L.N.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας Υπηρεσία Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 3935/24, 29/5/2026
print
Τίτλος:
L.N.O. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας Υπηρεσία Ασύλου, Υποθ. Αρ.: 3935/24, 29/5/2026

ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ

Υποθ. Αρ.: 3935/24

29 Μαΐου 2026

[Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]

Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος

 

Μεταξύ:

L.N.O.

Αιτήτρια

και

 

Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω

Υφυπουργείου Μετανάστευσης και Διεθνούς Προστασίας

Υπηρεσία Ασύλου

Καθ’ ων η Αίτηση

.....................

 

Αίτηση ημερομηνίας 25/06/2025 για προσαγωγή μαρτυρίας

 

Oρ. Ηλιάδης (κος) για Α. Λαζάρου (κα), Δικηγόρος για την Αιτήτρια

Κ. Σάββα (κα), Δικηγόρος για τους Καθ’ ων η αίτηση

 

Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η   Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Με την παρούσα προσφυγή, η Αιτήτρια προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 20/09/2024 σύμφωνα με την οποία το αίτημά της για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε.

 

Αμέσως μετά την καταχώρηση της γραπτής αγόρευσης για την Αιτήτρια, καταχωρήθηκε από πλευράς της Αιτήτριας, η υπό εξέταση αίτηση για χορήγηση άδειας προσαγωγής μαρτυρίας.

 

Με την υπό εξέταση αίτηση, η Αιτήτρια αιτείται Διάταγμα του Δικαστηρίου, με το οποίο να δίδεται άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης (εφεξής «προτεινόμενη ένορκη δήλωση»). Η προτεινόμενη ένορκη δήλωση (τεκμήριο Α στην αγγλική γλώσσα και τεκμήριο Β η μετάφραση στα ελληνικά) προέρχεται από την ίδια την Αιτήτρια και συνοδεύεται από τα Τεκμήρια 1 και 2. Μέσω αυτής, η Αιτήτρια επιχειρεί να υποστηρίξει περαιτέρω τα όσα ανέφερε κατά τη συνέντευξή της ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με τους λόγους για τους οποίες αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη χώρα της και τους κινδύνους που αντιμετωπίζει. Ειδικότερα, η Αιτήτρια, με την ένορκη δήλωσή της (παράγραφοι 10 και 11) επιθυμεί να προσαγάγει ενώπιον του Δικαστηρίου αντίγραφο αστυνομικού ημερολογίου εγκλημάτων από το οποίο προκύπτει ότι προχώρησε σε υποβολή καταγγελίας σχετικά με περιστατικό που έλαβε χώρα στις 10/01/2023 ως Τεκμήριο 1, καθώς επίσης, αντίγραφο έκθεσης νοσοκομείου με ημερομηνία επίσης 10/01/2023 με αναφορά στα τραύματα που υπέστη λόγω ξυλοδαρμού και βεβαίωση για πενθήμερη νοσηλείας της ως Τεκμήριο 2.

 

Η υπό εξέταση αίτηση βασίζεται στο άρθρο 146 του Συντάγματος, στον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Νόμος του 2015 (Ν.131(Ι)/2015) άρθρα 11 – 12, στους Περί Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2019, στους διαδικαστικούς Κανονισμούς του Ανωτάτου Δικαστηρίου 3/1962, ειδικότερα αλλά χωρίς περιορισμό στους κανονισμούς 9, 10, 11, 12, 17, 18 και 19, στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας και ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό Κ.κ. 4, 23 (1-8), 25, 32 (1-14), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Θθ36, Δ.38(4) (5), Δ.39, Δ.48 ΚΚ 1, 2, 3 και 9, Δ.59 και Δ.64, στον περί Αποδείξεως Νόμο, Κεφ. 9 (όπως έχει τροποποιηθεί μεταγενέστερα) στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου[1].

 

Το δικονομικό διάβημα της Αιτήτριας έφερε την αντίδραση των Καθ' ων η αίτηση, οι οποίοι καταχώρησαν Ένσταση στις 05/02/2025 εισηγούμενοι την απόρριψη της αίτησης της Αιτήτριας, προβάλλοντας μεταξύ άλλων τους ακόλουθους λόγους:  Η αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη, ότι η αίτηση είναι άκυρη και/ή πρέπει να απορριφθεί καθότι εδράζεται σε λανθασμένη νομική βάση και ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για να επιτραπεί η προσαγωγή της σκοπούμενης μαρτυρίας. Επιπλέον στηρίζουν την  ένστασή τους επί του ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσκομισθεί δεν είναι αναγκαία και ή ουσιώδης για να κριθεί η νομιμότητα ή ορθότητα της επίδικης απόφασης.

 

Προς υποστήριξη της επίδικης αίτησης, ο κ. Ηλιάδης αγόρευσε υπέρ της αποδοχής της σκοπούμενης μαρτυρίας, ισχυριζόμενος ότι πρόκειται για μαρτυρία απόλυτα σχετική με τα επίδικα θέματα. Αντίθετα, η πλευρά των Καθ’ ων η αίτηση υποστήριξαν ότι όφειλε η Αιτήτρια να αναφερθεί σε αυτά και να τα παρουσιάσει ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου σε προηγούμενο στάδιο και όχι με προσαγωγή μαρτυρίας. Τούτο γιατί τα έγγραφα φέρουν ημερομηνία προγενέστερη της ημερομηνίας της διεξαγωγής της συνέντευξης.  

 

Το δικονομικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο το Δικαστήριο εξετάζει ενδιάμεσες αιτήσεις για προσαγωγή μαρτυρίας, καθορίζεται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας του 2019 (3/2019, ως έχουν τροποποιηθεί), όπου σύμφωνα με τον Κανονισμό 8 (έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου): «Το Δικαστήριο δύναται να καθορίζει τη διαδικασία και να εκδίδει οδηγίες κατά περίπτωση αναφορικά με τη λήψη γραπτής ή προφορικής μαρτυρίας ή άλλων αποδεικτικών μέσων, όπως ήθελε κρίνει ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.».

 

Παρέχεται ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να δεχτεί μαρτυρία, εφόσον βέβαια τηρηθούν οι δικονομικοί κανόνες που καθορίζονται από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς όπως και οι κατευθυντήριες γραμμές που έχουν καθοριστεί από τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου.

 

Περαιτέρω, προσαγωγή μαρτυρίας επιτρέπεται μόνον όταν η απόδειξη των συγκεκριμένων γεγονότων τεκμηριώνει οποιονδήποτε από τους λόγους ακύρωσης της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Κωνσταντίνου ν. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λεμεσού, Υποθ. Αρ. 999/91, ημερ. 24.9.1992 και Lordos Hotels Holdings Ltd v. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Παραλιμνίου, Υποθ. Αρ. 71/97, ημερ. 18.11.1999). Ένας από τους καθοδηγητικούς παράγοντες που συνιστά πάγια γραμμή της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, έγκειται στο ότι η μαρτυρία που επιδιώκεται να προσαχθεί πρέπει να είναι σχετική με τα επίδικα θέματα και με τους λόγους ακυρώσεως που προωθούνται (βλ. K.N.K. v. Κυπριακή Δημοκρατία, υπόθεση αρ. 5787/13, ημερομηνίας 18/10/2019).

 

Επομένως, για να εξεταστεί και να κριθεί από το Δικαστήριο η σχετικότητα της μαρτυρίας, πρέπει η προτεινόμενη μαρτυρία να συγκεκριμενοποιείται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση (βλ. Ιωσηφίδης v. Ραδιοφωνικό Ίδρυμα Κύπρου, (2006) 3 ΑΑΔ 677). Εάν η μαρτυρία που ζητείται να προσαχθεί δεν συγκεκριμενοποιείται, τότε δεν υπάρχει το αναγκαίο υπόβαθρο για να μπορεί να αξιολογηθεί η σχετικότητα της (βλ. υποθ. αρ. 1024/14 FBME Bank Ltd v. Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, ημερομηνίας 18/12/2015).

 

Είναι πάγια και διαχρονική η θέση της νομολογίας πως τα γεγονότα που επιδιώκονται να προσαχθούν με μαρτυρία πρέπει να προσδιορίζονται με λεπτομέρεια (βλ. Sportsman Betting Co. Limited v. Κυπριακής Δημοκρατίας, (2000) 3 ΑΑΔ 591 και υπόθεση αρ. 300/03, Χρ. Ιωσηφίδης ν. Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου, ημερομηνίας 20/11/02). Όλες οι πιο πάνω κατευθυντήριες αρχές επιβεβαιώθηκαν και από την απόφαση της Ολομέλειας του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γρηγόριος Θαλασσινός ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Αν. Έφεση αρ. 3420, (2003) 3 ΑΑΔ 507.

 

Επιπρόσθετα, δεν είναι δυνατόν να προσαχθεί μαρτυρία η οποία διαφοροποιεί, αλλοιώνει ή μεταβάλλει τα στοιχεία που η διοίκηση είχε ενώπιον της κατά τη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης (βλ. Ρούσος ν. Ιωαννίδη κ.α., (1999) 3 Α.Α.Δ. 549, Ζαβρός ν. Δημοκρατίας, (1989) 3 Α.Α.Α. 106, και Ράφτη κ.ά. ν. Δημοκρατίας (2003), 3 Α.Α.Δ. 335).

 

Όπως ωστόσο προκύπτει από το άρθρο 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου (Ν. 73(Ι)/2018), το παρόν Δικαστήριο κέκτηται δικαιοδοσίας να εξετάζει πλήρως τα νομικά και πραγματικά ζητήματα που άπτονται αίτησης διεθνούς προστασίας (βλ. σχετικά, άρθρο 11(3)(α) του Ν. 73(Ι)/2018). Επιπλέον, σύμφωνα με το άρθρο 11(5) του ιδίου Νόμου: «Το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας λαμβάνει υπόψη και σχετικά γεγονότα και ισχυρισμούς του προσφεύγοντος που δεν λήφθηκαν υπόψη κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης ή πράξης, είτε αυτά είναι προγενέστερα είτε είναι μεταγενέστερα αυτής.».

 

Στο σημείο αυτό, επισημαίνεται επίσης ότι σύμφωνα με τον Διαδικαστικό Κανονισμό 10(α): «Μετά την καταχώρηση της προσφυγής, νέα έγγραφα και/ή στοιχεία και/ή οποιαδήποτε πρόσθετη μαρτυρία προσκομίζεται μόνον κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, μετά από προφορικό αίτημα του αιτητή, νοουμένου ότι το Δικαστήριο ικανοποιείται- (i) ότι πρόκειται για έγγραφα ή στοιχεία ή μαρτυρία, τα οποία άνευ δικής του υπαιτιότητας, ο αιτητής αδυνατούσε να υποβάλει κατά το προηγούμενο στάδιο εξέτασης της αιτήσεως διεθνούς προστασίας ή κατά την καταχώρηση της προσφυγής του σύμφωνα με τον κανονισμό 3(β), και (ii) είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.».

 

Συνεπώς, το παρόν Δικαστήριο μπορεί να επιτρέψει την προσαγωγή μαρτυρίας η οποία δεν είχε τεθεί ενώπιον του διοικητικού οργάνου μόνο στην περίπτωση που αποδειχθεί ότι η παράλειψη αυτή δεν οφειλόταν σε υπαιτιότητα του/της αιτητή/τριας καθώς και ότι αδυνατούσε ο/η αιτητής/τρια να προσκομίσει τέτοια έγγραφα ή/και στοιχεία κατά τα προηγούμενα στάδια, ως επίσης βεβαίως, εφόσον τούτα είναι συναφή με τα επίδικα θέματα της υπόθεσης.

 

Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, θεωρώ σκόπιμο όπως εξεταστεί αρχικά η νομική βάση επί της οποίας η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται, εφόσον αυτό αποτελεί σημείο εκκίνησης εξέτασης της επίδικης αίτησης, παρέχοντας τη δικαιοδοτική βάση αυτής.

 

Από μια ανάγνωση της νομικής βάσης επί της οποίας στηρίζεται η παρούσα αίτηση, όπως φαίνεται πιο πάνω, προκύπτει ότι ελλείπει η ορθή δικαιοδοτική βάση για προώθηση της αίτησης προσαγωγής μαρτυρίας.

 

Είναι πάγια θεμελιωμένη αρχή της νομολογίας ότι στο σώμα μιας αίτησης, θα πρέπει να αναγράφονται ρητά και συγκεκριμένα οι νομικές και δικονομικές διατάξεις επί των οποίων αυτή βασίζεται (βλ. Παπακοκκίνου κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (Αρ. 1) (2012) 1 (Α) Α.Α.Δ. 643).

 

Η αναγκαιότητα αναγραφής της ορθής νομικής βάσης της αίτησης είναι δεδομένη. Το μέρος 23.4 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, οι οποίοι τέθηκαν σε ισχύει την 03/07/2023, αντίστοιχο της Δ.48 Θ. 2  των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας του 1958, προνοεί μεταξύ άλλων ότι σε κάθε αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζεται «η συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια ή ο συγκεκριμένος κανονισμός στα οποία στηρίζεται». Από την διαχρονική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο θα αποφασίσει το Δικαστήριο, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης (βλ. Koza Michael David κ.ά. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 208/12, ημερομηνίας 24/11/17), ECLI:CY:AD:2017:A415.

 

Είναι πάγια νομολογημένο ότι όπου μια αίτηση δεν εδράζεται στην ορθή νομική βάση, οι συνέπειες είναι καταλυτικές. (Βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, Εgiazaryan κ.α. ν Denero Investments Limited (2013) 1 ΑΑΔ 409).     

 

Ενόψει των πιο πάνω, η νομική βάση στην οποία στηρίζεται η υπό κρίση αίτηση,  δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει την αιτούμενη θεραπεία, ήτοι άδεια για προσαγωγή μαρτυρίας ως το αντικείμενο της υπό εξέταση αίτησης. Στην νομική βάση της υπό εξέταση αίτησης διαπιστώνω ότι ούτε καν οι Διαδικαστικοί Κανονισμοί περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας του 2019 (3/19) δεν περιέχονται με αποτέλεσμα να εκλείπει παντελώς η δικαιοδοτική εξουσία προς εξέταση της αίτησης.

 

Το παρόν Δικαστήριο απέρριψε ενδιάμεση αίτηση λόγω λανθασμένου δικαιοδοτικού πλαισίου με απόφασή του στην προσφυγή υπ’ αριθμό 1070/2021 και τίτλο A.G. v Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπηρεσίας Ασύλου, ημερομηνίας 29/03/2023, η οποία επικυρώθηκε από το Εφετείο με απόφασή του ημερομηνίας 28/06/2024 και τίτλο Ahmed Ghonima v Κυπριακής Δημοκρατίας, Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 33/2023 με το ακόλουθο σκεπτικό στο οποίο παραπέμπω:

 

«Όπως έχει ήδη αναφερθεί, κατά παραδοχή του Εφεσείοντα, στη νομική βάση της επίδικης αίτησης δεν γίνεται επίκληση και αναγραφή της Διαταγής 33, ούτε όμως και των περί της Λειτουργίας του Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2019 (3/2019), σύμφωνα με τους οποίους (Καν.9) εφαρμόζονται «κατά το δυνατόν και τηρουμένων των αναλογιών» ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Αναθεωρητική Δικαιοδοσία) του 1962 και ο Διαδικαστικός Κανονισμός του Διοικητικού Δικαστηρίου (Αρ.1) Διαδικαστικοί Κανονισμοί του 2015.

         

Ούτε βεβαίως αρκεί η επίκληση και αναγραφή στην αίτηση επαναφοράς, της Δ.17 Θ.10.  Όπως πολύ ορθά υπέδειξε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η διαταγή αυτή περιορίζεται σε παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης και δεν παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα επαναφοράς προσφυγής.  Είναι πάγια δε η θέση της νομολογίας μας, ότι είναι δεδομένη η αναγκαιότητα επίκλησης και αναγραφής στο σώμα μιας ενδιάμεσης αίτησης της νομικής βάσης επί της οποίας αυτή εδράζεται, όπως απαιτεί εξάλλου η Διαταγή 48 (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Badjinder Brav κ.ά. Πολιτική Έφεση Αρ. Ε. 235/2015, ημερομηνίας 25/7/2023).  Προς επίρρωση των πιο πάνω παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στη Γιαννάκης Φλουρέντζου κ.ά. ν. Cashgrove Betting Ltd κ.ά. (2007) 1 Α.Α.Δ. 393:

 

«Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. μεταξύ άλλων Μαχλουζαρίδης ν.   Ιωαννίδη κ.ά. (1990) 1 Α.Α.Δ. 965, Σάββα ν. Κυπριακές Αερογραμμές (1992) 1 Α.Α.Δ. 1146 και Χριστοφόρου ν. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λ. Ιορδάνους Λτδ. (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 743) μια ενδιάμεση αίτηση πρέπει απαραιτήτως να προσδιορίζει τις δικονομικές διατάξεις πάνω στις οποίες βασίζεται. Αυτό σημαίνει ότι θα πρέπει η αίτηση να στηρίζεται στην ορθή δικονομική και/ή νομική διάταξη. Αν η διάταξη στην οποία στηρίζεται είναι εντελώς άσχετη, τότε η νομική της βάση είναι ουσιαστικά ανύπαρκτη.

 

Στην παρούσα περίπτωση η αίτηση δεν έχει στηριχθεί στην ορθή δικονομική διάταξη και επομένως αυτός είναι αρκετός λόγος για απόρριψή της.».

 

Υπό το φως των ανωτέρω, κρίνουμε ότι δεν παρέχεται περιθώριο παρέμβασής μας στα όσα το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε περί λανθασμένου δικαιοδοτικού πλαισίου της αίτησης».

 

Κατ’ αναλογία των πιο πάνω, η επίδικη αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη δεδομένου του λανθασμένου δικαιοδοτικού πλαισίου της αίτησης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να προχωρήσω σε εξέταση των υπόλοιπων λόγων ένστασης αφού κρίνω ότι δεν παρέχεται εξουσία στο Δικαστήριο με βάση τις δικονομικές διατάξεις επί των οποίων εδράζεται η αίτηση να εκδοθεί σχετικό Διάταγμα προσαγωγής μαρτυρίας.

 

Για τους λόγους που έχω αναφέρει ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα το Δικαστήριο κρίνει την μη επιδίκαση εξόδων στον επιτυχόντα διάδικο, ως ο γενικός κανόνας και αυτό γιατί πέραν της γενικής αναφοράς στους λόγους ένστασης η συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση ουδέν επιχειρηματολόγησε περαιτέρω. Ως εκ τούτου η επίδικη αίτηση απορρίπτεται χωρίς καμία διαταγή για έξοδα.

 

 

 

                                                                                        Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ ΔΔΔΠ.

 

 



[1] Η νομική βάση της αίτησης μεταφέρεται αυτολεξεί από την επίδικη αίτηση.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο