ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
06 Μαΐου 2026
[Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
O.C.A, από τη Νιγηρία
Αιτητής
-και-
ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ,
μέσω της Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ' ων η Αίτηση
Τζ. Μπετίτο (κος) για ΠΙΕΡΙΔΗΣ & ΠΙΕΡΙΔΗΣ, Δικηγόροι του Αιτητή
Λ. Βελίκοβα (κα), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ' ων η Αίτηση
ΑΠΟΦΑΣΗ
Δ. Κατσαρίδης Δ.Δ.Δ.Δ.Π.: Με την υπό εξέταση προσφυγή, ο Αιτητής αιτείται: Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου ότι η απόφαση των Καθ' ων η Αίτηση ημερομηνίας 01.12.2023, η οποία κοινοποιήθηκε στον Αιτητή στις 11.01.2024 και με την οποίαν απορρίφθηκε η αίτηση του για διεθνή προστασία, είναι άκυρη και/ή παράνομη και/ή αντισυνταγματική και στερείται οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος.
ΓΕΓΟΝΟΤΑ
Όπως προκύπτει από την Ένσταση που καταχωρήθηκε από την ευπαίδευτη συνήγορο που εκπροσωπεί τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και προκύπτει από το περιεχόμενο του σχετικού Διοικητικού Φάκελου (στο εξής αναφερόμενος ως «δ.φ.») της Υπηρεσίας Ασύλου που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 στα πλαίσια των διευκρινήσεων της παρούσας προσφυγής, τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης έχουν ως κατωτέρω:
Ο Αιτητής είναι υπήκοος Νιγηρίας και συμπλήρωσε αίτηση για παροχή διεθνούς προστασίας στις 02/07/2021. Στις 20/11/2023 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη του Αιτητή από λειτουργό του Οργανισμού Ασύλου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής «EUAA»), ο οποίος στις 27/11/2023 συνέταξε Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου σχετικά με την συνέντευξη (interview) του Αιτητή. Την 01/12/2023, λειτουργός της Υπηρεσίας Ασύλου εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊσταμένου, ενέκρινε την εισήγηση για απόρριψη της αίτησης ασύλου του Αιτητή. Στις 11/01/2024, η Υπηρεσία Ασύλου εξέδωσε απορριπτική επιστολή μαζί με την αιτιολόγηση της απόφασης της σχετικά με το αίτημα του Αιτητή, η οποία παραλήφθηκε και υπογράφτηκε ιδιοχείρως από τον ίδια αυθημερόν. Εναντίον της απορριπτικής απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου, καταχωρήθηκε η υπό εξέταση προσφυγή.
ΝΟΜΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
O συνήγορος του Αιτητή, στην προσφυγή την οποία κατέθεσε προέβαλε πλήθος λόγων Ο Αιτητής, δια της προσφυγής του, προέβαλε αριθμό λόγων ακύρωσης, τους οποίους, ωστόσο, δεν ανέπτυξε περαιτέρω μέσω της γραπτής του αγόρευσης.
Στο πλαίσιο της γραπτής αγόρευσης, ο συνήγορος του Αιτητή προωθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε κατά παράβαση της αρχής της ορθής άσκησης της διοικητικής και/ή αποφασιστικής αρμοδιότητας και/ή της διακριτικής ευχέρειας των Καθ’ ων η αίτηση. Ειδικότερα, υποστηρίζεται ότι η απόφαση ελήφθη χωρίς τη διενέργεια δέουσας και επαρκούς έρευνας και κατόπιν πλημμελούς αξιολόγησης των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών, με αποτέλεσμα την αυθαίρετη και/ή εσφαλμένη απόρριψη της αίτησης του Αιτητή.
Περαιτέρω, προβάλλεται ότι δεν προκύπτει από τον διοικητικό φάκελο κατά πόσον ο λειτουργός με κωδικό CW087, ο οποίος διενήργησε τη συνέντευξη και συνέταξε την Έκθεση/Εισήγηση, είναι δεόντως καταρτισμένος και αρμόδιος προς τούτο.
Έτι περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης είναι ελλιπής και/ή εσφαλμένη, κατά παράβαση των αρχών του διοικητικού δικαίου.
Τέλος, αναφορικά με το ζήτημα της αρμοδιότητας, προωθείται ότι το πρόσωπο που ενέκρινε την Έκθεση/Εισήγηση, ήτοι ο κ. Α.Α., διαθέτει εξουσιοδότηση από τον Υπουργό Εσωτερικών να εγκρίνει εισηγήσεις λειτουργών ορισμένου χρόνου. Ωστόσο, κατά τον ισχυρισμό του Αιτητή, οι Καθ’ ων η αίτηση δεν απέδειξαν ότι ο λειτουργός που συνέταξε και υπέγραψε την Έκθεση/Εισήγηση είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου, ώστε να καθίσταται νόμιμη η έγκριση της εισήγησης από τον εν λόγω λειτουργό.
Από την πλευρά τους, οι Καθ’ ων η αίτηση υπεραμύνονται της νομιμότητας της προσβαλλόμενης πράξης, αντικρούοντας όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς.
Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι η επίδικη απόφαση λήφθηκε κατόπιν δέουσας και ενδελεχούς έρευνας, με ορθή άσκηση των εξουσιών που τους παρέχει ο Νόμος και αφού αξιολογήθηκαν όλα τα ουσιώδη στοιχεία, γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Περαιτέρω, προβάλλουν ότι η απόφαση είναι δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη.
Ως προς τον ισχυρισμό περί αναρμοδιότητας του οργάνου που ενέκρινε την Έκθεση/Εισήγηση, οι Καθ’ ων η αίτηση διευκρινίζουν ότι η Έκθεση/Εισήγηση αρχικά ετοιμάστηκε από λειτουργό της EUAA και εν συνεχεία εξετάστηκε από την κα. Β.Κ., λειτουργό ορισμένου χρόνου της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία, αφού την υιοθέτησε, την διαβίβασε στον αρμόδιο Προϊστάμενο προς έγκριση.
Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, επισυνάφθηκε στη γραπτή αγόρευση των Καθ’ ων η αίτηση σχετική βεβαίωση αναφορικά με το καθεστώς εργοδότησης της λειτουργού Β.Κ., ως Παράρτημα Α.
ΚΑΤΑΛΗΞΗ
Καταρχάς, και σύμφωνα με πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι λόγοι προσφυγής που δεν αναπτύσσονται στο πλαίσιο της αγόρευσης του αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες. Το ίδιο ισχύει και για λόγους σε σχέση με τους οποίους δεν προβάλλεται οποιαδήποτε επιχειρηματολογία προς υποστήριξή τους (βλ. συναφώς Υπόθεση Αρ. 692/89, Level Tachexcavs Ltd v. Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας, ημερ. 17.12.1990, (1990) 3 ΑΑΔ 4407· Α.Ε. Αρ. 2421, Kokos Athanasiou Motors Ltd v. Δημοκρατίας, ημερ. 24.1.2000, (2000) 3 ΑΑΔ 21· Υπόθεση Αρ. 1073/2004, Γεωργίας Αντωνίου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, μέσω Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας, ημερ. 6.2.2007).
Υπό το φως της πιο πάνω νομολογίας, όλοι οι λόγοι προσφυγής που αναφέρονται ως τίτλοι στο πλαίσιο του δικογράφου της προσφυγής και δεν προωθούνται με τη γραπτή αγόρευση του Αιτητή θεωρούνται ως εγκαταλειφθέντες.
Προέχει, ωστόσο, η εξέταση των λόγων που αφορούν την αρμοδιότητα του οργάνου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, καθότι πρόκειται για ισχυρισμό που άπτεται της δημόσιας τάξης και, ως εκ τούτου, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν δεν είναι δεόντως δικογραφημένος, και μάλιστα κατά προτεραιότητα, δοθέντος ότι, ελλείψει σχετικής αρμοδιότητας, δεν μπορεί να γίνεται λόγος περί ύπαρξης διοικητικής πράξης.
Βασική προϋπόθεση της εγκυρότητας μιας διοικητικής πράξης αποτελεί η νόμιμη υπόσταση του οργάνου που την εκδίδει (βλ. άρθρο 15 του Ν. 158(Ι)/1999). Η αρμοδιότητα ενός διοικητικού οργάνου καθορίζεται από το Σύνταγμα ή από τον νόμο ή από κανονιστική ή διοικητική πράξη που εκδίδεται κατ’ εξουσιοδότηση νόμου (βλ. άρθρο 17(2) του Ν. 158(Ι)/1999). Η διοικητική αρμοδιότητα πρέπει να ασκείται από το όργανο στο οποίο έχει ανατεθεί από τον νόμο (βλ. άρθρο 17(6) του Ν. 158(Ι)/1999), ενώ η μεταβίβαση αρμοδιότητας, ολική ή μερική, επιτρέπεται μόνο εφόσον υπάρχει ρητή νομοθετική πρόβλεψη που να το επιτρέπει (βλ. άρθρο 17(4) του Ν. 158(Ι)/1999). Μόνο το όργανο στο οποίο μεταβιβάζονται οι αρμοδιότητες δύναται να ασκήσει αυτές εντός των ορίων που τίθενται από το σχετικό πλαίσιο (βλ. Μιχάλης Ευαγγέλου ν. Δημοκρατίας (2009) 4 ΑΑΔ 836).
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου προκύπτει ότι ο λειτουργός με κωδικό CW087 προέβη στη διενέργεια της συνέντευξης του Αιτητή και, ακολούθως, στη σύνταξη της σχετικής Έκθεσης/Εισήγησης. Περαιτέρω, δυνάμει εξουσιοδότησης του Υπουργού Εσωτερικών ημερομηνίας 09/06/2022 (βλ. ερ. 70 δ.φ.), ο κ. Α.Α. εξουσιοδοτήθηκε να εκδίδει αποφάσεις «επί εκθέσεων/εισηγήσεων που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου».
Οι καθ’ ων η αίτηση προβάλλουν ότι, παρόλο που η επίδικη Έκθεση/Εισήγηση αρχικά καταρτίστηκε από λειτουργό της EUAA, αυτή εν συνεχεία εξετάστηκε ουσιαστικά και υιοθετήθηκε από τη λειτουργό κα Β.Κ., η οποία υπηρετεί ως λειτουργός ορισμένου χρόνου στην Υπηρεσία Ασύλου, γεγονός που τεκμηριώνεται από σχετική βεβαίωση επισυναπτόμενη στη γραπτή τους αγόρευση. Κατόπιν της υιοθέτησης αυτής, η Έκθεση/Εισήγηση διαβιβάστηκε στον αρμόδιο λειτουργό προς λήψη της τελικής απόφασης.
Υπό τα δεδομένα αυτά, κρίνω σκόπιμη την εξέταση της σχετικής νομολογίας που έχει αναπτυχθεί επί του ζητήματος της αρμοδιότητας σε αντίστοιχες περιπτώσεις. Συναφώς, υιοθετώ τη σχετική συλλογιστική του αδελφού Δικαστή κ. Χριστοφόρου, όπως αυτή διατυπώθηκε στην απόφαση ημερομηνίας 10 Δεκεμβρίου 2025, S.K.M. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου (Υπόθεση αρ. 227/23), η οποία ακολούθως υιοθετήθηκε και στην απόφαση A.M. κ.ά. κατά Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου (Υπόθεση αρ. 3687/23, ημερομηνίας 19/12/2025), όπου εξετάστηκε το ίδιο νομικό ζήτημα:
«Αναφορικά με τη διενέργεια της συνέντευξης και τη σύνταξη της επίδικης έκθεσης από λειτουργό της EUAA, επί του ζητήματος αυτού, στην Ε.Δ.Δ.Δ.Π. αρ. 95/2023, B. E. J. ν. Δημοκρατίας, ημ. 27/02/2025, λέχθηκαν τα ακόλουθα, τα οποία επιλύουν, κατά την κρίση μου, οριστικά τους αντίστοιχους ισχυρισμούς του αιτητή:
“Προβάλλει ο Εφεσείων ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 13Α(1Α) του Ν. 6(Ι)/2000, με σαφήνεια διατυπώνεται ότι προσωπικό άλλο από αυτό της Υπηρεσίας Ασύλου (εν προκειμένω της ΕΥΥΑ) επιτρέπεται «να συμμετέχει» στη διενέργεια της συνέντευξης. Συναφώς, δεν επιτρέπεται επέκταση του πεδίου εφαρμογής, ώστε να καλύπτει και περιπτώσεις όπου ο λειτουργός διεκπεραιώνει συνεντεύξεις μόνος του.
Δεν συμφωνούμε με την πιο πάνω προσέγγιση. Το Υπουργικό Συμβούλιο, στις 13/09/2019, εξέδωσε διάταγμα (ΚΔΠ 297/2019), δυνάμει του άρθρου 13Α(1Α), το οποίο προνοεί ότι, λόγω του μεγάλου αριθμού αιτήσεων διεθνούς προστασίας, για την εξέταση των οποίων η Υπηρεσία Ασύλου αδυνατεί «να διεξάγει» εγκαίρως συνεντεύξεις επί της ουσίας εκάστης αίτησης, επιστρατεύονται από την ΕΥΥΑ εμπειρογνώμονες, οι οποίοι δύνανται να «διεξάγουν τις συνεντεύξεις» για όσο διάστημα βρίσκεται σε ισχύ Σχέδιο Στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την ΕΥΥΑ, το οποίο περιλαμβάνει την αποστολή εμπειρογνωμόνων για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων. Παρατίθεται το περιεχόμενο του σχετικού διατάγματος:
«Το Υπουργικό Συμβούλιο, ασκώντας την εξουσία που του χορηγεί το άρθρο 13Α(1Α) των περί Προσφύγων Νόμων του 2000 έως 2019, εκδίδει το ακόλουθο διάταγμα.
Επειδή έχουν υποβληθεί στην Κυπριακή Δημοκρατία ταυτόχρονες αιτήσεις διεθνούς προστασίας από μεγάλο αριθμό υπηκόων τρίτων χωρών ή ανιθαγενών και η Υπηρεσία Ασύλου του Υπουργείου Εσωτερικών αδυνατεί να διεξάγει εγκαίρως συνεντεύξεις επί της ουσίας για την κάθε αίτηση, εμπειρογνώμονες οι οποίοι επιστρατεύονται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο μπορούν να διεξάγουν τις συνεντεύξεις αυτές για όσο διάστημα βρίσκεται σε ισχύ Σχέδιο Στήριξης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Υποστήριξης για το Άσυλο, το οποίο περιλαμβάνει την αποστολή εμπειρογνωμόνων για τη διεξαγωγή συνεντεύξεων».
Κατ’ επέκταση, δεν ευσταθεί η θέση του Εφεσείοντα ότι οι λειτουργοί που επιστρατεύονται από την ΕΥΥΑ απλώς συμμετέχουν στις συνεντεύξεις. […]
Ισχυρίζεται, πρόσθετα, ο Εφεσείων ότι το διάταγμα ΚΔΠ 297/2019 δεν εξουσιοδοτεί τους λειτουργούς της ΕΥΥΑ να προβαίνουν σε εκθέσεις-εισηγήσεις.
Θεωρούμε ότι τα λεχθέντα επί του ζητήματος αυτού από το πρωτόδικο Δικαστήριο θέτουν το ζήτημα στην ορθή του διάσταση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 439/2010 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 19ης Μαΐου 2010, για την ίδρυση της ΕΥΥΑ, τα καθήκοντα και οι αρμοδιότητες της ομάδας υποστήριξης ρυθμίζονται από το εκάστοτε συμφωνημένο επιχειρησιακό σχέδιο και ότι, κατά τον επίδικο χρόνο της συνέντευξης του Εφεσείοντα και της ετοιμασίας της έκθεσης/εισήγησης από τον λειτουργό της ΕΥΥΑ, βρισκόταν σε ισχύ σχετικό επιχειρησιακό σχέδιο.
Κρίνονται εύλογες οι διαπιστώσεις του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος, δεδομένου ότι στο άρθρο 18 του πιο πάνω Κανονισμού προνοείται ότι «ο εκτελεστικός Διευθυντής και το αιτούν κράτος μέλος εγκρίνουν επιχειρησιακό σχέδιο […]», το οποίο περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, «την περιγραφή των καθηκόντων και των ειδικών οδηγιών για τα μέλη των ομάδων […]».
Ούτε, επίσης, τα όσα προβάλλονται σε σχέση με την ταυτότητα και τα προσόντα του λειτουργού που διενήργησε τη συνέντευξη θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτά, αφού, στη βάση του τεκμηρίου της κανονικότητας, του οποίου έγινε επίκληση από το πρωτόδικο Δικαστήριο, τεκμαίρεται ότι η διοίκηση λειτούργησε σύμφωνα με τον νόμο. Δεν έχει δε υποδειχθεί οτιδήποτε από τον Εφεσείοντα ικανό να ανατρέψει το πιο πάνω τεκμήριο.”
Στη βάση των πιο πάνω, ο σχετικός ισχυρισμός περί αναρμοδιότητας του λειτουργού της EUAA να ενεργήσει ως εν προκειμένω απορρίπτεται […].
Στρεφόμενος τώρα στο περιεχόμενο της εξουσιοδότησης (ερ.[97/82]) σημειώνω ότι αυτή ρητά ορίζει ότι η παρεχόμενη στον λαμβάνοντα την επίδικη εδώ απόφαση λειτουργό εξουσία αφορά λήψη αποφάσεων «επί εκθέσεων/εισηγήσεων που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου». Η εν λόγω αναφορά συνιστά αναμφισβήτητα απαρέγκλιτο όρο της ισχύος και εμβέλειας της εν λόγω εξουσιοδότησης, αφού - με δεδομένο ότι η εξουσία να λαμβάνει αποφάσεις ως η προσβαλλόμενη δίδεται μόνο «επί εκθέσεων/εισηγήσεων που υποβάλλονται από λειτουργούς ορισμένου χρόνου» - η αρμοδιότητα του λαμβάνοντος την απόφαση λειτουργού, ήτοι το κατά πόσον αυτός, λαμβάνοντας την απόφαση (ερ.94/111), ενήργησε εντός των πλαισίων της εξουσιοδότησης (ερ.97/82), συναρτάται και εξαρτάται από το καθεστώς εργοδότησης του λειτουργού που υπέβαλε την επίδικη έκθεση. Αυτή είναι η ρητώς εδώ εκπεφρασμένη βούληση του εξουσιοδοτούντος Υπουργού.
Με δεδομένο εδώ λοιπόν το ότι, ως ανωτέρω αναφέρω, η επίδικη έκθεση συνετάχθη από λειτουργό της EUAA (το καθεστώς εργοδότησης του οποίου δεν εμπίπτει στον ως άνω απαρέγκλιτο όρο της εξουσιοδότησης του ερ.[97/82]), απομένει λοιπόν να κριθεί κατά πόσο η παρεμβολή εδώ της λειτουργού Μ. Ζαλοκώστα, της οποίας η υπογραφή εντοπίζεται στον πίνακα περιεχομένων του ΔΦ, κάτω από τη σφραγίδα «ο φάκελος σας διαβιβάζεται αφού μελέτησα και υιοθετώ την εισήγηση επί της αίτησης και της δυνατότητας επιστροφής στη [Σενεγάλη]», η οποία, ως προκύπτει από το λεκτικό που εντοπίζεται αμέσως πιο κάτω, όπου αναγράφεται «κ. Μ. Ζαλοκώστα ως η εισήγηση σας», ακολουθεί μονογραφή, αμέσως δίπλα «ημ.[25/09/23]» και από κάτω το όνομα του λαμβάνοντος την επίδικη απόφαση λειτουργού (βλ. και ερ.[94/111]) και η σφραγίδα «ΕΓΚΡΙΝΕΤΑΙ», απευθύνεται στον λειτουργό αυτό, είναι αρκετή για να καταστήσει την επίδικη απόφαση ως ληφθείσα εντός των πλαισίων της εν λόγω εξουσιοδότησης. Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι καταφατική, ως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω.
Δεν παραγνωρίζω βεβαίως ότι η ως άνω πορεία είναι κάπως αδόκιμη και δεν παραβλέπω ότι [.] η επίδικη έκθεση έχει συνταχθεί από λειτουργό της EUAA, το δε λεκτικό στο ερ.[93/110] («I SUBMIT THE FOLLOWING [.]») δεν μπορεί παρά να δεικνύει ότι αυτή συντάχθηκε ώστε να υποβληθεί, στη δε επόμενη σελίδα (ερ.[94/111]) εντοπίζεται το πρακτικό της επίδικης απόφασης, υπογεγραμμένο δεόντως από τον λειτουργό που την έλαβε, τον οποίο αφορά η εξουσιοδότηση του ερ.[97/82]. Όμως προτού ληφθεί η απόφαση παρεμβλήθηκε η λειτουργός Μ. Ζαλοκώστα, η οποία, ως προκύπτει σαφώς από τα αναγραφόμενα στα περιεχόμενα του ΔΦ, μελέτησε και υιοθέτησε (ως δική της) την εισήγηση του λειτουργού της EUAA. Οι καταχωρήσεις αυτές στα περιεχόμενα του ΔΦ φέρουν ημερομηνία, αφενός της κ. Ζαλοκώστα τις [25/29/23] [.], του δε λειτουργού που έλαβε την απόφαση τις [26/09/23] (που είναι η ίδια με του ερ.[94/111] - πρακτικό της επίδικης απόφασης) και τελούν σε χρονολογική σειρά με τις προηγούμενες και επόμενες καταχωρήσεις που εντοπίζονται στον ίδιο πίνακα.
Σχετικά με τα ως άνω είναι και όσα λέχθηκαν στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Δημοτικό Συμβούλιο Λάρνακας κ.ά. v. Mobil Oil (Cyprus) Ltd κ.ά. (1996) 3 A.A.Δ. 294, όπου λέχθηκε ότι «[το] γεγονός ότι ο Υπουργός απλώς ανέφερε ότι συμφωνεί με την εισήγηση του λειτουργού δεν σημαίνει ότι δεν ασχολήθηκε με την επίλυση του θέματος ούτε και αποτελεί άρνηση άσκησης της εξουσίας που του παρέχει ο Νόμος.» Στη δε απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπ. αρ.6447/2013, Χειμώνας ν. Δημοκρατίας, ημ.30/09/15, λέχθηκε ότι «[η] σύμφωνος γνώμη του Υπουργού δεν μειώνει την επάρκεια της αιτιολόγησης. Αντίθετα, ενσωματώνει ολόκληρη την έκθεση τους λειτουργού, την οποία υιοθέτησε χωρίς οποιαδήποτε διαφωνία, ή, διαφοροποίηση Η απλή συμφωνία δεν εξυπακούει ότι ο Υπουργός δεν ασχολήθηκε με την ουσία του θέματος ή ότι απεμπόλησε την εξουσία του ή ότι επισφράγισε άνευ ετέρου τη γνώμη ή εισήγηση τρίτου, (Καρλεττίδου ν. Δημοκρατίας (1997) 4 Α.Α.Δ. 3074 και Svetoslav Stoyanov v. Υπουργείου Εσωτερικών, ECLI:CY:AD:2014:D151, υποθ. αρ. 718/2012, ECLI:CY:AD:2014:D151, ημερ. 26.2.2014). Στο πλαίσιο της κανονικότητας των διοικητικών πράξεων επί των οποίων υπάρχει μαχητό τεκμήριο, δεν νοείται ανατροπή του με τα όσα επιχειρηματολογεί ο αιτητής.». Το δε αρ.17 (8) του περί των Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμου διαλαμβάνει ότι «[δ]ε συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας η υιοθέτηση ενός σημειώματος ή μιας πρότασης που υποβάλλεται από υφιστάμενο υπάλληλο ή όργανο στο αρμόδιο διοικητικό όργανο, αν το σημείωμα ή η πρόταση περιέχει συγκεκριμένη εισήγηση και από το σύνολο της όλης διοικητικής ενέργειας προκύπτει ότι το αρμόδιο όργανο άσκησε ουσιαστικά την αποφασιστική του αρμοδιότητα.»
Δεν παραγνωρίζω ότι τα ως άνω αφορούν άλλη πτυχή του ζητήματος, που αφορά κατά πόσο η υιοθέτηση ενός σημειώματος συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας, όμως θεωρώ ότι μπορούν να τύχουν κατ' αναλογία εφαρμογής και εν προκειμένω. Τούτο γιατί δια των ως άνω καταχωρήσεων που εντοπίζονται στα περιεχόμενα του ΔΦ προκύπτει με την απαιτούμενη σαφήνεια ότι η λειτουργός Μ. Ζαλοκώστα, μελετώντας και υιοθετώντας (αυτούσια) την επίδικη έκθεση [.], παρεμβλήθηκε ουσιαστικά και ενεργά (και όχι κατ' όνομα) στη διαδικασία, καθιστώντας έτσι την εγκριθείσα έκθεση [.] ως υποβληθείσα από την ίδια. Σ' αυτό συνηγορεί και η χρονολογική συνέχεια των καταχωρήσεων στον πίνακα περιεχομένων του ΔΦ. Είναι δε επουσιώδες και - σε κάθε περίπτωση - δεν δύναται να διαφοροποιήσει την ουσιαστική εν προκειμένω συμμετοχή/παρεμβολή της Μ. Ζαλοκώστα το κατά πόσο εδώ το λεκτικό «διαβιβάζεται» διαφέρει γραμματικά από το λεκτικό «υποβάλλονται». Σημαντικό είναι ότι, ως στην εξουσιοδότηση του ερ.[82/97] αναφέρεται, τελικώς, η επίδικη έκθεση δόθηκε (κατ' απλούστερη λεκτική διατύπωση) προς έγκριση στον λαμβάνοντα την επίδικη απόφαση λειτουργό από «τα χέρια» της Μ. Ζαλοκώστα, που προηγουμένως μελέτησε και υιοθέτησε την επίδικη έκθεση. [.]
Ενόψει των ως άνω, στη βάση του Τεκμηρίου 1, αποδέχομαι λοιπόν ότι, δεδομένου ότι η λειτουργός Μ. Ζαλοκώστα, η εμπλοκή της οποίας κατά τη λήψη της επίδικης απόφασης εξηγείται λεπτομερώς ανωτέρω, είναι λειτουργός ορισμένου χρόνου, η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε αρμοδίως [.], εντός των πλαισίων της δοθείσας εξουσιοδότησης [.].»
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην παρούσα περίπτωση, κρίνω ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε εμπίπτει εντός των πλαισίων της δοθείσας εξουσιοδότησης.
Συναφώς, το κρίσιμο ζήτημα δεν εξαντλείται στο γεγονός ότι η αρχική Έκθεση/Εισήγηση συντάχθηκε από λειτουργό της EUAA, αλλά έγκειται στο κατά πόσον αυτή υιοθετήθηκε ουσιαστικά από αρμόδιο λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, ο οποίος εμπίπτει στο πεδίο της σχετικής εξουσιοδότησης.
Όπως προκύπτει από τα στοιχεία του διοικητικού φακέλου, η Έκθεση/Εισήγηση μελετήθηκε και υιοθετήθηκε από αρμόδιο λειτουργό ορισμένου χρόνου της Υπηρεσίας Ασύλου, η οποία παρενέβη ουσιαστικά στη διαδικασία, καθιστώντας την εισήγηση ως δική του και, κατ’ επέκταση, ως υποβληθείσα στο αρμόδιο αποφασίζον όργανο εντός των πλαισίων της εξουσιοδότησης.
Υπό το πρίσμα αυτό, η πράξη της υιοθέτησης δεν συνιστά τυπική ή επιφανειακή επικύρωση, αλλά ουσιαστική ενσωμάτωση της εισήγησης στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας. Η προσέγγιση αυτή συνάδει πλήρως με την πάγια νομολογία, σύμφωνα με την οποία η υιοθέτηση εισήγησης από αρμόδιο όργανο δεν συνιστά αποχή από άσκηση αρμοδιότητας, εφόσον προκύπτει ότι το όργανο άσκησε ουσιαστικά τη διακριτική του ευχέρεια (βλ. άρθρο 17(8) του Ν. 158(Ι)/1999 και σχετική νομολογία).
Κατ’ αναλογία των πιο πάνω αρχών, η παρεμβολή και υιοθέτηση της Έκθεσης/Εισήγησης από λειτουργό ορισμένου χρόνου θεραπεύει το ζήτημα που εγείρεται ως προς την αρχική σύνταξή της από λειτουργό της EUAA και διασφαλίζει ότι η τελικώς εγκριθείσα εισήγηση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της σχετικής εξουσιοδότησης.
Ενόψει των ανωτέρω, καθίσταται σαφές ότι οι ισχυρισμοί περί αναρμοδιότητας του αποφασίζοντος οργάνου δεν ευσταθούν και, ως εκ τούτου, απορρίπτονται.
Ως προς τον ισχυρισμό ότι το πρόσωπο που διενήργησε τη συνέντευξη και συνέταξε την Έκθεση/Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, ήτοι ο λειτουργός με κωδικό CW087, δεν διαθέτει την απαιτούμενη κατάρτιση, παρατηρώ ότι ο ισχυρισμός αυτός προβάλλεται με γενικότητα και αοριστία.
Ειδικότερα, δεν προσκομίστηκε οποιοδήποτε συγκεκριμένο στοιχείο ή μαρτυρία που να τεκμηριώνει την προβαλλόμενη έλλειψη κατάρτισης ή να καταδεικνύει ότι ο εν λόγω λειτουργός δεν πληρούσε τις απαιτήσεις για την άσκηση των καθηκόντων του. Όπως τονίστηκε στην Υπόθ. Αρ.801/1999, Μαυρονύχη v. Δημοκρατίας, ημερ.12/03/2001, η διοίκηση τεκμαίρεται πως λειτουργεί σύμφωνα με το Νόμο, εκτός όπου καθαρά αποδεικνύεται πως αυτό δεν συμβαίνει.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λαμβανομένου υπόψη του τεκμηρίου κανονικότητας που διέπει τις διοικητικές πράξεις, το οποίο δεν έχει ανατραπεί εν προκειμένω, ο σχετικός ισχυρισμός δεν δύναται να τύχει περαιτέρω εξέτασης.
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός απορρίπτεται ως αόριστος και ατεκμηρίωτος.
Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλει ο συνήγορος του Αιτητή, περί έλλειψης δέουσας έρευνας και αιτιολογίας, λαμβανομένης υπόψιν και της εξουσίας του παρόντος Δικαστηρίου όπου και σύμφωνα με τον περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμο του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, το Διοικητικό Δικαστήριο Διεθνούς Προστασίας έχει την εξουσία να εξετάσει την παρούσα υπόθεση πλήρως και από τούδε και στο εξής (ex nunc). Επομένως, προχωρώ να εξετάσω το κατά πόσο η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε σε πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές περί τούτου διατάξεις του Νόμου και της Οδηγίας και είναι δια τούτο επί της ουσίας ορθή.
Το Δικαστήριο στα πλαίσια ελέγχου της προσβαλλόμενης απόφασης εξετάζει κατά πόσον το αρμόδιο όργανο ερεύνησε όλα εκείνα τα στοιχεία που όφειλε να ερευνήσει και να συνεκτιμήσει για να καταλήξει στην απόφασή του σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου. Η έρευνα θεωρείται πλήρης όταν το διοικητικό όργανο συλλέξει και εξετάσει όλα τα ουσιώδη στοιχεία μιας υπόθεσης ώστε να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα. Το είδος και η έκταση της έρευνας εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του αποφασίζοντος οργάνου και διαφέρει κατά περίπτωση (Βλ. Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 503, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου (1997) 3 Α.Α.Δ. 270, Α.Ε. Aρ.: 3017, Αντώνης Ράφτης ν. Δημοκρατίας, ημερ. 5.6.2002, (2002) 3 ΑΑΔ 345) JAMAL KAROU V Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων, αρ. 128/2008 ημερ. 1 Φεβρουαρίου, 2010).
Ως εκ τούτου, προσέγγισα το θέμα με βάση τα ενώπιόν μου στοιχεία και το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, εξετάζοντας όλα τα ουσιώδη στοιχεία και πραγματικά περιστατικά που οι Καθ' ων η Αίτηση είχαν ενώπιόν τους.
Στην αίτησή του για παροχή διεθνούς προστασίας, ο Αιτητής δήλωσε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του, διότι η μητριά του τον αποπλάνησε και προέβησαν σε σεξουαλική πράξη. Ανέφερε ότι η εν λόγω πράξη δεν είναι αποδεκτή στην κοινότητά του και ότι όποιος εμπλέκεται σε τέτοια πράξη θανατώνεται, ενώ το αίμα του χρησιμοποιείται για σκοπούς «κάθαρσης». Πρόσθεσε ότι έγιναν αντιληπτοί και ότι ο ίδιος διέφυγε προκειμένου να αποφύγει τον θάνατο (βλ. ερ. 1 δ.φ.).
Κατά το στάδιο της προφορικής συνέντευξης και αναφορικά με τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής δήλωσε ότι είναι υπήκοος Νιγηρίας, προσδιορίζοντας ως τόπο καταγωγής και διαμονής του την πόλη Akwa, της πολιτείας Anambra της Νιγηρίας (βλ. ερ. 46/1χ δ.φ.). Περαιτέρω, ανέφερε ότι είναι Χριστιανός Καθολικός ως προς το θρήσκευμα και ότι ομιλεί την αγγλική γλώσσα, καθώς και τη διάλεκτο Igbo (βλ. ερ. 48/1χ και 47/1χ δ.φ.).
Ως προς το εκπαιδευτικό και εργασιακό του υπόβαθρο, δήλωσε ότι είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης και ότι εργάστηκε για περίοδο έξι μηνών σε πρατήριο καυσίμων (βλ. ερ. 48, 47/1χ και 2χ δ.φ.). Αναφορικά με το οικογενειακό του περιβάλλον, ανέφερε ότι είναι άγαμος και άτεκνος, ότι η μητέρα του απεβίωσε το 2015, ενώ ο πατέρας του και η μητριά του διαμένουν στην πόλη Akwa, και ότι έχει τρία αδέλφια (βλ. ερ. 46 και 45/1χ δ.φ.).
Σε σχέση με τους λόγους εγκατάλειψης της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής, κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησής του, επανέλαβε ότι η μητριά του τον αποπλάνησε και ότι προέβησαν σε σεξουαλική πράξη, ενώ ο ίδιος τελούσε υπό την επήρεια αλκοόλ. Τόνισε εκ νέου ότι τέτοια πράξη θεωρείται αποτρόπαια στην κοινότητά του και ότι, σε περίπτωση αποκάλυψης, το εμπλεκόμενο πρόσωπο θανατώνεται, με το αίμα του να χρησιμοποιείται για «κάθαρση» (βλ. ερ. 42/1χ δ.φ.).
Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι το περιστατικό έλαβε χώρα στις 26/12/2020 και ότι εντοπίστηκαν από τον αδελφό του, κατόπιν του οποίου ο ίδιος διέφυγε. Ερωτηθείς κατά πόσον υπήρξε συγκεκριμένο περιστατικό που τον οδήγησε στην αναχώρηση, ανέφερε ότι η κοινότητα τον αναζητούσε, γεγονός για το οποίο ενημερώθηκε από πάστορα, ο οποίος τον βοήθησε να εγκαταλείψει τη χώρα του. Σε ερώτηση ως προς το τι φοβάται ότι θα του συμβεί σε περίπτωση επιστροφής του, απάντησε ότι η κοινότητα θα τον σκοτώσει (βλ. ερ. 41/1χ δ.φ.).
Κληθείς να σχολιάσει την τύχη της μητριάς του, δήλωσε ότι δεν γνωρίζει τι απέγινε, πλην όμως δεν πιστεύει ότι είναι εν ζωή. Τέλος, ανέφερε ότι δεν αποτάθηκε στις αρχές της χώρας του αναφορικά με τις απειλές που, κατά τους ισχυρισμούς του, δεχόταν (βλ. ερ. 40 δ.φ.).
Σε σειρά διευκρινιστικών ερωτήσεων, στις οποίες κλήθηκε να απαντήσει αναφορικά με τη σχέση του με τη μητριά του, ο Αιτητής ανέφερε ότι η μεταξύ τους σχέση ήταν καλή και ότι ο ίδιος δεν έτρεφε οποιαδήποτε ερωτική διάθεση προς αυτήν, καθότι επρόκειτο για τη σύζυγο του πατέρα του. Ισχυρίστηκε ότι, πριν από το επίδικο περιστατικό του Δεκεμβρίου, η μητριά του είχε επιχειρήσει, περί τον Νοέμβριο, να τον αποπλανήσει, πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε και εκείνη αποχώρησε. Περαιτέρω, ανέφερε ότι γνωστοποίησε το περιστατικό στον αδελφό του, ο οποίος τον προέτρεψε να την αποφεύγει, επισημαίνοντάς του ότι η πράξη αυτή είναι αποτρόπαια (βλ. ερ. 40/1χ δ.φ.).
Κληθείς να περιγράψει το περιστατικό του Δεκεμβρίου, ο Αιτητής δήλωσε ότι αυτό έλαβε χώρα κατά την περίοδο των Χριστουγέννων. Ανέφερε ότι, αφού διασκέδαζε με φίλους του, επέστρεψε στην οικία του κατά τις βραδινές ώρες, οπότε η μητριά του εισήλθε στο δωμάτιό του και τον αποπλάνησε. Ισχυρίστηκε ότι εντός της οικίας βρίσκονταν και άλλα μέλη της οικογένειάς του και ότι ο ίδιος της ζήτησε να μην προχωρήσουν, πλην όμως εκείνη τον πίεσε και τον εξανάγκασε σε σεξουαλική πράξη, παρά τη θέλησή του. Κατά τη διάρκεια της πράξης, τους εντόπισε ο αδελφός του, ο οποίος άρχισε να φωνάζει, με αποτέλεσμα να εξέλθουν και τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας (βλ. ερ. 39/1χ δ.φ.).
Ο Αιτητής δήλωσε ότι ακολούθως άρχισε να τρέχει, επιβιβάστηκε σε λεωφορείο και μετέβη σε άλλη κοινότητα, όπου διέμενε σε εκκλησία. Με τη βοήθεια πάστορα, μετέβη στην Abuja, όπου παρέμεινε για περίοδο δύο μηνών πριν αναχωρήσει από τη χώρα, ενώ ο ίδιος πάστορας τον συνέδραμε και στην εξασφάλιση των απαραίτητων ταξιδιωτικών εγγράφων. Ερωτηθείς ως προς το πώς πληροφορήθηκε ότι τον αναζητούσαν, δεδομένου ότι διέφυγε αμέσως μετά το περιστατικό, ανέφερε ότι ο πάστορας προέβη σε σχετική έρευνα (βλ. ερ. 38/1χ δ.φ.).
Ερωτηθείς κατά πόσον επικοινώνησε με τον πατέρα του, ο Αιτητής δήλωσε ότι επιχείρησε να του εξηγήσει τα γεγονότα και να απολογηθεί, πλην όμως εκείνος του ανέφερε ότι η πράξη ήταν αποτρόπαια, ότι επιθυμούσε να τον συναντήσει και ότι η κοινότητα τον αναζητεί.
Αναφορικά με την κοινότητα, ο Αιτητής επανέλαβε ότι τέτοιου είδους πράξεις τιμωρούνται με θάνατο και ότι χρησιμοποιείται το αίμα του εμπλεκόμενου προσώπου για σκοπούς «κάθαρσης», προσθέτοντας ότι πρόκειται για ταμπού στη Νιγηρία. Ερωτηθείς εάν υπάρχει συγκεκριμένο τελετουργικό για τη θανάτωση ατόμων που προβαίνουν σε τέτοιες πράξεις, ανέφερε ότι συγκεντρώνονται στην πλατεία και τους κόβουν τον λαιμό. Περαιτέρω, ισχυρίστηκε ότι η οικογένειά του δεν μπορούσε να αποκρύψει το περιστατικό από την κοινότητα, καθότι αυτό θα ήταν αντίθετο προς τις παραδόσεις (βλ. ερ. 37/1χ δ.φ.).
Τέλος, ερωτηθείς κατά πόσον θα μπορούσε να εγκατασταθεί σε άλλη περιοχή της χώρας καταγωγής του, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι αυτό δεν θα ήταν ασφαλές, καθότι θα μπορούσε να εντοπιστεί, προσθέτοντας ότι οι άνθρωποι μετακινούνται και, ως εκ τούτου, δεν θα ήταν σε θέση να αποφύγει τον εντοπισμό του (βλ. ερ. 36/1χ δ.φ.).
Ακολούθως, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δύο (2) ουσιώδεις ισχυρισμούς απορρέοντες από το αφήγημα του Αιτητή. Ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή, ο οποίος έγινε αποδεκτός. Εν προκειμένω, πρόκειται για υπήκοο Νιγηρίας, με τόπο καταγωγής και συνήθους διαμονής την πολιτεία Anambra της Νιγηρίας (βλ. ερ. 77-76 δ.φ.).
Ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τον ισχυριζόμενο κίνδυνο που αντιμετωπίζει ο Αιτητής, καθότι η μητριά του τον αποπλάνησε και προέβησαν σε σεξουαλική πράξη, με αποτέλεσμα η κοινότητά του να τον θεωρεί απεχθή. Ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίφθηκε, καθότι κρίθηκε ότι ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς πληροφορίες και υπέπεσε σε ουσιώδεις ασυνέπειες.
Ειδικότερα, ο αρμόδιος λειτουργός επεσήμανε ότι οι δηλώσεις του Αιτητή ως προς τη σχέση του με τη μητριά του ήταν ελλιπείς και στερούνταν συνοχής, καθότι περιορίστηκε να αναφέρει ότι η σχέση τους ήταν «φυσιολογική» και ότι επρόκειτο για τη σύζυγο του πατέρα του, χωρίς να επεξηγήσει πώς κατέληξαν να έχουν σεξουαλική επαφή. Περαιτέρω, ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι η μητριά του είχε επιχειρήσει, ένα μήνα πριν το επίδικο περιστατικό, να τον αποπλανήσει, πλην όμως ο ίδιος αρνήθηκε. Ερωτηθείς ως προς τον λόγο για τον οποίο δεν αντέδρασε κατά τον ίδιο τρόπο κατά το δεύτερο περιστατικό, έδωσε απάντηση που κρίθηκε ως ασυνεπής, αναφέροντας ότι η μητριά του ήταν ήδη γυμνή και ότι δεν πίστευε πως θα γίνονταν αντιληπτοί.
Η περιγραφή του ως προς το επίδικο συμβάν κρίθηκε ανεπαρκής, ενώ και οι απαντήσεις του αναφορικά με τον τρόπο διαφυγής του από την οικία του αξιολογήθηκαν ως ασυνάρτητες. Περαιτέρω, ερωτηθείς κατά πόσον επικοινώνησε με την οικογένειά του μετά το περιστατικό, ανέφερε ότι επικοινώνησε με τον πατέρα του, ο οποίος τον ενημέρωσε ότι η κοινότητα τον αναζητεί και ότι θα πρέπει να επιστρέψει για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες της πράξης του, ήτοι τον θάνατο. Ως προς τη μητριά του, ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οποιαδήποτε ενημέρωση, πλην όμως εξέφρασε την άποψη ότι πιθανόν να έχει θανατωθεί.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δήλωσε ότι η νομοθεσία της χώρας του προβλέπει τη θανατική ποινή για τέτοιες πράξεις. Ωστόσο, ερωτηθείς κατά πόσον καταγγέλθηκε στις αρχές, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει, ενώ, ερωτηθείς κατά πόσον εντοπίστηκε κατά την παραμονή του στην Abuja, όπου διέμενε για περίοδο δύο μηνών, απάντησε αρνητικά, αποδίδοντάς το στο σύντομο χρονικό διάστημα παραμονής του εκεί.
Υπό το φως των πιο πάνω, ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι η εσωτερική αξιοπιστία των δηλώσεων του Αιτητή δεν τεκμηριώνεται.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία, ο αρμόδιος λειτουργός, επιβεβαιώνοντας μέσω εξωτερικών πηγών πληροφόρησης ότι η αιμομιξία ποινικοποιείται στη Νιγηρία, κατέληξε ότι, ενόψει της έλλειψης εσωτερικής αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν τεκμηριώνεται και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
Υπό το φως του μοναδικού αποδεκτού ισχυρισμού, ήτοι της ταυτότητας, των προσωπικών στοιχείων/προφίλ και της χώρας και του τόπου καταγωγής του Αιτητή, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν, στο πλαίσιο της αξιολόγησης κινδύνου, ότι δεν συντρέχουν εύλογοι ή βάσιμοι λόγοι ώστε, σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του και ειδικότερα στην πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, να αντιμετωπίσει δίωξη ή πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Συναφώς, διεξήχθη έρευνα σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας στη χώρα και στον τόπο καταγωγής του Αιτητή (βλ. ερ. 63-66 δ.φ.).
Προχωρώντας στη νομική ανάλυση, οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε έναν εκ των πέντε λόγων που προβλέπονται εξαντλητικά στο άρθρο 3(1) του περί Προσφύγων Νόμου και, ως εκ τούτου, δεν δικαιούται καθεστώς πρόσφυγα. Επιπλέον, κρίθηκε ότι, σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία, ο Αιτητής δεν θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 15(α) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ, ούτε υπάρχει κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, δυνάμει του άρθρου 15(β) της ίδιας Οδηγίας.
Αναφορικά με το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου (σε αντιστοιχία με το άρθρο 15(γ) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ), οι Καθ’ ων η Αίτηση κατέληξαν ότι ο Αιτητής δεν διατρέχει πραγματικό κίνδυνο σοβαρής βλάβης υπό την έννοια της εν λόγω διάταξης, καθότι, βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την κατάσταση ασφαλείας, και ειδικότερα στην πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, όπου αναμένεται να επιστρέψει, δεν διαπιστώνεται η ύπαρξη συνθηκών διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. ερ. 67-69 δ.φ.). Ως εκ τούτου, απορρίφθηκε και το ενδεχόμενο υπαγωγής του σε καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας.
Αξιολογώντας, συνεπώς, τα όσα ανωτέρω έχουν εκτεθεί, υπό το φως των σχετικών νομοθετικών προνοιών, και κατόπιν ενδελεχούς μελέτης τόσο της Έκθεσης/Εισήγησης του αρμόδιου λειτουργού της EUAA όσο και των θέσεων που προέβαλε ο συνήγορος του Αιτητή κατά τη διαδικασία ενώπιόν μου, καταλήγω στα ακόλουθα:
Καταρχάς, συντάσσομαι με τη θέση των Καθ’ ων η αίτηση ότι ο πρώτος ουσιώδης ισχυρισμός αφορά τα προσωπικά στοιχεία, τη χώρα καταγωγής και τον τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή, η αποδοχή του οποίου κρίνεται ορθή.
Ακολούθως, συμφωνώ με τα ευρήματα του αρμόδιου λειτουργού των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την έλλειψη αξιοπιστίας του Αιτητή αναφορικά με τον δεύτερο ουσιώδη ισχυρισμό. Από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιόν μου προκύπτει ότι ο Αιτητής, κατά την ανάπτυξη του πυρήνα του αιτήματός του, δεν παρείχε συγκεκριμένες, επαρκείς και ικανοποιητικές πληροφορίες και λεπτομέρειες αναφορικά με το περιστατικό αποπλάνησης και τη φερόμενη σεξουαλική επαφή με τη μητριά του, εξαιτίας του οποίου ισχυρίζεται ότι διατρέχει κίνδυνο από την κοινότητά του. Ούτε, εξάλλου, κατόρθωσε να στοιχειοθετήσει ότι ο ίδιος αντιμετωπίζει προσωπικό και πραγματικό κίνδυνο, με αποτέλεσμα οι ισχυρισμοί του να μην κρίνονται ευλογοφανείς.
Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν παρείχε επαρκείς εξηγήσεις ως προς το πώς η σχέση μεταξύ μητριάς και θετού τέκνου κατέληξε σε σεξουαλική συνεύρεση. Περαιτέρω, από τις δηλώσεις του δεν προκύπτει ότι υπέστη ο ίδιος οποιαδήποτε συγκεκριμένη πράξη ή απειλή, είτε από μέλη της οικογένειάς του είτε από την κοινότητά του. Δεδομένου ότι ο επικαλούμενος κίνδυνος αφορά την ίδια του τη ζωή και συνιστά τη γενεσιουργό αιτία του προβαλλόμενου φόβου δίωξης, ο Αιτητής όφειλε να είναι σε θέση να παράσχει σαφείς, συγκεκριμένες και λεπτομερείς απαντήσεις.
Οι δε αναφορές του περί ενδεχόμενης θανάτωσής του κρίνονται γενικές και αόριστες, στερούμενες προσωπικής βιωματικής βάσης και επαρκούς εξειδίκευσης.
Περαιτέρω, η αναξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού ενισχύεται και από τις ίδιες τις απαντήσεις του Αιτητή κατά τη συνέντευξή του. Παρά το ότι του δόθηκε επανειλημμένως η ευκαιρία να περιγράψει με σαφήνεια και λεπτομέρεια το περιστατικό, οι απαντήσεις του παρέμειναν γενικές, αόριστες και ενίοτε ασύνδετες. Ειδικότερα, ενώ ισχυρίστηκε ότι η μητριά του τον αποπλάνησε και ότι η πράξη τελέστηκε παρά τη θέλησή του, δεν κατόρθωσε να επεξηγήσει πειστικά πώς, υπό τις περιστάσεις που περιέγραψε, κατέληξε να λάβει χώρα η σεξουαλική πράξη, ιδίως αφού, κατά τα λεγόμενά του, η οικία ήταν πλήρης με μέλη της οικογένειας, τα οποία βρίσκονταν εντός αυτής.
Περαιτέρω, οι δηλώσεις του ως προς τη στάση του κατά το επίδικο συμβάν παρουσιάζουν ουσιώδεις αδυναμίες. Από τη μία πλευρά, ανέφερε ότι δεν επιθυμούσε τη σεξουαλική επαφή και ότι είπε στη μητριά του να μην προχωρήσουν, από την άλλη, όμως, δεν παρείχε οποιαδήποτε συγκεκριμένη ή πειστική εξήγηση ως προς το γιατί δεν απομακρύνθηκε ή δεν αντέδρασε με τρόπο ανάλογο προς εκείνον που, κατά τους ισχυρισμούς του, είχε επιδείξει κατά το προηγούμενο περιστατικό του Νοεμβρίου, όταν η μητριά του φέρεται να επιχείρησε να τον αποπλανήσει και εκείνος αρνήθηκε.
Επιπλέον, οι εξηγήσεις του ως προς τον τρόπο διαφυγής του κρίνονται ασαφείς και μη πειστικές. Αρχικά ανέφερε ότι έτρεξε προς την πλησιέστερη κοινότητα, ακολούθως όμως διευκρίνισε ότι έτρεξε και στη συνέχεια επιβιβάστηκε σε λεωφορείο. Δεν εξήγησε επαρκώς πώς κατόρθωσε, αμέσως μετά το περιστατικό και ενώ, κατά τα λεγόμενά του, η οικογένεια και η κοινότητα τον αναζητούσαν, να διαφύγει χωρίς να εντοπιστεί, ούτε πώς επιβιβάστηκε σε λεωφορείο χωρίς να καταβάλει αντίτιμο.
Περαιτέρω, ιδιαιτέρως γενικές και ατεκμηρίωτες παραμένουν οι αναφορές του περί του ότι η κοινότητα τον αναζητούσε. Ο ίδιος δεν είχε προσωπική γνώση του γεγονότος αυτού, αλλά το απέδωσε σε πληροφορίες που φέρεται να συνέλεξε ο πάστορας. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να παράσχει επαρκείς λεπτομέρειες ως προς το πώς ο πάστορας πληροφορήθηκε τα ανωτέρω, ποια έρευνα διενήργησε, από ποιους ενημερώθηκε ή με ποιον τρόπο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο Αιτητής αναζητείτο από την κοινότητα.
Αντίστοιχα αόριστες είναι και οι δηλώσεις του ως προς την τύχη της μητριάς του. Ενώ αρχικά ανέφερε ότι δεν γνωρίζει τι απέγινε, στη συνέχεια δήλωσε ότι δεν πιστεύει πως είναι εν ζωή, στηρίζοντας την πεποίθησή του αυτή όχι σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη πληροφόρηση, αλλά αποκλειστικά στο γεγονός ότι, κατά τους ισχυρισμούς του, «την έπιασαν». Η εν λόγω αναφορά δεν συνοδεύτηκε από συγκεκριμένα στοιχεία ή προσωπική γνώση, αλλά παρέμεινε σε επίπεδο εικασίας.
Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του αναφορικά με την τιμωρία που δήθεν επιβάλλεται από την κοινότητα παρουσιάζονται γενικοί και στερούμενοι επαρκούς εξειδίκευσης. Ο Αιτητής περιορίστηκε να επαναλαμβάνει ότι πρόκειται για «αποτρόπαια» πράξη, ότι το εμπλεκόμενο πρόσωπο θανατώνεται και ότι χρησιμοποιείται το αίμα του για «κάθαρση», χωρίς να είναι σε θέση να παράσχει συγκεκριμένες πληροφορίες για πραγματικά περιστατικά, πρόσωπα, προηγούμενα ανάλογα συμβάντα ή συγκεκριμένη διαδικασία πέραν μιας γενικής αναφοράς σε συγκέντρωση στην πλατεία και αποκοπή του λαιμού.
Σημαντικό είναι, επίσης, ότι ο Αιτητής δεν προσέφυγε στις αρχές της χώρας του, ούτε σε οποιοδήποτε άλλο αρμόδιο όργανο, παρά το ότι ισχυρίζεται ότι διέτρεχε κίνδυνο ζωής. Η εξήγησή του ότι δεν το έπραξε, χωρίς περαιτέρω τεκμηρίωση, δεν δύναται να κριθεί ικανοποιητική, ιδίως εφόσον ο ίδιος αναφέρθηκε και σε υποτιθέμενη νομική απαγόρευση της πράξης, χωρίς όμως να γνωρίζει το περιεχόμενο του νόμου ή κατά πόσον είχε πράγματι καταγγελθεί στις αρχές.
Τέλος, οι αναφορές του ως προς τη δυνατότητα εσωτερικής μετεγκατάστασης είναι επίσης γενικές και υποθετικές. Παρόλο που ανέφερε ότι έχει συγγενείς σε Lagos και Abuja, ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσαν να τον εντοπίσουν οπουδήποτε στη Νιγηρία, χωρίς να παραθέσει συγκεκριμένο μηχανισμό ή πραγματική βάση για τον ισχυρισμό αυτό. Η δήλωσή του ότι «όλοι μετακινούνται» και ότι «τα νέα διαδίδονται» δεν αρκεί για να τεκμηριώσει εξατομικευμένο και πραγματικό κίνδυνο εντοπισμού του σε άλλη περιοχή της χώρας.
Υπό το φως των ανωτέρω, ορθώς κρίθηκε από τον αρμόδιο λειτουργό ότι ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν πληροί τα κριτήρια της εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι το αφήγημα του Αιτητή στερείται επαρκούς λεπτομέρειας, συνοχής, ευλογοφάνειας και προσωπικής βιωματικής βάσης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός περί κινδύνου λόγω της φερόμενης σεξουαλικής πράξης με τη μητριά του δεν δύναται να γίνει αποδεκτός.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού, προκύπτει ότι ο αρμόδιος λειτουργός προέβη σε αναζήτηση πληροφοριών από εξωτερικές πηγές πληροφόρησης (COI), καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι περιστατικά αιμομιξίας υφίστανται στη Νιγηρία και ότι τέτοιες πράξεις ποινικοποιούνται.
Ειδικότερα, παρατέθηκαν αποσπάσματα από δημοσιογραφικές και λοιπές πηγές, σύμφωνα με τα οποία η αιμομιξία συνιστά ποινικό αδίκημα στη Νιγηρία και εμπίπτει στις απαγορευμένες βαθμίδες συγγένειας (“prohibited degree of consanguinity”). Ως εκ τούτου, ο λειτουργός ορθώς διαπίστωσε ότι το γενικό υπόβαθρο του ισχυρισμού του Αιτητή, ήτοι η ύπαρξη κοινωνικής και νομικής αποδοκιμασίας τέτοιων πράξεων, επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πηγές.
Ωστόσο, η αξιολόγηση αυτή εξαντλείται στο επίπεδο της γενικής κατάστασης στη χώρα καταγωγής και δεν επεκτείνεται επαρκώς σε κρίσιμα στοιχεία που αφορούν την εξατομικευμένη βασιμότητα του ισχυρισμού.
Συγκεκριμένα, από τις παρατεθείσες πηγές δεν προκύπτει ότι πράξεις αιμομιξίας τιμωρούνται, στην πράξη, με εξωδικαστική θανάτωση από την κοινότητα, ούτε ότι υφίσταται καθιερωμένη πρακτική «τελετουργικής κάθαρσης» μέσω θανάτωσης, όπως ισχυρίζεται ο Αιτητής. Οι σχετικές αναφορές του Αιτητή περί συλλογικής θανάτωσης και χρήσης αίματος για «κάθαρση» δεν επιβεβαιώνονται από τα επικαλούμενα αντικειμενικά στοιχεία.
Περαιτέρω, δεν προκύπτει από το υλικό που λήφθηκε υπόψη ότι άτομα τα οποία εμπλέκονται σε τέτοιου είδους πράξεις υφίστανται δίωξη από μη κρατικούς δρώντες σε τέτοιο βαθμό έντασης και έκτασης, ώστε να στοιχειοθετείται πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης κατά την έννοια του νόμου.
Επομένως, ενώ ο λειτουργός ορθώς διαπίστωσε την ύπαρξη ποινικοποίησης της αιμομιξίας στη Νιγηρία, δεν προέβη σε επαρκή συσχέτιση των γενικών αυτών πληροφοριών με τον συγκεκριμένο ισχυρισμό του Αιτητή περί κινδύνου θανάτωσης από την κοινότητα. Η διαπίστωση της γενικής ποινικοποίησης δεν αρκεί, αφ’ εαυτής, για να τεκμηριώσει την ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου δίωξης ή σοβαρής βλάβης.
Σε κάθε περίπτωση, και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η κατάληξη του αρμόδιου λειτουργού ως προς την απόρριψη του εν λόγω ουσιώδους ισχυρισμού κρίνεται δικαιολογημένη, καθότι, όπως ήδη αναλύθηκε, ο ισχυρισμός δεν πληροί πρωτίστως τα κριτήρια της εσωτερικής αξιοπιστίας. Σύμφωνα με πάγια νομολογία και διοικητική πρακτική, η έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας δύναται να οδηγήσει αυτοτελώς σε απόρριψη ενός ισχυρισμού, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου στοιχεία της εξωτερικής πραγματικότητας εμφανίζονται, σε γενικό επίπεδο, συμβατά.
Σύμφωνα με την καθοδηγητική απόφαση Ferdinand Ebele Ewelukwa (Έφεση κατά Απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Αρ. 18/2023), η ανάγκη εξέτασης της εξωτερικής αξιοπιστίας μέσω πληροφοριών χώρας καταγωγής (COI) περιορίζεται ή καθίσταται περιττή, όταν διαπιστώνεται ουσιώδης έλλειψη εσωτερικής συνέπειας ή όταν υφίστανται μη ικανοποιητικά εξηγημένες αποκλίσεις ως προς τα βασικά στοιχεία του αιτήματος. Η σχετική νομολογία του Εφετείου, σε ευθυγράμμιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα (EUAA/EASO), υπογραμμίζει ότι η αναζήτηση και αξιοποίηση εξωτερικών πληροφοριών δεν είναι αναγκαία όταν η αξιοπιστία του αιτητή έχει ήδη πληγεί σε τέτοιο βαθμό, ώστε η αποδοχή των ισχυρισμών του να αντίκειται σε κάθε εύλογη κρίση.
Επιπλέον, έχει νομολογιακά παγιωθεί ότι οι εξωτερικές πηγές πληροφόρησης ή τα έγγραφα δεν δύνανται να ανατρέψουν ή να θεραπεύσουν την έλλειψη εσωτερικής αξιοπιστίας, καθότι λειτουργούν επικουρικά και προϋποθέτουν την ύπαρξη ενός κατ’ αρχήν αξιόπιστου προσωπικού αφηγήματος. Το καθήκον συνεργασίας (shared burden of proof) δεν μπορεί να ερμηνεύεται κατά τρόπο που να απαιτεί από τις αρχές να αποδεικνύουν αυτές τα γεγονότα, ειδικά στις περιπτώσεις όπου το συνολικό αφήγημα του αιτούντος δεν κρίθηκε αξιόπιστο. (βλ. A.A. v. Switzerland, αρ. 58802/12, 7.1.2014, § 62· K.A.B. v. Sweden, αρ. 886/11, 5.9.2013, §§ 13-15· Matsiukhina and Matsiukhin v. Sweden (dec.), αρ. 31260/04, 21.6.2005· και M.O. v. Switzerland, αρ. 60682/16, 20.6.2017, § 79· βλ. επίσης ΔΕΕ, M.M., C-277/11, σκ. 64 και A, B and C, C-148/13 κ.ά., σκ. 49).
Όταν ο πυρήνας της ιστορίας στερείται βιωματικής διάστασης, εύλογης λεπτομέρειας και εσωτερικής συνοχής, η αξιοπιστία του αιτητή πλήττεται καίρια, καθιστώντας αλυσιτελή την περαιτέρω διερεύνηση εξωτερικών δεδομένων. Η απόρριψη του ισχυρισμού σε τέτοιες περιπτώσεις ερείδεται στο γεγονός ότι ο αιτητής, ο οποίος φέρει το βάρος απόδειξης, απέτυχε να παρουσιάσει ένα συνεκτικό, σαφές και ευλογοφανές προσωπικό βίωμα, το οποίο αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για την υπαγωγή του σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Συνεπώς, ορθώς ο αρμόδιος λειτουργός κατέληξε ότι, παρά την επιβεβαίωση της γενικής κατάστασης μέσω εξωτερικών πηγών, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός δεν τεκμηριώνεται και, ως εκ τούτου, απορρίπτεται.
Γενικώς, είναι εύλογο να αναμένεται ότι ένα αίτημα για παροχή διεθνούς προστασίας θα προβάλλεται με σαφήνεια, συνοχή και επαρκή λεπτομέρεια, ιδίως ως προς τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που συνιστούν τον πυρήνα της αξίωσης. Περαιτέρω, κατά πάγια νομολογία αναφορικά με το άρθρο 4(1) της Οδηγίας 2011/95/ΕΕ (καθώς και της προγενέστερης Οδηγίας 2004/83/ΕΚ), εναπόκειται κατ’ αρχήν στον αιτούντα να υποβάλει όλα τα αναγκαία στοιχεία προς στήριξη της αίτησής του. Η δε ανεπάρκεια ουσιωδών λεπτομερειών εμπίπτει στην έννοια της έλλειψης σχετικών στοιχείων κατά το άρθρο 4(5)(β) της ίδιας Οδηγίας.
Λαμβάνοντας υπόψη τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Αιτητή, ήτοι την ηλικία του, το επίπεδο εκπαίδευσής του, καθώς και την απουσία οποιασδήποτε ένδειξης ευαλωτότητας ή άλλου παράγοντα που να επηρεάζει την ικανότητά του να εκθέσει τα γεγονότα, κρίνεται ότι ευλόγως αναμενόταν να είναι σε θέση να παραθέσει ένα σαφές, συνεκτικό και επαρκώς συγκεκριμενοποιημένο προσωπικό αφήγημα[1]. Εντούτοις, οι δηλώσεις και οι επεξηγήσεις του δεν προσδίδουν στους ισχυρισμούς του την αναγκαία βιωματική διάσταση και αυθεντικότητα που θα ενίσχυαν την αξιοπιστία τους.
Αντιθέτως, οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονται από γενικότητα, έλλειψη ουσιώδους λεπτομέρειας και, σε κρίσιμα σημεία, απουσία ευλογοφάνειας. Τα στοιχεία αυτά, όπως εύλογα προκύπτουν από το περιεχόμενο της Έκθεσης/Εισήγησης και τα πρακτικά της συνέντευξης, υπονομεύουν την εσωτερική συνοχή του αφηγήματός του και δεν επιτρέπουν τη διαμόρφωση πεποίθησης περί της αληθοφάνειας των ισχυρισμών του.
Κατά συνέπεια, ο Αιτητής δεν κατόρθωσε να θεμελιώσει βάσιμο και αντικειμενικά δικαιολογημένο φόβο δίωξης απορρέοντα από τον εν λόγω ισχυρισμό. Υπενθυμίζεται ότι το βάρος απόδειξης, ως προς την τεκμηρίωση των προϋποθέσεων υπαγωγής σε καθεστώς διεθνούς προστασίας, φέρει πρωτίστως ο ίδιος ο αιτητής, ο οποίος οφείλει να καταβάλει ειλικρινή και ουσιαστική προσπάθεια προς στοιχειοθέτηση των ισχυρισμών του.
Συναφώς, έχει κριθεί ότι ο αιτητής οφείλει να παρουσιάζει με ειλικρίνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό δίωξης (βλ. William Crisantha Mal Francis Karumarathna v. Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 1875/08, ημερ. 01.03.2010, καθώς και FARHAN KHALIL ν. Κυπριακής Δημοκρατίας, Υπόθ. αρ. 1119/2009, ημερ. 31.01.2012). Περαιτέρω, σύμφωνα με το Εγχειρίδιο της Ύπατης Αρμοστείας των Ηνωμένων Εθνών για τους Πρόσφυγες, ο αιτητής οφείλει να συνεργάζεται πλήρως και να εκθέτει με ειλικρίνεια τα περιστατικά που επικαλείται.
Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε στο εν λόγω πρότυπο, καθότι δεν προσκόμισε ένα συνεκτικό, σαφές και επαρκώς τεκμηριωμένο αφήγημα, ικανό να θεμελιώσει τις προϋποθέσεις αναγνώρισής του είτε ως πρόσφυγα είτε ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας. Ως εκ τούτου, ο σχετικός ισχυρισμός ορθώς απορρίφθηκε.
Συναφώς επισημαίνεται ότι ούτε μπορεί να αναγνωριστεί στον Αιτητή «το ευεργέτημα της αμφιβολίας»,[2] όπως αυτό καθορίζεται στην παράγραφο 204 του Εγχειριδίου για τις διαδικασίες και τα κριτήρια καθορισμού του καθεστώτος των προσφύγων. Το ευεργέτημα της αμφιβολίας δίδεται μόνο εκεί όπου ο αιτητής έχει υποβάλει όλα τα διαθέσιμα σε αυτόν στοιχεία σε σχέση με την αίτησή του, τα οποία έχουν ελεγχθεί και, ο αρμόδιος λειτουργός ή/και ο Προϊστάμενος ικανοποιούνται ότι είναι γενικά αξιόπιστος.[3] Εν προκειμένω, ο Αιτητής δεν τεκμηρίωσε είτε στο πλαίσιο της διοικητικής διαδικασίας είτε της παρούσας διαδικασίας οποιοδήποτε ειδικό ισχυρισμό περί δίωξης. Όπως έχει εξάλλου νομολογηθεί, κρίση επί της αξιοπιστίας αιτητή και έγερση κωλύματος έγκρισης αίτησης για το λόγο της αναξιοπιστίας ως προς τα προβαλλόμενα από τον αιτητή είναι επιτρεπτή. (Βλ. σχετικά απόφαση στην υπόθεση Amiri v. Αναθεωρητικής Αρχής Προσφύγων κ.ά. (2009) 3 ΑΑΔ 358, καθώς και την απόφαση του Δικαστηρίου τούτου στην υπόθεση Khalil v. Δημοκρατίας, Υπόθεση αρ. 466/2010, 28.9.2012).
Κατά τη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, καθοριστικό ρόλο φέρει η αξιοπιστία ενός αιτούντος άσυλο. Προς τούτο τονίζω ότι ο όρος «αξιοπιστία» δεν ορίζεται από το Κοινό Ευρωπαϊκό Σύστημα Ασύλου. Η χρήση του όρου, από το άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο (ε) της Ευρωπαϊκής Οδηγίας 2011/95/EE, αναφέρεται στη γενική αξιοπιστία ενός αιτούντος, αλλά αυτό είναι στο πλαίσιο ενός συγκεκριμένου κανόνα που διέπει τη μη επιβεβαίωση πτυχών των δηλώσεων του αιτούντος. Κατά συνέπεια, η αξιολόγηση της αξιοπιστίας αφορά τη διαδικασία έρευνας για το εάν το σύνολο ή μέρος των δηλώσεων του αιτούντος ή άλλα αποδεικτικά στοιχεία που υποβλήθηκαν από αυτόν σχετικά με τους ουσιώδεις ισχυρισμούς (material facts) μπορούν να γίνουν δεκτά προκειμένου να διαπιστωθεί εάν ο Αιτητής εμπίπτει στις προϋποθέσεις παραχώρησης καθεστώτος διεθνούς προστασίας.
Αυτή η αξιολόγηση μπορεί να περιλαμβάνει την επαλήθευση εάν οι δηλώσεις του αιτούντος είναι συνεπείς, επαρκώς λεπτομερείς, εύλογες και συμβατές με τα έγγραφά του, τις πηγές πληροφόρησης και κάθε άλλο αποδεικτικό στοιχείο που αποκτήθηκε. Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η αξιολόγηση της αξιοπιστίας δεν σημαίνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο υπεύθυνος λήψης αποφάσεων θα προβεί σε επαλήθευση και θα καταλήξει με απόλυτη βεβαιότητα αναφορικά με την αλήθεια των δηλώσεων του αιτούντος. Η Ύπατη Αρμοστεία έχει ορίσει την αξιοπιστία ως εξής: «Ο αιτών άσυλο κρίνεται αξιόπιστος, όταν έχει προβάλει ισχυρισμούς που παρουσιάζουν συνοχή και είναι εύλογοι, που δεν είναι αντιφατικοί με τα κοινά τοις πάσι γεγονότα και κατά συνέπεια μπορεί να οδηγήσουν τον υπεύθυνο της συνέντευξης στη δημιουργία πεποίθησης για το βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης που εκφράζει.». Η ως άνω προσέγγιση υιοθετήθηκε και από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην Υπόθεση JK και Others v Sweden, αριθμός αίτησης 59166/12, Παρ. 53.
Στο εγχειρίδιο της EASO με τίτλο «Δικαστική Ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου (2018)», αναφέρεται στη σελ.98, ενότητα 4.5.3 ότι: «Σε κάθε περίπτωση, απαιτείται ισορροπημένη και αντικειμενική αξιολόγηση του αν η αφήγηση του αιτούντος αντικατοπτρίζει την αφήγηση που αναμένεται από ένα πρόσωπο στην κατάσταση του αιτούντος το οποίο αφηγείται μια πραγματική προσωπική εμπειρία.». Περαιτέρω, στην προηγούμενη σελίδα του πιο πάνω εγχειριδίου, αναφέρεται ότι: «Γενικά είναι εύλογο να αναμένεται η αίτηση διεθνούς προστασίας να είναι τεκμηριωμένη και να περιλαμβάνει επαρκώς λεπτομερείς πληροφορίες, τουλάχιστον όσον αφορά τα πλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της αίτησης. Η μη επαρκής παροχή λεπτομερειών μπορεί επίσης να ισοδυναμεί με αυτό που αναφέρεται στο άρθρο 4 παράγραφος 5 στοιχείο β) της ΟΕΑΑ (αναδιατύπωση) ως έλλειψη 'λυσιτελών στοιχείων'.».
Συναφώς, κατά την απόφαση του ΔΕΕ, C - 277/11 M. κατά Minister for Justice, Equality and Law Reform, Ιρλανδίας, Attorney General, αποφ. ημερ. 22/11/2012, η αξιολόγηση μιας αίτησης διεθνούς προστασίας πρέπει να πραγματοποιείται σε «δύο αυτοτελή στάδια», όπου το πρώτο στάδιο «αφορά τη διαπίστωση της συνδρομής των πραγματικών περιστατικών που αποδεικνύουν τη βασιμότητα της αιτήσεως», ενώ το δεύτερο στάδιο «αφορά τη νομική εκτίμηση των εν λόγω αποδεικτικών στοιχείων, προκειμένου να αποφασισθεί αν πληρούνται, υπό το φως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης υποθέσεως, οι ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτουν τα άρθρα 9 και 10 ή 15 της οδηγίας 2004/83 για την παροχή διεθνούς προστασίας».
Η εξακρίβωση των πραγματικών (ή ουσιωδών) περιστατικών είναι ύψιστης σημασίας για την αξιολόγηση του μελλοντικού κινδύνου που δύναται να αντιμετωπίσει ο εκάστοτε αιτών, εφόσον από αυτά θα προκύψουν γεγονότα που πιθανόν να τεκμηριώνουν παρελθούσα δίωξη ή γεγονότα που στην συνολική αξιολόγηση της αίτησης είναι καθοριστικά ως προς την ύπαρξη μελλοντικής δίωξης.[4]
Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στην υπό κρίση περίπτωση, το Δικαστήριο οφείλει να αξιολογήσει κατά πόσον το αφήγημα του Αιτητή πληροί τα απαιτούμενα κριτήρια αξιοπιστίας, ήτοι εάν οι δηλώσεις του παρουσιάζουν επαρκή συνοχή, σαφήνεια, λεπτομέρεια και ευλογοφάνεια, ώστε να μπορούν να γίνουν αποδεκτές ως αληθείς και να θεμελιώσουν τους προβαλλόμενους ουσιώδεις ισχυρισμούς.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο του πρώτου σταδίου αξιολόγησης, ήτοι της διαπίστωσης των πραγματικών περιστατικών, εξετάζεται κατά πόσον ο Αιτητής κατόρθωσε να παραθέσει ένα συνεκτικό και πειστικό προσωπικό αφήγημα, το οποίο να αντανακλά πραγματική βιωματική εμπειρία και να δημιουργεί στο αποφασίζον όργανο την αναγκαία πεποίθηση ως προς την αληθοφάνειά του.
Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, το αφήγημα του Αιτητή, όπως αυτό αποτυπώνεται τόσο στην αίτησή του όσο και στα πρακτικά της συνέντευξής του, δεν ανταποκρίνεται στα πιο πάνω κριτήρια. Οι δηλώσεις του στερούνται επαρκούς λεπτομέρειας και συνοχής, ενώ σε ουσιώδη σημεία παρουσιάζουν ασάφειες και αδυναμία παροχής συγκεκριμένων εξηγήσεων. Περαιτέρω, δεν προκύπτει η ύπαρξη εκείνων των στοιχείων που θα προσέδιδαν στο αφήγημά του την απαιτούμενη βιωματική διάσταση, όπως αναμένεται από πρόσωπο που επικαλείται προσωπική εμπειρία σοβαρών γεγονότων.
Υπό το πρίσμα των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν δύναται να σχηματίσει την αναγκαία πεποίθηση ότι οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Η δε αδυναμία του Αιτητή να παράσχει συνεκτική, σαφή και επαρκώς τεκμηριωμένη περιγραφή των ουσιωδών περιστατικών πλήττει καίρια την αξιοπιστία του, κατά την έννοια των προαναφερθεισών αρχών.
Κατ’ επέκταση, εφόσον δεν πληρούται το πρώτο στάδιο της αξιολόγησης, ήτοι η αξιόπιστη διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, παρέλκει η περαιτέρω εξέταση των ισχυρισμών υπό το πρίσμα της νομικής τους υπαγωγής, καθότι ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου θα μπορούσε να στηριχθεί η διαπίστωση ύπαρξης βάσιμου και δικαιολογημένου φόβου δίωξης ή πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης.
Πέραν τούτου, διαπιστώνω ότι, κατά το στάδιο της διοικητικής διαδικασίας, υποβλήθηκαν στον Αιτητή ερωτήματα ανοικτού τύπου, τα οποία του παρείχαν τη δυνατότητα να εκθέσει ελεύθερα και με πληρότητα τους ισχυρισμούς του, καθώς και διευκρινιστικές ερωτήσεις προς περαιτέρω ανάπτυξη των απαντήσεών του. Ο αρμόδιος λειτουργός υπέβαλε επαρκή και στοχευμένα ερωτήματα, καλύπτοντας τόσο τον πυρήνα του αιτήματος όσο και τα επιμέρους ζητήματα, ακολουθώντας την ενδεδειγμένη διερευνητική διαδικασία.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν διαπιστώνεται οποιαδήποτε πλημμέλεια στη διαδικασία συλλογής και αξιολόγησης των στοιχείων, ούτε παραβίαση των διαδικαστικών εγγυήσεων του Αιτητή, η οποία να δύναται να επηρεάσει τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης απόφασης.
Περαιτέρω, οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί του Αιτητή, ακόμη και εάν ήθελαν θεωρηθεί ως αληθείς, δεν εντάσσονται στο κανονιστικό πλαίσιο της έννοιας του πρόσφυγα, όπως αυτή καθορίζεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και αποτυπώνεται στο άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000. Ειδικότερα, δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής αντιμετωπίζει δίωξη για οποιονδήποτε από τους περιοριστικώς απαριθμούμενους λόγους, ήτοι λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, συμμετοχής σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα ή πολιτικών πεποιθήσεων.
Συνεπώς, λαμβάνοντας υπόψη τα ανωτέρω, σε συνάρτηση με το προσωπικό προφίλ του Αιτητή και τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά της υπόθεσής του, δεν αποδεικνύεται ότι αυτός εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της διεθνούς προστασίας υπό το καθεστώς του πρόσφυγα.
Περαιτέρω, ούτε στο πλαίσιο της παρούσας δικαστικής διαδικασίας προβάλλονται συγκεκριμένοι, σαφείς και επαρκώς τεκμηριωμένοι ισχυρισμοί, ικανοί να ανατρέψουν τα ευρήματα και την κατάληξη των Καθ’ ων η αίτηση ή να στοιχειοθετήσουν τις προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή σε καθεστώς διεθνούς προστασίας.
Επιπρόσθετα, ο Αιτητής δεν εμπίπτει ούτε στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας, το οποίο παρέχεται σε περιπτώσεις όπου υφίστανται ουσιώδεις λόγοι να πιστεύεται ότι, σε περίπτωση επιστροφής στη χώρα ιθαγένειας του, ο αιτητής θα αντιμετωπίσει πραγματικό κίνδυνο να υποστεί σοβαρή βλάβη, κατά την έννοια του άρθρου 19(1) του περί Προσφύγων Νόμου.
Κατά το άρθρο 19(2), ως «σοβαρή βλάβη» νοείται, μεταξύ άλλων:
(α) η επιβολή ή εκτέλεση θανατικής ποινής, και
(β) τα βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία του αιτητή στη χώρα καταγωγής του.
Εν προκειμένω, από τα ενώπιόν μου στοιχεία δεν προκύπτει ότι ο Αιτητής διατρέχει πραγματικό και εξατομικευμένο κίνδυνο να υποστεί θανατική ποινή ή εκτέλεση, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(α). Ούτε, εξάλλου, στοιχειοθετείται ότι υφίσταται κίνδυνος να υποστεί βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία, κατά την έννοια του άρθρου 19(2)(β).
Οι σχετικοί ισχυρισμοί του Αιτητή περί ενδεχόμενης θανάτωσής του από την κοινότητα δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι, για τους λόγους που ήδη έχουν αναλυθεί ανωτέρω, και, ως εκ τούτου, δεν δύνανται να θεμελιώσουν την ύπαρξη πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης. Περαιτέρω, δεν προκύπτει από τα αντικειμενικά στοιχεία της χώρας καταγωγής ότι υφίσταται πρακτική ή συστηματική επιβολή τέτοιων μορφών μεταχείρισης σε πρόσωπα που βρίσκονται σε αντίστοιχη θέση με τον Αιτητή.
Κατά συνέπεια, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας δυνάμει των άρθρων 19(2)(α) και 19(2)(β) του Νόμου.
Συναφώς, εξετάστηκε και κατά πόσον η απομάκρυνση του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα συνιστούσε παραβίαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το οποίο απαγορεύει απολύτως την υποβολή προσώπου σε βασανιστήρια ή σε απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση ή τιμωρία.
Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, για να στοιχειοθετηθεί παραβίαση του άρθρου 3, απαιτείται η ύπαρξη πραγματικού και εξατομικευμένου κινδύνου μεταχείρισης αντίθετης προς το εν λόγω άρθρο, ο οποίος να αποδεικνύεται πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας, στη βάση συγκεκριμένων και αξιόπιστων στοιχείων. Vilvarajah and Others v. the United Kingdom Αριθμοί προσφυγών: 13163/87, 13164/87, 13165/87, 13447/87 και 13448/87. (§§ 108, 111), Saadi v. Italy Αριθμός προσφυγής: 37201/06. (§§ 128-129), F.G. v. Sweden [GC] Αριθμός προσφυγής: 43611/11. (§ 113) και J.K. and Others v. Sweden [GC] Αριθμός προσφυγής: 59166/12 (§ 94).
Εν προκειμένω, και υπό το φως των ανωτέρω διαπιστώσεων περί έλλειψης αξιοπιστίας του βασικού ισχυρισμού του Αιτητή, δεν προκύπτει ότι αυτός διατρέχει τέτοιον πραγματικό κίνδυνο σε περίπτωση επιστροφής του στη Νιγηρία. Οι ισχυρισμοί του περί απειλής κατά της ζωής του δεν κρίθηκαν αξιόπιστοι και δεν υποστηρίζονται από επαρκή αντικειμενικά στοιχεία.
Ως εκ τούτου, δεν διαπιστώνεται ότι η επιστροφή του Αιτητή στη χώρα καταγωγής του θα συνεπαγόταν παραβίαση των υποχρεώσεων της Δημοκρατίας δυνάμει του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ.
Αναφορικά με το άρθρο 19 (2) (γ) και ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν ως προς την αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (βλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C‑285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών.» (ΔΕΕ, C-901/19, , σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Elmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07και 11449/07, ημερομηνίας 29/11/2011), αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως η χαρακτηρίζουσα βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. C-465/07, Elgafaji). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Ως προς την γενική κατάσταση ασφαλείας στη χώρα καταγωγής του Αιτητή, σύμφωνα με την ιστοσελίδα της War Watch (World Assessment and Tracking of Civilian Harm), της Ακαδημίας της Γενεύης, η Νιγηρία εμπλέκεται σε δύο παράλληλες μη διεθνείς ένοπλες συγκρούσεις κατά των μη κρατικών ένοπλων ομάδων Boko Haram και Ισλαμικού Κράτους (Islamic State in West Africa Province/ISWAP). Επιπλέον, υπάρχει μια μη διεθνής ένοπλη σύγκρουση μεταξύ του Ισλαμικού Κράτους (ISWAP) και της Boko Haram. Επί της ίδιας ιστοσελίδας καταγράφεται πως «από το 1960, η Νιγηρία συνδυάζει την εθνογραφική και θρησκευτική ποικιλομορφία με επαναλαμβανόμενη και εξελισσόμενη βία. Από το 2009, η βορειοανατολική περιοχή βιώνει παρατεταμένη εξέγερση από την Boko Haram και την αποσχισθείσα ομάδα της, το Ισλαμικό Κράτος Δυτικής Αφρικής (ISWAP). Παρά τις προηγούμενες στρατιωτικές επιτυχίες των νιγηριανών ενόπλων δυνάμεων που υποστηρίχθηκαν από την ομάδα Civilian Joint Task Force (CJTF) το 2015-2016, η ασφάλεια έχει έκτοτε επιδεινωθεί ξανά, καθώς τα τρομοκρατικά και εγκληματικά δίκτυα έχουν επεκταθεί. Κάποιες περιοχές έχουν αντιμετωπίσει βία που σχετίζεται με τους πόρους, συγκρούσεις αγροτών-κτηνοτρόφων, κινητοποίηση αυτονομιστών και εγκληματικότητα συμμοριών, συμβάλλοντας σε μαζικούς εσωτερικούς εκτοπισμούς. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε επίσης από αμφισβητούμενες εκλογές, τεταμένες σχέσεις με τον Νίγηρα, σοβαρές πλημμύρες και μια επιδεινούμενη κρίση κόστους ζωής που χαρακτηρίστηκε από διαμαρτυρίες και θανατηφόρα καταστολή. Η περιφερειακή συνεργασία μέσω της Multinational Joint Task Force (MTJF) αποδυναμώθηκε, ενώ οι επιχειρήσεις του ISWAP εντάθηκαν και οι αεροπορικές επιδρομές των Ηνωμένων Πολιτειών (ΗΠΑ) πραγματοποίησαν αεροπορικές επιδρομές εναντίον υποτιθέμενων θέσεων τρομοκρατών.Μια αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος εναντίον του προέδρου της Νιγηρίας οδήγησε σε ανασχηματισμό της στρατιωτικής ηγεσίας.».[5]
Σύμφωνα με πρόσφατη Έκθεση της EUAA, που αφορά την περίοδο 1 Ιανουαρίου 2024 έως 31 Αυγούστου 2025, η πολιτεία Anambra χαρακτηρίζεται από «ανασφάλεια», καθώς αντιμετώπιζε προβλήματα ασφάλειας όπως βία από συμμορίες/αιρέσεις (“cultism”), ένοπλες ληστείες, δολοφονίες, απαγωγές, και ένοπλοι διεξήγαγαν πολλαπλές θανατηφόρες επιθέσεις σε ολόκληρη την πολιτεία, στοχεύοντας τις δυνάμεις ασφαλείας και ομάδες αυτοάμυνας, ενώ ορισμένες από αυτές τις επιθέσεις φέρεται να διεξήχθησαν από αυτονομιστικά στοιχεία.[6]
Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, στην πολιτεία Anambra της Νιγηρίας, τόπος καταγωγής του Αιτητή, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 20/03/2026), καταγράφηκαν 62 περιστατικά πολιτικής βίας τα οποία είχαν ως αποτέλεσμα 83 απώλειες σε ανθρώπινες ζωές.[7] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της πολιτείας Anambra το 2022 εκτιμάται ότι ανερχόταν στα 5,953,500 κατοίκους.[8]
Στη βάση των ανωτέρω πληροφοριών, καταλήγω ότι δεν καταδεικνύεται εύλογη πιθανότητα ο Αιτητής να αντιμετωπίσει κίνδυνο σοβαρής βλάβης καθότι τα περιστατικά ασφαλείας στη ανωτέρω περιοχή, δεν είναι τέτοιας συχνότητας ή έντασης ώστε να διατρέχει κίνδυνο εξαιτίας και μόνο της παρουσίας της στην περιοχή. Περαιτέρω, δεν υφίστανται ιδιαίτερες περιστάσεις που θα μπορούσαν να επιτείνουν τον κίνδυνο που πιθανό να διατρέξει ο Αιτητής ειδικά σε σύγκριση με τον γενικό πληθυσμό της περιοχής, στη βάση της «αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας» και λαμβανομένης υπόψη της φύσεως των περιστατικών που καταγράφηκαν, ως εκτίθενται πιο πάνω (βλ. και ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland).
Με βάση το σύνολο των στοιχείων που τέθηκαν ενώπιον μου και αφού εξέτασα, τόσο τη νομιμότητα, όσο και την ουσία της παρούσης, καταλήγω ότι το αίτημα του Αιτητή εξετάστηκε επιμελώς σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και εύλογα η Υπηρεσία Ασύλου απέρριψε την αίτησή του. Ορθά η Διοίκηση, κατέληξε ότι τα γεγονότα της υπό εξέταση περίπτωσης δε στοιχειοθετούσαν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για να αναγνωριστεί στον Αιτητή το καθεστώς του πρόσφυγα, ως προβλέπεται στα άρθρα 3-3Δ του Νόμου, αφού δεν τεκμηριώθηκε βάσιμος φόβος δίωξης, για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, ούτε το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου, αφού αυτός «δεν κατάφερε να αποδείξει βάσιμο φόβο ότι θα υποστεί σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη, ως καθορίζεται στο άρθρο 19(2)».
Η έρευνα είναι επαρκής εφόσον εκτείνεται στη διερεύνηση κάθε γεγονότος που σχετίζεται με το θέμα που εξετάζεται. Το κριτήριο για την πληρότητα της έρευνας έγκειται στη συλλογή και τη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων τα οποία παρέχουν ασφαλή συμπέρασμα. (Βλέπε Δημοκρατία ν. Κοινότητας Πυργών κ.α., Α.Ε. 1518/1.11.96, Επιτροπή Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας ν. Ζάμπογλου, Α.Ε. 1575/14.7.97 , Α.Ε.2371, Motorways Ltd v Δημοκρατίας ημερ. 25/6/99). Είναι εμφανές πως, η Υπηρεσία Ασύλου διενήργησε τη δέουσα έρευνα όλων των ζητημάτων που έθεσε ο Αιτητής ενώπιον της. Οι Καθ' ων η αίτηση συνεκτίμησαν και αξιολόγησαν όλα τα στοιχεία που είχαν ενώπιον τους, προτού καταλήξουν στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Περαιτέρω, ο λειτουργός παρείχε επαρκή αιτιολογία για το λόγο μη υπαγωγής του Αιτητή στο καθεστώς διεθνούς προστασίας. Η δε αιτιολογία συμπληρώνεται και από το περιεχόμενο του Διοικητικού Φακέλου, ιδίως δε την αίτηση του Αιτητή για διεθνή προστασία, το πρακτικό της συνέντευξης και την εισήγηση του λειτουργού. (Παναγιωτίδης v. Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 342, Θ. Χριστοφή & Σία Λτδ v. Yπουργού Οικονομικών κ.ά. (1998) 3 ΑΑΔ 427),
Καταληκτικά, λαμβάνω υπόψη ότι ο Υπουργός Εσωτερικών, στα πλαίσια των εξουσιών του άρθρου 12 Β τρις του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6 (Ι)/2000, με την Κ.Δ.Π. 145/2025 καθόρισε τη χώρα καταγωγής του Αιτητή ως ασφαλή χώρα ιθαγένειας, εφόσον ικανοποιείται βάσει της νομικής κατάστασης, της εφαρμογής του δικαίου στο πλαίσιο δημοκρατικού συστήματος και των γενικών πολιτικών συνθηκών, ότι στην οριζόμενη χώρα γενικά και μόνιμα δεν υφίστανται πράξεις δίωξης, σύμφωνα με το άρθρο 3Γ, ούτε βασανιστήρια ή απάνθρωπη ή ταπεινωτική μεταχείριση ή τιμωρία, ούτε απειλή, η οποία προκύπτει από τη χρήση αδιάκριτης βίας σε κατάσταση διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύγκρουσης.
Δια τους λόγους που πιο πάνω αναφέρονται η παρούσα προσφυγή απορρίπτεται και η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται με έξοδα €1000 υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή.
Δ. ΚΑΤΣΑΡΙΔΗΣ Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] Βλ. C‑148/13 έως C‑150/13, EU:C:2014:2406, σκέψεις 54 και 57.
[2] ΕΔΔΑ, J.K. και λοιποί κατά Σουηδίας, ό.π. υποσημείωση 20. Βλ. επίσης ΕΔΔΑ, απόφαση της 10ης Σεπτεμβρίου 2015, RH κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 4601/14, σκέψη 58· ΕΔΔΑ, απόφαση της 20ης Ιουλίου 2010, N κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 23505/09, σκέψη 53· ΕΔΔΑ, απόφαση της 9ης Μαρτίου 2010, RC κατά Σουηδίας, προσφυγή αριθ. 41827/07, σκέψη 50.
[3] Άρθρο 13 του περί Προσφύγων Νόμου.
[4] European Asylum Support Office - EASO, 'Δικαστική ανάλυση - Αξιολόγηση αποδεικτικών στοιχείων και αξιοπιστίας στο πλαίσιο του κοινού ευρωπαϊκού συστήματος ασύλου', 2018, σελ. 132 - 135
[5] War Watch, At a Glance, https://warwatch.ch/situations/non-international-armed-conflicts-in-nigeria/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30.03.2026]
[6] EUAA - European Union Agency for Asylum: Nigeria - Security situation, November 2025, p. 121, https://euaa.europa.eu/publications/coi-report-nigeria-security-situation-0, [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30.03.2026]
[7] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Nigeria, Anambra, Events / Fatalities, Political Violence (violence against civilians, explosions/remote violence, riots, battles, protests), Past Year (last update 20.03.2026), https://acleddata.com/platform/explorer [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30.03.2026]
[8] City Population - Nigeria – Anambra https://www.citypopulation.de/en/nigeria/cities/agglos/ [Ημερομηνία Πρόσβασης: 30.03.2026]
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο