).

[5] Gov.uk, 'Foreign travel advice: Liberia' διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/liberia/safety-and-security (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026)

[6] U.S. Department of State - Travel.State.Gov, 'Liberia Travel Advisory' (31 July 2023) διαθέσιμο σε https://travel.state.gov/content/travel/en/traveladvisories/traveladvisories/liberia-travel-advisory.html;  U.S. Department of State - Overseas Security Advisory Council (OSAC), 'OSAC Country Security Report Liberia' (14 November 2024) σελ.  3 & 5 διαθέσιμο σε https://www.osac.gov/Content/Report/be9dbdaf-a9aa-4750-9ac6-1cbb83e215f0  (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026)

[7] USDOS - U.S. Department of State, 'Liberia 2023 Human Rights Report' (23 April 2024) σελ. 12 διαθέσιμο σε
https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/liberia/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026)

[8] U.S. Department of State - Overseas Security Advisory Council (OSAC), 'OSAC Country Security Report

Liberia' (14 November 2024) σελ. 1 διαθέσιμο σε https://www.osac.gov/Content/Report/be9dbdaf-a9aa-4750-9ac6-1cbb83e215f0  (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026)

[9] Ibid

[10] Ibid

[11] Gov.uk, 'Foreign travel advice: Liberia' διαθέσιμο σε https://www.gov.uk/foreign-travel-advice/liberia/safety-and-security (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026)

[12] USDOS - U.S. Department of State, 'Liberia 2023 Human Rights Report' (23 April 2024) σελ. 28 διαθέσιμο σε
https://www.state.gov/reports/2023-country-reports-on-human-rights-practices/liberia/ (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026)

[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Liberia, Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026)  Τα αριθμητικά δεδομένα που αφορούν στην πρωτεύουσα Monrovia, αντλήθηκαν από το διαδραστικό χάρτη στην εν λόγω πλατφόρμα.

[14] World Population Review διαθέσιμο σε https://worldpopulationreview.com/cities/liberia/monrovia  (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 08/01/2026)

[15] Βλ.  C-285/12 Aboubacar Diakité ν. Commissaire général aux réfugiés et aux apatrides και στην C-465/07 Meki Elgafaji, Noor Elgafali  v Staatssecretaris van Justitie


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο