ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση αρ.3577/24
28 Μαΐου 2026
[Α. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
Ι. Α. K.
Αιτητής
Και
Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η αίτηση
Κα Ρ. Καλογήρου, Δικηγόρος για αιτητή
Κα Ι. Χαραλάμπους, Δικηγόρος για τους καθ’ ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την προσφυγή ο αιτητής αιτείται την ακύρωση της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημ.26/08/24, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν, δια της οποίας απορρίφθηκε η αίτησή διεθνούς προστασίας, ως άκυρης, παράνομης και στερούμενης νομικού αποτελέσματος (Αιτητικό Α) και δήλωση του δικαστηρίου δια της οποίας να αναγνωρίζεται ο αιτητής ως πρόσφυγας (Αιτητικό Β) ή δικαιούχος συμπληρωματικής προστασίας (Αιτητικό Γ).
Ως εκτίθεται στην Ένσταση που καταχωρήθηκε από τους καθ' ων η αίτηση και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου που κατατέθηκε στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, ο αιτητής κατάγεται από τη Σιέρρα Λεόνε, εισήλθε ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές από τα κατεχόμενα στις 17/12/21 και υπέβαλε την επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας στις 08/02/22 (ερ.1-3, 40).
Στις 04/0724 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη με τον αιτητή από την Υπηρεσία προς εξέταση του αιτήματός για διεθνή προστασία, όπου δόθηκε η ευκαιρία, μέσα από σχετικές ερωτήσεις, μεταξύ άλλων, να εκθέσει τους λόγους στου οποίους στηρίζει το αίτημα του (ερ.27-40). Μετά τη συνέντευξη ετοιμάστηκε σχετική Έκθεση και στις 16/07/24 η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε (ερ.67-85).
Ακολούθως, ετοιμάστηκε σχετική επιστολή ενημέρωσης του αιτητή για την απόφαση της Υπηρεσίας, που δόθηκε διά χειρός στις 26/08/24 στην μητρική του γλώσσα (ερ.86, 3).
Στην επίδικη αίτηση διεθνούς προστασίας ο αιτητής καταγράφει ότι έχασε την μητέρα του όταν ήταν 2 ετών και μετά έμενε με την μητριά του. Καθώς ωρίμαζε, ως αναφέρει, η ζωή γινόταν πιο δύσκολη γι’ αυτόν, αφού διωκόταν ως ομοφυλόφιλος και ο πατέρα του ήθελε να τον σκοτώσει γιατί τον θεωρούσε ντροπή για την οικογένεια και – ως το θέτει ο αιτητής – προτιμούσε να τον σκοτώσει χωρίς να το μετανιώσει και τότε ένας «αγαπητός φίλος» τον βοήθησε να έρθει (σ.σ. στην Κύπρο) και να αναζητήσει διεθνή προστασία.
Στη συνέντευξή ο αιτητής δήλωσε ότι είναι υγιής, γεννήθηκε και διέμενε όλη του τη ζωή στη Freetown (πρωτεύουσα), η μητέρα του απεβίωσε το 1997, ο πατέρας του μένει κι’ αυτός στη Freetown και είναι επιχειρηματίας, ο αιτητής διατηρεί επικοινωνία με ξάδελφο του, γιό της αδελφής της μητέρας του, ο οποίος διαμένει ομοίως στη Freetown, ο αιτητής έχει τελειώσει το λύκειο και εργάστηκε ως μεσάζοντας σε επιχειρήσεις (middle man for business).
Ερωτώμενος σχετικά ο αιτητής ανέφερε ότι έφυγε από τη Σιέρρα Λεόνε λόγω του ότι είναι ομοφυλόφιλος και – σε ακόλουθη ερώτηση – ανέφερε ότι είναι «απλά διαφορετικός από τα άλλα ανθρώπινα όντα», λόγω του σεξουαλικού του προσανατολισμού, γιατί δεν τον συγκινούν οι γυναίκες αλλά οι άνδρες. Ως ανέφερε, μεγαλώνοντας, λόγω του εμποδίου, ήτοι του ότι απεβίωσε η μητέρα του και του ότι η μητριά του δεν τον καταλάβαινε και με την οποία δεν είχε καλές σχέσεις, συνειδητοποίησε, όταν ήταν 15 ετών, όταν ένας φίλος του τον επισκέφτηκε για να διαβάσουν μαζί, ότι τον ελκύουν οι άνδρες και ότι είναι πιο καλή επιλογή για τον ίδιο, καθώς – ως περαιτέρω εξήγησε – βλέπει πολλές ιστορίες χωρισμού με γυναίκες και γι’ αυτό επέλεξε να είναι ομοφυλόφιλος και τότε η ζωή του έγινε πιο εύκολη.
Ερωτώμενος ο αιτητής ανέφερε ότι είχε δύο σχέσεις με άνδρες, η πρώτη ήταν με άνδρα που γνώρισε σε ένα κλαμπ, που ντυνόταν σαν κοπέλα, αντάλλαξαν αριθμούς τηλεφώνου, συνέχισαν να μιλούν και μετά βρέθηκαν και άρχισαν δεσμό που διήρκησε περί το 1 έτος, τον έκανε να νιώθει καλά όμως τελικά τον απάτησε. Ο δεύτερος του δεσμός ήταν με έναν άνδρα που είναι πλέον στο Λονδίνο, είναι μαζί του από το 2020 και παραμένει μαζί του, ως ανέφερε, παρόλο που αυτός είναι αλλού, δεν πήγε μαζί του γιατί – ως ανέφερε – ήθελε να κρατήσει τη σχέση τους διακριτική, είναι πολύ καλός άνδρας, πριν τον γνωρίσει είχε πολλά προβλήματα ο αιτητής, όμως αυτός του ενοικίασε σπίτι και αγόραζε τα πάντα γι’ αυτό.
Ερωτώμενος αν υπάρχουν κοινότητες ΛΟΑΤΚΙ στη Σιέρρα Λεόνε ο αιτητής απάντησε αρνητικά, υπάρχουν στη Δημοκρατία, χωρίς εντούτοις να μπορεί να θυμηθεί το όνομα της κοινότητας αυτής. Ερωτώμενος ανέφερε ότι η κοινωνία στη Σιέρρα Λεόνε συμπεριφέρεται πολύ άσχημα στους ομοφυλόφιλους, αντιμετώπισε ο ίδιος διακρίσεις, εξηγώντας όταν ρωτήθηκε ότι όταν μάθαιναν για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό του έλεγαν ότι είναι «κακός» (evil), τον έκαναν να νιώθει άσχημα για την επιλογή του, δεν το αποκάλυψε σε άλλους, το γνώριζαν όμως ο πατέρας και η μητριά του και δεν το αποδέχονταν. Ο πατέρας του, ως ανέφερε, όταν το έμαθε το 2019 τον χτύπησε και άρχισε να τον βρίζει και το είπε και στον ξάδελφο του αιτητή. Ερωτώμενος γιατί έφυγε από τη χώρα 2 χρόνια μετά απ’ αυτό ο αιτητής ανέφερε ότι δεν είχε χρήματα και, σε ακόλουθη ερώτηση αν έχει συλληφθεί ποτέ ανέφερε ότι το 2019 έκανε μια εβδομάδα στη φυλακή, όταν τον έπιασαν σε κλαμπ, όμως δεν έχει αποδείξεις γι’ αυτό.
Καλούμενος να εξηγήσει γιατί αρχικά ανέφερε ότι με τον πρώτο του δεσμό χώρισαν το 2017, αλλά ακολούθως ανέφερε ότι ο πατέρας του έμαθε για τον προσανατολισμό του όταν τον είδε να βγαίνει με τον πρώτο του δεσμό από κλαμπ το 2019, ο αιτητής ανέφερε ότι δεν χώρισαν, «απλά χώρισαν οι δρόμοι τους». Ερωτώμενος αν μπορεί να μείνει σε κάποιο άλλο μέρος στη χώρα του ο αιτητής ανέφερε ότι «δεν [έχει] που να [πάει]». Κατά τη συνέντευξη ο αιτητής προσκόμισε δύο έγγραφα (ερ.43-44), τα οποία είναι από την κοινοτική αστυνομία, ως ανέφερε,
Οι καθ’ ων η αίτηση κατά την εξέταση του αφηγήματος του αιτητή εντόπισαν και εξέτασαν τους κάτωθι ουσιώδεις ισχυρισμούς.
1. Ταυτότητα, προφίλ και χώρα καταγωγής του αιτητή
2. Ο ισχυριζόμενος σεξουαλικός προσανατολισμός του αιτητή ως ομοφυλόφιλος
Επί των ως άνω έγινε αποδεκτός ο 1ος ουσιώδης ισχυρισμός, απορρίφθηκε όμως ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός, ως αναξιόπιστος.
Αναφορικά με τον 2ο ουσιώδη ισχυρισμό, κρίθηκε ότι τα όσα ανέφερε ο αιτητής επί του σεξουαλικού του προσανατολισμού αλλά και όλες οι απαντήσεις του στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν σχετικά υπήρξαν ασαφείς, γενικόλογες, στερούμενες λεπτομερειών και βιωματικών στοιχείων, τόσο αναφορικά με τον προσανατολισμό του αλλά και τις εμπειρίες που αφηγήθηκε. Ειδικότερα, ως κρίθηκε, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να περιγράψει τον τρόπο που ο ίδιος αντιλαμβάνεται τον προσανατολισμό του, ούτε να περιγράψει ευλόγως το πως συνειδητοποίησε τη διαφορετικότητα του στο σχολείο, το πόσο καιρό διήρκησαν οι σχέσεις του, την καθημερινότητα του στα πλαίσια αυτών, το πως γνώρισε τα άτομα με τα οποία διατηρούσε σχέση και, ομοίως, δεν μπορούσε να παρέχει πληροφορίες για την αντίδραση του κοινωνικού συνόλου στον προσανατολισμό του, την αντίδραση σ’ αυτό του πατέρα του, πως και πότε αυτός το έμαθε και γιατί ο αιτητής έφυγε από τη χώρα 2 χρόνια μετά απ’ αυτό. Εντοπίστηκε περαιτέρω ότι, σε σχέση με τον πρώτο δεσμό του, υπέπεσε σε αντιφάσεις, αφού, ενώ αρχικά ανέφερε ότι είχαν δεσμό αλλά ήθελαν να τον κρατήσουν κρυφό, ακολούθως ανέφερε ότι ο φίλος του κυκλοφορούσε με γυναικεία ρούχα και δεν ήταν σε θέση να περιγράψει με εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες το που, πότε και πως τον γνώρισε, αλλά και αναφορικά με το ότι, ενώ αρχικά είπε ότι χώρισαν το 2017, μετά είπε πως ο πατέρας του έμαθε για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό όταν τους είδε να βγαίνουν από κλαμπ το 2019. Ομοίως γενικόλογος υπήρξε ο αιτητής, ως κρίθηκε, και σε σχέση με τον δεύτερο δεσμό του, όπου το μόνο που ανέφερε είναι ότι αυτός τον είχε στηρίξει οικονομικά.
Τέλος αξιολογήθηκε αρνητικά ότι ο αιτητής ανέφερε πως ήταν επιλογή του ο σεξουαλικός του προσανατολισμός, καθώς – ως ανέφερε – άκουγε ιστορίες για χωρισμούς με γυναίκες και δεν μπορούσε να περιγράψει τις διακρίσεις που, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, υπόκειτο στη Σιέρρα Λεόνε, αναφέροντας απλά ότι όταν το μάθαινε κάποιος του έλεγε ότι είναι κακός, χωρίς να έχει ο ίδιος συναίσθηση της διαφορετικότητας του και χωρίς να είναι σε θέση να αναφέρει πως προστατευόταν στη χώρα καταγωγής. Επίσης, ως κρίθηκε, δεν ήταν σε θέση να αναφέρει τη κατάσταση των ατόμων ΛΟΑΤΚΙ στη Σιέρρα Λεόνε ή να περιγράψει με σαφήνεια και βιωματικά στοιχεία την αντίδραση σ’ αυτό την οικογένειας του.
Σχετικά με τα ερ.43 και 44 σημειώθηκε ότι αυτά δεν φέρουν σφραγίδα και υπογραφή, ούτε υπάρχει παραπομπή στην οικεία νομοθεσία, ελλείψεις οι οποίες θέτουν βεβαίως ευλόγως εν αμφιβόλω τη γνησιότητα τους και, δεδομένων των ελλείψεων που εντοπίστηκαν στην εσωτερική συνοχή των λεγομένων του δεν μπορούν από μόνα τους να στοιχειοθετήσουν τους ισχυρισμούς του αιτητή.
Έγινε περαιτέρω έρευνα σε διαθέσιμες πληροφορίες (ΠΧΚ) οι οποίες δεικνύουν ότι άτομα της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας υφίστανται κίνδυνο δίωξης (δεδομένου του ότι οι ομοφυλοφιλικές σχέσεις αποτελούν ποινικό αδίκημα), τόσο από τις Αρχές όσο και τον κοινωνικό περίγυρο, με συχνά φαινόμενα βίας, διακρίσεων και άλλων παραβάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων κατά των ατόμων αυτών.
Παρά τα ως άνω, δεδομένων των ελλείψεων που σημειώθηκαν στην εσωτερική συνοχή του εν λόγω ισχυρισμού, ο 2ος ουσιώδης ισχυρισμός απορρίφθηκε ως αναξιόπιστος.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, στη βάση του μόνου αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι του προφίλ του αιτητή, οι καθ’ ων η αίτηση αναζήτησαν πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής, εκ των οποίων και κατέληξαν ότι, δεδομένου και του ότι η Freetown δεν επηρεάζεται από ένοπλη σύρραξη, δεν υφίσταται εδώ εύλογη πιθανότητα να υποβληθεί σε δίωξη ή σοβαρή βλάβη σε περίπτωση επιστροφής του.
Ενόψει των ως άνω η επίδικη αίτηση απορρίφθηκε ως αβάσιμη και εκδόθηκε κατά του αιτητή απόφαση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Στην παρούσα προσφυγή καταγράφονται πλήθος νομικών σημείων.
Στην αγόρευση του ο αιτητής προωθεί και αναπτύσσει ισχυρισμούς περί του ότι δεν έγινε δέουσα έρευνα των ισχυρισμών του στα πλαίσια της επίδικης αίτησης, τα ευρήματα επί της αναξιοπιστίας των λεγομένων του, εκ των οποίων – ως η συνήγορος του εισηγείται – δεικνύεται κίνδυνος δίωξης ή και σοβαρής βλάβης, είναι λανθασμένα, η δε επίδικη εδώ απόφαση είναι προϊόν πλάνης και δεν αιτιολογείται επαρκώς. Προς επίρρωση των ως άνω παραθέτει πλήθος αποσπασμάτων από την οικεία νομοθεσία και νομολογία και κάνει αναφορές στους ισχυρισμούς του κατά τη συνέντευξη, σημειώνοντας ότι, στη βάση, ως αναφέρει, διαθέσιμων σχετικά πληροφοριών (ΠΧΚ), τις πηγές των οποίων εντούτοις δεν παραθέτει, άτομα ΛΟΑΤΚΙ στη Σιέρρα Λεόνε υφίστανται πράξεις διώξεων, διακρίσεις και άλλες σοβαρές παραβάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους.
Οι καθ’ ων η αίτηση, παραθέτοντας σχετική νομολογία αλλά και αποσπάσματα από τη βιβλιογραφία του EASO, αντιτάσσουν ότι η προσβαλλόμενη εδώ απόφαση είναι καθ' όλα νόμιμη, λήφθηκαν υπόψη όλα τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και ορθή επί της ουσίας, όπως και τα ευρήματα τους επί της αναξιοπιστίας των ισχυρισμών του αιτητή, ουδεμία δε ανάγκη προκύπτει, ως αναφέρουν, διεθνούς προστασίας εν προκειμένω.
Δεδομένου ότι άπαντες οι ισχυρισμοί συμπλέκονται με την ουσία προχωρώ «σε έλεγχο της νομιμότητας και ορθότητας αυτής, εξετάζοντας πλήρως και από τούδε και στο εξής […] τα γεγονότα και τα νομικά ζητήματα που τη διέπουν» και «την ανάγκη χορήγησης διεθνούς προστασίας» [αρ.146 (4) (α) του Συντάγματος, αρ.11 (3) (α) του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου και Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ.107/2023, Q. B. T. ν. Δημοκρατίας, ημ.11/02/25].
Προχωρώ σε αξιολόγηση των ενώπιον μου στοιχείων και επί της ουσίας εξέταση αυτών.
Στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», Δικαστική ανάλυση, 2018, αναφέρεται στην σελ.98, ότι «[...] απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Στην σελ.102 του ιδίου εγχειριδίου, αναφέρεται ότι «[…] οι δείκτες αξιοπιστίας είναι απλοί δείκτες και δεν συνιστούν αυστηρά κριτήρια ή προϋποθέσεις. Παρότι οι τέσσερις δείκτες που προσδιορίστηκαν ανωτέρω (εσωτερική και εξωτερική συνέπεια, επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες και ευλογοφάνεια) αποτυπώνουν τους δείκτες που εφαρμόζουν στην πράξη τα δικαστήρια, κανένας από αυτούς δεν μπορεί να θεωρηθεί καθοριστικός. Η σημασία τους από υπόθεση σε υπόθεση ποικίλλει σημαντικά. Σε κάθε περίπτωση είναι αναγκαία η εξέταση του σωρευτικού τους αντίκτυπου (305). […] Από την ανωτέρω ανάλυση προκύπτει ότι δεν υπάρχει απλή απάντηση στο ερώτημα που αφορά τον τρόπο αξιολόγησης της αξιοπιστίας σε υποθέσεις διεθνούς προστασίας. Το μόνο που μπορεί να ειπωθεί είναι ότι η αξιολόγηση πρέπει να διενεργείται με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων, λαμβανομένων υπόψη των αρχών, των μεθόδων και των δεικτών που αναφέρονται στην παρούσα ανάλυση. Οι αρχές, οι μέθοδοι και οι δείκτες αυτοί θα πρέπει να εφαρμόζονται με προσοχή (307), αντικειμενικότητα και αμεροληψία, ώστε να αποφευχθεί τυχόν εσφαλμένη και απλοϊκή απόρριψη, ή αφελής και ανεπιφύλακτη αποδοχή μιας συγκεκριμένης αφήγησης.»
Στο ίδιο εγχειρίδιο, σελ.204, αναφέρονται, τα εξής:
«Όσον αφορά την αξιολόγηση της αξιοπιστίας, οι αιτήσεις που βασίζονται σε γενετήσιο προσανατολισμό ή ταυτότητα φύλου μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολες στον χειρισμό, επειδή οι λόγοι της αίτησης συνδέονται με ευαίσθητες και προσωπικές πτυχές της ιδιωτικής ζωής. Οι αιτούντες ενδέχεται να νιώθουν στιγματισμένοι, να ντρέπονται και/ή να αρνούνται την πραγματικότητα· ενδέχεται επίσης να έχουν υποστεί απόρριψη και/ή κακομεταχείριση από την οικογένεια και/ή την κοινότητά τους. Οι παράγοντες αυτοί μπορεί να καθιστούν δύσκολη για τους αιτούντες την αποκάλυψη των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών με σαφή και συνεκτικό τρόπο και, ως εκ τούτου, τα αποδεικτικά στοιχεία που παρουσιάζουν μπορεί να γνωστοποιούνται με καθυστέρηση, να είναι ελλιπή και να περιέχουν ανακολουθίες.
Ένα από τα μοντέλα που αναφέρονται στη βιβλιογραφία, το μοντέλο DSSH υπ’ αριθ. 2 [Difference, Stigma, Shame, Harm (Διαφορά, Στίγμα, Ντροπή, Βλάβη)], βασίζεται στην αντίληψη ότι υπάρχουν ορισμένα βασικά χαρακτηριστικά ή στοιχεία τα οποία είναι πιθανό να είναι κοινά σε άτομα που αναγνωρίζουν ένα φύλο ή μια σεξουαλική ταυτότητα που δεν συνάδει με τις ετεροκανονικές κοινωνίες στις οποίες ζουν (όπου ο κανόνας είναι η ταύτιση του βιολογικού και του κοινωνικού φύλου και η ετεροφυλοφιλία). Το μοντέλο προτείνει μια διαρθρωμένη μεθοδολογία για την αξιολόγηση αιτήσεων, η οποία βασίζεται στο φύλο και στη σεξουαλική ταυτότητα και εξηγείται, με πρακτικά παραδείγματα, στον δεύτερο τόμο του εγχειριδίου με τίτλο Credibility assessment training manual της Ουγγρικής Επιτροπής του Ελσίνκι.
[…]
Η ύπαρξη ή μη ορισμένων στερεοτυπικών συμπεριφορών ή εμφανίσεων δεν θα πρέπει να αποτελεί βάση για να συναχθεί το συμπέρασμα ότι ο αιτών έχει ή δεν έχει ορισμένο γενετήσιο προσανατολισμό και/ή ορισμένη ταυτότητα φύλου. Δεν υπάρχουν καθολικά χαρακτηριστικά ή ιδιότητες που τυποποιούν τα άτομα ΛΟΑΔΜ (λεσβίες, ομοφυλόφιλοι αμφιφυλόφιλα, διεμφυλικά και μεσοφυλικά άτομα), όπως δεν υπάρχουν και για τα ετεροφυλόφιλα άτομα. Οι εμπειρίες της ζωής τους μπορεί να διαφέρουν σημαντικά, ακόμη και αν προέρχονται από την ίδια χώρα.»
Σημειώνω βεβαίως ότι στα πλαίσια της εξέτασης ισχυρισμών που αφορούν σεξουαλικό προσανατολισμό δεν χωρούν τυποποιημένες προσεγγίσεις, η δε αξιολόγηση αξιοπιστίας δεν μπορεί να βασίζεται σε στερεοτυπικά πρότυπα (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, C-148/13, C-150/13, A. B. C., ημ.02/12/14) και δεν πρέπει να ζητείται από τον αιτητή να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες για σεξουαλικές εμπειρίες ή να προσφέρει σχετικά στοιχεία ή άλλης μορφής μαρτυρία. Αξίζει περαιτέρω να σημειωθεί ότι το μοντέλο DSSH, του οποίου έγινε χρήση κατά την εξέταση της επίδικης αίτησης, αποτελεί πλέον αντικείμενο προβληματισμού[1], ως βασιζόμενο επί στερεοτυπικών αντιλήψεων, και γι’ αυτό θεωρώ ότι η χρήση του θα πρέπει να γίνεται με ιδιαίτερη προσοχή.
Στην απόφαση Α. Β. C. (ανωτέρω) αναφέρονται σχετικά τα εξής κατατοπιστικά.
«61. Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι το άρθρο 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 επιβάλλει στις αρμόδιες αρχές την υποχρέωση να προβαίνουν στην αξιολόγησή τους συνεκτιμώντας την ατομική κατάσταση και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτούντος και ότι το άρθρο 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85 απαιτεί από τις ίδιες αυτές αρχές να διεξάγουν τη συνέντευξη συνεκτιμώντας τις προσωπικές ή γενικές συνθήκες που περιβάλλουν την αίτηση ασύλου.
62. Μολονότι η υποβολή ερωτήσεων που αφορούν στερεοτυπικές αντιλήψεις ενδέχεται να συνιστά χρήσιμο στοιχείο στη διάθεση των αρμόδιων αρχών προκειμένου να προβούν στη σχετική αξιολόγηση, εντούτοις η εκτίμηση των αιτήσεων για την παροχή του καθεστώτος πρόσφυγα η οποία στηρίζεται αποκλειστικά και μόνο σε στερεοτυπικές αντιλήψεις συνδεόμενες με τους ομοφυλόφιλους δεν ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις των διατάξεων που μνημονεύονται στην προηγούμενη σκέψη, στο μέτρο που δεν παρέχει στις εν λόγω αρχές τη δυνατότητα να λάβουν υπόψη την ατομική κατάσταση του οικείου αιτούντος άσυλο.
63. Επομένως, η αδυναμία ενός αιτούντος άσυλο να απαντήσει σε τέτοιου είδους ερωτήσεις δεν μπορεί να συνιστά αφ’ εαυτής επαρκή λόγο για να συναχθεί η αναξιοπιστία του αιτούντος, στο μέτρο που η προσέγγιση αυτή είναι αντίθετη προς τις απαιτήσεις του άρθρου 4, παράγραφος 3, στοιχείο γ΄, της οδηγίας 2004/83 καθώς και του άρθρου 13, παράγραφος 3, στοιχείο α΄, της οδηγίας 2005/85.
64. Δεύτερον, μολονότι οι εθνικές αρχές βασίμως προβαίνουν, κατά περίπτωση, σε υποβολή ερωτήσεων προκειμένου να εκτιμήσουν τα γεγονότα και τις περιστάσεις σχετικά με τον προβαλλόμενο γενετήσιο προσανατολισμό των αιτούντων άσυλο, εντούτοις οι ερωτήσεις που αφορούν τις λεπτομέρειες των σεξουαλικών πρακτικών του οικείου αιτούντος άσυλο προσβάλλουν τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνει ο Χάρτης και, ειδικότερα, το δικαίωμα σεβασμού της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής που προβλέπει το άρθρο του 7.»
Ενόψει και κατ’ εφαρμογή των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών θα συμφωνήσω εδώ με όλα τα ευρήματα και την τελική κατάληξη των καθ’ ων η αίτηση επί του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού, καθώς, ως και στην επίδικη έκθεση ενδελεχώς καταγράφεται, το αφήγημα του αιτητή παρουσιάζει εν προκειμένω καταφανή κενά, ελλείψεις σε εύλογα αναμενόμενες λεπτομέρειες και αοριστίες, που πλήττουν - αναπόφευκτα - την εσωτερική συνοχή όλων ανεξαιρέτως των δηλώσεων του αναφορικά τόσο με τον σεξουαλικό του προσανατολισμό όσο και τα όσα αναφέρει για τις εμπειρίες του στην πορεία του, τη σχέση του με φίλο του από το σχολείο, τα κατ’ ισχυρισμό υποτιμητικά σχόλια που δεχόταν, το πως περνούσε τον χρόνο του μ’ αυτόν, που, πότε και πόσο συχνά βρίσκονταν μαζί, τη σχέση του με τον άνδρα με τον οποίον διατηρεί ακόμα δεσμό, ο οποίος εντούτοις – για λόγους που δεν εξηγούνται – είναι στο Λονδίνο, χωρίς τελικά να αναφέρεται καμία σχετική λεπτομέρεια τόσο για τη σχέση τους όσο και για τον άνδρα αυτόν.
Περαιτέρω ο αιτητής, ως και πάλι οι καθ’ ων η αίτηση ορθώς – θεωρώ – εντόπισαν και κατέγραψαν στην επίδικη αίτηση, δεν ήταν σε θέση να περιγράψει καμία λεπτομέρεια για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, τις εμπειρίες του, τα βιώματα και τα συναισθήματα του μετά και τη συνειδητοποίηση της ταυτότητας του και τα όσα βίωσε, τόσο στο σχολείο όσο και με τον άνδρα με τον οποίο είχε δεσμό αρκετά χρόνια, τον οποίον διατηρεί ακόμα, και ούτε να τοποθετήσει σαφώς χρονικά όσα ανέφερε, περιλαμβανομένου του πότε έμαθε ο πατέρας του για τον σεξουαλικό του προσανατολισμό, την αντίδραση αυτού, κάποια ανάμνηση από την καθημερινότητα της σχέσης του με τον φίλο του από το σχολείο ή και της επόμενης σχέσης του και τη διάρκεια τους. Επί όλων των δηλώσεων του αλλά και σε όλες τις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ο αιτητής σχετικά παρέμεινε παντελώς ασαφής, χωρίς να παραθέτει το παραμικρό ψήγμα βιωματικών στοιχείων ή σε κάποιο ιδιαίτερο γεγονός ή εμπειρία που εντυπώθηκε στη μνήμη του, έστω φωτογραφικά, από όσα βίωσε στα πλαίσια των σχέσεων στις οποίες αναφέρθηκε, τα οποία και θα ήταν απολύτως ευλόγως αναμενόμενο να είναι σε θέση να περιγράψει ο αιτητής και θα έδιναν θεωρώ την αναμενόμενη βιωματική διάσταση στο αφήγημα του.
Δεδομένων των ως άνω διαπιστώσεων μου προχωρώ σε αξιολόγηση των εγγράφων που προσκόμισε ο αιτητής (ερ.43-44).
Σύμφωνα με το εγχειρίδιο «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», EASO, Δικαστική ανάλυση, 2018, σελ.107-108, κατά την αξιολόγηση εγγράφων εξετάζονται τα εξής:
«Το περιεχόμενο, η φύση και ο συντάκτης αφορούν το αν το έγγραφο είναι αξιόπιστο. Ένα έγγραφο μπορεί να είναι γνήσιο, υπό την έννοια ότι πρόκειται όντως για το έγγραφο ως το οποίο υποβάλλεται, αλλά το περιεχόμενό του ενδέχεται να είναι αναξιόπιστο και να μην τεκμηριώνει τις δηλώσεις του αιτούντος. Από την άλλη πλευρά, το γεγονός ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι ένα έγγραφο είναι πλαστογραφημένο δεν σημαίνει ότι μπορεί να θεωρηθεί αξιόπιστο μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Το βάρος της απόδειξης της γνησιότητας και της αξιοπιστίας του εγγράφου το φέρει ο αιτών.
Ενδεχομένως να πρέπει να εξεταστούν παράγοντες όπως η εσωτερική συνέπεια, το επίπεδο λεπτομέρειας, η συνέπεια με άλλα αποδεικτικά στοιχεία, και ιδιαίτερα με τις ΠΧΚ, και το αν οι πληροφορίες προέρχονται από άμεση πηγή. Το ίδιο ισχύει και για πτυχές που αφορούν τον συντάκτη, τα προσόντα του, την αξιοπιστία των πληροφοριών στις οποίες βασίζεται το έγγραφο και τον σκοπό για τον οποίο συντάχθηκε.
[…]
Τα έγγραφα πρέπει να υποβάλλονται στον ίδιο βαθμό ελέγχου που υποβάλλονται και οι δηλώσεις του αιτούντος: οι αρχές που εφαρμόζονται στην αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων […] δεν ισχύουν μόνο για τις δηλώσεις, γραπτές ή προφορικές, αλλά και για όλα τα έγγραφα που υποβάλλονται προς στήριξη της αίτησης (324). Τα έγγραφα δεν πρέπει να αξιολογούνται χωριστά, αλλά με βάση το σύνολο των αποδεικτικών στοιχείων. Σε κάθε περίπτωση, πριν από οποιαδήποτε αρνητική διαπίστωση, θα πρέπει να έχει παρασχεθεί στον αιτούντα η κατάλληλη ευκαιρία ώστε να δώσει εξηγήσεις ή να σχολιάσει τις σχετικές ανησυχίες.»
Κατ’ εφαρμογή και των ως άνω κατευθυντήριων γραμμών ουδέν περαιτέρω χρειάζεται να ειπωθεί επί των προσκομισθέντων εγγράφων πέραν όσων καταγράφονται σχετικώς στο ερ.73, τα οποία παρατίθενται και πιο πάνω, στα πλαίσια της παρούσης. Σημειώνω απλά ότι, ως και οι καθ’ ων η αίτηση αναφέρουν, δεδομένων εδώ των σημαντικών ελλείψεων που εντοπίστηκαν στα τυπικά γνωρίσματα των ερ.43-44 και λαμβανομένης υπόψη της τρωθείσας εσωτερικής συνοχής των λεγομένων του αιτητή, ουδεμία βαρύτητα μπορεί να αποδοθεί σ’ αυτά, τουλάχιστον όχι τέτοια που θα μπορούσε να ανατρέψει τα αρνητικά ευρήματα επί της αξιοπιστίας του 2ου ουσιώδους ισχυρισμού.
Αναφορικά τώρα με την εξωτερική συνοχή των ισχυρισμών του αιτητή σημειώνω ότι η υπηρεσία προέβηκε δεόντως σε αξιολόγηση πληροφοριών που εντόπισε σχετικά με την μεταχείριση ΛΟΑΤΚΙ ατόμων στη Σιέρρα Λεόνε (ερ.71-73). Δεδομένου τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να αναφερθεί κάτι περαιτέρω σχετικώς, πέραν του να σημειώσω για σκοπούς πληρότητας ότι, ως επιβεβαιώνεται από έρευνα του US Department of State (2023) [2], η ΛΟΑΤΚΙ κοινότητα υφίσταται πράξεις δίωξης από τις αρχές αλλά και το κοινωνικό σύνολο, κακομεταχείρισης, κοινωνικού αποκλεισμού και κίνδυνο φυλάκισης.
Ενόψει των ως άνω ΠΧΚ δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι άτομα ΛΟΑΤΚΙ υφίστανται στη Σιέρρα Λεόνε κίνδυνο δίωξης εξαιτίας του σεξουαλικού τους προσανατολισμού. Όμως, ενόψει εδώ της καταφανούς έλλειψης εσωτερικής συνοχής, το γεγονός και μόνο ότι τέτοια φαινόμενα απαντώνται στη χώρα καταγωγής, δεν αρκεί για να υπερκερασθούν οι πολλές και σημαντικές ελλείψεις αυτές και ούτε βεβαίως να οδηγήσει σε αποδοχή κατά τα τ’ άλλα παντελώς ελλιπών ισχυρισμών, οι οποίοι περιέχουν κενά, αντιφάσεις και ασάφειες, των οποίων τυχόν αποδοχή θα ήταν ενάντια σε κάθε εύλογη κριτική θεώρηση τους. Ως δε και στο εγχειρίδιο του EASO «Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου», σελ.97, αναφέρεται, «[…] είναι αναγκαία η επαγρύπνηση για καταστάσεις στις οποίες ορισμένοι αιτούντες μπορεί να προσαρμόσουν τους ισχυρισμούς τους ώστε να είναι συνεπείς με συναφείς ΠΧΚ, οι οποίες κατά την άποψή τους θα στηρίξουν την αίτησή τους.».
Συμφωνώ λοιπόν με όλα τα συμπεράσματα των καθ’ ων η αίτηση, όπως καταγράφονται στην επίδικη έκθεση (ερ.71-80), ως αυτά και ανωτέρω καταγράφονται στα πλαίσια της παρούσης, τα οποία και υιοθετώ, χωρίς να είναι θεωρώ σκόπιμο να τα επαναλάβω στο σημείο αυτό.
Η κατάστασης ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή (Freetown) έχει ως εξής.
Σύμφωνα με την βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (τελευταία ενημέρωση 02/05/26) στη Δυτική Περιφέρεια της Σιέρρα Λεόνε (όπου βρίσκεται και η πόλη Freetown) σημειώθηκαν 4 περιστατικά πολιτικής βίας (ο ορισμός "Political violence" περιλαμβάνει περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις, απομακρυσμένη βία, μάχες, εξεγέρσεις και διαμαρτυρίες), με αποτέλεσμα 1 θάνατο [3], εκ των οποίων 3 έλαβαν χώρα στη Freetown, χωρίς θάνατο. Ο πληθυσμός της Δυτικής Περιφέρειας ανέρχεται περί το 1.27 εκατομμύρια κατοίκων και της Freetown περί τις 600.000. [4], [5]
Εκ των ως άνω δεν δεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή όπου διέμενε δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του εκεί και δεν μπορώ δε να εντοπίσω ιδιαίτερες περιστάσεις – δεδομένης της απόρριψης του συνόλου του αφηγήματος του, ως ανωτέρω εξηγείται - που επιτείνουν τον κίνδυνο ειδικώς για γι’ αυτόν στη βάση και της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» [6] (βλ. και απόφαση ΔΕΕ, ημ.10/06/21, C-901/19, CF and DN).
Συνυπολογίζω επί των ως άνω ότι ο αιτητής είναι υγιής, 31 ετών σήμερα, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με ικανοποιητική μόρφωση, προηγούμενη εργασιακή εμπειρία (εργάζεται και στη Δημοκρατία) και διαθέτει οικογενειακό δίκτυο στον τόπο διαμονής του (ερ.28, 36-37), τα οποία και συνηγορούν υπέρ του ότι, παρά τις όποιες προκλήσεις ενδεχομένως να αντιμετωπίσει με την επιστροφή του, αναμένεται ευλόγως να έχει, κατ’ ελάχιστο, στήριξη, μέχρι να ορθοποδήσει και βιοποριστεί.
Έπεται λοιπόν ότι δεν τεκμηριώθηκε εν προκειμένω βάσιμος φόβος «καταδίωξης του [αιτητή] για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων» και δεν υφίστανται «ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, εάν επιστρέψει στη χώρα ιθαγένειάς του, θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη», ως αμφότερες αυτές οι έννοιες ορίζονται στα αρ.3 και 19 του περί Προσφύγων Νόμου. Δεν έχω δε εντοπίσει στοιχεία εκ των οποίων να καταδεικνύεται, δεδομένων των όσων πιο πάνω αναφέρω, ότι επιστροφή του αιτητή στη χώρα καταγωγής του είναι αντίθετη με την στο αρ.3 της ΕΣΔΑ αρχή της μη επαναπροώθησης.
Η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.
Α. Χριστοφόρου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. Zisakou S (2021) Credibility Assessment in Asylum Claims Based on Sexual Orientation by the Greek Asylum Service: A Deep-Rooted Culture of Disbelief. https://www.frontiersin.org/articles/10.3389/fhumd.2021.693308/full
[2] 2023 Country Report on Human Rights Practices: Sierra Leone – USDOS – 23/04/24 - https://www.ecoi.net/en/document/2107719.html
[3] Πλατφόρμα ACLED explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με τη χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country Sierra Leone, Events/Fatalities, Past Year, διαθέσιμο στο: https://acleddata.com/platform/explorer (ημερ. πρόσβασης 27/05/2026)
[4] City Population, Sierra Leone, Western, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/sierraleone/cities/?admid=7259 (27/05/2026)
[5] City Population, Sierra Leone - Western - Freetown, διαθέσιμο στο: https://www.citypopulation.de/en/sierraleone/cities/?admid=7259 (ημερ. τελευταίας πρόσβασης στις 27/05/2026)
[6] Εγχειρίδιο EASO, Άρθρο 15 στοιχείο γ) της οδηγίας για τις ελάχιστες απαιτήσεις ασύλου (2011/95/ΕΕ) Δικαστική ανάλυση, σελ.26-28, διαθέσιμο εδώ: https://euaa.europa.eu/sites/default/files/publications/Article-15c-QD_a-judicial-analysis-EL.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο