ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υπόθεση Αρ. 388/2024
13 Μαΐου, 2026
[X. ΜΙΧΑΗΛΙΔΟΥ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
A.D.S.A.
Αιτητή
-και-
Κυπριακής Δημοκρατίας
μέσω του Διευθυντού της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η αίτηση
....................
Ο αιτητής εμφανίζεται ενώπιον του Δικαστηρίου
Ανδρέας Δημητρίου για Άγγελο Ιωάννου, Δικηγόρος για τον αιτητή
Νικόλαος Νικολάου, Δικηγόρος για τους καθ' ων η αίτηση
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: : Ο αιτητής προσφεύγει με την παρούσα αίτηση ακυρώσεως εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου ημερομηνίας 23/11/2023, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημά του για παραχώρηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από τον ευπαίδευτο συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω: Ο αιτητής είναι υπήκοος Καμερούν και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 27/06/2022, αφού εισήλθε παράνομα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές. Στις 29/06/2022, ο αιτητής παρέλαβε την Βεβαίωση Υποβολής Αιτήματος Διεθνούς Προστασίας («Confirmation of Submission of an Application for International Protection»).
Στις 09/11/2023, πραγματοποιήθηκε η συνέντευξη του αιτητή από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου (στο εξής αναφερόμενη ως «αρμόδιος λειτουργός»). Στις 18/12/2023, ο αρμόδιος λειτουργός ετοίμασε Έκθεση - Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τη συνέντευξη του αιτητή. Στη συνέχεια, ο Προϊστάμενος της Υπηρεσίας Ασύλου υιοθέτησε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης διεθνούς προστασίας του αιτητή και αποφάσισε την επιστροφή του στο Καμερούν.
Στις 31/01/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε επιστολή στην οποία συμπεριέλαβε την αιτιολόγηση της απόφασής της σχετικά με το αίτημα του αιτητή, η οποία παραλήφθηκε από τον ίδιον αυθημερόν. Ο αιτητής καταχώρισε αυτοπροσώπως την υπό εξέταση προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας στις 07/02/2024, αμφισβητώντας την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου.
Ο αιτητής, ο οποίος δεν εκπροσωπούνταν από δικηγόρο κατά την καταχώριση της προσφυγής του, προέβαλε ότι δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα καταγωγής του, καθώς η οικογένειά του διαβιεί σε πρόχειρες συνθήκες, δεν διαθέτει κατάλληλη στέγη και ο ίδιος αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες, δεδομένου ότι αποτελεί το μοναδικό πρόσωπο που τους στηρίζει οικονομικά, ενώ έχει μία αδελφή, έναν αδελφό και ένα παιδί. Κατόπιν σχετικής αίτησης τροποποίησης της προσφυγής, μετά το διορισμό συνηγόρου, εξέδωσα διάταγμα τροποποίησης ημερομηνίας 05/06/2026 και ακολουθήθηκε η δικαστική διαδικασία.
Ακολούθως, ο ευπαίδευτος συνήγορος του αιτητή, με τη γραπτή του αγόρευση, προωθεί τους πιο κάτω νομικούς ισχυρισμούς: 1) η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης δέουσας έρευνας, επικαλούμενος την εσφαλμένη αξιολόγηση των δηλώσεων του αιτητή και την παράλειψη αξιολόγησης των ισχυρισμών του περί εκβιασμού από τους αυτονομιστές, ενώ τονίζει ότι η ισχυριζόμενη παρελθούσα δίωξη και η μεταχείριση σε περίπτωση επιστροφής του παραβιάζουν το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και την αρχή της μη επαναπροώθησης, υποστηρίζοντας συγχρόνως επικουρικά ότι θα έπρεπε να υπαχθεί στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, 2) η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω πλάνης περί τα πράγματα, κατάχρησης εξουσίας και αντίθεσης με το Νόμο, καθώς αφενός δεν τέθηκαν οι απαιτούμενες διευκρινιστικές ερωτήσεις και αφετέρου η αξιολόγηση της αξιοπιστίας υποστηρίζεται ότι είναι εσφαλμένη, 3) η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει λόγω έλλειψης επαρκούς αιτιολογίας και 4) παραβιάστηκαν οι διαδικασίες της συνέντευξης και το δικαίωμα σε διερμηνεία, δεδομένου ότι η συνέντευξη διεξήχθη χωρίς την παρουσία διερμηνέα. Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου ο συνήγορος του αιτητή απέσυρε όλους τους ισχυρισμούς, προωθώντας μόνο το νομικό ισχυρισμό περί έλλειψης δέουσας έρευνας εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Κατά συνέπεια, οι νομικοί ισχυρισμοί που αποσύρθηκαν, απορρίφθηκαν από το Δικαστήριο κατά την ίδια δικάσιμο.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση, μέσω της γραπτής του αγόρευσης, υποστηρίζει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης και αναφέρει ότι αυτή λήφθηκε ορθά και νόμιμα, κατόπιν δέουσας έρευνας και ορθής άσκησης των εξουσιών που παρέχει ο νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση, αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης, χωρίς να εμφιλοχωρήσει οποιαδήποτε πλάνη, και ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη, ενώ, ως προς τη μη παρουσία διερμηνέα, υποστήριξε ότι η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε σε γλώσσα κατανοητή για τον αιτητή. Επιπροσθέτως, υποστηρίζει ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του που θεμελιώνουν το αίτημα του για παραχώρηση διεθνούς προστασίας, καθώς δεν απέδειξε βάσιμο φόβο δίωξης για κάποιον από τους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου, ώστε να του αναγνωρισθεί το καθεστώς του πρόσφυγα, ούτε απέδειξε ότι δύναται να του χορηγηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Κατά συνέπεια, εισηγείται ότι η υπό εξέταση προσφυγή θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο και να επικυρωθεί η προσβαλλόμενη απόφαση.
Θα πρέπει να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τον περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση και επί της ουσίας. Το γεγονός αυτό, οφείλεται στο ότι η υπό εξέταση υπόθεση αφορά αίτηση που χρονικά εμπίπτει στις προϋποθέσεις του άρθρου 11 του περί Ίδρυσης και Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018 (Ν.73(Ι)/2018), οι οποίες δίδουν στο Δικαστήριο την υποχρέωση ελέγχου νομιμότητας και ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ορθά απέρριψε το αίτημα του αιτητή για χορήγηση καθεστώτος διεθνούς προστασίας. Θεωρώ χρήσιμο να καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που πρόβαλε ο αιτητής σε όλα τα στάδια της εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν το αρμόδιο όργανο αποφάσισε μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της σχετικής νομοθεσίας και αν εξέδωσε δεόντως αιτιολογημένη απόφαση.
Ο αιτητής, κατά την υποβολή του αιτήματος διεθνούς προστασίας, δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, καθώς διώχθηκε και φυλακίστηκε για ένα έγκλημα το οποίο δεν είχε διαπράξει, ενώ παρέμεινε ασφαλής χάρη σε μία φύλακα, η οποία, αφού έμαθε την ιστορία του, τον βοήθησε. Πρόσθεσε ότι οι αυτονομιστές απαιτούν από αυτόν να τους συνδράμει οικονομικά, προκειμένου να στηρίξει τον εξελισσόμενο πόλεμο στο βόρειο και νοτιοδυτικό Καμερούν. Ανέφερε, επίσης, ότι η φύλακας τον απείλησε να μην επιστρέψει, καθώς τον βοήθησε να αποδράσει από τη φυλακή.
Όσον αφορά το ταξίδι του προς τη Δημοκρατία, αξίζει να σημειωθεί ότι εγκατέλειψε τη χώρα του την 01/11/2017 από το αεροδρόμιο της Douala, χωρίς να αντιμετωπίσει κάποιο πρόβλημα, και εισήλθε στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, όπου διέμεινε για διάστημα πέντε ετών, κατά τη διάρκεια των οποίων σπούδαζε και εργαζόταν (ερυθρά 31, 27 1x 2x του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με την κατάσταση της υγείας του, δήλωσε ότι είχε διαγνωστεί με σύφιλη και ότι έχει λάβει σχετική θεραπευτική αγωγή (ερυθρό 32 6x του διοικητικού φακέλου).
Πρόσθεσε ότι της εξήγησε την κατάσταση και ότι δεν θα έπρεπε να είχε μεταφερθεί εκεί, ενώ εκείνη τον ρώτησε αν είχε διαπράξει κάποιο έγκλημα, επί του οποίου απάντησε αρνητικά. Στη συνέχεια, η φύλακας του είπε ότι θα τον βοηθήσει και τον ρώτησε αν μπορούσε να επικοινωνήσει με κάποιον. Κατόπιν, ανέφερε ότι κάλεσε την αδελφή του και ότι η φύλακας του είπε πως θα τον βοηθήσει, αν και αυτό ήταν επικίνδυνο για την ίδια. Δήλωσε ότι, με αυτόν τον τρόπο, κατάφερε να αφεθεί ελεύθερος, ενώ η φύλακας τον προειδοποίησε ότι θα έπρεπε να ταξιδέψει σε διαφορετική περιοχή, διαφορετικά θα συλλαμβανόταν εκ νέου. Για τον λόγο αυτό, επέλεξε να μεταβεί στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, καθώς αυτό ήταν η ευκολότερη επιλογή (ερυθρό 27 5x του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να αναφέρει τι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του, δήλωσε ότι θα συλληφθεί και ότι οι αυτονομιστές συνιστούν απειλή για τον ίδιο, προσθέτοντας ότι η φύλακας του είχε αναφέρει πως, εάν δεν ταξίδευε εκτός χώρας, θα αντιμετώπιζε πρόβλημα (ερυθρό 22 του διοικητικού φακέλου).
Κατά το στάδιο των διευκρινιστικών ερωτήσεων, δόθηκε η ευκαιρία στον αιτητή, μέσω πρόσθετων ερωτήσεων, να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και του τέθηκαν ερωτήματα σχετικά με το περιστατικό της σύλληψης του. Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τα γεγονότα που οδήγησαν στη σύλληψη του, απάντησε ότι, ενώ βρισκόταν στη Bafia για να πουλήσει εμπορεύματα που είχε παραλάβει από το Dubai, ξέσπασε ο πόλεμος και έφτασε στην αγορά ο στρατός με τεθωρακισμένο όχημα, με αποτέλεσμα να τρέξει και να χάσει το πορτοφόλι του, στο οποίο βρισκόταν και η ταυτότητα του (ερυθρό 26 3x του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζήτησε ο λειτουργός να αναφέρει το χρόνο που συνέβη το εν λόγω περιστατικό, απάντησε ότι δεν θυμάται την ακριβή ημερομηνία, αλλά ότι έλαβε χώρα πρωινές ώρες, ημέρα Τρίτη, περί τα τέλη Ιουλίου 2017 (ερυθρό 26 4x του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τη σύλληψη του, δήλωσε ότι τον Αύγουστο του 2017, ενώ κατευθυνόταν προς τη Douala και βρίσκονταν σε εξέλιξη συλλήψεις, το λεωφορείο στο οποίο επέβαινε σταμάτησε για έλεγχο, του ζητήθηκε να επιδείξει το δελτίο της ταυτότητάς του και επειδή δεν το παρουσίασε καθώς το είχε απωλέσει, συνελήφθη (ερυθρό 26 του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς πόσα άτομα από το στρατό μπήκαν στο λεωφορείο, απάντησε ότι επρόκειτο για σημείο ελέγχου (ερυθρό 26 του διοικητικού φακέλου) που βρισκόταν στο δρόμο προς τη Douala, αφού περάσει κανείς την περιοχή Mutengene (ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως, ανέφερε ότι, όταν έφτασαν στο σημείο ελέγχου, το λεωφορείο σταμάτησε και ένα άτομο εισήλθε σε αυτό για να ελέγξει τις ταυτότητες, ενώ, όταν του ζητήθηκε να περιγράψει την ενδυμασία του εν λόγω ατόμου, απάντησε ότι φορούσε μαύρα, αλλά δεν μπορούσε να διακρίνει αν επρόκειτο για χωροφυλακή ή αστυνομία, καθώς και οι δύο φέρουν μαύρα (ερυθρό 26 5x του διοικητικού φακέλου). Ερωτηθείς τι συνέβη αφού διαπιστώθηκε ότι δεν είχε την ταυτότητα του, απάντησε ότι του μίλησαν κυρίως στα γαλλικά και του ζήτησαν να κατέβει και στη συνέχεια περίμενε μαζί με άλλα άτομα για περίπου 45 λεπτά, μέχρι που έφτασε ένα όχημα τύπου Hilux, στο οποίο τους επιβίβασαν στο πίσω μέρος και τους μετέφεραν στην κεντρική φυλακή της Buea (ερυθρό 26-25 του διοικητικού φακέλου). Κληθείς να αναφέρει πόσο χρόνο διήρκησε η μεταφορά στη φυλακή, απάντησε ότι διήρκησε 45 λεπτά (ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου).
Περαιτέρω, του τέθηκαν ερωτήματα αναφορικά με την κράτηση του στη φυλακή και τις συνθήκες που αντιμετώπισε. Ανέφερε ότι, όταν έφτασαν στη φυλακή, δεν επρόκειτο για ένα καλό περιβάλλον και ότι γνώρισε πολλά άτομα που δεν είχαν διαπράξει κανένα αδίκημα, ενώ όταν ρώτησε ορισμένους εξ αυτών γιατί είχαν συλληφθεί, του απάντησαν ότι δεν υπήρχε συγκεκριμένος λόγος και ότι επρόκειτο για μαζικές συλλήψεις (ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει το μέρος που κρατούνταν, απάντησε ότι τον κράτησαν στη γενική πτέρυγα, που μπαίνοντας είχε ένα στενό μονοπάτι, έσπρωχνες τη πόρτα, όπου υπήρχαν πολλά άτομα (ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου). Διευκρίνισε πως στον ανοιχτό χώρο είχε περίπου χίλια άτομα (ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει μία ημέρα στη φυλακή, ανέφερε ότι κάποιοι έπαιζαν ποδόσφαιρο και έκαναν αστεία, άλλοι ασχολούνταν με χειρωνακτικές εργασίες, όπως ράψιμο παπουτσιών, υπήρχαν εντάσεις σε καθημερινή βάση και τους παρείχαν φαγητό μία φορά την ημέρα (ερυθρό 25 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τους φύλακες, ανέφερε ότι μετακινούνταν εντός της φυλακής και ότι οι περισσότεροι μιλούσαν γαλλικά (ερυθρό 24 3x του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τη στολή τους, απάντησε ότι ήταν καφέ (ερυθρό 24 4x του διοικητικού φακέλου). Ανέφερε επίσης ότι δεν διεξήχθη κάποια δίκη και ότι δεν διαθέτει σχετικά έγγραφα, καθώς η φύλακας τον φυγάδευσε κατά τη διάρκεια της νύχτας (ερυθρό 24 του διοικητικού φακέλου).
Ακολούθως, του τέθηκαν ερωτήματα αναφορικά με την απόδραση του από τη φυλακή. Σχετικά με αυτό, ανέφερε ότι μίλησε με μία γυναίκα, η οποία τον ρώτησε γιατί βρισκόταν εκεί και της εξήγησε ότι δεν είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα, αλλά ότι δεν είχε την ταυτότητα του, την οποία είχε απωλέσει στην αγορά, ενώ όταν τον ρώτησε αν είχε εμπλακεί σε οτιδήποτε άλλο, απάντησε αρνητικά. Πρόσθεσε ότι εκείνη επικοινώνησε με την αδελφή του και περίπου μία εβδομάδα αργότερα, του ανέφερε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψει τη χώρα, καθώς η ίδια θα διέτρεχε κίνδυνο εάν τον βοηθούσε να αποδράσει (ερυθρό 24 του διοικητικού φακέλου). Ισχυρίστηκε πως γνώρισε τη φύλακα κατά τη διάρκεια της κράτησης του, καθώς εκείνη εργαζόταν συνήθως απογευματινές ώρες και καταγόταν από την αγγλόφωνη περιοχή, ενώ σε επαναληπτική ερώτηση αναφορικά με το χρονικό διάστημα της γνωριμίας τους, ανέφερε ότι την γνώρισε περίπου ένα έως δύο μήνες μετά και ότι εκείνη τον έβλεπε σε τακτική βάση (ερυθρό 24 1x του διοικητικού φακέλου).
Σε σχετικά ερωτήματα αναφορικά με το προφίλ της φύλακα, απάντησε ότι δεν γνωρίζει το όνομα της, ενώ, όταν του ζητήθηκε να την περιγράψει, ανέφερε ότι ήταν στο ίδιο ύψος και με παρόμοιο χρώμα δέρματος με τον ίδιο, είχε μεγάλους γοφούς και ξυρισμένο κεφάλι (ερυθρό 24 του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει τι φορούσε, απάντησε ότι φορούσε ένα καφέ φόρεμα με μεγάλες τσέπες και ένα πράσινο ή καφέ καπέλο (ερυθρό 24 του διοικητικού φακέλου). Αναφορικά με τον λόγο που τον βοήθησε να αποδράσει, απάντησε ότι είχε ακούσει πολλές ιστορίες και ότι ήταν ευγενικός άνθρωπος, ενώ πρόσθεσε ότι άτομα είχαν αποβιώσει στη φυλακή και ότι ρώτησε την αδελφή του αν είχε πληρώσει κάποιο ποσό αλλά εκείνη του είπε ότι δεν είναι σημαντικό να γνωρίζει (ερυθρό 24 2x του διοικητικού φακέλου).
Όταν του ζητήθηκε να περιγράψει την απόδρασή του, απάντησε ότι ένα βράδυ Παρασκευής η φύλακας τον ξύπνησε, του έκανε νόημα να την ακολουθήσει ανάμεσα από τα κτίσματα εντός της φυλακής και τον οδήγησε έξω, προσθέτοντας ότι ήταν τρία τα άτομα που άφησε να φύγουν, τους υπέδειξε τη διαδρομή που έπρεπε να ακολουθήσουν και ότι τους περίμενε ένα αυτοκίνητο (ερυθρό 23 3x του διοικητικού φακέλου). Ακολούθως, ανέφερε ότι πέρασε τη νύχτα εκεί και ότι την επόμενη ημέρα η αδελφή του του έστειλε όχημα, προκειμένου να μεταβεί στην Yaoundé (ερυθρό 23 του διοικητικού φακέλου).
Επιπρόσθετα, ερωτήθηκε ο αιτητής πως κατάφερε να αναχωρήσει από το αεροδρόμιο της χώρας του και να ανανεώσει το διαβατήριο του μετά τα εν λόγω περιστατικά και απάντησε πως φοβάται ότι η φύλακας τον βοήθησε να αποδράσει παράνομα, αλλά έλαβε τα απαραίτητα μέτρα ώστε σε περίπτωση επιστροφής, να είναι ασφαλής, ενώ πρόσθεσε ότι το όνομα του είναι καταχωρημένο ως κρατούμενος και πως όταν καταγραφεί στο σύστημα πως δεν βρίσκεται πλέον εκεί, ενδέχεται να τον εντοπίσουν και η φύλακας να αντιμετωπίσει προβλήματα (ερυθρό 23 1x του διοικητικού φακέλου).
Του ζητήθηκε να εξηγήσει την αναφορά του στην αίτηση καταγραφής ότι οι αυτονομιστές του ζητούν χρήματα, κάτι στο οποίο δεν είχε αναφερθεί κατά τη διάρκεια της προσωπικής του συνέντευξης, επί του οποίου απάντησε ότι πίστευε πως θα ερωτηθεί σχετικά, καθώς είχε ερωτηθεί για την κυβέρνηση, ενώ πρόσθεσε ότι ενοχλούν τον νεότερο αδελφό του (ερυθρό 23 2x του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να παράσχει επιπλέον πληροφορίες επί αυτού, απάντησε ότι οι αυτονομιστές γνωρίζουν ότι βρίσκεται στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές και ότι επικοινώνησαν μαζί του τηλεφωνικά, ζητώντας του χρήματα για να υποστηρίξει τον αγώνα τους, ενώ πρόσθεσε ότι έχουν παρενοχλήσει και άλλα άτομα που βρίσκονται εκτός της χώρας και ότι σε περίπτωση μη συνεργασίας, μεταβαίνουν στις οικίες τους (ερυθρό 23 του διοικητικού φακέλου). Όταν του ζητήθηκε να προσκομίσει τα μηνύματα που έλαβε, απάντησε ότι επρόκειτο για μήνυμα προσωρινής διάρκειας, ενώ, όταν ερωτήθηκε πως οι αυτονομιστές γνωρίζουν ότι βρίσκεται στις μη ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, αλλά ότι ενδέχεται να λαμβάνουν πληροφορίες από το χωριό του (ερυθρό 22 του διοικητικού φακέλου). Πρόσθεσε επίσης ότι άρχισαν να απαιτούν χρήματα όταν βρισκόταν στο camp, ενώ, όταν ερωτήθηκε για ποιο λόγο τα ζήτησαν πέντε χρόνια μετά την αναχώρηση του, απάντησε ότι δεν γνωρίζει, αναφέροντας ότι κάποιοι άρχισαν τότε να συμμετέχουν στον αγώνα και ότι η ευρύτερη οικογένεια του μετέβη στη Νιγηρία για να προμηθευτεί όπλα (ερυθρό 22 του διοικητικού φακέλου). Τέλος, ερωτηθείς σχετικά με τη δυνατότητα εγκατάστασής του σε άλλη περιοχή του Καμερούν, απάντησε ότι θα μπορούσε να μεταβεί μόνο στο γαλλόφωνο τμήμα της χώρας, αλλά ότι θα ήταν δύσκολο να παραμείνει εκεί, καθώς δεν μιλά γαλλικά (ερυθρό 22 του διοικητικού φακέλου).
Αναφορικά με τον πρώτο ισχυρισμό του αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός τον αξιολόγησε ως εσωτερικά και εξωτερικά αξιόπιστο και τον έκανε δεκτό, αποδεχόμενος τα στοιχεία του προφίλ του, καθώς κρίθηκε ότι ο αιτητής απάντησε σε όλα τα ερωτήματα με ακρίβεια και επαρκείς πληροφορίες και ότι αυτές επιβεβαιώνονται από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης.
Αναφορικά με τον δεύτερο ισχυρισμό, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή διακρίνονταν από έλλειψη ικανοποιητικών και επαρκών πληροφοριών, ενώ παρατηρήθηκαν αντιφάσεις και έλλειψη ευλογοφάνειας. Ως προς την εσωτερική αξιοπιστία, ο λειτουργός έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή περί της φυλακής στην οποία κρατούνταν στερούνταν επαρκών πληροφοριών, καθώς αναμενόταν, δεδομένου του χρονικού διαστήματος παραμονής του, να μπορεί να περιγράψει με ακρίβεια και λεπτομέρειες τον χώρο. Κρίθηκε, επιπλέον, ότι υπήρξε έλλειψη χρονικής συνοχής στα λεγόμενα του, καθώς αφενός ανέφερε ότι κρατήθηκε για 3-4 μήνες και αφετέρου για 1-2 μήνες. Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς την απόδραση του κρίθηκαν ότι στερούνταν επαρκών λεπτομερειών, αφού αναμενόταν να μπορεί να περιγράψει τη διαδρομή που ακολούθησε για να εξέλθει της φυλακής, καθώς και τη διαδρομή εκτός αυτής και τον τρόπο με τον οποίο διέφυγε από τους φύλακες. Ο λειτουργός έκρινε επίσης ότι οι δηλώσεις του αιτητή αναφορικά με την κράτηση του στερούνταν ευλογοφάνειας, καθώς ήταν εύλογα αναμενόμενο, δεδομένης της κράτησής του, να μην είναι δυνατή η αναχώρηση του από τη χώρα. Εν κατακλείδι, έκρινε ότι οι δηλώσεις του αιτητή ήταν αντιφατικές σε σχέση με την αίτηση καταγραφής, στην οποία είχε αναφερθεί σε προβλήματα με τους αυτονομιστές. Κατά συνέπεια, η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού δεν έγινε αποδεκτή.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού, ο αρμόδιος λειτουργός παρατήρησε ασυνέπεια μεταξύ των δηλώσεων του αιτητή ως προς το περιστατικό κατά το οποίο έχασε το πορτοφόλι του, αναφέροντας ότι ο στρατός του Καμερούν εισήλθε στη Bafia, ενώ οι διαθέσιμες πηγές πληροφόρησης δεν καταγράφουν περιστατικά που να συνάδουν με την εν λόγω περιγραφή. Ακολούθως, στη βάση διαθέσιμων πληροφοριών για την κατάσταση στο αγγλόφωνο Καμερούν, έκρινε δεδομένου του ότι ο αιτητής υπέπεσε σε αντιφάσεις, ασυνέπειες, έλλειψη ευλογοφάνειας, χρονικής συνοχής και επαρκών πληροφοριών και λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν υπάρχουν εξωτερικά στοιχεία που να υποστηρίζουν τον εν λόγω ισχυρισμό, ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Κατόπιν, ο αρμόδιος λειτουργός προέβη στην αξιολόγηση του κινδύνου σε περίπτωση επιστροφής του αιτητή. Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, έκρινε ότι ο αιτητής αναμένεται να επιστρέψει στη Muyuka της Νοτιοδυτικής Περιφέρειας του Καμερούν και στη βάση διαθέσιμων πηγών πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφάλειας στην εν λόγω περιοχή, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι συντρέχουν εύλογοι λόγοι ώστε να γίνει δεκτό ότι, σε περίπτωση επιστροφής του, ο αιτητής θα υποστεί δίωξη ή σοβαρή βλάβη λόγω της κατάστασης ασφάλειας.
Κατά τη νομική ανάλυση στην οποία προέβη ο λειτουργός, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι από τους ισχυρισμούς του αιτητή δεν στοιχειοθετείται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, όπως προνοείται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000. Περαιτέρω, εξετάζοντας τον πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη υπό την έννοια του άρθρου 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000, ο λειτουργός κατέληξε ότι στις αγγλόφωνες περιοχές στις οποίες διέμενε ο αιτητής παρατηρείται εσωτερική ένοπλη σύρραξη και, ως απότοκο αυτής, καταγράφονται περιστατικά αδιάκριτης άσκησης βίας. Στη συνέχεια, εφαρμόζοντας την απόφαση του ΔΕΕ στην υπόθεση Elgafaji, ο λειτουργός, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαίτερες περιστάσεις του αιτητή ως άμαχου, ενήλικου, μορφωμένου άνδρα νεαρής ηλικίας, χωρίς προβλήματα υγείας και ενόψει της ύπαρξης υποστηρικτικού δικτύου στη χώρα καταγωγής του, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι δεν στοιχειοθετούνται εύλογοι λόγοι ώστε να θεωρηθεί ότι θα υποστεί οποιαδήποτε μορφή σοβαρής βλάβης σε περίπτωση επιστροφής του. Ως εκ τούτου, κατέληξε ότι ο αιτητής δεν δύναται να υπαχθεί ούτε σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας και, συνεπώς, το αίτημα του απορρίφθηκε στο σύνολό του. Το περιεχόμενο της υπό αναφορά Έκθεσης-Εισήγησης υιοθετήθηκε από τον αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών, λειτουργό που εκτελεί καθήκοντα Προϊσταμένου της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος και απέρριψε το αίτημα του αιτητή.
Στα πλαίσια εξέτασης της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, προχωρώ να εξετάσω κατ' ουσίαν το αίτημα του αιτητή λαμβάνοντας υπόψη βεβαίως όλα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους του, αλλά και από τη συνήγορο που εκπροσωπεί τους καθ' ων η αίτηση. Με τον πρώτο ουσιώδη ισχυρισμό, ο οποίος ορθά έγινε αποδεκτός, δεν θεωρώ αναγκαίο να ασχοληθώ. Αναφορικά με το δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό, θα πρέπει να αναφέρω πως διαφαίνεται από το αφήγημά του ότι ο αιτητής δεν ήταν σε θέση να προβάλει τον ισχυρισμό του με συνέπεια και λεπτομέρεια, αφού δεν παρουσίασε με τρόπο συνεκτικό και λεπτομερή τα όσα αφορούν τον πυρήνα του αιτήματός του. Ειδικότερα, κρίνω ότι ευλόγως διαπιστώθηκε έλλειψη επαρκών και συγκεκριμένων πληροφοριών ως προς τον χώρο κράτησής του, παρά τη φερόμενη πολύμηνη παραμονή του εκεί. Περαιτέρω, διακρίνω έλλειψη χρονικής συνοχής στις δηλώσεις του αναφορικά με τη διάρκεια της κράτησής του, καθώς προέβη σε αντικρουόμενες αναφορές. Επιπλέον, κρίνω ότι οι ισχυρισμοί του περί απόδρασης παρέμειναν γενικοί και αόριστοι, εφόσον δεν παρασχέθηκαν ουσιώδεις λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο και τη διαδρομή διαφυγής του. Ομοίως, ευλόγως κρίνονται ότι οι ισχυρισμοί του στερούνταν ευλογοφάνειας, δεδομένου ότι υπό τις περιστάσεις που επικαλέστηκε δεν προέκυπτε πώς κατέστη δυνατή η αναχώρησή του από τη χώρα. Τέλος, διακρίνω ότι οι δηλώσεις του παρουσίαζαν αντιφάσεις σε σχέση με την αίτηση καταγραφής του, στην οποία είχε αναφερθεί σε προβλήματα με αυτονομιστές. Ενόψει των ανωτέρω δεδομένων διαπιστώνω πως η εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του δεν τεκμηριώθηκε.
Σε σχέση με την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του αιτητή αναφορικά με τη σύλληψη και απόδραση του, η Διεθνής Αμνηστία, για το αντίστοιχο χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρθηκε ο αιτητής, καταγράφει ότι, τουλάχιστον 500 άτομα παρέμειναν υπό κράτηση σε υπερπλήρεις εγκαταστάσεις κράτησης, κατόπιν μαζικών αυθαίρετων συλλήψεων στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ενώ πολλοί τραυματισμένοι διαδηλωτές διέφυγαν από τα νοσοκομεία για να αποφύγουν τη σύλληψη.[1] Η ίδια πηγή αναφέρει ότι ορισμένοι από τους συλληφθέντες έχουν κατηγορηθεί για αποσχιστική δράση, ενώ άλλοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες όπως μη κατοχή εγγράφων ταυτότητας, καταστροφή δημόσιας περιουσίας ή μη συμμόρφωση με εντολές του κυβερνήτη. Μερικοί έχουν ήδη προσαχθεί ενώπιον των δικαστηρίων. Άλλοι αφέθηκαν ελεύθεροι κατόπιν καταβολής δωροδοκιών, με οικογένειες στη Buea να αναφέρουν ότι κατέβαλαν σε μέλη της αστυνομίας περίπου 60 USD για κάθε κρατούμενο μέλος της οικογένειας.[2] Το USDOS στην ετήσια έκθεση του για το 2017 αναφέρει ότι η αύξηση του αριθμού των προφυλακισμένων οφείλεται σε μεγάλο βαθμό σε μαζικές συλλήψεις αγγλόφωνων ακτιβιστών και ατόμων που κατηγορούνται ότι υποστηρίζουν τη Boko Haram.[3]
Συνεπώς, σε ένα βαθμό επιβεβαιώνεται εξωτερικά ο ισχυρισμός του αιτητή αλλά διαφαίνεται πως δεν κατάφερε να τεκμηριώσει στο σύνολό τους την εξωτερική αξιοπιστία των δηλώσεών του. Κατά συνέπεια, με δεδομένο ότι ο αιτητής δεν κατάφερε να τεκμηριώσει ούτε την εσωτερική αξιοπιστία του ισχυρισμού του, εφόσον προέβη σε αοριστίες, γενικές αλλά και αντιφατικές αναφορές κατά το αφήγημά του, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000 προβλέπει πως (υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου): «Ως πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο που, λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγενείας του και δεν είναι σε θέση, ή, λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής […]».
Είναι ξεκάθαρο τόσο από το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, όσο και από το άρθρο 1 Α της Σύμβασης της Γενεύης του 1951 για το Καθεστώς των Προσφύγων, πως για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο, πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση (Βλ. σχ. παρ.37 και 38 του Εγχειριδίου για τις Διαδικασίες και τα Κριτήρια Καθορισμού του Καθεστώτος των Προσφύγων, της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών).
Ως νομολογιακά έχει κριθεί, γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί, καθώς και ισχυρισμοί για κίνδυνο ζωής χωρίς στοιχειοθετημένες και τεκμηριωμένες αναφορές, δεν θεμελιώνουν βάσιμο φόβο δίωξης ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης, ώστε να ισοδυναμεί με εκείνη της προσβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου από τα οποία δεν χωρεί παρέκκλιση και δεν στοιχειοθετεί περιστάσεις, οι οποίες λαμβανομένης υπόψη της εξατομικευμένης κατάστασης του αιτητή να συνιστούν απειλή έτσι ώστε ευλόγως να δύναται να θεωρηθεί ότι ο αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης (βλ. απόφασή στην υπόθεση υπ' αριθμόν 121/20, A.S.R. v. Κυπριακή Δημοκρατία, ημερομηνίας 31/7/2020).
Βάσει της ανωτέρω ανάλυσης στο σύνολό της, κρίνω ότι δεν υπάρχει κάποιος βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του. Κατά συνέπεια, προκύπτει πως ορθά αποφασίστηκε από την Υπηρεσία Ασύλου, ότι δεν συντρέχουν στο πρόσωπο του αιτητή εκείνα τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία που στοιχειοθετούν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 3(1) του Περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία που έχω αναλύσει ανωτέρω, ορθά κρίθηκε από τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19 του Ν. 6(Ι)/2000, για να παρασχεθεί στον αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αναφορικά με τον κίνδυνο να υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα καταγωγής του.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν. 6(Ι)/2000, «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν. 6 (Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής ή εκτέλεσης βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (Βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. v. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/2012, ημερομηνίας 22/9/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Ο αρμόδιος λειτουργός, διεξήγαγε έρευνα για την κατάσταση ασφαλείας στον τόπο διαμονής του αιτητή, από την οποία προέκυψε ότι δεν υφίστατο εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετώπιζε δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Ως εκ τούτου, κρίθηκε πως δεν πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραχώρηση καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας, όπως έχω αναφέρει και πιο πάνω. Σε κάθε περίπτωση, διεξήγαγα περαιτέρω έρευνα σχετικά με την κατάσταση ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του αιτητή, σε πρόσφατες πηγές πληροφόρησης, στα πλαίσια βεβαίως της ex nunc δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και προς εκπλήρωση της υποχρέωσης του Δικαστηρίου για έλεγχο της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης.
Αναφορικά με τη γενική επικρατούσα κατάσταση στη χώρα καταγωγής του αιτητή, η Ύπατη Αρμοστεία των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες (UNHCR) ανέφερε τον Σεπτέμβριο ότι του 2024 «το Καμερούν αντιμετωπίζει μια πολυδιάστατη ανθρωπιστική και προστατευτική κρίση που προκαλείται από συγκρούσεις, διακοινοτική βία και τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής».[4] Άλλη πηγή πληροφόρησης αναφέρει ότι το Καμερούν εξακολουθεί να επηρεάζεται από δύο κύριες συγκρούσεις: τη σύγκρουση στη Λίμνη Τσαντ στον Βορρά Άπω (Far North) και την εσωτερική κρίση στις περιοχές Northwest και Southwest (NWSW).[5] Η Human Rights Watch (HRW) έκανε αναφορές σε αυξανόμενη τάση περιορισμών στην ελευθερία της έκφρασης στο Καμερούν, η οποία αναδύεται ενόψει των προεδρικών εκλογών του 2025.[6] Ομοίως, μετά από επίσκεψη στο Καμερούν τον Αύγουστο του 2024, το Γραφείο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα (OHCHR) εξέφρασε «σοβαρές ανησυχίες σχετικά με τους περιορισμούς στην ελευθερία της έκφρασης και του συνεταιρίζεσθαι, καθώς και στο δικαίωμα ειρηνικής συνάθροισης».[7]
Αναφορικά με τη κατάσταση ασφαλείας στη περιοχή καταγωγής του αιτητή στη Muyuka, της Νοτιοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν, εξωτερική πηγή πληροφόρησης αναφέρει ότι, στις περιοχές Northwest και Southwest, ευρέως γνωστές ως οι Αγγλόφωνες περιοχές, οι συγκρούσεις μεταξύ των κυβερνητικών δυνάμεων και των αυτονομιστών μαχητών συνεχίζονται από το 2017, όταν οι αυτονομιστές επιχείρησαν να εγκαθιδρύσουν ανεξάρτητο κράτος.[8]
Σύμφωνα με επικαιροποιημένες πηγές πληροφόρησης, η κατάσταση ασφαλείας παρέμεινε ευμετάβλητη, ασταθής και εχθρική ως προς την άσκηση των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ελευθεριών, λόγω της συνεχιζόμενης σύγκρουσης που επηρεάζει πληθυσμούς στις περιοχές Far North, Northwest και Southwest του Καμερούν. Ο αντίκτυπος της σύγκρουσης και των παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου παρέμεινε αμετάβλητος κατά τη διάρκεια των τελευταίων δύο ετών, χωρίς ουσιαστικές βελτιώσεις όσον αφορά την προστασία των αμάχων, την ασφάλεια ή την πρόσβαση σε υπηρεσίες. Κατά την πιο πρόσφατη περίοδο, οι συνθήκες επιδεινώθηκαν. […] Οι άνδρες και τα αγόρια, από την άλλη πλευρά, υφίστανται παραβιάσεις της σωματικής τους ακεραιότητας, συμπεριλαμβανομένων παράνομων συλλήψεων και αυθαίρετων κρατήσεων, ιδίως στις περιοχές Northwest και Southwest. Οι ένοπλες επιθέσεις και ο φόβος ανασφάλειας, καθώς και η αναζήτηση κοινωνικών υποδομών όπως σχολεία και στέγαση, αποτελούν άμεσες αιτίες μετακινήσεων πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων εκκρεμοειδών μετακινήσεων μεταξύ των δύο περιοχών. Το μεγαλύτερο μέρος των υποδομών στις αγροτικές περιοχές, όπως σχολεία, νοσοκομεία, αγορές και κατοικίες, έχει καταστραφεί σκόπιμα από NSAGs και, σύμφωνα με αναφορές, και από SSFs, με αποτέλεσμα ο άμαχος πληθυσμός να αναγκάζεται να μετακινηθεί σε αστικές περιοχές αναζητώντας αυτές τις βασικές υπηρεσίες.[9]
Αναφορικά με τον αριθμό των περιστατικών, συμπεριλαμβανομένων απωλειών αμάχων, στη Νοτιοδυτική περιφέρεια, πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι η κατάσταση ασφάλειας εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αυξημένη εγκληματική δραστηριότητα, εισβολές NSAGs σε αστικά κέντρα, επιθέσεις κατά των State Security Forces, απειλές κατά αμάχων και χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών (IEDs) από NSAGs.[10] Το Global Protection Cluster κατέγραψε αύξηση των παραβιάσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων τον Ιούλιο του 2024, με τις SSFs να διεξάγουν επιχειρήσεις «περικύκλωσης και έρευνας» που οδήγησαν σε επτά περιστατικά αυθαίρετων συλλήψεων, επηρεάζοντας 303 θύματα, ενώ οι NSAGs εγκατέστησαν περισσότερα παράνομα σημεία ελέγχου για να εκβιάζουν χρήματα και να απαγάγουν αμάχους για λύτρα.[11] Η ίδια πηγή αναφέρει ότι οι συχνότερες παραβιάσεις που καταγράφηκαν ήταν αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις, σωματικές επιθέσεις ή κακομεταχείριση και δολοφονίες.[12] Ο μεγαλύτερος αριθμός παραβιάσεων μεταξύ Ιουλίου και Σεπτεμβρίου 2024 «καταγράφηκε στη Buea (457 θύματα) και στη Muyuka (199 θύματα), αμφότερες στη Fako division της South-West region, ακολουθούμενες από τη Meme επίσης στη SW region και στη συνέχεια από τη Mezam στη North-West region».[13] Σύμφωνα με πηγές που συμβουλεύτηκε το DRC, μεταξύ Ιανουαρίου και Μαρτίου 2024, οι κύριες παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που αναφέρθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό περιλάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις και παράνομες κρατήσεις, βασανιστήρια και απάνθρωπη μεταχείριση, κλοπές, απαγωγές με οικονομικά κίνητρα και εμπορία ανθρώπων, καθώς και έμφυλη βία (GBV).[14] Το DRC κατέγραψε 55 περιστατικά προστασίας και 428 θύματα μεταξύ Απριλίου και Ιουνίου 2024.[15] Οι παραβιάσεις που αναφέρθηκαν από τον τοπικό πληθυσμό περιλάμβαναν αυθαίρετες συλλήψεις, δολοφονίες, σωματικές επιθέσεις και βιαιοπραγίες, βασανιστήρια ή απάνθρωπη μεταχείριση και έμφυλη βία, που διαπράχθηκαν από SSF και NSAGs.[16]
Σύμφωνα με προσαρμοσμένη έρευνα στη βάση δεδομένων του ACLED για την πληρότητα της έρευνας κατά το προηγούμενο έτος (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης του έτους 2026) σημειώθηκαν 1,354 περιστατικά στην Νοτιοδυτική περιφέρεια, οδηγώντας σε 681 ανθρώπινες απώλειες.[17] Να σημειωθεί ότι ο πληθυσμός της Νοτιοδυτικής περιφέρειας το 2025 ανερχόταν σε 2,098,500 κατοίκους.[18]
Τέλος, θα πρέπει να αναφερθεί πως πηγή πληροφόρησης καταγράφει πως με τη μακροχρόνια εφαρμογή της τακτικής των «ghost town» στην Αγγλόφωνη περιοχή, η συχνότερα στοχοποιούμενη ομάδα αμάχων είναι όσοι εμπλέκονται σε διάφορες επιχειρήσεις, βιομηχανίες, συνδικαλιστικές οργανώσεις και άλλες μορφές επαγγελματικών ομάδων που αντιστάθηκαν στις εντολές. Δεδομένου ότι η τακτική αυτή αποσκοπεί στην οικονομική αποδιοργάνωση, οι ομάδες αυτές έχουν επηρεαστεί περισσότερο από το συχνό κλείσιμο των οικονομικών δραστηριοτήτων. Οι ένοπλες αυτονομιστικές ομάδες χρησιμοποιούν συχνά βία για να επιβάλουν τις «νεκρές πόλεις» και να εμποδίσουν τους αμάχους να ασκούν επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η στοχοποίηση αμάχων λόγω της επαγγελματικής τους ιδιότητας έχει επίσης καταστεί βασική τακτική για τη συγκέντρωση πόρων για τους μαχητές. Σχεδόν τα δύο τρίτα των περιστατικών βίας κατά επαγγελματικών ομάδων από αυτονομιστές το 2022 και το 2023 αφορούσαν απαγωγές, συχνά με αίτημα καταβολής λύτρων.[19]
Άλλες πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι, οι ένοπλοι αυτονομιστές σκοτώνουν «δημόσιους υπαλλήλους, εργαζομένους σε κρατικά ελεγχόμενες εταιρείες», άτομα που κατηγορούνται ως προδότες και όσους δεν υπακούν στις εντολές τους. Επιπρόσθετα, οι αυτονομιστικές ομάδες πραγματοποιούν επιθέσεις σε σχολεία, ενώ τόσο οι αυτονομιστικές ομάδες όσο και οι κυβερνητικές δυνάμεις φέρονται να έχουν στοχοποιήσει υγειονομικές εγκαταστάσεις και ανθρωπιστικούς εργαζομένους.[20]
Αποτιμώντας τα προαναφερόμενα δεδομένα, δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο αιτητής να αντιμετωπίσει κατά την επιστροφή του κίνδυνο σοβαρής βλάβης, καθότι η συχνότητα περιστατικών ασφαλείας στον τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν είναι τέτοιας έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας του να τεθεί σε κίνδυνο η ζωή του. Εξετάζοντας περαιτέρω τις προσωπικές περιστάσεις του αιτητή, παρατηρώ ότι αυτός είναι άνδρας, υγιής, πλήρως ικανός προς εργασία, με ικανοποιητικό μορφωτικό επίπεδο, χωρίς στοιχεία ευαλωτότητας και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής του. Ο αιτητής δεν έχει θέσει οποιαδήποτε ατομικά χαρακτηριστικά στην ενώπιον μου δικαστική διαδικασία, που να υποδηλώνουν ότι μπορεί να έχει τεθεί με οποιονδήποτε τρόπο σε δυσμενή θέση ή σε κίνδυνο δίωξης ή βλάβης.
Κατά πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (Βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (Βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Τουσούνα ν. Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2 Α.Α.Δ. 120). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή και/ή δέουσα έρευνα.
Οι καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση και ενόψει των ισχυρισμών που πρόβαλε ο αιτητής, προέβησαν στη δέουσα υπό τις περιστάσεις έρευνα. Από τα στοιχεία του φακέλου που έχω ενώπιον μου, μπορεί να λεχθεί ότι αυτά βρίσκονται αναπόφευκτα πίσω από την προσβαλλόμενη απόφαση και ούτως ή άλλως διαφαίνεται η αιτιολογία της απόφασης και από το κείμενό της (Ηλιόπουλος ν. Α.Η.Κ., Α.Ε. 2452, ημερομηνίας 21.7.2000, Χρυστάλλα Συμεωνύδου κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Προσφυγή αρ. 911/93 κ.α., ημερ. 18.4.97). Από όσα έχω επεξηγήσει ανωτέρω προκύπτει ότι, το αρμόδιο όργανο έλαβε δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη απόφαση. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του ευπαίδευτου συνήγορου του αιτητή περί έλλειψης δέουσας έρευνας της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου, απορρίπτεται στο σύνολό του.
Με βάση λοιπόν το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου, καταλήγω ότι το αίτημα του αιτητή εξετάστηκε με επάρκεια και επιμέλεια σε όλα τα στάδια και υπήρξε επαρκής αιτιολόγηση της προσβαλλόμενης απόφασης εκ μέρους του αρμόδιου οργάνου. Το περιεχόμενο της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία συμπληρώνεται από την αιτιολογημένη Έκθεση-Εισήγηση της αρμόδιας λειτουργού, στην οποία εκτίθενται λεπτομερώς οι λόγοι της απόρριψης του αιτήματος, αποκαλύπτει ότι η απόφασή της είναι απόλυτα ορθή και στα πλαίσια της σχετικής νομοθεσίας και των εξουσιών του αρμόδιου οργάνου.
Ως εκ τούτου, η προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται, με έξοδα €1000 υπέρ των καθ' ων η αίτηση, και εναντίον του αιτητή.
Χ. Μιχαηλίδου, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Amnesty International, Cameroon: Inmates ‘packed like sardines’ in overcrowded prisons following deadly Anglophone protests, Οκτώβριος 2017, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/latest/press-release/2017/10/cameroon-inmates-packed-like-sardines-in-overcrowded-prisons-following-anglophone-protests/
[2] Amnesty International, Cameroon: Inmates ‘packed like sardines’ in overcrowded prisons following deadly Anglophone protests, Οκτώβριος 2017, διαθέσιμο σε: https://www.amnesty.org/en/latest/press-release/2017/10/cameroon-inmates-packed-like-sardines-in-overcrowded-prisons-following-anglophone-protests/
[3] USDOS, Cameroon 2017 Human Rights Report, Απρίλιος 2018, διαθέσιμο σε: https://www.state.gov/wp-content/uploads/2019/01/Cameroon.pdf
[4] UNHCR, Fact Sheet; UNHCR Cameroon Refugee; July 2024, Σεπτέμβριος 2024, σελ. 1, διαθέσιμο σε: https://data.unhcr.org/en/documents/download/111089
[5] European Commission, Cameroon, διαθέσιμο σε: https://civil-protection-humanitarian-aid.ec.europa.eu/where/africa/cameroon_en; UNOCHA, Cameroon Humanitarian Needs Overview 2024, Απρίλιος 2024, p. 9, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/32c8a7cb-5dac-4c5f-92ec-f232a7bed6d0/CMR_HNO_2024_EN_20240123_v2%20%281%29.pdf
[6] HRW, Another Troubling Decision For Free Speech in Cameroon, Οκτώβριος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.hrw.org/news/2024/10/11/another-troubling-decision-free-speech-cameroon
[7] OHCHR, UN High Commissioner for Human Rights Volker Türk concludes official visit to Cameroon, Αύγουστος 2024, διαθέσιμο σε: https://www.ohchr.org/en/statements/2024/08/un-high-commissioner-human-rights-volker-turk-concludes-official-visit-cameroon
[8] GCR2P, Cameroon – Population at risk, Νοέμβριος 2025, διαθέσιμο σε: https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/; ACLED, Non-State Armed Groups and Illicit Economies, Σεπτέμβριος 2024, σελ. 10, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/sites/default/files/wp-content-archive/uploads/2024/09/d4248905-7022-462d-a85a-5d2645fc5b22.pdf
[9] GPC – Global Protection Cluster, Update on Protection Risks Caused by Protracted Armed Conflicts, and Climatic Hazards, Μάρτιος, σελ. 2, 9, 10, διαθέσιμο σε: https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2025-04/pau25_protection_analysis_update_cameroon_march2025_final.pdf
[10] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, Οκτώβριος 2024, σελ. 1, διαθέσιμο σε: https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf
[11] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, Οκτώβριος 2024, σελ. 3, διαθέσιμο σε: https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf
[12] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, Οκτώβριος 2024, σελ. 4, διαθέσιμο σε: https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf
[13] GPC, Protection Monitoring Update; July - September 2024, Οκτώβριος 2024, σελ. 4, διαθέσιμο σε: https://globalprotectioncluster.org/sites/default/files/2024-10/pm_quarterly_update_jul-sept.pdf
[14] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q1, Δεκέμβριος 2024, σελ. 13, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/14eff56a-24a7-4da9-a1a9-dca02f2b864e/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q1_Southwest%20Cameroon.pdf
[15] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q1, Δεκέμβριος 2024, σελ. 10, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/14eff56a-24a7-4da9-a1a9-dca02f2b864e/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q1_Southwest%20Cameroon.pdf
[16] DRC, 2024 Protection Monitoring Quarterly Report in Southwest Cameroon - Q1, Δεκέμβριος 2024, σελ. 11, διαθέσιμο σε: https://reliefweb.int/attachments/14eff56a-24a7-4da9-a1a9-dca02f2b864e/DRC_Quarterly%20Protection%20Report%202024_Q1_Southwest%20Cameroon.pdf
[17] ACLED Explorer, προσαρμοσμένη έρευνα, διαθέσιμο σε: https://acleddata.com/platform/explorer
[18] City Population, Cameroon, διαθέσιμο σε: https://www.citypopulation.de/en/cameroon/cities/
[19] Global Initiative Against Transnational Organised Crime, NON-STATE ARMED GROUPS AND ILLICIT ECONOMIES IN WEST AFRICA Anglophone separatists, Σεπτέμβριος 2024, σελ. 31, διαθέσιμο σε: https://globalinitiative.net/wp-content/uploads/2024/07/Anglophone-separatists-Non-state-armed-groups-and-illicit-economies-in-West-Africa-GI-TOC-and-ACLED-September-2024.pdf
[20] ACCORD – Austrian Centre for Country of Origin and Asylum Research and Documentation, Cameroon: The Cameroon Anglophone Crisis (2021 – 2023) Query Response, Ιανουάριος 2024, σελ. 14, διαθέσιμο σε: https://www.ecoi.net/en/file/local/2102908/a-12289.pdf
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο