ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ
Υποθ. Αρ.: 415/2023
25 Μαΐου 2026
[Α.Α.ΑΓΡΟΤΗ, ΔΔΔΔΠ.]
Αναφορικά με το άρθρο 146 του Συντάγματος
Μεταξύ:
R. N. C. O.
Αιτητή
-και-
Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω Υπηρεσίας Ασύλου
Καθ’ ων η Αίτηση
Α. Μιχαήλ (κα) για Νικ. Χαραλαμπίδου (κα), Δικηγόροι για τον Αιτητή
Ν. Κουρσάρης (κος), Δικηγόρος της Δημοκρατίας για τους Καθ’ ων η Αίτηση.
Ο Αιτητής είναι παρών.
[Παρών ο Ραφαήλ Ευαγγέλου για πιστή μετάφραση από Ελληνικά σε Αγγλικά και αντίστροφα]
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Α.Α. ΑΓΡΟΤΗ Δ ΔΔΔΠ: Με την παρούσα προσφυγή, ο Αιτητής προσβάλλει την απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 11/01/2023 σύμφωνα με την οποία το αίτημά του για παραχώρηση του καθεστώτος διεθνούς προστασίας απορρίφθηκε και καλεί το Δικαστήριο όπως κηρύξει αυτήν άκυρη, παράνομη, αντισυνταγματική και στερημένη οποιουδήποτε έννομου αποτελέσματος και όπως αναγνωρίσει τον Αιτητή ως πρόσφυγα. Εναλλακτικά, με δεύτερη αιτούμενη θεραπεία, ζητείται η αναγνώριση του Αιτητή ως δικαιούχου συμπληρωματικής προστασίας.
Όπως προκύπτει τόσο από την Ένσταση, αλλά και από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου, που αποτελεί τεκμήριο "Α" στην παρούσα διαδικασία, τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπό εξέταση υπόθεση, είναι τα ακόλουθα:
Ο Αιτητής είναι ενήλικας, υπήκοος της Δημοκρατίας του Καμερούν (στο εξής «Καμερούν»), κάτοχος διαβατηρίου εκδοθέντος από τις αρχές της χώρας καταγωγής του, ο οποίος, σύμφωνα με δική του δήλωση, εγκατέλειψε το Καμερούν στις 30/09/2022, μεταβαίνοντας μέσω Τουρκίας στις μη ελεγχόμενες από την κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές. Στη συνέχεια διήλθε παράτυπα στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, υποβάλλοντας στις 19/10/2022 αίτηση διεθνούς προστασίας.
Στις 07/11/2022 πραγματοποιήθηκε συνέντευξη στον Αιτητή από λειτουργό της Υπηρεσίας Ασύλου, οποίος αξιολογώντας τις δηλώσεις του Αιτητή, συνέταξε αυθημερόν Έκθεση-Εισήγηση προς τον Προϊστάμενο της Υπηρεσίας Ασύλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του αιτήματος του Αιτητή. Στις 15/11/2022, συγκεκριμένος λειτουργός δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Υπουργό Εσωτερικών να ασκεί καθήκοντα Προϊστάμενου της Υπηρεσίας Ασύλου, κατόπιν εξέτασης της εισηγητικής έκθεσης αποφάσισε την απόρριψη της αίτησης του Αιτητή και την επιστροφή του στο Καμερούν.
Η απορριπτική απόφαση της Υπηρεσίας Ασύλου μαζί με την αιτιολογία αυτής, η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερομηνίας 11/01/2023, παραλήφθηκε από τον Αιτητή αυθημερόν ούσα μεταφρασμένη σε γλώσσα κατανοητή από τον Αιτητή, ήτοι την αγγλική.
Εμπρόθεσμα ο Αιτητής, χωρίς τη βοήθεια συνηγόρου, καταχώρισε την με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο προσφυγή εναντίον της απόφασης της Υπηρεσίας Ασύλου. Σε μεταγενέστερο στάδιο ο Αιτητής διόρισε νομικό εκπρόσωπο και την 01/11/2023 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης της προσφυγής και στις 16/11/2023 καταχωρήθηκε η τροποποιημένη προσφυγή.
Η συνήγορος του Αιτητή, με τη γραπτή της αγόρευση, υποστηρίζει ότι ο Αιτητής έχει βάσιμο και δικαιολογημένο φόβο δίωξης σε περίπτωση επιστροφής του στο Καμερούν λόγω της ιθαγένειάς του, της εθνοτικής του καταγωγής, καθώς και των πολιτικών πεποιθήσεων που του αποδίδονται από τις αρχές, ενώ παράλληλα ανήκει σε συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα κατά την έννοια του προσφυγικού δικαίου, ήτοι στην ομάδα των Αγγλόφωνων Καμερουνέζων. Περαιτέρω, υποβάλλει ότι η απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση ως προς την απόρριψη του αιτήματός του για καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας είναι προϊόν πλάνης περί το νόμο, πλάνης περί τα πράγματα, ελλιπούς και μη δέουσας έρευνας, καθώς και ότι στερείται επαρκούς αιτιολογίας. Ειδικότερα, προβάλλει ότι, ακόμη και με επιφύλαξη ως προς τη θέση του Αιτητή για αναγνώριση προσφυγικού καθεστώτος, η παραχώρηση τουλάχιστον καθεστώτος συμπληρωματικής προστασίας θα έπρεπε να είχε αναγνωριστεί από τους ίδιους τους Καθ’ ων, βάσει των ευρημάτων τους αναφορικά με τη γενικευμένη κατάσταση βίας και ανασφάλειας στο αγγλόφωνο τμήμα του Καμερούν, γεγονός που καθιστά την απόφαση απόρριψης αντιφατική. Προς ενίσχυση της αξιοπιστίας των ισχυρισμών του Αιτητή, η συνήγορος παραπέμπει σε εξωτερικές πηγές πληροφόρησης σχετικά με την πολιτική και ανθρωπιστική κατάσταση στις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν, ιδίως ως προς τη βία που ασκείται από τις κρατικές αρχές εις βάρος των αγγλόφωνων πληθυσμών και τη μεταχείριση των προσώπων που θεωρούνται αποσχιστές ή υποστηρικτές αυτών. Τέλος, ζητείται και η ακύρωση της απόφασης επιστροφής, με το επιχείρημα ότι αυτή παραβιάζει την αρχή της μη επαναπροώθησης, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 3 της ΕΣΔΑ και στο άρθρο 19 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Οι Καθ’ ων η αίτηση, με τη γραπτή τους αγόρευση, υπεραμύνονται της νομιμότητας και της ορθότητας της υπό εξέτασης απόφασης. Αποτελεί θέση τους ότι η επίδικη απόφαση έχει ληφθεί ορθά και νόμιμα, σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Συντάγματος και των Νόμων, μετά από δέουσα έρευνα και σωστή ενάσκηση των εξουσιών που δίνει ο Νόμος στους Καθ’ ων η αίτηση και αφού λήφθηκαν υπόψη όλα τα σχετικά γεγονότα και περιστατικά της υπόθεσης. Ισχυρίζονται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι επαρκώς και δεόντως αιτιολογημένη και λήφθηκε κατ’ ορθή ενάσκηση των προβλεπόμενων εκ του νόμου εξουσιών.
Με την απαντητική της αγόρευση, η συνήγορος του Αιτητή εμμένει στους ισχυρισμούς της γραπτής της αγόρευσης και υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση πρέπει να ακυρωθεί και ο Αιτητής να αναγνωριστεί είτε ως πρόσφυγας είτε να του παραχωρηθεί καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας. Απορρίπτει τις θέσεις των Καθ’ ων η αίτηση περί ανεπαρκούς δικογράφησης, υποστηρίζοντας ότι οι λόγοι ακύρωσης έχουν προωθηθεί με σαφήνεια και επάρκεια, ενώ επισημαίνει ότι το Δικαστήριο, ως δικαστήριο ουσίας, οφείλει να εξετάζει την υπόθεση και βάσει επικαιροποιημένων στοιχείων για τη χώρα καταγωγής. Επαναλαμβάνει ότι ο Αιτητής έχει βάσιμο φόβο δίωξης λόγω της ιδιότητας του ως Αγγλόφωνου Καμερουνέζου και των αποδιδόμενων σε αυτόν κατηγοριών περί υποστήριξης των Ambazonians. Ως προς τη συμπληρωματική προστασία, υποστηρίζει ότι οι ίδιοι οι Καθ’ ων αναγνωρίζουν την ύπαρξη γενικευμένης ένοπλης βίας στην περιοχή North-West του Καμερούν και, επικαλούμενη την υπόθεση Elgafaji, προβάλλει ότι η γενικευμένη βία σε περιοχές όπως το Βορειοδυτικό Καμερούν μπορεί να θέτει σε κίνδυνο όλους τους πολίτες, ανεξαρτήτως προσωπικών χαρακτηριστικών.
Κατά τη δικάσιμο ημερομηνίας 03/12/2025, κατά την οποία η υπόθεση ήταν ορισμένη για διευκρινίσεις, η συνήγορος του Αιτητή υποστήριξε ότι ο πυρήνας του αιτήματός του αφορά φόβο δίωξης λόγω αποδιδόμενων πολιτικών πεποιθήσεων, καθώς θεωρείται από τις αρχές του Καμερούν ως πρόσωπο που υποστηρίζει τους Ambazonians, ενώ παράλληλα το γεγονός ότι είναι αγγλόφωνος από το Βορειοδυτικό Καμερούν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο του προφίλ του και λόγος δίωξης που δεν αξιολογήθηκε επαρκώς από τους Καθ’ ων η αίτηση. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι, παρότι αναγνωρίστηκε η επικινδυνότητα της περιοχής καταγωγής του, οι Καθ’ ων κατέληξαν εσφαλμένα ότι δεν διατρέχει σοβαρό κίνδυνο μόνο λόγω του ότι είναι υγιής και ενήλικος. Τέλος, προς επίρρωση των ανωτέρω, ζήτησε να ληφθούν υπόψη και οι επικαιροποιημένες εξωτερικές πηγές που προσκομίστηκαν αναφορικά με τη συνεχιζόμενη κρίση στο Βορειοδυτικό Καμερούν. Από την πλευρά του ο συνήγορος των Καθ’ ων η αίτηση υποστηρίζει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα δεδομένα και οι τρέχουσες καταστάσεις του Αιτητή.
Έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου από τους συνηγόρους των διαδίκων και έχοντας κατά νου ότι το Δικαστήριο, δυνάμει του άρθρου 11 του περί της Ίδρυσης και Λειτουργίας Διοικητικού Δικαστηρίου Διεθνούς Προστασίας Νόμου του 2018, Ν. 73(Ι)/2018, κέκτηται εξουσίας όπως εξετάζει πέραν από την νομιμότητα της προσβαλλόμενης πράξης και την ορθότητα αυτής, ήτοι εξέταση επί της ουσίας του αιτήματος του Αιτητή, κρίνω σκόπιμο όπως καταγραφούν όλοι οι ισχυρισμοί που αυτός προέβαλε σε όλα τα στάδια εξέτασης του αιτήματός του, προκειμένου να εξετάσω την ορθότητα της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά και για να διαφανεί εάν οι Καθ’ ων η αίτηση αποφάσισαν μετά από δέουσα έρευνα, ορθά, νόμιμα και εντός των πλαισίων της διακριτικής τους ευχέρειας.
Κατά την καταγραφή του αιτήματός του για διεθνή προστασία, ο Αιτητής ανέφερε ότι εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του επειδή ήταν καταζητούμενο πρόσωπο λόγω κατηγοριών που πρόσαψε εναντίον του ο στρατιωτικός διοικητής, ότι παρείχε όπλα στους αυτονομιστές μαχητές. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, ο διοικητής έδωσε εντολή και έστειλε στρατιώτες στο Mugenge, στη Νοτιοδυτική περιφέρεια, για να τον συλλάβουν και να τον μεταφέρουν στην Buea νεκρό ή ζωντανό. Ο Αιτητής ανέφερε ότι ένας συμμαθητής του, ο οποίος εργαζόταν στον στρατό, όταν πληροφορήθηκε ότι αυτός ήταν το πρόσωπο που αναζητούσαν, τον ενημέρωσε ότι ο διοικητής τον έψαχνε. Την ίδια ημέρα, ο Αιτητής εγκατέλειψε την περιοχή του για να προστατεύσει τη ζωή του. Όπως δήλωσε, η μόνη δυνατότητα που είχε για να είναι ασφαλής ήταν να ταξιδέψει στο εξωτερικό.
Κατά τη διάρκεια της συνέντευξής του ως προς τα προσωπικά του στοιχεία, ο Αιτητής επιβεβαίωσε πως είναι υπήκοος του Καμερούν, γεννημένος στην περιοχή Mankon, στη Βορειοδυτική περιφέρεια της χώρας. Ανέφερε ότι από το έτος 2016 μέχρι και τον Απρίλιο του 2022 διέμενε και εργαζόταν στην περιοχή Mile 3 στη Bamenda, στη Βορειοδυτική περιφέρεια. Δήλωσε επίσης ότι η τελευταία περιοχή διαμονής του πριν από την αναχώρησή του από τη χώρα καταγωγής του ήταν το χωριό Munyenge, στην περιοχή Muyuka (Νοτιοδυτική περιφέρεια), όπου διέμενε κατά τους τελευταίους πέντε μήνες πριν την αναχώρησή του. Αναφορικά με την οικογενειακή του κατάσταση, δήλωσε ότι οι γονείς του διαμένουν στο χωριό Kom, στη βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, ενώ τα αδέλφια του διαμένουν στην Bamenda. Ανέφερε επίσης ότι έχει συγγενείς τόσο στο χωριό Kom όσο και στην Douala και ότι διατηρεί επικοινωνία με τη μεγαλύτερη αδελφή του. Ως προς το μορφωτικό και επαγγελματικό του υπόβαθρο, ο Αιτητής ανέφερε ότι είναι απόφοιτος τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, έχοντας ολοκληρώσει τις σπουδές του το έτος 2019. Από το 2019 μέχρι και τον Απρίλιο του 2022 εργαζόταν με ημιαπασχόληση ως καθηγητής σε εκπαιδευτήριο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ από τον Απρίλιο του 2022 μέχρι και τον Αύγουστο του 2022 ασχολείτο με γεωργικές εργασίες.
Ως προς τους κατ’ ιδίαν λόγους που τον ανάγκασαν να εγκαταλείψει τη χώρα καταγωγής του, ο Αιτητής κατά το στάδιο της ελεύθερης αφήγησης ισχυρίστηκε ότι εγκατέλειψε το Καμερούν επειδή ο στρατιωτικός διοικητής έστειλε στρατιώτες στο χωριό Munyenge με εντολή να τον συλλάβουν και να τον μεταφέρουν νεκρό ή ζωντανό. Ανέφερε ότι ένας συμμαθητής του, ο οποίος υπηρετούσε στον στρατό, τον κάλεσε τηλεφωνικά και τον ενημέρωσε ότι ο διοικητής είχε αποστείλει στρατιώτες για να συλλάβουν κάποιο πρόσωπο στο Munyenge, χωρίς αρχικά να γνωρίζει ποιος ήταν, αλλά όταν τους διαβιβάστηκε φωτογραφία του αναζητούμενου προσώπου, διαπίστωσε ότι επρόκειτο για τον ίδιο τον Αιτητή και τον ενημέρωσε άμεσα. Σύμφωνα με τον Αιτητή, ο φίλος του τον πληροφόρησε ότι ο υποδιοικητής Tanyi Akwo είχε επικοινωνήσει με τον στρατιωτικό διοικητή στη Buea, έπειτα από τηλεφώνημα που είχε λάβει από τον αρχηγό του χωριού Munyenge, Denis, ο οποίος τον κατηγόρησε ότι προμήθευε όπλα στους Ambazonians για να σκοτώνουν στρατιωτικούς. Ως εκ τούτου, ο φίλος του τον συμβούλεψε να εγκαταλείψει αμέσως το χωριό, ενέργεια στην οποία ο Αιτητής προέβη και μετέβη στη Douala, όπου συνάντησε έναν συγγενή του και του εξήγησε την κατάσταση. Ο συγγενής του τού είπε ότι βρισκόταν σε σοβαρό κίνδυνο και ότι ακόμη και ο ίδιος κινδύνευε επειδή τον φιλοξενούσε. Την επόμενη ημέρα συζήτησε το θέμα με τον πάστορά του και στη συνέχεια ως υποστήριξε ο Αιτητής συναντήθηκε μαζί τους. Ο πάστορας του ανέφερε ότι, λόγω της κατάστασης στη χώρα, ούτε η Douala ήταν ασφαλής για αυτόν και ότι έπρεπε να εγκαταλείψει το Καμερούν. Ο Αιτητής δήλωσε ότι αρχικά σκέφτηκε να μεταβεί στο Ντουμπάι, όμως ο πάστορας τού εξήγησε ότι εκεί δεν θα είχε προστασία και του πρότεινε να μεταβεί στην Κύπρο και να ζητήσει άσυλο.
Ο Αιτητής ανέφερε ότι οι υποψίες εναντίον του συνδέονταν και με το γεγονός ότι ο πατέρας του ήταν αγρότης και πολύ γνωστός κυνηγός στο χωριό. Συγκεκριμένα, στις 05/08/2022, καθώς επέστρεφε από το αγρόκτημα και βρισκόταν στο σπίτι του, τον επισκέφθηκε ένας διοικητής των αυτονομιστών μαχητών, γνωστός ως Sky-B, μαζί με τέσσερα ακόμη άτομα, εκ των οποίων οι περισσότεροι έφεραν όπλα. Του ζήτησαν να παραδώσει το κυνηγετικό όπλο του πατέρα του. Ο ίδιος αρνήθηκε αρχικά, δηλώνοντας ότι δεν γνώριζε πού βρισκόταν, όμως εκείνοι τον ξυλοκόπησαν, τον απείλησαν με όπλο και του είπαν ότι θα τον σκότωναν εάν δεν το παρέδιδε. Υπό τον φόβο αυτό, τους υπέδειξε ότι το όπλο βρισκόταν κάτω από το κρεβάτι. Οι άνδρες εισήλθαν στην οικία, πήραν το όπλο και κατά την αποχώρησή τους ένας από αυτούς τον χτύπησε με το όπλο στο μάτι, προκαλώντας του τραυματισμό. Δύο ημέρες αργότερα, ο φίλος του από τον στρατό τον κάλεσε και του είπε να εγκαταλείψει το χωριό. Ανέφερε επίσης ότι στις 12/08/2022 στρατιωτικοί μετέβησαν στο χωριό για να τον αναζητήσουν, αλλά εκείνος είχε ήδη αναχωρήσει για τη Douala. Επειδή δεν τον εντόπισαν, έκαψαν την περιοχή όπου διέμενε, συμπεριλαμβανομένης της οικίας του. Επιπλέον, συγκέντρωσαν κατοίκους του χωριού που θεωρούσαν ύποπτους ότι υποστήριζαν τους Ambazonians, τους οδήγησαν στην πλατεία του χωριού, τους πυροβόλησαν και στη συνέχεια τους έκαψαν. Όπως ανέφερε, οι υπόλοιποι κάτοικοι εγκατέλειψαν τις κατοικίες τους από φόβο και κατέφυγαν στα αγροκτήματά τους εκτός του χωριού. Σε σχετική διευκρινιστική ερώτηση, ο Αιτητής επιβεβαίωσε ότι ο μοναδικός λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε το Καμερούν ήταν ότι ο στρατός τον αναζητούσε για να τον σκοτώσει, επειδή τον θεωρούσαν υποστηρικτή των Ambazonians. Ανέφερε επίσης ότι ο στρατιωτικός διοικητής της στρατιωτικής βάσης της Buea ονομαζόταν Colonel Luis Osabeli.
Κατά το στάδιο των διευκρινίσεων που ακολούθησε δόθηκε η ευκαιρία στον Αιτητή, μέσω πρόσθετων ερωτήσεων, να εμπλουτίσει την επιχειρηματολογία του και να αποσαφηνίσει τα κρίσιμα γεγονότα της αφήγησής του.
Ως προς τον φόβο του από τον στρατιωτικό διοικητή, ο Αιτητής επανέλαβε ότι οι υποψίες των στρατιωτικών αρχών σε βάρος του προέκυψαν μετά το περιστατικό κατά το οποίο ο διοικητής των Ambazonian fighters, γνωστός ως Sky-B, συνοδευόμενος από τέσσερα άτομα, μετέβη στην οικία του και απαίτησε το κυνηγετικό όπλο του πατέρα του. Ανέφερε ότι ο αρχηγός του χωριού Munyenge ενημέρωσε τον υποδιοικητή της περιοχής ότι ο ίδιος είχε παραδώσει το όπλο στους Ambazonian fighters, γεγονός που οδήγησε στις κατηγορίες εις βάρος του. Σε ερώτηση για ποιο λόγο ο αρχηγός του χωριού προέβη σε αυτή την αναφορά, δήλωσε άγνοια. Ανέφερε επίσης ότι η στρατιωτική βάση του διοικητή βρισκόταν στην Buea, στη Νοτιοδυτική Περιφέρεια του Καμερούν. Ερωτηθείς πώς ήταν δυνατόν να θεωρηθεί ύποπτος ο ίδιος προσωπικά, ο οποίος δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τον στρατό και με χαμηλό κοινωνικό προφίλ, απάντησε ότι λόγω της σύγκρουσης, όποιος θεωρείται ότι έχει οποιαδήποτε σχέση με τους αυτονομιστές γίνεται στόχος του στρατού. Δήλωσε ότι δεν γνώριζε γιατί ο αρχηγός του χωριού τον υπέδειξε προσωπικά, πέραν του γεγονότος ότι οι αυτονομιστές είχαν πάρει το κυνηγετικό όπλο του πατέρα του από την κατοχή του. Εξήγησε ότι αρχικά αρνήθηκε να παραδώσει το όπλο, επειδή αποτελούσε περιουσία του πατέρα του και δεν είχε εξουσιοδότηση να το δώσει, ενώ παράλληλα δεν ήθελε να εμπλακεί ούτε με τους Ambazonians ούτε με τον στρατό λόγω της κρίσης που επικρατούσε. Σε ερώτηση γιατί δεν τον σκότωσαν εκείνη την ημέρα, ενώ άλλοι κάτοικοι του χωριού εκτελέστηκαν αργότερα, απάντησε ότι είχε ήδη εγκαταλείψει το χωριό μετά την προειδοποίηση που έλαβε από τον παλιό του συμμαθητή που υπηρετούσε στον στρατό. Αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο ο συμμαθητής του διακινδύνευσε τη θέση του για να τον ενημερώσει, ο Αιτητής ανέφερε ότι εκείνος τον ρώτησε πότε άρχισε να ασχολείται με όπλα και όταν ο ίδιος αρνήθηκε οποιαδήποτε σχέση, τότε του αποκάλυψε ότι είχε λάβει τη φωτογραφία του με την κατηγορία ότι παρείχε όπλα στους αυτονομιστές μαχητές.
Ερωτηθείς πώς κατάφερε να ταξιδέψει νόμιμα από το αεροδρόμιο, ενώ οι στρατιωτικοί είχαν ήδη τη φωτογραφία του, απάντησε ότι η φωτογραφία του είχε διανεμηθεί μόνο στη στρατιωτική βάση της Buea και δεν γνώριζε πόσο γρήγορα θα διαδιδόταν η πληροφορία.
Ως προς τον μελλοντικό του φόβο, ο Αιτητής ανέφερε ότι η κατάσταση στο Καμερούν είναι ιδιαίτερα επικίνδυνη και ότι δεν θεωρεί την επιστροφή του εφικτή. Δήλωσε ότι δεν γνωρίζει εάν η φωτογραφία του έχει ήδη διανεμηθεί ευρύτερα και φοβάται ότι εξακολουθεί να είναι καταζητούμενος. Σε ερώτηση αν οι αρχές της χώρας του θα του επέτρεπαν να επιστρέψει, απάντησε ότι πιστεύει πως δεν θα γινόταν αποδεκτός, καθώς πιθανόν εξακολουθεί να αναζητείται.
Ως προς τη δυνατότητα εσωτερικής προστασίας ή μετεγκατάστασης σε άλλη περιοχή του Καμερούν, ο Αιτητής ανέφερε ότι δεν θεωρεί πως υπάρχει ασφαλής περιοχή για αυτόν, διότι καταζητείται από τον στρατό και όχι από ένα μεμονωμένο πρόσωπο. Δήλωσε ότι σε όλες τις περιοχές του Καμερούν υπάρχει στρατιωτική παρουσία και, ως εκ τούτου, δεν γνωρίζει ποια περιοχή θα μπορούσε να θεωρηθεί ασφαλής για τη διαμονή του.
Αξιολογώντας τους ισχυρισμούς του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός διέκρινε δυο ουσιώδεις ισχυρισμούς, o πρώτος σχετικά με την ταυτότητα και τη χώρα καταγωγής του Αιτητή και ο δεύτερος σχετικά με την ισχυριζόμενη δίωξη του Αιτητή από τον στρατό του Καμερούν, λόγω της υποψίας ότι προσφέρει όπλα στον στρατό των Ambazonians. Ο πρώτος ισχυρισμός έγινε αποδεκτός, καθώς στοιχειοθετήθηκε τόσο η εσωτερική όσο και η εξωτερική αξιοπιστία του Αιτητή.
Αντιθέτως, ο δεύτερος ουσιώδης ισχυρισμός του Αιτητή έτυχε απόρριψης. Συγκεκριμένα, κρίθηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν κατάφερε να εξηγήσει με σαφήνεια τις συνθήκες υπό τις οποίες ο στρατός του Καμερούν τον καταζητούσε με την κατηγορία ότι προμήθευε με όπλα τους Ambazonians. Όπως τόνισε και ο λειτουργός, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες πληροφορίες για τον ακριβή λόγο που κατηγορήθηκε και σε επόμενες ερωτήσεις επί του θέματος απέφευγε να απαντήσει στα ερωτήματα. Επίσης, ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε με συνέπεια και σαφήνεια ως προς τον λόγο για τον οποίο ο στρατιωτικός φίλος του διακινδύνευσε τη θέση του στο στρατό για να ενημερώσει τον Αιτητή ότι είναι εμπλεκόμενο πρόσωπο με τους Ambazonians. Επιπρόσθετα, επισημάνθηκε ότι ο Αιτητής μέσα από τη συνέντευξή του, δεν εξήγησε με ευλογοφάνεια το ταξίδι του από το χωριό Munyenge μέχρι την Douala. Περαιτέρω σημειώθηκε ότι ο Αιτητής δεν έδωσε ικανοποιητικές απαντήσεις σχετικά με τον ισχυρισμό του ότι αναχώρησε νόμιμα από το αεροδρόμιο της Douala παρότι ο ίδιος είναι καταζητούμενο πρόσωπο από τον στρατό του Καμερούν και η φωτογραφία του είχε κοινοποιηθεί στην στρατιωτική βάση της Buea. Ο αρμόδιος λειτουργός παρατήρησε επίσης ότι ο Αιτητής εγκατέλειψε τη χώρα καταγωγής του μετά από παρότρυνση και όχι γιατί το είχε αισθανθεί ο ίδιος. Ως εκ των ανωτέρω, το αφήγημα του Αιτητή κρίθηκε εσωτερικά αναξιόπιστο.
Ως προς την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, οι Καθ’ ων η αίτηση παραπέμπουν σε πηγές πληροφόρησης, οι οποίες επιβεβαιώνουν τις βιαιοπραγίες του στρατού του Καμερούν σε βάρος ατόμων που θεωρούνται ύποπτα ότι υποστηρίζουν τους Ambazonians. Συγκεκριμένα, ως κατέγραψαν, στο Καμερούν επικρατεί κατάσταση εσωτερικής ένοπλης σύρραξης μεταξύ της κυβέρνησης και των αγγλόφωνων αυτονομιστών, με καθημερινά περιστατικά βίας, εμπρησμών χωριών, καταστροφής περιουσιών και επιθέσεων κατά αμάχων. Παράλληλα, άτομα που θεωρούνται ότι υποστηρίζουν ή συνεργάζονται με τους Ambazonians στοχοποιούνται από τις αρχές, γεγονός που καθιστά τους σχετικούς ισχυρισμούς του Αιτητή εξωτερικά συμβατούς με τις πληροφορίες για τη χώρα καταγωγής του. Ελλείψει ωστόσο εσωτερικής αξιοπιστίας στην αφήγηση του Αιτητή, ο εν λόγω ουσιώδης ισχυρισμός δεν έγινε αποδεκτός.
Κατά την αξιολόγηση κινδύνου βάσει των αποδεδειγμένων ισχυρισμών, ήτοι της ταυτότητας, του προφίλ, και της χώρας καταγωγής του Αιτητή, και λαμβάνοντας υπόψη τη γενικότερη κατάσταση ασφαλείας στην Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου αναμένεται να επιστρέψει ο Αιτητής, ο λειτουργός έκρινε ότι υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να γίνει αποδεκτό ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του θα υποστεί δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης λόγω της γενικότερης κατάστασης ασφαλείας που επικρατεί στην περιοχή συνήθους διαμονής του.
Ωστόσο, και λαμβανομένων υπόψη των προσωπικών περιστάσεων του Αιτητή, ο αρμόδιος λειτουργός έκρινε ότι δεν προκύπτουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύεται ότι σε περίπτωση επιστροφής του στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν θα έλθει αντιμέτωπος με πραγματικό κίνδυνο δίωξης ή σοβαρής βλάβης. Αξιολογώντας τις προσωπικές του περιστάσεις, οι Καθ’ ων η αίτηση επεσήμαναν ότι πρόκειται για άμαχο πολίτη, ο οποίος κατάγεται από την Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, περιοχή στην οποία διέμενε, σπούδασε και εργαζόταν, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιαδήποτε δίωξη ή κίνδυνο σοβαρής βλάβης. Είναι άτομο ενήλικο, υγιές, το οποίο δεν παρουσιάζει θέματα ευαλωτότητας και διατηρεί συγγενικούς δεσμούς πρώτου βαθμού η οποίοι εξακολουθούν να διαμένουν στη περιοχή και ο Αιτητής διατηρεί επικοινωνία μαζί τους.
Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η αίτηση έκριναν ότι δεν προκύπτει βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης του Αιτητή σε περίπτωση επιστροφής του στη χώρα καταγωγής του στο πλαίσιο του άρθρου 3 του περί Προσφύγων Νόμου, ούτε πραγματικός κίνδυνος σοβαρής βλάβης στο πλαίσιο του άρθρου 19 (1) και (2) του ίδιου Νόμου, το δε αρμόδιο, εξουσιοδοτημένο από τον Υπουργό Εσωτερικών πρόσωπο, να εκτελεί καθήκοντα Προϊστάμενου, υιοθέτησε την εισήγηση και απέρριψε το αίτημα του Αιτητή.
Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.6(Ι)/2000, «πρόσφυγας αναγνωρίζεται το πρόσωπο, που λόγω βάσιμου φόβου καταδίωξης του για λόγους φυλετικούς, θρησκευτικούς, ιθαγένειας ή ιδιότητας μέλους συγκεκριμένου κοινωνικού συνόλου ή πολιτικών αντιλήψεων, είναι εκτός της χώρας της ιθαγένειας του και δεν είναι σε θέση ή λόγω του φόβου αυτού, δεν είναι πρόθυμο, να χρησιμοποιήσει την προστασία της χώρας αυτής». Είναι καθόλα κατανοητό, ότι για να αναγνωριστεί πρόσωπο ως πρόσφυγας, θα πρέπει να αποδεικνύεται βάσιμος και δικαιολογημένος φόβος δίωξης, του οποίου τόσο το υποκειμενικό, όσο και το αντικειμενικό στοιχείο πρέπει να εκτιμηθούν από το αρμόδιο όργανο προτού καταλήξει σε απόφαση.
Περαιτέρω το άρθρο 18(5) του περί Προσφύγων Νόμου, Ν. 6(Ι)/2000 προνοεί ότι «εναπόκειται στον αιτητή να τεκμηριώσει την αίτηση διεθνούς προστασίας», χωρίς να απαιτείται να προσκομίσει τυπικά αποδεικτικά στοιχεία. Ο/Η αιτητής/τρια έχει την ευθύνη να εκθέσει με την αίτησή του/της αλλά και μέσα από την ενώπιον της αρμόδιας αρχής συνέντευξη ακόμα και ενώπιον του Δικαστηρίου, μέσω της ορθής δικονομική διαδικασίας, με στοιχειώδη σαφήνεια, τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά τα οποία του/της προκαλούν, κατά τρόπο αντικειμενικό, δικαιολογημένο φόβο δίωξης υφιστάμενο στη χώρα καταγωγής του. Ο/Η αιτητής/τρια οφείλει να επικαλεστεί με λεπτομέρεια, σαφήνεια και αληθοφάνεια συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το υποβληθέν αίτημά του/της για διεθνή προστασία, το δε αρμόδιο όργανο εξετάζοντας την αίτηση, οφείλει να λάβει υπόψη του κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός.
Είναι πάγια νομολογημένο ότι δέουσα έρευνα κρίνεται από το Δικαστήριο ότι έγινε, όταν το αρμόδιο όργανο εξετάζει κάθε σχετικό με την υπόθεση γεγονός (βλ. Motorways Ltd v. Υπουργού Οικονομικών (1999) 3ΑΑΔ 447). Ορθή και πλήρης έρευνα θεωρείται αυτή που εκτείνεται στη διερεύνηση των ουσιωδών στοιχείων της υπόθεσης (βλ. Νικολαΐδη v. Μηνά (1994) 3ΑΑΔ 321, Ττουσούνα ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (2013) 3 Α.Α.Δ. 151, Χωματένος ν. Δημοκρατίας κ.α. (2013) 3 Α.Α.Δ. 120, Α. Παπουτέ ν. Χρ. Κασάπη και Κυπριακής Δημοκρατίας, Συν. Αναθ. Έφεση 112/15 και 131/15 ημερομηνίας 13/07/2022). Η έκταση της έρευνας εξαρτάται πάντοτε από τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (βλ. Δημοκρατία v. Ευαγγέλου κ.α. (2013) 3ΑΑΔ 414) και το αρμόδιο όργανο οφείλει να βρει τον κατάλληλο τρόπο για να εκπληρώσει την υποχρέωσή του για επαρκή έρευνα.
Ως προς την αιτιολόγηση των αποφάσεων της Διοίκησης είναι επιβεβλημένη για να μπορεί το Δικαστήριο να ελέγξει εάν η απόφαση λήφθηκε σύμφωνα με το Νόμο και για να παρέχεται η δυνατότητα να αντιληφθεί το Δικαστήριο που βασίστηκε το αρμόδιο όργανο για να καταλήξει στην απόφασή του (βλ. Γρηγορόπουλος κ.α. ν. Κυπριακής Δημοκρατίας (1997) 4 ΑΑΔ 1414).
Στην απόφαση Γενεθλίου ν. Συμβούλιο Αμπελουργικών Προϊόντων (1990) 3 ΑΑΔ 4096, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι αποφάσεις των Διοικητικών Αρχών πρέπει να περιέχουν πλήρη επαρκή και σαφή αιτιολογία. Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από τα στοιχεία του φακέλου. Η πλήρης αιτιολογία περιέχει ή δείχνει τη νομική βάση της διοικητικής απόφασης. Η αιτιολογία συνδέεται άμεσα με τη νομική έκδοση και νομιμότητα της διοικητικής πράξης. Περαιτέρω είναι αναγκαία για να μπορεί με ευχέρεια να γίνεται ο δικαστικός έλεγχος».
Στο πλαίσιο ελέγχου της ορθότητας της προσβαλλόμενης απόφασης, με βάση τα όσα προκύπτουν από το περιεχόμενο του διοικητικού φακέλου και κυρίως το πρακτικό της διενεργηθείσας συνέντευξης ενώπιον της Υπηρεσίας Ασύλου και της Έκθεσης-Εισήγησης, κρίνω ορθή την κατάληξη της αξιολόγησης των Καθ’ ων η αίτηση βάσει των δηλώσεων που ο ίδιος ο Αιτητής προέβαλε κατά την συνέντευξή του, ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό που αφορά την ταυτότητα, το προφίλ και την περιοχή καταγωγής του. Από την εισηγητική έκθεση, προκύπτει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση ορθά εξέλαβαν ως τελευταίο τόπο συνήθους διαμονής του Αιτητή την Bamenda που βρίσκεται στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, καθότι εκεί σπούδασε και εργάστηκε από το 2016 μέχρι τον Απρίλιο του 2022. Επισημαίνεται ότι με βάση τους ισχυρισμούς του εκεί εξακολουθούν να διαμένουν τα αδέρφια του.
Προχωρώντας στην αξιολόγηση της εσωτερικής αξιοπιστίας του δεύτερου ουσιώδους ισχυρισμού όπως σχηματίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, διαπιστώνεται ότι κατόπιν συνεκτίμησης του συνόλου των δηλώσεων του Αιτητή, ορθά απορρίφθηκε ως μη αξιόπιστος. Καταρχάς, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει με σαφήνεια και πειστικότητα τον τρόπο με τον οποίο οι αρχές του Καμερούν κατέληξαν να τον στοχοποιήσουν ως πρόσωπο που προμήθευε όπλα στους αυτονομιστές. Παρότι ισχυρίστηκε ότι ο αρχηγός του χωριού Munyenge τον κατήγγειλε στον αρμόδιο αξιωματούχο και ότι ακολούθως ενημερώθηκε ο στρατιωτικός διοικητής της Buea, δεν παρέθεσε οποιαδήποτε ουσιαστική εξήγηση ως προς τον λόγο για τον οποίο ο εν λόγω αρχηγός τον κατήγγειλε προσωπικά. Όταν του τέθηκε ευθέως σχετική ερώτηση, περιορίστηκε να δηλώσει ότι δεν γνωρίζει, απάντηση μη ικανοποιητική, καθότι αφορά ουσιώδες στοιχείο του αφηγήματός του. Καθότι η φερόμενη καταγγελία συνιστά κρίσιμο σύνδεσμο μεταξύ του ισχυριζόμενου περιστατικού με τους Ambazonians και της ισχυριζόμενης δίωξής του από τον στρατό, αναμενόταν ο Αιτητής να είναι πιο συγκεκριμένος και σαφής.
Περαιτέρω, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παρέχει εξήγηση ως προς το πώς ο αρχηγός του χωριού φέρεται να πληροφορήθηκε το περιστατικό με το κυνηγετικό όπλο του πατέρα του. Κατά την αφήγηση του Αιτητή, αυτονομιστές μαχητές εμφανίστηκαν στην οικία του, τον απείλησαν και τον ανάγκασαν να τους παραδώσει το όπλο του πατέρα του. Εντούτοις, δεν εξήγησε με ποιο τρόπο η πράξη αυτή περιήλθε σε γνώση του αρχηγού του χωριού, υπό ποιες συνθήκες αυτός σχημάτισε την πεποίθηση ότι ο Αιτητής παρείχε όπλα εκουσίως στους αυτονομιστές, ούτε για ποιο λόγο δεν θεωρήθηκε ο ίδιος θύμα εξαναγκασμού, αλλά συνεργός των Ambazonians.
Επιπρόσθετα, εύλογες αμφιβολίες δημιουργεί και ο ισχυρισμός του ότι παλαιός συμμαθητής του, ο οποίος υπηρετούσε στον στρατό, τον ενημέρωσε ότι η φωτογραφία του είχε κυκλοφορήσει στη στρατιωτική βάση της Buea και ότι είχε δοθεί εντολή να μεταφερθεί ζωντανός ή νεκρός. Ο Αιτητής δεν ανέπτυξε επαρκώς τη σχέση του με το εν λόγω πρόσωπο, τη συχνότητα ή τη φύση της επικοινωνίας τους, ούτε εξήγησε πειστικά για ποιο λόγο ο εν λόγω στρατιωτικός θα διακινδύνευε τη θέση του για να τον προειδοποιήσει. Η απλή επίκληση παλαιάς σχέσης κατά τα μαθητικά χρόνια, χωρίς περαιτέρω εξατομικευμένα στοιχεία, δεν επαρκεί για να καταστήσει το περιστατικό αξιόπιστο.
Επιπλέον, ο Αιτητής δεν ήταν σε θέση να παράσχει σαφείς και πειστικές πληροφορίες για τη διαδρομή που ακολούθησε κατά την ισχυριζόμενη φυγή του από το χωριό Munyenge με προορισμό την Douala. Οι αναφορές του σε ενδιάμεσες περιοχές (Egina και Limbe) υπήρξαν συγκεχυμένες, ενώ, όταν του επισημάνθηκαν δυσχέρειες ως προς τη γεωγραφική ακρίβεια της περιγραφής του και τη διάρκεια της διαδρομής, ο Αιτητής δεν έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση. Το σημείο αυτό, το οποίο εντοπίστηκε από τους Καθ’ ων η αίτηση, παρόλο που μεμονωμένα δεν συνδέεται με τον πυρήνα της ισχυριζόμενης δίωξης του Αιτητή, ενισχύει ωστόσο τις γενικότερες αμφιβολίες ως προς την ακρίβεια της αφήγησής του, καθότι αφορά τη διαφυγή του αμέσως μετά το φερόμενο περιστατικό που, κατά τον ίδιο, έθεσε τη ζωή του σε άμεσο κίνδυνο.
Ιδιαίτερη σημασία έχει επίσης το γεγονός ότι, παρά τον ισχυρισμό του Αιτητή ότι ήταν αναζητούμενο από τον στρατό πρόσωπο και ότι η φωτογραφία του είχε κοινοποιηθεί σε στρατιωτική βάση, κατάφερε να εξέλθει νομίμως από το Καμερούν, χρησιμοποιώντας το διαβατήριό του, χωρίς να αντιμετωπίσει οποιοδήποτε πρόβλημα με τις αρχές. Ο Αιτητής δήλωσε ότι η φωτογραφία του είχε κοινοποιηθεί μόνο στη βάση της Buea και δεν γνωρίζει εάν η φωτογραφία του είχε πλέον κοινοποιηθεί ευρύτερα.
Aπό τις δηλώσεις του Αιτητή προκύπτει ότι αρχικά θεωρούσε πως θα ήταν ασφαλής στην Douala και ότι η απόφαση εγκατάλειψης της χώρας λήφθηκε κατόπιν συμβουλής τρίτου προσώπου, ήτοι του πάστορα. Το γεγονός αυτό δεν είναι από μόνο του καθοριστικό, πλην όμως συνεκτιμώμενο με τα λοιπά στοιχεία αποδυναμώνει την ένταση και αμεσότητα του προβαλλόμενου φόβου. Περαιτέρω, οι περιγραφές που έδωσε ο Αιτητής περί χρηματοδότησης και οργάνωσης του ταξιδιού του από τον πάστορα υπήρξαν αόριστες, χωρίς συγκεκριμένες πληροφορίες. Ο Αιτητής ισχυρίστηκε ότι πρόσωπο που δεν τον γνώριζε προηγουμένως ανέλαβε ουσιώδη έξοδα για την εγγραφή του σε πανεπιστήμιο, την έκδοση εισιτηρίου και την κάλυψη εξόδων, χωρίς να παρέχει πειστικές λεπτομέρειες ως προς τη σχέση, τα κίνητρα ή τις ακριβείς συνθήκες υπό τις οποίες παρασχέθηκε τέτοια σημαντική βοήθεια.
Σημαντικό είναι επίσης ότι ο Αιτητής δεν ισχυρίστηκε ότι είχε προηγούμενη πολιτική ή στρατιωτική δραστηριότητα, ούτε ότι ο ίδιος ή η οικογένειά του ανήκαν σε πολιτική ή στρατιωτική οργάνωση. Αντιθέτως, παρουσίασε τον εαυτό του ως άτομο χαμηλού προφίλ. Το στοιχείο αυτό δεν αποκλείει την πιθανότητα αυθαίρετης στοχοποίησης σε περιβάλλον ένοπλης σύγκρουσης, πλην όμως καθιστά ακόμη πιο αναγκαία την παροχή συγκεκριμένων και πειστικών στοιχείων ως προς το για ποιο λόγο οι αρχές του Καμερούν θα τον θεωρούσαν πρόσωπο εμπλεκόμενο στην προμήθεια όπλων προς τους αυτονομιστές μαχητές και ως εκ τούτου συνεργάτη τους.
Ερωτηματικά επίσης προκύπτουν από την αναφορά του Αιτητή ότι μετά την αναχώρησή του από το χωριό Munyenge και συγκεκριμένα στις 12/08/2022, στρατιώτες μετέβησαν στο χωριό, έκαψαν την περιοχή όπου διέμενε, συγκέντρωσαν πρόσωπα που υποπτεύονταν ότι υποστήριζαν τους Ambazonians και τα σκότωσαν. Ο Αιτητής προέβαλε το εν λόγω περιστατικό κατά τρόπο γενικό, χωρίς να δώσει ικανοποιητικές λεπτομέρειες, όπως την πηγή της πληροφόρησής του, τον τρόπο με τον οποίο ενημερώθηκε και κατά πόσο το περιστατικό συνδέθηκε εξατομικευμένα με τον ίδιο. Επισημαίνεται ότι με βάση τις δηλώσεις του Αιτητή, τα αδέρφια του διέμεναν στην Bamenda, ενώ οι γονείς του είχαν αναχωρήσει από το χωριό ήδη από τον Απρίλιο του 2022.
Αναφορικά με την εξωτερική αξιοπιστία του εν λόγω ισχυρισμού, το Δικαστήριο προέβη σε έρευνα βάσει της οποίας πηγές πληροφόρησης αναφέρουν ότι άμαχοι έχουν κατηγορηθεί για συνεργασία με αυτονομιστές, γεγονός που φέρεται να έχει οδηγήσει σε αντίποινα από τις κυβερνητικές δυνάμεις.[1] Κοινή δήλωση οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, που δημοσιεύθηκε από την Amnesty International (AI) τον Νοέμβριο 2023, αναφέρει ότι μαρτυρίες κάνουν λόγο για στρατιώτες που κατηγορούν αμάχους για συνεργασία με αυτονομιστές, καίνε κατοικίες και διαπράττουν σεξουαλική βία ως αντίποινα για επιθέσεις αυτονομιστών εναντίον τους.[2]
Η ίδια πηγή αναφέρει ότι, ως απάντηση στη δραστηριότητα ένοπλων αυτονομιστών, οι κυβερνητικές δυνάμεις προέβησαν σε περαιτέρω παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, προχωρώντας σε αυθαίρετες συλλήψεις και κρατήσεις ατόμων που κατηγορούνταν είτε ότι ήταν ένοπλοι αυτονομιστές είτε ότι τους υποστήριζαν.[3]
Τον Μάρτιο του 2026, το Global Centre for the Responsibility to Protect (R2P) ανέφερε ότι οι δυνάμεις ασφαλείας έχουν διαπράξει εξωδικαστικές εκτελέσεις, εκτεταμένη σεξουαλική και έμφυλη βία, έχουν πυρπολήσει χωριά της περιοχής Anglophone και έχουν υποβάλει άτομα που θεωρούνται ύποπτα για δεσμούς με αυτονομιστές σε αυθαίρετη κράτηση, βασανιστήρια και κακομεταχείριση κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης.[4]
Επιπλέον, έκθεση που καλύπτει την περίοδο Ιουλίου - Σεπτεμβρίου 2023 σχετικά με την κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις περιοχές Southwest και Northwest του Καμερούν από το Centre for Human Rights and Democracy in Africa (CHRDA) ανέφερε ότι οι κρατικές δυνάμεις του Καμερούν έχουν εντείνει την καταστολή εναντίον οποιουδήποτε θεωρείται ότι έχει σχέσεις με αυτονομιστικά δίκτυα. Αυτό έχει οδηγήσει σε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων εξωδικαστικών εκτελέσεων, στοχευμένων δολοφονιών, αυθαίρετων συλλήψεων και κρατήσεων, εμπρησμών και καταστροφής πολιτικής περιουσίας.[5]
Σύμφωνα με έκθεση της Amnesty International του Ιουλίου 2023, έχουν καταγραφεί αρκετές περιπτώσεις αυθαίρετης σύλληψης και κράτησης ατόμων απλώς λόγω υποψίας συνεργασίας με ένοπλους αυτονομιστές.[6] Δικηγόρος που μίλησε στην Amnesty International τον Απρίλιο 2023 δήλωσε ότι οι περισσότερες κατηγορίες που σχετίζονται με την κρίση στις περιοχές Anglophone είναι κατασκευασμένες.[7]
Με βάση τα ανωτέρω ευρήματα, η ύπαρξη ένοπλης σύγκρουσης, βιαιοπραγιών, αυθαίρετων ενεργειών του στρατού και στοχοποίησης προσώπων που θεωρούνται υποστηρικτές των αυτονομιστών μαχητών επιβεβαιώνεται από εξωτερικές πηγές. Η επιβεβαίωση, όμως, του γενικού πλαισίου στην κατάσταση ασφαλείας δεν συνεπάγεται αυτόματα και αποδοχή του προσωπικού αφηγήματος του Αιτητή. Η αδυναμία του Αιτητή να παράσχει συνεκτική, λεπτομερή και ευλογοφανή εξήγηση ως προς την προσωπική του στοχοποίηση καθιστά τον ισχυρισμό του περί δίωξης από τον στρατό του Καμερούν μη αξιόπιστο. Περαιτέρω, δεδομένου ότι οι πρακτικές που ακολουθούνται τόσο από τους αυτονομιστές μαχητές, όσο και από τον στρατό του Καμερούν έχουν καταγραφεί σε δημόσια προσβάσιμες διεθνείς εκθέσεις και άρθρα, δεν μπορεί να αποκλείει το ενδεχόμενο ορισμένες από τις σχετικές περιγραφές του Αιτητή να μην εδράζονται σε προσωπικό βίωμα, αλλά να αναπαράγουν πληροφορίες ευρύτερα γνωστές σε πρόσωπα προερχόμενα από τις αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν.
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι ο ισχυρισμός του Αιτητή περί προσωπικής στοχοποίησής του από τον στρατό του Καμερούν, λόγω αποδιδόμενης σε αυτόν συνεργασίας με τους αυτονομιστές ήδη κρίθηκε αναξιόπιστος, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο φόβος του Αιτητή που απορρέει από το σύνολο των δηλώσεών του κρίνεται ως αβάσιμος και μη δικαιολογημένος.
Από το ιστορικό του Αιτητή όπως αυτό φαίνεται πιο πάνω, στη βάση των δεδομένων του διοικητικού φακέλου και από την ανωτέρω αξιολόγηση κινδύνου, προκύπτει ότι αυτός δεν στοιχειοθέτησε κανένα απολύτως ισχυρισμό που να εμπίπτει στις προϋποθέσεις αναγνώρισης προσώπου ως πρόσφυγα. Αντίθετα στη θέση της συνηγόρου του, το Δικαστήριο κρίνει πως τα όσα ανέφερε ο Αιτητής κατά τη διάρκεια του συνόλου της διαδικασίας εξέτασης του αιτήματός του, δεν θα μπορούσαν να τον εντάξουν στην έννοια του πρόσφυγα, όπως αυτή ερμηνεύεται από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και από το άρθρο 3 του περί Προσφύγων Νόμου, Ν.6(Ι)/2000.
Ο «Πρακτικός Οδηγός της ΕΑΣΟ: Αξιολόγηση των Αποδεικτικών Στοιχείων» (Μάρτιος 2015) καθορίζει πως στη βάση της συλλογής πληροφοριών θα πρέπει να προσδιορίζονται τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά, τα οποία στη συνέχεια θα πρέπει να συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του πρόσφυγα και αν δεν υπάρχει κατάληξη ότι μπορεί να δοθεί προσφυγικό καθεστώς, τότε το αρμόδιο όργανο θα πρέπει να εκτιμήσει εάν τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά συνδέονται με τις απαιτήσεις του ορισμού του προσώπου που δικαιούται συμπληρωματική προστασία.
Για τη διαπίστωση αυτού του πραγματικού κινδύνου θα πρέπει να υπάρχουν, όπως ρητά προνοεί το άρθρο 19(1), του Ν.6(Ι)/2000 «ουσιώδεις λόγοι». Περαιτέρω, σοβαρή βλάβη ή σοβαρή και αδικαιολόγητη βλάβη κατά το εδάφιο (2) του άρθρου 19, του Ν.6(Ι)/2000 σημαίνει κίνδυνο αντιμετώπισης θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας ή να υπάρχει σοβαρή και προσωπική απειλή κατά της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητας αμάχου, λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης (βλ. Galina Bindioul v. Αναθεωρητική Αρχή Προσφύγων, Υποθ. Αρ. 685/2012, ημερομηνίας 23/04/13 και Mushegh Grigoryan κ.α. ν. Κυπριακή Δημοκρατία, Υποθ. Αρ. 851/12 ημερομηνίας 22/09/2015), ECLI:CY:AD:2015:D619, ECLI:CY:AD:2015:D619).
Στη συγκεκριμένη περίπτωση, τόσο κατά τη διοικητική, όσο και κατά την παρούσα διαδικασία δεν προέκυψαν στοιχεία που να συνηγορούν στο ότι σε περίπτωση επιστροφής του Αιτητή στο Καμερούν και δη στην περιοχή Bamenda, τόπο συνήθους διαμονής του, θα αντιμετωπίσει κίνδυνο θανατικής ποινής, βασανιστηρίων ή απάνθρωπης ή εξευτελιστικής μεταχείρισης ή τιμωρίας σύμφωνα με τις πρόνοιες των άρθρων 19 (2) (α) και (β) του περί Προσφύγων Νόμου.
Σε σχέση δε με το άρθρο 19(2)(γ) του ανωτέρω Νόμου, ως προς τους παράγοντες που δύνανται να ληφθούν υπόψιν προς αξιολόγηση του συστατικού στοιχείου της αδιάκριτης βίας, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (στο εξής: το ΔΕΕ) επεσήμανε σε πρόσφατη απόφασή του ότι συνιστούν «[.]μεταξύ άλλων, η ένταση των ενόπλων συγκρούσεων, το επίπεδο οργάνωσης των εμπλεκομένων ενόπλων δυνάμεων και η διάρκεια της σύρραξης ως στοιχεία λαμβανόμενα υπόψη κατά την εκτίμηση του πραγματικού κινδύνου σοβαρής βλάβης, κατά την έννοια του άρθρου 15, στοιχείο γʹ, της οδηγίας 2011/95 (πρβλ. απόφαση της 30ής Ιανουαρίου 2014, Diakité, C285/12, EU:C:2014:39, σκέψη 35), καθώς και άλλα στοιχεία όπως η γεωγραφική έκταση της κατάστασης αδιάκριτης άσκησης βίας, ο πραγματικός προορισμός του αιτούντος σε περίπτωση επιστροφής στην οικεία χώρα ή περιοχή και οι τυχόν εκ προθέσεως επιθέσεις κατά αμάχων εκ μέρους των εμπόλεμων μερών» (ΔΕΕ, C-901/19, ημερομηνίας 10.6.2021, CF, DN κατά Bundesrepublic Deutschland, σκέψη 43).
Περαιτέρω, ως προς τον προσδιορισμό του επιπέδου της ασκούμενης αδιάκριτης βίας, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (στο εξής: το ΕΔΔΑ) στην απόφασή του Sufi and Εlmi (ΕΔΔΑ, απόφαση επί των προσφυγών 8319/07 και 11449/07, ημερομηνίας 28.11.2011) αξιολόγησε, διευκρινίζοντας ότι δεν κατονομάζονται εξαντλητικά, τη χρήση μεθόδων και τακτικών πολέμου εκ μέρους των εμπόλεμων πλευρών, οι οποίες αυξάνουν τον κίνδυνο αμάχων θυμάτων ή ευθέως στοχοποιούν αμάχους, εάν η χρήση αυτών είναι διαδεδομένη μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών, και, τελικά, τον αριθμό των αμάχων που έχουν θανατωθεί, τραυματιστεί και εκτοπιστεί ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης.
Επιπλέον, όπως διευκρίνισε το ΔΕΕ, «ο όρος «προσωπική» πρέπει να νοείται ως χαρακτηρίζων βλάβη προξενούμενη σε αμάχους, ανεξαρτήτως της ταυτότητάς τους, όταν ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που χαρακτηρίζει την υπό εξέλιξη ένοπλη σύρραξη και λαμβάνεται υπόψη από τις αρμόδιες εθνικές αρχές, οι οποίες επιλαμβάνονται των αιτήσεων περί επικουρικής προστασίας ή από τα δικαστήρια κράτους μέλους ενώπιον των οποίων προσβάλλεται απόφαση περί απορρίψεως τέτοιας αιτήσεως είναι τόσο υψηλός, ώστε υπάρχουν ουσιώδεις λόγοι να εκτιμάται ότι ο άμαχος ο οποίος θα επιστρέψει στην οικεία χώρα ή, ενδεχομένως, περιοχή, θα αντιμετωπίσει, λόγω της παρουσίας του και μόνον στο έδαφος αυτής της χώρας ή της περιοχής, πραγματικό κίνδυνο να εκτεθεί σε σοβαρή απειλή κατά το άρθρο 15, στοιχείο γ΄, της οδηγίας» (Βλ. Απόφαση στην υπόθεση C-465/07, Meki Elgafaji, Noor Elgafaji κ. Staatssecretaris van Justitie, ημερ.17.2.2009). Ιδίως ως προς την εφαρμογή της αναπροσαρμοζόμενης κλίμακας, το ΔΕΕ στην ως άνω απόφαση διευκρίνισε ότι «όσο περισσότερο ο αιτών είναι σε θέση να αποδείξει ότι θίγεται ειδικώς λόγω των χαρακτηριστικών της καταστάσεώς του, τόσο μικρότερος θα είναι ο βαθμός της αδιακρίτως ασκούμενης βίας που απαιτείται προκειμένου ο αιτών να τύχει της επικουρικής προστασίας».
Εν προκειμένω, ως προς τον κίνδυνο που ενδέχεται να αντιμετωπίσει ο Αιτητής λόγω αδιάκριτης άσκησης βίας σε καταστάσεις διεθνούς ή εσωτερικής ένοπλης σύρραξης, το Δικαστήριο προχώρησε σε επικαιροποιημένη έρευνα και ανέτρεξε σε πρόσφατες και έγκυρες πληροφορίες από εξωτερικές πηγές αναφορικά με την τρέχουσα κατάσταση ασφαλείας στη Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν, όπου βρίσκεται ο τόπος τελευταίας συνήθους διαμονής του Αιτητή.
Βάσει πληροφοριών από τον ανεξάρτητο οργανισμό ACAPS, η κρίση που ξέσπασε στις Αγγλόφωνες περιοχές του Καμερούν (ήτοι στις περιφέρειες Northwest και Southwest) περί τα τέλη του 2016 οδήγησε στην εμφάνιση διαφόρων αποσχιστικών ομάδων και σε ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ του κρατικού στρατού και των ενόπλων δυνάμεων των αυτονομιστών, που έχουν εντείνει την ανασφάλεια στις αγγλόφωνες περιοχές.[8] Εκ των όσων επίσης αναφέρονται στην ίδια πηγή, οι απαρχές της σύγκρουσης εντοπίζονται στα μακροχρόνια προβλήματα στην αγγλόφωνη κοινότητα στις βορειοδυτικές και νοτιοδυτικές περιοχές της χώρας, λόγω της περιθωριοποίησης τους από τη γαλλόφωνη κυβέρνηση, «που κλιμακώθηκαν σε εκτεταμένες διαμαρτυρίες και απεργίες περί τα τέλη του 2016».[9]
H έκθεση του Global Centre for the Responsibility to Protect (Μάρτιος του 2026), αναφέρει ότι η κρίση που ξέσπασε το 2016 έχει εξελιχθεί σε παρατεταμένη ένοπλη αντιπαράθεση, με χιλιάδες νεκρούς, εκατοντάδες χιλιάδες εκτοπισμένους και σοβαρές επιπτώσεις για τον άμαχο πληθυσμό. Η έκθεση τονίζει ότι σοβαρές παραβιάσεις διαπράττονται και από τις δύο πλευρές. Οι κυβερνητικές δυνάμεις κατηγορούνται για εξωδικαστικές εκτελέσεις, αυθαίρετες συλλήψεις, βασανιστήρια, σεξουαλική και έμφυλη βία, κακομεταχείριση κρατουμένων και καταστροφή χωριών. Από την άλλη πλευρά, οι ένοπλοι αυτονομιστές κατηγορούνται για δολοφονίες, απαγωγές, εκβιασμούς, παράνομη φορολόγηση, επιθέσεις σε σχολεία, νοσοκομεία και ανθρωπιστικούς εργαζομένους, καθώς και για χρήση αυτοσχέδιων εκρηκτικών μηχανισμών. Η κατάσταση έχει επιδεινώσει την ανθρωπιστική κρίση, καθώς μεγάλος αριθμός ανθρώπων χρειάζεται βοήθεια, ενώ πολλοί έχουν εγκαταλείψει τα σπίτια τους είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε προς τη Νιγηρία.[10]
Παράλληλα, η ανωτέρω έκθεση αναφέρει ότι η ανασφάλεια δεν περιορίζεται μόνο στις αγγλόφωνες περιοχές. Στην Άπω Βόρεια περιοχή του Καμερούν, οι άμαχοι συνεχίζουν να απειλούνται από ένοπλες εξτρεμιστικές ομάδες, οι οποίες δρουν στην ευρύτερη περιοχή της λεκάνης της λίμνης Τσαντ.[11]
Η υπό εξέταση σύγκρουση έχει ήδη διάρκεια περίπου εννέα ετών και επηρεάζει τόσο τη Βορειοδυτική όσο και τη Νοτιοδυτική περιφέρεια του Καμερούν. Τα δεδομένα υποδηλώνουν ότι πρόκειται για μια μακροχρόνια και σταθερά εγκατεστημένη κρίση. Επιπλέον, δεν φαίνεται να υπάρχει καμία πρόθεση επίλυσής της στο άμεσο μέλλον, καθώς η σύγκρουση δεν συζητήθηκε ούτε στην πρόσφατη συνεδρίαση της Ομάδας Υπουργικής Δράσης της Κοινοπολιτείας του Καμερούν τον Μάρτιο του 2025.[12]
Σύμφωνα με τη βάση δεδομένων ACLED, κατά το τελευταίο έτος (με ημερομηνία τελευταίας ενημέρωσης την 08/05/2026), στην Βορειοδυτική περιφέρεια του Καμερούν καταγράφηκαν 1991 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 561 απώλειες ανθρώπινων ζωών. Συγκεκριμένα στην περιοχή Bamenda της εν λόγω περιφέρειας, κατά την ίδια περίοδο αναφοράς, καταγράφηκαν 33 περιστατικά πολιτικής βίας, από τα οποία προκλήθηκαν 34 απώλειες ανθρώπινων ζωών.[13] Σημειώνεται ότι ο πληθυσμός της Βορειοδυτικής περιφέρειας του Καμερούν σύμφωνα με εκτιμήσεις για το 2025, ανέρχεται στα 2,428,200 κατοίκους.[14]
Εφαρμόζοντας την αναπροσαρμοζόμενη κλίμακα όπως αυτή απορρέει από τη νομολογία του ΔΕΕ και λαμβάνοντας υπόψη τις προσωπικές περιστάσεις του Αιτητή, ήτοι ότι πρόκειται για υγιή, ενήλικα άνδρα, χωρίς εξαρτώμενα μέλη, απόφοιτο τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, με εργασιακή εμπειρία και με υποστηρικτικό δίκτυο στη χώρα καταγωγής της, όπου διαμένουν τα αδέρφια του και μέλη της ευρύτερης οικογένειάς του, με τα οποία εξακολουθεί να διατηρεί επικοινωνία, διαπιστώνεται ότι δεν προκύπτουν στοιχεία τα οποία να συνηγορούν υπέρ του ότι ο Αιτητής, λόγω των προσωπικών του περιστάσεων, θίγεται ειδικώς και αυξάνονται οι πιθανότητες να εκτεθεί σε περιστατικά αδιακρίτως ασκούμενης βίας κατά των αμάχων κατά το άρθρο 19(2)(γ) του περί Προσφύγων Νόμου.
Το Δικαστήριο καταλήγει ότι δεν στοιχειοθετούνται ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 19(2) (γ) του Ν.6(Ι)/2000 για να παρασχεθεί στον Αιτητή το καθεστώς συμπληρωματικής προστασίας υπό τις πρόνοιες του ανωτέρω άρθρου. Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω, υπό τις περιστάσεις, και μετά από κατ’ ουσίαν εξέταση της αίτησης του Αιτητή ότι ο τελευταίος δεν κατάφερε να τεκμηριώσει σε κανένα στάδιο της διαδικασίας τη βασιμότητα του αιτήματός του για αναγνώριση της ιδιότητας του πρόσφυγα, δυνάμει του περί Προσφύγων Νόμου και της Σύμβασης της Γενεύης, ούτε για την παραχώρηση συμπληρωματικής προστασίας που προβλέπεται στο άρθρο 19 του Νόμου. Η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, το οποίο συνεκτίμησε όλα τα πραγματικά στοιχεία και εξέδωσε τελική αιτιολογημένη απόφαση. Δεν έχει καταδειχθεί οτιδήποτε το μεμπτό, ούτως ώστε να δικαιολογείται επέμβαση του παρόντος Δικαστηρίου. Δεδομένης της κατ’ ουσία εξέτασης της αίτησης του Αιτητή, παρέλκει η εξέταση οποιοδήποτε άλλου νομικού ισχυρισμού.
Με βάση όλα τα πιο πάνω, η προσφυγή αποτυγχάνει και απορρίπτεται με €1000 έξοδα υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του Αιτητή. Η προσβαλλόμενη απόφαση επικυρώνεται.
Α. Α. ΑΓΡΟΤΗ, Δ.Δ.Δ.Δ.Π.
[1] CHRDA, Midterm Summary Report in the Human Rights Situation in the Conflict -Affected Regions of Cameroon, 22 September 2023, https://www.chrda.org/wp-content/uploads/2023/09/MID-YEAR-HUMAN-RIGHTS-REPORT-2023-JANUARY-JUNE-1.pdf , p. 4; AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf , p. 1; R2P, Cameroon, 16 March 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[2] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)
[3] AI, Joint Declaration: Cameroon's Universal Periodic Review provides an Opportunity to call on the Cameroon Authorities to protect Human Rights in the Anglophone Regions, 13 November 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/11/AFR1774082023ENGLISH.pdf , p. 1 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)
[4] R2P, Cameroon, 16 March 2026, https://www.globalr2p.org/countries/cameroon/ (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 20/05/2026)
[5] CHRDA, The Human Rights Situation of The North West, South West and Far North Regions of Cameroon for The Third Quarter (July-September) of 2023 (Summary Report), 9 December 2023, https://www.chrda.org/wp-content/uploads/2023/12/THIRD-QUARTER-REPORT-FINAL-COPY.pdf, pp. 27-28 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)
[6] AI, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/07/AFR1768382023ENGLISH-1.pdf, p. 42 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)
[7] AI, Cameroon: With or against us: People of the North-West region of Cameroon caught between the army, armed separatists and militias, 4 July 2023, https://www.amnesty.org/en/wp-content/uploads/2023/07/AFR1768382023ENGLISH-1.pdf, p. 42 (ημερομηνία τελευταίας πρόσβασης 04/03/2026)
[8] ΑCAPS, Country analysis: Cameroon
[9] Ό. π.
[10] Global Centre for the Responsibility to Protect, Cameroon, 16 March 2026
[11] Ό. π.
[12] Taylor and Fransis, Cameroon, the Commonwealth, and crisis: Commonwealth intervention in Cameroon's Anglophone conflict, June 2025
https://www.tandfonline.com/doi/full/10.1080/00358533.2025.2516706?src=#abstract
[13] Πλατφόρμα ACLED Explorer, η οποία από 30/07/2025 είναι προσβάσιμη κατόπιν εγγραφής, με χρήση των εξής φίλτρων αναζήτησης: Country: Cameroon, Northwest Region (Nord-Ouest – Bamenda), Events / Fatalities, Political Violence, Past Year, διαθέσιμη σε https://acleddata.com/platform/explorer
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο