C. M. N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 3718/2024, 28/5/2026
print
Τίτλος:
C. M. N. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, Υπόθεση Αρ. 3718/2024, 28/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

 

      Υπόθεση Αρ. 3718/2024

 

28 Μαΐου, 2026

 

[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

 

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

 

 C. M. N.

Αιτητή

 

-και-

 

Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου

 

Καθ’ ων η αίτηση.

 …………………….

 

Ο αιτητής παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου

 

Ορέστης Ηλιάδης για Αγγελική Λαζάρου, Δικηγόρος για τον αιτητή

 

Λουίζα Γιάγκου για Ανδρέα Φιλίππου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση

 

 

[Παρούσα η κυρία Μαρίνα Κατσαριάν, μεταφράστρια, για πιστή μετάφραση από Αγγλικά σε Ελληνικά και αντίστροφα].

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.:  Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 19/08/2024, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.

 

Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος της Νιγηρίας και υπέβαλε αίτηση για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας την 01/02/2022, αφού εισήλθε στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Την ίδια ημέρα, ο αιτητής παρέλαβε Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).  Ακολούθως, στις 08/04/2024, 26/05/2024 και στις 27/05/2024, κλήθηκε τηλεφωνικώς ενώ στις 21/06/2024 μέσω επιστολής, ώστε να παρευρεθεί σε διευθετημένη συνέντευξη για τις 16/07/2024 στην οποία τελικά δεν παρουσιάστηκε.

 

Στις 17/07/2024, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το κλείσιμο του φακέλου του Αιτητή και τη διακοπή της διαδικασίας εξέτασης της αίτησης του, καθώς ο Αιτητής δεν παρέστη στην προσωπική συνέντευξη στην οποία κλήθηκε από την Υπηρεσία Ασύλου. Συνεπώς, η Υπηρεσία Ασύλου θεώρησε πως ο Αιτητής προχώρησε σε σιωπηρή απόσυρση και υπαναχώρηση από την αίτησή του.  Στις 17/07/2024 ο  Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την έκθεση-εισήγηση για κλείσιμο του φακέλου και διακοπή της διαδικασίας ως προς την αίτησή του.  Στις 23/07/2023 η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία επιδόθηκε στον Αιτητή, ταχυδρομικώς στις 23/07/2023.  Στις 13/08/2024 ο Αιτητής συμπλήρωσε αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του για παροχή Διεθνούς Προστασίας.  Στις 14/08/2024, ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου ετοίμασε Έκθεση- Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με το αίτημα για επανάνοιγμα του φακέλου του αιτητή για παροχή Διεθνούς Προστασίας. Στην συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου ενέκρινε την εισήγηση για επανάνοιγμα του φακέλου του Αιτητή.

 

Στις 17/08/2024 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου.  Ο αρμόδιος λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου  ετοίμασε Έκθεση-Εισήγηση σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε το περιεχόμενο της Έκθεσης- Εισήγησης. Στις 19/08/2024 εξουσιοδοτημένος αρμόδιος λειτουργός αποφάσισε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή και την επιστροφή του στην χώρα καταγωγής.  Στις 09/09/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της, σχετικά με το αίτημα του αιτητή. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε προσωπικά από τον αιτητή στις 10/09/2024.  Ο αιτητής καταχώρησε την υπό εξέταση προσφυγή αμφισβητώντας την προαναφερόμενη απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας. 

 

Η ευπαίδευτη συνήγορος του αιτητή προβάλλει, μέσω της γραπτής της αγόρευσης, διάφορους νομικούς ισχυρισμούς τους οποίους περιόρισε κατά το στάδιο των διευκρινίσεων δηλώνοντας πως προωθεί μόνο το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου.  Κατά την ίδια δικάσιμο, απέσυρε όλους τους νομικούς ισχυρισμούς οι οποίοι στη συνέχεια απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο.

 

Ο ευπαίδευτος συνήγορος των καθ' ων η αίτηση, μέσω της γραπτής του αγόρευσης, αλλά και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει πως αυτή έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά στοιχεία της υπόθεσης και αναφέρει πως η προσβαλλόμενη απόφαση είναι δεόντως αιτιολογημένη. Κατά συνέπεια, εισηγείται πως η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.

 

Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας.  Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.  Συνεπώς, προχωρώ να εξετάσω το μοναδικό νομικό ισχυρισμό, για τη μη δέουσα έρευνα εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης.

 

Κατά το στάδιο υποβολής της αίτησής του, ο αιτητής κατέγραψε πως εγκατέλειψε την χώρα καταγωγής του, επειδή ο πατέρας του ανήκε σε μια μυστική κοινότητα και ως ο πρωτότοκος υιός της οικογένειας θα έπρεπε να διατηρήσει την ιδιότητα του πατέρα του και επειδή ο ίδιος είναι χριστιανός δεν επιθυμούσε να ανήκει σε μυστική οργάνωση.

 

Κατά την διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης ως προς τα προσωπικά του στοιχεία ο αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας και ότι γεννήθηκε στην πόλη Amofeia της πολιτείας Ebonyi. Ανέφερε περαιτέρω ότι το έτος 2015 μετεγκαταστάθηκε στην πολιτεία Plateau, όπου διέμενε μέχρι την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του.  Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι είναι άγαμος, χριστιανός στο θρήσκευμα και ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα καθώς και τη διάλεκτο Igbo. Ως προς το μορφωτικό του επίπεδο, υποστήριξε ότι ολοκλήρωσε τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση στην πολιτεία Plateau.  Ο αιτητής ανέφερε επίσης ότι διατηρεί οικογενειακούς δεσμούς στη χώρα καταγωγής του, συγκεκριμένα ότι οι γονείς και ο αδελφός του διαμένουν στην πολιτεία Ebonyi, στην πατρογονική οικογενειακή κατοικία, ενώ οι αδελφές του κατοικούν σε διαφορετικές πολιτείες της Νιγηρίας.  Προς υποστήριξη των δηλώσεών του, ο αιτητής προσκόμισε πρωτότυπο διαβατήριο, το οποίο επιβεβαιώνει τη νιγηριανή του υπηκοότητα.

 

Ως προς τους λόγους που τον ώθησαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, δήλωσε ότι οι άνθρωποι του, δηλαδή ο πατέρας και οι θείοι του, ακολουθούν μία θεότητα και του είπαν πως θα πρέπει να υπηρετήσει ένα φάντασμα.  Ισχυρίστηκε πως αρνήθηκε να ακολουθήσει τη θεότητα επειδή η μητέρα του είναι χριστιανή, αλλά εξαιτίας της άρνησής του φοβόταν ότι θα του επιτεθούν. Όταν του ζητήθηκε να παρέχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη φύση, τη δομή και τη λειτουργία της εν λόγω ομάδας, περιορίστηκε να αναφέρει ότι επρόκειτο για οργάνωση που έμοιαζε με την «Ogboni cult», χωρίς να δύναται να προσδιορίσει ουσιώδη χαρακτηριστικά ή δραστηριότητες αυτής. Δήλωσε ακόμη ότι δεν γνώριζε περαιτέρω στοιχεία, καθώς δεν είχε προσωπικό ενδιαφέρον για την εν λόγω ομάδα. 

 

Επιπλέον, προέκυψε ότι ο αιτητής φέρεται να αρνήθηκε να συμμετάσχει στην ομάδα ήδη από το έτος 2015, ενώ εγκατέλειψε τη Νιγηρία το έτος 2020. Κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα των πέντε ετών, διέμενε στην πολιτεία Plateau χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό απειλής, βίας ή δίωξης εις βάρος του.  Μάλιστα, ανέφερε πως η ζωή του στην πολιτεία Plateau ήταν σαν την Κύπρο και διακινείτο ελεύθερα στην περιοχή.  Τέλος, ο αιτητής δήλωσε πως δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αρχές της χώρας του αλλά ανέφερε πως επιθυμεί να παραμείνει στην Κυπριακη Δημοκρατία και να παντρευτεί.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός αξιολογώντας τους ισχυρισμούς που παρέθεσε στην αφήγησή του ο αιτητής, διέκρινε στην έκθεση - εισήγησή του δύο ουσιώδεις ισχυρισμούς, οι οποίοι προκύπτουν από τις δηλώσεις του αιητητή ως κατωτέρω: (1) Τα προσωπικά στοιχεία, την χώρα καταγωγής και τον τόπο τελευταίας συνήθους διαμονής του αιτητή και (2) ότι αναχώρησε από τη χώρα του λόγω του ότι φοβόταν τον πατέρα του και τα μέλη της οικογένειάς του μετά την άρνησή του να υπηρετήσει ένα φάντασμα/θεότητα.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός έκανε αποδεκτό τον ισχυρισμό του αιτητή ως προς τα προσωπικά του στοιχεία καθώς οι δηλώσεις του κρίθηκαν σαφείς, συνεκτικές ενώ διασταυρώθηκαν από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.  Ο δεύτερος ισχυρισμός του αιτητή περί του ότι φοβόταν τον πατέρα του και τα μέλη της οικογένειάς του μετά την άρνησή του να υπηρετήσει ένα φάντασμα, δεν έγινε αποδεκτός.

 

Αναφορικά με τον κίνδυνο που ισχυρίστηκε ο αιτητής ότι διατρέχει στη χώρα καταγωγής του, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως δεν κατόρθωσε να παρέχει συγκεκριμένες, συνεκτικές και επαρκείς πληροφορίες ως προς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον πυρήνα του αιτήματός του.  Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας του και οι θείοι του συμμετείχαν σε ομάδα ή λατρευτική οργάνωση, στην οποία επιθυμούσαν να ενταχθεί και ο ίδιος. Υποστήριξε δε ότι, εξαιτίας της άρνησής του να συμμετάσχει, αισθανόταν φόβο για την προσωπική του ασφάλεια.  Όταν του ζητήθηκε να παρέχει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη φύση, τη δομή και τη λειτουργία της εν λόγω ομάδας, περιορίστηκε να αναφέρει ότι επρόκειτο για οργάνωση που έμοιαζε με την «Ogboni cult», χωρίς να δύναται να προσδιορίσει ουσιώδη χαρακτηριστικά ή δραστηριότητες αυτής. Δήλωσε ακόμη ότι δεν γνώριζε περαιτέρω στοιχεία, καθώς δεν είχε προσωπικό ενδιαφέρον για την εν λόγω ομάδα.

 

Περαιτέρω, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να αναφέρει πότε ακριβώς τα μέλη της οικογένειάς του εντάχθηκαν ή άρχισαν να ακολουθούν τη συγκεκριμένη οργάνωση, γεγονός που κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ότι καταδεικνύει έλλειψη σαφούς γνώσης επί των περιστατικών που επικαλείται.  Επιπλέον, προέκυψε ότι ο αιτητής φέρεται να αρνήθηκε να συμμετάσχει στην ομάδα ήδη από το έτος 2015, ενώ εγκατέλειψε τη Νιγηρία το έτος 2020. Κατά το ενδιάμεσο χρονικό διάστημα των πέντε ετών, διέμενε στην πολιτεία Plateau χωρίς να αναφέρει οποιοδήποτε συγκεκριμένο περιστατικό απειλής, βίας ή δίωξης εις βάρος του.

 

Ο αρμόδιος λειτουργός ανέφερε πως από τις δηλώσεις του αιτητή ότι προκύπτει πως κατά τη διαμονή του στην πολιτεία Plateau ζούσε υπό φυσιολογικές συνθήκες, φοιτούσε στο σχολείο και εργαζόταν ως πωλητής υποδημάτων, ενώ ο ίδιος χαρακτήρισε τη ζωή του εκεί ως «καλή».  Παρά τους ισχυρισμούς περί φόβου επίθεσης, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε πως δεν προέκυψαν αντικειμενικά στοιχεία που να καταδεικνύουν πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο δίωξης. Αντιθέτως, ο αιτητής παρέμεινε επί μακρό χρονικό διάστημα στη χώρα καταγωγής του χωρίς να υποστεί οποιαδήποτε βλάβη ή στοχοποίηση.  Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή δεν τεκμηριώθηκε.

 

Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε πως οι ισχυρισμοί του αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του αιτήματός του και δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι που να δικαιολογούν την οποιαδήποτε ανάλυση των εν λόγω δεδομένων μέσω άλλων πηγών πληροφόρησης. Ως εκ τούτου, ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός στο σύνολό του λαμβάνοντας υπόψη πως ούτε η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού τεκμηριώθηκε. 

 

Κατά την αξιολόγηση κινδύνου, ο αρμόδιος λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τον μοναδικό αποδεκτό ισχυρισμό και τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, και κατόπιν αξιολόγησης πληροφοριών αναφορικά με τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του και στην περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, έκρινε ότι δεν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του, θα αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης.

 

Προχωρώντας στη νομική ανάλυση των ισχυρισμών του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπό του εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που θα μπορούσαν να τεκμηριώσουν βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του, για έναν από τους λόγους του άρθρου 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000 και του άρθρου 1Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951. Ο αρμόδιος λειτουργός λαμβάνοντας υπόψη τα ευρήματα έρευνας για την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του αιτητή, κατά την οποία διαπιστώθηκε ότι δεν υφίστανται συνθήκες αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, κατέληξε πως δεν συντρέχει οποιοσδήποτε λόγος παραχώρησης καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, δυνάμει του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθέτησε ο αρμοδίως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών λειτουργός που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.

 

Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τη συνήγορό του, αλλά και από το συνήγορο που εκπροσωπεί τους Καθ' ων η αίτηση. Αναφορικά με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό ο οποίος έγινε αποδεκτός από την Υπηρεσία Ασύλου και αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και τη χώρα καταγωγής του αιτητή, δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμό, εφόσον προκύπτει πως ορθά έγινε αποδεκτός. 

 

Αναφορικά με το δεύτερο ισχυρισμό, θα συμφωνήσω με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού, ο οποίος έκρινε πως ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει βασικές και επαρκείς πληροφορίες για να στηρίξει και να τεκμηριώσει το αφήγημά του. Οι δηλώσεις του κρίνονται ως ιδιαίτερα συνοπτικές και γενικές, ενώ παρατηρώ ότι δεν ήταν σε θέση να δώσει οποιεσδήποτε συγκεκριμένες πληροφορίες.  Κατά την αξιολόγηση του αφηγήματός του, διαπιστώνεται ότι δεν κατόρθωσε να παράσχει συνεκτική, σαφή και επαρκή περιγραφή των ουσιωδών περιστατικών που θεμελιώνουν τον εν λόγω ισχυρισμό.  Παρά τις διευκρινιστικές ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν, ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να παραθέσει συγκεκριμένα και επαρκή στοιχεία, περιοριζόμενος σε γενικές και αόριστες αναφορές, οι οποίες στερούνται της απαιτούμενης λογικής συνοχής και ευλογοφάνειας. 

 

Ο αρμόδιος λειτουργός παρείχε στον αιτητή στα πλαίσια της συνέντευξης τη δυνατότητα να εκθέσει διεξοδικά τους ισχυρισμούς του και να τεκμηριώσει τον πυρήνα του αιτήματός του, περιλαμβανομένου του ισχυριζόμενου κινδύνου που αναφέρει ότι διατρέχει σε περίπτωση επιστροφής του, πράγμα που δεν έπραξε.  Επιπλέον, ο αιτητής έζησε στον τόπο διαμονής του πέντε χρόνια μετά το περιστατικό χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα γεγονός που αποδυναμώνει εντελώς τον προβαλλόμενο ισχυρισμό. Ως εκ τούτου, η εσωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού δεν τεκμηριώνεται.

 

Όσον αφορά την εξωτερική αξιοπιστία, διαπιστώνεται ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή αποτελούν το μοναδικό αποδεικτικό μέσο προς υποστήριξη του αιτήματός του, χωρίς να υφίστανται άλλα ανεξάρτητα στοιχεία ή πηγές πληροφόρησης που να τους ενισχύουν. Ελλείψει τέτοιων στοιχείων και δεδομένης της ανεπάρκειας της εσωτερικής αξιοπιστίας του αφηγήματός του, δεν συντρέχουν λόγοι περαιτέρω διερεύνησης ή επιβεβαίωσης των ισχυρισμών μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης.  Για να καταστούν αποδεκτοί οι ισχυρισμοί του αιτητή, απαιτείται και συνοδεύονται από σαφή, λεπτομερή και εξατομικευμένα στοιχεία που να αποδεικνύουν τον ουσιώδη ισχυρισμό του αιτητή.  Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός στο σύνολό του.

 

Όλο το πιο πάνω ιστορικό στο οποίο στηρίζεται το αίτημα διεθνούς προστασίας που υπέβαλε ο αιτητής δεν παρουσιάζει οποιοδήποτε βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης στη χώρα καταγωγής του.  Ο αιτητής είχε την ευκαιρία στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία να προσκομίσει με το ορθό δικονομικό διάβημα οτιδήποτε θεωρούσε ότι έπρεπε να γνωρίζει το Δικαστήριο πράγμα που δεν έπραξε.  Όπως προκύπτει από το πιο πάνω ιστορικό, ο αιτητής δεν προώθησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα.

 

Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου):  «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής».

 

Είναι ξεκάθαρο τόσο από το προαναφερόμενο άρθρο, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (§37,38 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών). 

 

Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).

 

Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.

 

Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου, διαφαίνεται πως ο αιτητής δεν πληροί τις προϋποθέσεις για αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα (άρθρο 3, του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000). Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται επικουρική προστασία.

 

Η μελέτη των στοιχείων του διοικητικού φακέλου δεν στοιχειοθετούν τις προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000 για να παραχωρηθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.

 

Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1) του Ν. 6 (Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι».  Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19 του Ν. 6 (Ι)/2000, σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015, ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).

 

Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας.  Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.  

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας που συνέβησαν στη συνήθη περιοχή διαμονής του αιτητή, Plateau State με τελευταία ημερομηνία ενημέρωσης 28/05/2026, σημειώθηκαν συνολικά 297 περιστατικά ασφαλείας ("political violence"), που περιλαμβάνουν 85 περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, 44 περιστατικά μαχών, 9 εξεγέρσεις και 8 διαμαρτυρίες) με 713 ανθρώπινες απώλειες[1]. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με εκτίμηση του 2026, ο πληθυσμός της πολιτείας Plateau ανέρχεται περίπου σε 3,55 εκατομμύρια κατοίκους.[2]

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας (all events) που συνέβησαν στη συνήθη περιοχή διαμονής του αιτητή, με τελευταία ημερομηνία ενημέρωσης 28/05/2026, σημειώθηκαν συνολικά 339 περιστατικά ασφαλείας με 714 ανθρώπινες απώλειες[3]. Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με εκτίμηση του 2026, ο πληθυσμός της πολιτείας Plateau ανέρχεται περίπου σε 3,55 εκατομμύρια κατοίκους.[4]

 

Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED αναφορικά με τα περιστατικά ασφαλείας (political violence) που συνέβησαν στη συνήθη περιοχή καταγωγής του αιτητή στην πολιτεία Ebonyi, που είναι ο τόπος όπου γεννήθηκε και έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του με τελευταία ημερομηνία ενημέρωσης 28/05/2026, σημειώθηκαν συνολικά 20 περιστατικά ασφαλείας ("political violence"), που περιλαμβάνουν 4 περιστατικά βίας κατά αμάχων, εκρήξεις/απομακρυσμένη βία, 1 περιστατικό μαχών, 0 εξεγέρσεις και 2 διαμαρτυρίες), από τα οποία προκλήθηκαν 23 θάνατοι.[5] Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με εκτίμηση του 2026, ο πληθυσμός της πολιτείας Ebonyi ανέρχεται από περίπου 3,2 εκατομμύρια σε περισσότερα από 4,3 εκατομμύρια κατοίκους.[6]

 

Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στην περιοχή στην οποία αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του στην περιοχή.  Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, ενήλικας, υγιής, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, πλήρως ικανός προς εργασία και με υποστηρικτικό/οικογενειακό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.

 

Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447).  Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120).  Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για δέουσα έρευνα.

 

Από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και το σύνολο το στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, κρίνω ότι ακολουθήθηκε η ορθή διερευνητική διαδικασία και ορθώς η αίτηση του αιτητή για αναγνώριση καθεστώτος διεθνούς προστασίας δεν έχει γίνει αποδεκτή. Οι Καθ' ων η αίτηση, στα πλαίσια εξέτασης και αξιολόγησης του αιτήματος του αιτητή, συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα.  Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος ισχυρισμός περί έλλειψης δέουσας έρευνας, λανθασμένης αξιολόγησης κινδύνου και κατάστασης ασφαλείας της χώρας καταγωγής του αιτητή, εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολο του.  Επιπρόσθετα, από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου και από τον κατ’ ουσίαν έλεγχο που έχω διεξάγει, προκύπτει πως δεν μπορεί να χορηγηθεί στον αιτητή καθεστώς διεθνούς προστασίας, ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε για υποστήριξη του αιτήματός του.

 

Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι η προσφυγή του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση του αρμόδιου λειτουργού της Υπηρεσίας Ασύλου, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματός του, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι  απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας.

 

Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.

 

 

 

 

 

Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.



[1] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ (βλ. Πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 28/05/2025 – 28/05/2026, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: POLITICAL VIOLENCE (Battles / Violence against civilians / Riots / Protests) και ΠΕΡΙΟΧΗ: Nigeria-State Plateau) 

 

 

[2] ORTI. (2026). Where is Plateau State, Nigeria? Region, population & map 2026. Retrieved May 28, 2026, from orti.se

 

 

[3] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ (βλ. Πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 28/05/2025 – 28/05/2026, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: Battles / Violence against civilians / Riots / Protests και ΠΕΡΙΟΧΗ: Nigeria-State Plateau)

 

 

[4] ORTI. (2026). Where is Plateau State, Nigeria? Region, population & map 2026. Retrieved May 28, 2026, from orti.se

 

 

[5] ACLED - DISAGGREGATED DATA COLLECTION - ANALYSIS & CRISIS MAPPING PLATFORM, The Armed Conflict Location & Event Data Project, διαθέσιμο στον ακόλουθο διαδικτυακό σύνδεσμο https://acleddata.com/explorer/ (βλ. Πλατφόρμα Explorer, με χρήση των ακόλουθων στοιχείων ανάλυσης: ΧΡΟΝΙΚΗ ΠΕΡΙΟΔΟΣ: 28/05/2025 – 28/05/2026, ΤΥΠΟΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ: POLITICAL VIOLENCE (Battles / Violence against civilians / Riots / Protests) και ΠΕΡΙΟΧΗ: Nigeria-State Ebonyi)

 

 

[6] Ebonyi State Government. (n.d.). Ebonyi State Profile. Retrieved May 28, 2026, from Ebonyi State Profile

 

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο